Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

Ευγενία Γκραντέ


Πόσο μου αρέσουν τα βιβλία με τη συμπυκνωμένη σοφία και την λεκτική ευχέρεια να αποδίδεις σκέψεις, συναισθήματα, εικόνες με εύστοχο και ευφάνταστο συγχρόνως τρόπο ή για να το πω αλλιώς μ' εκείνο το χάρισμα του συγγραφέα που μπορεί με την ικανότητα του μυαλού και της έκφρασης, την ευθυκρισία, τη γνώση των ανθρώπινων χαρακτήρων και τη βαθιά του μόρφωση να αποδίδει λεκτικά ιδέες και νοήματα, κατασταλάγματα του ορθού και ευφυούς νου ολόκληρων γενεών και αιώνων!
Τέτοιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διάβασα, η "Ευγενία Γκραντέ", και τόσο χαρισματικός ο συγγραφέας του, ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ.


Μου άρεσε πολύ, και το διάβασα απνευστί. Διαδραματίζεται στη Γαλλική επαρχία Σωμύρ, μετά τη Γαλλική επανάσταση (1789), και πρωταγωνιστές είναι η ολιγομελής οικογένεια Γκραντέ. Ο φιλάργυρος και τσιγκούνης πατέρας, η υποταγμένη σ' αυτόν, στερημένη από τις χαρές της ζωής, βασανισμένη από τον κακότροπο χαρακτήρα του και θρησκευόμενη γυναίκα του και η αγνή, άβγαλτη, καλόψυχη, γενναιόδωρη και αξιοπρεπής Ευγενία, η κόρη τους. Γύρω τους ο κόσμος της επαρχίας που τους παρακολουθεί, τους σχολιάζει, όπως σ' όλες τις επαρχίες του κόσμου, με το τουφέκι έτοιμο να πυροβολήσει δικαίως ή αδίκως.


Τις περισσότερες φορές δικαίως, σε ότι αφορά στον κύριο Γκραντέ αφού το χρυσάφι είναι ο μοναδικός θεός που προσκυνά, αυτό χαϊδεύει τις ώρες της ανάπαυλας, σ' αυτό και μόνον είναι απόλυτα αφοσιωμένος, όλους τους άλλους κάποια στιγμή τους προδίδει ή τους αδικεί, ακόμα και το μοναχοπαίδι του. "Στα οικονομικά του πάρε δώσε ο κύριος Γκραντέ είχε κάτι από την τίγρη και τον βόα: ήξερε να σέρνεται χάμω, να κουλουριάζεται, να παραμονεύει για καιρό τη λεία του και να σαλτάρει πάνω της". Όσο μεγαλώνει, τόσο περισσότερο το πάθος αυτό τον κατακυριεύει και κατά τη γνωστή σοφία : πρώτα βγαίνει η ψυχή του και μετά το χούι του, αν μπορεί κάποιος να γνωρίζει κάτι για το μετά.


Η Ευγενία, νέα και αθώα μεγαλώνει κλεισμένη στο παλιό και αταίριαστο με τον μεγάλο πλούτο και την περιουσία σπίτι τους με μοναδική της συντροφιά την μητέρα και την παραδουλεύτρα τους, ένα ακόμα πρόσωπο του μυθιστορήματος που με την αυθεντικότητα του λαϊκού χαρακτήρα της, εξισορροπεί και σώζει καταστάσεις στο δυστυχισμένο σπίτι της οικογένειας Γκραντέ. Οι επισκέψεις στο σπίτι τους είναι ελάχιστες και επιλεγμένες από τον αντικοινωνικό πατέρα, πάντα με γνώμονα το συμφέρον που οι "φίλοι" αυτοί μπορούν να εξυπηρετήσουν. Ανάμεσα στις δυο οικογένειες, που για τους ίδιους λόγους επισκέπτονται το σπίτι τους, υπάρχουν και δυο υποψήφιοι γαμπροί της μεγάλης περιουσίας της Ευγενίας κι όχι της ίδιας.


Όμως κατά το εικός και αναγκαίον οι ισορροπίες και η καθημερινότητα της οικογένειας Γκραντέ θα ανατραπούν, όταν ο δανδής ξάδελφος της Ευγενίας, ένας κοσμικός νέος του Παρισιού, θα τους επισκεφτεί αγνοώντας κι αυτός αρχικά τις μοιραίες για την δική του ζωή ανατροπές, την αυτοκτονία δηλαδή του πατέρα του και την πτώχευση της οικογένεια του.

Ανάμεσα στους δυο νέους ανθρώπους γεννιέται ο έρωτας, δίνονται υποσχέσεις, όρκοι και η ελπίδα ότι το ταξίδι του νεαρού Κάρολου στις Ινδίες για να φτιάξει την τύχη του δεν θα διαρκέσει πολύ.
Όμως ο Κάρολος επιστρέφοντας θυμάται ότι κάποτε υπήρξε το πλουμιστό παγόνι που όλοι θαύμαζαν. Χρήματα απόκτησε και επομένως αυτό που πλέον του λείπει είναι ένας τίτλος. Και καθώς όλα αγοράζονται, εκτός από την αγάπη, που δεν τον ενδιαφέρει, κινείται προς μια κατεύθυνση στη ζωή εκ διαμέτρου αντίθετη  μ' αυτήν στην οποία κινείται η ευγενική και μεγαλόψυχη Ευγενία.

"Σε μερικές επαρχιακές πόλεις βρίσκονται σπίτια που η όψη τους προκαλεί μελαγχολία σαν εκείνη που γεννάνε τα πιο σκοτεινά μοναστήρια, οι πιο άχαροι χερσότοποι ή τα πιο θλιβερά ερείπια. Στα σπίτια αυτά συναντάς ίσως ταυτόχρονα και τη σιγαλιά του μοναστηριού και την ξεραΐλα των χερσότοπων και τα σκέλεθρα των ερειπίων. Η ζωή και η κίνηση είναι τόσο ήσυχες εκεί, που ένας ξένος θα τα έπαιρνε για ακατοίκητα, αν δεν αντίκριζε ξαφνικά το χλωμό και κρύο βλέμμα ενός ασάλευτου προσώπου, που η μισομοναστηριακή του μορφή προβάλλει πάνω απ' το περβάζι του παραθύρου, μόλις ακουστεί θόρυβος από ασυνήθιστα πατήματα." 

Και θα τα φέρει έτσι η ζωή της οικογένειας Γκραντέ, που η πρώτη αυτή παράγραφος του βιβλίου να ταιριάζει με το τέλος του, καθώς η Ευγενία θ' απομείνει να ζει ως μια τέτοια μοναχική μορφή σ' αυτό το μελαγχολικό σπίτι.



Περισσότερα για την υπόθεση και τους χαρακτήρες, κύριους και δευτερεύοντες, του βιβλίου μπορείτε να ανακαλύψετε διαβάζοντας το. Εμένα μου κράτησε ευχάριστη συντροφιά και είναι από τα κλασικά βιβλία του Γαλλικού ρεαλισμού που μου άρεσαν πολύ. Έχει μεταφερθεί και στην μεγάλη οθόνη. 


Και λίγα βιογραφικά στοιχεία για τον συγγραφέα: 

Ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ (Honoré de Balzac, 20 Μαΐου 1799 – 18 Αυγούστου 1850) ήταν Γάλλος λογοτέχνης του πρώτου μισού του19ου αιώνα. Συγκαταλέγεται στους θεμελιωτές του ρεαλισμού στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, ενώ θεωρείται και ένας από τους σημαντικότερους μυθιστοριογράφους όλων των εποχών.

Έφερε εις πέρας ένα μνημειώδες έργο, την «Ανθρώπινη Κωμωδία», μία συνεκτική συλλογή αρκετών μυθιστορημάτων που φιλοδοξούν να περιγράψουν σχεδόν εξαντλητικά τη γαλλική κοινωνία της εποχής του.

Γεννήθηκε στην πόλη Τουρ με καταγωγή από αστική οικογένεια της εποχής. To 1814 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, ενώ σε ηλικία 17 ετών άρχισε σπουδές νομικής στη Σορβόνη. Το 1819, απέκτησε το πτυχίο του baccalauréat και εργάστηκε για ένα διάστημα ως βοηθός σε δικηγορικό γραφείο, ωστόσο τελικά δεν ακολούθησε το επάγγελμα του συμβολαιογράφου, αλλά αφοσιώθηκε στηλογοτεχνία. Εγκατέλειψε το πατρικό του σπίτι για να μείνει μόνος σε μια φτωχική σοφίτα και να αφιερωθεί στη συγγραφή φιλοσοφικών δοκιμίων, μυθιστορημάτων σε μορφή επιστολών ή τραγωδιών. Μέχρι το 1822 ο Μπαλζάκ ήταν ήδη δημιουργός αρκετών έργων – για τα οποία χρησιμοποιούσε και αρκετά ψευδώνυμα – που δεν γίνονταν όμως ευρύτερα αποδεκτά.

Το 1825 ξεκίνησε η σχέση του με τη Δούκισσα Ντ' Αμπραντές, με την βοήθεια της οποίας έγινε γνωστός στους κοσμικούς κύκλους του Παρισιού. Την ίδια περίοδο συνέβη ο θάνατος της αδελφής του Λορ, που ήταν έμπιστή του. Παράλληλα, έγινε εκδότης ενώ το διάστημα 1826-1828 εργάστηκε ως τυπογράφος με οδυνηρές όμως οικονομικές συνέπειες, καθώς καταστράφηκε οικονομικά, καταρρέοντας από τα χρέη. Το 1829 δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημά του Οι Σουάνοι (Les Chouans), που αποτέλεσε την πρώτη εμπορική του επιτυχία και την αρχή της αναγνώρισής του ως συγγραφέα. Τον επόμενο χρόνο, δηλώνοντας πως κατάγεται από τους Μπαλζάκ της Αντράγκ, πρόσθεσε αυθαίρετα στο όνομά του τον όρο «ντε». Στις 18 Φεβρουαρίου του 1832, έλαβε το πρώτο γράμμα της Εβελίνα Χάνσκα, πολωνικής καταγωγής, με την οποία αλληλογραφούσε για περίπου 15 χρόνια και αργότερα παντρεύτηκε. Το1835 ανέλαβε την επιθεώρηση La Chronique De Paris, την οποία εγκατέλειψε τον Ιούλιο του 1836 ακόμη περισσότερο χρεωμένος. Το1837 δημοσιεύτηκαν οι Χαμένες Ψευδαισθήσεις και ο Μπαλζάκ αγόρασε τις «Jardies», αγρόκτημα στη περιοχή των Σεβρών που, λόγω χρεών όμως αναγκάστηκε να πουλήσει το 1845.

Το 1838 πραγματοποίησε αποτυχημένες επενδύσεις στο χρηματιστήριο χωρίς να μπορέσει να βελτιώσει ούτε στο ελάχιστο την οικονομική του κατάσταση. Το 1840 προσπάθησε να επανακυκλοφορήσει την «Revue Parisienne», χωρίς επιτυχία. Λόγω των οικονομικών του προβλημάτων, αναγκάστηκε να κρυφτεί στο Πασσύ για να ξεφύγει από τους πιστωτές του. Στις 4 Μαρτίου του 1850νυμφεύτηκε την Εβελίνα Χάνσκα και τρεις μήνες αργότερα, στις 18 Αυγούστου, πέθανε στο Παρίσι, σε ηλικία μόλις 51 ετών.

 πηγη https://matinaal.blogspot.com/

https://www.youtube.com/channel/UC0wk2ge3sheyTkgpAkeBang

tapantareinews tv

Ενημέρωση και ψυχαγωγία. Επικοινωνία στο dsgroupmedia@gmail.com.

 




Ευγενία Γκραντέ by Spiros Danias

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only