Breaking News

Δέκιμο: 5.000 Βυζαντινοί τσακίζουν χιλιάδες Βάνδαλους


Το 533 μ.Χ. ο Ιουστινιανός ανέθεσε στον στρατηγό Βελισάριο την κατάκτηση του ληστρικού κράτους των Γερμανών Βανδάλων στη Βόρεια Αφρική. Για τον σκοπό αυτό του διέθεσε μόλις 5.000 ιππείς και 10.000 πεζούς. Από τους ιππείς οι 1.000 ήταν Ούννοι και Γερμανοί, οι 1.500 επίλεκτοι βουκελάριοι, υπό τον Ιωάννη Τρωγλίτη, και οι λοιποί καβαλάριοι υπό τον παιδικό φίλο του Ρουφίνο.




Το πεζικό αποτελείτο από βαριά οπλισμένους σκουτάτους (δορυφόρους) και από ψιλούς ακροβολιστές, τοξότες, σφενδονήτες και ακοντιστές. Αρχηγός του πεζικού ορίστηκε ο Ιωάννης ο εκ Δυρραχίου. Με αυτές τις δυνάμεις θα έπρεπε ο Βελισάριος να πολεμήσει, σε μια χώρα πεδινή, εναντίον των εκλεκτότερων ιππέων του κόσμου, όπως θεωρούντο οι Βάνδαλοι.

Οι “μελλοθάνατοι”Ο Βελισάριος αφού ολοκλήρωσε τις προετοιμασίες απέπλευσε, τον Μάρτιο του 533 μ.Χ. από την Κωνσταντινούπολη, μέσα σε κλίμα ανησυχίας, καθώς ο ίδιος και οι άνδρες θεωρούνταν περίπου μελλοθάνατοι.
Ενδεικτικό του κλίματος που επικρατούσε ήταν η συζήτηση μεταξύ του επάρχου Κωνσταντινούπολης και του στενού συνεργάτη του Ιουστινιανού Ιωάννη Καππαδόκη...
... «Φοβάμαι πως αυτή η καταστροφή θα αποδειχτεί τόσο μεγάλη όσο και εκείνη που υπέφεραν οι πρόγονοί μας από τον Γιζέριχο», είπε ο έπαρχος αναφερόμενος στην συντριπτική ήττα των Βυζαντινών από τους Βανδάλους επί αυτοκράτορα Λέοντα Α....
...«Αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Σε εκείνη την εκστρατεία χάσαμε 100.000 άνδρες, αλλά τώρα έπεισα τον αυτοκράτορα να στείλει μόνο 15.000, πεζοί οι περισσότεροι», απάντησε ο Καππαδόκης....
...«Και τι μάχιμη δύναμη υπολογίζεις να έχουν οι Βάνδαλοι», ξαναρώτησε ο έπαρχος.
«Περισσότερους από 100.000 άνδρες, αν υπολογίσεις και τους Μαυριτανούς υπηκόους τους», απάντησε αδιάφορα ο Καππαδόκης....
...«Τότε τι ελπίδες επιτυχίας μπορεί να έχει ο Βελισάριος;», ρώτησε έκπληκτος ο έπαρχος.
Ο Καππαδόκης σήκωσε ανέμελα τους ώμους και απάντησε: «Κάθε δεσπότης μπορεί να κάνει όνειρα»...

Απόβαση και πορεία προς το Δέκιμο
Στις 24 Ιουνίου του 533 μ.Χ. η μικρή βυζαντινή στρατιά αποβιβάστηκε στην Βόρεια Αφρική. Ο Βάνδαλος βασιλιάς Γελίμερος δεν βρισκόταν εκείνη την περίοδο στην πρωτεύουσά του. Τοποτηρητή στον θρόνο είχε αφήσει τον αδερφό του Αμάτα ο οποίος τον ενημέρωσε για την απόβαση των Βυζαντινών.
Ο Γελίμερος έσπευσε τότε προς την Καρχηδόνα, διατάσσοντας τον αδερφό του να σπεύσει να καταλάβει με όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις τη στενωπό στον οδοδείκτη του δεκάτου μιλίου (Δέκιμο) από την πρωτεύουσά του Καρχηδόνα, το αργότερο έως το πρωί της 3η Ιουλίου.

  • Ο Γελίμερος σχεδίασε στη θέση αυτή να καταστρέψει τον Βυζαντινό Στρατό. Ο Αμάτας θα κρατούσε τη στενωπό και ο ίδιος, με τον κύριο όγκο του στρατού θα κινείτο νότια αυτής και θα περικύκλωνε και θα σφαγίαζε τη στρατιά του Βελισάριου.
Στο μεταξύ ο Βελισάριος, αγνοώντας τις κινήσεις του αντιπάλου του προώθησε τον στρατό του προς την Καρχηδόνα, καλύπτοντας το αριστερό του πλευρό με τους 600 Ούννους ιππείς του. Επίσης διέταξε τον Ιωάννη Τρωγλίτη να κινηθεί με 300 βουκελαρίους, ως εμπροσθοφυλακή, σε απόσταση 4χλμ. από το κύριο σώμα.
Στις 3 Ιουλίου η μικρή βυζαντινή στρατιά έφτασε σε απόσταση 8 χλμ. περίπου από τη στενωπό του Δέκιμου. Ο Βελισάριος δεν σκέφτηκε να εκβιάσει άμεσα το πέρασμα. Διέταξε τους άνδρες του κατασκευάσουν νέο οχυρό στρατόπεδο, έτσι ώστε ακόμα και αν συνέβαινε το παραμικρό ατύχημα, να έχουν ένα καταφύγιο.

  • Ο Αμάτας από την άλλη είχε καθυστερήσει δραματικά να καταλάβει και να επανδρώσει με σοβαρές δυνάμεις τη στενωπό του Δέκιμου. Το μεσημέρι της 3ης Ιουλίου μόνο ο ίδιος και 100 ιππείς βρίσκονταν εκεί και πάλι όμως χωρίς να έχουν καν λάβει θέσεις μάχης. Ο Αμάτας είχε διατάξει τους Βανδάλους της Καρχηδόνας να τον ακολουθήσουν. Αλλά οι Βάνδαλοι στρατιώτες του καθυστέρησαν να «επιστρατευτούν».
Έτσι ο Γελίμερος μετέβαλε το σχέδιο του και αποφάσισε να κινηθεί ο ίδιος με 30.000 περίπου άνδρες (νεότεροι ιστορικοί κάνουν λόγο για μόνο 9.000 άνδρες) προς το Δέκιμο και να ενωθεί με τις δυνάμεις του αδερφού του. Ανέθεσε παράλληλα στον ανεψιό του Γιβαμούνδο, με 2.000 ιππείς, να εκτελέσει υπερκερωτικό ελιγμό, περικυκλώνοντας τους Βυζαντινούς, την ώρα που ο ίδιος θα τους έπληττε κατά μέτωπο.

Οι 300 βουκελάριοι και οι Ούννοι
Ο Βελισάριος έχοντας εξασφαλίσει την άμυνα του, έξω από τη στενωπό, διέταξε τον φίλο του Ιωάννη με τους 300 βουκελαρίους να κινηθούν εντός. Εφόσον δεν είχε έως τότε εντοπίσει σοβαρές βανδαλικές δυνάμεις να την κατέχουν, σκέφτηκε ότι θα προλάβαινε να την καταλάβει πρώτος. Πραγματικά οι άνδρες του Ιωάννη κινήθηκαν με προσοχή εντός της στενωπού. Ξαφνικά εντόπισαν τους 100 Βανδάλους του Αμάτα και επιτέθηκαν εναντίον τους.

Οι Βάνδαλοι πολέμησαν γενναία σκοτώνοντας 12 Βυζαντινούς. Στο τέλος όμως κατατροπώθηκαν και διαλύθηκαν. Ο δε Αμάτας, ο οποίος επιχείρησε να επιτεθεί στον Ιωάννη, δέχτηκε από τον Βυζαντινό αξιωματικό ένα χειρόβολο (ή ριπτάριο, είδος βελόσχημου βλήματος που ρίχνονταν με το χέρι) κατάστηθα και έπεσε νεκρός. Κατόπιν τούτου οι επιζώντες Βάνδαλοι τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή, καταδιωκόμενοι κατά πόδας από τους βουκελαρίους.
Οι Βάνδαλοι φυγάδες, στον πανικό τους, παρέσυραν σε φυγή και τους συστρατιώτες τους, οι οποίοι έρχονταν ασύντακτα, σε μικρές ομάδες από την Καρχηδόνα για να επανδρώσουν την αμυντική γραμμή στη στενωπό.

  • Έτσι σε όλη την απόσταση των 14 χλμ. από τη στενωπό του Δέκιμου, έως τα τείχη της Καρχηδόνας, χιλιάδες Βάνδαλοι έτρεχαν πανικόβλητοι να ξεφύγουν από την επέλαση 288 Βυζαντινών βουκελαρίων!
Οι Βάνδαλοι πανικόβλητοι, κατέφυγαν στην Καρχηδόνα, όπου και «πολιορκήθηκαν» από τις τρεις κενταρχίες (ίλες) των βουκελαρίων! Η επιτυχία του Ιωάννη Τρωγλίτη αποκτούσε ακόμα μεγαλύτερο βάρος εφόσον απέκλειε κάθε αποστολή ενίσχυσης στον στρατό του Γελίμερου.
  • Ο Βελισάριος εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι η στενωπός ήταν αφρούρητη και διέταξε το υπόλοιπο ιππικό να κινηθεί εντός της, πλην των 600 Ούννων ιππέων του. Οι Ούννοι που κινούνταν αριστερά της στενωπού εντόπισαν τους 2.000 Βανδάλους του Γιβαμούνδου.
Τότε πλησιάζοντας σε απόσταση βολής τόξου άρχισαν να θερίζουν τους Βανδάλους με βέλη. Όταν οι τελευταίοι εφορμούσαν εναντίον τους, οι Ούννοι οπισθοχωρούσαν, για να επανέλθουν και πάλι σε λίγο, πάντα σε διάταξη ακροβολισμού. Οι Βάνδαλοι καταπονήθηκαν ιδιαιτέρως από αυτόν τον «κλεφτοπόλεμο» και όταν δέχθηκαν την επέλαση των Ούννων δεν άντεξαν και διαλύθηκαν. Οι Ούννοι τους καταδίωξαν και τους έσφαξαν όλους.

Ο Γελίμερος συντρίβεται
Ήδη το σχέδιο του Γελίμερου είχε καταρρεύσει. Το μόνο άθικτο τμήμα του στρατού ήταν αυτό που διοικούσε ο ίδιος, το οποίο όμως ήταν διπλάσιο αριθμητικά του Βυζαντινού Στρατού στο σύνολό του. Χωρίς να γνωρίζει τι είχε συμβεί, ο Γελίμερος κινήθηκε και αυτός προς τη στενωπό του Δέκιμου.
Την ίδια ώρα μια κενταρχία καβαλαρίων και οι Γερμανοί του Βελισάριου, 500 συνολικά ιππείς, έφτασαν στην δυτική έξοδο της στενωπού. Ο Βελισάριος με άλλες 3.600 ιππείς ακολουθούσε. Ξαφνικά οι 500 ιππείς ειδοποίησαν τον Βελισάριο ότι αμέτρητοι Βάνδαλοι ιππείς έρχονταν από τα δυτικά.

  • Οι 100 καβαλάριοι, οπλισμένοι με τόξα όπως ήταν, ακροβολίστηκαν και ενεπλάκησαν με τους Βανδάλους. Η αριθμητική υπεροχή όμως των εχθρών τους υποχρέωσε σε υποχώρηση.
Στο μεταξύ ο Γελίμερος, αλλά και οι άνδρες του πληροφορήθηκαν τον θάνατο του ανεψιού του και του αδερφού του. Η ειδήσεις αυτές προκάλεσε σύγχυση στους Βανδάλους.Αυτή ακριβώς τη σύγχυση εκμεταλλεύτηκε ο Βελισάριος και αποφάσισε να αντεπιτεθεί. Χώρισε τους ιππείς του σε δύο σώματα και επιτέθηκε.

Οι Βάνδαλοι, οι οποίοι δεν περίμεναν επίθεση, αιφνιδιάστηκαν και περιέπεσαν σε πλήρη αταξία, δεχόμενοι συνεχώς τα βέλη των καβαλαρίων. Εκατοντάδες Βάνδαλοι έπεσαν από την πρώτη αυτή «ομοβροντία».
Πριν καλά-καλά συνέλθουν δέχτηκαν και δεύτερη και τρίτη. Όταν δοκίμασαν να αντεπιτεθούν οι καβαλάριοι άνοιξαν τους ζυγούς τους και οπισθοχώρησαν, αποφεύγοντας την επέλαση των εχθρών.

  • Μόλις οι Βάνδαλοι σταματούσαν, οι Βυζαντινοί επανέκαμπταν και εξαπέλυαν εναντίον τους νέα βροχή από βέλη. Η μάχη κράτησε έως το σούρουπο, οπότε οι Βάνδαλοι, μη αντέχοντας άλλο την καταπόνηση και τις απώλειες, τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας πολλούς νεκρούς στο πεδίο της μάχης.
Για κακή τους τύχη όμως αρκετοί από αυτούς έπεσαν πάνω στους Ούννους, οι οποίοι είχαν σπεύσει προς τη δυτική είσοδο της στενωπού, και σφαγιάστηκαν ανηλεώς.

Ο Βελισάριος με 5.000 ιππείς, χωρίς τελικά να εμπλέξει καν το πεζικό του, είχε συντρίψει 40.000 Βανδάλους, αποκόπτοντας τους παράλληλα από την πρωτεύουσα τους Καρχηδόνα. ΕΚ ΤΟΥ www.history-point.gr



ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΣ : ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ





Ο Στρατηγός Βελισσάριος 
Ο '''Βελισάριος''' ή '''Βελισσάριος''' Flavius Belisarius, από την Γερμανίκεια Θράκης μεταξύ 500 και 505 μ.Χ.- Απεβίωσε στην Κωνσταντινούπολη το 565 . Ήταν στην ανατολική ρωμέϊκη Αυτοκρατορία στρατηγός επί Ιουστινιανού Α΄. Θεωρείται από τους σπουδαιότερους στρατιωτικούς της βυζαντινής και μεσαιωνικής περιόδου και ένας από τους επιφανέστερους στρατιωτικούς ηγέτες όλων των εποχών. Διακρίθηκε σε όλα τα μέτωπα του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους εκείνης της εποχής Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική, Ιταλία, Βαλκάνια με την εξαίρεση της Ισπανίας.



Επίσης εισήγαγε πολλές καινοτομίες στην εκπαίδευση και οργάνωση του ρωμαϊκού στρατού της εποχής, καθώς και στην τακτική των επιχειρήσεων. Υπήρξε ένας από τους στενούς συνεργάτες του Ιουστινιανού, στην προσπάθεια του τελευταίου να ανασυστήσει την ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Ραβένα - Εικάζεται ότι ο γενειοφόρος άνδρας στα δεξιά του Ιουστινιανού είναι ο Βελισάριος.

Η ζωή και η σταδιοδρομία του παρουσιάζουν εντονότατες εναλλαγές της τύχης, από τον θρίαμβο και τη δόξα στον παραμερισμό και την απώλεια κάθε εύνοιας, αξιωμάτων και περιουσίας και αντιστρόφως. Ο βίος και τα κατορθώματά του τροφοδότησαν πολλές λαϊκές αφηγήσεις αλλά και λογίους και καλλιτέχνες από τη «βυζαντινή» μέχρι την νεότερη εποχή, καθώς ο Βελισάριος έγινε παράδειγμα τραγικού ήρωα.


ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΑΝΕΛΙΞΗ

Υλικό και στοιχεία για το βίο και τη δράση του Βελισάριου διασώζουν αρκετοί «Βυζαντινοί »ιστορικοί και χρονικογράφοι. Δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνει ο ιστορικός της βασιλείας του Ιουστινιανού Προκόπιος. Ο τελευταίος διετέλεσε γραμματέας και σύμβουλος του στρατηγού κατά την περίοδο 527 έως 539 και συνόδευσε τον κύριό του σε πολλές εκστρατείες.
Ως αυτόπτης μάρτυρας εξιστόρησε εγκωμιαστικά τα κατορθώματα και τον βίο του Βελισάριου στο έργο «Υπέρ των πολέμων λόγοι». Αργότερα, ο ιστορικός καταφέρεται εναντίον τόσο του Βελισάριου όσο και του Ιουστινιανού στην «''Απόκρυφη Ιστορία''» του, έργο που περιέχει πλήθος υπερβολών και ανακριβειών. Αυτό δεν μειώνει την αξία των πρώτων έργων του, τα οποία αποτελούν και την κύρια πηγή για τη ζωή του Βελισαρίου.
  • Ακολουθούν οι [[Ιωάννης Μαλάλας]] και [[Αγαθίας]] (6ος αι.), [[Θεοφάνης Ομολογητής|Θεοφάνης]] (9ος αι.), [[Μιχαήλ Γλυκάς]] (11ος αι.), [[Ιωάννης Ζωναράς]] (12ος αι.), [[Ιωάννης Τζέτζης]] (12ος αι.) κ.ά.Εγκυκλοπαίδεια ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ, τόμος 11, σελ.263

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΑΡΧΗΔΟΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΒΑΝΔΑΛΟΥΣ ΑΠΟ ΤΑ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΑ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΥ

Ο Βελισάριος γεννήθηκε στη μικρή πόλη Γερμανίκεια ή Γερμανία της βορειοδυτικής Θράκης κοντά στα σύνορα με την επαρχία του Ιλλυρικού (σημ. Βουλγαρία), μεταξύ 500 και 505 μ.Χ. Ανήκε σε εκρωμαϊσμένη οικογένεια γαιοκτημόνων, πιθανώς θρακικής καταγωγής. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Ζ΄, σελ. 155 .
  • Για τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα, ενώ από τις διάφορες θεωρίες που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί για την καταγωγή του ονόματός του ([[Κέλτες|κελτικό]], [[Γότθοι|γοτθικό]], [[Θράκες|θρακικό]], [[Σλάβοι|σλαβικό]]) καμία δεν έχει τύχει ευρείας αποδοχής. [http://books.google.com/books Τhe Prosopography of the Later Roman Empire] σελ.182.
Σε νεαρή ηλικία ήλθε στην Κωνσταντινούπολη, όπου κατετάγη ως αξιωματικός στην αυτοκρατορική φρουρά του Ιουστίνου Α΄. Εκείνη την περίοδο γνωρίστηκε με τον Ιουστινιανό, ο οποίος τον διόρισε στην προσωπική του φρουρά, όπου υπηρέτησε ως «δορυφόρος» (βουκελάριος). Το γεγονός αυτό υπήρξε το έναυσμα για την ανέλιξή του στα στρατιωτικά αξιώματα, που υπήρξε ραγδαία, παρά το νεαρό της ηλικίας του.

 Ως βουκελάριος ανέλαβε μαζί με τον επίσης νεαρό στρατηγό Σίττα την ηγεσία μιας σειράς τολμηρών έφιππων καταδρομών στην περσική [[Αρμενία]] (''Περσαρμενία'') αποκομίζοντας πλούσια λεία και πολλούς αιχμαλώτους. Το [[526]] διορίστηκε από τον Ιουστίνο δούκας της Μεσοποταμίας και επανέλαβε τις επιδρομές. Αυτή τη φορά όμως συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τον Αρμένιο ευγενή (Καμσαρακάν)|Ναρσή. Τρία χρόνια αργότερα ο τελευταίος δέχτηκε να περάσει στην υπηρεσία της Αυτοκρατορίας
  ''Υπέρ των πολέμων λόγοι'' 1.11-1.12, J. Evans (1999), σελ.211

 


ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ

Στην Μέση Ανατολή, καθ’ όλη την ύστερη Αρχαιότητα, η υστερορωμαϊκή-ελληνική χριστιανική αυτοκρατορία ήταν αντιμέτωπη με το ισχυρό και καλά οργανωμένο νεοπερσικό κράτος των Σασσανιδών . Οι συγκρούσεις μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών ήταν σχεδόν συνεχείς. Ακόμη και σε περιόδους ειρήνης ή ανακωχής δεν έλειπαν τα μεθοριακά επεισόδια, άλλοτε απλώς οι επιχειρήσεις μεταφέρονταν σε εδάφη γειτονικών κρατών, τα οποία θέλοντας και μη συμπαρεσύρονταν στη δίνη του αέναου καταστροφικού σπαραγμού των ισχυρών γειτόνων τους.

Το 528 ο Πέρσης βασιλιάς Καβάδης Α’ κατάφερε να σταθεροποιήσει την εξουσία του και έστρεψε την προσοχή του προς Δυσμάς. Με αφορμή την επιρροή των δύο αντιπάλων επί των μικρών περιφερειακών κρατών, Λαζική και Ιβηρία στην περιοχή του Καυκάσου, ξέσπασε το ίδιο έτος ο Ιβηρικός πόλεμος.

  • Το 529 ο Βελισάριος αναδείχθηκε σε στρατηλάτη της Ανατολής (''magister militum per Orientem''), βαθμός που του έδιδε την αρχιστρατηγία στον πόλεμο εναντίον των Περσών. Διατήρησε τον τίτλο αυτό μέχρι το 542, αν και κατά την περίοδο αυτή απασχολήθηκε και σε άλλα μέτωπα. Δημήτρης Σ. Μπελέζος (2006), σελ. 49
Στην πρώτη μεγάλη μάχη με τους Πέρσες ο Βελισάριος ηττήθηκε κοντά στο οχυρό της Δάρας (529). Οι αντίπαλοί του όμως δεν κατάφεραν να κατακτήσουν το ισχυρό οχυρό, που ήταν ο κύριος στόχος τους, αλλά ούτε και την Αντιόχεια, όπου είχαν επιδράμει οι σύμμαχοι των Περσών Λαχμίδες (Άραβες). Το επόμενο έτος μια περσική στρατιά 40.000 ανδρών υπό τον φημισμένο στρατηγό Φιρούζ (Περόζης στα βυζαντινά κείμενα) βάδισε ξανά κατά του ισχυρού οχυρού της Δάρας.
  •  Ο Βελισάριος παρά το ότι διέθετε 25.000 άνδρες, περίμενε τους εχθρούς του έξω από την πόλη έχοντας ετοιμάσει το έδαφος με τρόπο ώστε να εξουδετερώνεται η αριθμητική υπεροχή των Περσών. Λίγο πριν την μάχη ο Περόζης έλαβε ενισχύσεις 10.000 στρατιωτών, ενώ απέρριψε τις ειρηνευτικές προτάσεις του Βελισάριου.
Εξέλαβε ως ηττοπαθείς τόσο την πρωτοβουλία του αντιπάλου του να έρθει σε διαπραγματεύσεις όσο και την αμυντική διάταξη των Ρωμιών .[σερ Μπάζιλ Λίντελ Χαρτ, Οι Μεγάλοι Πόλεμοι της Ιστορίας, εκδόσεις Ευρώπη, σελ. 74.]
 Η μάχη που ακολούθησε εξελίχθηκε όπως είχε υπολογίσει ο Βελισάριος και κατέληξε σε περιφανή νίκη του νεαρού στρατηγού με βαριές απώλειες για τους Πέρσες.




Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΔΑΡΑΣ

Η μάχη του Δάρας διεξήχθη ανάμεσα στους Σασσανίδες Πέρσες και τη Ανατολική Ρωμέϊκη αυτοκρατορία στα 530, και ανήκει στις μάχες του Ιβηρικού πολέμου.

Η αυτοκρατορία βρισκόταν σε πόλεμο με τους Σασσανίδες από το 527, με αφορμή την απόπειρα του Καβάδη Α΄, βασιλιά της Περσίας να προσηλυτίσει τους Ίβηρες του Καυκάσου στο Ζωροαστρισμό. Ο Καβάδης προσπάθησε να κλείσει ειρήνη με τους Βυζαντινούς και επιχείρησε να πείσει τον Ιουστινιανό Α΄ να υιοθετήσει το γιο του Χοσρόη.

 Ο Ιουστινιανός αρνήθηκε και έστειλε τους στρατηγούς Σίττα και Βελισάριο εναντίον της Περσίας, όπου αρχικά ηττήθηκαν. Ο Ιουστινιανός προσπάθησε να διαπραγματευτεί μα ο Καβάδης αρνήθηκε και έστειλε 30.000 στρατιώτες στο Δάρας της Μεσοποταμίας το 529. Ο Βελισάριος επέστρεψε στην περιοχή μαζί με τον Ερμογένη και 25.000 άνδρες στα 530 και ο Καβάδης απάντησε στην κίνηση αυτή, στέλνοντας κι άλλους 10.000 υπό το στρατηγό Φιρούζ (Περόζης στα ελληνικά), που στρατοπέδευσε σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων.

Αν και αριθμητικά υστερούσε κατά πολύ, ο Βελισάριος αποφάσισε να επιτεθεί στους ελαφρά οπλισμένους Πέρσες. Έσκαψε έναν αριθμό από χαρακώματα για να ανακόψει το Περσικό ιππικό και παρέταξε το πεζικό του σε ένα ενιαίο σώμα στο κέντρο. Στις πτέρυγες δεξιά κι αριστερά παρέταξε Έρουλους ιππείς (οι Έρουλοι ήταν ένα γερμανικό έθνος).
Η αριστερή πτέρυγα είχε ενισχυθεί με 300 Ούννους ιππείς και η δεξιά με άλλους 600. Μια εφεδρεία βυζαντινού ιππικού βρισκόταν πίσω από τη δεξιά πτέρυγα. Πριν αρχίσει η μάχη, όλες αυτές οι δυνάμεις, εκτός του πεζικού, παρέμεναν πίσω από τα χαρακώματα.

Ρωμηός (βυζαντινός ) κλιβανάριος (ολοσίδηρος)

Οι Πέρσες παρατάχθηκαν σε δύο φάλαγγες, με το πεζικό και πάλι στο κέντρο. Το πρώτο κύμα της περσικής επίθεσης στράφηκε κατά της δεξιάς πτέρυγας των Έρουλων, που αρχικά υποχώρησαν αλλά υπό την απειλή των Ούννων συμμάχων τους επέστρεψαν κι αντεπετέθηκαν, αναγκάζοντας τους Πέρσες να αποσυρθούν (αν και με 7 μόνο απώλειες).

  • Ακολούθησε μια ανάπαυλα στη μάχη, κατά την οποία ένας Πέρσης στρατιώτης προκάλεσε τους Βυζαντινούς σε μονομαχία. Ένας υπηρέτης του στρατηγού Βούζη ονόματι Ανδρέας ανταποκρίθηκε και τον νίκησε. Στη συνέχεια σκότωσε σε μονομαχία και ένα δεύτερο αντίπαλο, οπότε οι Πέρσες αποσύρθηκαν για να διανυκτερεύσουν.

Τη δεύτερη μέρα της μάχης έφτασαν κι άλλοι 10.000 Πέρσες, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο την αριθμητική τους υπεροχή. Οι δύο αντίπαλοι, αρχικά περιορίστηκαν στην μεταξύ τους τοξοβολία, που προκάλεσε ελαφρές μόνον απώλειες εκατέρωθεν, χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα.

Στο μεταξύ, ο Βελισάριος έκρυψε ένα τμήμα ιππικού πίσω από ένα λόφο στα βορειοανατολικά του Δάρας, στα αριστερά της βυζαντινής παράταξης. Όταν οι Πέρσες επιτέθηκαν, το πεζικό στο κέντρο υποχώρησε πίσω από τα χαρακώματα, αλλά το κρυμμένο απόσπασμα ιππικού και οι Ούννοι της δεξιάς πτέρυγας πλευροκόπησαν τους Πέρσες και τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν. 
  • Οι Αθάνατοι, το επίλεκτο σώμα του περσικού στρατού, προέλασε και τους νίκησε εν τέλει, μα ο Βελισάριος αντεπετέθηκε και διέσπασε τα περσικά στρατεύματα στα δύο. Οι μισοί Πέρσες καταδίωξαν το βυζαντινό ιππικό, μα οι υπόλοιποι παγιδεύτηκαν και 5.000 από αυτούς εξοντώθηκαν μαζί με το στρατηγό τους Βαρεσμανά. 
Το βυζαντινό ιππικό εν τέλει ανασυγκροτήθηκε κι αυτό και διέλυσε τους διώκτες του. Ο Βελισάριος επέτρεψε την καταδίωξη του εχθρού για μερικά μίλια, αλλά άφησε τους περισσότερους Πέρσες επιζώντες να διαφύγουν.Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη που απέσπασε η Αυτοκρατορία από τους Σασσανίδες μετά από πολλά χρόνια. ''Υπέρ των πολέμων λόγοι'' 1.13, J. Evans (1999), σελ.214


Ωστόσο ο Καβάδης δεν αποθαρρύνθηκε. Την επόμενη χρονιά (531) απέστειλε στην ρωμέϊκη Συρία μια δύναμη 15.000 ανδρών που ενώθηκε με πολυπληθείς Άραβες συμμάχους.
Ο Βελισάριος έσπευσε στην περιοχή με 8.000 στρατιώτες λαμβάνοντας με τη σειρά του σημαντική ενίσχυση από φιλορωμιούς Άραβες. Με επιδέξιους και περίπλοκους ελιγμούς ανάγκασε τους Πέρσες σε υποχώρηση με τους Ρωμιούς να τους ακολουθούν κατά πόδας.

  • Ο Ρωμιός στρατηγός είχε πρόθεση να αφήσει τους Πέρσες να φύγουν στη χώρα τους, αφού μπορούσε να επιτύχει το στόχο του, δηλαδή την εκδίωξη των εχθρών από τη χριστιανική ρωμέϊκη επικράτεια, χωρίς ο ίδιος να υποστεί απώλειες. Δυστυχώς γι’ αυτόν, οι στρατιώτες του δεν συμμερίζονταν την άποψή του και επιθυμούσαν διακαώς μία μάχη. 
Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στο Καλλίνικο επί του ποταμού Ευφράτη, όπου δόθηκε άγρια και πεισμώδης μάχη με αμφίβολο αποτέλεσμα. Στρατιωτική Ιστορία, τχ 126, σελ. 64 Ο στρατός του Βελισάριου βρέθηκε σε δύσκολη θέση και αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί για να μην συντριφθεί. Ο Προκόπιος θεωρεί ότι ο Βελισάριος δεν νίκησε λόγω της απόφασης των Αράβων συμμάχων του να εγκαταλείψουν την παράταξη στη μέση της μάχης και ότι χάρη στην προνοητικότητα του κυρίου του αποφεύχθηκε η καταστροφή (''Υπέρ των πολέμων λόγοι'' 1.18). 

Ο χρονικογράφος Ιωάννης Μαλάλας ωστόσο περιγράφει διαφορετικά το γεγονός. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο Ιουστινιανός διέταξε έρευνα για την εξακρίβωση της αλήθειας, τα πορίσματα της οποίας ήταν ότι στη μάχη διακρίθηκαν δύο δούκες, ονόματι Σουνίκας και Σίμμας, οι οποίοι με τις ενέργειές τους αποσόβησαν την καταστροφή της βυζαντινής παράταξης (J. Evans (1999), σελ.215).
  • Αλλά και οι Πέρσες είχαν μεγάλες απώλειες, γι’ αυτό μετά την υποχώρηση των εχθρών τους, αποχώρησαν από το πεδίο της μάχης αρκούμενοι στα πλούσια λάφυρά τους.
Μετά την μάχη του Καλλίνικου ο Ιουστινιανός αφαίρεσε την διοίκηση των ανατολικών στρατευμάτων από τον Βελισάριο και τον ανακάλεσε στην Κωνσταντινούπολη (φθινόπωρο του 531). Η συνέχιση των εχθροπραξιών ανατέθηκε στους πιο έμπειρους στρατηγούς Μούνδο και Σίττα.


ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΑ

Η άφιξη του Βελισάριου στην Κωνσταντινούπολη βρήκε την πρωτεύουσα σε αναβρασμό λόγω των ταραχών που επικρατούσαν μεταξύ των φατριών του ιπποδρόμου, κυρίως των Βένετων και των Πράσινων. Ο Ιουστινιανός προσπαθώντας να εκμεταλλευθεί τις διαφορές των ομάδων αυτών και να τις εντάξει στα πολιτικά του σχέδια, κατάφερε μόνον να εκτραχύνει την κατάσταση που κατάληξε στην περίφημη ''Στάση του Νίκα'' , αρχές του 532. Σύσσωμοι οι οπαδοί και των δύο παρατάξεων παραμερίζοντας τις διαφορές τους, εξεγέρθηκαν κατά του αυτοκράτορα. 


Ο Βελισάριος επέδειξε μεγάλο ζήλο για την καταστολή της εξέγερσης. Οι αρχικές προσπάθειές του όμως δεν τελεσφόρησαν λόγω της απόφασης πολλών στρατιωτών της ανακτορικής φρουράς να μείνουν ουδέτεροι σ’ αυτήν την εσωτερική σύγκρουση.
Ο θρόνος του Ιουστινιανού σώθηκε την τελευταία στιγμή από την αγέρωχη παρότρυνση της αυτοκράτειρας Θεοδώρας. 
Τελικά οι στρατηγοί Βελισάριος, Ναρσής και Μούνδος (ο τελευταίος τη στιγμή εκείνη βρισκόταν τυχαία στην Κωνσταντινούπολη επιστρέφοντας στην διοίκηση του Ιλλυρικού μετά τη λήξη των εχθροπραξιών στην ανατολή) συντόνισαν τις ενέργειές τους και περικύκλωσαν τον εξαγριωμένο όχλο στον ιππόδρομο, όπου ακολούθησε μεγάλη σφαγή. 
Η συμβολή του Βελισάριου στην καταστολή της στάσης και η αμέριστη υποστήριξη που παρείχε στον κλονιζόμενο Ιουστινιανό, έκανε τον στρατηγό έναν από τους πλέον έμπιστους συνεργάτες του αυτοκράτορα. Αποτέλεσμα ήταν η ανάθεση της εκστρατείας εναντίον των Βανδάλων, που ο Ιουστινιανός ήδη σχεδίαζε.-λήμμα Βελισσάριος στην ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ   





ΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΣΤΗ ΔΥΣΗ


Κατάλυση του Βανδαλικού Βασιλείου

Αμέσως μετά τη λήξη της Στάσης του Νίκα, ο Ιουστινιανός άρχισε τις προετοιμασίες για την εκστρατεία κατά του βανδαλικού βασιλείου της Αφρικής. Η αφορμή είχε ήδη δοθεί όταν το 530 .Ο φιλορωμιός βασιλιάς Ιλδέριχος ανατράπηκε και φυλακίστηκε από τον Γελίμερο, ο οποίος αξίωνε από τον Ιουστινιανό να μην εμπλέκεται στα εσωτερικά του κράτους του. Επικεφαλής ορίστηκε ο Βελισάριος με τον τίτλο του στρατηγού-αυτοκράτορα, δηλαδή αρχιστρατήγου με αυξημένες εξουσίες. Γιάννης Χατζάκης (2005), σελ. 71. Η δύναμη που συγκεντρώθηκε (10.000 πεζοί, 5.000 ιππείς και 3.000 μισθοφόροι) δεν ήταν επαρκής για ένα τέτοιο εγχείρημα.
  • Αιτία αυτού του γεγονότος ήταν η δυσπιστία με την οποία πολλοί αξιωματούχοι, με επικεφαλής τον Ιωάννη Καππαδόκη, αντιμετώπιζαν την εκστρατεία, ιδίως υπό το βάρος της τελευταίας προσπάθειας επί Λέοντος Α΄-457-474, που είχε καταλήξει σε παταγώδη αποτυχία το 468. 
Ωστόσο δόθηκε στον Βελισάριο ισχυρός στόλος 500 μεταγωγικών και 92 πολεμικών πλοίων και παρά τα αρχικά προβλήματα που ανέκυψαν (απειθαρχία στρατιωτών, χαλασμένες προμήθειες κ.λπ.), η εκστρατευτική δύναμη κινήθηκε με ταχύτητα και μυστικότητα.

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία το 565, έτος θανάτου του Ιουστινιανού. Ο Βελισάριος ήταν από τους κυριότερους συντελεστές της "''Ανάκτησης''" των δυτικών επαρχιών της παλαιάς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Οι ανακτηθείσες περιοχές εικονίζονται με το σκούρο χρώμα.

ΚΑΡΧΗΔΌΝΑ

Ο Ρωμαϊκός στόλος απέπλευσε στις 24 Ιουνίου 533 κι έφθασε στη Σικελία στα μέσα του Αυγούστου, όπου ο Βελισάριος σταμάτησε για να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Την περίοδο εκείνη το οστρογοτθικό βασίλειο της Ιταλίας κυβερνιόταν από την αντιβασίλισσα, μητέρα του εφήβου βασιλιά Αταλάριχου, Αμαλασούνθα, η οποία διατηρούσε ιδιαίτερα καλές σχέσεις με την ανατολική αυτοκρατορία.


Τειχιά της Καρχηδόνας 

Εκεί πληροφορήθηκε ότι οι Βάνδαλοι ήταν ανίδεοι και πλήρως απροετοίμαστοι για την βυζαντινή εκστρατεία εναντίον τους, Επιπλέον ένα τμήμα της δύναμής τους έλειπε σε επιχειρήσεις εναντίον της επαναστατημένης Σαρδηνίας, πράγμα για το οποίο είχε φροντίσει ο Ιουστινιανός. Χ. Παπασωτηρίου (2004), σελ.108




Με τις πληροφορίες αυτές οι Βυζαντινοί αναθάρρησαν και έπλευσαν με ακόμη μεγαλύτερες προφυλάξεις για την Αφρική. Αποβιβάστηκαν σε μια απόμερη και υπήνεμη ακτή, περί τα 200 χλμ από την Καρχηδόνα, καθώς ο Βελισάριος έκρινε ότι μια απόβαση κοντά στη βανδαλική πρωτεύουσα ήταν πολύ επικίνδυνη.

  • Πράγματι, η Ρωμέϊκη δύναμη ανασυντάχθηκε, κατασκεύασε στρατόπεδο, ξεκουράστηκε λίγες μέρες και ξεκίνησε για την Καρχηδόνα ανενόχλητη βαδίζοντας κοντά στην ακτή, συνοδευόμενη από τον παραπλέοντα στόλο. 
Ο Βάνδαλος βασιλιάς Γελίμερος αιφνιδιάστηκε από την είδηση της εισβολής.
Πρώτη ενέργειά του ήταν να εκτελέσει τον Ιλδέριχο και τους οπαδούς του, που κρατούνταν φυλακισμένοι.
Έπειτα ανακάλεσε το στόλο του από τη Σαρδηνία και έσπευσε να αντιμετωπίσει το μικρό στρατό του Βελισάριου με τις δυνάμεις που διέθετε εκείνη τη στιγμή (30.000-40.000 άνδρες).
Το σχέδιό του ήταν να επιτεθεί στους Ρωμιούς στην τοποθεσία Δέκιμον, μία στενή κοιλάδα περί τα 15 χλμ νοτίως της Καρχηδόνας.



Τα πράγματα όμως δεν λειτούργησαν όπως σκόπευε ο Βάνδαλος ηγεμόνας. Παρόλο που έφερε σε δύσκολη θέση τους Βυζαντινούς, η έλλειψη συντονισμού των στρατιωτών του σε συνδυασμό με την ψυχραιμία και ετοιμότητα του Ρωμιού στρατηγού χάρισε στον τελευταίο μια συντριπτική νίκη (μάχη στο Δέκιμον, 13 Σεπτεμβρίου 533). ''Υπέρ των πολέμων λόγοι'' 3.19


Η ΚΑΡΧΗΔΟΝΑ

Ο Γελίμερος με τα υπολείμματα του στρατού του τράπηκε σε φυγή προς τα δυτικά την Νουμιδία, ενώ ο Βελισάριος εισήλθε θριαμβευτικά στην Καρχηδόνα δύο μέρες αργότερα. Αμέσως άρχισε να οργανώνει την άμυνα της πόλης και να ενισχύει τα παραμελημένα τείχη της.
  •  Επίσης, ήδη από τη στιγμή της απόβασης, είχε δώσει αυστηρές εντολές στους στρατιώτες του να σεβαστούν τις ζωές και τις περιουσίες των κατοίκων της περιοχής, ώστε να εξασφαλίσει τη συνεργασία τους.
Από την άλλη, ο Γελίμερος ενισχύθηκε με την άφιξη των δυνάμεων από την Σαρδηνία και στρατολόγησε αρκετές εντόπιες φυλές.
Κινήσεις του αυτοκρατορικού στρατεύματος στον πόλεμο με τους Βάνδαλους 

Όταν θεώρησε ότι ήταν αρκετά δυνατός, βάδισε κατά της Καρχηδόνας. Αλλά και ο Βελισάριος επεδίωξε μια ανοιχτή μάχη, καθώς μια μακρά πολιορκία θα κλόνιζε την πίστη πολλών μισθοφόρων του κυρίως των Ούννων, οι οποίοι μάλιστα είχαν ήδη επαφές με πράκτορες του Γελίμερου.
Έτσι βγήκε από την πόλη και περίμενε το στρατό των Βανδάλων στο Τρικάμαρον, 30 χλμ δυτικά της Καρχηδόνας. Η μάχη που δόθηκε στη θέση αυτή 15 Δεκεμβρίου533, σφράγισε τη μοίρα της βανδαλικής Αφρικής.

  • Οι συνασπισμένοι Βάνδαλοι και Βέρβεροι ηττήθηκαν ολοσχερώς. Πλήθος αιχμαλώτων και πλούσια λάφυρα περιήλθαν στην κατοχή των νικητών. 
Ο Γελίμερος διέφυγε κακήν κακώς προς στα βουνά της ενδοχώρας, αλλά παραδόθηκε λίγες εβδομάδες αργότερα, αφού έλαβε εγγυήσεις από τον Βελισάριο για τη ζωή του.




Η κεραυνοβόλα και, παρά τις μεγάλες δυσκολίες, ολοκληρωτική επιτυχία του Βελισάριου ξύπνησε τον φθόνο πολλών αυλικών και αξιωματούχων στην Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη. Αυτοί καταφέρθηκαν με συκοφαντίες κατά του στρατηγού στον Ιουστινιανό, υποστηρίζοντας ότι ο κατακτητής της Αφρικής σκόπευε να κρατήσει για τον εαυτό του τις μόλις καταληφθείσες περιοχές και να δημιουργήσει εκεί μια αυτοκρατορία.
Ο Ιουστινιανός, για να εξακριβώσει τις προθέσεις του Βελισάριου, τού πρότεινε να διαλέξει εάν ήθελε να μείνει στην Αφρική ως αρχιστράτηγος ή να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Στρατιωτική Ιστορία, τχ 34, σελ. 53 . Έχοντας πληροφορηθεί τις συκοφαντίες, ο Βελισάριος επέλεξε το δεύτερο κι έτσι το καλοκαίρι του 534 απέπλευσε για την πρωτεύουσα.

Ο Ιουστινιανός του έδωσε την άδεια να τελέσει θρίαμβο, στον οποίο τον ένδοξο στρατηγό ακολουθούσαν ο Γελίμερος και πλήθος αιχμαλώτων και λαφύρων. Στα λάφυρα συμπεριλαμβάνονταν οι θησαυροί που είχαν αρπάξει οι Βάνδαλοι από τη Ρώμη το 455.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο τελευταίος απλός πολίτης που είχε την τιμή να τελέσει θρίαμβο ήταν ο Λεύκιος Κορνήλιος Βάλβος επί αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, 550 χρόνια παλαιότερα. Επίσης ο Βελισάριος τιμήθηκε με την υπατεία του έτους 535. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Ζ΄, σελ. 172. Επίσης J. Evans (1999), σελ.239




Εναντίον των Οστρογότθων

Στις αρχές του 535 η φιλορωμιά βασίλισσα των Οστρογότθων Αμαλασούνθα, συνελήφθη, φυλακίστηκε και τον Απρίλιο του ιδίου έτους δολοφονήθηκε με την ανοχή του νέου συζύγου της, Θευδάτου. Η αλλαγή της πολιτικής κατάστασης στην Ιταλία έδωσε στον Ιουστινιανό το πρόσχημα που ζητούσε για να κινηθεί εναντίον των Οστρογότθων. Η ταχεία και απροσδόκητα εύκολη κατάλυση του βανδαλικού βασιλείου συνέβαλε προς την απόφαση του Ιουστινιανού να επιδιώξει με στρατιωτικά μέσα την προσάρτηση της Ιταλίας.[σερ Μπάζιλ Λίντελ Χαρτ, 
Οι Μεγάλοι Πόλεμοι της Ιστορίας, εκδόσεις Ευρώπη, σελ. 77 ].
Την υλοποίηση των σχεδίων του αυτοκράτορα ανέλαβαν οι στρατηγοί Βελισάριος, που κινήθηκε με στόλο εναντίον της Σικελίας με 12.000 άνδρες, και ο Μούνδος, που προέλασε προς τη γοτθική Δαλματία με 4.000 άνδρες.

  •  Η Σικελία ήταν σχεδόν αφύλαχτη από γοτθικές φρουρές, με συνέπεια μέσα σε επτά μήνες να αποτελεί τμήμα της ανατολικής αυτοκρατορίας. Μόνον η Πάνορμος πρόβαλε αντίσταση, χωρίς αποτέλεσμα.
Η απώλεια ενός τόσο μεγάλου τμήματος της επικράτειάς του, πανικόβαλε τον Θευδάτο. Ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον Ιουστινιανό, αλλά πολύ σύντομα άλλαξε γνώμη. Αιτία ήταν η εσπευσμένη αναχώρηση του Βελισάριου για την Αφρική, όπου είχε εκδηλωθεί μεγάλη στάση μεταξύ των απλήρωτων στρατιωτών, και ο θάνατος του στρατηγού Μούνδου στη Δαλματία.
Οι κινήσεις του Βελισσάριου με τους Οστρογότθους

Όμως ο Βελισάριος κατάφερε σε ελάχιστο χρόνο να επαναφέρει την πειθαρχεία στις ρωμαϊκές δυνάμεις της Αφρικής και να επιστρέψει στην Ιταλία. Αποβιβάστηκε στο νότιο άκρο της Καλαβρίας (αρχές καλοκαιριού του 536) και προέλασε ταχύτατα προς Βορρά.
 Οι ελληνόφωνοι κατά κύριο λόγο πληθυσμοί υποδέχονταν τους Ρωμιούς σαν ελευθερωτές. Ακόμη και οι γοτθικές δυνάμεις της περιοχής, υπό την ηγεσία του γαμβρού τού Θευδάτου, παραδόθηκαν στον Βελισάριο χωρίς καν να προβάλουν αντίσταση. Η προέλαση διακόπηκε κάτω από τα τείχη της Νεάπολης.

  • Η πόλη αυτή διέθετε ισχυρή γοτθική φρουρά, ίση με τη δύναμη του Βελισάριου. Επίσης η οχυρή θέση της ενθάρρυνε τους κατοίκους της να αντισταθούν στον ρωμιούς.
 Πράγματι, η πόλη αντιστάθηκε επιτυχώς για έναν μήνα περίπου, σε σημείο που ο Βελισάριος ετοιμάστηκε να άρει την πολιορκία για να μην χρονοτριβήσει περαιτέρω. Τότε όμως, κάποιοι στρατιώτες του βρήκαν τυχαία μία δίοδο προς το εσωτερικό των τειχών μέσα από το υδραγωγείο της πόλης.
Ένα απόσπασμα 400 επίλεκτων ανδρών εισήλθε στην πόλη και άνοιξε τις πύλες για τον υπόλοιπο στρατό .[[Εδουάρδος Γίββων]] (Edward Gibbon), Chapter XLI, [http://www.ccel.org/g/gibbon/decline/volume2/chap41.htm#naples Belisarius invades Italy, and reducces Naples, A.D. 537.]



Η πτώση της Νεάπολης (536) συγκλόνισε τους Οστρογότθους. Υπεύθυνος θεωρήθηκε ο Θευδάτος που δεν είχε πράξει κάτι σημαντικό στον στρατιωτικό τομέα για την αναχαίτιση του Βελισάριου. Ο ηγεμόνας των Γότθων εκθρονίστηκε και λίγο αργότερα εκτελέστηκε, ενώ τη θέση του κατέλαβε ένας γηραιός στρατηγός τού Θευδέριχου, ο Ουΐτιγγης ή Βίτιγκ.
Ο τελευταίος άφησε ισχυρή φρουρά στη Ρώμη και έφυγε για τη Ραβέννα, όπου ήταν συγκεντρωμένος ο κύριος όγκος των γοτθικών στρατευμάτων. Επιπλέον αντιμετώπιζε μια φραγκική εισβολή στη βόρειο Ιταλία, για την οποία, όπως και στην περίπτωση της επαναστατημένης εναντίον του Γελίμερου Σαρδηνίας, ευθυνόταν οι διπλωματικοί χειρισμοί του Ιουστινιανού. Χ. Παπασωτηρίου (2004), σελ.109

Ο Ουΐτιγης εξαγόρασε την αποχώρηση των Φράγκων από την Ιταλία με χρυσό και εδαφικές παραχωρήσεις και σύντομα ήταν έτοιμος να αντεπιτεθεί στους Ρωμιούς. Ενόσω βρισκόταν στην Ραβέννα, παντρεύτηκε την κόρη της Αμαλασούνθας, Ματασούνθα για να νομιμοποιήσει την εξουσία του.
Εν τω μεταξύ ο Βελισάριος είχε γίνει κύριος της Αιώνιας Πόλης αναίμακτα. Η παλαιά Ρώμη άνοιξε τις πύλες της στους στρατιώτες της Νέας Ρώμης μετά από σύντομες διαπραγματεύσεις, την ίδια ώρα που η γοτθική φρουρά εγκατέλειπε την πόλη (9 Δεκ. 536).

  • Για τον Ιουστινιανό η ανάκτηση της Ιταλίας είχε επιτευχθεί το ίδιο εύκολα και γρήγορα όπως η βανδαλική Αφρική. Όμως ο Βελισάριος άρχισε να ετοιμάζεται πυρετωδώς για μακρά πολιορκία, καθώς γνώριζε ότι οι Γότθοι θα έκαναν το παν για να ανακτήσουν τη Ρώμη όπως και όλες τις απολεσθείσες περιοχές.
 Για την υπεράσπιση της Ρώμης δεν διατίθεντο περισσότεροι από 5.000 άνδρες, αφού οι υπόλοιποι επάνδρωναν φρουρές στη Σικελία και την νότιο Ιταλία. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Ζ΄, σελ.176, J. Evans (1999), σελ.252
Ρωμιός ή Ρωμη-ος  κατάφρακτος κλιβανάριος  

Οι Γότθοι έφθασαν κάτω από τα τείχη της Ρώμης τον Μάρτιο του 537 με στρατό 150.000 θωρακισμένων ιππέων, κατά κύριο λόγο, όπως μας πληροφορεί ο Προκόπιος. Πιθανώς ο Προκόπιος υπερβάλλει, όπως άλλωστε συμβαίνει συχνά στους αρχαίους ιστορικούς. Πάντως, οι Γότθοι ήταν κατά πολύ υπεράριθμοι των Βυζαντινών..

  • Οι Ρωμαίοι είχαν προλάβει να προετοιμαστούν αρκετά καλά, αλλά ο Βελισάριος, όπως συνήθιζε, δεν αρκέστηκε σε μια παθητική άμυνα. Κάθε τόσο καταπονούσε τους πολιορκητές του με γρήγορες και ξαφνικές εξόδους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν άφηνε ποτέ τους εχθρούς του να αναπαυτούν, καταφέρνοντας επιπλέον να διατηρήσει ανοικτές τις θαλάσσιες επικοινωνίες του για μεγάλο διάστημα. 
Από την άλλη πλευρά των τειχών, οι Γότθοι ταλαιπωρούνταν και από επιδημίες. Όσο και αν δυσκόλευαν τους Ρωμαίους, αυτοί βρίσκονταν πάντα σε χειρότερη θέση. Συνέχιζαν όμως να στενεύουν τον κλοιό, και όταν κατάφεραν να αποκλείσουν τη Ρώμη και από θαλάσσης, οι πολιορκημένοι βρέθηκαν σε απόγνωση.
Η δυσφορία των κατοίκων εκφράστηκε κυρίως από τους συγκλητικούς και την αριστοκρατία, αρκετοί εκ των οποίων συνελήφθησαν από τον Βελισάριο. Μεταξύ αυτών ήταν και ο πάπας Σιλβέριος. Παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς του Βελισάριου λόγω του αξιώματος τού Σιλβέριου, καθαιρέθηκε και εξορίστηκε στην Ανατολή, επειδή θεωρήθηκε ύποπτος συνεργασίας με τους Γότθους. Γιάννης Χατζάκης (2005), σελ.83

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΑΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΜΕ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ
Οι πολυπόθητες ενισχύσεις, περί τις 5.000, έφτασαν τον Νοέμβριο του επόμενου έτους. Τώρα ο Βελισάριος είχε τη δυνατότητα να επιχειρήσει τολμηρότερες ενέργειες.
  • Με όλο και αυξανόμενες επιδρομές στα μετόπισθεν των Γότθων, έπληττε τις γραμμές ανεφοδιασμού τους, καταλαμβάνοντας μάλιστα κάποιες πόλεις και οχυρά σε καίρια σημεία.

Έτσι οι Γότθοι μετατράπηκαν από πολιορκητές σε πολιορκημένους και τον Μάρτιο του 538, μετά από ένα χρόνο και εννέα ημέρες, έλυσαν την πολιορκία. Κατευθύνθηκαν βόρεια με τους Ρωμιούς στο κατόπι τους.


ΝΟΜΙΣΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΗ ΤΟΥ ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΥ

Οι τελευταίοι, με ευκίνητες δυνάμεις ιππικού, ενεργούσαν σε μεγάλη ακτίνα, τόσο απασχολώντας τους εχθρούς τους όσο και καταλαμβάνοντας διάφορες πόλεις. Τον Ιούνιο του 538 αφίχθησαν στην Ιταλία νέες ενισχύσεις (7.000) υπό τον Ναρσή, οι οποίες όμως δεν είχαν τα αποτελέσματα που ανέμενε ο Ιουστινιανός.
Ο Ναρσής δεν έδειχνε διάθεση να αναγνωρίσει την αρχιστρατηγία του Βελισάριου. Ο τελευταίος αξίωνε απ’ όλους απόλυτη υπακοή στις διαταγές του, αφού είχε διοριστεί από τον Ιουστινιανό αρχιστράτηγος του μετώπου στην Ιταλία.
Από την άλλη ο Ναρσής, έχοντας την εύνοια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, έβρισκε προσχήματα για να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία του Βελισάριου. J. Evans (1999) σελ.262 Αποτέλεσμα των διαφωνιών των δύο στρατηγών ήταν η πτώση της μεγάλης και εύρωστης πόλης των Μεδιολάνων (σημ. [[Μιλάνο]], αρχές του 539) στους συνασπισμένους Γότθους και Βουργουνδίους . Η πόλη λεηλατήθηκε άγρια με αποτέλεσμα να καταστραφεί τελείως, ο ανδρικός πληθυσμός σφαγιάστηκε και τα γυναικόπαιδα πουλήθηκαν ως δούλοι στους Βουργουνδίους.


Ο ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΣ ΣΕ ΜΑΧΗ

Η καταστροφή των Μεδιολάνων, που από τις σύγχρονες πηγές περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα, προκάλεσε βαθιά εντύπωση, τόσο στην Ιταλία όσο και στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Ιουστινιανός δεν επέρριψε ευθύνες σε κάποιον, ωστόσο ανακάλεσε τον Ναρσή, αφήνοντας τον Βελισάριο μοναδικό αρχηγό των δυνάμεων στην Ιταλία. Η κατάσταση στη χερσόνησο είχε γίνει ιδιαίτερα δύσκολη και πολύπλοκη. Επιπλέον οι Φράγκοι εισέβαλαν ξανά στη βόρειο Ιταλία καταστρέφοντας και λεηλατώντας.

  • Μάλιστα λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης, Γότθοι και Βυζαντινοί σκέπτονταν σοβαρά το ενδεχόμενο σύμπραξης εναντίον των Φράγκων. Γιάννης Χατζάκης (2005), σελ.85 
Τελικά οι τελευταίοι, αφού ερήμωσαν μεγάλες εκτάσεις της βορειοϊταλικής υπαίθρου, υπέκυψαν στον λιμό που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει και αποσύρθηκαν πέρα από τις Άλπεις. σερ Μπάζιλ Λίντελ Χαρτ, Οι Μεγάλοι Πόλεμοι της Ιστορίας, εκδόσεις Ευρώπη, σελ. 80
ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΛΛΙΝΑΡΙΟΣ ΡΑΒΕΝΝΑ

Ως εκ τούτου, οι εχθροπραξίες μεταξύ Γότθων και Βυζαντινών ξανάρχισαν. Τώρα όμως οι Ρωμιοί διέθεταν ενιαία ηγεσία και σύντομα περιόρισαν τον Ουΐτιγγη στη Ραβέννα. 
Αλλά και αυτός δεν έμεινε άπραγος. Ενώ είχε προετοιμαστεί όσο καλύτερα γινόταν για πολιορκία, απέστειλε πρέσβεις στην Περσία με την ελπίδα ότι μια αναζωπύρωση του ανατολικού μετώπου της αυτοκρατορίας, θα μείωνε την πίεση των ρωμιών εναντίον του. 
Όταν μαθεύτηκαν οι διπλωματικές κινήσεις των Γότθων, ο Ιουστινιανός ειδοποίησε τον Βελισάριο να εγκαταλείψει την Ιταλία και να σπεύσει στην Κωνσταντινούπολη, εν όψει ενός νέου πολέμου με τους Πέρσες. Αλλά ο Βελισάριος δεν ήθελε να αφήσει την πολύμηνη πολιορκία να πάει χαμένη. Αντ’ αυτού, επέσπευσε τις προσπάθειές του, με αποτέλεσμα η Ραβέννα να παραδοθεί κατόπιν τεχνάσματος (Μάιος του 540).
 Αρκετοί ευγενείς (Γότθοι και Ρωμαίοι) είχαν προτείνει στον Βελισάριο το στέμμα της Ιταλίας. Ακόμη και ο Ουΐτιγγης είχε έρθει σε μυστικές διαπραγματεύσεις με τον Ρωμιό στρατηγό με ανάλογες προτάσεις.
 Ο Βελισάριος συμφώνησε με όλες τις πλευρές και όταν εισήλθε στη Ραβέννα, ανακοίνωσε ότι καταλαμβάνει την πόλη στο όνομα του Ιουστινιανού. Ακολούθως επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη με αιχμαλώτους τον Ουΐτιγγη, την Ματασούνθα και άλλους επιφανείς Γότθους, καθώς φυσικά και με πολλά λάφυρα, μεταξύ αυτών και τους βασιλικούς θησαυρούς.

ΡΑΒΕΝΝΑ



ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ

Στο Ανατολικό Μέτωπο

Η επιστροφή του Βελισάριου στην Κωνσταντινούπολη δεν είχε την υποδοχή που τού είχε επιφυλαχθεί μετά την κατάλυση του βανδαλικού κράτους.

ΒΑΝΔΑΛΟΣ

Βασικοί λόγοι για την ψυχρή αντιμετώπιση, ήταν η εισβολή των Περσών στην ρωμέϊκη Συρία, αλλά και η καχυποψία του Ιουστινιανού προς το πρόσωπο του Βελισάριου [www.heritage-history.com/www/heritage.php. Heritage History: Flavius Belisarius].

ΣΥΡΙΑ. ΡΩΜΕΪΚΟ ΑΝΑΓΛΥΦΟ ΕΠΟΧΗΣ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ
Ο αυτοκράτορας είχε ανησυχήσει από τις προτάσεις των Γότθων προς τον αρχιστράτηγό του και παρά το γεγονός ότι οι ενέργειες του τελευταίου είχαν αποδείξει το αντίθετο, διατηρούσε αμφιβολίες για τη νομιμοφροσύνη του.[http://www.britannica.com/EBchecked/topic/59479/Belisarius Britannica: Belisarius]
ΑΝΤΙΌΧΕΙΑ
Ωστόσο οι ταχείες και οδυνηρές εξελίξεις στην Ανατολή απαιτούσαν άμεσες ενέργειες. Ο διάδοχος του Καβάδη Α΄, Χοσρόης Α’ προήλαυνε ανενόχλητος καταλαμβάνοντας πόλεις και φρούρια της μεθορίου.
Όταν είδε ότι δεν υπήρχε ουσιαστικός αντίπαλος έγινε πιο τολμηρός και επιτέθηκε κατά της Αντιόχειας , που εκείνη την εποχή ήταν η τρίτη μεγαλύτερη πόλη του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους.

 Η πλούσια συριακή μεγαλούπολη έπεσε ανέλπιστα εύκολα και ακολούθησε τη μοίρα των Μεδιολάνων. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της σφαγιάστηκε, ενώ οι επιζώντες μεταφέρθηκαν στη Περσία, όπου εγκαταστάθηκαν σε μια πόλη με το όνομα Αντιόχεια του Χοσρόη, πλησίον της Κτησιφώντος .Γιάννης [Χατζάκης (2005), σελ.66 .] Το 541 ο Πέρσης μονάρχης προωθήθηκε στη Λαζική και κατέλαβε το ισχυρό βυζαντινό φρούριο της Πέτρας.


ΡΩΜΕΪΚΟ ΨΗΦΙΔΩΤΟ . ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ.
Εκείνη τη στιγμή έφτασε στο ανατολικό μέτωπο και ο Βελισάριος. Τόσο αυτός όμως, όσο και άλλοι ικανοί στρατηγοί του Ιουστινιανού δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τους Πέρσες. [Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος 2, σελ.226] . Πιο συγκεκριμένα, ο Βελισάριος ηγήθηκε μίας γενικά άτολμης επιχείρησης αντιπερισπασμού εισβάλοντας στα περσικά εδάφη.
Μπρος στον κίνδυνο που διέτρεχαν τα ίδια τα εδάφη του, ο Χοσρόης εγκατέλειψε τη Λαζική, αλλά και οι Ρωμαίοι αποτραβήχτηκαν στην επικράτειά τους.
Ο Βελισάριος αντιμετώπιζε πάλι προβλήματα ανυπακοής των κατωτέρων του, που σε συνδυασμό με μια επιδημία στο στράτευμά του και την έκκληση κάποιων πόλεων της μεθορίου για προστασία εναντίον των Αράβων συμμάχων του Χοσρόη, ανάγκασε τους Ρωμιούς να αναδιπλωθούν.
Τότε ήρθε διαταγή ανάκλησης του Βελισάριου στην Κωνσταντινούπολη (χειμώνας 541-542), πιθανώς λόγω μίας εισβολής των Βουλγάρων Ούννων Κουτριγούρων στα Βαλκάνια.[ Στρατιωτική Ιστορία, τχ 129, σελ.68]

Την άνοιξη του 542 ο Χοσρόης επέδραμε εναντίον της Ιερουσαλήμ, την πλουσιότερη πόλη της ρωμαϊκής ανατολής, μετά την καταστροφή της Αντιόχειας. Ο Ιουστινιανός έστειλε ξανά τον Βελισάριο εναντίον των Περσών.

  • Ο Βυζαντινός στρατηγός συγκέντρωσε τις λίγες αλλά ευκίνητες διαθέσιμες δυνάμεις και μαντεύοντας την πορεία της τεράστιας περσικής στρατιάς, περίμενε τους πολεμίους του στο πιο ευαίσθητο γι’ αυτούς σημείο, στο Κάσερμιχ του Άνω Ευφράτη. Όταν έφτασαν εκεί οι Πέρσες, ο Χοσρόης κατάλαβε ότι βρισκόταν σε μειονεκτική θέση. Απέστειλε αντιπροσωπεία στον Βελισάριο, η οποία είχε ως πραγματικό σκοπό να εξακριβώσει το πραγματικό μέγεθος και τη σύνθεση του βυζαντινού στρατεύματος.
 Από τη μεριά του ο Βελισάριος αντελήφθη τις προθέσεις των Περσών. Για το λόγο αυτό έδωσε διαταγή στους στρατιώτες του να απλωθούν σε όση έκταση είχαν στη διάθεσή τους και να κινούνται αδιάκοπα, ώστε να δημιουργούν την εικόνα ότι είναι πολλοί περισσότεροι απ’ ότι στην πραγματικότητα.
Επιπλέον, το άγημα που υποδέχτηκε την περσική αντιπροσωπεία, αποτελείτο από τους πλέον εύρωστους και μεγαλόσωμους στρατιώτες (κυρίως Γότθους, Βανδάλους και άλλους πρώην αιχμαλώτους από τη Δύση, που είχαν στρατολογηθεί από τους Βυζαντινούς), οι οποίοι όπως και ο στρατηγός τους έδειχναν ιδιαίτερα ευδιάθετοι και προσηνείς, αποπνέοντας μία σιγουριά και αισιοδοξία που προβλημάτισε ιδιαίτερα τους Πέρσες.

 Με την επιστροφή των απεσταλμένων του, ο Χοσρόης έλαβε τις πληροφορίες και αποφάσισε να μην διακινδυνεύσει μια εισβολή με μια τόσο «ισχυρή» δύναμη στα νώτα του. Μα και ο Βελισάριος δεν αρκέστηκε μόνον σ’ αυτό το τέχνασμα. Με μια σειρά περίπλοκων ελιγμών κατά μήκος του Ευφράτη, επέφερε μεγαλύτερη σύγχυση στους αντιπάλους του, οι οποίοι αποφάσισαν τελικά να αποσυρθούν στη χώρα τους. [σερ Μπάζιλ Λίντελ Χαρτ, Οι Μεγάλοι Πόλεμοι της Ιστορίας, εκδόσεις Ευρώπη, σελ. 81-82 και Στρατιωτική Ιστορία, τχ 129, σελ.68-69]


ΛΟΙΜΟΣ 
Αμέσως μετά από αυτήν την εντυπωσιακή και αναίμακτη νίκη, ο Βελισάριος ανακλήθηκε για πολλοστή φορά στην Βασιλεύουσα. Την ίδια χρονιά ξέσπασε λοιμός, πιθανότατα βουβωνική πανώλη , που απλώθηκε ταχύτατα από την Αίγυπτο σε όλο τον μεσογειακό κόσμο και την Εγγύς Ανατολή. Ακόμη και οι ισχυρότεροι μονάρχες του τότε γνωστού κόσμου, Ιουστινιανός και Χοσρόης, προσβλήθηκαν από την νόσο, χωρίς όμως να υποκύψουν.
  • Ωστόσο για κάποιο διάστημα ο Ρωμιός αυτοκράτορας φάνηκε πως δεν θα ξεπερνούσε την ασθένεια, με συνέπεια να γίνεται λόγος περί διαδοχής στο στενό του περιβάλλον. Ανάμεσα στα ονόματα των πιθανών διαδόχων ακούστηκε και το όνομα του Βελισάριου. Ο δαφνοστεφής στρατηγός είχε πράγματι την υποστήριξη των στρατιωτών του και μέρος της πολιτικής ηγεσίας, αλλά ουδέποτε εξέφρασε ο ίδιος κάποια τέτοια επιθυμία, ή έστω κάποια γνώμη επί του θέματος.
Ακόμη κι έτσι, η θορυβημένη Θεοδώρα αντέδρασε ακαριαία, καθαιρώντας τον Βελισάριο από το αξίωμά του. Επίσης δήμευσε την τεράστια περιουσία του, την οποία απέδωσε σε οικονομικές ατασθαλίες και διέλυσε την προσωπική του φρουρά.
Ο πρώην αρχιστράτηγος του Ιουστινιανού ζούσε πλέον φοβούμενος για τη ζωή του. Η φιλία της γυναίκας του με την αυτοκράτειρα τον έσωσε προς στιγμήν, και όταν λίγο αργότερα ο Ιουστινιανός ανάρρωσε, επέστρεψε την περιουσία και τα αξιώματα στον Βελισάριο, μη δίνοντας σημασία στις φήμες. Η κρίσιμη κατάσταση του ιταλικού μετώπου, έκανε τον Βελισάριο ακόμη μία φορά κάτι παραπάνω από απαραίτητο.[ J. Evans (1999), σελ.290. Επίσης Γιάννης Χατζάκης (2005), σελ.25]


Ιταλία και Βαλκάνια

Ο ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΕΤΑΙ ΤΗΝ ΡΩΜΗ

Στην Ιταλία σχεδόν αμέσως μετά την αποχώρηση του Βελισάριου, η κατάσταση αναστράφηκε άρδην. Οι Γότθοι επέλεξαν ως βασιλιά τους τον ικανό φύλαρχο Τοτίλα, ο οποίος με εύστοχες στρατιωτικές, πολιτικές και οικονομικές ενέργειες πέτυχε να περιορίσει τους Βυζαντινούς σε λίγες μεγάλες πόλεις.

Όταν ο Βελισάριος επέστρεψε στην Ιταλία ,καλοκαίρι του 544, οι Βυζαντινοί κατείχαν μόνον τις πόλεις Φλωρεντία, Ραβέννα και Ρώμη. Ακόμη μια φορά ο Βελισάριος διέθετε ελάχιστες δυνάμεις, μερικές χιλιάδες νεοσύλλεκτους άνδρες που ο ίδιος περιέγραφε ως ένα μικρό αξιοθρήνητο και ανεκπαίδευτο συνονθύλευμα (''Υπέρ των πολέμων λόγοι'' 7.12.4), έτσι δεν μπορούσε να κάνει και πολλά.
Παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να εισέλθει κρυφά στη Ρώμη, όπου άρχισε να προετοιμάζεται για την επερχόμενη πολιορκία. Οι Γότθοι είχαν βαριές απώλειες στις προσπάθειές τους να παραβιάσουν τα τείχη. Μια ξαφνική αντεπίθεση των Βυζαντινών, τους έτρεψε σε άτακτη φυγή και υποχώρησαν στο Τίβολι (πόλη)


Ο ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΣ ΣΤΗΝ ΡΑΒΕΝΝΑ

Με ανεπαρκείς δυνάμεις, ο Βελισάριος δεν μπορούσε να αναλάβει σοβαρές επιθετικές πρωτοβουλίες. Έτσι επί επτά χρόνια αναλώθηκε σε μικρές επιχειρήσεις από το ένα φρούριο στο άλλο και από τη μια πόλη στην άλλη, προσπαθώντας να ενισχύσει όποιο μέρος πιεζόταν περισσότερο. Η Ρώμη άλλαξε πολλές φορές χέρια και γενικότερα η Ιταλική χερσόνησος είχε περιέλθει σε διαρκή αστάθεια και αναταραχή. Απογοητευμένος από τη συνεχή άρνηση του αυτοκράτορα να στείλει σημαντικές ενισχύσεις στην Ιταλία, ο Βελισάριος ζήτησε την ανάκλησή του και επέστρεψε στη Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 549 .J. Evans (1999) σελ.305

Στην πρωτεύουσα ο μεσόκοπος στρατηγός έτυχε τιμητικής υποδοχής, αλλά το άστρο του έδυσε προσωρινά. Κουρασμένος και πικραμένος από τις δολοπλοκίες και τις διαβολές των αντιπάλων του, αποσύρθηκε από τον δημόσιο βίο και για μερικά χρόνια ιδιώτευσε. Όμως σε ανύποπτο χρόνο ο Ιουστινιανός χρειάστηκε εκ νέου τις υπηρεσίες του έμπειρου στρατηλάτη και ο Βελισάριος ανταποκρίθηκε με το πλέον εντυπωσιακό και αποτελεσματικό τρόπο.

Το 559 η Βαλκανική χερσόνησος συγκλονίστηκε από μία μαζική επιδρομή των Βουλγάρων Κουτριγούρων (ή Βουλγάρων Ούννων ή Κουτριγούρων Ούννων), ενός επιγονικού φύλου των Ούννων. Έχοντας επιδράμει κι άλλες φορές στη Βαλκανική είχαν μάθει τις αδυναμίες της αυτοκρατορίας.
Παρά τα πολλά οχυρωματικά έργα που κτίστηκαν επί Ιουστινιανού κατά μήκος του Δούναβη ,Βλ. Κυριάκου Γρηγορόπουλου, ''Το αμυντικό σύστημα του Ιουστινιανού στα Βαλκάνια'', περιοδικό PANZER (εκδόσεων Περισκόπιο), τχ34 σελ. 42-53 η απασχόληση των ρωμαϊκών στρατευμάτων σε ανατολή και δύση, άφηνε τα βόρεια σύνορα εκτεθειμένα στις επιδρομές των νομάδων.

  • Το έτος αυτό παρουσιάστηκε μια πολύ καλή ευκαιρία για τους Κουτρίγουρους, οι οποίοι διάβηκαν τον παγωμένο Δούναβη μαζί με πλήθος Σλάβων υποτακτικών. Χωρίστηκαν σε τρία μέρη και μια από τις τρεις ομάδες κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινούπολη.

Έντρομος ο Ιουστινιανός ανακάλεσε τον Βελισάριο και του ανέθεσε την αναχαίτιση των επιδρομέων. Καθώς δεν υπήρχαν υπολογίσιμες δυνάμεις στην Κωνσταντινούπολη εκείνη την εποχή, ο Βελισάριος στρατολόγησε ένα ετερόκλητο πλήθος από μέλη των δήμων της πρωτεύουσας και χωρικούς από τη Θράκη που είχαν καταφύγει στην Πόλη εν όψει του κουτριγουρικού κινδύνου. Τον πυρήνα του στρατού αποτελούσαν 300 παλαίμαχοι στρατιώτες του Βελισάριου, σύμφωνα με τον Αγαθία που διηγείται την ιστορία.

  • Ο έμπειρος στρατηγός κατατρόπωσε τους νομάδες με τέχνασμα. Αναμένοντας την επίθεση μία δύναμης 2.000 ιππέων, έκρυψε 200 από τους παλαίμαχούς του και έδωσε εντολή στους πολυάριθμους απειροπόλεμους που είχε μαζί του να κραυγάζουν όσο το δυνατόν δυνατότερα κατά την επίθεση. 
Πράγματι, όταν εμφανίστηκαν οι εχθροί, ο Βελισάριος και ο στρατός του κάλπασαν με ιαχές εναντίον του, ενώ παράλληλα η ενεδρεύουσα δύναμη πλαγιοκόπησε τους εισβολείς. Εμβρόντητοι οι τελευταίοι, πίστευσαν ότι δέχονται επίθεση από κατά πολύ υπεράριθμους αντιπάλους και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Σύμφωνα με τον Αγαθία, οι Κουτρίγουροι έχασαν περί τους 400 άνδρες ενώ οι απώλειες των Βυζαντινών ανέρχονταν σε μερικούς τραυματίες.λήμμα '''''Βελισσάριος''''' στην ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ Κατ’ αυτόν τον εντυπωσιακό τρόπο αποσοβήθηκε η άμεση απειλή κατά της Κωνσταντινούπολης, ενώ την οριστική εξάλειψη του κινδύνου ανέλαβε η διπλωματία του Ιουστινιανού, στρέφοντας εναντίον των Κουτριγούρων τους συγγενείς τους, Ουτίγουρους.



Προσωπική ζωή

Ο Βελισάριος νυμφεύτηκε την Αντωνίνα, στενή φίλη της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, με την οποία μοιράζονταν παρόμοιο παρελθόν. Ο ίδιος την υπεραγαπούσε, ωστόσο η σχέση τους φαίνεται ότι κάθε άλλο παρά ιδανική υπήρξε.
Ο Προκόπιος της καταλογίζει συνεχείς απιστίες εις βάρος του Βελισάριου, και πολλές φορές αναφέρεται στον αδίστακτο χαρακτήρα της. Τις απόψεις αυτές συμμερίζονται οι περισσότεροι μελετητές (Evans, Mahon, Gibbon, Robert Browing κ.ά.. Επίσης βλ. λήμμα Αντωνίνα σε διάφορες Εγκυκλοπαίδειες), αν και χωρίς τις υπερβολές και τις ευφάνταστες περιγραφές του Προκοπίου. 
Ο πρώην γραμματέας τού ένδοξου στρατηλάτη αφιέρωσε στον παλαιό του κύριο όλο το πρώτο κεφάλαιο της «''Απόκρυφης Ιστορίας''» όπου αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η Αντωνίνα ασκούσε ισχυρή επιρροή επί του συζύγου της με τη βοήθεια μαγικών φίλτρων. Βλ. και Γιάννης Χατζάκης (2005), σελ. 25
Πάντως ο δυναμισμός της Αντωνίνας και η στενή σχέση της με τα ανάκτορα έδωσαν ώθηση στην καριέρα του συζύγου της, ενώ με τον άστατο βίο της δημιουργούσε πολλά προβλήματα στον Βελισάριο.

Από την άλλη, τον ακολουθούσε στις περισσότερες εκστρατείες του και μετά το θάνατό του, πέρασε την υπόλοιπη ζωή της σε σεμνή χηρεία. Γιάννης Χατζάκης (2005), σελ. 26
Ο Βελισάριος και η Αντωνίνα απέκτησαν μία κόρη, την Ιωαννίνα, η οποία αρραβωνιάστηκε με τον εγγονό της Θεοδώρας, Αναστάσιο. Η Αντωνίνα ουδέποτε ήθελε αυτό το συνοικέσιο, έτσι μετά τον θάνατο της Θεοδώρας διέλυσε τον αρραβώνα.


Θάνατος και Υστεροφημία

Ο ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ ΩΣ ΤΥΦΛΟΣ ΖΗΤΙΑΝΟΣ ΣΕ ΠΙΝΑΚΑ ΤΟΥ ΖΑΚ-ΛΟΥΙ ΝΤΑΒΙΝΤ (1781).ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ ΤΟΥ.

Οι διηγήσεις που ήθελαν τον Βελισάριο να καταλήγει τυφλός επαίτης εμφανίστηκαν στο Βυζάντιο κυρίως από τον 12ο αι. και επηρέασαν τη δυτικοευρωπαϊκή τέχνη και γραμματεία μέχρι και τους νεότερους χρόνους, παραμερίζοντας την πραγματική ιστορία.

  • Η απόκρουση της εισβολής των Κουτριγούρων ήταν η τελευταία στρατιωτική επιχείρηση του Βελισάριου. Έπειτα αποσύρθηκε οριστικά από τον ενεργό δημόσιο βίο και πέθανε το Μάρτιο του 565, λίγους μήνες πριν το θάνατο του Ιουστινιανού, όχι όμως χωρίς ενοχλήσεις από την Αυλή. 

Το 561 κατηγορήθηκε ακόμη μία φορά ότι συμμετείχε σε μια συνωμοσία κατά του αυτοκράτορα με συνέπεια τη δήμευση της περιουσίας του και τον κατ’ οίκον περιορισμό. Έξι μήνες αργότερα, ο Ιουστινιανός αποκατέστησε τον γηραιό πλέον στρατηγό.



Η ζωή και τα κατορθώματά του έγιναν αντικείμενο θαυμασμού ανά τους αιώνες και τροφοδότησαν πολλούς θρύλους και διηγήσεις. Το όνομά του έγινε συνώνυμο της στρατιωτικής ευφυΐας και ανδρείας και αποδιδόταν σε δαφνοστεφείς στρατηγούς, όπως ο δημοφιλής Ιωάννης Κουρκούας 10ος αιώνας που ονομάστηκε από τους συγχρόνους του «''άλλος Τραϊανός ή Βελισάριος''». Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Η΄ (Μεσοβυζαντινοί χρόνοι), Εκδοτική Αθηνών, σελ. 63 

Επίσης, ιδίως από τον [[11ος αιώνας|11ο αι.]], στην ιστορική παράδοση υπεισέρχονται στοιχεία και περιστατικά από βίους και κατορθώματα άλλων προσωπικοτήτων. Επιπλέον, οι διηγήσεις που αναφέρονται στον Βελισάριο, παίρνουν έναν έντονα δραματικό χαρακτήρα, επηρεασμένες από τις έντονες μεταβολές της τύχης του ήρωα τους και τις τεταμένες σχέσεις του με τα ανάκτορα.
 Ο Μιχαήλ Γλυκάς (11ος αι.) δραματοποιεί τις τύχες του Βελισάριου αναφέροντας ότι ο νικητής Περσών, Βανδάλων, Γότθων και Ούννων καθόταν αναμένοντας από τον δήμιο να τον αποκεφαλίσει.
Τον επόμενο αιώνα ο Ιωάννης Ζωναράς προχωρεί ακόμη περισσότερο λέγοντας ότι ο Βελισάριος έμεινε φυλακισμένος μέχρι το τέλος της ζωής του, ενώ ο Ιωάννης Τζέτζης περιγράφει πώς ο ήρωας του τυφλώθηκε και αναγκάστηκε να επαιτεί από τον μνησίκακο Ιουστινιανό. Παπαρηγόπουλος (1969), βιβλίον θ΄, σελ.175-176

Στα τέλη της βυζαντινής περιόδου εμφανίζεται η «''Διήγησις του θαυμαστού ανδρός του λεγομένου Βελισσαρίου''» ή απλούστερα «''Διήγησις ή Ριμάδα περί Βελισαρίου''» ή «''Βελισαρίου Μυθιστόρημα''». Πρόκειται περί ηθικοδιδακτικού ποιήματος, που αναφέρεται στην μεγάλη δόξα του ήρωα και την τραγική κατάληξή του, σύμφωνα με τις περί τύφλωσης και επαιτείας περιγραφές.

Η «Διήγησις» τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1525 στη Βενετία και επηρέασε σημαντικά την εικόνα του Βελισάριου στη Δύση. Είναι αξιοσημείωτο μάλιστα ότι για αιώνες στη Δύση, οι λαϊκές περιγραφές και διηγήσεις είχαν επικρατήσει των πραγματικών γεγονότων.
Έτσι, κατά τους νεώτερους χρόνους πολλοί αξιόλογοι συγγραφείς και καλλιτέχνες επηρεαστήκαν και εμπνεύστηκαν από αυτές, συνθέτοντας δοκίμια (όπως το έργο πολιτική αγωγής «''Βελισάριος''» του Ζαν-Φρανσουά Μαρμοντέλ), μυθιστορήματα (Ρόμπερτ Γκρέιβς] - ''Βελισάριος, το σπαθί του Ιουστινιανού''), δράματα (Ε. Σενκ), ζωγραφικούς πίνακες (Νταβίντ, Ζεράρ) αλλά και συγγράμματα ιστορικής ύλης (Λ. Μαόν).Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος 2, σελ.226. Επίσης '''''Βελισάριος''''' λήμμα ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ


Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΒΕΛΙΣΑΡΙΟ
ΤΕΛΟΣ

Βασικές Πηγές και Βιβλιογραφία

*Προκοπίου, [http://en.wikisource.org/wiki/History_of_the_Wars ''Υπέρ των πολέμων λόγοι''], (από [http://en.wikisource.org/wiki/Main_Page αγγλόγλωσση Βικιθήκη])

*Προκοπίου, [http://en.wikisource.org/wiki/The_Secret_History ''Απόκρυφη Ιστορία''], (από [http://en.wikisource.org/wiki/Main_Page αγγλόγλωσση Βικιθήκη])

*Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Ζ΄ (Πρωτοβυζαντινοί χρόνοι), Εκδοτική Αθηνών

*Δημήτρη Μπελέζου, ''Βυζαντινός Στρατός'', εκδόσεις Περισκόπιο, Αθήνα 2006, ISBN 960-8345-86-3

*Γιάννη Χατζάκη, ''Ιουστινιανός'', εκδόσεις Περισκόπιο, Αθήνα 2005, ISBN 960-8345-42-1

*Γεωργίου Θ. Καρδαρά, ''Βυζαντινοπερσικοί Πόλεμοι'', εκδόσεις Περισκόπιο, Αθήνα 2006, ISBN 960-8345-66-9

*Λήμματα '''''Βελισάριος''''', '''''Ιουστινιανός''''', '''''Προκόπιος''''', '''''Αντωνίνα''''', '''''Θεοδώρα''''' στις εγκυκλοπαίδειες '''ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ''' και '''ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ'''

*Λήμμα '''''Βελισάριος''''' στην '''ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ''' (τόμος ΣΤ΄)

*J. Evans, ''Η εποχή του Ιουστινιανού'', εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1999, ISBN 960-210-342-6

*σερ [[Μπάζιλ Λιντελ Χαρτ]], ''Οι Μεγάλοι Πόλεμοι της Ιστορίας'', εκδόσεις Ευρώπη

*Χαραλάμπου Παπασωτηρίου, ''Βυζαντινή Υψηλή Στρατηγική 6ος-11ος αι.'', εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2004, ISBN 960-7803-10-8

*David Nicolle & Angus McBride, ''Romano-Byzantine armies 4th -9th c.'', Osprey Publishing

*Άρθρα στα περιοδικά ''Στρατιωτική Ιστορία'' (εκδόσεις Περισκόπιο) και ''Ιστορία Εικονογραφημένη'' (εκδοτικός οίκος ΠΑΠΥΡΟΣ)

*John Haldon, ''Οι πόλεμοι του Βυζαντίου'', εκδόσεις Τουρίκη, Αθήνα 2004, ISBN 960-87875-3-X

*[[Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος|Κωνσταντίνου Παπαρηγόπουλου]], ''Ιστορία του Ελληνικού Έθνους'', βιβλίον θ΄ (Μεσαιωνικός Ελληνισμός Ι), εκδόσεις Γαλαξία, 1969

*Λ. Μαόν (Lord Mahon), ''Ο βίος του Βελισάριου (The Life of Belisarius)'', 1848. Επανεκτύπωση: 2006 Evolution Publishing, ISBN 1-889758-67-1. [http://www.evolpub.com/CRE/CREseries.html] (αγγλικά)

*Εδουάρδος Γίββων, ''[[Παρακμή και Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας]]'', [http://www.ccel.org/g/gibbon/decline/volume2/chap41.htm κεφ. 41] (αγγλικά)

* {{cite book | last=Martindale | first=John R. | coauthors=Jones, A.H.M.; Morris, J. | title=The Prosopography of the Later Roman Empire | volume=IIIa | year=1992 | publisher=Cambridge University Press | isbn=0521201608 | pages=181-224 |url=http://books.google.com/books?id=fBImqkpzQPsC}}

ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΙΑΟΓΝΩΜΩΝ


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ –ΔΙΑΣΚΕΥΉ 
  • ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ ..2009 
  • ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ 2018

Το Θέμα Σικελίας και η Εξαρχία της Ραβένα








Το βυζαντινό κάστρο του Νικήτα ή του Αγίου Νικήτα του 11ου αι. στην Καλαβρία Ν Ιταλία Είναι ένα από τα λίγα παραδείγματα της υψηλής Μεσαίωνικής αρχιτεκτονικής των Ελλήνων στην Καλαβρία, καθώς και ένα από τα λίγα καλά διατηρημένα βυζαντινά τείχη στον κόσμο. Το όνομα προέρχεται από αυτό του Αγίου Νικήτα, ή από τον  Νικήτα Ωορύφα Β' αυτός ήταν Βυζαντινός αξιωματούχος (ναύαρχος) ο οποίος έδρασε κατά τα μέσα του 9ου αιώνα. Συγκρούστηκε επανειλημμένα με αραβικές ναυτικές δυνάμεις. Χάρη στις επιτυχίες του τιμήθηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ με τον τίτλο του Επάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Επί Βασιλείου Α΄ ανήλθε στο αξίωμα του δρουγγαρίου του πλωίμου και ανακηρύχθηκε πατρίκιος. Την περίοδο αυτή του ανατέθηκαν μια σειρά από επιθέσεις εναντίον των θέσεων των Αράβων στη Δύση. Σε συνεργασία με τον Λουδοβίκο Ε΄ της Γαλλίας ανέλαβε να εκκαθαρίσει την Αδριατική από τη δράση των Αράβων πειρατών και να αποκαταστήσει τη Βυζαντινή παρουσία στην Ιταλία. Κορυφαία στιγμή στη σταδιοδρομία του ήταν η συντριπτική νίκη του επί των ενωμένων στόλων των εμιράτων της Ταρσού και της Κρήτης,  υπό τον εξωμότη Φώτιο . Το κάστρο είναι ένα από τα λίγα βυζαντινά οχυρωματικά έργα  και υποβάλλονται στο έργο της αναστήλωσης και αποκατάστασης.

ΓΙΑ ΤΟΝ  ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ  ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΣΤΗΝ ΜΕΓ.  ΕΛΛΑΔΑ 

Το Θέμα Σικελίας ήταν θέμα της  Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας των Ελλήνων το οποίο δημιουργήθηκε μεταξύ του 687 και του 695. Το 831, με την κατάληψη του Παλέρμο από τους Άραβες άρχισε η απώλεια των εδαφών του, το 842 το αραβικό πριγκιπάτο κατέλαβε την Μεσσήνη, το 878 τις Συρακούσες και το 902 το Ταυρομένιο, καταλύοντας το Θέμα της Σικελίας, μέχρι τον ερχομό του στρατηγού Γ. Μανιάκη .

Τα μέρη των Ελλήνων στην Σικελία σύμφωνα με τον Θουκυδίδη 

Αυτό που συνήθως συναντά κάποιος ψάχνοντας για πληροφορίες για αυτό το θέμα  είναι το παραπάνω κείμενο. Κατάληψη και ανακατάληψη εδαφών,όμως το τι έκανε η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία των Ελλήνων  στα μέρη αυτά εκείνους τους καιρούς είναι λίγες ,οι εύκολα προσβάσιμες πληροφορίες .
Μια σύντομη ιστορική αναδρομή 

Από το 242 π.Χ. η Ρώμη κάνει τη Σικελία την πρώτη επαρχία εκτός ιταλικού εδάφους. Η αρχική επιτυχία των Καρχηδονίων στον Β΄ Καρχηδονιακό Πόλεμο, προκάλεσε την εξέγερση πολλών Σικελικών πόλεων, η Ρώμη έστειλε στρατό για να καταστείλει την εξέγερση και ήταν κατά τη διάρκεια εκείνης της πολιορκίας των Συρακουσών που σκοτώθηκε ο Αρχιμήδης.
Για τους επόμενους 6 αιώνες η Σικελία παραμένει ρωμαϊκή επαρχία, τροφοδότης της Ρώμης σε σιτηρά. Καθ' όλη αυτή την περίοδο διατηρείται αμείωτος ο ελληνικός χαρακτήρας του νησιού.

Το 440 η Σικελία παραδίνεται στον Βάνδαλο βασιλιά Γιζέριχο. Μερικές δεκαετίες αργότερα περιήλθε στην κατοχή των Οστρογότθων, ο πληθυσμός όμως ,όπως είναι φυσικό  ήταν ρωμέϊκος,  όπου και παρέμεινε μέχρι την κατάληψή της, και προσάρτησή της ,ξανά στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, από τον στρατηγό Βελισσάριο το 535.
 Το 550 άλλος Οστρογότθος, ο Τοτίλας, κατέλαβε τη Σικελία, για να ηττηθεί και να σκοτωθεί από τον «βυζαντινό» Ρωμηό  στρατηγό Ναρσή το 552. 
Μεταξύ 662 και 668 οι Συρακούσες έγιναν ατύπως η πρωτεύουσα του Βυζαντινού κράτους, κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Κώνστα Β'.του Πωγωνάτου.


Ο Κώνστας Β' (7 Νοεμβρίου 630 - 15 Σεπτεμβρίου 668), γνωστός και ως Πωγωνάτος (δηλαδή γενειοφόρος λόγω της ασυνήθιστα τεράστιας για την εποχή του γενειάδας) ήταν «Βυζαντινός» αυτοκράτορας από το 641 έως το 668[1]. Γιος και διάδοχος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Γ' και της Γρηγορίας, ανέβηκε στον θρόνο στην ηλικία των 11 ετών, μετά την ανατροπή του προκατόχου του Ηρακλεωνά, ετεροθαλούς αδελφού του πατέρα του, και της μητέρας του της Μαρτίνας οι οποίοι ακρωτηριάστηκαν.Ήδη από τα χρόνια του παππού του Ηρακλείου, ο ισχυρότερος εχθρός της Αυτοκρατορίας ήταν οι Σαρακηνοί (οι Μουσουλμάνοι Άραβες), οι οποίοι με στρατηγό τον Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ κατέλαβαν στα πρώτα δύο χρόνια της βασιλείας του τεράστιες εκτάσεις, αποσπώντας από τους Βυζαντινούς μέχρι το 640 τη Παλαιστίνη, την Ιορδανία και τη Συρία. Το 641 την Αλεξάνδρεια μαζί με ολόκληρη την Αίγυπτο, το 642 ολόκληρη τη Συρία και την Παλαιστίνη, ενώ το 643 καταλήφθηκε και η Τρίπολη της σημερινής Λιβύης. Το 650 ο στρατός του χαλίφη Μουαΐγια κατέστρεψε την Κύπρο και το 654 τη Ρόδο και την Κω. Ο Κώνστας, που στο μεταξύ όπως και ο παππούς του για τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, παρακολουθούσε ανήμπορος και ανέτοιμος να τους αντιμετωπίσει, πέτυχε να συνάψει συμφωνία με τον Μουαΐγια το 659. Η συμφωνία έγινε δυνατή λόγω των εσωτερικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε ο χαλίφης. Σε όλα αυτά τα χρόνια, οι Άραβες εκτός των άλλων ανέπτυξαν ναυτική δύναμη, την οποία ως εκείνα τα χρόνια δε διέθεταν. Με το στόλο τους κατάφεραν να κυριαρχήσουν στο Αιγαίο και την υπόλοιπη νοτιοανατολική Μεσόγειο.Κατά τα χρόνια που οι Άραβες ανεμπόδιστοι ήλεγχαν τη θάλασσα και αντιλαμβανόμενος την ισχύ των εχθρών του, ο Κώνστας εξέτασε σοβαρά το ενδεχόμενο μεταφοράς της πρωτεύουσας στα δυτικά. Για το σκοπό αυτό, πραγματοποίησε ταξίδι στην Ιταλία, επιλέγοντας τις Συρακούσες ως πιθανότερη θέση της νέας πρωτεύουσας. Την ίδια εποχή, διέταξε την εκτέλεση του αδελφού του Θεοδοσίου, προκειμένου να μη μοιραστούν την εξουσία[εκκρεμεί παραπομπή], ορίζοντας διαδόχους του τους γιους του Κωνσταντίνο, Ηράκλειο και Τιβέριο. Στις 15 Σεπτεμβρίου του 668, σε ηλικία 38 ετών, ο Κώνστας Β' βρέθηκε δολοφονημένος στο λουτρό του στις Συρακούσες

Ο πατρίκιος, μάγιστρος, στρατηγός  Γεώργιος Μανιάκης, ένας Πολεμιστής στην Σικελία 
Ο  Γεώργιος Μανιάκης, υπηρετούσε το 1030 ως στρατηγός του θέματος Τελούχ. Τον Αύγουστο του έτους αυτού εξόντωσε δύναμη 800 Αράβων, οι οποίοι επέστρεφαν θριαμβευτές από τη νίκη εναντίον του αυτοκράτορα Ρωμανού Γ΄ Αργυρού (1028-1034). 

Ως επιβράβευση, πήρε το αξίωμα του πρωτοσπαθάριου και διοικητή των πόλεων στο σύνορο του Ευφράτη, με έδρα τα Σαμόσατα της Μεσοποταμίας. 

Στα τέλη Οκτωβρίου 1031 κατόρθωσε να καταλάβει την Έδεσσα και να αποκρούσει αντεπίθεση του τοπικού Άραβα εμίρη. Για την επιτυχία του αυτή ο Γεώργιος Μανιάκης τιμήθηκε με τον τίτλο του πατρικίου.

Ο Γεώργιος Μανιάκης φθάνει στην Σικελία για να την ανακαταλάβει από τους Άραβες -Ο Ρωμέϊκος στρατός  υπό τον Μανιάκη αποβιβάζεται στην Σικελία και πολιορκεί αραβοκρατούμενη πόλη. Μικρογραφία από χειρόγραφο του Ιωάννη Σκυλίτζη

Το 1034-1035, με διαταγή του νέου αυτοκράτορα, Μιχαήλ Δ΄ Παφλαγόνος (1034-1041), μετατέθηκε από την Έδεσσα (Συρίας) στο Βασπουρακάν. Το 1037-1038 εστάλη ως επικεφαλής ενός εκστρατευτικού σώματος με αποστολή την ανακατάληψη της Σικελίας από τους μουσουλμάνους. Χάρη στις στρατηγικές του ικανότητες, ο Γεώργιος Μανιάκης σημείωσε σημαντικές επιτυχίες, υποτάσσοντας πολλές πόλεις της ανατολικής Σικελίας και νικώντας τους Άραβες της Σικελίας και της Β. Αφρικής στη Ραμέττα το 1038 και τις Δραγίνες το 1040.

Ο Γεώργιος Μανιάκης νικά τους Άραβες στην Τρόϊνα - Μικρογραφία από χειρόγραφο του Ιωάννη Σκυλίτζη

 Όμως, η σύγκρουσή του με τον πατρίκιο Στέφανο, διοικητή του στόλου στη Σικελία και γαμβρό του αυτοκράτορα, οδήγησε στη συκοφάντησή του από τον τελευταίο. Στα τέλη του 1040 ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και φυλακίσθηκε ως ύποπτος στάσεως.

Ο Γ. Μανιάκης οδηγείται δέσμιος στην Κωνσταντινούπολη - Μικρογραφία από χειρόγραφο του Ιωάννη Σκυλίτζη

Στις αρχές του 1042 απελευθερώθηκε από τον νέο αυτοκράτορα, Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτη (1041-1042), γιο του πατρικίου Στεφάνου, προκειμένου να αποσταλεί εκ νέου στη Δύση. 


Ο Γ. Μανιάκης  προσβάλει δημοίσια  τον Στέφανο  Μικρογραφία από χειρόγραφο του Ιωάννη Σκυλίτζη
...Πριν οι Άραβες προλάβουν να συνέλθουν, ο Μανιάκης κατέλαβε κατά την περίοδο 1038/39 άλλες 13 σικελικές πόλεις. Συνάμα φρόντιζε να ισχυροποιεί τις θέσεις των Βυζαντινών επισκευάζοντας τα οχυρωματικά έργα στις πόλεις που καταλάμβανε ή χτίζοντας οχυρά σε διάφορες σημαντικές θέσεις. Το 1040, ισχυρή αραβική στρατιά, ενισχυμένη ακόμα μια φορά από την μουσουλμανική Βόρεια Αφρική, επεχείρησε να ανακαταλάβει τα χαμένα εδάφη. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στην πεδιάδα των Δραγγίνων κοντά στην Αίτνα, όπου οι Άραβες συνετρίβησαν εκ νέου. Άμεσο αποτέλεσμα της μάχης των Δραγγίνων ήταν η θριαμβευτική είσοδος των Βυζαντινών στις Συρακούσες. Έμμεσο αποτέλεσμα ήταν η συνθήκη ειρήνης που υπεγράφη μεταξύ Βυζαντίου και Φατιμιδών της Αιγύπτου, καθώς η περιφανής νίκη και γενικότερα οι επιχειρήσεις του Μανιάκη στη Σικελία είχαν προκαλέσει αίσθηση στον μουσουλμανικό κόσμο.Τότε όμως έφτασε από την Πόλη διαταγή ανάκλησης του νικηφόρου στρατηγού, συνέπεια συκοφαντίας από τον ναύαρχο Στέφανο, [1] που τελούσε υπό τις διαταγές του Μανιάκη στη Σικελία. Η διένεξη των δύο ανδρών άρχισε όταν μετά τη μάχη των Δραγγίνων ο Στέφανος επέδειξε αμέλεια καθήκοντος, με συνέπεια αρκετοί Άραβες να διαφύγουν στην Αφρική εκμεταλλευόμενοι την αδράνεια του βυζαντινού στόλου. Γι’ αυτή του την ενέργεια προσεβλήθη δημοσίως από τον Μανιάκη, ο τελευταίος μάλιστα χειροδίκησε επί του ναυάρχου. Εις αντεκδίκησιν, ο Στέφανος σε επιστολή του προς τον αυτοκράτορα, εξέπεμψε κατηγορίες περί συνομωσίας του Μανιάκη κατά του στέμματος. Έτσι ο στρατηγός ανεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνελήφθη και φυλακίστηκε. Στη θέση του στην αρχηγία των αυτοκρατορικών δυνάμεων στην Σικελία διορίστηκε ο συκοφάντης του, ναύαρχος Στέφανος.[Ο ναύαρχος Στέφανος ήταν συγγενής του αυτοκράτορα και του ευνούχου Ιωάννη Ορφανοτρόφου που ουσιαστικά κυβερνούσε την αυτοκρατορία. Ο πανίσχυρος ευνούχος συνέβαλε και στην απόφαση για την δεύτερη ανάκληση του Μανιάκη.]

Ο Μιχαήλ Ε΄ ανατράπηκε τον Απρίλιο του 1042, αλλά λίγο αργότερα η αυτοκράτειρα Ζωή διόρισε τελικά τον Μανιάκη διοικητή στην Ιταλία και τον τίμησε με τον τίτλο του μαγίστρου.

Πόλεμοι με τους Νορμανδούς
Η δράση του Γεώργιου Μανιάκη στην Ιταλία, το καλοκαίρι του 1042, χαρακτηρίσθηκε από επιτυχημένη αντιμετώπιση των στασιαστών Νορμανδών μισθοφόρων, αλλά και σκληρότητα απέναντι στους πληθυσμούς των πόλεων που ανακαταλάμβανε. Δεν πρόλαβε ωστόσο να ολοκληρώσει το έργο του, γιατί η άνοδος του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου (1042-1055) στο θρόνο σήμανε νέα ανάκλησή του. 

Ορτυγία, Συρακούσες .Κάστρο Γεωργίου Μανιάκη -Στο χώρο όπου βρίσκεται το κάστρο υπήρχαν οχυρώσεις από την εποχή των Βυζαντινών, δεδομένου ότι είναι στρατηγικής σημασίας για την άμυνα της περιοχής και του λιμένα της πόλης[2]. Αναφέρεται ότι το 1038 ο Βυζαντινός διοικητής Μανιάκης από τον οποίο πήρε το όνομά του το κάστρο, το κατασκεύασε για να υπερασπιστεί το λιμάνι της Ορτυγίας κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής εκστρατείας του
Τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 1042 ο Μανιάκης απομακρύνθηκε από τη διοίκηση των στρατευμάτων της Ν. Ιταλίας, μετά από ενέργειες του Ρωμανού Σκληρού, ο οποίος, εκμεταλλευόμενος την επιρροή του στον αυτοκράτορα (η αδελφή του ήταν ερωμένη του Μονομάχου), θέλησε να εκδικηθεί τον στρατηγό για παλαιότερες κτηματικές διαφορές...! 

Η αντίδραση του Μανιάκη εκδηλώθηκε με ανοικτή στάση εναντίον του αυτοκράτορα. Κατά τη διάρκεια της μάχης (μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου 1043) στην περιοχή του Μαρμαρίου, κοντά στην Αμφίπολη του Στρυμώνος, ο Γεώργιος Μανιάκης τραυματίστηκε θανάσιμα.

Επανάσταση και θάνατος του Μανιάκη

...Πολλές πόλεις ανακατελήφθησαν και η νορμανδική απειλή περιορίστηκε σε σημαντικό βαθμό. Πάλι όμως ο Μανιάκης έπεσε θύμα διαβολής και συκοφαντίας από την κωνσταντινουπολίτικη αυλή. Κυριότερος εχθρός αυτή τη φορά ήταν ο αξιωματούχος Ρωμανός Σκληρός με τον οποίο είχαν παλιές διαφορές. Χρησιμοποιώντας την επιρροή της αδερφής του, που ήταν ερωμένη του νέου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ' Μονομάχου, ο Ρωμανός διέβαλε συστηματικά τον Μανιάκη στον αυτοκράτορα, πράγμα που οδήγησε στην απόφαση ανάκλησης του στρατηγού για δεύτερη φορά ώστε να δώσει εξηγήσεις για τις εναντίον του κατηγορίες (αρχές φθινοπώρου 1042). Ο Ρωμανός έφτασε στο σημείο να λεηλατήσει την περιουσία του Μανιάκη στην Μικρά Ασία και μάλιστα να ατιμάσει την σύζυγο του τελευταίου. Η είδηση των πράξεων αυτών εξόργισε τον Μανιάκη ο οποίος τον Οκτώβριο του ιδίου έτους στασίασε και ανακυρήχθηκε αυτοκράτορας από τα στρατεύματά του.

Πρώτη ενέργεια του στασιαστή στρατηγού ήταν να εκτελέσει με παραδειγματικό τρόπο τους απεσταλμένους του αυτοκράτορα. Έπειτα συγκέντρωσε τα στρατεύματά του και διεκπεραιώθηκε στην Βαλκανική, στην πόλη του Δυρραχίου, η οποία παραδόθηκε αμαχητί (αρχές 1043). Στην ίδια περιοχή προσχώρησαν στον στρατό του εθελοντές και οι στασιαστές βάδισαν προς την πρωτεύουσα. Ο αυτοκράτορας προσπάθησε να έρθει σε κάποιο συμβιβασμό με τον Μανιάκη, αλλά οι προτάσεις του απορρίφθηκαν περιφρονητικά. Η σύγκρουση, λοιπόν, ήταν βέβαιη γι’ αυτό η κυβέρνηση συγκέντρωσε ογκώδες στράτευμα επικεφαλής του οποίου έθεσε τον απειροπόλεμο ευνούχο Στέφανο Περγαμηνό. Οι δύο αντίπαλοι συναντήθηκαν στην Μακεδονία, κοντά στην Αμφίπολη. Ο στρατός του Μανιάκη, εμπειροπόλεμος και με ικανή ηγεσία, σύντομα επικράτησε του αυτοκρατορικού στρατεύματος, κατά την καταδίωξη που ακολούθησε ,όμως, ο ηγέτης των στασιαστών σκοτώθηκε αναπάντεχα, με αποτέλεσμα ο στρατός του να διαλυθεί. Οι αιχμάλωτοι επαναστάτες οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου με ταπεινωτικό τρόπο κόσμησαν τον θρίαμβο του Περγαμηνού μαζί με την αποκομμένη κεφαλή του στρατηγού. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μιχαήλ Ψελλός, ο αυτοκράτορας ανέπνευσε με ανακούφιση (και ος καθαπερεί τινός καλυπτόμενος απαλλαγείς κύματος και βραχύ τι εξαναπνεύσας) όταν είδε την κεφαλή του ανθρώπου που κατά τύχη δεν κατέλαβε τον θρόνο της Βασιλεύουσας.




 Η βυζαντινή περίοδος λήγει με την αραβική κατάκτηση (827 - 902),μέχρι που ο Γεώργιος Μανιάκης σημείωσε σημαντικές επιτυχίες, υποτάσσοντας πολλές πόλεις της ανατολικής Σικελίας και νικώντας τους Άραβες της Σικελίας και της Β. Αφρικής στη Ραμέττα το 1038 και τις Δραγίνες το 1040.
Αναφέρεται από πηγές της εποχής ότι οι Σικελοί μιλούσαν ελληνική ή ιταλοελληνική διάλεκτο, τουλάχιστον μέχρι τον 10ο αιώνα και φυσικά αυτό δεν σβήνει μέχρι σήμερα .
Πόλεμοι με τους Άραβες
Μετά τους Άραβες ήρθαν οι Νορμανδοί (1060 - 1090). Μετά από μακροχρόνιους πολέμους με την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και μεγάλες ανακατατάξεις ,το 1130 δημιουργείται το νορμανδικό Βασίλειο της Σικελίας (που περιλάμβανε και τη Νότιο Ιταλία) το οποίο γίνεται ένα από τα πλουσιότερα της Ευρώπης, όπως γνωρίζουμε μετά το πλιάτσικο των βάρβαρων Νορμανδών και τις περιουσίες των πόλεων που εκμεταλλεύτηκαν.

Πόλεμοι με τους Νορμανδούς

Οι βάρβαροι μαλώνουν μεταξύ τους, ανατρέπονται σχέδια τους, όμως με με ενέργειες της Κωνσταντινούπολης...

Το 1194 η νορμανδική δυναστεία (φατρία) των Ωτβίλ (Hauteville) παραχωρεί τη θέση της στη γερμανική (από τη Σουαβία), των Χοενστάουφεν (Hohenstaufen), με πρωτεύουσα πάντα το Παλέρμο. Λόγω των σταυροφοριών και το πλιάτσικο των βαρβάρων που γίνονταν εκείνη την εποχή υπήρξαν ταραχές και συγκρούσεις μουσουλμάνων (Αράβων) και χριστιανών με αποτέλεσμα ο Φρειδερίκος Β' να διώξει όλους τους Άραβες που είχαν απομείνει στο νησί, το 1224.

Το 1266 οι Χοενστάουφεν ήρθαν σε σύγκρουση με τον Πάπα. Ο Πάπας, ψάχνοντας έναν καινούριο βασιλιά της Σικελίας που θα ήταν συνεννοήσιμος και φιλικά προσκείμενος στην Αγία Έδρα, τον βρήκε στο πρόσωπο του Καρόλου Α', δούκα του Ανζού και αδελφού του Αγίου Λουδοβίκου, βασιλιά της Γαλλίας, άγιος Λοιυδοβίκος ... Ο «άγιος»!!!  Είναι χαρακτηριστικό πόσο ήθελαν να φαίνονται πολιτισμένοι οι βάρβαροι επήλυδες.
Ο Κάρολος νίκησε τους Χοενστάουφεν και κατέλαβε τη Σικελία με τις ευλογίες του Πάπα. Οι Σικελοί δυσανασχετούσαν με τη διακυβέρνησή του.
Η αντίδραση στη Φράγκικη κατοχή κατέληξε στους Σικελικούς Εσπερινούς (1282) και σε έναν πόλεμο που ενέπλεξε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές δυνάμεις των επήλυδων βαρβάρων της εποχής.

Η Σικελία  με ηγεμόνες από την Αραγωνία,

Η Σικελία στο τέλος του πολέμου έγινε ανεξάρτητο βασίλειο με ηγεμόνες από την Αραγωνία, ενώ οι Ανζού συνέχισαν να κυβερνούν στη Νότια Ιταλία με έδρα τη Νάπολη. Το 1479 περιήλθε στην κατοχή της Ισπανίας, το 1656 την έπληξε επιδημία πανούκλας και ακολούθησε ισχυρός σεισμός που έπληξε την ανατολική πλευρά του νησιού (1693).

Στα μέρη της Μεγάλης Ελλάδας 

Τα έτη 527-565: την περίοδο βασιλείας Ιουστινιανού Α΄,ο βυζαντινός στρατός υπό τον μεγάλο στρατηγό Βελισάριο ανακαταλαμβάνει πολλά εδάφη της αυτοκρατορίας στην κεντρική και ανατολική Μεσόγειο, από την Ιταλική χερσόνησο ως την Ισπανία και τη Βόρειο Αφρική, νικώντας Βανδάλους, Γότθους, Φράγκους και Αλανούς. Παράλληλα, αντιμετωπίζονται με επιτυχία οι Πέρσες στα ανατολικά και σταθεροποιείται ο Δούναβης ως σύνορο της αυτοκρατορίας στη Βαλκανική χερσόνησο




Το «Θέμα της Σικελίας» τον 7ο αιώνα.
Η ανακατάληψη του Παλέρμο έφερε αντιμέτωπους τους Ρωμιούς ,που η γη αυτή υπήρχε στον πολιτισμικό τους κόσμο χίλια χρονια πριν και τους βάρβαρους Οστρογότθους εισβολείς στην περιοχή στο Πάνορμο (Παλέρμο) της Σικελίας στη διάρκεια του 535 μ.Χ. στα πλαίσια του Γοτθικού Πολέμου..

Μέρος των πόλεων των Ελλήνων την αρχαιότητα.


Ο Στρατηγός Βελισάριος αποβιβάστηκε στην πατρογονική των Ελλήνων γη της Σικελίας, 1500 χρόνια μετά,  την οποία και κατέλαβε χωρίς να συναντήσει αντίσταση,εξάλλου πως να συναντήσει  με τους Ρωμιούς κατοίκους της, με εξαίρεση τον Πάνορμο ( Παλέρμο), εκεί που μαζεύτηκαν οι βάρβαροι, η φρουρά των Οστρογότθων που καταπίεζε τους Ρωμιούς και τους άλλους κατοίκους  και που αρνήθηκε να παραδοθεί.
Ο Βελισάριος, εκτιμώντας πως η πόλη δεν ήταν δυνατό να καταληφθεί από στεριάς,τότε ο μεγάλος στρατηγός  έστειλε τον αυτοκρατορικό στόλο του στο λιμάνι, το οποίο βρισκόταν εκτός της πόλης και εκτεινόταν μέχρι τα τείχη αυτής.
Καθώς τα κατάρτια των πλοίων ξεπερνούσαν σε ύψος τα τείχη, ανύψωσε με την χρήση βαρούλκων βάρκες γεμάτες με τοξότες οι οποίοι έβαλαν εναντίον της  φρουράς των βαρβάρων Οστρογότθων.
Ο Ρωμέϊκος πληθυσμός, ευρισκόμενος υπό βροχή βελών και μάλιστα από συμπατριώτες του ,τρομοκρατήθηκε εξεγέρθηκε και ανάγκασε τους Οστρογότθους δυνάστες να σταματήσουν να αμύνονται και έτσι η πόλη παραδόθηκε άμεσα.

Ήρωνος Βυζαντίου  Τα Πολιορκητικά  11ος αι. (Εικ Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ - Μιχαήλ Σταμάτης)

Η κατάληψη του Παλέρμο ολοκλήρωσε την κατάληψη της Σικελίας από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία των Ελλήνων .
Μετά την κατάληψη του Παλέρμο το 535 και την ολοκληρωτική επανακατάκτηση των Ρωμιών Ελλήνων της Σικελίας, αυτή διατήρησε ένα ειδικό καθεστώς το οποίο δημιούργησε ο Ιουστινιανός Α´, ενώ διατηρούσε στενές σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με αραβικές πηγές, μεταξύ 687 και 695 ορίστηκε «στρατηγός» (στρατιωτικός διοικητής) και πιθανότατα την εποχή αυτή η Σικελία έγινε «Θέμα»

ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΚΗΣ ΡΩΜΕΪΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΤΟ ΕΤΟΣ 668

 Η Σικελία στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία 
Σημαντικός αριθμός επί των στρατηγών του θέματος προέρχονταν από το σώμα των ευνούχων. Πρώτος γνωστός στρατηγός του νησιού ήταν ο Σαλβέντιος, τον οποίο διαδέχτηκε ο Θεοφύλακτος, ο οποίος αφίχθη  στην Σικελία μεταξύ του 698 και του 701.
Προερχόμενος από το σώμα των ευνούχων, ήταν, επίσης, ο πρώτος γνωστός παρακοιμώμενος.
Το 710, ήταν ο Θεόδωρος που ανέλαβε το αξίωμα του στρατηγού και του ανατέθηκε η καταστολή της εξέγερσης στην Ραβέννα. Κατέστη, τότε, Έξαρχος της Ιταλίας.


ΣΗΜ: Ο Θεοφύλακτος ήταν Βυζαντινός αξιωματούχος, πατρίκιος, στρατηγός, διοικητής της Σικελίας το 701, και έξαρχος Ραβένας περίπου την περίοδο από 702 έως το 710.

Ο  ρωμαϊκός στρατιωτικός λιμένας Κλάσσις της Ραβένα
Το 702 προερχόμενος από τη Σικελία, πήγε στη Ρώμη. Για άγνωστους λόγους (ίσως για οικονομικούς), ο στρατός της εξαρχίας, μόλις έμαθε για την άφιξη του νέου Έξαρχου στασίασε και βάδισε προς τη Ρώμη, με εχθρικές διαθέσεις προς τον έξαρχο. Ο Πάπας Ιωάννης ΣΤ΄ παρενέβη υπέρ τού εξάρχου, καταφέρνοντας να ηρεμήσει και να σταματήσει τους στασιαστές. Μετά από αυτό ο Θεοφύλακτος κατάφερε να εισέλθει στη Ραβένα.

Γεγονότα στην Ιταλική και την Σικελική γη 
Το 717, φήμες έκαναν λόγο για άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Άραβες. Ως αντίδραση, οι Σικελοί όρισαν έναν Ρωμιό ονόματι Σέργιο ως διεκδικητή του αυτοκρατορικού θρόνου.
Ο τελευταίος, σε σύντομο διάστημα τέθηκε υποτελής στον αυτοκράτορα και βρήκε καταφύγιο στους βάρβαρους εισβολείς Λογγοβάρδους πριν την άφιξη των στρατευμάτων του νέου στρατηγού του νησιού, του Παύλου.

Εικάζεται, ενδεχομένως, ο Σέργιος να έγινε εκ νέου στρατηγός του νησιού το 731 και ότι εκείνη την εποχή, τέθηκε ενάντια στην εικονοκλαστική πολιτική του Λέοντα Γ΄. Όπως συνέβη και με τον Θεόδωρο, ο στρατηγός Παύλος κατέστη Έξαρχος της Ραβέννας από το 723 και μέχρι το 726.
 Κατά την διάρκεια της θητείας του ως στρατηγού, ο Παύλος απέτυχε να αποτρέψει μία μουσουλμανική επιδρομή την περίοδο μεταξύ 720/721.

ΣΗΜ: Ο Παύλος ήταν βυζαντινός αξιωματούχος, πατρίκιος, διοικητής του Θέματος Σικελίας , και Έξαρχος Ραβένας από το 723 έως το 727. Σύμφωνα με τον Τζον Τζούλιους Νόριτς (John Julius Norwich), το πρόσωπο που παραδοσιακά αναγνωρίζεται ως ο πρώτος δόγης της Βενετίας, ο Πάολο Λούτσιο Αναφέστο, ήταν στην πραγματικότητα ο Έξαρχος Παύλος. Επιπλέον το ίδιο πρόσωπο είναι και ο διάδοχος του Αναφέστο, Μαρτσέλλο Τεγκαλλιάνο, μιας και υπάρχουν αμφιβολίες για τη γνησιότητα του εν λόγω δόγη, καθώς έφερε την ίδια ονομασία, στα ιταλικά, με τον τίτλο του Παύλου που ήταν "magister militum"

Στο 727, στο Εξαρχάτο της Ραβένα ξεσηκώθηκαν κατά της αυτοκρατορικής επιβολής λόγω της εικονομαχίας από τον αυτοκράτορα Λέων Γ΄ (717-741). Ο στρατός της Ραβένα και του Δουκάτου της Πενταπόλεως στασίασαν, καταγγέλλοντας τόσο τον Έξαρχο Παύλο όσο και τον αυτοκράτορα Λέων Γ ', και ανέτρεψαν όσους αξιωματικούς παρέμεναν πιστοί. Ο Παύλος συγκέντρωσε τις δυνάμεις που του απέμειναν πιστές και προσπάθησε να αποκαταστήσει την τάξη, αλλά σκοτώθηκε. Ο στρατός συζήτησε την εκλογή δικό του αυτοκράτορα και ξεκίνησε να βαδίσει στην Κωνσταντινούπολη, αλλά όταν ζήτησαν τη συμβουλή του Πάπα Γρηγορίου Β΄, αυτός τους αποθάρρυνε[2].

Μετά την επιστροφή του Σέργιου στο αξίωμα του στρατηγού έως το 735, ήταν ο λογοθέτης του Δρόμου Αντίοχος που διορίστηκε στην Σικελία προς τα τέλη της δεκαετίας του 760. Κατέχων χαρτοφυλάκιο στο γραφείο εξωτερικών υποθέσεων, στάλθηκε στην Σικελία σε μία περίοδο κατά την οποία οι ιταλικές κτήσεις της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κινδύνευαν όλο και περισσότερο από τους εισβολείς Λογγοβάρδους και τους Φράγκους.

Μετά την πτώση του Εξαρχάτου της Ραβένα, ο στρατηγός της Σικελίας κληρονόμησε τις υποχρεώσεις του αναφορικά με την επίβλεψη της εφαρμογής της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορικής πολιτικής στην Ιταλική χερσόνησο.

 Το 763, φαίνεται να πέτυχε μια σημαντική νίκη ενάντια σε έναν στόλο Σαρακηνών ο οποίος προερχόταν από την Αφρική, ωστόσο απέτυχε σε διαπραγματεύσεις με τους Φράγκους αναφορικά με την τύχη της Ιταλικής.
Πιθανολογείται ότι αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο συμμάχησε με τον στρατηγό της Θράκης για την ανατροπή του Κωνσταντίνου και την διατήρησή του εντός των διοικητικών αξιωμάτων της αυτοκρατορίας.

Παρά το γεγονός ότι η εξέγερση αυτή του 766 είναι σχετικά ασαφής, ωστόσο καταδεικνύει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική σημασία του στρατηγού της Σικελίας.
 Η συνωμοσία αυτή δεν ξεπέρασε το επίπεδο του απλού σχεδίου, ωστόσο έδωσε στον Κωνσταντίνο Ε΄ την κατάλληλη αφορμή για να προχωρήσει στην σύλληψη ανώτατων εικονολατρών εκκλησιαστικών αξιωματούχων. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι ο Αντίοχος παρέμεινε στην Σικελία μέχρι, περίπου, και την δεκαετία του 780.

Σφραγίδα του Ελπίδιου με το μονόγραμμα (η πλευρά που φαίνεται στα αριστερά) με το κείμενο «Θεοτόκε βοήθει τῷ σῷ δούλῳ»

Την ημερομηνία εκείνη, ήταν ο Ελπίδιος που ορίστηκε ως διοικητής του νησιού τον Φεβρουάριο του 781. Ωστόσο, η συμμετοχή του στην συνωμοσία του 780 που στόχευε στην υποστήριξη του γιου του Κωνσταντίνου Ε΄, Νικηφόρου, ενάντια στην Ειρήνη την Αθηναία δεν έγινε γνωστή παρά μόνο τον Απρίλιο του 781, ημερομηνία κατά την οποία απομακρύνθηκε των καθηκόντων του.

 Ο Ελπίδιος επιχείρησε να εξεγερθεί, ωστόσο, ηττήθηκε το 782 και αναζήτησε καταφύγιο στην Αφρική μαζί με τον δούκα της Καλαβρίας, όπου ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας των Ρωμαίων.
Η εξέγερση αυτή καταδεικνύει, για μία ακόμη φορά, την πολιτική σημασία του Σικελικού θέματος.

Την εξέγερση του Ελπίδιου κατέστειλε κάποιος Θεόδωρος ο οποίος και έγινε στρατηγός το 782. Εγκατέλειψε την πολιτική της συμμαχίας με την Νάπολι και το Μπενεβέντο, προκειμένου να στραφεί προς την Παποσύνη, προτού αντιδράσει έντονα στην πολιτική του Καρλομάγνου αναφορικά με το Μπενεβέντο (καθεμία από τις δύο αυτοκρατορίες στήριζε και διαφορετικό διεκδικητή). Το 797, ο Θεόδωρος αντικαταστάθηκε με τον Νικήτα, έναν έμπιστο σύμμαχο της Ειρήνης της Αθηναίας.

 Ο διορισμός αυτός οφείλετο, κυρίως, στην ανάγκη για την Ειρήνη να εξασφαλίσει την πίστη της Ιταλίας προς το πρόσωπό της, λίγο πριν από το πραξικόπημα της σε βάρος του γιου της, Κωνσταντίνου ΣΤ΄.

Το 799, ο Νικήτας αντικαταστάθηκε από τον Μιχαήλ Γανγλιανό, επίσης έμπιστο σύμμαχο της Ειρήνης, ο οποίος οργάνωσε την άμυνα της Σικελίας απέναντι σε μία ενδεχόμενη επίθεση του Καρλομάγνου.

Οι διάδοχοι του Μιχαήλ συνέχισαν την έντονη διπλωματική δραστηριότητα σε βάρος των Φράγκων, ιδιαιτέρως μετά και την άνοδο στον θρόνο του Νικηφόρου, ο οποίος ακολούθησε μία εχθρική πολιτική απέναντι στους Φράγκους.


Χάρτης περιοχών των συγκρούσεων της Ανατολικής Ρωμέϊκης Αυτοκρατορίας με τους Άραβες 

Ο ρόλος του Θέματος της Σικελίας και το τέλος του το 902
Η σημασία αυτή της Σικελίας στις σχέσεις μεταξύ (Βυζαντινών) της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και Φράγκων τονίζεται από την σημασία των φραγκικών πηγών κατά την προσπάθεια εύρεσης και καταγραφής των διαφορετικών στρατηγών που διοίκησαν την Σικελία κατά την περίοδο της (βυζαντινής) Ρωμέϊκης  κυριαρχίας στο νησί.

Πράγματι, οι βυζαντινές πηγές φαίνεται να ενδιαφέρονται για την Σικελία, μονάχα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι στρατηγοί της αποτελούσαν πηγή κινδύνου για τον αυτοκρατορικό θρόνο.
Η Σικελία διέθετε, συνεπώς, στρατηγική σημασία πρώτης τάξεως για τους Ρωμαίους (Βυζαντινούς,) ωστόσο, αποτελούσε, ταυτόχρονα και πηγή κινδύνου για την αυτοκρατορική εξουσία, λόγω των συχνών εξεγέρσεών της (τρίτο θέμα συνολικά με τον μεγαλύτερο αριθμό εξεγέρσεων κατά την διάρκεια του 8ου αιώνα).

Ο ξυλόγλυπτος και με ελεφαντόδοντο θρόνος του αρχιεπισκόπου
Μαξιμιανού,500 μ.Χ. Ραβένα - Museo Arcivescoville

  
Ωστόσο, οι εξεγέρσεις αυτές δεν σχετίζονταν με την άρνηση της αυτοκρατορικής εξουσίας. Ως εκ τούτου, εκείνη του 766 αφορούσε αποκλειστικά τον στρατηγό Αντίοχο ο οποίος επιθυμούσε να διατηρήσει το αξίωμά του, ενώ αυτή της περιόδου 780-782 αφορούσε εν μέρη την διαδοχή της Ειρήνης. Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, η ιδιαιτερότητα του διορισμού των Βυζαντινών στρατηγών εκ των οποίων κανένας δεν ήταν ξένος, ήσαν όλοι Ρωμιοί ενώ στις περισσότερες των περιπτώσεων προέρχονταν από το σώμα των ευνούχων. Αυτό εξηγείται από την ναυτική σημασία του θέματος, ενώ οι ξένοι στρατηγοί προέρχονταν, συνήθως, από τα σώματα του πεζικού. Επιπλέον, η Σικελία βρισκόταν κυρίως μπλεγμένη σε διπλωματικά και οικονομικής φύσεως ζητήματα.

Τέλος, οι στρατηγοί προέρχονταν συχνά από την τάξη των πατρικίων, κάτι που καταδεικνύει και την σημασία του θέματος, παρά το γεγονός ότι το Τακτικόν «Ουσπένσκι » (κατάλογος αξιωμάτων) της περιόδου μεταξύ 842/843 κατατάσσει την Σικελία ως 14ο θέμα με βάση την σημασία του. Η θέση αυτή εξηγείται από το σχετικά αδύναμο στράτευμα που διέθετε ο στρατηγός της Σικελίας, ο ρόλος του οποίου ήταν κυρίως στο επίπεδο της διπλωματίας, σε αντίθεση με τα μεγάλα θέματα της Μικράς Ασίας τα οποία είχαν να αντιμετωπίσουν τον μουσουλμανικό κίνδυνο, ο οποίος και μπορούσε να αποβεί πιο μοιραίος για την επιβίωση της ίδιας της αυτοκρατορίας.

Εξάλλου, μετά το 827, η Σικελία κλήθηκε να αντιμετωπίσει την εισβολή των Αράβων οι οποίοι κατέλαβαν το Παλέρμο το 831. Εκεί, ίδρυσαν ένα αραβικό πριγκιπάτο το οποίο σταδιακά άρχισε να αποσπά τμήματα των βυζαντινών κτήσεων στην Σικελία.

Η κατάληψη των Συρακουσών από τους Άραβες  (Εικ Η ΣΥΝΟΨΗ ΙΣΤΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΚΥΛΙΤΖΗ )

Ως αποτέλεσμα, οι Άραβες κατέλαβαν την Μεσσήνη το 842 και τις Συρακούσες το 878, έπειτα από πολιορκία διάρκειας 10 ετών και τέλος την Ταυρομένιο το 902, η οποία αποτελούσε και την τελευταία βυζαντινή κτήση στην Σικελία, κάτι που αποτέλεσε και το τέλος της ύπαρξης του θέματος, ως θέμα όχι όμως ως περιοχή ,διότι οι Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επανέρχεται αργότερα
Κατάληψη Ταυρομενίου στην Σικελία από τους Άραβες (Εικ Η ΣΥΝΟΨΗ ΙΣΤΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΚΥΛΙΤΖΗ )

Κατά τον 8ο - 9ο αιώνα, ανώτατοι αξιωματούχοι της Καλαβρίας και της Σικελίας, χρησιμοποιούσαν, σε δήλωση της χριστιανικής τους πίστης το μονόγραμμα σε μορφή σταυρού με το κείμενο «Θεοτόκε βοήθει τῷ σῷ δούλῳ» στις σφραγίδες τους, ακολουθώντας την πρακτική των Εξάρχων της Ραβένας.
Διασωθέν Βυζαντινό ψηφιδωτό από την Ιταλική ,ο Απόστολος Παύλος-Ραβένα
Museo Arcivescoville

Ενδεικτικά παραδείγματα είναι οι σφραγίδες των Προκοπίου, («Θεοτόκε βοήθει (σε μονόγραμμα μορφής σταυρού) τῷ σῷ δούλῳ Προκοπ(ίῳ) πατρικ(ίῳ) β(ασιλικῷ) (πρωτο)σπαθαρ(ίῳ) (καὶ) στρα(τηγῷ) Σικελ(ίας)» και Κωνσταντίνου Στρατηγών της Σικελίας και του Θεοδότου, διοικητή της Σικελίας, αλλά και η εικονιζόμενη σφραγίδα του Ελπιδίου.
Η Βυζαντινή αυτοκρατορία του 717, λίγο μετά τη δημιουργία του Θέματος της Σικελίας


Στρατηγοί / διοικητές του Θέματος της Σικελίας

Παρακάτω ακολουθεί πίνακας γνωστών στρατηγών / διοικητών του θέματος της Σικελίας:
Σαλβέντιος
Θεοφύλακτος, από το 698 και το 701
Θεόδωρος, 710 και έξαρχος της Ιταλίας
Σέργιος
Παύλος και έξαρχος της Ραβέννας από το 723 και μέχρι το 726
Σέργιος έως το 735
Αντίοχος, διορίστηκε προς τα τέλη της δεκαετίας του 760 μέχρι περίπου, και την δεκαετία του 780
Ελπίδιος, ορίστηκε ως διοικητής του νησιού τον Φεβρουάριο - Απρίλιο του 781
Θεόδωρος, 782, ο οποίος κατέστειλε την εξέγερση του Ελπίδιου
Νικήτας, 797, έμπιστος της Ειρήνης της Αθηναίας
Μιχαήλ Γανγλιανός, 799, επίσης έμπιστος σύμμαχος της Ειρήνης




Το ψηφιδωτό είναι μέσα  μέσα στον βυζαντινό ναό του Αγίου Βιταλίου με τον Ρωμηό αυτοκράτορα Ιουστινιανό στο Χρυσοτρίκλινο  

Ο ορθόδοξος χριστιανός Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ ήταν αντίθετος τόσο με τους Οστρογότθους όσο και με την Αρειανή αίρεση του Χριστιανισμού. Το 535 ο στρατηγός του Βελισάριος εισέβαλε στην Ιταλία και το 540 κατέλαβε τη Ραβένα. Μετά την κατάκτηση της Ιταλίας το 554 η Ραβένα έγινε η έδρα της Βυζαντινής κυβέρνησης στην Ιταλία. Από το 540 ως το 600 οι επίσκοποι της Ραβένα ξεκίνησαν ένα σημαντικό πρόγραμμα ανέγερσης εκκλησιών στη Ραβένα και μέσα και γύρω από την πόλη-λιμάνι Κλάσσις. Βυζαντινά μνημεία που σώζονται είναι η Βασιλική του Αγίου Βιταλίου και η Βασιλική του Αγίου Απολλινάριου  καθώς και ο μερικά σωζόμενος Άγιος Μιχαήλ
Η  βυζαντινή Βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου  εν Κλάσσις -  εξωτερικά -Ραβένα 549 μ.Χ  

Μετά τις κατακτήσεις του Βελισάριου για τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α΄ τον 6ο αιώνα, η Ραβένα έγινε η έδρα του Βυζαντινού κυβερνήτη της Ιταλίας, του Έξαρχου και έγινε γνωστή ως Εξαρχάτο της Ραβένα. Υπό τη Βυζαντινή εξουσία στον αρχιεπίσκοπο της Ραβένα παραχωρήθηκε προσωρινά από τον αυτοκράτορα αυτοκεφαλία από τη Ρωμαϊκή Εκκλησία το 666, αλλά αυτή γρήγορα ανακλήθηκε. Εντούτοις ο αρχιεπίσκοπος της Ραβένα είχε τη δεύτερη θέση στην Ιταλία μετά τον πάπα και έπαιζε σημαντικό ρόλο σε πολλές θεολογικές διαμάχες αυτή την περίοδο.
Το εσωτερικό της βυζαντινής Βασιλικής του Αγίου Βιταλίου, 547 μ.Χ.  Ραβέννα 
Το Εξαρχάτο της Ραβένα
Η πρώτη εγκατάσταση στη περιοχή αποδίδεται είτε στους Θεσσαλούς, είτε στους Ετρούσκους και τους Ούμπρι. Στη συνέχεια η περιοχή της κατοικήθηκε και από τους Σήνωνες, ιδιαίτερα η νότια ύπαιθρος της πόλης (που δεν ήταν τμήμα της λιμνοθάλασσας), η Ager Decimanus. Η Ραβέννα αποτελείτο από σπίτια χτισμένα πάνω σε πασσάλους σε μια βαλτώδη λιμνοθάλασσα - όπως και η Βενετίας μερικούς αιώνες αργότερα. 

Το λιμάνι της Ραβένα Κλάσσις και στο βάθος η Λιμνοθάλασσα 

Οι Ρωμαίοι την αγνόησαν κατά την κατάκτηση του Δέλτα του Ποταμού Πάδου, αλλά αργότερα την ενέταξαν στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, ως ομόσπονδη πόλη το 89 π.Χ. Το 49 π.Χ. ήταν ο τόπος, όπου ο Ιούλιος Καίσαρας συγκέντρωσε τις δυνάμεις του πριν περάσει το Ρουβίκωνα. Αργότερα, μετά τη νίκη του επί του Μάρκου Αντώνιου ο Αυτοκράτορας Αύγουστος ίδρυσε το στρατιωτικό λιμάνι του Κλάσε. 

Οι νησίδες με το λιμάνι και στο βάθος η στεριά όπου ευρίσκεται η πόλη ,όπως είναι  διαμορφωμένη σήμερα 

Το λιμάνι αυτό, προστατευόμενο αρχικά από τα δικά του τείχη, ήταν σημαντικός σταθμός του Ρωμαϊκού Αυτοκρατορικού Στόλου. Σήμερα η πόλη είναι μεσόγεια, αλλά η Ραβέννα παρέμεινε σημαντικό λιμάνι στην Αδριατική μέχρι τις αρχές του Μεσαίωνα. 

Ο βυζαντινός ναός του Αγίου Βιταλίου εξωτερικά Η Βασιλική του Αγίου Βιταλίου (6ος αι. μ.Χ).  είναι ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα της παλαιοχριστιανικής Βυζαντινής τέχνης και αρχιτεκτονικής στη δυτική Ευρώπη. Η κατασκευή της ξεκίνησε το 527, και ολοκληρώθηκε το 546 επί του Βυζαντινού Εξαρχάτου της Ραβένα. Είναι περισσότερο γνωστή για τον πλούτο των Βυζαντινών ψηφιδωτών της, τα μεγαλύτερα και καλύτερα διατηρημένα εκτός Κωνσταντινούπολης. Η εκκλησία είναι τεράστιας σημασίας για τη Βυζαντινή τέχνη, καθώς είναι η μόνη μεγάλη εκκλησία από την περίοδο του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄που σώζεται ουσιαστικά ανέπαφη μέχρι σήμερα. Ακόμη πιστεύεται ότι απεικονίζει το σχέδιο της Αίθουσας Ακροάσεων του Βυζαντινού Αυτοκρατορικού Ανακτόρου (Χρυσοτρίκλινο).

Το Εξαρχάτο της Ραβέννας ήταν διοικητική διαίρεση της «Βυζαντινής» Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Ιταλική χερσόνησο από το 568 έως και το 751 όταν ο τελευταίος έξαρχος δολοφονήθηκε από τους Λομβαρδούς.

Διαίρεση του Εξαρχάτου
Το Εξαρχάτο οργανώθηκε από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο, ο οποίος συνένωσε τις προηγούμενες επαρχίες σε μια. Διοικητικά χωριζόταν σε υποδιαιρέσεις, τα εξής δουκάτα
Δουκάτο της Ρώμης
Το Δουκάτο της Ρώμης ήταν διοικητική διαίρεση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Ιταλική χερσόνησο. Διοικούνταν από έναν υψηλόβαθμο στρατιωτικό, συνήθως στρατηγό, με τον τίτλο του δουξ, αρχικά υπό την εποπτεία του έπαρχου της Ιταλίας (554-584) και αργότερα του Έξαρχου της Ραβέννα (584 με 751).

Δουκάτο της Βενετίας,

Δουκάτο της Νάπολης
Το Δουκάτο της Νάπολης ήταν μια βυζαντινή επαρχία στη σημερινή Ιταλία που δημιουργήθηκε τον 7ο αιώνα έως και το 1137. Διοικητής ήταν στρατιωτικός με τον βαθμό του δούκα και πρωτεύουσα η Νάπολη.

 Δουκάτο της Καλαβρίας,

Δουκάτο της Νάπολης,
Το Δουκάτο της Νάπολης ήταν μια βυζαντινή επαρχία στη σημερινή Ιταλία που δημιουργήθηκε τον 7ο αιώνα έως και το 1137. Διοικητής ήταν στρατιωτικός με τον βαθμό του δούκα και πρωτεύουσα η Νάπολη.

 Δουκάτο της Περούτζια,
Το Δουκάτο της Περούτζια ήταν διοικητική διαίρεση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Ιταλική χερσόνησο. Διοικούνταν από έναν υψηλόβαθμο στρατιωτικό, συνήθως στρατηγό, με τον τίτλο του δουξ, αρχικά υπό την εποπτεία του έπαρχου της Ιταλίας (554-584) και αργότερα του Έξαρχου της Ραβένα (584 με 751).

Δουκάτο της Πενταπόλεως,
Το Δουκάτο της Πενταπόλεως ήταν διοικητική διαίρεση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Ιταλική χερσόνησο

Δουκάτο της Λευκανίας, 

Δουκάτο του Σορέντο
Το Δουκάτο του Σορέντο ήταν ένα μικρό κρατίδιο της Νότιας Ιταλίας, με πρωτεύουσα το Σορέντο, το έδαφος του οποίου περιλάμβανε μόνο την περιοχή της χερσονήσου του Σορέντο και την ομώνυμη πόλη. Ιδρύθηκε το έβδομο αιώνα ως φέουδο του βυζαντινού Δουκάτου της Νάπολης, τότε ακόμα μέρος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. κ.λπ.),




Τα Δουκάτα αποτελούνταν δηλαδή κυρίως από τις παράκτιες περιοχές της ιταλικής χερσονήσου, δεδομένου ότι οι Λομβαρδοί είχαν κατακτήσει σχεδόν όλη την ενδοχώρα. Ο πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης αυτών των αυτοκρατορικών κτήσεων, ήταν ο Έξαρχος, ο εκπρόσωπος στην Ραβένα (Ραβέννα) του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης.

Ψηφιδωτό - Στο βόρειο τοίχο εικονίζεται πομπή με  22 βυζαντινές πριγκίπισσες ως γυναικών παρθένων να κατευθύνονται προς την Παναγία οδηγούμενες από τους Μάγους.561 μ.Χ. από τον ναό του Αγίου Απωλλινάριου τoυ Nέου που ονομαζόταν από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α' , που έκανε  κατασκευές, ναός του Αγίου Μαρτίνου εις Χρυσόν Παράδεισο, ( ο Άγιος Μαρτίνος ήταν εχθρός του Αρειανισμού ) Αλλά αργότερα ο πάπας τον ονόμασε έτσι διότι μεταφέρθηκαν τα οστά του Αγίου Απολλινάριου από τον λιμένα του ναού του Αγ.Απολλινάριου  της Κλάσσις  εδώ στον Νέο  για τον  φόβο των πειρατών στο ναό αυτό .Μια δικαιολογία πιθανά για να μετατρέψει τα του ορθόδοξου ναού στοιχεία .-|Ραβένα  


Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός όπως απεικονίζεται σε ψηφιδωτό από τον Άγιο Απολλινάριο τον Νέο

Η γύρω περιοχή εκτεινόταν από τον ποταμό Πάδο, ο οποίος ήταν το όριο με τη Βενετία στο βορρά, μέχρι την Πεντάπολη στο Ρίμινι στο νότο, κατά μήκος της Αδριατικής ακτής, και έφτανε μέχρι πόλεις μακριά από την ακτή, όπως το Φορλί. Όλο αυτό το έδαφος βρίσκεται στην ανατολική πλευρά των Απέννινων, ήταν υπό την άμεση διοίκηση του έξαρχου και αποτέλεσαν το Εξαρχάτο με τη στενή έννοια. Οι γύρω περιοχές κυβερνούνταν από δούκες και στρατιωτικούς διοικητές (magistri militium) λιγότερο ή περισσότερο εξαρτημένους από την εξουσία του. Για την Κωνσταντινούπολη το Εξαρχάτο αποτελούσε την επαρχία της Ιταλίας.
Το εσωτερικό του βυζαντινού ναού του Αγίου Απολλινάριου της Κλάσσις  στην Ραβένα H τρίκλιτη βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου στο λιμάννι της Ραβένα εγκαινιάστηκε από τον επίσκοπο Μαξιμιανό το 549 μ.Χ.
  Η αψίδα του ιερού διακοσμείται με μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα παράσταση : Στο κέντρο της εικονίζεται μέσα σε μετάλλιο ένας μεγάλος διάλιθος σταυρός και πιο κάτω, ανάμεσα σε ένα πλούσιο παραδείσιο τοπίο, τρεις αμνοί που τον ατενίζουν. Tο σταυρό πλαισιώνουν μέσα σε νέφη οι προτομές του Ηλία και του Μωυσή και πάνω το χέρι του Θεού που προβάλλει από το βάθος του χρυσού ουρανού. Kάτω από το σταυρό εικονίζεται δεόμενος ο 'Άγιος Απολλινάριος ανάμεσα σε δύο σειρές από 6 αμνούς. Πρόκειται για μία συμβολική παράσταση της Μεταμόρφωσης (ο σταυρός συμβολίζει το Χριστό και οι αμνοί τους αποστόλους), που αποτελεί σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη ένα όραμα του Θεού.
Το Εξαρχάτο της Ραβένα δεν ήταν η μοναδική βυζαντινή επαρχία στην Ιταλία. Η Βυζαντινή Σικελία αποτέλεσε ξεχωριστή επαρχία, ενώ η Κορσική και η Σαρδηνίαπαρέμεναν βυζαντινές, ανήκαν στο Εξαρχάτο της Αφρικής.
Οι Λομβαρδοί είχαν πρωτεύουσά τους στην Παβία και ήλεγχαν τη μεγάλη κοιλάδα του Πάδου. Επεκτάθηκαν και προς νότον και ίδρυσαν Λομβαρδικά δουκάτα στο Σπολέτο και στο Μπενεβέντο. Οι Λομβαρδοί ήλεγχαν το εσωτερικό, ενώ οι Βυζαντινοί διοικητές ήλεγχαν περισσότερο ή λιγότερο τις ακτές.
Σιγά σιγά ο έξαρχος στην Ιταλία χάνει πολλά εδάφη από τους Λομβαρδούς, αν και τυπικά περιοχές όπως η Λιγουρία (εντελώς χαμένη το 640 από τους Λομβαρδούς ), ή Νάπολη και η Καλαβρία (κατακτήθηκαν από το Λομβαρδικό δουκάτο του Μπενεβέντο ) παρέμεναν υπό την διοίκησή του.

Στη Ρώμη ο Πάπας ήταν ο πραγματικός κύριος.
Στο τέλος το 740, το Εξαρχάτο αποτελείται από την Ίστρια, την Βενετία, την Φεράρα, την Ραβένα, την Πεντάπολη, και την Περούτζια. Οι Λομβαρδοί τελικά κατέλαβαν και τη Ραβένα το 751 ενώ ο πάπας αποτινάσσει την βυζαντινή κυριαρχία κατά την κρίση της Εικονομαχίας.


Η Θεοδώρα αυτοκρατόρισσα σε ψηφιδωτό στον Αγ.Βιτάλιο στην Ραβένα Τα διακοσμητικά και δομικά  στοιχεία και εν γένη ο συμβολισμός του διακόσμου οι χρωματισμοί τα υλικά όλα ανάγουν στον Μεγάλο ναό της Αγίας της του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη .

Η βυζαντινή κυριαρχία είχε απόλυτη εξάρτηση από τις σχέσεις μεταξύ του Πάπα και του Εξάρχου. Ο παπισμός θα μπορούσε να επωφεληθεί από την τοπική δυσαρέσκεια. Η παλιά ρωμαϊκή συγκλητική αριστοκρατία δυσφορούσε υπό την διοίκηση ενός εξάρχου, ο οποίος από πολλούς θεωρούνταν ένας ενοχλητικός ξένος. Έτσι, ο έξαρχος αντιμετώπιζε εξωτερικές και εσωτερικές απειλές που παρεμπόδιζαν πολύ την πραγματική πρόοδο και ανάπτυξη.

Στην εσωτερική ιστορία της, το Εξαρχάτο υπόκειται στις επιδράσεις του κατακερματισμού που οδηγεί στην υποδιαίρεση της κυριαρχίας και της δημιουργίας της φεουδαρχίας σε όλη την Ευρώπη. Βήμα προς βήμα, και παρά τις προσπάθειες των αυτοκρατόρων στην Κωνσταντινούπολη, οι μεγάλοι αυτοκρατορικοί αξιωματούχοι έγιναν τοπικοί γαιοκτήμονες, και νέες συμμαχίες είχαν παρεισφρήσει στη σφαίρα της αυτοκρατορικής διοίκησης. Εν τω μεταξύ, η ανάγκη υπεράσπισης των αυτοκρατορικών εδαφών ενάντια στους Λομβαρδούς οδήγησε στο σχηματισμό τοπικών πολιτοφυλακών, οι οποίες αρχικά προσκολλήθηκαν στις αυτοκρατορικές μονάδες, αλλά σταδιακά απέκτησαν την ανεξαρτησία της, καθώς είχαν συγκροτηθεί με αποκλειστικά τοπικά κριτήρια. Αυτές οι ένοπλες ομάδες αποτέλεσαν τους πρόδρομους των ελεύθερων ενόπλων δημοτών των ιταλικών πόλεων του Μεσαίωνα. Άλλες πόλεις του Εξαρχάτου οργανώθηκαν με τον ίδιο τρόπο.

Εσωτερικό του ναού του Αγίου Βιταλίου Το σπουδαιότερο μνημείο της περιόδου στη Δύση είναι αναμφίβολα ο ναός του Αγίου Βιταλίου στη Ραβένα. Ο ναός ιδρύθηκε από τον επίσκοπο της πόλης Eκκλήσιο (526) με δωρεά ενός πλούσιου ιδιώτη, του τραπεζίτη Ιουλιανού, ο οποίος χορήγησε για την ανοικοδόμησή του 26.000 σόλιδους, πιθανότατα κατ' εντολή του ίδιου του Ιουστινιανού. Ο τελευταίος εικονίζεται στο γνωστό ψηφιδωτό του ιερού μαζί με τον επίσκοπο Μαξιμιανό, στην εποχή του οποίου, το 547, εγκαινιάστηκε ο ναός.  Το μνημείο είναι ένα περίκεντρο, οκταγωνικό στην κάτοψη, οικοδόμημα που μοιάζει πολύ από αρχιτεκτονικής άποψης με αυτοκρατορικά κτίσματα της Πρωτεύουσας, όπως οι 'Αγιοι Σέργιος και Βάκχος (527-536). Τα ψηφιδωτά που κοσμούν το ναό είναι εξαιρετικής τέχνης. Με τα θέματά τους αναδεικνύουν το μεγαλείο του χριστιανισμού αλλά και του αυτοκράτορα. Στην αψίδα του ιερού εικονίζεται ο Χριστός καθισμένος πάνω στη σφαίρα του κόσμου πλαισιωμένος από αγγέλους. Στα δεξιά του παριστάνεται ο άγιος Βιτάλιος, προς τον οποίο ο Κοσμοκράτορας τείνει το διάλιθο στέφανο των Μαρτύρων, ενώ στα αριστερά του απεικονίζεται ο επίσκοπος και κτήτορας του ναού Εκκλήσιος, ο οποίος του προσφέρει ομοίωμα του ναού. Οι υπόλοιπες παραστάσεις σχετίζονται με θέματα της Παλαιάς Διαθήκης, όπως η Θυσία του Αβραάμ, που θεωρούνται στην ορθόδοξη χριστιανική σκέψη προεικονίσεις της Θείας Λειτουργίας που τελείται στο χώρο του ιερού. Tέλος, στους πλευρικούς τοίχους εικονίζονται δύο περίφημες και μεγαλοπρεπείς συνθέσεις με τις αυτοκρατορικές προσφορές του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας προς το ναό. Αριστερά παριστάνεται ο Ιουστινιανός, συνοδευόμενος από τον αρχιεπίσκοπο της πόλης Μαξιμιανό και την ακολουθία του, να προσκομίζει χρυσό δίσκο και δεξιά η αυτοκράτειρα με τις γυναίκες της συνοδείας της να προσφέρει χρυσή διάλιθη κύλικα.

Το τέλος του Εξαρχάτου
Κατά τον 6ο και 7ο αιώνα, η αυξανόμενη απειλή από τους Λομβαρδούς και Φράγκους, και ο διαχωρισμός της χριστιανοσύνης σε ανατολική και δυτική που προκλήθηκε από την εικονομαχία (;) και την οξεία αντιπαλότητα μεταξύ του πάπα και του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, έκανε τη θέση του Έξαρχου όλο και περισσότερο αδύναμη.
Η Ραβένα παρέμεινε η έδρα του Έξαρχου μέχρι την εξέγερση του 727 κατά της εικονομαχίας.

Ο όρος Εικονομαχία αναφέρεται στην θεολογική και πολιτική διαμάχη που ξέσπασε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά το μεγαλύτερο μέρος του 8ου και το πρώτο ήμισυ του 9ου αιώνα, αναφορικά (σε πρώτο επίπεδο) με τη λατρεία των χριστιανικών εικόνων. Η Εικονομαχία διαίρεσε τους κατοίκους της αυτοκρατορίας σε Εικονομάχους (επίσης αναφερόμενους ως Εικονοκλάστες) και Εικονολάτρες (επίσης αναφερόμενους ως Εικονόφιλους και Εικονόδουλους).

Χάρτης της Ιταλικής χερσονήσου μετά το 751


Ο Ευτύχιος, ο τελευταίος Έξαρχος της  Ραβένα, σκοτώθηκε από τους Λομβαρδούς το 751. Το Εξαρχάτο αναδιοργανώθηκε ως Κατεπανάτο της Ιταλίας με έδρα το Μπάρι (.Βάριον)

Όταν το 756 οι Φράγκοι επιτέθηκαν στους Λομβαρδούς, ο Πάπας Στέφανος Β΄ διεκδίκησε το Εξαρχάτο. Ο σύμμαχός του Πιπίνος ο Βραχύς, ο βασιλιάς των Φράγκων, δώρισε τις κατακτημένες περιοχές του Εξαρχάτου στον πάπα το 756. Από την δωρεά αυτή, η οποία επιβεβαιώθηκε από το γιο του Καρλομάγνο το 774, άρχισε η κοσμική εξουσία των παπών επί της λεγομένης «Κληρονομιάς του Αγίου Πέτρου» Patrimonium Sancti Petri .
Έτσι, το Εξαρχάτο εξαφανίστηκε, και τα μικρά υπολείμματα των αυτοκρατορικών κτήσεων στην ηπειρωτική χώρα, της Νάπολης και της Καλαβρίας, πέρασαν υπό την εξουσία του κατεπάνω της Ιταλίας.
 Όταν η Σικελία κατακτήθηκε από τους Άραβες τον 9ο αιώνα τα εναπομείναντα εδάφη αναδιαρθρώθηκαν ως θέματα της Καλαβρίας και Λογγοβαρδίας. Η Ίστρια προσαρτήθηκε στην Δαλματία.

Έξαρχοι της Ραβένα

Φλάβιος Λογγίνος, 568-573[10]
Βαδουάριος,[10]
Δέκιος[11] (584-585)
Σμαράγδος (585-589)
Ιουλιανός (589)
Ρωμανός (589-596)
Καλλίνικος (596-603)
Σμαράγδος (603-608)
Φώτιος (άγνωστο)
Ιωάννης Α΄ (608-616)
Ελευθέριος (616-619)
Γρηγόριος (619-625)
Ισαάκ (625-643)
Θεόδωρος Α΄ Καλιόπας (643-645)
Πλάτων (645-649)
Ολύμπιος (649-652)
Θεόδωρος Α΄ Καλιόπας (653 - 666)
Γρηγόριος (666)
Θεόδωρος (678 με 687)
Ιωάννης Β΄ ο Πλατύς (687-702)
Θεοφύλακτος (702-710)
Ιωάννης Γ΄ Ριζοκόπος (710-711)
Σχολαστικός (713 - 723)
Παύλος (723-727)
Ευτύχιος (727 έως 752)


ΜΕ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΟ

  • www.wikiwand.com
  • Norwich, J.J. "Byzantium", Vol. I-The Early Years'
  • Vasiliev, A. "History of the Byzantine Empire, 324–1453"
  • Ostrogorsky, G. "History of the Byzantine State"
  • Norwich, John Julius, 'Byzantium: The Early Centuries', pg 316.
Μέχρι τη δεκαετία του 1990, επικρατούσε η εσφαλμένη αντίληψη ότι ως Πωγωνάτος χαρακτηριζόταν ο Κωνσταντίνος Δ', γιος του Κώνστα Β'.

ΠΗΓΕΣ
Παύλος ο Διάκονος. «Book 2: ch. 26-27». Historia Langobardorum: Paul the Deacon's History of the Lombards. trans. from Latin by William Dudley Foulke. University of Pennsylvania.
Borri, Francesco (July–December 2005). «Duces e magistri militum nell’Italia esarcale (VI-VIII secolo)» (PDF). Estratto da Reti Medievali Rivista (Firenze University Press) VI (2). ISSN 1593-2214. http://www.storia.unifi.it/_RM/rivista/saggi/Borri.htm. Ανακτήθηκε στις 2008-05-21.
Brown, T. S. (1991). «Byzantine Italy c.680 - c.876». Στο: Rosamond McKitterick. The New Cambridge Medieval History: II. c. 700 - c. 900. Cambridge University Press. I
Diehl, Charles (1972). Etudes sur l'Administration Byzantine dans l'Exarchat de Ravenne (568-751). Research & Source Works Series Byzantine Series No. 39. New York: Burt Franklin. ASIN B000ITU5NA.
Hallenbeck, Jan T. (1982). «Pavia and Rome: The Lombard Monarchy and the Papacy in the Eighth Century». Transactions of the American Philosophical Society 72 (4): 1–186. doi:10.2307/1006429.
Hartmann, Ludo M. (June 1971). Untersuchungen zur Geschichte der byzantinischen Verwaltung in Italien (540-750). Research & Source Works Series No. 86. New York: Burt Franklin.
Hodgkin, Thomas. 553-600 The Lombard Invasion. Italy and Her Invaders, Vol. 5, Book VI (Replica έκδοση). Boston: Elibron Classics.
John of Biclaro. Chronicle.
Norwich, John Julius (1993). A History of Venice (Ιστορία της Βενετίας - μετάφρ. Δημ. Παπαγεωργίου). Αθήνα: Φόρμιγξ.
Ravegnani, Giorgio (2004). I bizantini in Italia. Bologna: Il Mulino. I
Ravegnani, Giorgio (2006). Bisanzio e Venezia. Bologna: Il Mulino. 

Nouveau dictionnaire des sièges et batailles Tome 5

ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΟΝΑ 





Επισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας http://www.tapantareinews.gr, για περισσότερη ενημέρωση. Εγγραφείτε - SUBSCRIBE: http://bit.ly/2lX5gsJ Website —►http://bit.ly/2lXX2k7 SOCIAL - Follow us...: Facebook...► http://bit.ly/2kjlkot    

Δεν υπάρχουν σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.