Breaking News

Οι «ασύρματοι» των Μινωιτών

Η Νησίδα Ψείρα στην Κρήτη 
Η ανακάλυψη των μινωικών φρυκτωριών κάτω από τον φωτεινό ουρανό της Κρήτης και πάνω στο στολισμένο με τη χλωρίδα της έδαφος, και μάλιστα από μια επιφανειακή έρευνα, ήταν πράγματι απρόσμενη και απίστευτη. Η μινωική Κρήτη διέθετε το πρώτο μέχρι σήμερα γνωστό σύστημα άμυνας και επικοινωνίας, που περίμενε καρτερικά 37 αιώνες.


Δύο νέες μινωικές φρυκτωρίες ανακαλύφθηκαν πρόσφατα στην Ανατολική Κρήτη και συγκεκριμένα στην περιοχή Ψείρα κοντά στον Άγιο Νικόλαο και στη νήσο Ψείρα στο Νομό Λασιθίου από τον αρχαιολόγο Νίκο Παναγιωτάκη, o οποίος για πρώτη φορά διεθνώς ανακαλύπτει τις πρώτες μινωικές φρυκτωρίες στην επαρχία Πεδιάδος και ειδικά στο χωριό Ζωφόροι το 1983 και πραγματοποιεί επιστημονικές δημοσιεύσεις σε ξένα περιοδικά, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στη μινωική αρχαιολογία.

Η νησίδα από την απέναντι ξηρά

Η Ψείρα είναι ακατοίκητη νησίδα της Κρήτης. Η θέση της είναι στο βορειοανατολικό άκρο του νομού Λασιθίου, στον κόλπο του Μιραμπέλου. Οφείλει την ονομασία του στο σχήμα του, το οποίο θυμίζει το γνωστό παράσιτο. Σύμφωνα με τα ευρήματα από τις αρχαιολογικές ανασκαφές, το νησί κατοικήθηκε από τους προϊστορικούς χρόνους και καταστράφηκε έπειτα από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας.

Μέρος του μινωικού οικισμού επί της νησίδας 

Έπειτα από έρευνες, ανακαλύφθηκαν ερείπια οικιών ενός οικισμού, ο οποίος ανάγεται στην Πρωτομινωϊκή Περίοδο. Αυτά προφανώς ήταν πετρόκτιστα και διώροφα. Επίσης, οι ανασκαφές έφεραν στο φως και αγγεία, όπως επίσης και νεκροταφείο.
Χαρακτηριστικό δείγμα των αγγείων είναι ο πυθαμφορέας του 1.600-1.500 π.Χ., ο οποίος είναι διακοσμημένος με κεφάλια από βόδια και κλάδους ελιάς σε κάθε πλευρά του. Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι αρχαιολόγοι συμπέραναν ότι ο τόπος ήταν πλούσιος και οι κάτοικοι ήταν εύποροι έμποροι και ψαράδες. Επίσης, πιθανότατα ασχολούνταν με την επεξεργασία σφουγγαριών και πορφύρας.Νέα Εγκυκλοπαιδεία, εκδ. Μαλλιάρης- Παιδεία, 2006,

Ο ΜΙΝΩΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ 




 Για πολλές δεκαετίες ο αρχαιολογικός χώρος στην Ψείρα βρισκόταν σε πλήρη εγκατάλειψη, στο έλεος των αρχαιοκάπηλων. Το 1985 επιχειρήθηκε νέα ανασκαφή, η οποία αποκάλυψε τα απομεινάρια ενός εκτεταμένου αγροτικού συστήματος με αναβαθμούς (πεζούλες) για την συγκράτηση του χώμα
τος και δύο στέρνες συγκέντρωσης νερού της βροχής (από τις παλαιότερες στο κόσμο).



Η έρευνα συνεχίζεται καθώς θεωρείται ότι τα ευρήματα αυτά είναι έργα Μινωιτών, χωρίς μεταγενέστερες παρεμβάσεις. Ακόμη τα τελευταία χρόνια διερευνάται ανασκαφικά μινωικό ναυάγιο, καθώς λίγα μέτρα από την ακτή του νησιού υπάρχουν πολλά αρχαία ναυάγια, γεγονός που έχει προσελκύσει κατά το παρελθόν δύτες αρχαιοκάπηλους


ΠΗΓΗ/pezopories.blogspot.gr/2016/





Οι φρυκτωρίες αποτελούσαν ένα σύνθετο σύστημα επικοινωνίας και άμυνας ταυτόχρονα, το πρώτο, τουλάχιστον στον δυτικό πολιτισμό. Είναι μάλιστα από τα σημαντικότερα μνημειακά σύνολα του μινωικού πολιτισμού και τώρα αποδεικνύεται πως το εν λόγω σύστημα λειτουργούσε σε όλη την Κρήτη καλύπτοντας μια ακτογραμμή περίπου 1.100 χιλιομέτρων.

Κύριε Παναγιωτάκη, πώς βρέθηκαν οι δύο νέες φρυκτωρίες;

Οι ανθρώπινες κοινωνίες, αξιοποιώντας το έδαφος και το φως, αναρριχήθηκαν στους αιώνες και τις χιλιετίες πλάθοντας με κόπο αδιάκοπα το προϊστορικό και ιστορικό γίγνεσθαι.

Τελικά οι άνθρωποι μαθαίνουν για το φως, το ανακαλύπτουν χωρίς τη βοήθεια του μυθολογικού Προμηθέα. Ο Νίκος Καζαντζάκης αναφέρει: «Τι θα πει ευτυχία, να ζεις όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως, να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια».

Οι μινωικές φρυκτωρίες, οι πρώτες παγκοσμίως εντοπισμένες επί του εδάφους, κατασκευάζονται στην Κρήτη την περίοδο των πρώτων ανακτόρων (1900-1700 π.Χ.) και λειτουργούν με πυρές και πυρσούς για την αποστολή κωδικοποιημένων μηνυμάτων με την ταχύτητα του φωτός.

Εγκατάλειψη

Οι φρυκτωρίες βρίσκονται επίσης σε όλη την υπόλοιπη Κρήτη. Ειδικότερα, στο Καβούσι Ιεράπετρας, η κοντινότερη είναι στην περιοχή Ψείρα, και απέχει περί τα 2 χιλιόμετρα από την πόλη του Αγίου Νικολάου. Σε αυτήν με οδήγησαν οι πληροφορίες του φίλου Γιώργου Αφορδακού. Ο καθηγητής Ph. Betancourt αναφέρει μια πιθανή φρυκτωρία στο υψηλότερο σημείο του νησιού της Ψείρας.

Ο Μινωικός οικισμός και η απέναντι γη  -  ΑΕΡΟ ΦΩΤΟ ΒΙΝΤΕΟ by Vlassopoulos  

Γιατί εγκαταλείπονται;

Οι μινωικές φρυκτωρίες κατασκευάζονται την περίοδο των πρώτων ανακτόρων και χρησιμοποιούνται μέχρι την εγκατάλειψή τους τον 17ο αιώνα π.Χ. Πιθανότατα το ανωτέρω γεγονός να σχετίζεται με την καταστροφή ακόμα και από πυρκαγιά του μεγαλύτερου μέρους του δάσους της Κρήτης, με αποτέλεσμα την αχρηστία τους.

Κατά τη διάρκεια των δεύτερων ανακτόρων (1700-1450 π.Χ.) οι Μινωίτες στράφηκαν περισσότερο προς τη θάλασσα που διέσχιζαν προς όλες τις κατευθύνσεις μεταφέροντας τα εκλεκτά μινωικά προϊόντα.

Με τη βοήθεια των πλοίων ήταν ακόμα δυνατή η διαφύλαξη των ακτογραμμών της. Η ακμή και η ανάπτυξη της περιόδου των δεύτερων ανακτόρων ίσως οφείλεται στην καταστροφή μεγάλου τμήματος του δάσους που όπως προαναφέραμε υπήρχε.

Η καταστροφή αυτή αποδέσμευσε μεγάλα τμήματα εύφορης γης εμπλουτισμένης με την τέφρα από το ηφαίστειο της Θήρας αλλά και τη στάχτη από το δάσος.

Η παραγωγή των κρητικών προϊόντων θα αυξήθηκε τόσο που κρίθηκε απαραίτητο να οικοδομηθούν ανάκτορα στην ενδοχώρα της Κνωσού, όπως των Αρχανών και του Γαλατά, για να ελέγχουν και να βοηθούν τη μεταφορά τους προς την Κνωσό και τα λιμάνια της.

Η ανακάλυψη των μινωικών φρυκτωριών κάτω από τον φωτεινό ουρανό της Κρήτης και πάνω στο στολισμένο με τη χλωρίδα της έδαφος, και μάλιστα από μια επιφανειακή έρευνα, ήταν πράγματι απρόσμενη και απίστευτη.

Η μινωική Κρήτη διέθετε το πρώτο μέχρι σήμερα γνωστό σύστημα άμυνας και επικοινωνίας, που περίμενε καρτερικά 37 αιώνες από την τελευταία χρήση του, κάτω από το άπλετο κρητικό ηλιακό φως να εντοπιστεί και να αναδειχθεί, όπως και τόσοι άλλοι θησαυροί, έργα των Μινωιτών προγόνων.


ΑΕΡΟ ΦΩΤΟ ΒΙΝΤΕΟ by Vlassopoulos  

Προστασία

Γιατί όμως τέτοιας κλίμακας έργο;

Οι εξηγήσεις είναι σίγουρα πολλές. Ιεραρχώντας τις πιο πειστικές, καταλήγουμε στα ακόλουθα:

α) Η τεράστια ακτογραμμή της Κρήτης, συνολικού μήκους περίπου 1.100 χιλιομέτρων, αποτελούσε μια εφιαλτική πύλη εισόδου εισβολέων διά της Μεσογείου Θαλάσσης και από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

β) Το πυκνό δάσος στη μεγαλύτερη τουλάχιστον έκταση του νησιού, όπως αποδεικνύεται από το ύψος των μινωικών φρυκτωριών, παρείχε κάλυψη στους εισβολείς.

γ) Η Κρήτη από τους προϊστορικούς χρόνους μαγνητίζει λόγω του φυσικού της πλούτου, επιλεγμένη από τους εισβολείς τριών ηπείρων που την περιβάλλουν.

δ) Οι Μινωίτες πρόγονοι, έχοντας θαυμαστές γνώσεις σε κάθε τομέα δράσης και σίγουρα συμφωνώντας με την κεντρική εξουσία για την πλήρη αξιοποίηση της ενδοχώρας (Ζώμινθος, ανασκαφή Ι. Σακελλαράκη) και της χρησιμοποίησης όλων των πλουτοπαραγωγικών πηγών, έπρεπε να θέσουν σε πρώτη προτεραιότητα την προστασία της νήσου από τους εισβολείς.


Ετσι γεννήθηκε η σκέψη για την κατασκευή του πρώτου συστήματος άμυνας και επικοινωνίας στη μινωική Κρήτη. Η μινωική Κρήτη, με το ασύλληπτο έργο των φρυκτωριών της, γίνεται μέρα και νύχτα φωτεινή, την ημέρα λούζεται το άπλετο φως του ήλιου και τη νύχτα αναλάμπει διά των πυρών και των σημάτων των πυρσών από τις μινωικές φρυκτωρίες. Οι εισβολείς, μέσα στο σκοτεινό δάσος και τη σκοτεινή νύχτα, αποτυγχάνουν να νικήσουν τους ελεύθερους ετοιμοπόλεμους δημιουργούς – συμμάχους του φωτός.




Φως και τη νύχτα

Υπάρχει δηλαδή παντού φως και τη νύχτα;

Το φως των φρυκτωριών αφυπνίζει, καταδιώκοντας τα σκοτάδια της νύχτας και παράλληλα τους εισβολείς εχθρούς. Οι Μινωίτες αντιστέκονται οργανωμένα, αδιάκοπα, επενδύοντας τα μέγιστα στην άμυνα και την επικοινωνία. Δίνουν έτσι για πρώτη φορά το παράδειγμα για μια πρώιμη συνειδησιακή αφύπνιση, αφετηρία για τη διαχρονική ανδρεία των πολεμιστών της σε όλα τα πεδία των μαχών, είτε εντός Κρήτης είτε εκτός.

Παράλληλα όμως με το φως των φρυκτωριών λάμπουν διαχρονικά τα δημιουργήματα, τα επιτεύγματα, οι μινωικοί θησαυροί που κοσμούν τα μουσεία της Κρήτης και του κόσμου και προκαλούν άπειρα μάτια να τα θαυμάσουν και να τα δουν από κοντά στον γενέθλιο τόπο τους.

Όμως, οι παγκόσμιοι επισκέπτες της Κρήτης έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν όχι μόνο τους πολιτιστικούς θησαυρούς της αλλά επίσης και δείγματα από το αρχαίο περιβάλλον της όπως το αρχαιότερο μινωικό ελαιόδεντρό της, εκείνο που σήμερα τιμούμε, την ελιά του Αζοριά (14,2 μ. περίμετρος) στο Καβούσι Ιεράπετρας, γύρω στο 1400 π.Χ.

Το φως του σύμπαντος ενωμένο με το φως των μινωικών φρυκτωριών και το φως που εκπέμπει η ελιά του Αζοριά στο Καβούσι Ιεράπετρας αποτελούν την κατεξοχήν δέσμη ελπιδοφόρου φωτός, οδηγό για ειρήνη, συνύπαρξη και ευτυχία των λαών της Γης.

www.mykriti.gr/ΣΥΝΈΝΕΤΥΞΗ ΣΤΟ efsyn.gr ΣΤΙΣ 11 Μαΐου 2016


ΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΤΩΝ ΜΙΝΩΙΤΩΝ



Μια είδηση από την Κνωσό στο παλάτι της Φαιστού μπορούσε να μεταδοθεί σε λίγα μόλις λεπτά καλύπτοντας απόσταση 50 χιλιομέτρων  ανάμεσα από βουνά και  φαράγγια πριν 3,500 χρόνια .Το ίδιο μήνυμα  μπορούσε να μεταδοθεί και σε όλο το Αιγαίο και ποιος ξέρει που αλλού ,αλλά και πόσο μακριά .


Για τον μυκηναϊκό κόσμο  η ανάγκη για κάτι γρηγορότερο από τους αγγελιοφόρους , οδήγησε στην απόφαση να δημιουργηθεί σύστημα μηνυμάτων με φωτιά. Όταν η Τροία έπεσε στα χέρια των Αχαιών, η υπόλοιπη Ελλάδα το έμαθε μέσα σε μία ημέρα χρησιμοποιώντας αυτό το σύστημα επικοινωνίας, που είναι  οι φρυκτωρίες . Μετά από λίγο καιρό φαίνεται ότι δημιουργήθηκε ο πρώτος κώδικας με οπτικά σήματα. Σε λόφους και βουνά κοντά στις πόλεις υπήρχε ειδικευμένο προσωπικό για τέτοιες επικοινωνίες.
Ειδικότερα στην τραγωδία «Αγαμέμνων», πού γράφτηκε εδώ και δύο χιλιάδες τετρακόσια χρόνια από τον ποιητή Αισχύλο, η βασίλισσα Κλυταιμνήστρα πληροφορεί τον χορό ότι η Τροία έπεσε στα χέρια των Αχαιών. Ξαφνιασμένος ο χορός ρωτάει : «Ποιος μπόρεσε να φέρει τόσο γρήγορα τα νέα» ; Κι η Κλυταιμνήστρα απαντά: «Ο Ήφαιστος! Δυνατή φωτιά άναψαν στην κορυφή της Ίδας, και πολλές φωτιές μετά μάς έφεραν διαδοχικά το μήνυμα: από την Ίδα το μήνυμα της φλόγας πήγε στον κάβο Ερμή της Λήμνου, και τρίτη η ψηλή κορυφή του 'Αθω δέχτηκε το φως. Με δύναμη η φλόγα
γεφύρωσε το πέλαγος, κι έφτασε τις Βίγλες του Μακίστου, στην Εύβοια. Οι φρουροί προώθησαν το μήνυμα στον Εύριπο, στους ανθρώπους πάνω στο Μεσσάπιο. Κι αυτοί έβαλαν φωτιά σ' ένα σωρό με ρείκια, και πάνω από τούς κάμπους του Αισώπου έστειλαν το μήνυμα στην κορφή του Κιθαιρώνα. Κι από κει πάλι με ζήλο πολύ προώθησαν το μήνυμα, και το έστειλαν πάνω από την Γοργώπιδα λίμνη στο Αιγίπλαγκτο όρος. Και η φλόγα πέρασε τον Σαρωνικό και έφτασε σαν κεραυνός στις κορυφές του Αραχναίου, και τέλος εδώ το λάβαμε, στων Ατρειδών τις στέγες, το φως αυτό, πού προπάππος του είναι η φωτιά της Ίδας». (στίχοι 280 - 316, ελεύθερη μετάφραση).
Είναι αμφίβολο αν το σήμα πού έφερνε το μήνυμα ότι έπεσε η Τροία έφτασε αληθινά σε μια νύχτα από την Μικρά Ασία στον κυρίως ελλαδικό χώρο , όπως διατείνεται ο Αισχύλος, επειδή η απόσταση είναι σχεδόν 550 χιλιόμετρα, στο διάστημα της οποίας υπάρχουν και δύο τεράστιες υδάτινες εκτάσεις (από την Λήμνο στον 'Αθω και από κει στην Εύβοια), πού έπρεπε να γεφυρωθούν. Είναι όμως αδύνατον;
Όχι βέβαια μιας και π.χ. από το βουνό της Σαμοθράκης «Φεγγάρι» με ύψος 1664 μέτρα (απ' όπου ο θρύλος θέλει και τον Ποσειδώνα να παρακολουθεί τις μάχες στην Τροία), θα μπορούσαν εύκολα να αναμεταδοθούν αντίστοιχα οπτικά σήματα! Ακόμα και σήμερα από τα σημεία που αναφέρει ο Αισχύλος υπάρχει οπτική επαφή σε μέρες με καθαρή ατμόσφαιρα. Έπειτα, ο Τρωικός πόλεμος έγινε 700 χρόνια πριν ο Αισχύλος γράψει την τραγωδία του και μέχρι τότε είχε γίνει θρύλος αλλά και εκπαιδευτικό εργαλείο στις νέες γενιές των Ελλήνων. Είναι, όμως, φανερό πώς ο Αισχύλος εκτιμούσε τις πρακτικές δυνατότητες του οπτικού τηλέγραφου. Τα έργα άλλων Ελλήνων ποιητών, του μεγάλου Ομήρου για παράδειγμα, μας πληροφορούν πως ο τηλέγραφος με την φωτιά ήταν σε μεγάλη χρήση στον καιρό τους, και ότι εφεύρισκαν έξυπνους τρόπους για να μεταδίδουν σήματα με τα πιο περίπλοκα μηνύματα, ακόμα και ξεχωριστά γράμματα του αλφαβήτου. 

Το Σύστημα Έγκαιρης Επικοινωνίας των Μινωιτών 
με βάση την ανθρώπινη μνήμη


Πριν από την ίδρυση των ιερών κορυφής και την εφεύρεση της γραφής (κρητικά ιερογλυφικά & Γραμμική Α) στην Κρήτη, προκειμένου για κάποιον στην Κνωσό για να στείλει ένα ζωτικής σημασίας μήνυμα ίσως, πολύ κρίσιμο μήνυμα, ας πούμε στην Φαιστό ,θα απαιτούσε και τη μεταφορά της ανθρώπινης μνήμης που περιέχει το μήνυμα αλλά και τα  50 χιλιόμετρα (31,1 μίλια) στους δρόμους και τα μονοπάτια της Κρήτης κάθε εποχή. Ο αποστολέας θα απαγγείλει σαφώς το μήνυμα στο πρόσωπο που έχει ορισθεί να παραδώσει,  ο οποίος με τη σειρά του θα το δεσμεύσει στη δική του μνήμη. Το λεκτικό μήνυμα θα μεταφέρει την πιο δυνατή πληροφόρηση με συντομία και θα είναι η ουσία. Προς τούτο, ειδικές λέξεις που εγκλείουν μια έννοια ή ιδέα (ες) θα έχουν δημιουργηθεί και χρησιμοποιηθεί. Γενικά όσο πιο περίπλοκο είναι  το μήνυμα τόσο πιο δύσκολο είναι να διατηρηθεί στη μνήμη. Με το μήνυμα λοιπόν στη μνήμη του αγγελιοφόρου  που θα μπορούσε απλά να περπατήσει ή να οδηγηθεί καβάλα σ'  ένα γαϊδουράκι για το παλάτι της  Φαιστού θα του πάρει περίπου  δύο ημέρες. Χωρίς άλογα στο νησί και δεδομένης της υψηλής προτεραιότητας του μηνύματος ο πιο γρήγορος τρόπος για να το παραδώσει τον καιρό εκείνο καλό θα ήταν να χρησιμοποιήσει η διοίκηση  μια σειρά από ταχείς δρομείς που εκ των προτέρων έχουν τοποθετηθεί κατά μήκος του δρόμου της μεταφοράς του μηνύματος από δρομέα σε δρομέα μέχρι που τελικά παραδίδονται στον  παραλήπτη της Φαιστού.
Υποθέτοντας ότι μια λογική ταχύτητα είναι περίπου 10 Χ.Α.Ω  (το σημερινό παγκόσμιο ρεκόρ για 10 χλμ. είναι 26:17.53 λεπτών στις 26 Αυγούστου 2005 από τον Κενενίσα Μπέκελε της Αιθιοπίας) η παράδοση του μηνύματος, θα γίνει  σε περίπου  5 ώρες. Με ανθρώπους ειδικά επιλεγμένους για την δεξιότητα στην  μνήμη τους , για να λειτουργήσει βέβαια  αυτή η δυνατότητα , αλλά και σαν δρομέας αγγελιοφόρος, θα μπορούσαν να έχουν επιτευχθεί σημαντικά ταχύτεροι χρόνοι παράδοσης μετά από καθημερινή  άσκηση ,πλέον ,εκτός από τις καθημερινές ίσως μεταφορές  μηνυμάτων . Αν και αυτό θα ήταν το πιο προηγμένο σύστημα μεγάλων αποστάσεων επικοινωνιών στη γη , αυτή τη στιγμή το βασικό της μειονέκτημα ήταν η αναγκαιότητα της μεταφοράς της μνήμης του μηνύματος πολλές φορές. Η ακρίβεια του μηνύματος θα εξαρτάται από την ασθενέστερη ή όχι μνήμη μεταξύ των δρομέων αγγελιοφόρων . Πιθανές ενδείξεις για το «ανθρώπινο εξπρές» μπορείτε να βρείτε στην δεξιά πλευρά στη τοιχογραφία από το Ακρωτήρι.

ΤΟ ΜΙΝΩΙΚΟ ΙΕΡΟ ΚΟΡΥΦΗΣ ΤΟΥ ΒΡΥΣΙΝΑ






  • To Ιερό Κορυφής του Βρύσινα, νοτίως του Ρεθύμνου. Έρευνες και προβληματισμοί
  • H συστηματική ανασκαφή στο Ιερό Κορυφής του Βρύσινα
  • Το Ιερό Κορυφής του Βρύσινα. Μία μορφή πρώιμης αμφικτιονίας;
  • Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥΣ ΒΡΥΣΙΝΑΣ
  • ΜΙΑ ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΣΤΟ ΙΕΡΟ ΤΗΣ ΚΟΡΥΦΗΣ ΤΟΥ ΒΡΥΣΙΝΑ

1
To Ιερό Κορυφής του Βρύσινα, νοτίως του Ρεθύμνου. Έρευνες και προβληματισμοί

Ίρις Τζαχίλη
Ομότιμη Καθηγήτρια Προϊστορικής Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Όταν σηκώνει κανείς τα μάτια του από το Ρέθυμνο προς το νότο στρέφοντας τα νώτα του στη θάλασσα, το βλέμμα του καθηλώνεται στον ορεινό όγκο του Βρύσινα, και κυρίως στην υψηλότερη κορυφή του, το Άγιο Πνεύμα (υψόμετρο 858 μ.), που δεσπόζει στην οροσειρά του Βρύσινα, στο νότιο τμήμα της. Ο λόφος είναι ορατός περιμετρικά από τα βόρεια υψίπεδα, από τη θάλασσα, από την κοιλάδα του Λατζιμά στα ανατολικά, και στα δυτικά από τον Γάλλο και από την περιοχή και το νεκροταφείο των Αρμένων. Για αιώνες ο υψηλός λόφος με τα μικρά κτίσματα της κορυφής, και κυρίως την εκκλησία του Αγίου Πνεύματος, είναι ένα τοπόσημο που τραβά το βλέμμα,
αναπόδραστα, ένας τόπος μιας δυνάμει πολλαπλής σηματοδότησης (εικ. 1).
Εικ. 1. Άποψη του Βρύσινα από ΒΔ.
Όταν αντίστροφα κινηθεί κανείς προς την κορυφή ακολουθώντας τον σύγχρονο δρόμο, ή ένα από τα παλιά μονοπάτια που συγκλίνουν προς τα εκεί και τα οποία ακολουθούν τα σημερινά κοπάδια από γιδοπρόβατα, αποκτά μια άλλη εικόνα. Αλλιώς φαίνονται τα πράγματα από την κορυφή.

 Η αμφίδρομη θέα προς όλη την περιοχή εκδιπλώνεται σε όλο της το μεγαλείο συμπεριλαμβάνοντας και την κοιλάδα του Αγίου Βασιλείου (εικ. 2, 3). Από την κορυφή έχει κανείς μια συνολική θέα του περίγυρου, μία συγκεντρωτική «γεωγραφική» εικόνα. Μπορεί να παρατηρήσει και να εκτιμήσει καλύτερα τα ανθρωπογενή ιστορικά τοπία και τους ποικίλους τρόπους διαμόρφωσής τους από τους κατάφυτους λόφους με ελιές και κυπαρίσσια, τους υψηλότερους λειμώνες, τις πεζούλες, τα «βιοτεχνικά» δάση βελανιδιάς και τις προστατευμένες κοιλάδες με τις πηγές
Εικ. 2. Περιοχή γύρω από τον Βρύσινα.

Γι’ αυτό ήταν πάντα θέση βίγλας, όσο μπορούμε να γνωρίζουμε, από τον Ύστερο Μεσαίωνα και μετά, έως σήμερα που είναι σημείο παρατήρησης πιθανών εστιών πυρκαγιών από την Πυροσβεστική.
Εικ. 3. Άνδηρα Βρύσινα

Από την κορυφή αντιλαμβάνεται κανείς και κάτι άλλο: ότι η εικόνα της απομονωμένης, υψηλής και σχεδόν απρόσιτης κορυφής που έχει από κάτω είναι κάτι εντελώς σχετικό. Η κορυφή είναι εύκολης πρόσβασης και βρίσκεται μέσα σε περιοχή «εξημερωμένη».
Γύρω και κυρίως προς νότον απλώνονται οροπέδια, παντού μικρά λακιά ελάχιστης έκτασης, δολίνες προσχωσιγενείς, διαμορφωμένες από τα νερά των ασβεστολιθικών όγκων και την επί αιώνες ανθρώπινη εργασία.
Οργωμένα, καταπράσινα, με μεγάλες και μικρές πέτρες για τη συγκράτηση της υγρασίας, σε συνδυασμό με τις κατάφυτες πεζούλες κάνουν το τοπίο φιλικό, ανθρώπινο, καθόλου απρόσιτο και απότομο.
Τώρα η περιοχή είναι βοσκοτόπια αλλά ως πριν μερικές δεκαετίες καλλιεργούσαν λαχανικά μη ποτιστικά, που μεγάλωναν με τη νυχτερινή υγρασία και την υγρασία του εδάφους.
 Ήταν το αόρι των διαφόρων χωριών, διαμορφωμένο σε καλλιεργήσιμες μικρές εκτάσεις σαν κήπος. Οι κάτοικοι ονομάζουν το οροπέδιο γύρω από την κορυφή του Αγίου Πνεύματος «κάμπο». Επομένως η κορυφή του λόφου, όπου βρίσκεται το Ιερό Κορυφής, κάθε άλλο παρά απομονωμένη είναι.
 Είναι σε απόσταση απολύτως προσιτή από την παραγωγική και την κατοικημένη περιοχή.
Άλλωστε περιμετρικά του λόφου εντοπίστηκαν με την επιφανειακή έρευνα, κυρίως στα βορειοανατολικά, αλλά και στα νότια και δυτικά, οι οικισμοί της ΥΕ ΙΙΙ Γ περιόδου, οι λεγόμενοι «οικισμοί καταφύγια», αν και στην περίπτωσή μας η θέση τους και η γεωμορφολογία του περιβάλλοντος υποδεικνύουν μάλλον μια επιλογή προς την οικονομική εκμετάλλευση του υψηλού χώρου.


Το μινωικό φαινόμενο των Ιερών Κορυφής

Τα λεγόμενα Ιερά Κορυφής, που παρά την ονομασία τους δεν βρίσκονται πάντα σε κορυφή αλλά σε μια υψηλή θέση, είναι ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει τη μινωική αρχαιολογία και σχεδόν μόνο αυτήν.
Σε μία θέση αρκετά υψηλή, συνήθως ένα λόφο που τον χτυπούν αέρηδες και με μεγάλη αμφίδρομη ορατότητα, όπως στον Βρύσινα ή στον Πετσοφά, αλλά μπορεί και σε πλαγιά όπως στους Ατσιπάδες ή στον Κόφινα, παρουσιάστηκε σε κάποια συγκεκριμένη χρονική περίοδο (περίπου το 1800 π.Χ.) μια καταπληκτική αριθμητική πυκνότητα συγκεκριμένων και ειδικών ευρημάτων σε μικρή σχετικά χωρική διασπορά.
Πολλές φορές συνοδεύονται από κτίσματα (Γιούχτας, Πετσοφάς, Τραόσταλος) και άλλοτε όχι.
Η διαμόρφωση του χώρου είναι συχνά βαθμιδωτή: οι άνθρωποι εκμεταλλεύονται τα φυσικά χαρακτηριστικά του λόφου και τα ενισχύουν με κατασκευές και λαξεύσεις, δίνοντας έτσι ανθρωπογενή μορφή στον φυσικό βράχο.
Προσθέτουν κτίσματα, αν και μάλλον περιορισμένα, γιατί τα ιερά είναι σε μεγάλο βαθμό υπαίθρια, και φροντίζουν να υπάρχουν κάποιοι εξομαλυμένοι χώροι για να μπορούν να γίνονται ανθρώπινες συναθροίσεις.
Κυρίως ο πολύ μεγάλος αριθμός των ευρημάτων (ειδώλια και τεράστιες ποσότητες θραυσμένης κεραμεικής) υποδεικνύουν χώρο τελετουργιών, λατρευτικών αποθέσεων και σε κάθε περίπτωση χώρο συγκέντρωσης πολλών ανθρώπων, ενδεχομένως και για ποικίλους άλλους σκοπούς πλην λατρευτικών (λήψη συλλογικών αποφάσεων, επίλυση διαφορών, τελετουργική συνάντηση γενών σε τακτά διαστήματα). Λόγω του ότι συχνά υπήρχαν οστά καμένα και ίχνη από στάχτες, διατυπώθηκε η εικασία ότι το τελετουργικό περιλάμβανε θυσίες και σπονδές ενδεχομένως νυκτερινές (σημ. 1).

Τα ευρήματα των Ιερών Κορυφής παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες σε γενικές κατηγορίες (κεραμεική, ειδώλια, λίθινα σκεύη κ.ά.), και αρκετές διαφορές μεταξύ τους (διαφορετικές αναλογίες και πυκνότητες και διαφορετικά είδη ευρημάτων). Έχουν παρ’ όλα αυτά ένα κοινό χαρακτηριστικό, και αυτό είναι ο εξαιρετικά αποσπασματικός χαρακτήρας των ευρημάτων.
Πρόκειται για κεραμική εξαιρετικά θρυμματισμένη και ειδώλια σε τεράστιους αριθμούς, πολύ φθαρμένα. Αυτό καθιστά τη διεξοδική μελέτη τους δύσκολη και είναι ένας από τους λόγους της προβληματικής τους ερμηνείας.
Τα Ιερά Κορυφής προσφέρονται εύκολα σε παντοειδείς θεωρίες και παρ’ όλες τις αναλύσεις εξακολουθούν να αποτελούν αίνιγμα, όπως όταν είχαν πρωτοπαρουσιαστεί στη μινωική αρχαιολογία από την πρώτη ήδη δεκαετία της ζωής της με την ανασκαφή του Myres στον Πετσοφά (σημ. 2).
Το γεγονός ότι επαναλαμβάνονται σε πολλές θέσεις στην Κρήτη, κυρίως στο ανατολικό τμήμα της, τείνει να τους δώσει χαρακτήρα κανονικότητας, αλλά αυτό δεν αίρει τις δυσκολίες ανάλυσης. Κανένα Ιερό Κορυφής δεν είναι πλήρως δημοσιευμένο.
 Δεν έχει κατανοηθεί καλά ούτε η φύση ούτε η ιστορικότητά τους, ούτε το γιατί και πώς παρουσιάστηκε αυτό το φαινόμενο σε μια χρονική στιγμή και εξαφανίστηκε ύστερα από μερικούς αιώνες. Ωστόσο έχουν γίνει πολλές σχετικές μελέτες οι οποίες επικεντρώνονται αφενός στα λατρευτικά δρώμενα και στους τύπους του τελετουργικού και αφετέρου σε μια συστηματοποίηση των κατηγοριών των ευρημάτων (σημ. 3). Επίσης, συζητείται ευρέως η σχέση τους με τα ανάκτορα και το συγκεντρωτικό διοικητικό σύστημα (σημ. 4).

Τα περισσότερα Ιερά Κορυφής συνδέονται με πόλεις όπως ο Πετσοφάς (με την πόλη του Παλαικάστρου) και ο Γιούχτας (με την πόλη και το ανάκτορο της Κνωσού). Τα περισσότερα άκμασαν κατά την Παλαιανακτορική περίοδο, όπως οι Ατσιπάδες (σημ. 5).
Εντούτοις μερικά από τα μεγαλύτερα, όπως ο Γιούχτας, ο Τραόσταλος, ο Βρύσινας ή ο Κόφινας, συνδέονται με την κυρίως Νεοανακτορική φάση, τη φάση της ακμής του μινωικού πολιτισμού. Έχουν γίνει πολλές συζητήσεις για το κατά πόσον οδήγησαν στο ανακτορικό συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης, τέθηκαν υπό την επιρροή του, συρρικνώθηκαν, ή ακόμη και εξαφανίστηκαν από αυτό.
Το Ιερό Κορυφής του Βρύσινα

Η θέση στην κορυφή Άγιο Πνεύμα εντοπίστηκε και ταυτίστηκε ως Ιερό Κορυφής από τον P. Faure το 1963. Τα έτη 1972 και 1973 έλαβε χώρα η εκτεταμένη ανασκαφή Δαβάρα, από όπου προέκυψε ένας πολύ μεγάλος αριθμός ειδωλίων και κεραμεικής.
Κατόπιν αδείας του ανασκαφέα, η γράφουσα με μία ομάδα μεταπτυχιακών φοιτητών ανέλαβε τη μελέτη των ειδωλίων, που υπολογίζονται κατ’ ελάχιστον σε πάνω από 6.000 και περίπου 30.000 θραύσματα, και της κεραμεικής που είναι περίπου ενάμισης τόνος. Aπό το 2004 έως το 2011 διεξάγεται ανασκαφή από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και την ΚΕ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (σημ. 6).
Το ιστορικό της ανθρώπινης παρουσίας

Η κορυφή του Βρύσινα είναι πολύ κοντά σε κατοικημένες περιοχές αλλά η ίδια δεν είναι κατοικήσιμη. Πολύ συχνά κρύβεται στα σύννεφα, σχεδόν πάντα δέρνεται από αέρηδες, και πηγές νερού υπάρχουν πολύ πιο χαμηλά. Επομένως μία μόνιμη κατοίκηση είναι σχεδόν αδύνατη. Γι’ αυτό η ανθρώπινη παρουσία δεν είναι διαχρονική.
Απαντά σε μεγάλο βάθος χρόνου αλλά σποραδικά, και πιθανότατα είναι εποχιακή.
Συνδέεται με φαινόμενα εξαιρετικά του ανθρώπινου βίου, έκτακτης προσέλευσης και επιβεβαίωσης συλλογικότητας, όπως π.χ. με τακτές τελετουργίες ή έκτακτες συγκεντρώσεις.

Από τα αρχαιολογικά ευρήματα η ανθρώπινη παρουσία ανιχνεύεται πολύ πριν τη χρήση του χώρου ως ιερού. Υπάρχουν ίχνη κατοίκησης από την Τελική Νεολιθική περίοδο (4000-3200 π.Χ.), δηλαδή μερικά λίθινα εργαλεία και αρκετά όστρακα που ανήκουν σε μερικές δεκάδες αγγεία, τα περισσότερα από ρηχές και βαθιές φιάλες.
Δεν φαίνεται να είχε διάρκεια και ήταν περιορισμένης έκτασης. Συνδέεται με το φαινόμενο της παρουσίας μικρών νεολιθικών εγκαταστάσεων σε υψηλές θέσεις σε όλη την Κρήτη κατά την Τελική Νεολιθική. Ήταν ένα μεμονωμένο χρονικά επεισόδιο, καθώς δεν υπάρχουν ενδείξεις ανθρώπινης παρουσίας την επόμενη περίοδο, δηλαδή αυτήν της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού (3200/3000-2100 π.Χ.).

Ίχνη ανθρώπινης παρουσία ξανασυναντώνται στη ΜΜΙ (2100-1900 π.Χ.) μέσω μερικών χαρακτηριστικών αγγείων (άωτα κύπελλα, αγγεία τραχωτού ρυθμού). Αλλά μία σαφής αρχαιολογική παρουσία του φαινομένου, δηλαδή μία μεγάλη συγκέντρωση ειδωλίων ανθρωπόμορφων και ζωόμορφων και επίσης μία μεγάλη ποσότητα σπασμένων αγγείων, ανήκουν στην επόμενη περίοδο, τη ΜΜΙΙ.
Εικ. 4. Αγγεία διαφόρων περιόδων.

Αναγνωρίζουμε τα σκεύη της εποχής, τους δίωτους γεφυρόσχημους σκύφους, τα κυάθια, τις μικρές πρόχους κ.λπ. (εικ. 4). Η κεραμεική την εποχή αυτή είναι κατάκοσμη, πολύχρωμη και με τεράστια ποικιλία. Η διακόσμηση είναι άλλοτε σχηματική, αλλά συνηθέστατα αναπαραστατική. Η συχνότητα της πλαστικής διακόσμησης σε παντοειδή σκεύη, μεγάλα και μικρά, είναι εντυπωσιακή. Πλαστικά επίθετα στοιχεία στις εξωτερικές ή στις εσωτερικές επιφάνειες, στα χείλη ή τις λαβές, σχηματίζουν βράχους, πουλιά που κουρνιάζουν, φίδια που κουλουριάζονται και ζώα που τρέχουν και δρασκελίζουν βράχους (εικ. 5, 6). Σχηματίζονται έτσι τοπία που παρουσιάζουν τεράστιο ενδιαφέρον ως προς τους τρόπους νοητικής και εικαστικής απόδοσης του χώρου και του βάθους (σημ. 7).
Εικ. 5. Επίθετα στοιχεία σε αγγεία.

Ο κύριος όγκος του υλικού ανήκει στη ΜΜΙΙΙ-ΥΜ Ια (1700-1500 π.Χ.), δηλαδή την αρχή της Νεοανακτορικής περιόδου. Σε γενικές γραμμές η όψη των αγγείων αλλάζει. Χάνεται η πολυχρωμία και η πλαστική διακόσμηση. Γίνονται πιο τυποποιημένα, με λιγότερη διακόσμηση. Τα σχήματα είναι πρόχοι, αμφορείς, δίσκοι, τριποδικές χύτρες, κάδοι.
Εικ. 6. Επίθετα ειδώλια σε αγγεία.

Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της φάσης είναι ο τεράστιος αριθμός των κωνικών κυπέλλων. Είναι περίπου 8.000, πάνω από το 75% της κεραμεικής της περιόδου. Υπάρχει μια σαφής τάση τυποποίησης που δεν αφορά μόνο τα κωνικά κύπελλα αλλά και την υπόλοιπη κεραμεική. Το κύριο στοιχείο είναι ότι οι αριθμοί αγγείων και ειδωλίων αυξάνονται εξαιρετικά, πράγμα που σημαίνει ότι και η πυκνότητα των επισκέψεων αυξάνει επίσης δραματικά (εικ. 4). Το είδος των αγγείων υποδεικνύει επίσης και το είδος των τελετουργικών κινήσεων.
Τι ακριβώς γινόταν δεν γνωρίζουμε, ούτε πότε, ούτε σε ποια εποχή του χρόνου, ούτε αν ήταν μέρα ή νύχτα. Από το είδος των αγγείων όμως εικάζουμε ότι έπιναν και έτρωγαν πολλοί μαζί, συλλογικά, γιατί διατηρήθηκαν τα υπολείμματα των γευμάτων και των οινοποσιών. Τα αγγεία υποδεικνύουν επίσης ότι επί τόπου θα γινόταν και κάποιου είδους ετοιμασία τροφής, λόγω των κάδων και των τριποδικών χυτρών.

Υπάρχει και κάποια περιορισμένη παρουσία κεραμεικής από την ΥΜΙΙΙ β και γ περίοδο (1350-1000 π.Χ.), του τέλους δηλαδή της Μινωικής περιόδου που συνήθως συνδέεται με τη μυκηναϊκή παρουσία στην Κρήτη. Ωστόσο δεν είναι σαφές αν στο τέλος αυτής της Ύστερης Εποχής του Χαλκού η ανθρώπινη παρουσία σχετίζεται με κάποια συνέχεια των λατρευτικών φαινομένων ή απλώς συνδέεται με την κατοίκηση στην ίδια περίοδο περιμετρικά του λόφου, την οποία ανέδειξε η επιφανειακή έρευνα.
 Η ανθρώπινη παρουσία συνεχίζεται την Πρωτογεωμετρική και Αρχαϊκή περίοδο και κατόπιν χάνεται. Κάποια σπάνια όστρακα ελληνιστικά δεν συνιστούν σοβαρή μαρτυρία για χρήση της θέσης. Ουσιαστικά ομάδες ανθρώπων εμφανίζονται πάλι τον Ύστερο Μεσαίωνα, οπότε και πάλι παρατηρούνται φαινόμενα λατρείας με την παρουσία εκκλησιαστικών κτισμάτων.
 Κατόπιν σε όλη τη διάρκεια της Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας, παράλληλα με τη λατρεία, υπήρξε και θέση βίγλας. Αυτό συμβαίνει και σήμερα. Το καλοκαίρι, όπως είπαμε προηγουμένως, είναι παρατηρητήριο της Πυροσβεστικής.
Tα ευρήματα

Το κύριο είδος ευρημάτων είναι τα ειδώλια, ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα, εξαιρετικά πολυάριθμα και εξαιρετικά αποσπασματικά.
Ελάχιστα είναι τα διατηρούμενα σε κάποιο ποσοστό που να επιτρέπει την αποκατάστασή τους. Ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με έναν τεράστιο αριθμό θραυσμάτων από διάφορα σημεία: πολύ συχνά πόδια και κέρατα, κεφάλια ή σώματα ή χέρια.
 Σχεδόν όλα είναι χειροποίητα.
Αυτά κατά κανόνα θεωρούνται αναθήματα και εντάσσονται σε πλαίσια τελετουργικά, μολονότι δεν έχει κατανοηθεί πλήρως ούτε ο ρόλος τους, ούτε η αριθμητική τους εκτίναξη (κατά χιλιάδες μέσα σε λίγες δεκαετίες), ούτε η εικονοπλαστική τους σημασία (σημ. 8).
Τα ζωόμορφα ειδώλια είναι σχεδόν όλα βοοειδή. Πολλά από αυτά είναι συμπαγή, αλλά στα περισσότερα το σώμα είναι κοίλο με εσωτερική ή εξωτερική αύλακα. Το κεφάλι είναι πάντα συμπαγές και ορισμένων ελαχίστων το κεφάλι έγινε σε μήτρα και προσαρμόστηκε κατόπιν σε κοίλο σώμα. Σε αυτές τις περιπτώσεις πρόκειται για μεγαλύτερα ειδώλια (εικ. 7).
Εικ. 7. Θραύσματα ζωόμορφων ειδωλίων.

Οι διαστάσεις τους παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, πολύ μεγαλύτερη από εκείνη των ανθρωπόμορφων: από 5 εκατοστά μήκος έως μεγάλα είδωλα σχεδόν 80 εκ. σε μήκος και 60 εκ. σε ύψος. Τα μεγάλα αυτά ειδώλια, σχεδόν αγαλμάτια, είναι από την τελευταία περίοδο, τη Νεοανακτορική. Ένας μεγάλος αριθμός ειδωλίων είναι βαμμένα μαύρα, και μερικά έντονα καστανέρυθρα. Ορισμένα εικονίζονται με δύο κεφαλές, λόγω προφανώς του ιδιαίτερου συμβολικού βάρους της κεφαλής και των κεράτων (εικ. 8).
Εικ. 8. Ζωόμορφα ειδώλια από τον Βρύσινα

Το χρονολογικό πλαίσιο είναι αντίστοιχο με της κεραμεικής. Δηλαδή υπάρχει ένας αριθμός ολόβαφων μελανών μεσαίου μεγέθους, τα οποία είναι αρκετά σχηματικά και ανήκουν στην Παλαιοανακτορική περίοδο, ενώ η πλειονότητα είναι μεγαλύτερα, ραδινότερα, με καστανέρυθρο επίχρισμα και εμπίπτουν στη Νεοανακτορική περίοδο. Δεδομένου ότι ελάχιστα ζωόμορφα ειδώλια από όλη την Κρήτη έχουν δημοσιευτεί, και ακόμη λιγότερα από Ιερά Κορυφής, είναι εξαιρετικά δύσκολος ο εντοπισμός παραλλήλων.
Κατά συνέπεια, αυτό το εξαιρετικά πολυάριθμο σύνολο (όπως είπαμε, πάνω από 4.000 ειδώλια) διατηρεί ένα χαρακτήρα όλως ιδιαίτερο, όπως άλλωστε και τα πολυάριθμα ανθρωπόμορφα ειδώλια.

Υπάρχουν και χάλκινα ευρήματα, σχετικά περιορισμένα σε σχέση με αυτά που απαντούν σε άλλα Ιερά Κορυφής, χάλκινα ειδώλια λατρευτών, λίγα μικρογραφικά ελάσματα σμιλών και μικρογραφικοί τελετουργικοί πελέκεις. Ούτε τα λίθινα αντικείμενα είναι πολλά. Περιορίζονται σε μερικές τράπεζες προσφορών (εννέα) και σε θραύσματα λίθινων αγγείων και ομοιώματα πελμάτων. Ανάμεσά τους υπάρχει ένα εύρημα εξαιρετικό: η κεφαλή ενός αιλουροειδούς εξαιρετικής τέχνης και μνημειακότητας (εικ. 9).

Εικ. 9. Λίθινη κεφαλή αιλουροειδούς.

Γραπτά τεκμήρια και σημεία κεραμέως

Στον Βρύσινα μαρτυρούνται τα περισσότερα είδη γραπτής συμβολικής επικοινωνίας, γνωστά την περίοδο των Παλαιών και Νέων Ανακτόρων στην Κρήτη: δηλαδή τα μινωικά ιερογλυφικά, σημεία Γραμμικής Α και σημεία κεραμέως. Ας αρχίσουμε από τα τελευταία. Συχνά υπάρχουν διάφορα χαράγματα σε αγγεία, σε διάφορα σημεία τους, που ομοιάζουν πολλές φορές αλλά δεν ταυτίζονται με τα σημεία γραφής. Αυτά ονομάζονται σημεία κεραμέως. Η λειτουργία τους παραμένει αινιγματική. Συνολική εξήγηση της παρουσίας τους δεν έχει δοθεί και προς το παρόν ο λόγος της σήμανσης μερικών, ελάχιστων στο σύνολο, αγγείων δεν είναι γνωστός παρά τις θεωρίες που αναπτύχθηκαν. Στον Βρύσινα είναι περίπου 70 σημεία σε ένα σύνολο πάνω από 100.000 οστράκων. Εκτός αυτών, υπάρχουν διάφορες επιγραφές σε αγγεία που αναγνωρίζονται ως Γραμμική Α. Το 2011 βρέθηκε τετράπλευρη σφραγίδα με σημεία της ιερογλυφικής – η μόνη προς το παρόν μαρτυρία χρήσης ιερογλυφικών στη Δυτική Κρήτη.

Η παρουσία των τεκμηρίων αυτών, χωρίς να θέλουμε να επεκταθούμε στο θέμα, σημαίνει ότι η γύρω περιοχή, από όπου προέρχονταν οι επισκέπτες, ήταν μια περιοχή με κοινωνική οργάνωση αντίστοιχη με εκείνη των καλύτερα γνωστών περιοχών της Κεντρικής και Ανατολικής Κρήτης, με γραπτή επικοινωνία, με ανταλλαγές και σχέσεις πολιτικές, εμπορικές, ή τρόπων λατρείας. Θα πρέπει να υποθέσουμε ότι η γύρω περιοχή συμμετείχε στην αστικοποίηση που παρατηρήθηκε σε άλλες περιοχές της Κρήτης και οδήγησε στη συγκρότηση συστημάτων διοίκησης και ανταλλαγών που άφηναν γραπτά τεκμήρια.
Η προτεινόμενη ερμηνεία

Από την αρχή φάνηκε ότι ο Βρύσινας δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί απλώς σαν άλλη μία περίπτωση του μινωικού φαινομένου των Ιερών Κορυφής, το οποίο ονομάζουμε περιοριστικά λατρευτικό. Για να αντιμετωπιστεί ως φαινόμενο ερμηνεύσιμο ιστορικά πρέπει να δοθεί η δέουσα σημασία στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή που άκμασε όπως και σε αυτήν που εγκαταλείφθηκε, αλλά και στο συγκεκριμένο γεωγραφικό πλαίσιο.

Γι’ αυτό εκτός της ενδελεχούς μελέτης των ευρημάτων πρέπει να στραφούμε και στο πλέγμα των οικισμών που τον περιβάλλουν, των οποίων αποτελεί σημείο αναφοράς. Δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μεμονωμένο φαινόμενο συμβολικής απόθεσης, που μόνο υποδεικνύει τελετουργίες και ανθρώπινες συναθροίσεις. Ο ορεινός όγκος του Βρύσινα και η Κορυφή Άγιο Πνεύμα είναι στο κέντρο περιοχής παραγωγικής και κατοικημένης.
Οποιεσδήποτε δραστηριότητες λάμβαναν χώρα εκεί κατανοούνται καλύτερα στο πλαίσιο της χώρας και των χωριών που τις πραγματοποιούσαν. Αυτό απαιτεί την κατανόηση των πόρων, την κατανόηση των αλλαγών του τοπίου καθώς και της διασποράς της κατοίκησης στον ευρύτερο χώρο.
Το βουνό πρέπει να μελετηθεί ως φαινόμενο ολικό, με τη φυσική διάπλαση και την ανθρώπινη συμπεριφορά ταυτόχρονα, πρέπει δηλαδή να αντιληφθούμε τις διαδρομές, τα μονοπάτια, τις πηγές, τα τοπωνύμια, την ανθρώπινη ορατότητα.

Για το λόγο αυτό διεξήχθησαν εκ παραλλήλου δύο έρευνες. Μία συστηματική επιφανειακή επισκόπηση περιμετρικά του λόφου που φωτίζει την έκταση και τη φύση της ανθρώπινης κατάληψης του χώρου, και μία τεχνική και πετρογραφική ανάλυση της κεραμικής ύλης των αγγείων με την ελπίδα μίας χωροτακτικής εκτίμησης της έκτασης και των ορίων της χώρας, της περιοχής από όπου προέρχονται οι επισκέπτες. Η επιφανειακή έρευνα που διεξάγεται από τον Κ. Σμπόνια δίνει απαντήσεις στον τρόπο προσέγγισης του λόφου, στις γύρω εγκαταστάσεις, στην εκμετάλλευση των πόρων.
Η ανάλυση των κεραμικών υλών κατέδειξε την πολυμορφία των τεχνικών παραδόσεων, πράγμα που σημαίνει ότι τα αγγεία που χρησιμοποιήθηκαν στο λόφο προέρχονται, όπως και οι επισκέπτες που τα έφεραν, από ποικίλα γεωγραφικά σημεία. Τα σημεία αυτά δεν είναι ιδιαίτερα απομακρυσμένα.
Η εκτίμηση είναι ότι δεν θα ήταν πάνω από 20 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή. Ενισχύεται έτσι η άποψη ότι το Ιερό Κορυφής ήταν ένα σημείο αναφοράς τοπικής εμβέλειας μεν αλλά με υψηλή συμβολική σημασία, όπως δείχνει η πυκνή επισκεψιμότητά του.

Έτσι το εξαιρετικό φαινόμενο ότι μία από τις υψηλές κορυφές της οροσειράς του Βρύσινα έγινε τόπος συνάντησης ανθρώπων με χαρακτήρα δημόσιο, μπορεί να πάρει και άλλες ερμηνείες, πέραν, αλλά συμπληρωματικά, με τις λατρευτικές. Οι εποχιακές συναντήσεις, τα συλλογικά γεύματα ύστερα από θυσίες, οι συνευρέσεις των γενών και των γενεών, μπορεί να γίνονταν με τρόπους τελετουργικούς μεν και σε πλαίσιο λατρευτικό, αλλά με περιεχόμενο αντίστοιχο με αυτό που σήμερα ονομάζεται πολιτικό.

Συμμαχίες γενών και επίλυση διαφορών, συμφωνίες για βοσκοτόπια και εκμετάλλευση πηγών, ανταλλαγές δώρων και λόγων, ανάμεσα σε όρκους φιλίας, επικλήσεις πίστης, τραγούδια, ύμνους, χορούς και ίσως τελετές ενηλικίωσης και ζευγαρώματα. Θόρυβοι από ανθρώπους, ζώα, μυρωδιές, θρόισμα ρούχων, φωνές, βήματα και λαχανιάσματα προς και από την κορυφή πολλών πολλών ανθρώπων, παιδιών, ζώων θα ήταν η χαμένη εικόνα που προσπαθούμε να αποκαταστήσουμε. Οι κινήσεις τους, οι ρυθμοί, οι χρόνοι, τα αισθήματα και κυρίως τα λόγια τους μας διαφεύγουν. Αλλά δεν πρέπει να λησμονούμε ότι υπήρξαν, και ότι αυτά καθόρισαν τα υλικά τεκμήρια που έχουμε στα χέρια μας.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ο Ν. Πλάτων επιχείρησε μία ταξινόμηση των τελετουργιών στα Ιερά Κορυφής το 1951. Βλ. Ν. Πλάτων, «Το Ιερόν Μαζά (Καλού Χωριού Πεδιάδος) και τα μινωικά Ιερά Κορυφής», Κρητικά Χρονικά (1951), σ. 96-160.
2. J.L. Myres, «Excavations at Palaikastro II. The Sanctuary site at Petsofa», Annual of the British School at Athens 9 (1902-1903), σ. 356-358.
3. Ε. Κyriakides, Ritual in the Bronze Age Aegean: The Minοan Peak Sanctuaries, Duckworth 2005.
4. C. Haggis, «Staple Finance, Peak Sanctuaries and Economic Complexity in Late Prepalatial Crete», στο Chaniotis A. (επιμ.), From Minoan Farmers to Minoan Traders, Franz Steiner Verlag, Stuttgart 1999, σ. 53-85.
5. A.A.D. Peatfield, «The topography of Minoan peak sanctuaries», Annual of the British School at Athens 78 (1983), σ. 273-280.
6. Ε. Παπαδοπούλου - Ί. Τζαχίλη, «Ανασκαφή στο Ιερό Κορυφής του Βρύσινα Νομού Ρεθύμνης», στο Ανδριανάκης Μ. - Τζαχίλη Ί. (επιμ.), Αρχαιολογικό Έργο Κρήτης 1, Πρακτικά της 1ης Συνάντησης, Ρέθυμνο, 28-30 Νοεμβρίου 2008, Ρέθυμνο 2010, σ. 452-463. Για τη συστηματική ανασκαφή στο Ιερό Κορυφής του Βρύσινα, θα αναρτηθεί ξεχωριστό άρθρο στο πλαίσιο του παρόντος αφιερώματος.
7. Ί. Tζαχίλη, Βρύσινας Ι. Μινωικά Εικαστικά Τοπία, εκδ. Τα Πράγματα, Αθήνα 2011.
8. Βλ. σχετικά το άρθρο του Δ. Σφακιανάκη «Πήλινα ανθρωπόμορφα ειδώλια από το μινωικό Ιερό Κορυφής στον Βρύσινα», το οποίο θα αναρτηθεί στο πλαίσιο του παρόντος αφιερώματος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δαβάρας Κ., 1974. «Ανασκαφή ΜΜ Ιερού Κορυφής Βρύσινα Ρεθύμνης», Αρχαιολογικά Ανάλεκτα Αθηνών 7, σ. 210-213.
Faure P., 1963. «Cultes de sommets et cultes de cavernes en Crète», Bulletin de Correspondence Hellenique 87/2, σ. 493-508.
Ηaggis C., 1999. «Staple Finance, Peak Sanctuaries and Economic Complexity in Late Prepalatial Crete», στο Chaniotis A. (επιμ.), From Minoan Farmers to Minoan Traders, Franz Steiner Verlag, Stuttgart, σ. 53-85.
Κορδατζάκη Γ., 2007. «Κεραμική από το ιερό κορυφής του Βρύσινα. Ένα σύνθετο τεχνοσύστημα παραγωγής και χρήσης την 2η χιλιετία π.Χ.», αδημ. διδ. διατρ., Ρέθυμνο.
Kyriakides E., 2005. Ritual in the Bronze Age Aegean: The Minοan Peak Sanctuaries, Duckworth.
Myres J.L., 1902-1903. «Excavations at Palaikastro II. The Sanctuary site at Petsofa», Annual of the British School at Athens 9, σ. 356-358.
Παπαδοπούλου Ε. - Τζαχίλη Ί., 2010. «Ανασκαφή στο Ιερό Κορυφής του Βρύσινα Νομού Ρεθύμνης», στο Ανδριανάκης Μ. - Τζαχίλη Ί. (επιμ.), Αρχαιολογικό Έργο Κρήτης 1, Πρακτικά της 1ης Συνάντησης, Ρέθυμνο, 28-30 Νοεμβρίου 2008, Ρέθυμνο, σ. 452-463.
Peatfield A.A.D., 1983. «The topography of Minoan peak sanctuaries», Annual of the British School at Athens 78, σ. 273-280.
Πλάτων Ν., 1951. «Το Ιερόν Μαζά (Καλού Χωριού Πεδιάδος) και τα μινωικά Ιερά Κορυφής», Κρητικά Χρονικά, σ. 96-160.
Tzachili I., 2003. «Quantitative Analysis of the Pottery from the Peak Sanctuary at Vrysinas, Rethymnon», στο Foster K.P. - Laffineur R. (επιμ.), METRON. Measuring the Aegean Bronze Age. Proceedings of the 9th International Aegean Conference, New Haven, Yale University, 18-21 April 2002, AEGAEUM 24, σ. 327-331.
Tζαχίλη Ί., 2011. Βρύσινας Ι. Μινωικά Εικαστικά Τοπία, εκδ. Τα Πράγματα, Αθήνα.

2

H συστηματική ανασκαφή στο Ιερό Κορυφής του Βρύσινα


Πήλινα ανθρωπόμορφα ειδώλια

Τα πήλινα ειδώλια, οι μικρές δηλαδή εικόνες ανθρώπων και ζώων σε πηλό, αποτελούν ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό σύνολο του ευρηματολογίου κάθε μινωικού ακρωρεινού ιερού. Ο εντυπωσιακός αριθμός πήλινων ανθρωπόμορφων ειδωλίων που βρέθηκε στην κορυφή του Αγίου Πνεύματος στον Βρύσινα, καταδεικνύει την κομβική θέση του βουνού και τη σημασία της «βρυσιναίας ακρώρειας» στην ευρύτερη περιοχή του νομού Ρεθύμνου, κατά τη Mεσομινωική εποχή. Τα ειδώλια αυτά μαζί με τον ακόμη μεγαλύτερο όγκο των ειδωλίων που αναπαριστάνουν ζώα, κυρίως βοοειδή, κατατάσσουν την αρχαιολογική θέση στις σημαντικότερες στον τομέα της εικονοπλαστικής σε πηλό. Πρακτικοί λόγοι επέβαλαν την διάκριση και διαλογή των θραυσμάτων των ανθρωπομορφικών ειδωλίων, από το τεράστιο πλήθος των άλλων εικονιστικών θραυσμάτων του συνόλου (ανασκαφές Κ. Δαβάρα 1972-1973), για την αποτελεσματική μελέτη τους. 
Η συστηματική έρευνα του συγκεκριμένου συνόλου των ανθρωπόμορφων ειδωλίων αποτελούν το θέμα της διδακτορικής διατριβής του γράφοντος (Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, με την οικονομική υποστήριξη του Ιδρύματος Παναγιώτη και Έφης Μιχελή).
Το υλικό είναι εξαιρετικά αποσπασματικό. Οι ιδιαίτερες συνθήκες του περιβάλλοντος της θέσης και οι αλλεπάλληλες διαταράξεις των λεπτών επιχώσεων της κορυφής του βουνού δικαιολογούν την κατάσταση στην οποία βρέθηκαν τα εύθραυστα πήλινα ειδώλια. 
Η ακρωτηριασμένη εικόνα τους και το πλήθος τους υπονόμευσε κατά πολύ την αποφασιστική αρχαιολογική τους διερεύνηση και τη συστηματική τους μελέτη. Από τη σχετική διαλογή του τεράστιου αριθμού των πήλινων τεμαχίων που απέδωσαν οι ανασκαφές του 1972-73, καταμετρήθηκαν 2.785 θραύσματα που αποδόθηκαν αρχικά σε ανθρωπόμορφα ειδώλια. 
Σύμφωνα με τις στατιστικές αναλύσεις, οι 695 κεφαλές που καταμετρήθηκαν συνδυάζονται με 873 καταγραφές επάνω κορμών, γεγονός που καταδεικνύει τη δυναμική του πλήθους των ανθρωπόμορφων ειδωλίων στο συγκεκριμένο δείγμα.


Η προσπάθεια ομαδοποίησης των θραυσμάτων με βάση χαρακτηριστικά του ρυθμού, δηλαδή του όγκου των επιμέρους τμημάτων, των περιγραμμάτων, των αναλογιών μεταξύ των μελών τους σώματος, καθώς και η ανίχνευση των πρακτικών τεχνικής και αισθητικής απόδοσης της ανθρώπινης μορφής, αποτέλεσαν μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στη μελέτη του συνόλου. 
Σε αυτή την προσπάθεια, αναδύθηκαν πλήθος εκφάνσεις μιας ανεξάντλητης εκφραστικότητας της πλαστικής τέχνης σε πηλό. 
Σταδιακά άρχισαν να αναδεικνύονται πτυχές της μινωικής πηλοπλαστικής αφηγηματικότητας στην απόδοση της ανθρώπινης μορφής, η οποία με ποικίλες παραλλαγές εκτείνεται από τις αρχές της 2ης έως τις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ. 
Ασφαλώς, στην παραγωγή αυτή εικάζουμε ότι θα υπήρξαν μακρόχρονα χάσματα. 
Ωστόσο, οι επιβιώσεις και οι αναβιώσεις της αφηγηματικής εκφραστικότητας στη χειροποίητη πηλοπλαστική της ανθρώπινης μορφής παρουσιάζει, πέρα από τις παραλλαγές της, εντυπωσιακή συνοχή και πληρότητα. 
Οι βασικοί άξονες της αφηγηματικής γλώσσας της «προσθετικής» διάπλασης σε πηλό (και όχι τόσο της «αφαιρετικής» που χαρακτηρίζει τη γλυπτική), αναδεικνύει αναπόφευκτα και τις αντιλήψεις και την εικόνα του ανθρώπου, ενώ παράλληλα προβάλλει και τις απόψεις για τη θέση του μέσα στο συγκεκριμένο πολιτισμικό περιβάλλον.

Σε τρεις διαστάσεις

Η απόδοση της ανθρώπινης μορφής σε τρεις διαστάσεις και μάλιστα στον εύπλαστο πηλό, αποκαλύπτει τεχνικές, αλλά και αισθητικές παραμέτρους που απασχολούν τον πηλοπλάστη προκειμένου να επιτύχει την πληρότητα της αναπαράστασης. 

Την αντίληψη για την κυριαρχία των δύο διαστάσεων στην ανάπτυξη των επιμέρους τμημάτων του ανθρώπινου σώματος αναδεικνύει μια μικρή ομάδα ειδωλίων (εικ. 1). Ο τριγωνικός κορμός, πεπλατυσμένος και χωρίς προθέσεις διόγκωσης κατά το βάθος του, έρχεται σε αντίθεση με την κεφαλή που έχει διαμορφωθεί με έντονη πίεση τονίζοντας τα χαρακτηριστικά της πλάγιας όψης. 

Εικ. 1. Κεφαλή με επάνω κορμό ανθρώπινου ειδωλίου. Ιερό Κορυφής Βρύσινα (ανασκ. Κ. Δαβάρα 1972-73), ΑΑ 1658.
Τα ειδώλια της ομάδας, τα οποία ανήκουν στις πρώιμες πηλοπλαστικές παραδόσεις, απηχούν ανάλογες αντιλήψεις που μπορεί κανείς να διακρίνει στις παλαιοανακτορικές ανθρωπομορφικές απεικονίσεις δύο διαστάσεων, στις σφραγίδες: ο κατενώπιον τριγωνικός κορμός συνδυάζεται με τη στρογγυλεμένη κεφαλή σε κατατομή.
Ο βαθμός ανάπτυξης των όγκων απηχεί βασικά χαρακτηριστικά της αντίληψης για τη μορφή του ανθρώπινου σώματος. Παράλληλα αναδεικνύει τις διακυμάνσεις των τεχνοτροπικών διεργασιών στο πλήθος των πηλοπλαστικών παραδόσεων από τον Βρύσινα. Μια αντιπαραβολή ορισμένων δειγμάτων δείχνει το βαθμό διόγκωσης των επάνω κορμών. Ο κορμός του ανδρικού ειδωλίου (εικ. 2α), που τοποθετείται στις πρώιμες πηλοπλαστικές παραδόσεις του συνόλου, παρουσιάζει άκαμπτο περίγραμμα, ενώ παράλληλα είναι έντονα πεπλατυσμένος. 


Εικ. 2. Επάνω κορμοί ανθρωπόμορφων ειδωλίων. Ιερό Κορυφής Βρύσινα (ανασκ. Κ. Δαβάρα 1972-73): α) ΑΜΡ 2044, ΑΑ 139, β) ΑΑ 245, γ) ΑΜΡ 2012, ΑΑ 1500, δ) ΑΜΡ 22166, ΑΑ 1561.
Αντίθετα, η φυσιοκρατική διόγκωση του γυναικείου κορμού (εικ. 2β) καταδεικνύει τη δυναμική της μινωικής πλαστικής σε πηλό. Το συγκεκριμένο δείγμα χρονολογείται στην ιδιαίτερα πλούσια περίοδο για το ιερό, που τοποθετείται στους πρώιμους νεοανακτορικούς χρόνους. Ανάλογη διόγκωση, αλλά περισσότερο τυποποιημένη, παρουσιάζει ο ανδρικός κορμός (εικ. 2γ) στον οποίο εξαίρονται οι θωρακικοί μύες, ενώ οι θηλές αποδίδονται με επίθετα δισκάρια. Τέλος, ο επιμηκυμένος και σανιδόσχημος γυναικείος κορμός (εικ. 2δ) καταδεικνύει τις εξελικτικές διεργασίες των ύστερων πηλοπλαστικών παραδόσεων στο Βρύσινα.

Η κλίμακα

Δεν έχουν το ίδιο μέγεθος τα πήλινα ειδώλια που βρέθηκαν στον Βρύσινα. Αδρή διάκριση θα μπορούσε να γίνει ανάμεσα στα μικροσκοπικά ειδώλια που το ύψος τους κυμαίνεται από 4 έως 6 εκ. και στα ευμεγέθη ειδώλια που κατά μέσο όρο κυμαίνονται γύρω στα 12-15 εκ. Ασφαλώς η αναγωγή της ανθρώπινης μορφής στη «μικρογραφική κλίμακα αναπαράστασης» σχετίζεται με τη λειτουργικότητα του εκάστοτε ειδωλίου και η διαδικασία αυτή επιφέρει αναπόφευκτα αλλοιώσεις στην αφηγηματική τους επάρκεια. Πήλινα ειδώλια, ανεξαρτήτως μεγέθους, αποσπασμένα από συμφραζόμενά τους, δηλαδή από το πηλοπλαστικό αφηγηματικό τους περιβάλλον, μαζί με τα κάθε είδους ειδώλια που τοποθετημένα πάνω στην πλίνθο της βάσης τους διατηρούν ενδεχομένως την «ατομικότητά» τους και την αυτονομία τους μέσα στο πηλοπλαστικό σύνολο των ανθρώπινων μορφών, συνεξετάζονται, αν και οι λειτουργικές τους αποχρώσεις, δηλαδή οι χρηστικές τους αξίες, φαίνεται ότι διαφέρουν σημαντικά.

Εικ. 3. Μικροσκοπικά ειδώλια ανθρώπινων μορφών που φορούν ζώμα και χειρονομούν με τον ίδιο τρόπο. Ιερό Κορυφής Βρύσινα (ανασκ. Κ. Δαβάρα 1972-73): α) ΑΜΡ 16671, ΑΑ 1927, β) ΑΜΡ 16672, ΑΑ 1928.

Το παράδειγμα δύο μικροσκοπικών ανδρικών ειδωλίων, τα οποία ανήκουν σε κοινό πολυπρόσωπο ομοίωμα, μας δίνει μία χαρακτηριστική εικόνα της «μικρογραφικής αφηγηματικής» στην ανθρωπομορφική πηλοπλαστική από τον Βρύσινα (εικ. 3). Η σύσταση του πηλού, τα μορφολογικά τους στοιχεία, όπως ο επίθετος αιδοιοθύλακας και η ιδιότυπη χειρονομία με το αριστερό άκρο χέρι να αγγίζει τη δεξιά πλευρά του λαιμού ενώ παράλληλα το άλλο κάμπτεται προς το στήθος, η οξύληκτη ωοειδής κεφαλή, καθώς και οι αναλογίες και τα περιγράμματα του σώματος, είναι πανομοιότυπα. Επιπλέον, οι επιμέρους εμπιέσεις στα κοντά κάτω άκρα τους και η σχετική κύρτωση στην πίσω όψη των ποδιών, επιτρέπουν την υπόθεση ότι ήταν προσκολλημένα σε κατακόρυφο στοιχείο του «σκηνικού», δηλαδή της βάσης, του πολυπρόσωπου ομοιώματος στο οποίο ήταν τοποθετημένα. Με βάση άλλα αντίστοιχα παραδείγματα εικάζουμε ότι η διάταξή τους στο χώρο ήταν κυκλική.

Εικ. 4. Ακέραιο ειδώλιο όρθιας ανθρώπινης μορφής που φορεί ζώμα. Ιερό Κορυφής Βρύσινα (ανασκ. Κ. Δαβάρα 1972-73), ΑΜΡ 23674, ΑΑ 2306.

Το μέγεθος του ακέραιου ειδωλίου της εικόνας 4 αντιστοιχεί στον μέσο όρο των ευμεγεθών ειδωλίων του συνόλου. Η λειτουργική του αυτονομία τεκμηριώνεται από τη στήριξή του πάνω σε τετράγωνη πλίνθο. Ωστόσο, έχουν εκφραστεί αμφιβολίες κατά πόσο ο παραδοσιακά αναγνωριζόμενος «λάτρης» των μινωικών ιερών κορυφής αποτελούσε αυτόνομο αφηγηματικά ειδώλιο, μέσα στο πλήθος των άλλων ανθρώπινων μορφών. Παρά την ιδιάζουσα χονδροειδή απόδοση των αναλογιών του σώματος και των επιμέρους χαρακτηριστικών του, που αποτελούν στοιχεία του ρυθμού της συγκεκριμένης παράδοσης, το ειδώλιο παρουσιάζει πληρότητα ή ακόμη και πληθωρικότητα στις λεπτομέρειές του. Τα στοιχεία αυτά αποδίδονται όχι μόνο με πλαστικά στοιχεία αλλά και με χρώμα, ίχνη του οποίου διατηρούνται σε όλο το σώμα. Η άνετη διάταξη των επιμέρους χαρακτηριστικών αναδεικνύει εστιάσεις και αποσιωπήσεις διαφοροποιημένες από εκείνες που διαπιστώνονται στα μικροσκοπικά ειδώλια.

Ανθρωπομορφισμός

Πέρα από τις αναγωγές της κλίμακας και της τρισδιάστατης απεικόνισης οποιουδήποτε αντικειμένου, το πλάσιμο της ίδιας της ανθρώπινης μορφής παρουσιάζει τις πιο σύνθετες παραμέτρους. Η «κατ’ εικόνα και ομοίωση» πρακτική διαμόρφωσης μιας μικρής εικόνας του εαυτού, και μάλιστα σε τρεις διαστάσεις, επιφορτίζει τον πηλοπλάστη με ένα πλήθος προβλημάτων για τη σαφήνεια της αναπαράστασης. Ανεξάρτητα από τις τεχνικές του ικανότητες και τις συμβάσεις της τέχνης που μετέχει, η προσπάθεια του δημιουργού ενδέχεται να απηχεί βαθύτερες πολιτισμικές αξίες για την ανθρώπινη μορφή, των οποίων είναι φορέας.
Οι εκάστοτε προθέσεις του αποκαλύπτουν τους κώδικες ή τις συμβάσεις ανθρωπομορφισμού, έτσι όπως αυτοί διαμορφώνονται σε κάθε πολιτισμική φάση του μινωικού πολιτισμού. Αν πράγματι τα κέντρα παραγωγής των ειδωλίων είναι πολλά, όπως υποδεικνύει το σύνολο του Βρύσινα, είτε πρόκειται για πλάστες που ταυτίζονται με τους χρήστες των ειδωλίων είτε για εξειδικευμένους τεχνίτες, αξίζει να ανιχνεύσουμε ενδεχόμενες συγχρονικότητες που θα μπορούσαν να προκύψουν από το πλήθος των πηλοπλαστικών παραδόσεων της θέσης.

Εικ. 5. Κεφαλές ανθρωπόμορφων ειδωλίων με αδροκαμωμένα χαρακτηριστικά προσώπου. Ιερό Κορυφής Βρύσινα (ανασκ. Κ. Δαβάρα 1972-73): α) ΑΑ 800, β) ΑΑ 799, γ) ΑΑ 820.
Η κεφαλή και ιδίως ο τρόπος με τον οποίο αποδίδονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου, καταδεικνύουν αυτήν ακριβώς την ποικιλομορφία. Στα δείγματα της εικόνας 5 οι τρεις κεφαλές που εντάσσονται στις πρώιμες πηλοπλαστικές παραδόσεις του ιερού, δεν επισημαίνουν μόνο τους εναλλακτικούς τρόπους απόδοσης των προσωπογραφικών χαρακτηριστικών, αλλά παράλληλα αποκαλύπτουν τις ιδιαιτερότητες της πηλοπλαστικής τέχνης, του μεγαλύτερου, προς το παρόν, ιερού κορυφής της δυτικής Κρήτης, σε σχέση με τις αντίστοιχες θέσεις της κεντροανατολικής περιφέρειας του νησιού. Πέρα όμως από τις αφαιρετικές συμβάσεις της εκάστοτε τεχνοτροπίας, τα πρόσωπα αποκαλύπτουν επιπλέον έναν λανθάνοντα υβριδισμό ή ακόμη και ομοιότητες με ζωομορφικά χαρακτηριστικά ή καλύτερα με χαρακτηριστικά μιξογενών όντων.

Εικ. 6. Κεφαλές ειδωλίων τερατόμορφων πλασμάτων και κεφαλή ειδωλίου πιθήκου. Ιερό Κορυφής Βρύσινα (ανασκ. Κ. Δαβάρα 1972-73): α) Γρυποειδής μορφή με λοφίο, ΑΜΡ 21976, ΑΑ 1286, β) Πτηνόσχημη μορφή με ραμφοειδές ρύγχος, ΑΑ 935, γ) Πίθηκος, ΑΜΡ 22138, ΑΑ 1170.

Το πλήθος των ανθρωποειδών πλασμάτων με κεφαλές πτηνών ή ζώων που απεικονίζονται, τόσο στη σφραγιδογλυφία όσο και σε άλλες τέχνες των παλαιοανακτορικών και νεοανακτορικών περιόδων, τεκμηριώνει τη συγχώνευση αυτών των πλασμάτων στο φαντασιακό του μινωικού πολιτισμού. Οι αρχαιολόγοι που επιχείρησαν τη διαλογή του τεράστιου όγκου των θραυσμάτων των ζωόμορφων και των ανθρωπόμορφων ειδωλίων που απέδωσε το ιερό κορυφής στον Βρύσινα, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση μπροστά σε κεφαλές, οι οποίες, ενώ ήταν αδύνατο να τοποθετηθούν στο σύνολο των ζωδίων, ήταν επίσης αμφίβολο αν απεικόνιζαν ανθρώπινες μορφές. Έτσι μέσα στα θραύσματα των ανθρωπόμορφων ειδωλίων εντοπίστηκαν γρυποειδείς, πτηνόσχημες (εικ. 6α, β), αλλά και άλλες τερατόμορφες κεφαλές, οι οποίες ανέδειξαν ακόμη πιο έντονο τον προβληματισμό για τον λανθάνοντα υβριδισμό των ανθρώπινων κεφαλών. Επιπλέον, η λεπτομερής παρατήρηση και περιγραφή των θραυσμάτων είχε ως αποτέλεσμα την αναγνώριση ακόμη και της κεφαλής ενός πιθήκου, του πρώτου πήλινου ειδωλίου πιθήκου που γίνεται γνωστό από ακρωρεινή θέση (εικ. 6γ). Η δεξιοτεχνική φυσιοκρατική απόδοση των επιμέρους χαρακτηριστικών του ρύγχους, καθώς και των άλλων χαρακτηριστικών της κεφαλής του ζώου, διασφάλισαν την ταύτιση παρά τις αρχικές αμφιβολίες.


«Διάσημα» σώματος: το ανθρώπινο σώμα και τα πολιτισμικά του στοιχεία


Τα ενδύματα που καλύπτουν το ανθρώπινο σώμα και τα κάθε είδους αντικείμενα που το συνοδεύουν, πέρα από τις πρακτικές ή καλλωπιστικές ανάγκες που καλύπτουν, το νοηματοδοτούν πολιτισμικά και το σηματοδοτούν κοινωνικά. Έχει τονιστεί ότι τα φερόμενα στοιχεία του σώματος «καταξιώνουν» τις μορφές των πήλινων ειδωλίων από τα μινωικά ιερά κορυφής θέτοντας το πρόβλημα της εικόνας και της προβολής του ανθρώπου εκείνων των εποχών. 

Εικ. 7. Κεφαλές ειδωλίων ανθρώπινων μορφών με διαφορετικές καλύπτρες. Ιερό Κορυφής Βρύσινα (ανασκ. Κ. Δαβάρα 1972-73): α) Οξύληκτο συμπαγές κάλυμμα-σκούφος (πίλος), ΑΑ 54, β) Ανεστραμμένο κωλουροκωνικό καπέλο (πόλος), ΑΜΡ 21883, ΑΑ 1168, γ) Διαμόρφωση σε σχήμα κότσου (κρώβυλος), ΑΑ 1346.

Τα ειδώλια από τον Βρύσινα δεν παρουσιάζουν ποικιλομορφία στα είδη των στοιχείων που φέρει το σώμα. Αντίθετα, ο τρόπος απεικόνισής τους παρουσιάζει πλήθος παραλλαγών. Στα καλύμματα της κεφαλής κυριαρχούν ο οξύληκτος σκούφος (εικ. 7α), και ο χωνοειδής πίλος με ένα πλήθος παραλλαγών (εικ. 7β). Ο σκούφος συγχέεται ενίοτε με οξύληκτες απολήξεις της κεφαλής που προφανώς αποδίδουν ψηλό κότσο (κρώβυλο) (εικ. 7γ), ενώ είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που διαπιστώνεται συμφυρμός κόμμωσης και καπέλου (εικ. 8δ), όπως έχει παρατηρηθεί σε ειδώλια από άλλα ιερά κορυφής.

Εικ. 8. Κεφαλές ειδωλίων ανθρώπινων μορφών με βοστρύχους. Ιερό Κορυφής Βρύσινα (ανασκ. Κ. Δαβάρα 1972-73): α) Τούφες μαλλιών σε ξυρισμένο κεφάλι, ΑΜΡ 22042, ΑΑ 1157, β) Συστάδα ελισσόμενων βοστρύχων στην κορυφή, ΑΜΡ 21602, ΑΑ 1160, γ) Βοστρυχωτή φράντζα και ταινιωτοί βόστρυ

Οι κομμώσεις με βοστρύχους παρουσιάζουν μεγαλύτερη ποικιλία. Το μέγεθος και η μορφή των μαλλιών έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ταυτότητα της μορφής, εφόσον θα μπορούσαν να είναι δηλωτικές ακόμη και της ηλικίας του ατόμου. Ο Βρύσινας έχει αποδώσει ένα πλήθος σχηματισμών από τις περιπτώσεις ξυρισμένων κεφαλών με μία ή πολλές τούφες μαλλιών (εικ. 8α), ή με συστάδα κοντών βοστρύχων στην κορυφή της κεφαλής (εικ. 8β), έως ιδιαίτερα σύνθετες κομμώσεις βοστρύχων σε συμμετρική διάταξη (εικ. 8γ).

Εικ. 9. Θωρακικός κορμός ανθρωπόμορφου ειδωλίου, με ταινιωτό περιδέραιο. Ιερό Κορυφής Βρύσινα (ανασκ. Κ. Δαβάρα 1972-73), ΑΑ 750.

Οι εξίτηλες βαφές και η απολέπιση της λεπτής κρούστας των χρωμάτων δεν μας επιτρέπουν να διερευνήσουμε σε βάθος το πλήθος των κοσμημάτων, που κατά πάσα πιθανότητα θα αποδίδονταν με γραπτά μέσα πάνω στις μορφές. Από τα ελάχιστα κοσμήματα που αποδίδονται με ανάγλυφα πλαστικά μέσα σημειώνονται τα σκουλαρίκια με επίθετα δισκάρια, τα οποία ενίοτε συγχέονται με τα πτερύγια των αφτιών, καθώς και ελάχιστα δείγματα περιδεραίων γύρω από το λαιμό (εικ. 9).
Το γυναικείο περικόρμιο (εικ. 10α, πίσω όψη) –εντυπωσιακό ως προς το μέγεθος του τριγωνικού οξύληκτου νωτιαίου γιακά που είναι σαφές ότι προβάλλεται ιδιαίτερα– αποτελεί ένα από τα ελάχιστα ενδυματολογικά τεκμήρια που χρονολογούνται με ασφάλεια στα παλαιοανακτορικά χρόνια. 

Εικ. 10. Ενδεδυμένοι κορμοί ανθρώπινων ειδωλίων. Ιερό Κορυφής Βρύσινα (ανασκ. Κ. Δαβάρα 1972-73): α) περικόρμιο με οξύληκτο νωτιαίο γιακά (“Collar Medicis”), ΑΑ 93, β κορμός περιτυλιγμένος λοξά με κροσσωτό ρούχο (χλαίνη), AA 341.

Η χρονολόγηση των ειδωλίων με κριτήριο τα σχήματα των ενδυματολογικών συρμών σπάνια είναι ακριβής στα πήλινα χειροποίητα ειδώλια, όχι μόνο γιατί το μινωικό ένδυμα, τόσο το γυναικείο όσο και το ανδρικό, παρουσιάζει μορφολογικά χαρακτηριστικά που έχουν διαχρονικό χαρακτήρα κατά τη διάρκεια της Μέσης και της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, αλλά και γιατί οι όποιες διαφοροποιημένες λεπτομέρειες στην εξέλιξη των ενδυμάτων δύσκολα αναγνωρίζονται στα πλαστικά χαρακτηριστικά τόσο μικρών ειδωλίων. Παλαιοανακτορική καταγωγή πιθανώς έχει και ο ανδρικός επενδύτης που καλύπτει τον επάνω κορμό (χλαίνη) (εικ. 10β, πίσω όψη), ο οποίος μαρτυρείται σε ειδώλια από άλλες θέσεις (Μαλεβίζι).

Εικ. 11. Τμήματα ανθρώπινων ειδωλίων που φορούν ζώμα. Ιερό Κορυφής Βρύσινα (ανασκ. Κ. Δαβάρα 1972-73): α) Κάτω κορμός ενδεδυμένος με μονοκόμματο ύφασμα που διαμορφώνει αιδοιοθύλακα και χιαστί περίσφιξη στους γλουτούς, ΑΜΡ 16737, ΑΑ 2029, β) Κορμός και πόδια ειδωλίου που φορεί περίζωμα στο σχήμα της κοντής φούστας, ΑΜΡ 22356, ΑΑ 2278.

Το μινωικό ανδρικό ένδυμα του κάτω κορμού βρίσκει έναν πλούτο πλαστικών δειγμάτων στον Βρύσινα, που επιτρέπουν μια ουσιαστική επαναδιαπραγμάτευση της μορφής του και του τρόπου ένδυσής του. Ο αιδοιοθύλακας, από ενιαίο επίμηκες ύφασμα περιτυλιγμένο στα δύο ισχία, σχηματίζοντας οξεία γωνία στην πίσω πλευρά (εικ. 11α), αλλά και το ορθογώνιο ύφασμα του περιζώματος που στηρίζεται στη μέση και πέφτει σαν κοντή φούστα, απεικονίζονται σε αρκετά ειδώλια και σε διάφορες παραλλαγές (εικ. 11β).


Εικ. 12. Φούστες. Ιερό Κορυφής Βρύσινα (ανασκ. Κ. Δαβάρα 1972-73): α) Κωδωνόσχημη φούστα με λυτή ζώνη, ΑΜΡ 21536, ΑΑ 1454, β) Τμήμα κωδωνόσχημης φούστας με αποτύπωμα πλέξης στελεχών σφιχτοδεμένης ζώνης, ΑΑ 2.

Οι τροχήλατες φούστες των γυναικείων ειδωλίων συνοδεύονται από την επίθετη πλαστική ταινία της ζώνης (εικ. 12α), η οποία δένεται στη μέση με διάφορους τρόπους. Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο τα δύο άκρα της ζώνης πέφτουν μπροστά στη φούστα παρουσιάζει ανεξάντλητες παραλλαγές, όπως για παράδειγμα η απόδοση της συστροφικής πλέξης με βαθιές κυματοειδείς αυλακώσεις (εικ. 12β). Η πλούσια αφηγηματική της γυναικείας ζώνης δεν έχει μόνο διακοσμητικό χαρακτήρα, αλλά ενδέχεται να αποτελεί στοιχείο της ταυτότητας της εκάστοτε γυναικείας μορφής. Είναι γνωστό ότι η ζώνη στο γυναικείο σώμα ενέχει πλήθος συμβολισμούς για την κοινωνική της ένταξη και την εν γένει καταξίωσή της.

Εικ. 13. Άκρο πόδι ειδωλίου ανθρώπινης μορφής με γραπτή απόδοση μελανόφαιου σανδαλιού στο λευκό του δέρματος. Ιερό Κορυφής Βρύσινα (ανασκ. Κ. Δαβάρα 1972-73), ΑΑ 1041.

Τέλος, σε ελάχιστες περιπτώσεις διακρίνονται πλαστικές εντάσεις για την απόδοση των ανδρικών υποδημάτων. Ωστόσο, υπάρχουν και δείγματα που διατηρούν αχνά τα χρωματικά ίχνη των ιμάντων (μελανό επί λευκού) για την απόδοση των μινωικών σανδαλιών (εικ. 13), των οποίων σπάνιες απεικονίσεις σε τρεις διαστάσεις διατηρούνται μόνο σε θραύσματα ειδωλίων από ελεφαντοστό.

Η ρητορική του σώματος: εστιάσεις και αποσιωπήσεις

Ένας μικρός μεν, αλλά εξίσου σημαντικός αριθμός ειδωλίων αναπαριστάνει μεμονωμένα τμήματα του ανθρώπινου σώματος. Και σε αυτή την περίπτωση το μεγαλύτερο δυτικό ιερό κορυφής του νησιού παρουσιάζει καινοφανείς τομές του ανθρώπινου σώματος σε σχέση με τα αντίστοιχα δείγματα που είναι γνωστά από τα άλλα ιερά κορυφής της κεντρικής και της ανατολικής Κρήτης (εικ. 14). Στα περίεργα αυτά ειδώλια οι τεχνικές της εστίασης και της προβολής συγκεκριμένων τμημάτων του σώματος επιτυγχάνονται με τον κατακερματισμό της ανθρώπινης μορφής. 


Εικ. 14. Ειδωλοπλαστική εικόνα μεμονωμένου τμήματος ανθρώπινου σώματος. Ιερό Κορυφής Βρύσινα (ανασκ. Κ. Δαβάρα 1972-73), ΑΜΡ 17710, ΑΑ 21.

Οι πληθωρικές ερμηνείες αυτών των ειδωλίων περιστρέφονται γύρω από το νόημα της εστίασης του πλάστη στα συγκεκριμένα μέλη του σώματος. Γεγονός πάντως είναι ότι το σύνολο των ειδωλίων με αυτοτελή σωματικά μέλη υποδεικνύει την εξοικείωση των φορέων του μινωικού πολιτισμού με το αποσπασματικό ανθρώπινο σώμα.
Όμως η αφηγηματικότητα της ανθρωπομορφικής πηλοπλαστικής από τον Βρύσινα δεν εξαντλείται εδώ. Η στήριξη ενός ανθρώπινου ειδωλίου, η ένταξή του στο περιβάλλον των υπόλοιπων εικονιστικών θεμάτων, ακόμη όμως και η ευρύτερη τοποθέτησή του μέσα στο πλήθος των ετερόκλητων αντικειμένων ενός πλούσιου ευρηματολογίου που χαρακτηρίζει τη θέση που κατονομάζουμε «ιερό κορυφής» αποτελούν εκφάνσεις μιας αφηγηματικής, τα θραύσματα της οποίας καλούμαστε να ανασυνθέσουμε. Δίπλα στις χιλιάδες παραστάσεις των μορφών της σφραγιδογλυφίας, που διατηρούν τα συγκείμενα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά και στις εντυπωσιακές, ενίοτε φυσικού μεγέθους, παραστάσεις των τοιχογραφιών, που αναδεικνύουν πλήθος λεπτομερειών, η αποσπασματική πηλοπλαστική, ως ενδιάμεσος κρίκος στην αναπαράσταση του μινωικού ανθρώπου, δεν έχει πει ακόμη την τελευταία της λέξη…www.archaiologia.gr/

Δημήτρης Σφακιανάκης
Αρχαιολόγος, Υποψήφιος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Κρήτης


* H επιμέλεια των εικόνων έχει γίνει από την κυρία Ν. Χουρμουζιάδη, δρα Μουσειολογίας.

Συντομογραφίες που χρησιμοποιούνται στις λεζάντες των εικόνων
  • ΑΑ: Αριθμός απογραφής θραυσμάτων συστηματικής μελέτης του συνόλου των ανθρωπόμορφων ειδωλίων της ανασκαφής Κ. Δαβάρα 1972-73.
  • ΑΜΡ: Αριθμός Μουσείου Ρεθύμνου – Ευρετήριο Πήλινων Αντικειμένων.

3


Το Ιερό Κορυφής του Βρύσινα. Μία μορφή πρώιμης αμφικτιονίας;

Από την Ίριδα Τζαχίλη
  Ομότιμη καθηγήτρια προϊστορικής αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης 

«Το Ιερό Κορυφής του Βρύσινα. Μία μορφή πρώιμης αμφικτιονίας;» είναι ο τίτλος διάλεξης που έχει  δώσει η ομότιμη καθηγήτρια προϊστορικής αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης 

Ίρις Τζαχίλη τον Ιανουαρίο του 2016, , στο πλαίσιο του Μινωικού Σεμιναρίου.

Όπως αναφέρει σχετικά η κα Τζαχίλη: «Το ιερό Κορυφής στον Βρύσινα, στη θέση Άγιο Πνεύμα (ύψ. 858 μ.) δεσπόζει στην περιοχή με θέα αμφίδρομη: η κορυφή είναι σε μεγάλο βαθμό ορατή από παντού και η θέα από ψηλά στην γύρω περιοχή περιμετρικά είναι απρόσκοπτη.»

Στο βάθος το όρος του Βρύσινα 

Η ανθρώπινη παρουσία ήταν άνιση, άλλοτε πυκνή άλλοτε αραιότερη. Η πρώτη εμφάνιση ανάγεται στην Τελική Νεολιθική. (4500-3200 π.Χ.), Μετά από ένα κενό, στην αρχή της Μεσομινωικής περιόδου (γύρω στα 1800 π.Χ.) η κορυφή αποκτά τα χαρακτηριστικά ενός ιερού κορυφής η σημασία του οποίου κορυφώνεται τους αιώνες που ακολουθούν. 

Το κύριο χαρακτηριστικό του Βρύσινα όπως και άλλων ιερών κορυφής είναι ότι σε έναν περιορισμένο χώρο και συγκεκριμένες χρονικές περιόδους παρουσιάζεται μία καταπληκτική αριθμητική πυκνότητα ειδικών ευρημάτων, κυρίως ειδωλίων που υποδεικνύουν χώρο τελετουργιών, λατρευτικών αποθέσεων και σε κάθε περίπτωση χώρο συγκέντρωσης πολλών ανθρώπων, έναν δημόσιο χώρο.»
Το χαρακτηριστικό των ευρημάτων είναι η μεγάλη ποικιλία τους, οι τεράστιες ποσότητες και η ποιότητα. Υπάρχουν εξαιρετικά ευρήματα, (μεγάλα είδωλα, σφραγίδες, λίθινα αγγεία) αλλά
και ταπεινά απλά αναθήματα ομοιωμάτων ζώων, ανθρώπων και στοιχείων του φυσικού χώρου, που παρουσιάζουν τεράστια ευρηματικότητα. 

Το σημαντικότερο ιερό κορυφής στη Δυτική Κρήτη
• Σε χρήση καθ’όλη την Παλαιοανακτορική Περίοδο (1900-1700 π.Χ.) και τις αρχές της Νεοανακτορικής. • Ανασκαφές από το 1973 έως σήμερα

Οι περίοδοι λατρείας μπορούν να διακριθούν σε δύο, την παλαιοανακτορική (2100-1700 π.Χ.)και τη νεοανακτορική. (1700-1450 π.Χ.)Υπάρχει και μία τρίτη η μετανακτορική (1450-1070 π.Χ.) κατά την ΥΜΙΙΙΒ και Γ, αλλά είναι μικρότερης εμβέλειας. 
Παρουσιάζουν διαφορετική επισκεψιμότητα, πύκνωση της ανθρώπινης παρουσίας, ή άλλοτε ελάττωση, ακόμη απουσία.»
Μέσω της μελέτης ποικίλων αντικειμένων, όπως σκεύη κεραμικά, εργαλεία, πλάκες, λίθινες τράπεζες, ειδώλια πήλινα και μετάλλινα, καθώς και ομοιώματα διαφόρων θεμάτων, γίνεται προσπάθεια συναγωγής των ανθρώπινων δραστηριοτήτων των οποίων αποτελούν κατάλοιπα: Τελετουργικά γεύματα, συμπόσια, τακτές συναντήσεις μελών από διάφορα γένη και
διφορετικές ηλικίες είναι μερικές από τις δραστηριότητες που σχετίζονται με τη λατρευτική τελετουργία αλλά και με ευρύτερους στόχους που αφορούν την επιβεβαίωση σχέσεων ή τη
διαχείριση θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος ή ακόμη και την επίλυση διαφορών.»

Οι λατρευτικές και παράλληλα οι κοινοτικές δραστηριότητες που λάμβαναν χώρα εκεί, μπορούν να κατανοηθούν καλύτερα στο γεωγραφικό πλαίσιο της χώρας και των όμορων χωριών
που τις πραγματοποιούσαν, και των οποίων αποτελούσαν τμήμα. 
Αυτό απαιτεί την κατανόηση του χώρου, του αναγλύφου, των πόρων, την κατανόηση των αλλαγών του τοπίου καθώς και της διασποράς της κατοίκησης στον ευρύτερο χώρο. Πρακτικά δηλαδή πρέπει να αντιληφθούμε τις διαδρομές, τα μονοπάτια, τις πηγές, τα τοπωνύμια, την ανθρώπινη ορατότητα, το πέρασμα των κοπαδιών, τον ρου των χειμάρρων. 

21ος αι. -Περιοχή του όρους Βρύσινα 

Άρα να αντιληφθούμε τις φυσικές και ανθρώπινες δραστηριότητες που εγγράφηκαν σαν παλίμψηστο στο τοπίο. Σχετικό θέμα είναι η γεωγραφική προέλευση των επισκεπτών του Ιερού που δύναται να ανιχνευθεί μέσω της ανάλυσης της κεραμικής ύλης των αγγείων».

Ευρήματα: • Πλήθος πήλινων ειδωλίων κυρίως ζωόμορφων, που ξεπερνούν τις 4000 • Αρκετά οστά θηλαστικών, ψαριών και ένα όστρεο πορφύρας • Θραύσματα αγγείων με επίθετα πλαστικά στοιχεία από πηλό και πήλινα ομοιώματα που παραπέμπουν στον φυσικό χώρο. • Σημαντική η παρουσία του παράκτιου χώρου (κοχύλι πορφύρας, οστά ψαριών ειδώλιο φώκιας- μοναδικό στην μινωική Κρήτη) • Σφραγίδα από ίασπη με σημεία ιερογλυφικής γραφής • Λίθινα αντ/να (ξεχωρίζουν οι τράπεζες προσφορών κι μια εξαιρετική κεφαλή αιλουροειδούς)
Ποτέ πριν η ανθρώπινη μορφή δεν απεικονίστηκε τρισδιάστατα σε τέτοια ποικιλία και σε τέτοιους αριθμούς. 

Στην ομιλία της η κα Τζαχίλη έδωσε έμφαση σε δύο θέματα: «Το πρώτο είναι ο απέραντος πλούτος της απεικόνισης της ανθρώπινης μορφής σε τρεις διαστάσεις. Με κάθε λεπτομέρεια γυναικείες και ανδρικές μορφές εικονίζονται σε παραλλαγές και στάσεις, με πολυτελείς ενδυμασίες, ζώματα, κομμώσεις, καπέλλα. 

Ποτέ πριν η ανθρώπινη μορφή δεν απεικονίστηκε τρισδιάστατα σε τέτοια ποικιλία και σε τέτοιους αριθμούς. Το δεύτερο είναι το γεγονός ότι τα Ιερά Κορυφής, δηλαδή η τελετουργική συγκέντρωση πολλών ανθρώπων σε ένα σημείο υψηλό εμπλέκεται με φαινόμενα εξαιρετικά σημαντικά για την ιστορία του νησιού την Εποχή του Χαλκού: τη δημιουργία των άστεων, το φαινόμενο της διοίκησης, την ερμηνεία των ανακτορικών κέντρων, τη μετάθεση του κέντρου βάρους από τις γεωργοκτηνοτροφικές κοινότητες στις πόλεις. 
Ήταν ένας τόπος συγκέντρωσης φύλων και εκτεταμένων οικογενειών σε τακτά διαστήματα για λόγους λατρευτικούς και κοινωνικούς. Από αυτή την άποψη οι λειτουργίες τους είναι ανάλογες με αυτές των αμφικτιονιών των κλασικών χρόνων».

4

Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥΣ ΒΡΥΣΙΝΑΣ

ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΜΕ ΙΕΡΟΓΛΥΦΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΒΡΕΘΗΚΕ (Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011)ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
ΜΑΖΙ ΜΕ ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΒΡΥΣΙΝΑ ΝΟΤΙΩΣ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

Το εύρημα αποτελεί τη μοναδική έως τώρα απόδειξη της παρουσίας της αρχαιότερης γραφής των μινωιτών στη δυτική Κρήτη, καθώς πρόκειται για μία λίθινη τετράπλευρη σφραγίδα από βαθυκόκκινο ίασπη, η οποία φέρει εγχάρακτα σημεία της μινωικής ιερογλυφικής γραφής και στις τέσσερις επιφάνειές της
Περισσότερα από 800 ανθρωπόμορφα ειδώλια, γυναικεία και ανδρικά, ομοιώματα μελών του ανθρώπινου σώματος, αρκετά σε μορφή ζώου, αγγεία, τμήματα πήλινων πλακιδίων με επίθετα ειδώλια πτηνών και διπλών κεράτων, πλήθος πήλινα σφαιρίδια. Όλα αυτά και πολλά ακόμη σε ένα μινωικό «ιερό κορυφής» σε υψόμετρο 858 μέτρων στο όρος Βρύσινα της Κρήτης, στα νότια του Ρεθύμνου.
Η αρχαιότερη γραφή των Μινωιτών βρέθηκε στο Ιερό Κορυφής του όρους Βρύσινας Ρεθύμνου. Είναι αποτυπωμένη πάνω σε λίθινη τετράπλευρη σφραγίδα από βαθυκόκκινο ίασπι. Η σφραγίδα φέρει εγχάρακτα σημεία μινωικής ιερογλυφικής γραφής και στις τέσσερις πλευρές της. Το εύρημα είναι πολύ σημαντικό. 

Και το εξαιρετικό εύρημα της φετινής ανασκαφικής περιόδου: Μία τετράπλευρη σφραγίδα από βαθυκόκκινο ίασπη, με χαραγμένα σημεία της μινωικής ιερογλυφικής γραφής και στις τέσσερις επιφάνειές της, που την αναδεικνύει ως τη μοναδική ως τώρα παρουσία της αρχαιότερης γραφής των Μινωιτών στη δυτική Κρήτη.

«Άγιο Πνεύμα» ονομάζεται σήμερα η κορυφή, από την ομώνυμη εκκλησία που κτίσθηκε στο σημείο αυτό, πάνω από το ιερό των Μινωιτών, όπως θεωρούν πλέον οι αρχαιολόγοι. Γύρω από αυτή την εκκλησία, στα τρία άνδηρα που σχηματίζονται στο χώρο διεξάγεται η ανασκαφή, η οποία έφερε στο φως τα πολυάριθμα ευρήματα που χρονολογούνται σε όλη την Παλαιοανακτορική περίοδο (περίπου 1900-1700 π. Χ) και τουλάχιστον ως την αρχή των Νεοανακτορικών χρόνων (περίπου 1700-1500 π. Χ.).

Τα περισσότερα ευρήματα εντοπίσθηκαν στο μεσαίο άνδηρο, όπου τα χώματα ήταν αδιατάρακτα, ενώ σημαντικός αριθμός τους βρισκόταν ακόμη και στις κάθετες σχισμές και τις κοιλότητες του βράχου, εκεί όπου προφανώς τα εναπόθεταν οι μινωίτες προσκυνητές που ανέβαιναν στο ιερό αυτό με τα αναθήματά τους προς τη θεότητα.

Ο Τομέας Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ανέλαβε να μελετήσει και να δημοσιεύσει τα ευρήματα από το Ιερό κορυφής του Βρύσινα με την επίβλεψη της αναπληρώτριας καθηγήτριας Ίρις Τζαχίλη. 
Τα ιερά κορυφής είναι τυπικό χαρακτηριστικό του μινωικού πολιτισμού: πρόκειται για θέσεις σε κάποιο υψόμετρο, όχι μακριά από οικισμούς, όπου, σε μικρή έκταση μερικών μόνο τετραγωνικών μέτρων, εκατοντάδες ειδωλίων, ανθρώπων ή ζώων, μαζί με σπασμένα αγγεία βρίσκονται καταχωμένα ανάμεσα σε σχισμές βράχων ή σε εδαφικές κοιλότητες, μαζί με θραύσματα κεραμεικής. Λόγω αυτών των υψηλών συγκεντρώσεων ειδωλίων, οι θέσεις αυτές χαρακτηρίζονται ως τόποι λατρείας. 
Έως τώρα σχεδόν κανένα από τα ιερά κορυφής δεν έχει πλήρως δημοσιευτεί. Ένας πρώτος λοιπόν στόχος των εργασιών που διεξάγονται σήμερα είναι η πλήρης δημοσίευση του αρχαιολογικού υλικού του Ιερού κορυφής του Βρύσινα.
Οι φοιτητές του Τμήματος έχουν την ευκαιρία, καταγράφοντας το εξαιρετικά πολυάριθμο υλικό, να εξοικειωθούν με τη διαχείριση και τη μελέτη των αρχαιολογικών ευρημάτων. Παράλληλα διενεργούνται επιτόπιες επισκέψεις στο Ιερό και η αρχαιολογική μελέτη συμπληρώνεται με στοιχεία αρχαιολογία του τοπίου.
Μετάλλινοι λατρευτές (ανθρωπόμορφα ειδώλια), χάλκινοι μικρογραφικοί πελέκεις, χάλκινα ομοιώματα εγχειριδίων, καθώς και λίθινα σκεύη, μεταξύ των οποίων το ένα είναι πιθανότατα αιγυπτιακό, δύο τράπεζες προσφορών από στεατίτη και δύο μικρές λοπάδες (μαγειρικά σκεύη με μεγάλο άνοιγμα) είχαν έρθει άλλωστε στο φως και κατά το 2010. 
Ταυράκι που απόθεσε κάποιος Μινωίτης στο Ιερό
Εύλογα λοιπόν οι ανασκαφείς της ΚΕ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων υπό την ευθύνη της αρχαιολόγου κυρίας Ελένης Παπαδοπούλου και του Πανεπιστημίου Κρήτης με την ευθύνη της καθηγήτριας κυρίας Ιριδας Τζαχίλη θεωρούν πλέον ότι ο Βρύσινας είναι το σημαντικότερο ιερό κορυφής για τη δυτική Κρήτη. 
Με σαφείς αναλογίες μάλιστα, ως προς το τελετουργικό πλαίσιο, τη μορφή της λατρείας αλλά και τον τρόπο άσκησής της με τα ανακτορικά ιερά κορυφής - Γιούχτα, Κόφινα, Πετσοφά και Τραόσταλο - της Κεντρικής και της Ανατολικής Κρήτης

5
ΜΙΑ ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΣΤΟ ΙΕΡΟ  ΤΗΣ ΚΟΡΥΦΗΣ ΤΟΥ ΒΡΥΣΙΝΑ

Γεωργία Κορδατζάκη.

Κεραμική από το Ιερό Κορυφής του Βρύσινα. Ένα Σύνθετο Τεχνο-σύστημα Παραγωγής και Χρήσης την 2η χιλιετία π.Χ.


Η μελέτη προσεγγίζει τεχνολογικά τη μεσομινωική κεραμική που καταναλώθηκε στο ιερό κορυφής του Βρύσινα Ρεθύμνου. Μέσω της ανάλυσης γίνεται προσπάθεια να κατανοηθούν πλευρές της λειτουργίας του ίδιου του ιερού. 
Προσδιορίζεται η προέλευση των πρώτων υλών που οι κεραμείς χρησιμοποίησαν για να παράξουν τα κεραμικά τους. 
Γίνονται έτσι εκτιμήσεις σχετικές με την προέλευση των ομάδων που συμμετείχαν στα δρώμενα στο ιερό. 
Οι μετέχοντες γίνονται αντιληπτοί ως καταναλωτές κεραμικών παραδόσεων.

Από τα ευρήματα του Ιερού κορυφής 

Η ανάλυση ανέδειξε τον υψηλό αριθμό των διαφορετικών κοινωνικο-πολιτισμικών ομάδων. Η έρευνα, επομένως, συμβάλλει στην κατανόηση πτυχών του φαινομένου των ιερών κορυφής στην Κρήτη, η μελέτη των οποίων έως τώρα εξαντλούνταν σχεδόν αποκλειστικά σε θεωρητικές προσεγγίσεις. 
Ταυτόχρονα, η έρευνα αποτελεί σημαντικό πρακτικό βοήθημα για τον φοιτητή και τον αρχαιολόγο που θέλει να εξοικειωθεί με τον τρόπο συστηματικής καταγραφής των τεχνολογικών χαρακτηριστικών της κεραμικής στο πεδίο. 
Συμπεριλαμβάνεται εκτεταμένο Γλωσσάρι Ειδικών Όρων, χρήσιμο για όσους ενδιαφέρονται να ενημερωθούν για ζητήματα σχετικά με την τεχνολογία παραγωγής της κεραμικής και τη γεωλογία. 

Η έρευνα συνδυάζει τη συστηματική μακροσκοπική καταγραφή της κεραμικής στη βάση των τεχνολογικών χαρακτηριστικών της και την αρχαιομετρική ανάλυση. Η εργαστηριακή ανάλυση περιλαμβάνει την παρατήρηση λεπτών τομών των κεραμικών σε πολωτικό μικροσκόπιο, τον χημικό προσδιορισμό τους με τη μέθοδο της φασματοσκοπίας ακτίνων –Χ φθορισμού διασκορπιζόμενης ενέργειας (EDS-XRF) και τον ορυκτολογικό προσδιορισμό τους με τη μέθοδο της περιθλασιμετρίας ακτίνων –Χ (XRD). 
Κεραμική Βρύσινας: λήψη από πολωτικό μικροσκόπιο, 250Χ, ΧP

Προσδιορίστηκαν πέντε βασικές παραδόσεις παραγωγής κεραμικής. 

Τα διακοσμημένα αγγεία παρήχθησαν σχεδόν εξ ολοκλήρου από μία κεραμική παράδοση. Στο πλαίσιο της ίδιας παράδοσης κατασκευάστηκαν επιπλέον και αβαφή κωνικά κύπελλα. Με τις υπόλοιπες τέσσερις παραδόσεις παρήχθη σχεδόν αποκλειστικά αβαφής κεραμική. Τρεις από αυτές χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή κεραμικών τόσο κατά την πρώτη φάση του ιερού (ΜΜ Ιβ-ΙΙ) όσο και κατά τη δεύτερη φάση (ΜΜ ΙΙΙ). -(1700-1600 π.Χ.)

Η έρευνα αναδεικνύει, μέσω του υψηλού αριθμού των κεραμικών παραδόσεων που καταναλώθηκαν στον Βρύσινα για παρόμοιους τύπους αγγείων, σημαντικό αριθμό ομάδων με διαφορετική κοινωνικο-πολιτισμική προέλευση και ταυτότητα. Η συνύπαρξη των διαφορετικών ομάδων στον χώρο του ιερού αντανακλά τη συνειδητοποίηση της κοινής ταυτότητάς τους σε επίπεδο περιοχής. 

Η συνειδητοποίηση αυτή εκφράζεται και με τη χρήση ενός συνόλου διακοσμημένων κεραμικών που παράγονται αποκλειστικά από μια κεραμική παράδοση. Μελέτες τεχνολογίας κεραμικής από οικισμούς της περιόδου στο υπόλοιπο νησί ανιχνεύουν ένα περισσότερο απλό σύστημα κατανάλωσης. 
Συνήθως στους οικισμούς προσδιορίζεται μια βασική κεραμική παράδοση για την παραγωγή της συντριπτικής πλειονότητας των αγγείων που χρησιμοποιούνται. 
Η διαφορά που καταγράφεται ανάμεσα στο σύστημα κατανάλωσης του ιερού (υψηλός αριθμός κεραμικών παραδόσεων) και στο αντίστοιχο των οικισμών (περιορισμένος αριθμός κεραμικών παραδόσεων) σχετίζεται άμεσα με τη λειτουργία του ιερού στον Βρύσινα. 

Η εμφάνιση δύο νέων κεραμικών παραδόσεων κατά τη ΜΜ ΙΙΙ - περίοδος που συμπίπτει χρονικά με την παύση του γειτονικού ιερού κορυφής των Ατσιπάδων νότια του Βρύσινα - υποδηλώνει απορρόφηση νέων πληθυσμιακών ομάδων και γενικότερες μεταβολές στον κοινωνικο-πολιτισμικό χάρτη της ευρύτερης περιοχής του Ρεθύμνου. 


Οι πρώτες ύλες σχετίζονται με ιζήματα που αποτέθηκαν γύρω από το ιερό. Ενισχύεται, επομένως, η έως τώρα επικρατούσα άποψη ότι τα ιερά κορυφής προορίζονταν για να καλύψουν τις ανάγκες του τοπικού ως επί το πλείστον πληθυσμού. Φαίνεται, ωστόσο, ότι προϊόντα συγκεκριμένης κεραμικής παράδοσης διακοσμημένα με τον πολύχρωμο ρυθμό διακινούνται και νότια του Βρύσινα, στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου και το εκεί τοπικό ιερό των Ατσιπάδων. Η διακίνηση επιτρέπει τον υποθετικό προσδιορισμό μιας επικράτειας που μεταξύ άλλων θα μπορούσε να περιλαμβάνει τις περιοχές γύρω από τα δύο ιερά κορυφής. 



Ενδεικτική Βιβλιογραφία
-Dietler M., ‘Driven by Drink: The Role of Drinking in the Political Economy and the Case of Early Iron Age France’, Journal of Anthropological Archaeology 9 (1990), 352-406
-Haggis D.C., ‘Staple Finance, Peak Sanctuaries, and Economic Complexity in Late Prepalatial Crete’. In Chaniotis A. (ed.), From Minoan Farmers to Roman Traders: Sidelights on the Economy of Ancient Crete. F. Steiner. Stuttgart, 1999, 53-85
-Hein A., Day P.M., Quinn P.S. and Kilikoglou V., ‘The Geochemical Diversity of Neogene Clay Deposits in Crete and its Implications for Provenance Studies of Minoan Pottery’, Archaeometry 46, 3 (2004), 357-384
-Κορδατζάκη Γεωργία, Εισαγωγή Τεχνολογικών Χαρακτηριστικών στη Μακροσκοπική Εξέταση και η Μεθοδολογία Ανάλυσης Κεραμικού Υλικού. Πεδίο εφαρμογής: Ιερό του Βρύσινα. Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης. Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Ρέθυμνο, 2002
-Ντρίνια Χ., Κλαστική Ιζηματογένεση στο Ανώτερο Καινοζωικό της Δυτικής Κρήτης – Η Λεκάνη των Αποστόλων (Ρέθυμνο). Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα, 1996
-Tzachili I., ‘Quantitative Analysis of the Pottery from the Peak Sanctuary at Vrysinas, Rethymnon’. Ιn Foster K. P. and Laffineur R. (eds.), METRON. Measuring the Aegean Bronze Age. Proceedings of the 9th International Aegean Conference, New Haven, Yale University, 18-21 April 2002. AEGAEUM 24 (2003), 327-331
Σχετικά, υπό έκδοση
-Κορδατζάκη Γεωργία, “Supplying the peak sanctuary at Vrysinas with Pottery. A plethora of fabric-families as fingerprint of cultural complexity”. Πεπραγμένα του 5ου Συμποσίου της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας, Αθήνα 8-10 Οκτωβρίου 2008
-Κορδατζάκη Γεωργία, «Επιφανειακή Έρευνα στα Ορεινά του Ρεθύμνου: Ενδεικτική Ανάλυση Κεραμικής από τον Βρύσινα» (“Surveying on the Mountainous Area around Rethymnon: Analysis of the Vrysinas Survey Ceramic Material - First Results”. Πεπραγμένα της Α΄ Παγκρήτιας Επιστημονικής Συνάντησης για το Αρχαιολογικό Έργο στην Κρήτη, Ρέθυμνο 28-30 Νοεμβρίου 2008

Για τη διατριβή
Τίτλος: Κεραμική από το Ιερό Κορυφής του Βρύσινα. Ένα Σύνθετο Τεχνο-σύστημα Παραγωγής και Χρήσης την 2η χιλιετία π.Χ.
Τύπος: Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης
Επόπτες καθηγητές: Τζαχίλη Ίρις (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Περδικάτσης Βασίλης (Πολυτεχνείο Κρήτης), Κόπακα Κατερίνα (Πανεπιστήμιο Κρήτης)
Διάρκεια: Νοέμβριος 2003-Δεκέμβριος 2007
Υποστήριξη: 13 Δεκεμβρίου 2007
Περιγραφή: 2 τόμοι 572 σελίδων, Τόμος Ι: 324 σελίδες κείμενο/Πίνακες 4, Τόμος ΙΙ: Παράρτημα Ι-Βασικές αρχές των εφαρμοσμένων στη μελέτη αρχαιομετρικών μεθόδων/Παράρτημα ΙΙ-Γλωσσάρι Ειδικών Όρων/Χάρτες 3/Εικόνες 84/Γραφήματα 176/Βιβλιογραφία
Γλώσσα: Ελληνικά
Η διατριβή είναι διαθέσιμη στον σχετικό διαδικτυακό τόπο του ηλεκτρονικού ιδρυματικού καταθετηρίου της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κρήτης. (http://elocus.lib.uoc.gr)
Η διατριβή πρόκειται να δημοσιευθεί ως μονογραφία από τις εκδόσεις Τα Πράγματα.

ΤΕΛΟΣ 


ΜΕ ΠΗΓΕΣ ΑΠΟ 
  • www.archaiologia.gr/ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ 
  • Ίρις Τζαχίλη-Ομότιμη Καθηγήτρια Προϊστορικής Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης
  • Δημήτρης Σφακιανάκης-Αρχαιολόγος, Υποψήφιος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Κρήτης
  • ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ  ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ  ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ 
  • users.uoi.gr/
  • ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝΑ 
  • ΚΟΡΔΑΤΖΑΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΔΡ. ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ - ΠΕΤΡΟΓΡΑΦΟΣ
  • ΠΕΡΙΟΔ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ
  • ΖΟΥΓΚΛΑ GR
  • ΤΟ ΒΗΜΑ
  • GOVERNMENT .GR
  • ENET,GR
  • Τοπία Κρήτης -Panoramion cyclingcreta
  • CANDIA.WORDPRESS.COM
  • www.hellinon.net/ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ 

Περί του Μινωικού πολιτισμού








ΜΙΝΩΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο μινωικός πολιτισμός χρωστάει το όνομά του στον θρυλικό βασιλιά Μίνωα, ο οποίος πιθανότατα ήταν μόνο ο τίτλος των κυβερνητών στην Κρήτη Δυστυχώς, αυτή η γλώσσα είναι ακόμα αρκετά άγνωστη, και ο «Δίσκος της Φαιστού» περιμένει ακόμα να μεταφραστεί.
Το πρώιμο κέντρο εκείνου του πολύ υψηλού πολιτισμού ήταν η νήσος της Κρήτης στη Μεσόγειο, στη μέση πλησίον της Ελλάδας, με δύο σημαντικές πόλεις, την Κνωσό και τη Φαιστό. Η δύναμη και η επιρροή του πολιτισμού αυτού του πρώτου στην Ευρώπη ήταν πολύ επεκταμένες, σε ολόκληρη τη βόρεια και ανατολική αλλά και δυτική  Μεσόγειο, αλλά και όπως αποδεικνύεται και στην Βόρεια Ευρώπη .

Ο μινωικός πολιτισμός έφθασε σε πολύ υψηλό επίπεδο και στην τεχνολογία επίσης. Το πρώτο ρομπότ, από το μύθο, ήταν στην Κρήτη (ο Τάλως το τέρας), και ο θρυλικός αθηναίος Δαίδαλος ζούσε ήδη στην Κρήτη, κατασκευάζοντας τα διάφορα τεχνικά έργα για το βασιλιά Μίνωα.
Η σημερινή αρχαιολογία θα μπορούσε μόνο να επιβεβαιώσει ότι περίπου 3500-3000 π. Χ.  , ο « μινωικός» πολιτισμός είχε προχωρήσει σε υψηλό επίπεδο και είναι ο πρώτος μεγάλος πολιτισμός της Ευρωπαϊκής ηπείρου  , διατηρήθηκε δε έως τον13ο ή τον 12ο αιώνα π.Χ., όταν ο γνωστός από το μύθο Θησέας ο αθηναίος συνέτριψε με τη δύναμή του τον λαβύρινθο. (από την λέξη είναι λάβρυς  που χρησιμοποιήθηκε και για τον διπλό πέλεκυ, το σύμβολο του μινωικού πολιτισμού). Επίσης, όλοι ξέρουμε για το μύθο του Μινώταυρου, ένα τέρας με ανθρώπινο σώμα και κεφάλι ταύρου, που ζούσε στο λαβύρινθο, από τη μυθολογία.

Η ΜΙΝΩΙΚΗ ΚΡΗΤΗ
Η Κρήτη ήταν η έδρα του πρώτου μεγάλης κλίμακας πολιτισμού στο Αιγαίο, αλλά και στην Ευρώπη την Εποχή του Χαλκού. Τα ανάκτορα του νησιού παρέχουν στοιχεία ανάπτυξης ενός ειρηνικού πολιτισμού, ο οποίος ήταν βασισμένος στον έλεγχο της θάλασσας. Η ανασκαφές στην Κνωσό, περιοχή του παλατιού του θρυλικού βασιλιά Μίνωα, ήρθε να ξετυλίξει τις πτυχές του αρχαίου μύθου. Ο λαβύρινθος των δωματίων και των μεταβάσεων δικαιολογεί την ονομασία του.. Η Κρητική νωπογραφία και η αγγειοπλαστική, καθώς επίσης και η αρχιτεκτονική, δείχνουν έναν έντονα δυναμικό από την αρχή του πολιτισμό.




ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ
Τοποθετημένη στη νότια άκρη του Αιγαίου, η Κρήτη έχει 250 χιλιόμετρα μήκος και 55 χιλιόμετρα πλάτος, στο ευρύτερο σημείο της. Το νησί γεωλογικά διαμορφώθηκε από μια απώθηση του αφρικανικού πιάτου που κρύβεται κάτω από την άκρη του ευρωπαϊκού πιάτου. Αυτό είναι ένα ασταθές μέρος της λεκάνης της Μεσογείου. Αν και η στάθμη της θάλασσας έχει αυξηθεί περίπου ένα μέτρο από την Εποχή του Χαλκού, το δυτικό άκρο του νησιού έχει υπερυψωθεί κατά 8 περίπου μέτρα, και το ανατολικό άκρο έχει βυθιστεί κατά μερικά μόνο εκατοστά. Το νησί είναι αρκετά ορεινό, με τις κορυφές των υψηλότερων βουνών 2.560 μέτρα. Υπάρχουν πάνω από χίλιες σπηλιές στο νησί οι οποίες παρείχαν τα πρόωρα καταφύγια, και απέκτησαν κάποια αναπτυγμένη θρησκευτική σημασία. Οι περισσότεροι τομείς του εύφορου εδάφους και τα καλύτερα λιμάνια είναι στο Βορρά, όπου το νησί κλίνει προς τη θάλασσα.


Η μεγαλύτερη πεδιάδα, η Μεσαρά, είναι στο νότο, όπου εκτείνεται 50 χιλιόμετρα από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Αυτή η περιοχή έχει επίσης ένα καλό λιμάνι στα δυτικά, την Αγία Τριάδα. Τα οροπέδια, ειδικά ο Ομαλός και το Λασίθι, είναι απομονωμένα από τις ακτές και έτσι υπήρξαν πολύ καλά καταφύγια. Δεν υπάρχει κανένας πλεύσιμος ποταμός. Η Κρήτη καυχάται για τα πολυάριθμα φαράγγια. Ειδικά, στη νότια ακτή, το φαράγγι της Σαμαριάς είναι το μακρύτερο στην Ευρώπη. Ο Χειμώνας είναι ηλιόλουστος και ήπιος, με χιόνι μόνο στα βουνά, ενώ τα καλοκαίρια είναι καυτά και χωρίς βροχή. Το νησί ήταν έντονα δασώδες στην Εποχή του Χαλκού. Η αποδάσωση εμφανίστηκε, όπως και στην ηπειρωτική χώρα, στην ενετική εποχή, λόγω της χρήσης του ξύλου για κατασκευή πλοίων, καθώς και από την σταθερή φθορά των ελληνικών αιγών.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
 Όπως οι Μυκήνες, η Κρήτη της Εποχής του Χαλκού ήταν γνωστή, κατά ένα μεγάλο μέρος, μέσω του μύθου, μέχρι τον τελευταίο αιώνα. Μερικές από τις αποθήκες στην Κνωσό ανακαλύφθηκαν το 1878 από Μίνο Καλοκαιρινό, αλλά η τουρκική κυβέρνηση απέτρεψε τις εκτενείς ανασκαφές. Μετά από την ανακάλυψη της Τροίας και των Μυκηνών, ο Heinrich Schliemann γύρισε στην Κρήτη και επιδίωξε να αγοράσει το λόφο κάτω από τον οποίο υποπτευόταν πως βρισκόταν το παλάτι της Κνωσού. Ανίκανος να συμφωνήσει με τον ιδιοκτήτη στον αριθμό ελιών στην περιοχή, βάση για την τιμή του κτήματος σύμφωνα με την τουρκική νομοθεσία, ο Schliemann εγκατέλειψε το πρόγραμμα. Αφέθηκε στον Arthour Evans να ανασκάψει το παλάτι.
 Όταν η Κρήτη δηλώθηκε ως αυτόνομο κράτος από την οθωμανική κυριαρχία το 1898, το πολιτικό κλίμα επέτρεψε στον Evans για να αγοράσει την περιοχή και να αρχίσει τις ανασκαφές το 1900. Η πρώτη φάση προχώρησε έως το 1914, όταν διακόπηκε η εργασία από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
 Η ανασκαφή άρχισε πάλι το 1922 και συνεχίστηκε ως το 1932, οπότε η εργασία του Evans στην Κνωσό προκάλεσε έντονη διαμάχη για τις αρχαιολογικές μεθόδους του. Εκτός από την αποκάλυψη του παλατιού, ο Evans ανοικοδόμησε επίσης κάποια από τα μέρη του.
 Η διαμάχη συνεχίζεται, πέρα από την ακρίβεια των ανοικοδομήσεών του και την καταλληλότητα των μεθόδων και των περιοχών. Η στροφή αυτού του αιώνα χαρακτήρισε την έναρξη πολλών σημαντικών ερευνών στην Κρήτη.
Η ιταλική σχολή της αρχαιολογίας στην Αθήνα έχει ανασκάψει στην Φαιστό από το 1900. Η Harriet Boyd, έψαχνε για μινωικά ευρήματα στην περιοχή Καβούσι , όπου είχε την υπόδειξη από έναν αγρότη για έναν λόφο με σπασμένα κομμάτια αγγειοπλαστικής και παλαιούς τοίχους. Οι ανασκαφές της, που άρχισαν το 1901, οδήγησαν στην ανακάλυψη των Γουρνών, μια μέτρια μεγέθους μινωική πόλη. Γαλλικές και ελληνικές αποστολές άρχισαν εργασίες στα Μάλια στα 1921.

Κνωσός 6500-5800 π. Χ.  Αρχαιότερη Νεολιθική Μαρμάρινο ανδρικό ειδώλιο υψ.9 εκ ΑΜΗ Αρχ. Μουσείο Ηρακλείου 


ΛΙΘΙΝΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ
Βρέθηκαν στοιχεία  ανθρώπινης δραστηριότητας στην Κρήτη στην παλαιολιθική ηλικία 140,000 π.Χ. με εργαλεία πέτρας . Κάποτε μεταξύ 6500 και 6000 π.Χ. (έναρξη της νεολιθικής εποχής) άνθρωπο ξανά  έφθασαν στην Κρήτη. Οι πολυάριθμες σπηλιές παρείχαν τα πρώτα σπίτια και τις λάρνακες. Οι νεκροί μπορεί να θάβονταν στις ίδιες σπηλιές, χρησιμοποιούμενες και ως κατοικίες. Αυτή η πρακτική συνεχίστηκε ελάχιστα  αργότερα από τους ανθρώπους που κατασκεύασαν σπίτια, τότε η Κρητικοί χρησιμοποιούσαν θολωτούς ή θαλαμωτούς τάφους
.Ο πρώτος θαλαμωτός τάφος στον κόσμο βρέθηκε στην περιοχή Λέντα νότια του Ηρακλείου  . Η πρακτική δεν εξαφανίστηκε εντελώς από την Ελλάδα αν και μέχρι την μυκηναϊκή εποχή χρησιμοποιούσαν θολωτούς και θαλαμωτούς τάφους  .
Η Κνωσός είναι η αρχαιότερη περιοχή που ανακαλύπτεται ανθρώπινη εγκατάσταση ,την νεώτερη εποχή μετά την παλαιολιθική , μέχρι τώρα. (Η Φαιστός καταλήφθηκε επίσης προς το τέλος της νεολιθικής περιόδου.) Δέκα στρώματα οικισμού, έχουν αποκαλυφθεί στην Κνωσό για την περίοδο από το 6000 έως το 3000 π.Χ.
Οι πρώτοι κάτοικοι βρήκαν έναν χαμηλό λόφο στη σύνδεση δύο ρευμάτων σε μια προφυλαγμένη κοιλάδα. Με νέα σπίτια, που χτίζονται και πέρα από τις καταστροφές των παλαιών, οδηγείται η αύξηση της κατοικημένης περιοχής.
Οι πρώτοι άποικοι έχτισαν ξύλινα σπίτια, χρησιμοποίησαν δέρματα και δεν υπάρχουν στοιχεία της χρήσης αγγειοπλαστικής. Η παρουσία οψιδιανού δείχνει τις εμπορικές σχέσεις με τη Μήλο, τη μόνη θέση στην Ελλάδα με το πέτρωμα αυτό. Μιλάμε για ένα ανεπτυγμένο ναυτικό πολιτισμό για να μπορούν να διανύουν βέβαια τέτοιες αποστάσεις.

·                 

Αρχίζοντας από το ένατο επίπεδο κατοικίας, τα σπίτια κατασκευάστηκαν με τοίχους τούβλων λάσπης και η χειροποίητη αγγειοπλαστική είναι εμφανής. Χρησιμοποιήθηκαν λίθινα και οστέινα εργαλεία, συμπεριλαμβανομένων τόξων και βελών.
Οι άποικοι κατασκεύαζαν επίσης ύφασμα. Οι ενταφιασμοί γίνονταν συχνά στις σπηλιές. Η βασική κοινωνική μονάδα ήταν η γενιά και η χρήση των πόρων ήταν κοινοτική. Οι επιμιξίες ήταν απαγορευμένες και οι χωριστές γενιές διαμόρφωναν μια φυλετική μονάδα.
Η θέση εμφανίστηκε γενικά ειρηνική και δεν υπήρξε κανένας αμυντικός τοίχος. Αυτό το ειρηνικό περιβάλλον που ενθαρρύνεται, αυξάνει στη γενική ευημερία. Η παραγωγή πλεονάσματος από τη γεωργία συνέβαλε στη διατήρηση των ειδικευμένων βιοτεχνών. Αυτή ήταν μια σημαντική δραστηριότητα για την Εποχή του Χαλκού.
Η Εποχή του Χαλκού στην Κρήτη αρχίζει περίπου πριν το 3000 π. Χ., μια περίοδος εξάρθρωσης και αναταραχής. Η μεταλλουργία μεταφέρθηκε πιθανώς από τις Κυκλάδες.
Για παράδειγμα Η Κύθνος έχει αρκετό χαλκό και έχουν βρεθεί στοιχεία μεγάλης κατεργασίας του χαλκού .
 Ο περίβολος επάνω από τους επίγειους τάφους χρησιμοποιήθηκε για συλλογικούς ενταφιασμούς. Εμφανίστηκαν σημαντικές αλλαγές στην αγγειοπλαστική όπως κύπελλα υψηλά στα βάθρα και ριγμένες κανάτες ενώ λεία εργαλεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διακόσμηση.

·                  

Η ΚΡΗΤΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Προπύλαια Κνωσού - Φωτ: Λουκάς Χαψής.

Ο ελληνικός μύθος

Ο Όμηρος περιγράφει την Κρήτη ως πλούσιο και καλό έδαφος, που εποικείται πυκνά από λαούς διάφορων φυλών, κάθε ένας με τη γλώσσα του. Σύμφωνα με Όμηρο, η Κρήτη είχε 90 κωμοπόλεις, με πρωτεύουσα την Κνωσό.
 Ο βασιλιάς, που λέγεται Μίνωας, κυβερνούσε εκεί για 9 έτη και απολάμβανε τη φιλία του Δία. Σύμφωνα με την κρητική λαογραφία, ο Μίνωας ήταν ο γιος Δία, γεννημένος από την Ευρώπη σε μια σπηλιά, μαζί με τους δύο αδελφούς του, τον Ραδαμάνθυ και τον Σαρπηδών. Κάθε αδελφός συνδέθηκε με μια από τις σημαντικότερες περιοχές παλατιών στην Κρήτη: ο Μίνωας με την Κνωσό, ο Ραδάμανθυς με την Φαιστό, και ο Σαρπηδών με τα Μάλια.
Ο Μίνωας λέγεται πως έχει λάβει από τον Δία έναν κώδικα νόμων που ήταν η πηγή των νεότερων κρητικών νόμων . Σύμφωνα με το μύθο, ο Ποσειδών έστειλε στο βασιλιά Μίνωα έναν μεγάλο άσπρο ταύρο για να θυσιαστεί, αλλά ο Μίνωας τον κράτησε για τον εαυτό του.
Για εκδίκηση, ο Ποσειδών έστειλε στη βασίλισσα Πασιφάη ένα αφύσικο πάθος για τον ταύρο αυτό και καρπός αυτού του πάθους ήταν ο Μινώταυρος, μισός ταύρος και μισός άνθρωπος. Ο Δαίδαλος τότε κατασκεύασε μια ξύλινη αγελάδα μέσα στην οποία η βασίλισσα έκρυψε τον Μινώταυρο. Όταν ο Μίνωας αντιλήφθηκε την απάτη, φυλάκισε τον Δαίδαλο και τον Μινώταυρο στον λαβύρινθο που ο ίδιος ο Δαίδαλος είχε σχεδιάσει.
 Ο γιος του Μίνωα έπλευσε στην Αθήνα για να συμμετάσχει σε αθλητικούς αγώνες. Σκοτώθηκε όμως από τους ζηλότυπους Αθηναίους, αφότου κέρδισε σε πολλά αγωνίσματα. Για τιμωρία, ο Μίνωας απαίτησε έναν φόρο επτά αγοριών και επτά κοριτσιών που στέλνονται στην Κρήτη κάθε οκτώ έτη, και τα οποία τρώγονται από τον Μινώταυρο.
Στην τρίτη αποστολή, ο Θησέας, ο γιος του αθηναίου βασιλιά Αιγαία, ήταν ένα από τα αγόρια. Η Αριάδνη, κόρη του Μίνωα, ερωτεύτηκε τον Θησέα και του έδωσε ένα κουβάρι, τον γνωστό Μίτο της Αριάδνης, έτσι ώστε να μπορεί να βρει την έξοδο του λαβύρινθου. Ο Θησέας πέτυχε το φόνο του Μινώταυρου και τη διαφυγή του.
 Η Αριάδνη τον συνόδευσε από την Κνωσό, αλλά ο Θησέας την άφησε στη Νάξο, όπου αργότερα παντρεύτηκε με τον Διόνυσο. Ο Θησέας επέστρεψε στην Αθήνα αλλά ξέχασε να δώσει το συμφωνημένο σήμα για την επιτυχία, ένα άσπρο πανί αντί του μαύρου στο πλοίο του . Ο Αιγαίας, όταν το είδε, σκέφτηκε ότι ο Θησέας είχε πεθάνει και ρίχτηκε στη θάλασσα, ονόμασαν το πέλαγος αυτό με το όνομά του και έμεινε για πάντα: Αιγαίο.
Στον Μίνωα αποδίδεται γενικά η καθιέρωση του πρώτου ναυτικού και η καταστολή της πειρατείας. Ο Θουκυδίδης επίσης υποστηρίζει ότι ο Μίνωας αποίκισε και κυβέρνησε τις Κυκλάδες και εγκατέστησε τους γιους του ως κυβερνήτες.
Έτσι προκύπτουν δύο διαφορετικές εικόνες του Μίνωα. Στην πρώτη είναι ευεργετικός κυβερνήτης, προστάτης των τεχνών, ιδρυτής των παλατιών, και ένα κυβερνήτης μιας εκπολιτισμένης κοινωνίας. Στη δεύτερη είναι τύραννος και καταστροφέας. Τα τελευταία μπορούν να βασιστούν εν μέρει στον αθηναϊκό σοβινισμό, αλλά οι διαφορές μπορούν επίσης να είναι ένα αποτέλεσμα του ονόματος του Μίνωα ως τίτλο που χρησιμοποιείται και για μια δυναστεία με διάφορα πρόσωπα .
Η πρώτη εικόνα μπορεί να ισχύει για εκείνους τους κυβερνήτες και, ίσως, αρχικά, να επρόκειτο για πραγματικά ονόματα βασιλιάδων.
Η δυναστεία αυτή οδήγησε την Κνωσό στις μεγάλες ημέρες της. Η δεύτερη εικόνα μπορεί να ισχύσει για έναν κυβερνήτη της Κνωσού που χρησιμοποίησε τον πλούτο και τη δύναμη να εξαναγκάσει άλλους λαούς να του πληρώνουν φόρο.




Ανακτορική Περίοδος
Υπήρξαν τρία σημαντικά ανάκτορα: η Φαιστός στο νότο, τα Μάλια στα βορειοανατολικά, και η Κνωσός στο βόρειο κεντρικό μέρος του νησιού. Επιπλέον, ένα μικρότερο ανάκτορο στη Ζάκρο, στην ανατολική άκρη, έχει επίσης βρεθεί. Μπορεί επίσης να είχε υπάρξει ένα μεγάλο ανάκτορο στα βορειοδυτικά, καθώς επίσης και άλλα μικρότερα. Τα βασικά τους σχέδια είναι παρόμοια. Υπάρχουν μεγάλα ορθογώνια, προσανατολισμένα στον άξονα βορρά-νότου, κεντρικά διοικητήρια, με τα διαμερίσματα διαβίωσης στην ανατολή. Σειρές από σκαλοπάτια οδηγούν στα ανώτερα διαμερίσματα.



Τα βασιλικά διαμερίσματα ήταν στα βορειοδυτικά, συμπεριλαμβανομένης μιας αίθουσας, την εξαγνιστική αίθουσα, και την τουαλέτα. Τα δωμάτια με τις λάρνακες βρέθηκαν στη δυτική πλευρά των υπογείων. Τα αρχεία βρέθηκαν επίσης στη δύση. Υπήρξαν δυτικά διοικητήρια και μια δυτική πρόσοψη. Τα σιλό και τα κοιλώματα ήταν στα δυτικά διοικητήρια.
Οι κουζίνες εμφανίζονται να βρίσκονται βόρεια του κεντρικού διοικητηρίου. Τα ανάκτορα δεν είχαν γενικά καμία εσωτερική μεγάλη αίθουσα , αν και αυτό της Φαιστού ήταν ιδιαίτερα ογκώδες. Οι τοίχοι ήταν πέτρινοι με συνεκτικό υλικό τον άργιλο.
Σοβαντισμένες πέτρες χρησιμοποιήθηκαν για τους τοίχους που ήταν εκτεθειμένοι στην ύπαιθρο. Χαρακτηριστικό της μινωικής κατασκευής ήταν η χρήση στύλων και ανωφλιών, δηλαδή οι κάθετες κολώνες χρησιμοποιήθηκαν για να υποστηρίξουν ένα οριζόντιο ανώφλι, παραδείγματος χάριν, για να διαμορφώσουν μια πόρτα.




Φωταγωγοί και κεντρικοί άξονες χρησιμοποιήθηκαν σε όλες τις περιπτώσεις. Πλαίσιο ξυλείας επίσης χρησιμοποιήθηκε, όπως ήταν οι μεγάλοι ξύλινοι στύλοι με πάνω από ένα μέτρο διάμετρο. Αυτοί  οι στύλοι εκλεπτύνονται προς τα κάτω.
Χρησιμοποιήθηκαν επίπεδες στέγες, εκτός από για τους καλυμμένους δια θόλου κυκλικούς τάφους. Τα πρώτα ανάκτορα είχαν σχεδιαγράμματα και λειτουργίες συμβολικού τύπου, κάτι πολύ περίπλοκο για τις οικίες οικογένειες.
Υπήρξε μια χαρακτηριστική έμφαση στη σκάλα, κάτι σαν ευδιάκριτο χαρακτηριστικό γνώρισμα. Αυτά τα ανάκτορα είχαν ένα περίπλοκο διπλό αποχετευτικό σύστημα, για να μεταφέρουν τα υγρά απόβλητα χωριστά από τα όμβρια ύδατα, καθώς επίσης και ένα άριστο υδραυλικό σύστημα για να παρέχουν γλυκό νερό.




Τα εσωτερικά δωμάτια ήταν σχετικά μικρά σε σύγκριση με τη συνολική περιοχή. Τα ανοικοδομημένα ανάκτορα ήταν εντυπωσιακότερα από τα αρχικά. Το ανάκτορο της Ζάκρου κατέλαβε 7.000-8.000 τετραγωνικά μέτρα, αυτό των Μαλίων 9.000, της Φαιστού ήταν 10.000 ενώ της Κνωσού κάλυψε 22.000 τετραγωνικά μέτρα. Είχε 3 πύλες από τη δυτική πλευρά και 4 ή 5 στην ανατολή. Υπήρξαν πάνω από 1.500 διαφορετικού  χώροι, συμπεριλαμβανομένων των εργαστηρίων, των αποθηκών, των δωματίων διαβίωσης, και των δωματίων υποδοχής.




 Από τους υπόλοιπους  Έλληνες αναφέρθηκε ως λαβύρινθος. Υπάρχει μια αίσθηση της φυγοκεντρικής μετακίνησης μακριά από το κεντρικό διοικητήριο, το οποίο χρησίμευσε ως κεντρική εστία. Η δυτική πτέρυγα προορίζονταν, κατά ένα μεγάλο μέρος, για λόγους λατρείας. Το άδυτο θεωρήθηκε ως χωριστή οντότητα. Το δωμάτιο θρόνων στο κεντρικό διοικητήριο, ήταν πιθανώς μια πιο πρόσφατη προσθήκη, ίσως κατά τη διάρκεια της περιόδου επιρροής των ηπειρωτικών ελλήνων. Από το κεντρικό διοικητήριο φαίνεται ένα διπλό οξύμορφο  βουνό, όπως και στη Φαιστό.




Οι ογκώδεις περιοχές αποθήκευσης είναι εμφανείς, δείχνοντας ότι η Κνωσός χρησίμευε και ως κέντρο συλλογής για τα προϊόντα που κυκλοφορούσαν, και ως εμπορικό κέντρο συναλλαγής με άλλους πολιτισμούς.
Οι τοίχοι και τα πατώματα ήταν συχνά χρωματισμένα. Το κόκκινο ήταν το βασικό φόντο και απλά γεωμετρικά σχέδια χρησιμοποιήθηκαν πάνω του. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο των εικόνων πριν από τα πιο πρόσφατα ανάκτορα. Συνήθως αναφέρονται σε θρησκευτικές σκηνές αλλά εμφανίζονται και κοσμικά θέματα.
Η εξύμνηση των μεγάλων προσώπων ή των ιστορικών γεγονότων δεν απεικονίστηκε. Οι εικόνες παρουσιάζονται επίπεδα, χωρίς ιδιαίτερη προοπτική. Τα τοπία απεικονίζονται ως ένα ορισμένο βαθμό, σαν να φαίνονται από τον αέρα, μια έντονη αντίθεση με το αιγυπτιακό ύφος. Γενικά, δεν υπήρξε κανένας αμυντικός τοίχος.
Τα ανάκτορα δεν κατασκευάστηκαν για προστασία. Αυτό τον Μαλίων μπορεί να αποτελεί μια εξαίρεση, αφού εμφανίζεται να έχει έναν αμυντικό  τοίχο. Αλλά υπάρχει συζήτηση για εάν αυτό είναι για άμυνα ή ένας απλός προστατευτικός τοίχος.
Γενικά, φαίνεται να υπάρχει ειρηνική ανάπτυξη στην Κρήτη μέχρι την τελική καταστροφή των ανακτόρων από τον πόλεμο, πιθανώς από εξωτερικούς κατακτητές. Η Κνωσός φαίνεται να αντέχει περισσότερο από τα άλλα ανάκτορα και μπορεί να είχε χρησιμοποιηθεί και από τους κατακτητές ή από αυτούς που επαναστάτησαν ενάντια στην κρητική εξουσία, ίσως όπως αυτή αντιπροσωπεύεται από εκείνη την δεύτερη εικόνα του Μίνωα ως τύραννου και καταστροφέα.




Κοινωνική οργάνωση
Η κρητική κοινωνία περιγράφεται ως θαλασσοκρατορία, δηλαδή η οικονομία και η κυβέρνηση βασίστηκαν στον έλεγχο των θαλασσών. Αυτό είχε μια προφανή γεωγραφική βάση, αλλά υπήρξε επίσης μια τεχνολογική βάση, σύμφωνα με την άποψη που θέλει τους Μινωίτες πολύ καλούς ναυπηγούς. Κατά τη διάρκεια της πρόωρης ανακτορικής περιόδου, τα σκάφη στρογγύλεψαν, είχαν έναν ιστό και ένα ενιαίο τετραγωνικό πανί.
Υπήρξαν μέχρι 15 κουπιά ανά πλευρά και τα σκάφη είχαν μήκος περίπου 25 μέτρα. Τέτοια σκάφη θα μπορούσαν να εκτεθούν πολύ στη θάλασσα και να εκτελούν διαδρομές ανοικτής θάλασσας. Οι Μινωίτες κατείχαν τα μεγαλύτερα σκάφη της εποχής τους και δεν δίσταζαν να τα στρέφουν ενάντια στους γείτονές τους, εάν ήταν απαραίτητο. Μερικά σκάφη είχαν μήκος πιθανώς και 32 μέτρα. Από τα 1600 π.Χ. περίπου, οι Μινωίτες διέθεταν θωρηκτά με κριούς.

·                 
Η Κρήτη μπορεί να είχε προστατευθεί από μια σειρά παράκτιων ναυτικών βάσεων. Είναι πιθανό πως οι Μινωίτες έπρεπε να υπερασπιστούν τη γη τους ενάντια στους γείτονες, αν και η ίδια κρητική κοινωνία ήταν ειρηνική, βασισμένη στους οικονομικούς και θρησκευτικούς δεσμούς και τον έλεγχο. Η κοινωνία οργανώθηκε, πιθανώς, σύμφωνα με τις θεοκρατικές γραμμές. Στη θρησκεία κυριαρχεί η θεά μητέρα (τελετουργική βασίλισσα). Γενικά, οι γυναίκες ήταν σεβαστές και τιμήθηκαν νωρίτερα απ΄ ότι στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Οι ιέρειες ήταν οι κύριοι θρησκευτικοί λειτουργεί και, αρχικά, κανένας βασιλικός λειτουργός δεν διαπρέπει, πέρα από τις εθιμοτυπικές σκηνές, στην κρητική τέχνη. Με την αποδυνάμωση των θρησκευτικών επιρροών, η κυριαρχία των ιερειών εξασθένισε, μετά το 1500 π.Χ., ίσως λόγω των φυσικών καταστροφών.
Διατήρησαν όμως μερική επιρροή μέχρι της «πτώσης» της Κνωσού. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής, οι αρσενικές ιεραρχίες συνυπήρξαν, με πιθανή την κυριαρχία των ανδρών στα κυβερνητικά γραφεία.
Η Κνωσός είχε πιθανώς κάποια πρωτοκαθεδρία στην Κρήτη, αλλά είναι πιθανό να υπήρξαν διάφορα χωριστά κράτη. Η κοινωνική ιεραρχία περιέλαβε, πιθανώς, τα ακόλουθα επίπεδα:
Βασιλιάδες / βασίλισσες (και ίσως τα συμβούλια)
Κτηματίες (ίσως εδαφικοί μεγιστάνες)
Ελεύθεροι πολίτες (με τις διάφορες οικονομικές θέσεις)
Σκλάβοι (αν και υπήρχαν ελάχιστες μεγάλες επιχειρήσεις σκλάβων, οι σκλάβοι χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή των ανακτόρων).
Τα ανάκτορα ασκούσαν τον έλεγχο των περιοχών που τα περιέβαλαν. Η Κρήτη ήταν γεμάτη με χιλιάδες χωριά των οποίων το πιθανό μέγεθος ήταν μεταξύ 150 και 200 ανθρώπων. Αυτά τα χωριά συμμετείχαν και στην καλλιέργεια και στις βιοτεχνικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της εξαγωγής του αργίλου και της πέτρας, αγγειοπλαστικές κατασκευές, εργαλεία, οικοδομικά υλικά, καθώς επίσης και ειδώλια.



·          

ΘΡΗΣΚΕΙΑ
Η κύρια θεότητα ήταν μια θεά της γονιμότητας, που συνδέθηκε με τα φίδια. Τα ιερά φίδια εμφανίζονται ως πνεύματα φυλάκων των κρητικών σπιτιών. Αυτό συμβαίνει κα στους υπόλοιπους Έλληνες . Αυτή η θεά μητέρα είχε μια σύνθετη παρουσία, που ενσωματώνει όλες τις πτυχές της φύσης. Οι βασικές πτυχές περιέλαβαν τη βλάστηση, τα ζώα, και την οικογένεια.

Ο Taylor σημειώνει ότι ο χωρισμός αυτών των πτυχών στην ηπειρωτική χώρα άρχισε με τους Μυκηναίους, και οδήγησε τελικά στην εμφάνιση τριών χωριστών θεών: της Δήμητρας, της Άρτεμης και της Αθηνάς. Για τους Μινωίτες ο χωρισμός δεν ήταν σαφής.
Μπορούμε τελικά να φτάσουμε να σκεφτούμε από την άποψη ενός καθολικού μινωικού πνεύματος, το οποίο φανερώθηκε σε πολλούς διαφορετικούς μετασχηματισμούς, κάθε ένας με ένα διαφορετικό όνομα, χαρακτήρα και λειτουργία και που ακόμα θεωρήθηκε ως ενιαία, κατά κάποιο τρόπο, θεότητα. Οι αρσενικοί θεοί εμφανίστηκαν ως γιος και σύζυγος και συνδέονται πολύ με τον ταύρο.



 Για τους Μινωίτες, ο αρσενικός γιος, που συνδέθηκε με τη βλάστηση, υπόμεινε το θάνατο και την αναγέννηση. Στην Κρήτη αυτό εφαρμόστηκε αργότερα στον Δία, μια εξέλιξη που προήλθε από την επαφή με τους υπόλοιπους  Έλληνες της ηπειρωτικής χώρας.
Φυσικά οι επαφές με την ηπειρωτική Ελλάδα προϋπήρχε αλλά μάλλον ήταν ευνοϊκές για κάτι τέτοιο μια συγκεκριμένη περίοδο.  Προϊόντος  του χρόνου, η ίδια η κρητική θρησκεία παρουσίασε την αλλαγή από τη θηλυκή στην αρσενική λατρεία. Η τελετή και ο μύθος υπογραμμίζουν τη γονιμότητα και εστιάζουν στα τελετουργικά γέννησης και γάμου.
Τα ζώα και τα πουλιά εμφανίζονται ως επιμέρους θεότητες αλλά ο ταύρος είναι ιδιαίτερα σημαντικός, όπως αποδεικνύεται από τα τελετουργικά «ταυροκαθάψια» ή τις τελετές και την κοινή διακοσμητική και χρήση της λατρείας των κέρατων της καθαγίασης, τα οποία θεωρούνται γενικά πως αντιπροσωπεύουν τα κέρατα του ταύρου.
Ένα δεύτερο κοινό αντικείμενο λατρείας είναι ο διπλός πέλεκυς, που βρίσκεται στα διάφορα μεγέθη και σε πολυάριθμες περιοχές.

Οι Μινωίτες ανέπτυξαν έναν ιερό δεσμό των δέντρων και της φύσης γενικά  μέσα από  τις κατασκευές τους.. Ανέπτυξαν επίσης την ιδέα των Ηλυσίων Πεδίων, το ευλογημένο νησί, σε αντιδιαστολή με τη αντίληψη του και του Άδη αλλά και των Ηλυσίων Πεδίων των ηπειρωτικών χωρών.
 Κρητική κληρονομιά μπορεί να είναι μια πίστη στη μετά θάνατον ζωή. Οι Κρητικοί χρησιμοποίησαν διάφορες θέσεις για τις δραστηριότητες λατρείας, όπως ανοικτά στην  φύση αλλά και  άδυτα και σε  σπηλιές, και κατασκεύαζαν ιερά ή ιερά κορυφής.



 Πολλά ανοικτά άδυτα που βρέθηκαν πάνω σε  λόφους και περιγράφονται ως μέγιστα άδυτα, εμφανίζονται περίπου στα 2200 π. Χ. Βρίσκονται πρώτιστα στις αγροτικές περιοχές, στις χαμηλότερες και πιο προσιτές βουνοκορφές. Είναι εντυπωσιακά και, συχνά βρίσκονται σε  γυμνά και ανεμοδαρμένα τοπία . Απόμερα, πιο κοντά στους ουρανούς, εκτίθενται σε ανοιχτό χώρο , σιωπηλά αλλά με τους ήχους των πουλιών και των άγριων αιγών, οι κορυφές πρέπει να φαίνονται σαν θέσεις που ήταν ευνοϊκές για τις συνεδρίες  με τους θεούς.


Πολυάριθμα χειροποίητα αντικείμενα έχουν ανακαλυφθεί επί αυτών των τόπων. Μεταξύ τους είναι ειδώλια αργίλου, συνήθως γυναικών, με όρθια στάση, με την πυγμή να τοποθετείται στο μέτωπο, ίσως σε μια χειρονομία της ικεσίας.
Επίσης αρκετά χάλκινα αφιερωματικά αγαλματίδια ανθρώπων κύρια με λατρευτικές στάσεις ,συνήθεια που συνεχίστηκε σε όλο τον ελληνικό κόσμο αιώνες μετά,  δείχνοντας από την 3η χιλιετία την ικανότητα των Κρητικών στην χαλκουργία.


 Τα άδυτα σπηλαίων ήταν σημαντικά καθ όλη τη διάρκεια της περιόδου, αν και είναι λιγότερα από 40, μπορεί μέσα στους αιώνες άλλα να καταστράφηκαν από άλλους κατοίκους των σπηλαίων αυτών ,  σε σύνολο άνω των 1000 σπηλαίων του νησιού, κράτησαν πάντως τη θρησκευτική τους σημασία. Οι ζωικές θυσίες εμφανίστηκαν και μέσα και έξω από τις σπηλιές και τα γεωργικά αγαθά χρησιμοποιήθηκαν επίσης ως προσφορές.

 Πέντε σπήλαια είναι ειδικού ενδιαφέροντος:


1) Το Σπήλαιο στις Καμάρες, που βρίσκεται στη νότια πλαγιά του όρους Ίδη. Μια ιερή θέση για το πρώτο παλάτι της Φαιστού, δεν χρησιμοποιήθηκε μετά από την πτώση του πρώτου ανακτόρου. Η αγγειοπλαστική εμπορευμάτων Kamares βρέθηκε εδώ.


2) Το Ιδαίον Άνδρο, στις ανατολικές πλαγιές της Ίδης, η περιοχή αρχής για τη λατρεία Δία, ήταν σε χρήση ακόμη και τον 6ο αιώνα π.Χ..


3) Το Σπήλαιο Αρκαλοχωρίου, περίπου είκοσι χιλιόμετρα νότια της Κνωσού, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως άδυτο από το 2000 ως το 1450 π.Χ.. Ένας σεισμός γκρέμισε την οροφή, αλλά οι προσφορές συνεχίστηκαν μέχρι το 1100 π.Χ.. Η σπηλιά συνδέθηκε πιθανώς με τον Δία ή την Αθηνά.


4) Το Σπήλαιο του Ψυχρού, 16 χιλιόμετρα ανατολικά του Αρκαλοχωρίου, επίσης γνωστό ως Δικταίον Άνδρο, το οποίο θεωρείται ο τόπος γεννήσεως Δία. Αυτή η σπηλιά έχει ένα ανώτερο διάζωμα με έναν βωμό και ένα χαμηλότερο διάζωμα όπου πολλά αντικείμενα από χαλκό έχουν βρεθεί. Η σπηλιά άρχισε να χρησιμοποιείται στα 1700 π.Χ., όταν εγκαταλείφθηκε το Σπήλαιο στις Καμάρες, και συνέχισε να χρησιμοποιείται στον 6ο αιώνα π.Χ..


5) Το Σπήλαιο της Αμνισού, στο επίνειο της Κνωσού, το οποίο ήταν ένα άδυτο για τη θεά του τοκετού.

·             
Τα απλούστερα  κατασκευασμένα ιερά κορυφής ή ιερά  ήταν ένα μονόκλινο με έναν πάγκο για τις προσφορές. Έχουν επίσης βρεθεί είδωλα και βωμοί. Τα πιο σύνθετα ιερά περιλάμβαναν κτήρια με διάφορα δωμάτια. Τα παλάτια περιλαμβάνουν τις περιοχές που χρησίμευσαν ως ιερά. Ο Rodney Castleden σημειώνει ότι οι δραστηριότητες λατρείας μεταφέρθηκαν όλο και περισσότερο στα ανάκτορα, τα οποία περιγράφει ως ναούς. Το τριμερές ιερό της Κνωσού, με τα τρία σκέλη της, ερμηνεύεται πως αντιπροσωπεύει τις τρεις σφαίρες του κόσμου: ο χθόνιος, ο επίγειος και ο υπέργειος κόσμος   .


 Η κορυφή του Γιούχτα, που εξυπηρέτησε την Κνωσό, συνδυάζει τις πτυχές και των τριών τύπων άδυτου. Τοποθετημένο σε μια κορυφή, ο ναός χτίστηκε σε μια είσοδο ιερής σπηλιάς. Ο ναός είναι μακρύς και πολλοί διπλοί πέλεκυς έχουν ανακαλυφθεί εδώ. Το άδυτο προστατεύεται από έναν περίβολο μήκους 740 μέτρων, 3 μέτρα ευρύς και 4 μέτρα στο ύψος, χτισμένος την 3η χιλιετία ,περίπου το 2100 π.Χ..
Σύμφωνα με την Κρητική λαογραφία, ο Γιούχτας είναι η θέση ενταφιασμού του Δία. Λαμβάνοντας υπόψη την πίστη των ηπειρωτικών ελλήνων στην αθανασία του Δία, αυτή η εκδοχή έδωσε για τους Κρητικούς τη φήμη τους ως ψεύτες.
Υπάρχουν στοιχεία ,κατά μερικούς ερευνητές ,κοινών ανθρωποθυσιών στην Κρήτη, αν και τέτοιες θυσίες φαίνονται να είναι εξαιρετικά ασυνήθιστες. Επί ενός τόπου ναών στη βόρεια κεντρική Κρήτη, πέντε περίπου χιλιόμετρα νότια της Κνωσού, μια ανθρώπινη θυσία φαίνεται να έγινε σε μία προσπάθεια προφύλαξης από σεισμό. Αυτό φαίνεται να έχει γίνει περίπου το 1700 π.Χ., που είναι και ο χρόνος της καταστροφής των παλαιών ανακτόρων. Φυσικά αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί και  μια  εικασία ερευνητών.

·                

ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Τα χειροποίητα μινωικά αντικείμενα καταδεικνύουν και τις πρακτικές και καλλιτεχνικές δεξιότητές των. Πολυάριθμα υλικά χρησιμοποιήθηκαν. Κατασκευάστηκαν πέτρινα αγαλματίδια και εφαρμόστηκαν ποικίλες εκδόσεις αγγειοπλαστικής. Ο Μινωίτης έκανε επίσης πολλή εργασία με το μέταλλο και το ελεφαντόδοντο. Μεγάλα ξύλινα γλυπτά μπορεί να είχαν κατασκευαστεί, όπως και πολλές σφραγίδες χάραξης, περίπου 2.500, που δείχνει την καταπληκτική ικανότητα των Μινωικών στις μικροσκοπικές εργασίες.Είναι σχεδόν σίγουρη η χρήση μεγεθυντικών φακών.
Οι Μινωίτες παρήγαγαν μια ευρεία ποικιλία ειδών αγγειοπλαστικής. Οι διάφορες περιοχές της Κρήτης ανέπτυξαν συχνά τις διακριτικές μορφές τους, όπως συνοψίζονται από τον Rodney Castleden



Πύργος Aνωπόλεως. Aγγείο του ρυθμού Πύργου. Προανακτορική εποχή.
Hράκλειο, Aρχαιολογικό Mουσείο. ΥΠΠΟ/ΤΑΠ.

«ΠΥΡΓΟΣ»: Γυαλισμένα σε κόκκινη, γκρίζα ή ανοικτή καφέ επιφάνεια χρησιμοποιώντας στιλβωτικά εργαλεία.


Ο ρυθμός Πύργου με τα μαύρα ή σταχτόχρωμα καπνιστά και γραμμικά στιλβωμένα αγγεία, που συνέχισαν τη νεολιθική παράδοση. Βασικά σχήματα ήταν τα μεγάλα αμφικωνικά ποτήρια, τα κύπελλα, τα διπλά ή τριπλά αγγεία, τα κρεμαστά σφαιρικά αγγεία με πώμα, οι μικρές πρόχοι και τα κωνικά ποτήρια.




«ΑΓΙΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ»: Απλά γραμμικά σχέδια, σε μαύρο, καφετί ή κόκκινο, πάνω σε κίτρινο υπόβαθρο. Ανακαλύφθηκαν στην περιοχή κοντά στη Φαιστό και χρονολογούνται στα 2500 π.Χ.
ΖΩΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ: Αγαλματίδια που διαμορφώνονται όπως τα πουλιά ή τα ζώα και χρονολογούνται περίπου στα 2500 π.Χ..
   




«ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ»: Διάστικτη υφή που παράγεται με πλύσιμο πάνω στο καφεκόκκινο, το οποίο εφαρμόζεται καθολικά στο τέλος της κατασκευής και γυαλίζει τις περιλαμβανόμενες μορφές. Τέτοια αντικείμενα είναι οι ανεστραμμένες κούπες και οι κανάτες που βρέθηκαν στην ανατολική Κρήτη και χρονολογούνται στα 2500 π.Χ.. Περίπου στα 2000 π.Χ., κατά προσέγγιση στην έναρξη της πρώτης ανακτορικής περιόδου, η χρήση του κεραμικού τροχού και του κλιβάνου οδηγεί σε τελειότερα είδη αγγειοπλαστικής (καθαρές μορφές, λεπτότερα τοιχώματα, ομοιόμορφο ψήσιμο.) Η διακοσμημένη αγγειοπλαστική εμφανίζει μια μαύρη λαμπερή επιφάνεια με σπειροειδή σχέδια σε άσπρο, πορφυρό, πορτοκαλί και κόκκινο.


Κρατήρας καμαραϊκού ρυθμού --Ο πήλινος κρατήρας με τα ανάγλυφα λουλούδια, που ξεπηδούν από το σώμα και το πόδι του, αποτελεί ένα από τα πιο ξεχωριστά και πρωτότυπα δείγματα του πολύχρωμου καμαραϊκού ρυθμού της μινωικής κεραμικής, ο οποίος αναπτύχθηκε στην Κρήτη κατά την παλαιοανακτορική περίοδο. Το αγγείο έχει βαθύ ημισφαιρικό σώμα με δύο μικρές οριζόντιες λαβές, ψηλό κυλινδρικό πόδι και μεγάλη δισκοειδή βάση. Εντυπωσιακή είναι η διακοσμητική σύνθεσή του, που αποτελείται από πλούσια γραπτά και πλαστικά στοιχεία. Τα πλαστικά ολόγλυφα λουλούδια, που παριστάνουν νάρκισσους ή κρίνα, είναι μοναδικά και εκπέμπουν ολοκάθαρα τη χάρη της φύσης. Αγκαθωτές κυματοειδείς συνθέσεις με έντονο ερυθρωπό χρώμα στο ύψος των λαβών και στο πόδι χαρακτηρίζονται ως κοράλλια. Τεθλασμένες γραμμές καλύπτουν την εξωτερική επιφάνεια του χείλους, ενώ την κοιλιά του αγγείου καλύπτει αβακωτό κόσμημα, και τη βάση του τρέχουσα σπείρα. Πρόκειται για έργο εξαιρετικής τέχνης, θα έλεγε κανείς βασιλικό σκεύος, που πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε στα συμπόσια του ανακτόρου της Φαιστού.


«ΚΑΜΑΡΑΪΚΟΥ »: Εδώ βλέπουμε τα τοιχώματα των αγγείων να είναι τόσο λεπτά, ώστε να μιμούνται τα μεταλλικά σκεύη. Οι πολύχρωμες διακοσμήσεις δείχνουν το ποιοτικό ανάστημα της παραγωγής αγγείων των όπου από το 1900 π.Χ. αρχίζουν να προσθέτουν και ασβέστιο, κατά την πρώιμη ανακτορική περίοδο. Οι πρώτες θαλάσσιες παραστάσεις εμφανίζονται περίπου στα 1600 π.Χ., κατά τη διάρκεια της νέας ανακτορικής περιόδου, αν και η αγγειοπλαστική θαλάσσιου ύφους εμφανίζεται πραγματικά πολύ αργότερα.


ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΥΦΟΣ: Τυποποιημένα φυσικά σχέδια θαλασσίων ζώων, π.χ. χταπόδια, που απεικονίζονται να γεμίζουν ολόκληρη την επιφάνεια του βάζου και εμφανίζονται μαζικά μετά το 1500 π.Χ..


ΦΥΤΙΚΟ  ΥΦΟΣ: Παρόμοιος με το θαλάσσιο ύφος, με τους καλάμους και τις οικοδομήματα που απεικονίζονται, εμφανίζεται κι αυτός μετά το 1500 π.Χ..
Με την τελική καταστροφή των περισσότερων νέων ανακτόρων και της ανοικοδόμησης και την υπεροχή της Κνωσού, πιθανότατα υπό τον έλεγχο των Μυκηναίων , νέες μορφές αγγειοπλαστικής προέκυψαν:


ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΟ ΥΦΟΣ: Πιο επίσημο και συμμετρικό με πειθαρχημένη τυπικότητα που φαίνεται ξένη στο μινωικό πνεύμα. Οι διακοσμήσεις έγιναν περισσότερο σχηματικές αναπαραστάσεις στα μέσα του  14ου αιώνα και έγιναν ελάχιστες κατά τον 13ο αιώνα, που είναι η περίοδος επιρροής των Μυκηναίων.
 Με την πτώση του Μυκηναϊκού πολιτισμού, οι παρακάτω αλλαγές είναι εμφανείς:
ΥΦΟΣ ΣΙΤΟΒΟΛΩΝΩΝ: Πενιχρές διακοσμήσεις σε οριζόντιες ζώνες εμφανίζονται μετά το 1100 π.Χ..
ΣΤΕΝΟ ΥΦΟΣ: Σχέδια που περιορίζονται από πολλαπλά όρια, εμφανίζονται μετά το 1100 π.Χ.. Τα λίθινα αγαλματίδια έφθασαν στο φυσικό ύψος τους μετά το 1700 π.Χ., χρησιμοποιήθηκαν διάφορα υλικά, συμπεριλαμβανομένου του αλαβάστρου, του γύψου, του μαρμάρου και της πορφύρας. Υπήρξε επίσης μια μεγάλη μεταλλουργική βιομηχανία, που παράγει τα σκεύη χαλκού και ορείχαλκου.




Οι σφραγιδόλιθοι επινοήθηκαν για ασφάλεια και τα ποικίλα σχέδια παρείχαν ένα έμβλημα προσωπικού προσδιορισμού. Στη διαμόρφωση των σκηνών που απεικονίζονται υπάρχουν στοιχεία χρήσης των ενισχυμένων γυαλιών ,μορφής μικροσκοπίων  για χάραξη λόγο τις εξωτερικά μικροσκοπικής εργασίας και είναι η πρώτη στον κόσμο τέτοιου είδους εργασία φανερώνοντας τον υψηλό πολιτισμό στην Κρήτη. Ποικίλα υλικά χρησιμοποιήθηκαν, συμπεριλαμβανομένου του ελεφαντόδοντου και του κόκαλου. Μετά από το 1600 π.Χ., οι πολύτιμες και ημιπολύτιμες πέτρες αντικαταστάθηκαν, για τους πλούσιους πολίτες, από δαχτυλίδια πολύτιμων μετάλλων.

·                  
Οι μινωικές νωπογραφίες παρήχθησαν σε διάφορα μεγέθη και μορφές. Μερικές είναι αληθινές νωπογραφίες, δηλ. χρωματίζονται στο υγρό ασβεστοκονίαμα, ενώ άλλες χρωματίστηκαν σε ξηρό ασβεστοκονίαμα. Τα χρώματα περιλαμβάνουν κόκκινο, μαύρο, μπλε, πράσινο λευκό και κίτρινο. Οι φυσικές σκηνές υπογραμμίστηκαν, όπως ήταν οι πομπικές και οι σκηνές με απεικονίσεις των καθημερινών μορφών διαβίωσης καθώς και των εθιμοτυπικών δραστηριοτήτων.
Οι νωπογραφίες έχουν ένα φυσιοκρατικό ύφος αν και αυτό είναι κάπως παραπλανητικό. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτό που απεικονίζεται δεν είναι μια σκηνή παρμένη από τη φύση.

Οι εγκαταστάσεις απεικονίζονται όχι πάντα επακριβώς, μερικές είναι μη αναγνωρίσιμες, και τα μυθικά ζώα είναι επίσης εμφανή. Από αυτή την άποψη, ένα μεγάλο μέρος της τέχνης είναι τόσο αφηρημένο, γενικευμένο και απρόσωπο, όχι δηλαδή προσδιοριστικό . Αυτό που του δίνει την παραίσθηση της αμεσότητας και του νεωτερισμού είναι η αίσθηση της μετακίνησης και της ζωτικότητας, και ο αυθορμητισμός των μεμονωμένων εργαζομένων τεχνιτών. Αυτό που πρέπει να τονισθεί είναι ότι δημιούργησαν την πρώτη πραγματική τέχνη στην Ευρώπη και ξεπέρασαν την απλά αφηγηματική ζωγραφική των λαών της Αιγύπτου αλλά και της Συροπαλαιστήνης.

Το πιο πρώιμο παράδειγμα γραφής που έχει χρονολογηθεί, βρέθηκε στην Κνωσό. Είναι ένα ιερογλυφικό χειρόγραφο. Γενικά, η Κρητική γραφή μπορεί κάλλιστα να είναι γνήσια Κρητική επινόηση.
Η Γραμμική Α, η πρώιμη γραμμική γραφή, εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της πρώτης νέας ανακτορικής περιόδου. Η ιερογλυφική γραφή συνεχίστηκε παράλληλα με τη νέα γραμμική γραφή, η οποία πιθανώς αναπτύχθηκε στο τέλος της πρώιμης ανακτορικής περιόδου. Η Γραμμική Α, ίσως, αναπτύσσεται ως τυποποιημένη και απλουστευμένη έκδοση των ιερογλυφικών σημαδιών. Χρησιμοποιήθηκε σε μια ευρύτατη περιοχή γύρω από την Κρήτη, αν και τα παραδείγματα της Γραμμικής Α έξω από την Κρήτη είναι σπάνια. Αν και υπήρξαν μερικές τοπικές παραλλαγές, κυριαρχούν οι μεγάλες ομοιότητες. Φυσικά αυτό το γνωρίζουμε από τα  μέχρι τώρα ευρήματα ,το μέλλον θα δείξει και άλλα στοιχεία.

Η Γραμμική Β ήταν μια πιο πρόσφατη γραφή, που χρησιμοποιήθηκε στην Κνωσό, στην τελευταία περίοδό της ακμής της(1450-1375 π.Χ.), αμέσως πριν από την τελική καταστροφή της. Βρίσκεται επίσης πολύ συχνά στην υπόλοιπη ελληνική ηπειρωτική χώρα. Η εξέλιξη της Γραμμικής Β στη Κνωσό μπορεί να είναι στοιχείο της επιρροής ηπειρωτικών ελληνικών στοιχείων. Είναι πιθανό η Γραμμική Β να αναπτύχθηκε από τους Μινωίτες για να περιγράψει τη γλώσσα των Μυκηναίων . Η Γραμμική Β, εντούτοις, είναι ελληνική γλώσσα , και είχε δημιουργηθεί στην ηπειρωτική χώρα.



ΖΩΗ ΣΤΗ ΜΙΝΩΙΚΗ ΚΡΗΤΗ

·               

Ο Μινωίτης ήταν με ανάστημα, κατά μέσον όρο, περίπου 1,70 μέτρα. Είχε σκουρόχρωμη τρίχα και μάτια και χλωμές χροιές. Το βασικό αρσενικό φόρεμα ήταν ένα ύφασμα των οσφυϊκών που στερεωνόταν με πόρπη. Οι φούστες των γυναικών ήταν συχνά μακρύτερες . Το μαλλί ήταν η βάση για το ύφασμα. Μια σημαντική βιομηχανία έκανε την πορφυρή χρωστική ουσία, από τη συντριβή murex των κοχυλιών, για τα μάλλιναπολύ πριν τους Φοίνικες  Οι άνθρωποι περπατούσαν χωρίς παπούτσια στα σπίτια και στις τελετές. Ειδάλλως, φορούσαν μπότες και σανδάλια. Το χρυσό και ασημένιο κόσμημα ήταν εμφανές, με το χρυσό ίσως πιο άφθονο.
Η κρητική διατροφή ήταν ποικίλη, αποτελούμενη από σιτάρι, κριθάρι, ίσως κεχρί, βοοειδή, πρόβατα, αίγες, και οικόσιτους χοίρους, άγριο κρέας όπως τα ελάφια και οι κάπροι, σταφύλια, αχλάδια, σύκα, κυδώνια, πολλά ψάρια και χταπόδι και γενικά θαλασσινά . Οι μέθοδοι αλιείας περιέλαβαν το αγκίστρι  με νήμα , τα δίχτυα, τα καλάθια, και τις λόγχες.
 Οι συκιές, και οι ελιές θεωρήθηκαν ιερά δένδρα. Τα σκυλιά χρησιμοποιήθηκαν στο κυνήγι. Οι γηγενείς άγριες γάτες ήταν εμφανείς στην Κρήτη.
·                  
Τα σπίτια ήταν γενικά μίας εισόδου, αλλά μερικές φορές είχαν δύο. Τα παράθυρα ήταν συχνότερα στην κορυφή, καλυμμένα με λαδωμένη περγαμηνή, που χρησιμοποιείται πιθανώς αντί του γυαλιού. Τα σπίτια είχαν για φωταγωγούς μικρά ανοικτά φρεάτια για να παρέχουν το φως και τον αέρα. Οι τουαλέτες βρίσκονταν έξω από τους εξωτερικούς τοίχους. Τα μεγάλα σπίτια, όπως τα ανάκτορα, είχαν μια τραπεζαρία επάνω από την κουζίνα και την αποθήκη τροφίμων.


 Τα τροχοφόρα οχήματα χρησιμοποιήθηκαν στην Κρήτη από το 2000 π.Χ. περίπου, αν και οι ηνίοχοι ήταν μια σημαντική ομάδα στρατιωτικού ρόλου μόνο στην πολύ όψιμη μινωική περίοδο. Μετά το 1450 π.Χ. τα κρητομινωικά άρματα ήταν παρόμοια με τις αντίστοιχες μυκηναϊκές εκδόσεις, με ελαφρά δοκάρια και σύρονταν από δύο άλογα. Είναι δυνατό, επομένως, να ήταν οι Μυκηναίου αυτοί που εισήγαγαν τα άρματα στην Κρήτη.
Η Κρήτη ήταν γενικά αυτάρκης. Εισήγαγε ποσότητα χαλκού και έπρεπε να εισαγάγει τον κασσίτερο. Τα είδη πολυτελείας εισάγονταν, όπως π.χ., χρυσός, ασήμι, σμυρίδα, λεπτές πέτρες, και ελεφαντόδοντο. Πολλά τέτοια υλικά μπορεί να είχαν εισαχθεί επίσης ως πρώτη ύλη για χρήση από τους τοπικούς βιοτέχνες. Υπήρξε εκτενές εμπόριο πέρα από τον Αιγαίο και στην Αίγυπτο. Το εμπόριο αυτό ελέγχονταν από τα ανάκτορα, αλλά και οι ιδιωτικοί έμποροι είχαν ισχυρή παρουσία. Η σημασία του εμπορίου οδήγησε σε μια αύξηση στην ευημερία της εμπορικής τάξης.

·                 


 Πιθανώς μέχρι τη νέα ανακτορική περίοδο, μια στοιχειώδης μορφή χρημάτων χρησιμοποιήθηκε. Επρόκειτο για πλινθώματα χαλκού που τα χρησιμοποιούσαν για το ζύγισμα σε σχέση με άλλα προϊόντα. Οι ταμπλέτες αποκαλύπτουν πως οι Μινωίτες ήταν εραστές της καταγραμμένης λεπτομέρειας και η δαιδαλώδης αρχιτεκτονική τους αποκαλύπτει μια τάση της πολυπλοκότητας και των γρίφων. Μπορεί να είναι γεγονός πως οι θαλασσοκράτορες  Κρητομινωίτες απολάμβαναν τις κοινωνικές και διπλωματικές πτυχές των παρατεταμένων διαπραγματεύσεων, πέρα από την τιμή ενός φορτίου, με τους Αιγύπτιους, Κύπριους, ή Τρώες, αλλά και άλλους Έλληνες εμπόρους Εκείνη η αγάπη του παζαρέματος υπάρχει ακόμα στη μεσογειακή οικονομία, και ίσως άρχισε με τους Κρητομινωίτες εμπόρους.


Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΤΑΦΗΣ
Με την έναρξη της Εποχής του Χαλκού, ο ενταφιασμός γινόταν στις σπηλιές ή τα βραχώδη κοιλώματα. Η καύση ήταν σπάνια πριν από την Εποχή του Χαλκού. Στην πρώιμη Εποχή του Χαλκού, οι ενταφιασμοί εμφανίστηκαν σε συλλογικούς τάφους, για μια ολόκληρη γενιά ή επεκτάθηκαν σε ολόκληρη την οικογένεια, πέρα από τις διάφορες γενεές. Γενικά δεν υπήρχε κανένα σοβαρό αγαθό, σαν προσφορά στους τάφους, και αυτή η συνήθεια συνεχίστηκε σε μερικές περιοχές μέχρι το τέλος του 15ου αιώνα.

·                 


Στην πεδιάδα της Μεσαράς και μερικές άλλες θέσεις έχουν βρεθεί καλυμμένες δια θόλου κυκλικές δομές που περιέχουν εκατοντάδες ενταφιασμών. Αυτοί οι φυλετικοί τάφοι έδωσαν τόπο τελικά στους μικρότερους τάφους. Στη μέση μινωική περίοδο ή τη μέση Εποχή του Χαλκού, τα σώματα είχαν δεμένα με τα γόνατα στο πηγούνι και συμπιεσμένα σε ένα βάζο αποθήκευσης. Τα φέρετρα αργίλου εμφανίστηκαν στην Κνωσό στο τέλος της περιόδου, όπως οι τάφοι που χαράχτηκαν στον μαλακό ασβεστόλιθο. Οι σπηλιές συνέχισαν να χρησιμοποιούνται σε μερικές περιοχές. Μετά από τα μέσα του15ου αιώνα, ο ενταφιασμός γινόταν συχνά σε μικρούς τάφους, τρία ή τέσσερα άτομα ή ακόμα και ένα ή δύο. Οι προσφορές άρχισαν να γίνονται περισσότερο γενναιόδωρες. Στην Κνωσό, μετά το 1450 π.Χ., εμφανίστηκαν οι θολωτοί τάφοι με μια κυκλική αίθουσα βαθιά στο έδαφος, ενδεχομένως μια επιρροή των ηπειρωτικών Ελλήνων.
Πάντως η καταγωγή των θολωτών τάφων αποτελεί ως σήμερα ένα κεφάλαιο ανοιχτό στην αρχαιολογική έρευνα. Κατά την Vermeule αλλά και άλλων ,πρόκειται για την αυτόχθονα τάση των μυκηναίων προς τα ταφικά κυκλικά οικοδομήματα και τον μεγαλιθισμό με αναφορές στην Κρήτη ,αλλά και σε συνδυασμό με μια νέα αίσθηση πολιτικού ανταγωνισμού των μυκηναίων βασιλέων όλα αυτά σε συνδυασμό παραγόντων. Κάποιοι ελάχιστοι μελετητές θεωρούν ότι οι τάφοι προέρχονται από το Βορρά, ενώ άλλοι τους βλέπουν σαν απλή εξέλιξη των θαλαμωτών.
Το πιθανότερο όμως ίσως είναι ότι κατάγονται από τους κυκλικούς τάφους της Μεσσαράς στην Κρήτη. Οι τάφοι της Μεσσαράς, που χρονολογούνται στην Πρωτομινωική περίοδο και χρησιμοποιήθηκαν για πολλές γενιές, ήταν μάλλον θολωτοί, όπως δείχνουν το μεγάλο πάχος των τοίχων και η κλίση τους προς τα μέσα. Ήταν υπέργειοι χωρίς δρόμο και τύμβο και ήταν τάφοι γενών.




ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η κατάσταση στην Κρήτη ήταν άστατη στο τέλος της Εποχής του Χαλκού. Αυτή ήταν μια περίοδος αναταραχής. Τα στοιχεία της αστάθειας μπορούν να βρεθούν σε πόλεις-καταφύγια, που εμφανίστηκαν στους διαταγμένους λόφους γύρω από τα παλιά κέντρα μετά τον 12ο αιώνα. Μετά το 800 π.Χ, αυτές οι πόλεις αναπτύχθηκαν σε πόλεις κράτη ή, εάν ήταν απρόσιτες, εγκαταλείφθηκαν. Στην αρχή του 12ου αιώνα, μεγάλοι αριθμοί μεταναστών έφθασαν από την ηπειρωτική χώρα και τα χαρακτηριστικά ηπειρωτικών ελλήνων εμφανίζονται στην κρητική αγγειοπλαστική. Περίπου στα 1150 π.Χ., ένα δεύτερο κύμα μεταναστών έφθασε από την ηπειρωτική χώρα και οι αρχικοί Κρητικοί κινήθηκαν προς τους υψηλούς λόφους. Εμφανίστηκε τότε κερδοσκοπία που έκανε κάποιους να κινηθούν προς την Παλαιστίνη. Ένα τελικό κύμα από την ηπειρωτική χώρα, πιθανώς οι Δωριείς, ακολούθησε. Τελικά, η όλη Κρήτη τέθηκε υπό δωρικό έλεγχο, αν και «Μινωικοί» θύλακες παρέμειναν, κυρίως στα ανατολικά της Κρήτης. Κατά συνέπεια, το τελευταίο αποτέλεσμα των γεγονότων στο τέλος της Εποχής του Χαλκού ήταν η κυριαρχία των υπολοίπων ελληνικών φυλών.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΕΡΙΟΧΩΝ

Τα ανάκτορα




ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΑΚΤΟΡΟΥ ΤΗΣ ΚΝΩΣΟΥ ΣΕ 3Δ







ΚΝΩΣΟΣ

Το θρυλικό παλάτι του Μίνωα που περιγράφηκε ως λαβύρινθος από τους αρχαίους Έλληνες, είναι το μεγαλύτερο των μινωικών παλατιών. Όπως στις άλλες περιοχές, το πρώτο ανάκτορο στην Κνωσό καταστράφηκε περίπου στα 1700 π.Χ., πιθανώς από σεισμούς ή άλλη φυσική καταστροφή. Ένα νέο ανάκτορο, τα υπολείμματα του οποίου είναι ορατά σήμερα, στηρίχτηκε στην ίδια περιοχή. Οι αρχιτέκτονες στην Κνωσό άρχισαν με το κεντρικό διοικητήριο και έχτισαν γύρω του, έξω από αυτό και επάνω του, όπως απαιτείται. Τα στοιχεία για τους ανώτερους ορόφους σταχυολογούνται από εκείνες τις περιοχές με τα ενισχυμένα, ευρύτερα και βαθύτερα θεμέλια.



Οι περιοχές από το κεντρικό διοικητήριο περιλαμβάνουν: Ανατολή: Μια σκάλα οδηγεί κάτω στην αίθουσα των διπλών πελέκων, την αίθουσα της βασίλισσας, το λουτρό και τις τουαλέτες. Δύση: Κρύπτες στυλοβατών βρέθηκαν στο κεντρικό διοικητήριο. Αυτά ήταν σκοτεινά δωμάτια με τα στοιχεία των αρχαίων θυσιών, ήταν συνδεμένα με τις αποθήκες από τη δυτική πλευρά.



Υπάρχουν στοιχεία πως, ίσως, ο κυβερνήτης ήταν ένας ιερέας-βασιλιάς. Επίσης, από τη δυτική πλευρά υπήρχε μια αίθουσα θρόνου, αν και αυτό χρονολογείται στην μυκηναϊκή περίοδο. Ταμπέλες σε Γραμμική Β βρέθηκαν εδώ ενώ δεν υπάρχει κανένας θρόνος σε άλλα ανάκτορα. Τα δωμάτια με τις καλά διατηρημένες νωπογραφίες με σκηνές από τα ταυροκαθάρψια, μπορεί να ήταν ένας χώρος για την βασιλική φρουρά. Μια σκάλα οδηγεί στο κεντρικό διοικητήριο όπου ήταν τοποθετημένη η τριμερή κιονοειδή λάρνακα, νότια της σκάλας.


Μια μεγάλη σκάλα καταλήγουν ένα δωμάτιο που ήταν, πιθανώς, η βασιλική αίθουσα ακροάσεων των πρώιμων ανακτόρων. Στα δυτικά του διοικητηρίου, οι ορθοστάτες παρουσιάζουν σημάδια πυρκαγιάς. Ίσως πρόκειται για ένα ίχνος του πρώτου ανακτόρου στον δυτικό τοίχο. Ο δυτικός περίβολος μπορούσε να χωρέσει 400 πιθάρια, συνολικής χωρητικότητας περίπου εξήντα κυβικών μέτρων. Υπάρχουν στοιχεία πως εκείνο το εμπόριο επεκτείνεται μέχρι τη Σπάρτη. Κοντά στην είσοδο του ανακτόρου υπάρχουν τρία μεγάλα κοιλώματα.
  


Αυτά συνδέονται με το πρώτο ανάκτορο, αλλά η χρήση τους είναι άγνωστη. Καλύφθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου του νεότερου ανακτόρου. Μπορεί να είχαν χρησιμοποιηθεί για την αποθήκευση σιταριού. Ενώ άλλα μινωικά ανάκτορα καταστράφηκαν περίπου το 1450 π.Χ., η Κνωσός συνεχίζει, ίσως υπό μυκηναϊκό έλεγχο, μέχρι το 1375 π.Χ. περίπου, όταν καταστράφηκε ολοκληρωτικά.

ΦΑΙΣΤΟΣ
Σύμφωνα με το μύθο, η Φαιστός ιδρύθηκε από τον Ραδάμανθυ, ένας από τους τρεις γιους του Δία και της Ευρώπης. Ο Μίνωας και ο Σαρπηδών ήταν οι άλλοι δύο. Ο Ραδάμανθυς λέγεται πως επισκεπτόταν τη σπηλιά του Δία κάθε εννέα έτη, για να επαναφέρει νέους νόμους και να τους επιβάλει σε όλο το βασίλειό του. Ο κώδικας της Γόρτυνας δημιουργήθηκε υποθετικά από αυτόν. Η Φαιστός είναι στο νότιο κεντρικό μέρος του νησιού.




 Η περιοχή κατοικήθηκε τη νεολιθική περίοδο και υπάρχουν στοιχεία των προμινωικών ανακτόρων. Το πρώτο μινωικό ανάκτορο ερημώθηκε αρχικά από πυρκαγιά και σεισμό και ανοικοδομήθηκε. Έπειτα, καταστράφηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από σεισμό και πυρκαγιά γύρω στα 1700 π.Χ.. Το δεύτερο μινωικό ανάκτορο χτίστηκε έξω από τις καταστροφές του πρώτου. Αυτό το δεύτερο ανάκτορο καταστράφηκε γύρω στα 1450 π.Χ..

ΜΑΛΙΑ
Σύμφωνα με το μύθο, αυτό ήταν το ανάκτορο του Σαρπηδών, ενός από τρεις γιους Δία και της Ευρώπης. Η περιοχή είναι μια παράξενη θέση για ένα ανάκτορο. Είναι καυτή και ανήσυχη το καλοκαίρι και δεν υπάρχει καμία πηγή ύδατος εκτός από πηγάδια. Είναι επίσης κοντά στη θάλασσα, κάτι που ίσως δείχνει μια πλήρη έλλειψη φόβου επίθεσης. Το ανάκτορο είναι τόσο μεγάλο όσο της Φαιστού, 9.000 τετραγωνικά μέτρα περίπου, αλλά η αρχιτεκτονική, τα οικοδομικά υλικά και οι διακοσμήσεις δεν συγκρίνονται με αυτά της Κνωσού ή της Φαιστού. Το ανάκτορο κατασκευάστηκε από απλά υλικά και δεν υπάρχει πουθενά γύψος. Είναι τακτικό, αλλά όχι άφθονο.



Η ιστορία των Μαλίων είναι παράλληλη με αυτή της Κνωσού. Το αρχικό ανάκτορο χτίστηκε περίπου στα 1900 π.Χ., καταστράφηκε περίπου στα 1700 π.Χ. και ανοικοδομήθηκε αμέσως. Αυτό το δεύτερο ανάκτορο καταστράφηκε περίπου στα 1450 π.Χ.. Εδώ υπάρχει μια διαφορά με την Κνωσό. Στα Μάλια δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με μια κατάκτηση ούτε στοιχεία που να δείχνουν την έλευση Μυκηναίων. Γύρω από το ανάκτορο υπάρχουν διάφορα στεγάσματα, φράκτες και δρόμοι. Υπάρχουν στοιχεία μιας εκτεταμένης πόλης που επεκτείνεται στη θάλασσα. Στα βορειοδυτικά του ανακτόρου υπάρχουν κτήρια και αποθήκες. Τέτοια κτήρια μπορούν εδώ να υποδείξουν την ύπαρξη μιας αγοράς και ενός πρυτανείου. Ίσως οι σπόροι των ελληνικών πόλεων να βρίσκονται εδώ.


Άλλες μινωικές εγκαταστάσεις

ΓΟΥΡΝΙΑ
Η περιοχή κατοικήθηκε από 3000, αλλά δεν υπήρξε καμία σπουδαία εγκατάσταση μέχρι το 1650 π.Χ. περίπου. Από το 1600 π.Χ. ήταν μια σημαντική μινωική πόλη. Βρισκόταν στα βορειοανατολικά, μεταξύ Κάτω Ζάκρου και Κνωσού, στο στενότερο μέρος του νησιού, και μπορεί να είχε ευημερήσει με το να βρεθεί στα σταυροδρόμια, όπως η Κόρινθος. Τα Γουρνιά είναι μια μέσου μεγέθους μινωική πόλη και όχι πραγματικά μια περιοχή ανακτόρων. Έχουν ανακαλυφθεί πολυάριθμα αντικείμενα για καθημερινή χρήση, όπως φόρμες για επιχάλκωση, βάρη αργαλειών και εξαρτήσεις των ξυλουργών.


 Ήταν μια βιομηχανική πόλη με κατοίκους που ασχολήθηκαν με την αλιεία, την ύφανση, την τήξη χαλκού και την παραγωγή τερακότας. Τα Γουρνιά ήταν μια ειρηνική πόλη και δεν υπάρχει καμία οχύρωση. Οι δρόμοι είναι στρωμένοι με κυβόλιθους. Οι περισσότεροι δρόμοι ακτινοβολούν από το κέντρο, αν και υπάρχουν μερικές περιφερειακές οδοί.
Υπάρχουν πάνω από 70 πυκνοχτισμένα σπίτια. Τα χαμηλότερα επίπεδα χάθηκαν στα ερείπια των τούβλων από λάσπη. Τα σπίτια είχαν συχνά δύο εισόδους, με επίπεδους στέγες και τοίχους από ασβεστοκονίαμα. Υπήρχε ένας κυβερνήτης που φαίνεται από μια μικροσκοπική έκδοση ανακτόρου περίπου στο 1/10 του μεγέθους του ανακτόρου της Κνωσού Η πόλη καταστράφηκε στα 1500 π.Χ., αλλά ανοικοδομήθηκε από τους Μυκηναίους. Υπάρχει ένα σπίτι με ένα εμφανές διοικητήριο. Η περιοχή εγκαταλείφθηκε τελικά στα 1200 π.Χ..

ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ
Βρίσκεται περίπου 3 χιλιόμετρα από τη Φαιστό, στο δρόμο μεταξύ της Φαιστού και της θάλασσας. Η σχέση της Αγίας Τριάδας με τη Φαιστό είναι ασαφής. Υπήρξε μια επιμελημένη και όμορφη δομή εδώ, αποκαλούμενη μερικές φορές ανάκτορο αλλά μοιάζει περισσότερο με μια βίλα σαββατοκύριακου ή καλοκαιριού. Χτίστηκε στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα, την περίοδο του δεύτερου ανακτόρου της Φαιστού. Εφοδιάστηκε με θαυμάσια έργα τέχνης.




Η βίλα καταστράφηκε στο τέλος του 15ου αιώνα. Υπάρχουν διάφορα κτήρια γύρω από τη βίλα, στα βορινά και τα δυτικά, που κατασκευάστηκαν αργότερα από το κυρίως οικοδόμημα. Υπάρχει και μια νεκρόπολη με κυκλικούς τάφους, στους οποίους βρέθηκε μια μαρμάρινη σαρκοφάγος που χρονολογείται περίπου στα 1400 π.Χ.. Υπάρχουν επίσης ερείπια ενός οικοδομήματος που μοιάζει με αγορά και χρονολογείται από το 1375 έως 1100 π.Χ.. Ένας μινωικός ναός έχει βρεθεί στη νοτιοανατολική άκρη του χωριού. Μπορεί να χρονολογείται από το 1700 π.Χ. και περιλαμβάνει θαυμάσιες νωπογραφίες.

Μια αποικία ΑΚΡΩΤΗΡΙ ΘΗΡΑΣ
Τα πρώτα στοιχεία εγκατάστασης στο ηφαιστειακό νησί της Θήρας, το νοτιότερο νησί των Κυκλάδων, προέρχονται από το 3200 π.Χ. και ο χαλκός χρησιμοποιήθηκε σε αυτές τις περιοχές για πρώτη φορά γύρω στα 3000 π.Χ.. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο νεολιθικής εγκατάστασης. Τα περισσότερα υπολείμματα από την Εποχή του Χαλκού χρονολογούνται στα 1600 έως 1500 π.Χ., αμέσως πριν από την έκρηξη που βύθισε μεγάλο μέρος του νησιού.




Κανένα ανάκτορο δεν έχει ανακαλυφθεί στο νησί. Το Ακρωτήρι, η μεγάλη πόλη της Εποχής του Χαλκού, διατηρεί τα σημάδια του προηγούμενου κυκλαδίτικου πολιτισμού αλλά με ισχυρές μινωικές επιρροές. Η έκταση της περιοχής είναι ασαφής. Οι τάφροι στα περίχωρα δείχνουν μια περιοχή 200 περίπου στρεμμάτων με πληθυσμό μεταξύ 4.000 και 5.000 κατοίκους. Σεισμός κατέστρεψε την πόλη πριν από την έκρηξη του ηφαιστίου, αλλά οι άνθρωποι επέστρεψαν και την ανοικοδόμησαν.
Η πόλη ήταν ακμάζουσα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
Η περιοχή εξήγαγε σιτάρι, κρασί και σταφύλια. Οι άνθρωποι φαίνεται πως είχαν το χρόνο να φύγουν πριν από την τελική έκρηξη, αν και υπάρχουν στοιχεία ότι μερικοί καταληψίες μπορεί να έμειναν στην περιοχή. Η πόλη διαιρέθηκε σε φράκτες και έπειτα σε σπίτια. Οι ανώμαλες μορφές των κτηρίων είναι παρόμοιες με αυτές της μινωικής αρχιτεκτονικής.



Οι κυριότερες ομοιότητες περιλαμβάνουν τη χρήση αποβάθρας, της κατασκευής θυρών, σκάλας αλιείας και μεγάλων παραθύρων ανοικτών στο δρόμο. Μια λεκάνη εξαγνισμού έχει βρεθεί. Όμως ούτε ένα δείγμα κεράτων καθαγίασης ή διπλός πέλεκυς δεν έχει βρεθεί. Τα οικοδομικά υλικά ήταν πέτρες, άργιλος, τούβλα λάσπης που ενισχύθηκαν με άχυρο, ξυλεία, γύψος μέσα και έξω. Κάθε σπίτι έφτιαχνε το ψωμί του και είχε το αποχετευτικό του σύστημα.
Το νερό αντλούνταν κάτω από τις στρωμένες οδούς. Σχεδόν κάθε σπίτι είχε έναν αργαλειό. Η τεκτονική λίθων χρησιμοποιήθηκε σε σπίτια πλουσίων και εμφανίζεται συχνά στις γωνίες των συνηθισμένων κτηρίων, ίσως για υποστήριξη. Νωπογραφίες έχουν βρεθεί στα ανώτερα στρώματα κάθε σπιτιού όπου απεικονίστηκαν τα τοπία, τα ζώα και οι άνθρωποι. Βάζα και πιθάρια με σπειροειδή μοτίβα σε κυκλαδίτικο ύφος είναι παντού εμφανή.
Στο 11ο π.Χ. αιώνα οι Δωριείς κατοίκησαν στο νησί και ίδρυσαν την αρχαία πόλη Θήρα. Αυτή η πόλη ίδρυσε μια αποικία στην Κυρήνη, στη βόρεια ακτή της Αφρικής, στα 630 π.Χ. περίπου. Η κλασσική πόλη ήταν μέλος της ένωσης της Αθήνας.
Οι περισσότερες από τις καταστροφές χρονολογούνται από τις ελληνιστικές και τις βυζαντινές εποχές. Κατά τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου, η περιοχή χρησιμοποιείται ως ναυτική βάση από τους Πτολεμαίους. Το νησί έγινε τελικά μέρος της ρωμαϊκής επαρχίας της Ασίας, και κατόπιν μέρος της »Βυζαντινής» αυτοκρατορίας.

Κλασσικές περιοχές

ΓΟΡΤΥΣ
 Η Γόρτυς εποικήθηκε κατά τη διάρκεια της μινωικής εποχής και ήταν σύμφωνα με τα πρότυπα της Φαιστού. Πολύ αργότερα, με την άφιξη των Δωριέων, η σημασία της πόλης αυξήθηκε. Κατάκτησε τη Φαιστό και τα Μάταλα στον 3ο π.Χ. αιώνα. Έγινε η πρωτεύουσα της Κρήτης, υπό την κυριαρχία των Ρωμαίων. Ο Απόστολος Παύλος επισκέφτηκε την Κρήτη το 59 μ.Χ. και ο σύντροφός του Τίτος, ο πρώτος χριστιανός επίσκοπος του νησιού, έχτισε μια εκκλησία στη Γόρτυς και η περιοχή έγινε το κέντρο της χριστιανικής Κρήτης. Κατόπιν είναι μέρος της «Βυζαντινής » αυτοκρατορίας. Μετά από την αραβική εισβολή το 824 π.Χ. η πόλη εγκαταλείφθηκε. Μια νέα εγκατάσταση εμφανίστηκε αργότερα, έξω από την παλαιά. Ο Νικηφόρος Φωκάς έχει πια ανακαταλάβει την Κρήτη .



Ο κώδικας νομοθεσίας που βρέθηκε εκεί, χρονολογείται από τον 5ο αιώνα π.Χ., μεταξύ 480 και 460 π.Χ.. Χρονολογήθηκε αρχικά νωρίτερα, στον 6ο αιώνας, επειδή η γραφή ήταν πιο συντηρητική από την αττική του 5ου αιώνα. Το αλφάβητό του έχει μόνο 18 γράμματα, περιλαμβάνει το δίγαμμα αλλά στερείται άλλους έξι. Η μορφή μερικών γραμμάτων είναι αρχαΐζουσα. Επιπλέον, το περιεχόμενο του κώδικα συμπεριλαμβάνει την προηγούμενη νομοθεσία. Ο κώδικας εγγράφηκε στην αγορά.
Οι Ρωμαίοι έχτισαν ένα ωδείο έξω από την κατεστραμμένη αγορά, περίπου στα 100 π.Χ.. Ο βόρειος τοίχος του παλαιού κτηρίου, με τις ταμπέλες συντηρήθηκε. Ο διάδρομος επαναχρησιμοποιήθηκε ως υδατοφράχτης στο 19ο αιώνα.
Ο κώδικας καλύπτει 42 παραβάσεις, σε 12 κείμενα νόμου. Γράφτηκε σε μια δωρική-κρητική διάλεκτο, βουδοστροφηδόν, δηλαδή δεξιά και αριστερά εναλλάξ. Οι επιγραφές παρείχαν τον πλήρη κώδικα των νόμων για την πόλη. Παραδείγματα από τον κώδικα της Γόρτυς:
Πρόστιμα για το βιασμό: ενάντια στην ελεύθερη γυναίκα: 100 στατήρες ενάντια στον μη-πολίτη: 10 στατήρες ενάντια στον παρθένο σκλάβο σπιτιών: 2 στατήρες ενάντια στον μη-παρθένο σκλάβο: 1-2 οβολοί από το σκλάβο ενάντια στον πολίτη: 200 στατήρες
Πρόστιμα για τη μοιχεία: με την ελεύθερη γυναίκα (στο σπίτι) 100 στατήρες με την ελεύθερη γυναίκα (σε άλλο σπίτι): 50 στατήρες με τη σύζυγο του μη-πολίτη: 10 στατήρες από το σκλάβο, με την ελεύθερη γυναίκα (στο σπίτι): 200 στατήρες από το σκλάβο, με την ελεύθερη γυναίκα (σε άλλο σπίτι): 100 στατήρες 

ΕΚ.ΤΟΥ.ΣΥΝΕΡΓΆΤΗ ΜΑΣ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ


Επισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας http://www.tapantareinews.gr, για περισσότερη ενημέρωση. Εγγραφείτε - SUBSCRIBE: http://bit.ly/2lX5gsJ Website —►http://bit.ly/2lXX2k7 SOCIAL - Follow us...: Facebook...► http://bit.ly/2kjlkot    

Δεν υπάρχουν σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.