Breaking News

Η Μακεδονία των κλασσικών και ελληνιστικών χρόνων.

Η Μακεδονία των κλασσικών και ελληνιστικών χρόνων.

Ηλίας Κ. Σβέρκος
Επίκ. Καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο

Εισαγωγή


Παράλληλα με την Αθήνα και τη Σπάρτη, η Μακεδονία υπήρξε το ελληνικό κράτος που προκαλούσε και εξακολουθεί να προκαλεί ιστορικό αλλά και γενικότερο ενδιαφέρον. Η άνοδος ενός κράτους γεωργών και κτηνοτρόφων σε πρώτη ελληνική δύναμη κατά τον Δ΄ αιώνα π.Χ., ο ιστορικός ρόλος που έπαιξε ως «πρόφραγμα» (Πολύβιος, ΙΧ 35.1-4) της Νότιας Ελλάδος, αντιμετωπίζοντας τις εισβολές των λαών της Βόρειας Βαλκανικής, η κοσμοϊστορικής σημασίας εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ανατολή (η οποία δεν ήταν μόνον έργο μιας στρατιωτικής μεγαλοφυίας αλλά και των Μακεδόνων που τον ακολούθησαν), οι τρεις πόλεμοι κατά των Ρωμαίων, που αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αντιστάσεως στη ρωμαϊκή επέκταση στην Ανατολή, είναι τα τέσσερα στοιχεία που συνθέτουν την ιστορία της Μακεδονίας ως ανεξαρτήτου κράτους και δικαίως προκάλεσαν και προκαλούν αυτό το ιδιαίτερο ιστορικό και γενικό ενδιαφέρον.

  
Σε αντίθεση προς αυτόν τον εξαιρετικά σημαντικό ιστορικό ρόλο, οι πηγές που διαθέτουμε για την ιστορία των Μακεδόνων έως την ρωμαϊκή κατάκτηση, είναι σχετικά πολύ λίγες. Ως την εποχή του Φιλίππου Β΄, δηλαδή έως το β΄ μισό του Δ΄ αιώνος π.Χ., οι πληροφορίες που διαθέτουμε έχουν στο σύνολό τους περιστασιακό χαρακτήρα, παρατίθενται δηλαδή ως παρεκβάσεις σε έργα που αφορούν την ιστορία των πόλεων-κρατών της Νότιας Ελλάδος.



 Ιστορικά έργα που πραγματεύονταν την ιστορία της Μακεδονίας, γράφονται από την εποχή του Φιλίππου και αργότερα· από αυτά σώθηκαν όμως ελάχιστα αποσπάσματα ή μόνον οι τίτλοι. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι με την κλασσικιστική στροφή που παρατηρήθηκε την εποχή του Αυγούστου, τα έργα αυτά -όπως κι ένα μεγάλο μέρος της λοιπής γραμματείας των ελληνιστικών χρόνων- παραμερίσθηκαν, με αποτέλεσμα να χαθούν.
 Την απώλεια π.χ. του έργου του Ιερωνύμου του Καρδιανού (350-270 π.Χ.), όπου εξιστορούνται τα γεγονότα των πενήντα ετών από τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου έως τον θάνατο του Πύρρου (323-272 π.Χ.), δεν μπορούν να αναπληρώσουν τα ελάχιστα αποσπάσματα από αυτό, που περιέχονται στο γενικό έργο του Διοδώρου (Α΄ αιώνας π.Χ.) ή σε πληροφορίες που παραθέτει ο Πλούταρχος στις βιογραφίες του, ούτε το από έντονο ρητορισμό διακρινόμενο ειδικό έργο του Πομπήιου Τρόγου HistoriaePhilippicae, το οποίο μας παραδίδεται μέσα από μία επιτομή του Ιουστίνου, γύρω στο 150 μ.Χ.



Από τις άλλες γραμματειακές πηγές, η Πολιτική Ρητορική του Δ΄ αιώνος είναι γνωστή κυρίως από τους λόγους του Δημοσθένη, οι οποίοι αποτυπώνουν την αναμφισβήτητη προκατάληψη που χαρακτηρίζει τη στάση του Αθηναίου ρήτορα και πολιτικού κατά της νέας ανερχομένης ελληνικής δυνάμεως. Αυτοί οι πολιτικοί λόγοι άσκησαν, ως γνωστόν, σημαντική επίδραση στην κατοπινή γραμματεία των αυτοκρατορικών χρόνων αλλά και στη νεώτερη ευρωπαϊκή ιστοριογραφία, με το εξής παράδοξο αποτέλεσμα: σε αντίθεση προς ό,τι συμβαίνει συχνά -ή μάλλον πάντοτε- η ιστορία της συγκρούσεως Αθηνών και Μακεδονίας μας είναι γνωστή όχι από την πλευρά του νικητή, αλλά από την πλευρά του ηττημένου.


Η ιστορία της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ανατολή είναι γνωστή από πολύ μεταγενέστερα έργα, την βιογραφία δηλαδή του Πλουτάρχου και την «Ανάβαση» του Αρριανού, τα οποία όμως επικεντρώνονται στην προσωπικότητα του βασιλέως και σε αρκετά σημεία είναι επηρεασμένα από την κλασσικιστική τάση της εποχής, κατά την οποία γράφηκαν (Α΄-Β΄ αιώνας μ.Χ.).
Όσον αφορά την ιστορία της αντιστάσεως κατά των Ρωμαίων, στα γενικά έργα, στα οποία αυτή περιέχεται, οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι όχι μόνον σχετικά περιορισμένες αλλά και οπωσδήποτε επηρεασμένες από το γεγονός της τελικής επικρατήσεως των Ρωμαίων. Αυτό ισχύει για το έργο του Πολυβίου (Β΄ αιώνας π.Χ.), που έχει ως κύρια ιδέα την άνοδο της Ρώμης σε παγκόσμια δύναμη και πολύ περισσότερο για την Ρωμαϊκή Ιστορία (από την ίδρυση της Ρώμης) του Τίτου Λίβιου (Α΄ αιώνας π.Χ.).
Αυτό που απομένει αναφορικά με την ιστορία των αρχαίων Μακεδόνων είναι -εκτός από τις παρεκβάσεις που αναφέρθηκαν και τα λίγα αποσπάσματα από έργα αφιερωμένα στη Μακεδονία- οι επιγραφές, από τις οποίες όμως ελάχιστες αναφέρονται στον Ε΄ ή Δ΄ αιώνα (οι πρώτες από την Αθήνα), ενώ στη μεγίστη πλειοψηφία τους προέρχονται από τον Γ΄ ή τον Β΄ αιώνα π.Χ. και ιδιαίτερα από την Αυτοκρατορική Εποχή.
Υπάρχει όμως, επίσης, ένα αριθμητικά σημαντικό ονοματολογικό υλικό, δηλαδή ονόματα προσώπων, θεσμών, εορτών κ.ά., γνωστό από γραμματειακές πηγές αλλά και από επιγραφές καθώς και λίγα κατάλοιπα της μακεδονικής διαλέκτου. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθούν ―κι έχουν μάλιστα ιδιαίτερη σημασία― τα ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών που έγιναν κυρίως στο β΄ μισό του Κ΄ αιώνος, ευρήματα τα οποία -χωρίς βέβαια να μπορούν να πληρώσουν το κενό που δημιουργεί η έλλειψη άλλων πηγών- αποτελούν μία σημαντική πηγή για την τέχνη και γενικά για τον πολιτισμό αλλά και για την καθημερινή ζωή των αρχαίων Μακεδόνων σε όλες τις φάσεις της ιστορίας τους.
Tα βασικά θέματα που έχουν τεθεί και εξακολουθούν να τίθενται στην ιστορική έρευνα της αρχαίας Μακεδονίας ως ανεξαρτήτου κράτους (και με αυτό εννοούμε τους αιώνες από την ίδρυση του μακεδονικού βασιλείου, στα μέσα του Ζ΄ αιώνος π.Χ., έως την κατάλυσή του από τους Ρωμαίους, το 168 π.Χ.), είναι τέσσερα: το πρώτο αφορά την καταγωγή των Μακεδόνων ή αλλιώς την «ελληνικότητά» τους· ακριβέστερα, εάν δηλαδή αποτελούν ένα ελληνικό φύλο, όπως τα άλλα, ή κάτι διαφορετικό (το οποίο όμως δεν προσδιορίζεται ακριβώς από τους αρνητές της ελληνικότητος των Μακεδόνων).
Το δεύτερο θέμα αφορά την εσωτερική οργάνωση του κράτους, από τη σύσταση του μακεδονικού βασιλείου (περίπου στα μέσα του Ζ΄ αιώνος π.Χ.) έως την εποχή του Φιλίππου του Β΄. Το τρίτο θέμα αναφέρεται στις πολιτιστικές σχέσεις των Μακεδόνων με τους Νότιους Έλληνες, ενώ το τέταρτο στον ιστορικό ρόλο της Μακεδονίας από την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου έως και την αντίσταση εναντίον των Ρωμαίων.
1. Η καταγωγή των Μακεδόνων


Eικóνα απó την ανασκαφική έρευνα πoυ έγινε στoν μεγάλo τύμβo πoυ υψώνεται στo ανατoλικó óριo τoυ Δήμoυ Aγίoυ Aθανασίoυ,
25 χλμ δυτικά της Θεσσαλoνίκης. To βóρειo άκρo της ζωpóρoυ τoυ μακεδoνικoύ τάφoυ. Oπλίτες με μακεδoνική ενδυμασία παρακoλoυθoύν τη σκηνή τoυ συμπoσίoυ.

Όσον αφορά το πρόβλημα της καταγωγής των Μακεδόνων, πρέπει να ειπωθεί ότι, ανεξάρτητα από τον αριθμό και το είδος των πληροφοριών που διαθέτουμε και από τις αντιλήψεις που διατυπώνουν συγγραφείς προερχόμενοι από τη Νότια Ελλάδα και φυσικά ανεξάρτητα από τις κρίσεις ή τις προκαταλήψεις παλαιοτέρων και σύγχρονων ερευνητών, εκείνο που έχει πρωταρχική σημασία είναι το τί πιστεύουν οι ίδιοι οι Μακεδόνες για τους εαυτούς τους και -σε άμεση συνάρτηση με αυτό- ποιά είναι εκείνα τα αδιαμφισβήτητα (αντικειμενικά θα μπορούσε να πει κανείς) στοιχεία, που τεκμηριώνουν αυτή την προβαλλόμενη από τους ιδίους αυτοσυνειδησία· ή με διαφορετική διατύπωση: αν οι Μακεδόνες αυτοπροσδιορίζονται από μία ορισμένη εποχή (συγκεκριμένα από τον Δ΄ αιώνα π.Χ.) και καθ' όλη την κατοπινή ιστορική τους παρουσία ως Έλληνες και εάν τα γλωσσικά στοιχεία που αποδίδουν διάφορες πλευρές του πολιτισμού τους είναι ελληνικά, τότε το πρόβλημα της αρχικής καταγωγής είναι άνευ σημασίας. Άλλωστε, όπως έχει πολύ σωστά παρατηρηθεί από την παλαιότερη κυρίως έρευνα και είναι αυτονόητο, κανένας λαός δεν μπορεί να επιδείξει μία αμιγή εθνική καταγωγή, χωρίς επιμειξίες ή επιδράσεις από άλλους λαούς.
Στο περίφημο επίγραμμα που συνόδευε την αφιέρωση των περσικών ασπίδων, λάφυρα από τη νίκη του Αλεξάνδρου στον Γρανικό ποταμό (324 π.Χ.), ο Μακεδόνας βασιλιάς κάνει αναφορά στον εαυτό του και στους άλλους Έλληνες, εκτός από τους Λακεδαιμονίους

 Αλέξανδρος Φιλίππου καί οι Έλληνες πλήν Λακεδαιμονίων από των βαρβάρων των τήν Ασίαν κατοικούντων,

Αρρ. Ανάβασις, Ι.16.7, Πλούταρχος, Αλέξανδρος, 16.18).

 Η επιστολή που έστειλε στον Δαρείο μετά τη μάχη της Ισσού, αρχίζει με την φράση «οι δικοί σου πρόγονοι, όταν ήλθαν στη Μακεδονία και την άλλη Ελλάδα, μας προξένησαν πολλές καταστροφές. Εγώ, αφού ορίστηκα ηγεμόνας των Ελλήνων, θέλησα να εκδικηθώ τους Πέρσες περνώντας στην Ασία, … αφού εσύ έκανες την αρχή των εχθροπραξιών» (Αρρ., Ανάβασις, ΙΙ.14).

Στο Σύμφωνο του Βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου του Ε΄ με τον Αννίβα (215 π.Χ.) που παραθέτει ο Πολύβιος (VII.9), η Μακεδονία αναφέρεται εμφατικά ως μέρος της Ελλάδος· γίνεται αναφορά στους θεούς «που κατέχουν την Μακεδονία και την άλλη Ελλάδα», ενώ ως σύμμαχοι των Καρχηδονίων προβάλλονται ο Βασιλεύς Φίλιππος, οι Μακεδόνες και οι άλλοι Έλληνες.

Εξάλλου, μισόν περίπου αιώνα αργότερα ένας άσημος Μακεδόνας από την Θεσσαλονίκη, σε μία αφιέρωσή του για τον Ρωμαίο Στρατηγό Κόιντο Καικίλιο Μέτελλο, τονίζει την μακεδονική και συνάμα ελληνική του καταγωγή με τη φράση «αρετής ένεκεν καί ευνοίας ής έχων διατελεί εις τε αυτόν καί την πατρίδα καί τούς λοιπούς Μακεδόνας καί τούς άλλους Έλληνας» (IG X 2.1, 1031).
Τα στοιχεία αυτά, στα οποία θα μπορούσαν να προστεθούν και άλλα από τους κατοπινούς αιώνες, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι οι Μακεδόνες αυτοπροσδιορίζονταν ως ελληνικό φύλο. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν στη μεγάλη πλειοψηφία τους και τα γλωσσικά κατάλοιπα που έχουν σωθεί: τα ονόματα των μακεδονικών μηνών, όπως Ξανδικός, Δίος, Αρτεμίσιος, Υπερβερεταίος, Περίτιος κλπ., τα οποία ανάγονται (όπως και στις πόλεις της Νότιας Ελλάδος) σε γιορτές, είναι ελληνικά.
Τα ονόματα των προσώπων (και μάλιστα όχι μόνον εκείνων που ανήκουν στο ανώτερο κοινωνικό στρώμα αλλά και εκείνων που ανήκουν στα κατώτερα στρώματα) είναι, εκτός από ελάχιστα, επίσης ελληνικά. Αυτά ανάγονται στον ΣΤ΄-Ε΄ αιώνα π.Χ. και, όπως και τα ονόματα των εορτών, δεν οφείλονται φυσικά στον «εξελληνισμό» των Μακεδόνων από τις ελληνικές παραλιακές πόλεις.

Σε όλες τις περιπτώσεις επικοινωνίας των Μακεδόνων με τους άλλους Έλληνες δεν αναφέρεται διερμηνέας, πράγμα που σημαίνει ότι η μακεδονική διάλεκτος, όπως και η αττική, ήταν εύκολα κατανοητή από τις αντίστοιχες πλευρές. Αυτό καταδεικνύει επίσης ένα απόσπασμα από την κωμωδία «Μακεδόνες» που έγραψε ο ποιητής Στράττις τον Ε΄ αιώνα, όπου υπάρχει η αποδιδόμενη σ' έναν Μακεδόνα (πρόσωπο της κωμωδίας) φράση, στην οποία προφανώς χρησιμοποιεί την προσιδιάζουσα στην καταγωγή του διάλεκτο: «κέστραν μέν ύμμες ωττικοί κικλήσκετε» («αυτό που εσείς οι Αθηναίοι ονομάζετε κέστρα», J. M. Edmonds, TheFragmentsofAtticComedy, τόμ. 1 Leiden 1957, απ. 28).
Μόνο αν δεχθεί κανείς αυτή την ελληνική ταυτότητα της μακεδονικής διαλέκτου, καταλαβαίνει γιατί η αττική έγινε η γλώσσα της διοικήσεως του μακεδονικού κράτους από τον Φίλιππο τον Β΄ και μόνον έτσι αντιλαμβάνεται επίσης γιατί οι Μακεδόνες, μετά την κατάλυση της Περσικής Αυτοκρατορίας από τον Αλέξανδρο, χρησιμοποιούν την αττική. Ένας λαός με τέτοια πολιτικά επιτεύγματα -τόσο στην περίπτωση του Φιλίππου Β΄, με τη νίκη του επί των Αθηναίων όσο και στην περίπτωση του Αλεξάνδρου, με την κατάκτηση της Ανατολής- έχει τόσο ισχυρό αυτοσυναίσθημα, ώστε να μην αφήσει τη γλώσσα του για να χρησιμοποιήσει μία άλλη. Αυτό, όπως σωστά παρατηρήθηκε από τον K. J. Beloch και άλλους ιστορικούς, θα αποτελούσε το μοναδικό παράδειγμα στην παγκόσμια ιστορία.


[....ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ...]

Ο ισχυρισμός από επικριτές της ελληνικότητος των Μακεδόνων ότι ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος χρησιμοποιούσαν την ελληνική όπως ο Μ. Φρειδερίκος και η Μεγάλη Αικατερίνη χρησιμοποιούσαν γαλλικά, είναι δείγμα προκαταλήψεως, διότι και στη μία και στην άλλη περίπτωση δε χρησιμοποιούνταν στην Πρωσία ή στη Ρωσία ως επίσημη γλώσσα τα γαλλικά· ή ακόμη το να υποστηρίζεται η «ιδιαιτερότητα» της μακεδονικής γλώσσης με αναφορές σε φράσεις «ανεβόα Mακεδονιστί» (Πλούταρχος, Αλέξανδρος, 51.4) ή «Mακεδονιστί τη φωνή», (Πλούτ., Ευμένης, 14.5) προδίδει αφέλεια ή προκατάληψη, εφόσον η φράση «Πελοποννασιστί λαλεύμες» (Θεόκριτος, ΧV, στ. 92) αφορά την διάλεκτο και όχι, φυσικά, την πελοποννησιακή γλώσσα.
Η αμφισβήτηση της ελληνικής καταγωγής των Μακεδόνων έγινε κυρίως (ανεξάρτητα από τις εκάστοτε προϋποθέσεις ή προκαταλήψεις της σχετικής επιχειρηματολογίας) με αναφορά στον διαχωρισμό Ελλήνων και Μακεδόνων, που απαντάται σε γραμματειακές πηγές από τον Ε΄ αιώνα π.Χ. Κατά την αμφισβήτηση αυτή δίδεται ιδιαίτερη έμφαση σε σχετικά ελάχιστες φράσεις, όπου με έκδηλη πολιτική φόρτιση χαρακτηρίζονται οι Μακεδόνες ως πολιτιστικά κατώτεροι («βάρβαροι», π.χ. Δημοσθένης, Γ΄ Φιλιππικός, 31, ΧΙΧ 327).
Παρά το γεγονός ότι οι φράσεις αυτές και με την κοινή εμπειρία δεν μπορούν να αποτελέσουν τεκμήρια για μία γενικευμένη αρνητική τοποθέτηση των Νοτίων Ελλήνων απέναντι στους Μακεδόνες και φυσικά πολύ λιγότερο για κάποια δήθεν «βαρβαρότητα», θεωρείται αναγκαία εδώ η παράθεση λίγων, οπωσδήποτε όμως ενδεικτικών στοιχείων, που αντικατοπτρίζουν την ιστορική πραγματικότητα ή αναμφισβήτητα την τεκμηριώνουν και κατόπιν θα γίνει λόγος γι' αυτές τις φράσεις, όπου γίνεται ο διαχωρισμός που προαναφέρθηκε.
Η πρώτη χρονικά μαρτυρία που διαθέτουμε, δηλαδή το έργο του Ηροδότου, δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι η ονομασία Μακεδόνες αποδίδει ένα ελληνικό φύλο. Στην πρώτη σχετική αναφορά (Ι 56) γίνεται λόγος για το δωρικόν έθνος, το οποίο «οίκεε εν Πίνδω, Μακεδνόν καλεόμενον». Στη δεύτερη (VIII 43) ως «Δωρικόν και Μακεδνόν έθνος» χαρακτηρίζονται πόλεις της Πελοποννήσου (Λακεδαιμόνιοι, Κορίνθιοι, Σικυώνιοι, Επιδαύριοι, Τροιζήνιοι), που έλαβαν μέρος στη Ναυμαχία του Αρτεμισίου (480 π.Χ.). «Μακεδνός» είναι, ως γνωστόν, επίθετο που απαντά στα ομηρικά έπη και σημαίνει τον υψηλό-λυγερό (η 106: «φύλλα μακεδνής αιγείροιο»).


Την ιστορική πραγματικότητα αντικατοπτρίζει και η μαρτυρούμενη στον Ησίοδο μυθολογική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο Μακεδών, ο γενάρχης των Μακεδόνων, είναι γιος του Δία και της Θυίας, κόρης του Δευκαλίωνα και αδελφός του Μάγνητος, που κατοικούσαν ο πρώτος στον Όλυμπο και ο άλλος στα Πιέρια (R. Merkelbach-M.L.West, FragmentaHesiodea, Οξφόρδη 1967, απ. 7). Ως γιοι του Μακεδόνος αναφέρονται ο Ευρωπός, ο Πίερος και ο Άμαθος, ονομασίες, ως γνωστόν, μακεδονικών πόλεων.
Σύμφωνα με μία άλλη παράδοση, ο Μακεδών είναι γιος του Αιόλου, αδελφού του Δώρου και του Ξούθου (FGrHist 4 F74, Ελλάνικος), μία παράδοση που δηλώνει σαφώς τη σύνδεση με τα ελληνικά φύλα. Στα στοιχεία αυτά, όπως και σε άλλα (γλωσσικά προπάντων, που δείχνουν τη συγγένεια των διαλέκτων), βασίζεται η υποστηριζόμενη στην παλαιότερη και σύγχρονη ιστορική έρευνα άποψη, σύμφωνα με την οποία η Μακεδονία φιλοξενεί ένα από τα βορειοδυτικά ελληνικά φύλα, με χώρο προέλευσης την περιοχή της Πίνδου.
Χαρακτηριστικό δείγμα από την ίδια την ιστορική πραγματικότητα της αντιλήψεως ότι οι Μακεδόνες αποτελούν ένα ελληνικό φύλο είναι η επισήμανση του Ακαρνάνα πολιτικού Λυκίσκου, σε λόγο του που εκφωνεί το 211 π.Χ. στη Σπάρτη, σύμφωνα με την οποία οι Μακεδόνες είναι «ομόφυλοι των Αχαιών» και των Δωριέων Σπαρτιατών. Με τους «ομοφύλους» Μακεδόνες και τον βασιλιά τους Φίλιππο πρέπει να ενωθούν οι λοιποί Έλληνες, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η απειλή από τους «αλλοφύλους», δηλαδή τους Ρωμαίους («τώρα απειλεί τους Έλληνες πόλεμος με βαρβάρους, που θέλουν να τους υποδουλώσουν» Πολύβιος, IX 37.7).
Λεπτoμέρεια ερυθρóμoρpoυ αττικoύ αγγείoυ. Eικoνίζεται η μoρφή ενóς σατύρoυ απó τη συνoδεία
τoυ Θεoύ Διoνύσoυ. Bρέθηκε κατά τις ανασκαpές στη θέση «Kανóνι» της κoινóτητας Oρφανίoυ
 τoυ νoμoύ Kαβάλας, óπoυ τo καλoκαίρι τoυ
1994, απoκαλύφθηκε τμήμα τoυ νεκρoταφείoυ τoυ αρχαίoυ Φάγρητα.

 Ως ελληνικό φύλο, με το οποίο θα πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους οι άλλοι Έλληνες για την αντιμετώπιση του εχθρού, προβάλλονται οι Μακεδόνες και στον λόγο του Αιτωλού πολιτικού Αγελάου το 217 π.Χ., στη Ναύπακτο (Πολύβιος, V 104).
Εκτός από αυτές τις μαρτυρίες -που αναφέρονται σε κρίσιμες, εξαιτίας της εξωτερικής απειλής περιστάσεις- υπάρχουν και άλλες, που αναφέρονται σε επιμέρους περιπτώσεις· είναι όμως εξίσου ενδεικτικές: από τον Δ΄ αιώνα π.Χ. μαρτυρούνται Μακεδόνες ως νικητές σε Πανελληνίους Αγώνες· μεταξύ των ελληνικών πόλεων από διάφορες περιοχές, που αναγνωρίζουν την ασυλία του Ασκληπιείου της Κω το 243 π.Χ., είναι και οι μακεδονικές Πέλλα, Κασσάνδρεια, Αμφίπολη, Φίλιπποι (Hatzopoulos, Institutions II, àρ. 36, 41, 47, 58).
Το 209/8 π.Χ. ο Βασιλιάς Φίλιππος ο Ε΄ προσπαθεί να επηρεάσει τη συμμετοχή της Χαλκίδος στην πανελλήνια εορτή της Αρτέμιδος Λευκοφρυηνής που οργανώνει η Μαγνησία του Μαιάνδρου, τονίζοντας, όπως δηλώνει η παρατιθέμενη στο Ψήφισμα της Χαλκίδος φράση από σχετική επιστολή του, ότι οι Μάγνητες είναι συγγενείς των Μακεδόνων (I. Magnesia, 37).
Από την Αυτοκρατορική Εποχή θα αρκούσε εδώ ένα παράδειγμα, το Ψήφισμα δηλαδή της πόλεως της Εφέσου (162/163 ή 163/164), όπου οι Μακεδόνες αναφέρονται μαζί με τα λοιπά ελληνικά έθνη, στ. 16-20: «τον μήνα που εμείς ονομάζουμε Αρτεμισιώνα, οι Μακεδόνες και τα λοιπά ελληνικά έθνη ονομάζουν Αρτεμίσιο» (Ι. Ephesos, 24B).

Η εντύπωση που αποκομίζει κανείς από αυτά τα λίγα -ωστόσο ενδεικτικά- στοιχεία, είναι ότι η διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Μακεδόνων, εάν δεν οφείλεται σε πολιτικές προκαταλήψεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Δημοσθένη, πρέπει να αποδοθεί στην εύλογη απουσία επαφών που υπήρχε κατά την Αρχαϊκή και Κλασσική Εποχή· μία έλλειψη επαφών που δικαιολογεί και την άγνοια των πραγματικών συνθηκών που επικρατούσαν στη Μακεδονία.
Ωστόσο, επειδή έχει γίνει αρκετός λόγος γι' αυτόν τον διαχωρισμό, είναι ανάγκη να επιχειρηθεί εδώ μία σύντομη παρουσίασή του.
Στη Νότιο Ελλάδα, η Μακεδονία είναι γνωστή κυρίως με την έκταση και την οργάνωση που είχε στην εποχή του Αλεξάνδρου του Α΄ (περ. 495-452 π.Χ.). Και για τα δύο θα ακολουθήσει σύντομη αναφορά παρακάτω· εδώ όμως χρειάζεται να επισημανθεί ότι το κράτος αυτό περιελάμβανε περιοχές από την Άνω Μακεδονία έως τον Στρυμόνα. Ένα τέτοιο κράτος που περιελάμβανε διάφορα μακεδονικά φύλα καθώς και περιοχές όπου κατοικούσαν άλλα, μη ελληνικά φύλα, όπως Ιλλυριοί, Παίονες και Θράκες και εκδιώχθηκαν κατόπιν, ελάχιστα γνωστό μπορούσε να γίνει -και έγινε τελικά- στους Έλληνες της Νότιας Ελλάδος.
Ελάχιστα γνωστό μπορούμε να πούμε ακόμα ότι ήταν το φύλο, από το οποίο προέρχονταν οι Αργεάδες βασιλείς που με τον Αλέξανδρο τον Α΄ και τους προγόνους του είχαν καταστήσει κέντρο του κράτους την «Μακεδονίδα γη» (Ηρόδ., VII 127), την περιοχή δηλαδή που ορίζεται μεταξύ των ποταμών Αλιάκμονα και Λουδία. Σύμφωνα με την παράδοση, την οποία διασώζουν ο Ηρόδοτος (VIII 137-138) και ο Θουκυδίδης (II 99.2), οι Μακεδόνες βασιλείς κατάγονταν από το Άργος και ήταν απόγονοι του Τημένου, ανήγαγαν δηλαδή την καταγωγή τους στον Ηρακλή. Μία αναθηματική στον Ηρακλή Πατρώο επιγραφή από την Βεργίνα ―αν και χρονολογείται στη διάρκεια της βασιλείας του Περσέα (178-169 π.Χ.)― είναι ενδεικτική της συνδέσεως της βασιλικής οικογενείας με τον «προπάτορά» της (SEG XLVI 829).

Δύo απó τα σημαντικóτερα αγγεία πoυ βρέθηκαν στις παλιóτερες ανασκαφές τoυ αρχαίoυ Φάγρητα. Πρóκειται για αττικoύς κρατήρες ύψoυς 0,50 μέτρoυ και χρoνoλoγoύνται γύρω στoν 6o π.X. αιώνα (530-520 π.X.).

Τον Ε΄ αιώνα π.Χ. γνωρίζουμε ότι έγιναν ομαδικές εγκαταστάσεις από τη Νότιο Ελλάδα στη Μακεδονία: για παράδειγμα το 478 π.Χ., με την καταστροφή των Μυκηνών από τους Αργείους, ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων της κατέφυγε στη Μακεδονία, χάρη στο ενδιαφέρον που επέδειξε ο Μακεδόνας Βασιλιάς Αλέξανδρος ο Α΄(Παυσανίας VII, 25, 6), ενώ το 446 π.Χ. κάτοικοι της Ιστιαίας στη Βόρεια Εύβοια, μετά την κατάληψη της νήσου από τον Περικλή, μετανάστευσαν στη Μακεδονία (FGrHist115, F387, Θεόπομπος)· το 423 π.Χ., σύμφωνα με πληροφορία του Θουκυδίδη, Έλληνες οπλίτες υπηρετούσαν στον στρατό του Περδίκκα του Β΄(IV 124.1). Μακεδόνες όμως μάλλον θα έρχονταν σπάνια στη Νότιο Ελλάδα κι έτσι η χώρα άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστή στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Είναι ενδεικτικό ότι πόλεις που βρίσκονται στον χώρο της Μακεδονίας και ανήκουν στην Αττική-Δηλιακή Συμμαχία, αναφέρονται στους σχετικούς φορολογικούς καταλόγους ως ανήκουσες γεωγραφικά στη Θράκη.
Έχω την άποψη ότι αυτή η έλλειψη γνώσεων για τη χώρα και τους κατοίκους της στάθηκε μία βασική αιτία του διαχωρισμού των Μακεδόνων από τους Έλληνες. Η άλλη ήταν ότι οι Μακεδόνες δεν είχαν μετάσχει στις πολιτικές και πολιτιστικές εξελίξεις της ελληνικής ιστορίας του ΣΤ΄-Ε΄ αιώνος και το βασικό στοιχείο των εξελίξεων αυτών, δηλαδή η δημοκρατική πόλη-κράτος, δεν υπήρχε στην διοικούμενη από μονάρχη Μακεδονία. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι στα μέσα του Δ΄ αιώνος ακόμη και ο Ισοκράτης, στην επιστολή που απευθύνει προς τον Φίλιππο και στην οποία του συνιστά την ένωση των Νοτίων Ελλήνων υπό την ηγεσία του στον πόλεμο εναντίον των Περσών, διαχωρίζει τους Μακεδόνες από τους Έλληνες (Φίλιππος, 107-108). Παρ' όλα αυτά, οι λίγες σχετικές αναφορές στις πηγές που διαθέτουμε, δεν επιτρέπουν, όπως ήδη αναφέρθηκε, τη γενίκευση αυτού του διαχωρισμού ως καθολική στάση των Νοτίων Ελλήνων. Στον λόγο του Περί του στεφάνου (330 π.Χ.), ο Δημοσθένης κατηγορεί έναν μεγάλο αριθμό πολιτικών σε πόλεις της Νότιας Ελλάδος που ακολουθούσαν φιλομακεδονική πολιτική, ως προδότες (Περί του στεφάνου, 295). Θα επιθυμούσε κανείς να γνωρίζει τις αντιλήψεις αυτών των «προδοτών» για την Μακεδονία, αλλά δυστυχώς μας είναι γνωστή μόνον η φορτισμένη περιγραφή του Αθηναίου ρήτορα και πολιτικού, την οποία άλλωστε σχολιάζει αρνητικά και ο Πολύβιος (XVIII 14).
Πάντως, η τοποθέτηση ενός μεγάλου μέρους της σύγχρονης και της παλαιότερης ―σχετικής με την καταγωγή όπως και με τη γλώσσα των Μακεδόνων― ερεύνης, η οποία δεν επηρεάζεται από τον διαχωρισμό αυτόν και αποδέχεται ανεπιφύλακτα την ελληνικότητα των Μακεδόνων ως προς την καταγωγή και τη γλώσσα τους, είναι απόλυτα σωστή, ενώ η αντίθετη προσκρούει όχι μόνον στην ιστορική πραγματικότητα, αλλά συχνά και στην κοινή λογική. Εάν κάποιο κύριο όνομα ή κοινή λέξη έχει μη ελληνική προέλευση είτε κάποιο έθιμο (π.χ. Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1324b 15-16) θεωρείται μη ελληνικό, αυτό και με βάση την κοινή εμπειρία δεν αποτελεί αντεπιχείρημα και το γεγονός ότι εξακολουθεί να προβάλλεται ως τέτοιο, κάθε άλλο παρά επιστημονικές σκοπιμότητες εξυπηρετεί.
Στη σύγχρονη ιστορική έρευνα καταλαμβάνουν ιδιαίτερη θέση επιγραφικά και άλλα ευρήματα -λίγα βέβαια, οπωσδήποτε όμως αρκετά ενδεικτικά- από απομακρυσμένες περιοχές της μακεδονικής ενδοχώρας, τα οποία καταδεικνύουν την ελληνικότητα των Μακεδόνων, χωρίς την αποδοχή της θολής -και γι' αυτό κάθε άλλο παρά πειστικής- αντιλήψεως για τον εξελληνισμό τους από τους κατοίκους των ελληνικών παραλιακών αποικιών

Ενδεικτική βιβλιογραφία
Γλώσσα: J. N. Kalléris, LesanciensMacédoniens. Étudelinguistiqueethistorique I-II, Αθήνα 1988 (με επισκόπηση της παλαιότερης έρευνας), E. Kapetanopoulos, «Xennias, μακεδονίζων τÉ φωνÉ», ΑΕ 132 (1993)




2. Πολιτική Ιστορία (500-168 π.Χ.)



2.1. Αλέξανδρος ο Α΄ (περ. 495-452 π.Χ.)

Η πολιτική ιστορία της Μακεδονίας, ως μέρος της ελληνικής, αρχίζει ουσιαστικά με την βασιλεία του Αλεξάνδρου του Α΄ (495-452 π.Χ.) από τη Δυναστεία των Αργεαδών, η οποία ανήκε στο μακεδονικό φύλο που ίδρυσε το κράτος. Σύμφωνα με την πιθανότερη εκδοχή, το μακεδονικό αυτό φύλο, προερχόμενο από την περιοχή της Ορεστίδος, μετακινήθηκε (γύρω στο 700 π.Χ.) αναζητώντας περισσότερη γη προς τα ανατολικά, κατέλαβε την Πιερία και κατόπιν τη γειτονική Βοττιαία. Στην περιοχή αυτή ιδρύθηκε (περί το 650 π.Χ.) το μακεδονικό κράτος (Θουκ., ΙΙ 99).

 Φαίνεται πιθανότερη η εκδοχή ότι με το όνομα της δυναστείας δηλώνεται εκείνο του γενάρχη της και όχι η επινοημένη προέλευσή της από το πελοποννησιακό Άργος (σύμφωνα με τον μύθο που πλάσθηκε αργότερα, την εποχή του Αλεξάνδρου του Α΄, για τη σύνδεση της Μακεδονίας με τη Νότιο Ελλάδα). Κατά τον Ηρόδοτο (VIII 139), πριν από τον Αλέξανδρο κυβέρνησαν έξι βασιλείς: ο Περδίκκας ο Α΄, ο Αργαίος, ο Φίλιππος ο Α΄, ο Αέροπος ο Α΄, ο Αλκέτας και ο Αμύντας ο Α΄.

Νόμισμα του  βασιλέως Αλεξάνδρου του Α΄

Από την εποχή του τελευταίου (πατέρα του Αλεξάνδρου του Α΄) και για αρκετό διάστημα της βασιλείας του Αλεξάνδρου, έως το 479 π.Χ., η Μακεδονία ήταν χώρα υποτελής στους Πέρσες.
Ο Αλέξανδρος ο Α΄, ο έβδομος Τημενίδης βασιλεύς (Ηρόδ., VIII 137.1), είναι γνωστός στην ελληνική ιστορία ως «φιλέλλην», ένας χαρακτηρισμός που ορισμένοι αρνητές της ελληνικότητος των Μακεδόνων τον χρησιμοποιούν ως επιχείρημα, αγνοώντας ή θέλοντας να αγνοούν ότι ο χαρακτηρισμός που του αποδόθηκε για τη στάση του κατά τους Περσικούς Πολέμους σημαίνει απλώς αυτόν που αγαπά τους Έλληνες, ενώ χρησιμοποιούνταν όχι μόνον για ξένους αλλά και για Έλληνες, (π.χ. αργότερα για τον βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαο, Ξεν., Αγησίλαος, VII 4: καλόν Έλληνα όντα καί φιλέλληνα είναι· πρβλ. και την επιγραφή IG X 2.1, 145, Γ΄ αιώνας μ.Χ.).
Ο Αλέξανδρος ο Α΄ αντιλαμβάνονταν πολύ καλά ότι η ήττα των Περσών είχε ζωτική σημασία για την Μακεδονία και γι' αυτό είναι πιθανότατα εκείνος, στον οποίο οφείλεται κατά μεγάλο μέρος η παροχή της απαιτούμενης ξυλείας, με την οποία κατασκευάσθηκε από τον Θεμιστοκλή ο αθηναϊκός στόλος. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο λίγο αργότερα τιμήθηκε από τους Αθηναίους ως «πρόξενος και ευεργέτης» (Ηρόδ. VIII 136.1) ή «πρόξενος και φίλος» (Ηρόδ. VIII 143.3).
«Φιλέλλην» υπήρξε ο Αλέξανδρος για τις υπηρεσίες που προσέφερε στους αγωνιζομένους εναντίον των Περσών Έλληνες, μολονότι ήταν αναγκασμένος να ακολουθήσει τον Ξέρξη κατά την εκστρατεία του και προπάντων στη μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.), σύμφωνα με την γνωστή περιγραφή του Ηροδότου (IX 44-45). Την προσφορά αυτή επιβεβαιώνει, εξάλλου, η παρουσία χρυσού αγάλματος του ιδίου στους Δελφούς, δίπλα στον τρίποδα-ανάθημα των Ελλήνων για τις επιτυχίες τους στη θάλασσα (Ηρόδ. VIII 121.2, Δημοσθ., Επιστολή Φιλίππου, 21).
Το μακεδονικό βασίλειο, στην έκταση που μας είναι γνωστό έως την εποχή του Φιλίππου, οφείλει σε μεγάλο βαθμό τη συγκρότησή του ως μίας ισχυρής πολιτικής δυνάμεως στις ικανότητες του Αλεξάνδρου του Α΄. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Θουκυδίδη (ΙΙ 99), ο Αλέξανδρος και οι προγενέστεροί του Μακεδόνες βασιλείς, οι οποίοι αναφέρονται γενικά ως «οι πρόγονοι αυτού», εξεδίωξαν τους Παίονες από την κοιλάδα του κάτω Αξιού, τους Ηδωνούς από τη Μυγδονία, τους Εορδούς από την Εορδαία όπως και τους Άλμωπες από την Αλμωπία. Επίσης κατέλαβαν τον Ανθεμούντα (V 94.1), στον μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, για τον οποίο μάλιστα ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι παραχωρήθηκε από τον Αμύντα τον Α΄ στον γιο του Αθηναίου Τυράννου Πεισιστράτου, Ιππία.
Ως έργο αποκλειστικά του Αλεξάνδρου πρέπει να θεωρηθεί η κυριαρχία στην περιοχή της Βισαλτίας και της Κρηστωνίας, όπου παρέμειναν ντόπιοι κάτοικοι, η τύχη των οποίων διαχωρίζεται στο χωρίο του Θουκυδίδη από αυτή των Πιέρων, των Βοττιαίων, των Ηδωνών, των Εορδών και των Αλμώπων, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από τις περιοχές τους.

Τα συγγενικά φύλα της ΄Ανω (ορεινής) Μακεδονίας (Λυγκηστές, Ελιμιώτες, Ορέστες, Τυμφαίους, Παραυαίους) κατέστησε, σύμφωνα με τη φράση του Θουκυδίδη (ΙΙ 99.2), «ξύμμαχα καί υπήκοα», που σημαίνει ότι ανάγκασε τους ηγεμόνες τους να δεχθούν την επικυριαρχία του. Στην εποχή του ―και οπωσδήποτε μετά την ήττα των Περσών στις Πλαταιές, εναντίον των οποίων κατά την επιστροφή τους μέσω της Μακεδονίας ο Αλέξανδρος πέτυχε σαρωτική ήττα («τέλειον ατύχημα», Δημοσθένης, Κατ' Αριστοκράτους 200, Περί συντάξεως, 24)― η έκταση που κατείχε πριν το μακεδονικό βασίλειο τετραπλασιάσθηκε.
Χαρακτηριστικό δείγμα αυτού του έργου του Μακεδόνος βασιλέα είναι τα νομίσματα που κόπηκαν με τον άργυρο που προερχόταν από τα μεταλλεία του Δυσώρου, στην περιοχή του Στρυμόνα. Ο ιππέας που εικονίζεται στη μία όψη, είναι προφανώς ο ίδιος ο βασιλιάς· η άλλη φέρει το όνομά του.
Εξίσου σημαντικό από ιστορική άποψη είναι το έργο του Αλεξάνδρου στην εσωτερική πολιτική, όπου τις πρωτοβουλίες καθιστούσε επιτακτικά αναγκαίες η επέκταση του κράτους και η ανάγκη ενδυναμώσεως της κεντρικής εξουσίας. Επιτακτικά αναγκαία ήταν προπάντων η ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος της Μακεδονίας.
Η ισχύς αυτή βασιζόταν πριν στο ιππικό που αποτελούνταν από τους ευγενείς Μακεδόνες, οι οποίοι έφεραν τον ομηρικής προελεύσεως τίτλο «εταίροι». Επειδή το ιππικό δεν επαρκούσε για την κάλυψη των νέων αναγκών, ο Αλέξανδρος προχώρησε (σε περιορισμένη οπωσδήποτε έκταση) στην οργάνωση του πεζικού.

Εκείνο όμως που φανερώνει την πολιτική ευφυία του Αλεξάνδρου στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η νέα αντίληψη, με την οποία πραγματοποιήθηκε η οργάνωση αυτή: οι πεζοί Μακεδόνες ονομάσθηκαν «πεζέταιροι», δηλαδή είναι οι πεζοί «εταίροι» του βασιλέως, όπως και οι ευγενείς. Με τον τρόπο αυτόν, δημιουργούνταν ένας στενός δεσμός των Μακεδόνων αγροτών-οπλιτών με τον μονάρχη από τη μια μεριά και από την άλλη, ένα πολιτικό αντίβαρο έναντι των ευγενών.
Τους δεσμούς του στρατού με τον βασιλέα ενίσχυσε, εξάλλου, σε σημαντικό βαθμό η παραχώρηση γαιών από τον ίδιο σε μεγαλύτερη έκταση προς τους «εταίρους» ευγενείς και σε μικρότερη προς τους «πεζεταίρους».
 Για την δημιουργία των «πεζεταίρων» αυτών εκφράστηκαν διάφορες απόψεις από την ιστορική έρευνα (βλ. π.χ. Hatzopoulos, Institutions, 269), εξαιτίας των προβλημάτων που παρουσιάζει η μόνη σχετική μαρτυρία που διαθέτουμε (FGrHist 72 F4 Αναξιμένης). Η ιστορική λογική επιβάλλει όμως την απόδοσή της στον Αλέξανδρο τον Α΄ και γι' αυτό η άποψη που διατυπώνεται εδώ, γίνεται δεκτή από τους περισσοτέρους ερευνητές.
Η ανακάλυψη, άλλωστε, στο δυτικό νεκροταφείο του Αρχοντικού Πέλλης τάφων που ανήκουν -όπως προκύπτει από τα «πλούσια», δηλωτικά της κοινωνικής θέσεως των νεκρών, κτερίσματα- σε πολεμιστές, μέλη της τοπικής στρατιωτικής αριστοκρατίας και χρονολογούνται μέχρι την εποχή του Αλεξάνδρου Α΄, δεν αφήνουν σχεδόν καμία αμφιβολία ότι τα πρόσωπα αυτά συνδέονται με το πρόγραμμα του Αρχελάου, ίσως και των προκατόχων του βασιλέων, δηλαδή του Αλκέτα Α΄ (ΣΤ΄ αιώνας) και Αμύντα Α΄ (περ. 540-498 π.Χ.) καθώς και ότι οι προσπάθειες για τη δημιουργία και την οργάνωση του μακεδονικού στρατού χρονολογούνται αρκετά χρόνια πριν από τον Φίλιππο τον Β΄.
Βέβαια, το μακεδονικό πεζικό, τόσο από αριθμητική όσο και από οργανωτική άποψη, δεν είχε -και δεν μπορούσε να έχει- ακόμη την ισχύ που απέκτησε αργότερα χάρη στον Φίλιππο τον Β΄, ο οποίος καθιέρωσε την γενική στρατιωτική θητεία.
Οπωσδήποτε όμως η ιδέα της οργανώσεώς του με βάση την αντίληψη που προαναφέρθηκε, αποτελεί ένα αναμφισβήτητο στοιχείο για την αξιολόγηση του Αλεξάνδρου ως ενός εξαιρετικά ικανού ηγεμόνα. Αυτό γίνεται καλύτερα αντιληπτό, εάν αναλογισθεί κανείς ότι η μακεδονική βασιλεία δεν ήταν απολυταρχική, εφόσον σημαντικό ρόλο έπαιζε η Συνέλευση του Στρατού.
Ο στρατός εξέλεγε τον νέο βασιλέα ή τον επίτροπο του ανηλίκου διαδόχου από την οικογένεια των Αργεαδών και λειτουργούσε ακόμη ως δικαστήριο σε περιπτώσεις εσχάτης προδοσίας.
Λιγότερο γνωστή μας είναι η πολιτική του Αλεξάνδρου Α΄ προς τις μακεδονικές πόλεις, τις οποίες πρέπει να φανταστούμε σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό εξαρτημένες από τον μονάρχη. Από τις περισσότερες από τις πόλεις αυτές μας είναι γνωστά μόνον τα ονόματα (ως πόλιες αναφέρονται π.χ. στον Ηρόδοτο οι ΄Ιχναι και η Πέλλα VII 123)· μία από τις σπουδαιότερες φαίνεται να ήταν οι ΄Ιχναι, [Αρχαία πόλη της Βοττιαίας στη Μακεδονία, που βρισκόταν μεταξύ των ποταμών Αξιού και Λουδία. ] η οποία έκοβε νομίσματα έως τον Ε΄ αιώνα.
Όσον αφορά την οργάνωσή τους, μας είναι γνωστοί από τον Ησύχιο οι όροι «πελιγάνες» (s.v. πελιγάνες· οι ένδοξοι· παρά δέ Σύροις οι βουλευταί) και «ταγών αγά» (s.v. ταγόναγα· Μακεδονική τις αρχή), με τους οποίους αποδίδεται προφανώς στην πρώτη περίπτωση ένα είδος βουλής-γερουσίας, ενώ στη δεύτερη οι σπουδαιότεροι άρχοντες. Τις «γλώσσες» του Ησύχιου επιβεβαιώνουν επιγραφικά κείμενα: σε μία επιστολή π.χ. του Φιλίππου του Ε΄ προς την πόλη του Δίου, χρονολογημένη γύρω στο 180 π.Χ., αναφέρονται ως αποδέκτες ο «επιστάτης», οι «πελειγάνες» και οι «λοιποί πολίτες» (SEG XLVIII 785), ενώ σε πράξεις αγοραπωλησίας από την Τύρισσα (περιοχή Γιαννιτσών) αναφέρονται «βασιλικοί δικασταί» και «ταγοί» (SEG XLVII 999).

Αργυρός στατήρας του Αλέξανδρου Α´

Για την οργάνωση ενός κράτους με την αλματώδη επέκταση, την οποία αυτό γνώρισε στην εποχή του Αλεξάνδρου του Α΄, το διάστημα των σαράντα πέντε περίπου ετών της διακυβερνήσεώς του ήταν ασφαλώς πολύ μικρό. Η εσωτερική συνοχή του κράτους ήταν ακόμα χαλαρή, διότι οι ηγεμόνες των συγγενών φύλων της Άνω Μακεδονίας δεν μπορούσαν, ασφαλώς, να αποδεχθούν πλήρως την εξουσία του Αργεάδη βασιλέα.
Στα δυτικά και στα βόρεια σύνορα υπήρχαν ξένα, μη ελληνικά φύλα (οι Οδρύσες Θράκες στην πρώτη και οι Ιλλυριοί στην δεύτερη περίπτωση), τα οποία ασφαλώς σε ορισμένες περιπτώσεις θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια του μακεδονικού βασιλείου. Κίνδυνος όμως υπήρχε και από το νότο, δηλαδή από την Αθήνα, στην σφαίρα επιρροής της οποίας, στο πλαίσιο της Αττικής Συμμαχίας, ανήκαν πόλεις από τα παράλια του Θερμαϊκού κόλπου έως τον Ελλήσποντο.

Έτσι, ζωτικά συμφέροντα της Μακεδονίας έρχονταν σε σύγκρουση με εκείνα των Αθηνών και αυτό φάνηκε ήδη από το 465 π.Χ., όταν οι Αθηναίοι προσπάθησαν να καταλάβουν την περιοχή του κάτω Στρυμόνα και προχωρώντας στο εσωτερικό, υπέστησαν δεινή ήττα από τους Ηδωνούς. Στην αποτυχία αυτή των Αθηναίων συνέβαλε, κατά την άποψη πολλών ερευνητών, σημαντικά ο Αλέξανδρος.

2.2. Περδίκκας ο Β΄ (452-413 π.Χ.)


Νόμισμα του Περδίκκα Β' 

Τα εσωτερικά προβλήματα που προέκυψαν από την μεγάλη εδαφική επέκταση του μακεδονικού βασιλείου την εποχή του Αλεξάνδρου του Α΄, φάνηκαν λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του (ο οποίος συνέβη κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες), όταν την Μακεδονία κυβερνούσε ο γιος του Περδίκκας (452-413 π.Χ.): δυναστικές συγκρούσεις, αποσχιστικές κινήσεις των ηγεμόνων της Άνω Μακεδονίας, επεμβάσεις των δυνάμεων της Νότιας Ελλάδος, δηλαδή της Αθήνας και της Σπάρτης, στο πλαίσιο του Πελοποννησιακού Πολέμου αλλά και η εισβολή των Οδρυσών Θρακών συνθέτουν την πολιτική ιστορία του μακεδονικού βασιλείου στο διάστημα των σαράντα περίπου ετών που κυβέρνησε την χώρα ο Περδίκκας.

Μολονότι και στην περίπτωση του Περδίκκα του Β΄ οι πηγές που διαθέτουμε είναι σχετικά πολύ λίγες, μπορούμε να πούμε ―και αυτό αποτελεί μία γενικά αποδεκτή στην ιστορική έρευνα άποψη― ότι όλες αυτές οι δύσκολες καταστάσεις αντιμετωπίσθηκαν από τον Περδίκκα με μία αναμφισβήτητη πολιτική ευστροφία. Έτσι, κατόρθωσε να επιβληθεί έναντι των δύο ανταπαιτητών του θρόνου και αδελφών του, στους οποίους ο πατέρας του είχε παραχωρήσει τμήματα της επικρατείας του και πέτυχε με μία επαμφοτερίζουσα πολιτική απέναντι στην Αθήνα και τη Σπάρτη, συμμαχώντας πότε με τη μία και πότε με την άλλη, να διαφυλάξει την ανεξαρτησία του κράτους. Αυτό φυσικά ισχύει πολύ περισσότερο για την Αθήνα, η οποία ήθελε μία εξαρτημένη από αυτήν Μακεδονία, επειδή από εκεί εξασφάλιζε την ξυλεία, την βασική πρώτη ύλη στην οποία στηριζόταν η δύναμή της.

Από μία ορισμένη άποψη, αξίζει να παρακολουθήσει κανείς τις διάφορες μεταπτώσεις του Περδίκκα στις σχέσεις του με τους Αθηναίους κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, για να διαπιστώσει αυτή την πολιτική ευστροφία του Μακεδόνος βασιλέως, η οποία βέβαια -σε ορισμένες περιπτώσεις- δεν αρκούσε για να αντιμετωπισθούν οι εύλογες αδυναμίες της Μακεδονίας, ως ανερχομένης δυνάμεως: το 429 π.Χ. ο Βασιλιάς των Οδρυσών Θρακών Σιτάλκης εισβάλλει στη Μακεδονία, λεηλατεί αρκετές περιοχές και φθάνει έως τον Ανθεμούντα (Θουκ. ΙΙ 100), διότι προφανώς η Μακεδονία δεν έχει ακόμη αρκετές στρατιωτικές δυνάμεις.
Αυτό φάνηκε και στην εκστρατεία που πραγματοποίησε ο Περδίκκας, σε συνεργασία με τον Σπαρτιάτη Βασιλέα Βρασίδα, το 423 π.Χ. εναντίον των Λυγκηστών, κατά την οποία ο Περδίκκας είχε προσλάβει Ιλλυριούς μισθοφόρους.
Η εκστρατεία απέτυχε εξαιτίας της προδοσίας των Ιλλυριών μισθοφόρων (Θουκ. IV 124-125). Πάντως, ο τρόπος με τον οποίο ο Περδίκκας ο Β΄ προσεταιρίσθηκε τον ανεψιό του Θράκα Ηγεμόνα Σεύθη, στον οποίο έδωσε ως σύζυγο την αδελφή του Στρατονίκη (Θουκ. ΙΙ 101. 6) επιτυγχάνοντας έτσι την αποχώρησή του από την Μακεδονία, αποτελεί δείγμα της πολιτικής του ευστροφίας.


2.3. Aρχέλαος (413-399 π.Χ.)




Αρχέλαος Α΄ της Μακεδονίας
Οι πολιτικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν στη Νότιο Ελλάδα κατά την τελευταία φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου, με την εξασθένιση της Αθήνας εξαιτίας της καταστροφής στη Σικελία και τελικά την ήττα της, προπάντων όμως η παρουσία ενός ικανού μονάρχη στη Μακεδονία ήταν οι λόγοι, στους οποίους οφείλεται η εξαιρετικά σημαντική πρόοδος που παρατηρήθηκε το διάστημα αυτό στην εσωτερική της οργάνωση αλλά και σε άλλους τομείς. Δημιουργός της ήταν ο Βασιλιάς Αρχέλαος, τον οποίο ο Πλάτων χαρακτήριζε ως στυγνό τύραννο (Γοργίας, 471d, Αλκιβ. Δεύτ., 141 d, 7), ενώ ο Θουκυδίδης ως έναν δραστήριο και οξυδερκή ηγεμόνα.

Για την υποδομή της χώρας (φρούρια και δρόμους) και τον εξοπλισμό καθώς και την λοιπή οργάνωση του στρατού (πεζικού και ιππικού) ο Αρχέλαος επιτέλεσε τόσα, όσα κανείς από τους οκτώ προγενεστέρους βασιλείς της Μακεδονίας, αναφέρει το πολύ σύντομο αλλά χαρακτηριστικό σχόλιο του ιστορικού (ΙΙ 100.2). Σε τί συνίστατο αυτή η αύξηση της μαχητικότητος του μακεδονικού στρατού, δεν είναι ακριβώς γνωστό.
Το γεγονός ότι επρόκειτο προπάντων για δημιουργία μονάδων βαρέως οπλισμένων οπλιτών, όπως υποστηρίζεται από μερικούς νεωτέρους ιστορικούς, είναι μία πιθανή υπόθεση που διατυπώνεται με αναφορά στην οδυνηρή εμπειρία από την αδυναμία της αποτελεσματικής αντιμετωπίσεως της εισβολής του Σιτάλκη, αδυναμία που οφείλονταν στην έλλειψη επαρκούς (ποιοτικά) πεζικού (βλ. παρ.).
Ο Αρχέλαος, νόθος γιος του Περδίκκα του Β΄ που αναγνωρίσθηκε όμως ως νόμιμος νωρίς (Πλάτων, Γοργίας, 471a, Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία, 43), αναγορεύθηκε βασιλεύς, παραμερίζοντας διαφόρους συγγενείς ανταπαιτητές του θρόνου, το 413 π.Χ.
Στο σχετικά σύντομο διάστημα των δεκατριών χρόνων της βασιλείας του (έπεσε θύμα συνωμοσίας που είχε προσωπικά και πολιτικά κίνητρα, το 399 π.Χ.), εκτός από την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητος της χώρας, έθεσε και -έως έναν ορισμένο βαθμό- πέτυχε τρεις άλλους στόχους: τη βελτίωση της διοικητικής της οργανώσεως (παράλληλα με την εδραίωση της κεντρικής εξουσίας), την αύξηση της εξωτερικής ισχύος και προπάντων την πολιτιστική ανάπτυξη· όλα αυτά, με την προοπτική ότι η Μακεδονία μπορούσε να αποτελέσει στο εγγύς μέλλον σημαντική δύναμη με καθοριστικό ρόλο στην ελληνική πολιτική.

Αρχέλαος Α΄ της Μακεδονίας

Ο Αρχέλαος μετέφερε, ως γνωστόν, την πρωτεύουσα του κράτους από τις Αιγές στην Πέλλα, στο δυτικό τμήμα του Θερμαϊκού κόλπου (Πρβλ. Hatzopoulos, "Strepsa", 42-43)· με διπλωματικό τρόπο απέτρεψε τον συνασπισμό των ηγεμόνων της Ελίμειας και της Λυγκηστίδος, Σίρρα και Αρραβαίου, δίνοντας την κόρη του ως σύζυγο στον πρώτο (Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1311b 13-14)· με την υποστήριξη των Αθηναίων, οι οποίοι χρειαζόταν επειγόντως την βοήθειά του με την παροχή ξυλείας, κατέλαβε το 410 π.Χ. την Πύδνα και ανταποκρινόμενος στην έκκληση βοηθείας που του απηύθυναν οι Αλευάδες (αριστοκράτες της Λάρισας) εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων, εισέβαλε στη Θεσσαλία και κατέλαβε τη Λάρισα, από την οποία αποσύρθηκε μετά την επικράτηση των Αλευάδων, διετήρησε όμως υπό την κατοχή του την Περραιβία.

Το κύρος που απέκτησε η Μακεδονία ως πολιτική δύναμη στη Νότιο Ελλάδα καταδεικνύεται, ίσως περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο, από το γεγονός ότι οι Αθηναίοι, σε ψήφισμά τους του έτους 407/6 π.Χ., τιμούν τον Αρχέλαο ως Πρόξενο και Ευεργέτη, αναφέροντας εμφατικά την εξαγωγή ξυλείας που ενέκρινε ο Μακεδόνας βασιλιάς για την κατασκευή νέου στόλου (IG I3 117, SEG X 138)· καταλαβαίνει κανείς εύκολα τη σημασία της αποφάσεως, αν αναλογισθεί ότι οι Αθηναίοι, μετά την απώλεια της Αμφίπολης το 421 π.Χ., δεν είχαν πλέον καμία δυνατότητα προσβάσεως στη Μακεδονία για την προμήθεια ξυλείας και εξαρτιόταν έτσι από την βούληση του Μακεδόνα μονάρχη. Αντίθετα, μερικά χρόνια πριν, είναι αυτοί που επιβάλλουν στον Περδίκκα τους όρους τους (το 426/5 π.Χ., στον διακανονισμό των σχέσεών του με την Μεθώνη και το 423/422, στο σύμφωνο συμμαχίας που αφορά και την μονοπωλιακή παροχή ξυλείας, IG I3, 89).
Στο μοναδικό απόσπασμα του λόγου «Υπέρ Λαρισαίων» (περ. 400 π.Χ.) ο ρήτορας Θρασύμαχος από την Χαλκηδόνα, πολιτικός αντίπαλος των Αλευάδων και του Αρχελάου, χαρακτήριζε τον Μακεδόνα βασιλέα ως «βάρβαρο» («Αρχελάω δουλεύσομεν, Έλληνες όντες βαρβάρω;» [Θα είμαστε δούλοι του Αρχελάου, Έλληνες εμείς σ' έναν βάρβαρο;], H. Diels, DieFragmentederVorsokratiker,Berlin 19526 85, B2 ). Η φόρτιση που δηλώνει η φράση αυτή του αρχαίου ρήτορα είναι τόσο εμφανής, όσο και η προκατάληψη ορισμένων σύγχρονων ιστορικών, αρνητών της ελληνικότητος των Μακεδόνων, που την επικαλούνται. Η ίδια προκατάληψη φαίνεται και στην αξιολόγηση του πολιτιστικού έργου του Μακεδόνα μονάρχη, για το οποίο γίνεται λόγος παρακάτω (Κεφ. ΙΙ).



2.4. Η μεγάλη κρίση (399-359 π.Χ.)

Στο χρονικό διάστημα των σαράντα ετών που μεσολάβησαν από τον θάνατο του Αρχελάου (399 π.Χ.) έως την άνοδο στον θρόνο του Φιλίππου (360 π.Χ.), το μακεδονικό βασίλειο πέρασε την σοβαρότερη κρίση της ιστορίας του. Αρκετές πτυχές αυτής της κρίσεως είναι άγνωστες ή ελλιπέστατα γνωστές, επειδή οι πληροφορίες που διαθέτουμε από (γραμματειακές κυρίως) πηγές του Δ΄ αιώνος π.Χ. ή πολύ μεταγενέστερες, είναι λίγες και σε αρκετά σημεία προβληματικές.

Ωστόσο και με αυτές τις πληροφορίες γίνονται έκδηλα τα τρία κύρια χαρακτηριστικά που συνθέτουν την κρίση: η πολιτική αστάθεια εξαιτίας των δυναστικών συγκρούσεων που καταλήγουν στην ανατροπή του βασιλιά που κυβερνά (και ενίοτε στην δολοφονία του), είναι το πρώτο· σε αυτό οφείλονται τα δύο άλλα, οι επεμβάσεις υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς των Δυνάμεων της Νότιας Ελλάδος αλλά και η επεκτατική πολιτική της Ολύνθου σε βάρος του βασιλείου στο κεντρικό τμήμα του, από τη μια μεριά και οι εισβολές των Ιλλυριών, από την άλλη. Το τελευταίο ακριβώς καταδεικνύει την σοβαρότητα της κρίσεως.
Την πολιτική αστάθεια μαρτυρά ο κατάλογος των βασιλέων αυτής της περιόδου που παραδίδεται (με επιμέρους διαφορές) από χρονογράφους της Βυζαντινής Εποχής:
  •   Ορέστης (ανήλικος γιος του Αρχελάου): 399-398/7 π.Χ., 
  • Αέροπος (Επίτροπος αρχικά του Ορέστη): 398/7-395/4 π.Χ., 
  • Παυσανίας (γιος του Αερόπου)
  •  και Αμύντας Β΄, ο επονομαζόμενος Μικρός: 394/3 π.Χ.,
  •  Αμύντας Γ΄: 394/3-370 π.Χ.,
  •  Αργαίος: 393/392 π.Χ.,
  •  Αλέξανδρος Β΄ (γιος του Αμύντα Γ΄): 370-369 π.Χ., 
  • Πτολεμαίος Αλωρίτης (επίτροπος): 368-365 π.Χ.,
  •  Περδίκκας Γ΄ (γιος του Αμύντα Γ΄) : 365-360 π.Χ.

Από τους παραπάνω βασιλείς είχαν βίαιο τέλος (σύμφωνα με πληροφορίες που θεωρούνται ακριβείς) τέσσερις, με πρωτοβουλία εκείνων που τους διαδέχθηκαν: ο Παυσανίας, ο Αμύντας Β΄, ο Αλέξανδρος Β΄ και ο Πτολεμαίος Αλωρίτης. Με εξαίρεση τον Αμύντα τον Γ΄ και τον Περδίκκα τον Γ΄, που κυβέρνησαν 24 και 6 χρόνια αντιστοίχως, το διάστημα της διακυβερνήσεως των υπολοίπων κυμαίνεται από μερικούς μήνες έως τέσσερα χρόνια.

Μία πυξίδα-κατάδεσμος, πιθανότατα προερχόμενη από την Βεργίνα, με την στικτή επιγραφή «ΑΡΓΕΙΩΝ ΠΑΙΣ» (SEG XLI 580),[ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ Μιχάλης Α. Τιβέριος, "Αργείων παις", περιοδικό "Ο Μέντωρ", Τόμος 128, 1989, σελ. 15-22.]    δεν αποκλείεται να συνδέεται με τις συγκρούσεις των βασιλοπαίδων του α΄ μισού του Δ΄ αιώνος π.Χ. και πρακτικές μαγείας που εφαρμόσθηκαν για την εξουδετέρωση των ανταπαιτητών. Tην αστάθεια αυτή συνοδεύουν, όπως αναφέρθηκε, οι εξωτερικές επεμβάσεις.
Αδυνατώντας να αντιμετωπίσει την εισβολή των Ιλλυριών εξαιτίας της εξεγέρσεως του ανταπαιτητή του θρόνου Αργαίου, ο Αμύντας ο Γ΄, τις ικανότητες του οποίου επαινεί και ο Ισοκράτης (Αρχίδαμος, 46), ζήτησε την βοήθεια της Ολύνθου, προβαίνοντας μάλιστα σε σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις στο κεντρικό τμήμα του κράτους.

Η βοήθεια τελικά δεν του δόθηκε, οι Ιλλυριοί αποσύρθηκαν, αφού τους καταβλήθηκε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό και ο Αργαίος εκδιώχθηκε με την υποστήριξη των Θεσσαλών (382 π.Χ.). Με την εύλογη διαπίστωση ότι η Όλυνθος (ακριβέστερα το Χαλκιδικό Κοινό) αποτελούσε σοβαρό κίνδυνο για την ίδια την υπόσταση του βασιλείου, τον οποίο δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει με τις δυνάμεις που διέθετε κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Αμύντας ζήτησε την βοήθεια της Σπάρτης.

Με πρόσχημα την εφαρμογή του όρου της αυτονομίας, όπως καθοριζόταν στην Ανταλκίδειο Ειρήνη (386 π.Χ.), η Σπάρτη επενέβη τον ίδιο χρόνο (382 π.Χ.) και ύστερα από τρία χρόνια (379 π.Χ.) διέλυσε το Χαλκιδικό Κοινό. Ωστόσο, μετά την ίδρυση της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας το 377 π.Χ. και ιδιαίτερα μετά τη νίκη των Αθηναίων επί των Σπαρτιατών στη Ναυμαχία της Νάξου το 376 π.Χ., η Δύναμη που θα έχει τη δυνατότητα ―όπως και το συμφέρον― να επεμβαίνει στη Μακεδονία, θα είναι η Αθήνα. Από το 371 π.Χ., μετά τη νίκη της επί της Σπάρτης στα Λεύκτρα, θα είναι και η Θήβα.
Μερικά χρόνια αργότερα, θα επέμβουν και οι δύο Δυνάμεις στη Μακεδονία κατά τη διάρκεια της νέας κρίσεως που ταλαιπώρησε τη χώρα μετά τον θάνατο του Αμύντα, το θέρος του 370 π.Χ.

Εναντίον του νεαρού Αλεξάνδρου στράφηκε ως ανταπαιτητής του θρόνου κάποιος Παυσανίας· τότε η Βασιλομήτωρ Ευρυδίκη ―καταγόμενη από τον βασιλικό οίκο των Βακχιαδών της Λυγκηστίδος, η οποία, σύμφωνα με μία ανακριβή και μάλλον σκανδαλοθηρική ιστοριογραφική παράδοση (Ιουστίνος, Epit. VII.4.7-5.8), οργάνωσε με τον σύζυγο της κόρης της Ευρυνόης, Πτολεμαίο Αλωρίτη, την δολοφονία του γιου της και ικανού βασιλιά Αλεξάνδρου Β΄ (369 π.Χ.)― κάλεσε σε βοήθεια από την Αμφίπολη τον Αθηναίο Στρατηγό Ιφικράτη, ο οποίος εξεδίωξε τον Παυσανία (Αισχίνης, Περί παραπρεσβείας, 26-29).

Η επέμβαση του Αλεξάνδρου το επόμενο έτος στη Θεσσαλία, μετά από έκκληση των Αλευάδων της Λαρίσης και η συνακόλουθη εκστρατεία του Πελοπίδα οδήγησαν σε συνθηκολόγηση με την Θήβα και την παραλαβή ομήρων, μεταξύ των οποίων και του νεαρού αδελφού του Αλεξάνδρου (και κατοπινού βασιλιά), Φιλίππου.
Μετά τη δολοφονία του Αλεξάνδρου και την ανάληψη της εξουσίας από τον Πτολεμαίο Αλωρίτη (ως Επιτρόπου του Περδίκκα Γ΄), η Θήβα αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο σε ρυθμιστικό παράγοντα της μακεδονικής πολιτικής: οι Θηβαίοι, εκμεταλλευόμενοι την αντιπαράθεση του Πτολεμαίου με τους Αθηναίους εξαιτίας των αξιώσεών τους στην Αμφίπολη, συνάπτουν συμμαχία παίρνοντας συγχρόνως ως όμηρο στη Θήβα τον γιο του, Φιλόξενο.
Από την εποχή του Αμύντα του Γ΄, όταν οι Ιλλυριοί αποχώρησαν έναντι χρηματικού ποσού, η Μακεδονία θα γίνει φόρου υποτελής στο γειτονικό φύλο. Προκειμένου να δοθεί τέλος στην υποτιμητική αυτή σχέση, ο Βασιλιάς Περδίκκας ο Γ΄ εξεστράτευσε εναντίον των Ιλλυριών. Στη μάχη που ακολούθησε, το 360 π.Χ., σκοτώθηκε ο ίδιος και 4.000 Μακεδόνες (Διόδωρος, XVI 2, 4-5).

Η οδυνηρή ήττα σήμανε την αποκορύφωση της κρίσεως: ένα μεγάλο τμήμα της Άνω Μακεδονίας περιήλθε στους Ιλλυριούς, οι Παίονες εισέβαλαν στη χώρα, ενώ τρεις ανταπαιτητές του θρόνου (ο Παυσανίας, που είχε εκδιωχθεί από τον Πτολεμαίο Αλωρίτη, ο Αργαίος, που είχε παραμερίσει για μικρό χρονικό διάστημα τον Αμύντα τον Γ΄ και κάποιος Αρχέλαος, πρεσβύτερος γιος του Αμύντα του Γ΄ από τον πρώτο του γάμο) διεκδικούσαν την εξουσία.

Νόμισμα Βασιλέωσ Αμύντα Γ' με κεφαλή Ηρακλέους .

Σε αυτήν την εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο, ήταν ευτύχημα ότι την διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε ως Επίτροπος του ανηλίκου διαδόχου Αμύντα, ο 22 ετών Φίλιππος, γιος του Αμύντα του Γ΄. Δεν έσωσε μόνο την Μακεδονία από τη διάλυση που την απειλούσε αλλά και άλλαξε ριζικά την πορεία της ιστορίας της, όπως και την πορεία ολόκληρης της ελληνικής ιστορίας.


2. 5. Φίλιππος ο Β΄(360-336 π.Χ.)




H άνοδος της Μακεδονίας από την κατάσταση της πολιτικής αστάθειας (και της παρεπόμενης εξαρτήσεως) στην πρώτη ελληνική δύναμη, ως επίτευγμα του Φιλίππου, αποτελεί, ως γνωστόν, ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα του καθοριστικού ρόλου της μεγάλης προσωπικότητος στην Ιστορία.
 Σαφείς πολιτικοί στόχοι, ακαταπόνητη δραστηριότητα για την επίτευξή τους, οργανωτικό ταλέντο, επιδεξιότητα της πολιτικής συμπεριφοράς προς υπηκόους και αντιπάλους, πνευματική ευστροφία (στην οποία δεν έλειπε το χιούμορ) είναι τα αναμφισβήτητα γνωρίσματα του Φιλίππου ως μεγάλης προσωπικότητος, αναμφισβήτητα και για τον λόγο ότι τα ομολογεί, με τον δικό του τρόπο, ο κορυφαίος αντίπαλός του Δημοσθένης.
Εξάλλου, ο σύγχρονός του ιστορικός Θεόπομπος από τη Χίο χαρακτήριζε (στο έργο του «Μακεδονικά» που δυστυχώς δεν έχει σωθεί) τον Φίλιππο ως τον μεγαλύτερο πολιτικό άνδρα της Ευρώπης (FGrH 115 F27). Σύμφωνα με τη σύντομη φράση την οποία παραθέτει ο Πολύβιος (VIII.9, 1), «ποτέ η Ευρώπη δεν ανέδειξε τέτοιον άνδρα, σαν τον γιο του Αμύντα, τον Φίλιππο».


Η Μακεδονία έπρεπε αλλά και μπορούσε -με τις προϋποθέσεις που είχε (πολυάριθμο έμψυχο δυναμικό και αρκετές πρώτες ύλες)- να γίνει ισχυρή Δύναμη, πρώτα-πρώτα για να αποτρέψει αποτελεσματικά στο μέλλον τις εισβολές των γειτονικών φύλων, από τις οποίες είχε οδυνηρές εμπειρίες· δεύτερον, για να επιτύχει την κρατική της συνοχή, με την κατάλυση του Χαλκιδικού Κοινού και την ενσωμάτωση των πόλεων της Πύδνας και Μεθώνης, που βρίσκονταν και αυτές στο κεντρικό τμήμα της καθώς και της Αμφίπολης (το 357 π.Χ.)· και με όλα αυτά να παίξει ηγετικό ρόλο στη Νότιο Ελλάδα, τον οποίο καθιστούσε δυνατό ―αλλά και αναγκαίο― η πολιτική αδυναμία των ελληνικών πόλεων-κρατών· εξαιτίας αυτής της αδυναμίας, ο Πέρσης μονάρχης διατηρούσε τον ρυθμιστικό ρόλο των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων που είχε αποκτήσει με την Ανταλκίδειο Ειρήνη, το 386 π.Χ. Οι τρεις αυτοί στόχοι, εύλογοι από τις εμπειρίες της εποχής, καθορίζουν, με τη σειρά που αναφέρθηκαν, τη δράση του Φιλίππου στο διάστημα των είκοσι τεσσάρων ετών της βασιλείας του.
Τις ηγετικές του ικανότητες επέδειξε ο Φίλιππος μόλις ανέλαβε την εξουσία, την χρονιά της μεγάλης κρίσεως (360/359 π.Χ.): πέτυχε την αποχώρηση των Παιόνων έναντι χρηματικού ποσού, ενώ με τον ίδιο τρόπο έπεισε τους Θράκες να αποσύρουν την υποστήριξή τους από τον ανταπαιτητή του θρόνου Παυσανία (Διόδ. XVI 3, 4). από τους δύο άλλους, τον μεν Αρχέλαο συνέλαβε και θανάτωσε, ενώ τον Αργαίο, που εισέβαλε με την βοήθεια των Αθηναίων στη Μακεδονία φθάνοντας από τη Μεθώνη έως τις Αιγές (Διόδ. XVI 2, 5-6), νίκησε με αιφνιδιαστική επίθεση.
Μακεδονική ασπίς με αποτροπαϊκή Μέδουσα από τάφο του 4ου αι. π.Χ. Απολλώνια Β.Ήπειρος

Με 10.000 άνδρες πεζούς και 600 ιππείς εισέβαλε τον επόμενο χρόνο στην Ιλλυρία ( Διοδ. XVI 4, 3) και με μία αποφασιστικής σημασίας νίκη έγινε κύριος όλης της Άνω Μακεδονίας, έτσι ώστε τα μακεδονικά φύλα της περιοχής να υπαχθούν διοικητικά πλήρως στο μακεδονικό κράτος (Διόδ. XVI 4,7· 8, 1). Σε χρονικό διάστημα λιγότερο από δύο έτη, η έκταση και ο πληθυσμός του βασιλείου διπλασιάσθηκαν. Δύο χρόνια αργότερα, το 356 π.Χ., ο Φίλιππος παίρνει τον τίτλο του βασιλέως (με τη συναίνεση του Αμύντα, που αποσύρεται στην ιδιωτική ζωή).

Με επιτυχείς εκστρατείες που έλαβαν χώρα στα επόμενα είκοσι χρόνια και ενώ ο Φίλιππος είχε εμπλακεί στην αναμέτρηση με την Αθήνα, η μακεδονική επικυριαρχία εδραιώθηκε σε ολόκληρη την Βαλκανική: η άμεση εξάρτηση (από το 356 π.Χ.) των Παιόνων από το μακεδονικό κράτος (αργότερα μετέχουν στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου), η ίδρυση της Ηράκλειας (σημ. Μοναστήρι) στη Λυγκηστίδα το 344 π.Χ., των Φιλίππων το 356 π.Χ. και της Φιλιππούπολης το 342/1 π.Χ., η επέκταση της μακεδονικής επιρροής στα παράλια της Θράκης έως τον Ελλήσποντο (351 π.Χ.), η κατάληψη της Ολύνθου το 348 π.Χ. και οι νίκες εναντίον των Σκυθών και των Τριβαλλών κατά την εκστρατεία στον Δούναβη (339 π.Χ.) είναι τα χαρακτηριστικά δείγματα αυτής της ανόδου, που επιτελείται από έναν λαό με την αντοχή και την αυτοπεποίθηση την οποία δημιουργεί η παρουσία ενός ικανού ηγέτη, όταν μάλιστα αυτός μοιράζεται όλες τις κακουχίες του πολέμου.

Με την άνοδο στον θρόνο της Ηπείρου του γαμπρού του Φιλίππου Αλεξάνδρου, αδελφού της συζύγου του Ολυμπιάδος, το 342 π.Χ. και τη νίκη κατά των Φωκέων τον ίδιο χρόνο, η μακεδονική επιρροή έφθανε από τις ακτές της Αδριατικής έως τον Ελλήσποντο και από τον Δούναβη ως τις Θερμοπύλες. Τέσσερα χρόνια αργότερα, με τη νίκη στη Χαιρώνεια (τον Σεπτέμβριο του 338 π.Χ.) κατά των Αθηναίων και των Θηβαίων, η Μακεδονία έγινε η μόνη ηγετική δύναμη στην Ελλάδα.

Ήταν το αναμενόμενο επακόλουθο των επιτυχιών του Φιλίππου, που σύμφωνα με την αντίληψη του Μακεδόνος βασιλέως και της φιλομακεδονικής παρατάξεως στην Αθήνα (από το 346 π.Χ.), δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τη σύγκρουση.
Η εξέλιξη αυτή οφειλόταν στην αντίθετη αντίληψη ή ακριβέστερα ιδεολογία, η οποία υποστηριζόταν από την αντιμακεδονική παράταξη και προβαλλόταν με το ρητορικό ταλέντο του κορυφαίου εκπροσώπου της, Δημοσθένη.
Στην ιδεολογία αυτή, κατά την οποία η Αθήνα μπορούσε να ανακτήσει τον ηγετικό ρόλο που είχε ενάμιση αιώνα πριν, αντίκειτο η πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε με την εμφάνιση του Φιλίππου.
Με την αναδιοργάνωση του στρατού που πραγματοποίησε ο Μακεδόνας βασιλιάς (καθιέρωση της γενικής στρατιωτικής θητείας, δημιουργία της φάλαγγος των σαρισοφόρων οπλιτών, συνδυασμός των διαφόρων όπλων, επιλογή ικανών ηγετικών στελεχών από όλες τις περιοχές της χώρας), σε συνδυασμό με την αυτοπεποίθηση του λαού και την αποτελεσματικότητα του ηγέτη όπως και τα άφθονα οικονομικά μέσα, αυτός ο ηγετικός ρόλος ανήκε στην ανερχόμενη νέα ελληνική δύναμη του Βορρά.
Το γεγονός ότι παρ' όλα αυτά ο Δημοσθένης και οι ομοϊδεάτες του πολιτικοί υποστήριζαν την άκαμπτη αντίσταση, είχε -εκτός από την ιδεολογική φόρτιση- και ένα ρεαλιστικό στοιχείο, που προερχόταν από τη γνώση της ιστορίας της Μακεδονίας. Αν η προκοπή της χώρας εξαρτιόταν από την παρουσία του ικανού βασιλέα και ο Μακεδόνας βασιλιάς έπεφτε θύμα δολοφονίας, οι Αθηναίοι έπρεπε να αντισταθούν, προσδοκώντας σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της χώρας.
 Γι' αυτόν τον λόγο, ο Δημοσθένης με την είδηση της δολοφονίας του Φιλίππου (το 336 π.Χ.) εμφανίσθηκε με το λευκό ένδυμα της χαράς, μολονότι λίγο πριν είχε πεθάνει η κόρη του (Αισχίνης, Κατά Κτησιφώντος, 77, Πλούταρχος, Δημοσθένης, 22.1-2.). Εκείνο που δεν μπορούσε ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος να προβλέψει, ήταν ότι ο νέος Μακεδόνας βασιλιάς θα αναδεικνύονταν σε μία από τις μεγαλύτερες ηγετικές προσωπικότητες της Ιστορίας.
Η πολιτική της άκαμπτης αντιστάσεως αυτή καθ' εαυτή όμως, εκτός από τις δυσκολίες που εμφάνιζε στην εφαρμογή της ―με την ιδεολογία της αναβιώσεως της αθηναϊκής ηγεμονίας, η οποία την χαρακτήριζε― δεν αποτελούσε λύση στην πολιτική κρίση του ελληνικού κόσμου τον Δ΄ αιώνα. Εποικοδομητική λύση αποτελούσε, αντίθετα, η σύλληψη της ιδέας της «Ελληνικής Ομοσπονδίας» (Κοινόν των Ελλήνων), η οποία ιδρύθηκε από τον Φίλιππο μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, κατά το Συνέδριο της Κορίνθου (337 π.Χ.). Ηγετική ―πολιτικά και στρατιωτικά― δύναμη θα ήταν η Μακεδονία και πολιτισμικό της κέντρο η Αθήνα (που διατηρούσε επίσης τη ναυτική της ισχύ), ενώ οι άλλες πόλεις-κράτη θα εξακολουθούσαν να έχουν την αυτονομία τους. Στην ελληνική αυτή ομοσπονδία συμπεριλαμβάνονταν επίσης οι πόλεις της Μικράς Ασίας, που θα απελευθερώνονταν από την περσική κυριαρχία με την Πανελλήνια Εκστρατεία, η οποία διακηρύχθηκε επίσης στο Συνέδριο της Κορίνθου. Παρά τις διαφορετικές εξελίξεις που συνέβησαν αργότερα με τον Μέγα Αλέξανδρο, αυτή η «Ελληνική Ομοσπονδία» αποτέλεσε (ως οργανωτικό σχήμα) «σημείο αναφοράς» για τους κατοπινούς Μακεδόνες βασιλείς στη διαμόρφωση της πολιτικής τους προς τη Νότιο Ελλάδα.


2. 6. Η Μακεδονία από την έναρξη της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου έως το τέλος των Πολέμων των Διαδόχων (335-277 π.Χ.)



2.6.1. Αντίπατρος (335-319 π.Χ.), Κάσσανδρος (319-297 π.Χ.), Δημήτριος ο Πολιορκητής (294-287 π.Χ. ), Λυσίμαχος (287-281 π.Χ.)


Τη διακυβέρνηση της Μακεδονίας κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στην Ανατολή ανέλαβε, ως Τοποτηρητής του θρόνου, ο στρατηγός του Φιλίππου (και ένας από τους βασικούς υποστηρικτές του Αλεξάνδρου κατά την άνοδό του στον θρόνο) Αντίπατρος, με διττή αποστολή: την διατήρηση της πολιτικής ομαλότητος στην Ελλάδα με την αποτελεσματική αντιμετώπιση κάθε ενδεχόμενης αντιμακεδονικής κινήσεως και την αποστολή νέων στρατιωτικών δυνάμεων, που θα απαιτούνταν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας.
Η μοναδική αντιμακεδονική κίνηση που πραγματοποιήθηκε, προήλθε από τη Σπάρτη και τον Βασιλέα της Άγι και στηρίζονταν στην ανάμνηση του παλαιού μεγαλείου της πόλεως. Η κίνηση αυτή κατεστάλη σχετικά εύκολα από τον Αντίπατρο, με τη νίκη του στην μάχη της Μεγαλόπολης (331 π.Χ.).
Πολύ σοβαρότερη ήταν η εξέγερση με κέντρο την Αθήνα, γνωστή με το όνομα «Λαμιακός Πόλεμος», που εκδηλώθηκε μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323/322 π.Χ.). Η εξέγερση κατεστάλη από τον Αντίπατρο με τη βοήθεια των στρατηγών του Αλεξάνδρου, Κρατερού και Λεοννάτου.
Την καταδικασμένη σε αποτυχία αμφισβήτηση της μακεδονικής επικυριαρχίας πλήρωσε η Αθήνα, με την καταστροφή του στόλου της στη Ναυμαχία της Αμοργού και την κατάλυση της ριζοσπαστικής Δημοκρατίας αλλά και ο Δημοσθένης με τη ζωή του (αυτοκτόνησε για να μην συλληφθεί, το 422 π.Χ.).

Βασιλέως Κασσάνδρου 


Στα σαράντα τέσσερα περίπου χρόνια που πέρασαν από τον θάνατο του Αντιπάτρου (319 π.Χ.) έως την άνοδο στον θρόνο του Αντιγόνου Γονατά (277 π.Χ.), η Μακεδονία έζησε μία δεύτερη μεγάλη κρίση της πολιτικής ιστορίας της με όλα τα παρεπόμενα δεινά.

Η χώρα, ο βασιλιάς και ο στρατός της οποίας μόλις μία δεκαετία πριν είχαν αλλάξει, με την κατάλυση της Περσικής Αυτοκρατορίας, τον πολιτικό χάρτη του αρχαίου κόσμου, υπέφερε περισσότερο από οιανδήποτε άλλη κατά τη διάρκεια των πολέμων που διεξήχθησαν μεταξύ Μακεδόνων στρατηγών, πρώην συμπολεμιστών στη μεγάλη εκστρατεία.


Στην πρώτη φάση των πολέμων αυτών, κατά τη σύγκρουση μεταξύ του Πολυπέρχοντος, παλαιού στρατηγού του Μεγάλου Αλεξάνδρου (που διορίσθηκε από τον Αντίπατρο στη θέση του τοποτηρητή του θρόνου, αλλά αποδείχθηκε πολιτικά ανεπαρκής) και του γιου του Αντιπάτρου, του Κάσσανδρου και σε διάστημα έντεκα ετών εξοντώθηκε ολόκληρη η βασιλική οικογένεια: πρώτα ο νόμιμος βασιλιάς Φίλιππος Δ΄ Αρριδαίος και η σύζυγός του Ευρυδίκη, ύστερα από απαίτηση της μητέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου Ολυμπιάδος, που είχε προσχωρήσει στο στρατόπεδο του Πολυπέρχοντα (319 π.Χ.)· κατόπιν σειρά είχε η Ολυμπιάδα, την οποία απέκλεισε στην Πύδνα ο Κάσσανδρος, που κυβερνούσε ήδη από τότε την Μακεδονία με καταδικαστική απόφαση της Συνελεύσεως του Στρατού, το 316 π.Χ.
Από τον Κάσσανδρο θανατώθηκαν έξι χρόνια αργότερα για πολιτικούς λόγους, εξαιτίας δηλαδή των δικαιωμάτων που είχαν στον μακεδονικό θρόνο, η σύζυγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου Ρωξάνη και ο γιος του Αλέξανδρος Δ΄. Τέλος, από τον Πολυπέρχοντα ―σύμφωνα με επιθυμία του Κασσάνδρου― θανατώθηκαν το 309 π.Χ. ο γιος του Μεγάλου Αλεξάνδρου από την Περσίδα Βαρσίνη, Ηρακλής καθώς και η μητέρα του.
Πολιτική σταθερότητα απέκτησε η Μακεδονία στα χρόνια της διακυβερνήσεως του ―αναμφίβολα ικανού― Κασσάνδρου (319-297 π.Χ.). Για πολιτικούς λόγους, ο Κάσσανδρος νυμφεύθηκε την ετεροθαλή αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Θεσσαλονίκη· το όνομά της έδωσε στην πόλη που ίδρυσε, το 316/5 π.Χ., στον μυχό του Θερμαϊκού. Η ίδρυση της Θεσσαλονίκης και της Κασσανδρείας (στη θέση της Ποτίδαιας) δείχνουν την πολιτική του οξυδέρκεια.

Επιτυχής υπήρξε εξάλλου και η εκστρατεία του εναντίον των Ιλλυριών. Ακολουθώντας το παράδειγμα των άλλων Διαδόχων, ο Κάσσανδρος έλαβε το 306 π.Χ. τον τίτλο του βασιλέως· ήδη όμως είχε χάσει ένα μεγάλο μέρος της επιρροής του στη Νότιο Ελλάδα, μετά την επέμβαση σ' αυτήν του Δημητρίου του Πολιορκητού, γιου του Αντιγόνου (του επονομαζομένου Μονόφθαλμου), που είχε υπό την εξουσία του τη Μικρά Ασία.
Με την εδραίωση της κυριαρχίας του στη Νότιο Ελλάδα (το 303/2 π.Χ. επεδίωξε μάλιστα την αναβίωση της «Ελληνικής Ομοσπονδίας»), ο Δημήτριος ο Πολιορκητής έμελλε να γίνει ο κατοπινός βασιλέας της Μακεδονίας.

Δημήτριος ο Πολιορκητής βασιλέας της Μακεδονίας.

Αυτό το πέτυχε χάρη στην δυναστική διαμάχη μεταξύ των δύο νεωτέρων γιων του Κασσάνδρου, Αντιπάτρου και Αλεξάνδρου, που ξέσπασε μετά τη σύντομη διακυβέρνηση (διάρκειας μόνο λίγων μηνών) του πρεσβυτέρου γιου και διαδόχου του Κασσάνδρου, Φιλίππου Δ΄(297 π.Χ.).

 Η διαμάχη προήλθε από την άρνηση του Αντιπάτρου να δεχθεί την διαίρεση του βασιλείου που πρότεινε η μητέρα του Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη δολοφονήθηκε από τον Αντίπατρο, ο οποίος λίγο αργότερα κατέφυγε στον Λυσίμαχο, τον βασιλιά της Θράκης, αφού προηγουμένως ο Αλέξανδρος είχε καλέσει σε βοήθεια τον Δημήτριο τον Πολιορκητή και τον Πύρρο.
Μετά την αποχώρηση του Πύρρου (με την απόσπαση από την Μακεδονία της Ακαρνανίας, της Τυμφαίας και της Αμβρακίας ως αμοιβή για την επέμβασή του) ήλθε ο Δημήτριος ο Πολιορκητής. Επιστρέφοντας στη Νότιο Ελλάδα εφόσον η επέμβασή του δεν ήταν αναγκαία, δολοφόνησε στη Λάρισα τον Αλέξανδρο, ο οποίος τον είχε συνοδεύσει έως εκεί και αμέσως μετά αναγορεύθηκε βασιλιάς της Μακεδονίας, το 294/3 π.Χ.
Βασιλέως Λυσίμαχου
 Η αυταρχική συμπεριφορά του Δημητρίου και η χλιδή της προσωπικής του ζωής προκάλεσαν το δημόσιο αίσθημα, πράγμα που έδωσε στον Πύρρο και στον Λυσίμαχο την αφορμή να συνασπισθούν εναντίον του και να επέμβουν στη Μακεδονία. Στη Βέροια ο στρατός του Δημητρίου προσχώρησε στον Πύρρο. Ο Δημήτριος αναγκάσθηκε τότε να φύγει από την Μακεδονία και η χώρα μοιράσθηκε μεταξύ του Πύρρου και του Λυσιμάχου.
Ως βασιλιάς της Μακεδονίας για τα έξι επόμενα χρόνια (287-281 π.Χ.) αναφέρεται ο Λυσίμαχος, με εντολή του οποίου είχε δολοφονηθεί ο Αντίπατρος.
2.6.2. Πτολεμαίος Κεραυνός. Η εισβολή των Κελτών (280-278 π.Χ.)

Νόμισμα της εποχής του Κεραυνού - Ο Πτολεμαίος Κεραυνός, ο μεγαλύτερος γιος του Πτολεμαίου Α ', χάνοντας τη θέση του ως κληρονόμος στην Αίγυπτο και επιθυμόντας να δημιουργήσει κράτος , αλλού, πήγε στην αυλή  του Λυσιμάχου,  σύζυγο της ετεροθαλούς αδελφής του, Αρσινόης Β. Όταν ο Λυσίμαχος σκοτώθηκε, Κεραυνό παντρεύτηκε την Αρσινόη και κυβέρνησε για δύο χρόνια, 281 - 279 π.Χ., μέχρι το θάνατό του στις μάχες του εναντίον των Γαλατών, Κελτών. 

Η δραματική περιπέτεια αρχίζει το 281 π.Χ., μετά την ήττα και τον θάνατο του Λυσιμάχου στο Κουροπέδιον της Μικράς Ασίας. Ο νικητής Σέλευκος πέρασε τον Ελλήσποντο με προορισμό την πατρίδα του Μακεδονία, δολοφονήθηκε όμως από τον Πτολεμαίο Κεραυνό, γιο του βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου Α΄ (από την Ευρυδίκη, κόρη του Αντιπάτρου και αδελφή του Κασσάνδρου), που ζούσε, μετά από ρήξη με τον πατέρα του στο ζήτημα της διαδοχής, στο περιβάλλον του Σελεύκου. Με την υποστήριξη του στρατού, η οποία οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι είχε εκδικηθεί τον θάνατο του Λυσιμάχου, ο Πτολεμαίος Κεραυνός έγινε βασιλιάς της Μακεδονίας, το 280 π.Χ. Λίγους μήνες αργότερα, εισέβαλαν στη Μακεδονία οι Κέλτες.

Την δεινή ήττα (στην οποία έχασε τη ζωή του ο Κεραυνός) ακολούθησε μία μακρά δοκιμασία για τη χώρα, διάρκειας δύο περίπου ετών: τις επιδρομές των Κελτών στην ύπαιθρο μπόρεσε να αντιμετωπίσει -έως έναν ορισμένο βαθμό- ο Στρατηγός Σωσθένης, ο οποίος όμως αρνήθηκε να γίνει βασιλιάς.
Μετά τον θάνατό του, το 278/277 π.Χ., η χώρα περιήλθε (με τέσσερις ανταπαιτητές του θρόνου) σε πλήρη αναρχία, στην οποία έδωσε τέλος, μετά την περιφανή νίκη του κατά των Κελτών στη Λυσιμάχεια (Θράκη), ο Αντίγονος Γονατάς, γιος του Δημητρίου του Πολιορκητού, που αναδείχθηκε σε έναν από τους ικανοτέρους βασιλείς της Μακεδονίας.
2.7. Αντίγονος Γονατάς (277-239 π.Χ.)

Ο Αντίγονος Γονατάς (η προέλευση του προσωνυμίου δεν είναι ακριβώς γνωστή) κυβέρνησε τριάντα οκτώ χρόνια, από το 277 έως το 239 π.Χ. Στο χρονικό αυτό διάστημα, η Μακεδονία αποτελούσε μία από τις τρεις μεγάλες δυνάμεις της Ελληνιστικής Εποχής (οι δύο άλλες ήταν το κράτος των Σελευκιδών και η Πτολεμαϊκή Αίγυπτος).
Νόμισμα του βασιλέως Αντιγόνου Γονατά 

Η επιτυχία στον ρόλο αυτό -και φυσικά η ανασυγκρότηση της χώρας που προϋποθέτει- οφείλεται κυρίως στην προσωπικότητα του βασιλέως. Η διαπίστωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, εάν ληφθεί υπόψη ότι η «ισορροπία δυνάμεων» της εποχής ήταν, εξαιτίας των διαφορών και των συγκρούσεων που αυτές συνεπαγόταν ως προς τις σφαίρες επιρροής, επισφαλής από τη μια μεριά και από την άλλη, ότι η Μακεδονία είχε χάσει κατά τη διάρκεια των Πολέμων των Διαδόχων, όπως και κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ανατολή, ένα σημαντικό μέρος από το πολυτιμότερο στοιχείο που διέθετε, το έμψυχο δυναμικό της.
Με το κύρος του νικητή, ο Αντίγονος Γονατάς αποκατέστησε την τάξη στο εσωτερικό (μεταξύ των άλλων και με την κατάλυση του τυραννικού καθεστώτος που είχε επιβάλει κάποιος Απολλόδωρος στην Κασσάνδρεια) και επανέφερε στην επικυριαρχία της Μακεδονίας τη Θεσσαλία και την Παιονία, όπου ίδρυσε κοντά στον Αξιό την πόλη Αντιγόνεια (Στέφανος Βυζάντιος, λ. Αντιγόνεια, πρβλ. F. Papazoglou, Les Villes, 324). Ωστόσο λίγο αργότερα, κατά τη νέα εισβολή του Πύρρου στη Μακεδονία (275/4 π.Χ.), ο Αντίγονος νικήθηκε.
Ο Πύρρος κατέλαβε μάλιστα τις Αιγές, όπου οι Κέλτες μισθοφόροι του λεηλάτησαν τους τάφους των Μακεδόνων βασιλέων (Διόδ., XXII.12, Πλούτ., Πύρρος, XXVI 6) ―καταστροφή με την οποία συνδέεται και η κατάσταση των επιτυμβίων, τα οποία βρέθηκαν διάσπαρτα στην επίχωση Μεγάλης Τούμπας στη Βεργίνα.
Κέλτες μισθοφόρους χρησιμοποιούσε όμως και ο Αντίγονος· κύριο, ωστόσο, στήριγμά του ήταν ο στόλος, με τον οποίο διετήρησε υπό την κατοχή του την Θεσσαλονίκη και άλλες παραλιακές πόλεις.

Τον ρόλο της μεγάλης δυνάμεως υπό τον Αντίγονο Γονατά παίζει η Μακεδονία, αφ' ότου εξέλιπε η προερχομένη από τις επεμβάσεις του βασιλιά της Ηπείρου απειλή.
 Μετά τον θάνατο του Πύρρου στο Άργος, το 272 π.Χ., ο στρατός του προσχώρησε στον Αντίγονο και αποκαταστάθηκε η μακεδονική επιρροή στη Νότιο Ελλάδα.
Με τον ρεαλισμό που τον διέκρινε -και τον επέβαλλαν άλλωστε οι περιστάσεις- ο Αντίγονος δεν έθιξε την ανεξαρτησία της Ηπείρου, αναθέτοντας την διακυβέρνησή της στον πρεσβύτερο γιο του Πύρρου και για την επιρροή του στη Νότιο Ελλάδα διετήρησε μόνον τις μακεδονικές φρουρές σε τρεις στρατηγικής σημασίας θέσεις (Δημητριάδα, Κόρινθο και Χαλκίδα).
Η αυτονομία των πόλεων δεν εθίγη. σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις και για ειδικούς τοπικούς λόγους, υποστηρίχθηκαν εμμέσως τυρρανικά καθεστώτα.

Με την επικράτησή του στον λεγόμενο Χρεμωνίδειο Πόλεμο (267-261 π.Χ.) *  , που διενεργήθηκε από την Αθήνα και τη Σπάρτη (IG II2 686-687) με την υποστήριξη του Βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου του Β΄ Φιλαδέλφου και τη νίκη του Αντιγόνου κατά του τελευταίου στη Ναυμαχία της Κου  (Κω) (πιθανόν το 255 π.Χ.), η μακεδονική επιρροή στη Νότιο Ελλάδα (ηπειρωτική και νησιωτική) φαινόταν ότι είχε εδραιωθεί.


Οι κατοπινές εξελίξεις δε δικαίωσαν την εντύπωση αυτή. Μετά την εισβολή του βασιλιά της Ηπείρου στην Άνω Μακεδονία, που αποκρούσθηκε από τον γιο του Αντιγόνου, Δημήτριο και την εξέγερση του ανεψιού του Αντιγόνου, Αλεξάνδρου, στη Νότιο Ελλάδα (κατά την οποία αποσπάσθηκαν έως τον θάνατό του η Κόρινθος και η Χαλκίδα, το 249-245 π.Χ.), η Μακεδονία αντιμετώπισε την πολιτική δυναμική του σχηματισμού των Συμπολιτειών -με την ιδεολογική αντίθεση προς τη μοναρχία που την χαρακτήριζε- ανεπιτυχώς, εξαιτίας της ανεπάρκειας του στρατιωτικού της δυναμικού: το 243 π.Χ. ο Άρατος από την Σικυώνα, γιος πολιτικού φίλου του Αντιγόνου, απέσπασε με προδοσία την Κόρινθο, η οποία έγινε μέλος της Αχαϊκής Συμπολιτείας.
 Η φρουρά της πόλεως που την παρέδωσε στον Άρατο, ήταν μισθοφόροι του Αντιγόνου από την Συρία, οι οποίοι τάχθηκαν κατά του βασιλιά της Μακεδονίας μετά τις νίκες του Πτολεμαίου Γ΄ κατά του Σελεύκου Β΄ στον Τρίτο Συριακό Πόλεμο, το 246-241 π.Χ. (Ο Αντίγονος Γονατάς ήταν σύμμαχος των Σελευκιδών από το 276 π.Χ., όταν πήρε ως σύζυγο την αδελφή του Αντιόχου του Β΄, Φίλα).
Ο Αντίγονος Γονατάς απεβίωσε το 239 π.Χ. σε ηλικία 80 ετών, αφού όρισε διάδοχό του τον γιο του Δημήτριο. Στην ελληνική -και μπορούμε να πούμε στην ευρωπαϊκή ιστορία- είναι προπάντων γνωστός για την αντίληψη που είχε περί βασιλικής εξουσίας (και γενικά για την εξουσία), ότι είναι «ένδοξος δουλεία» (Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία, ΙΙ 20) ή σε άλλη διατύπωση, ότι ο βασιλιάς είναι υπηρέτης του λαού. Εκφραστής της ιδίας αντιλήψεως υπήρξε, ως γνωστόν, στη νεώτερη εποχή ο Βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος ο Μέγας.
Βασιλέως Δημητρίου Β' 


2.8. Δημήτριος Β΄ (239-229 π.Χ.)[Δημήτριος ὁ Αἰτωλικός], Αντίγονος Δώσων (229-221 π.Χ.)

Επιχειρήσεις σε δύο μέτωπα, στη Νότιο Ελλάδα κατά των Αιτωλών και στο Βορρά εναντίον των Δαρδάνων, καλύπτουν το χρονικό διάστημα των δέκα ετών της βασιλείας του Δημητρίου (239-229 π.Χ.) και καταδεικνύουν τις συνέπειες που είχε η αδυναμία της Μακεδονίας να επιβληθεί στο νέο περιβάλλον: οι επεκτατικές βλέψεις της Αιτωλικής Συμπολιτείας στην Ακαρνανία προκαλούν την πολιτική προσέγγιση της Ηπείρου στη Μακεδονία, στο πλαίσιο της οποίας ο Δημήτριος παίρνει ως σύζυγο την Πριγκίπισσα Φθία, κόρη του Βασιλιά Αλεξάνδρου του Β΄.


Οι Αιτωλοί, από την άλλη, στρέφονται εναντίον της Μακεδονίας υποστηριζόμενοι από τους Αχαιούς (που εισβάλλουν στην Αττική) και αποσπούν από την μακεδονική επικυριαρχία τμήματα της Θεσσαλίας. Απασχολημένος με τη Νότιο Ελλάδα, ο Δημήτριος εγκαταλείπει την Ήπειρο (με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί εκεί εξέγερση κατά της βασιλικής οικογενείας, που οδήγησε στην πτώση της).
Η εισβολή των Δαρδάνων στην Παιονία ανάγκασε τον Δημήτριο να συνάψει συμμαχία με τους Ιλλυριούς, οι οποίοι, νικώντας τους Αιτωλούς, εισέβαλαν στην Ακαρνανία και κατέλαβαν την οχυρή θέση Μεδεών (Πολύβιος, ΙΙ 2.5-6).
Η εξέλιξη αυτή είναι πρωτίστως συνέπεια της πολιτικής μυωπίας των δύο Συμπολιτειών, της Αιτωλικής και της Αχαϊκής, μιας πολιτικής μυωπίας η οποία συνεπαγόταν ξένες επεμβάσεις, καθιστώντας δύσκολη και ενίοτε αδύνατη την προοπτική μιας σταθερής, επιβαλλομένης από το γενικό συμφέρον, συνεργασίας με την Μακεδονία.
***
Νόμισα του Αντίγονου Δώσων

Την διακυβέρνηση της χώρας μετά τον θάνατο του Δημητρίου ανέλαβε, ως Επίτροπος του γιου του Φιλίππου, ο Αντίγονος ο επικαλούμενος Δώσων (γιος του Δημητρίου του Καλού, βασιλέα της Κυρήνης, ετεροθαλούς αδελφού του Αντιγόνου Γονατά).
Αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας, ο Αντίγονος Δώσων επανέφερε στην μακεδονική επικυριαρχία τις περιοχές της Θεσσαλίας που είχαν αποσπασθεί από τους Αιτωλούς και απέκρουσε την εισβολή των Δαρδάνων, επιτυχίες, χάρη στις οποίες αναγορεύθηκε βασιλιάς, αφού νυμφεύθηκε τη χήρα του Δημητρίου Φθία. Το σημαντικότερο επίτευγμά του, όμως, στάθηκε η αποκατάσταση της μακεδονικής επιρροής στη Νότιο Ελλάδα.

Η απήχηση που βρήκε στην Πελοπόννησο το επαναστατικό κοινωνικό πρόγραμμα του Βασιλιά της Σπάρτης Κλεομένη του Γ΄, ανάγκασε τον ηγέτη της Αχαϊκής Συμπολιτείας Άρατο να ζητήσει την βοήθεια του Μακεδόνα βασιλέα, με αντάλλαγμα την παραχώρηση της Κορίνθου. Το 223 π.Χ. ο Αντίγονος Δώσων εξελέγη Στρατηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας, προσεταιρίσθηκε τις αρκαδικές πόλεις και το επόμενο έτος (222 π.Χ.) νίκησε τον Κλεομένη στη μάχη της Σελλασίας. Η μακεδονική επιρροή αποκαταστάθηκε στο πλαίσιο της «Ελληνικής Συμμαχίας» (Πολύβιος, IV 9.4), που συγκροτήθηκε από τον Αντίγονο · μέλη της ήταν η Μακεδονία και οι Συμπολιτείες, εκτός από την Αιτωλική. Η εισβολή των Ιλλυριών τον ανάγκασε να επιστρέψει στη Μακεδονία, όπου απεβίωσε, αφού απέκρουσε με επιτυχία τους εισβολείς (Πολύβ. ΙΙ 70, Πλούτ., Κλεομένης, 30).
2.9. Φίλιππος Ε΄(221-179 π.Χ.), Περσεύς (179-168 π.Χ.)


Δίδραχμο του Φιλίππου, 184-179 π.Χ.

Την ιστορία της Μακεδονίας στα χρόνια του Φιλίππου του Ε΄ και του διαδόχου του Περσέως, σφράγισε, ως γνωστόν, ο αγώνας για την ανεξαρτησία εναντίον της Ρώμης· ένας αγώνας που δεν αφορούσε μόνο την Μακεδονία αλλά και όλο τον ελληνικό κόσμο της Ανατολής.
Στον αγώνα αυτόν η Μακεδονία ήταν μόνη και τον έχασε, με τελικό αποτέλεσμα την κατάλυση του ίδιου του μακεδονικού βασιλείου αλλά και την υποδούλωση των υπολοίπων Ελλήνων στη Ρώμη.

 Η ήττα δεν οφείλεται μόνον στη μεγάλη στρατιωτική υπεροχή της Ρώμης· οφείλεται ακόμη και στην πολιτική μυωπία των ηγετών των άλλων ελληνικών κρατών (την οποία επισημαίνει, σύμφωνα με τον Πολύβιο και ο Ρόδιος Θρασυκράτης ενώπιον των Αιτωλών, υποστηρίζοντας ότι ο αγώνας εναντίον του Φιλίππου θα οδηγήσει σε εξανδραποδισμό και καταφθορά της Ελλάδος» (Πολ. XVIII 37.9) όπως και στο γεγονός που ήδη αναφέρθηκε, ότι η Μακεδονία είχε χάσει ένα μεγάλο μέρος του έμψυχου δυναμικού της στην Ανατολή και στους πολέμους που ακολούθησαν.

Με αυτές τις αρνητικές προϋποθέσεις, η αντίσταση κατά της Ρώμης παρουσιάζει εύλογα ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον.
Κύριος στόχος του Φιλίππου, από την άνοδό του στον θρόνο σε ηλικία μόλις 17 ετών, έπρεπε να είναι ―και ήταν― η εκδίωξη των Ρωμαίων από το νότιο τμήμα της Ιλλυρίας, που είχε γίνει ρωμαϊκό προτεκτοράτο από τον Πρώτο και ιδιαίτερα τον Δεύτερο Ιλλυρικό Πόλεμο (229/8-219 π.Χ.). Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι στους συμβούλους του νεαρού βασιλέως ανήκε και ο Δημήτριος ο Φάριος από την πόλη Φάρο της περιοχής, που είχε εκδιωχθεί το 219 π.Χ.

 Η παρουσία μιας μεγάλης δυνάμεως στα νώτα του βασιλείου αποτελούσε σοβαρή απειλή ακόμα και για την ίδια την υπόστασή του· στη Νότιο Ελλάδα όμως υπήρχε ―με ελάχιστες προφανώς εξαιρέσεις― η αντίθετη εντύπωση: εξαιτίας της απαλλαγής από τις επιδρομές των Ιλλυριών στα δυτικά ελληνικά παράλια έως και την Πελοπόννησο, οι Ρωμαίοι έγιναν δεκτοί στα Ίσθμια ήδη από το τέλος του Πρώτου Ιλλυρικού Πολέμου, το 228 π.Χ., σαν να επρόκειτο για ελληνικό φύλο.

Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία για την αποσόβηση του ρωμαϊκού κινδύνου παρουσιάσθηκε κατά τον Δεύτερο Καρχηδονιακό Πόλεμο και συγκεκριμένα στην τρίτη νίκη του Αννίβα, στην Τρασιμένη λίμνη (Πολύβιος V 101, 5-6), το 217 π.Χ.
Έως τότε, ο Φίλιππος διεξήγαγε πόλεμο με τους Αιτωλούς [το 219 π.Χ. οι Αιτωλοί κατέστρεψαν, σύμφωνα με την μαρτυρία του Πολυβίου (IV 62.1-2) το Δίον, ενώ έναν χρόνο αργότερα ο Φίλιππος έπραξε το ίδιο στο Θέρμον (V 8.4-9, 9.1-6)] και τους συμμάχους τους, Ήλιδα και Σπάρτη. Το 217 π.Χ., έχοντας εξασφαλίσει την εκτίμηση της πλειοψηφίας των Ελλήνων (Πολύβιος, VII 11.8, βλ. και IG IV2 590 SEG I 78: ανάθημα των Επιδαυρίων για την τιμωρία των Αιτωλών), συνήψε, για τον λόγο που αναφέρθηκε, ειρήνη (την τελευταία που συνωμολογήθη με πρωτοβουλία των ιδίων των Ελλήνων).

Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας 

Στο Συνέδριο της Ναυπάκτου (Πολύβιος, V 102-105) που πραγματοποιήθηκε γι' αυτόν τον σκοπό, ο Αιτωλός πολιτικός Αγέλαος επεσήμανε μ' έναν έξοχα παραστατικό τρόπο την ανάγκη του συνασπισμού των Ελλήνων, υπό την ηγεσία της Μακεδονίας, εν όψει του κινδύνου από τα «μαύρα σύννεφα» που φαίνονταν στη Δύση. Το επιχείρημα ήταν ότι όποια Δύναμη και αν επικρατούσε στον πόλεμο που διεξάγονταν στην Ιταλία, οι Ρωμαίοι ή οι Καρχηδόνιοι, θα επενέβαινε στην Ελλάδα με πολύ πιθανό αποτέλεσμα την υποδούλωσή της, εάν δεν υπήρχε η αποτρεπτική δύναμη αυτού του συνασπισμού. Ο Αγέλαος δεν εισακούσθηκε. έγινε ακριβώς το αντίθετο και το αποτέλεσμα ήταν η υποταγή στους Ρωμαίους (Πολύβιος V 104).
Η συμμαχία που συνήψε το 215 π.Χ. ο Φίλιππος με τον Αννίβα μετά τη νίκη του τελευταίου στις Κάννες, δεν είχε κανένα θετικό αποτέλεσμα, εξαιτίας της αδυναμίας και των δύο να εκπληρώσουν τον όρο της αμοιβαίας υποστηρίξεως που υπήρχε στο σύμφωνο (Πολύβιος VII 9, Λίβιος XXIII 33.9-12). Όσον αφορά τον Φίλιππο, ήταν αναγκασμένος να διαθέτει τις οπωσδήποτε περιορισμένες στρατιωτικές δυνάμεις που είχε, όντας ο ίδιος επικεφαλής, σε διάφορα μέτωπα (Ιλλυρία, Πελοπόννησο, Κεντρική Ελλάδα) ιδιαίτερα αφ' ότου οι Ρωμαίοι συνήψαν το 211 π.Χ. με τους Αιτωλούς το λεγόμενο «Αρπακτικό Σύμφωνο» (Πολύβιος, ΙΧ 39), κατά το οποίο τα εδάφη που θα καταλαμβάνονταν, θα ανήκαν στους Αιτωλούς, ενώ η κινητή περιουσία στους Ρωμαίους.

Ο πόλεμος αυτός (Α΄ Μακεδονικός), στον οποίο συμμετείχαν ως σύμμαχοι της Ρώμης, εκτός από τους Αιτωλούς και οι Σπαρτιάτες, οι Ηλείοι, οι Μεσσήνιοι, οι Αθηναίοι, οι Ιλλυριοί και το Βασίλειο της Περγάμου με τον Άτταλο τον Α΄, έληξε με την ειρήνη που συνήψε ο Φίλιππος πρώτα με τους Αιτωλούς, το 206 π.Χ. και κατόπιν με τους Ρωμαίους, το 205 π.Χ.

Η ειρήνη έγινε με βάση το status quo· το ουσιαστικό αποτέλεσμα όμως ήταν ότι η Ρώμη είχε υπό την επιρροή της τη Νότιο Ελλάδα και μέρος της Ασίας και ότι η ενότητα του ελληνικού κόσμου είχε ανεπανόρθωτα διασπασθεί.
Η διάσπαση αυτή έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις ―με όλες τις συνέπειες που είχε για την Μακεδονία― λίγο αργότερα, στο πλαίσιο των εξελίξεων που συνέβησαν μετά τον θάνατο του Βασιλέως της Αιγύπτου Πτολεμαίου του Δ΄, το 204 π.Χ. Η αποδυνάμωση της χώρας που ακολούθησε, ήταν η αφορμή μιας μυστικής συνεννοήσεως μεταξύ του Φιλίππου του Ε΄ και του Βασιλέως του Κράτους των Σελευκιδών Αντιόχου του Γ΄, με σκοπό την απόσπαση των εξωτερικών κτήσεων της Αιγύπτου (Πολύβιος, ΙΙΙ 2.8, XV 20, Λίβιος, XXXI, 14.5).

Με την ενεργητικότητα που τον διέκρινε, ο Φίλιππος διεξήγαγε σειρά -εν μέρει επιτυχών- επιχειρήσεων στα παράλια της Δυτικής Μικράς Ασίας και στην Καρία, ενώ ο Αντίοχος εισέβαλε στη Νότια Συρία. Το ενδεχόμενο της μακεδονικής επιρροής σε εδάφη της περιοχής τους ώθησε τη Ρόδο και την Πέργαμο να ζητήσουν την επέμβαση της Ρώμης, το 200 π.Χ.
Μολονότι έναν χρόνο πριν οι Ρωμαίοι είχαν απορρίψει παρόμοια έκκληση των Αιτωλών, η απάντηση ήταν θετική, κατά μία άποψη από καθαρά ιμπεριαλιστικές βλέψεις στην ελληνική Ανατολή, κατά μία άλλη ―πιθανότερη― από τον φόβο που προκαλούσε η καταγγελία περί «συμμαχίας» των ηγεμόνων των δύο μεγάλων δυνάμεων της εποχής· το ενδεχόμενο μιας εισβολής και των δύο στην Ιταλία συνδέθηκε με τις οδυνηρές εμπειρίες από τον πόλεμο με τον Αννίβα, γι' αυτό και έπρεπε με μία προληπτική επέμβαση της Ρώμης να αποφευχθεί αυτό το ενδεχόμενο.

Η πραγματικότητα ήταν όμως εντελώς διαφορετική. ΄Οταν οι Ρωμαίοι προέβαλαν την απαίτηση στον Φίλιππο να παραιτηθεί από τις πτολεμαϊκές κτήσεις που είχε καταλάβει, να μη διεξάγει πόλεμο στην Ελλάδα καθώς επίσης να δεχθεί την επίλυση των διαφορών του με τη Ρόδο και την Πέργαμο, σε διαιτησία από ουδέτερα κράτη και εκείνος την απέρριψε (Πολύβιος, XVI 27.2, 34.1-7, Λίβιος, ΧΧΧΙ 18, Διόδωρος, XXVIII 6), όντας έτσι αναγκασμένος να δεχθεί τον πόλεμο, ο Αντίοχος ο Γ΄ τον εγκατέλειψε, προτιμώντας να προελάσει με την ανοχή των Ρωμαίων στη Νότια Συρία. Επρόκειτο για ένα μεγάλο λάθος από πολιτική μυωπία, που στοίχισε ακριβά στον ίδιο και σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο.

Σ' αυτόν το νέο πόλεμο με τη Ρώμη, τον λεγόμενο Β΄ Μακεδονικό (200-197 π.Χ.), η Μακεδονία ήταν πάλι μόνη, αλλά με περισσοτέρους αντιπάλους: σ' αυτούς ανήκε επιπλέον η Αχαϊκή Συμπολιτεία αλλά και το ίδιο το μακεδονικό φύλο των Ορεστών (Πολύβιος, XVIII 47.6, Λίβιος, XXXIII 34.6). Τις συμβιβαστικές προτάσεις του Φιλίππου απέρριψε η Ρώμη, απαιτώντας μάλιστα να αποσύρει τις φρουρές από την Κόρινθο, τη Χαλκίδα και την Δημητριάδα, πράγμα που σήμαινε ότι η Μακεδονία θα περιέρχονταν στη θέση που είχε πριν από τον Φίλιππο τον Β΄. Η άρνηση του Φιλίππου οδήγησε στην αποφασιστικής σημασίας μάχη που έγινε στις Κυνός Κεφαλές (στη Νότιο Θεσσαλία), την άνοιξη του 197 π.Χ.
Στη μάχη αυτή από τους 26.000 άνδρες, των οποίων ηγείτο ο Ρωμαίος Ύπατος Τίτος Κόιντος Φλαμινίνος, το 1/3 περίπου αποτελούσαν Έλληνες, κυρίως Αιτωλοί και το ηπειρωτικό φύλο των Αθαμάνων (Λίβιος, ΧΧΧΙΙΙ.4, 4-5). Τον στρατό του Φιλίππου αποτελούσαν, σύμφωνα με την μαρτυρία του Λιβίου (ΧΧΧΙΙΙ.3.1-5) την οποία επιβεβαιώνουν δύο αντίγραφα επιστρατευτικού «διαγράμματος» του Φιλίππου του Ε΄ (ένα από την Κασσάνδρεια και ένα πιθανόν από την Αμφίπολη, SEG XLIX, 722, 855), κυρίως νεοσύλλεκτοι από την Μακεδονία. Με την αναπόφευκτη ήττα του τερματίσθηκε ο πόλεμος.
Σύμφωνα με τους όρους της ειρήνης που επέβαλε η Ρώμη, η Μακεδονία έχανε όλες τις εξωτερικές της κτήσεις και την Θεσσαλία, όφειλε να διαλύσει τον στόλο της, να πληρώσει πολεμική αποζημίωση 1.000 τάλαντα και να είναι σύμμαχος των Ρωμαίων, με όλες τις υποχρεώσεις που συνεπαγόταν η σχέση αυτή (Πολύβιος, XVIII 44, Λίβιος, XXXIII 30).
Στα επόμενα δεκαοκτώ χρόνια της βασιλείας του, ο Φίλιππος έλαβε διάφορα μέτρα για την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας (αύξηση φόρων και δασμών, αξιοποίηση των μη χρησιμοποιουμένων μεταλλείων), την δημογραφική της ενίσχυση (υποστήριξη πολυτέκνων οικογενειών, εγκατάσταση θρακικών πληθυσμών), την διοικητική αποσυγκέντρωση (όπως φανερώνουν τα τοπικά νομίσματα ορισμένων περιοχών). Με όλα τα παραπάνω καθώς και με τις επιτυχείς επιχειρήσεις του εναντίον θρακικών φύλων (Οδρυσών, Βησσών, Δενθηλητών, Μαίδων) η Μακεδονία εξακολούθησε να αποτελεί το ισχυρότερο κράτος της Βαλκανικής, επιβεβαιώνοντας τον ιστορικό της ρόλο ως «προφράγματος» (Πολύβιος, ΙΧ 35.1-4) της Κυρίως Ελλάδος και των ελληνικών πόλεων της Θράκης.

Εντύπωση προξενούν ορισμένα άλλα μέτρα που έλαβε, με έκδηλο σκοπό την ενίσχυση της αμυντικής ισχύος της χώρας: σε οχυρές θέσεις του εσωτερικού της χώρας συγκεντρώθηκαν σιτηρά και χρήματα για τη συντήρηση μεγάλου αριθμού μισθοφόρων (Πλούτ. Αιμίλιος Παύλος, 8)· στο εσωτερικό μεταφέρθηκε επίσης ο ελληνικός πληθυσμός παραλιακών πόλεων, στις οποίες εγκαταστάθηκαν Θράκες και άλλοι ξένοι. Η εικασία ότι με όλα αυτά ο Φίλιππος απέβλεπε σε μία νέα πολεμική αναμέτρηση με τη Ρώμη, όπως υποστηρίζει ο σύγχρονος με τα γεγονότα ιστορικός Πολύβιος αλλά και μεταγενέστεροι συγγραφείς, δεν μπορεί να αποδειχθεί. Μετά από μία σοβαρή κρίση στην βασιλική οικογένεια, εξαιτίας της δολοφονίας του νεωτέρου γιου του, Δημητρίου (στην οποία φαίνεται ότι ενεχόταν ο πρεσβύτερος γιος του Περσεύς), ο Φίλιππος πέθανε το 179 π.Χ., στην Αμφίπολη. Τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε ο Περσεύς, ο οποίος όμως ήταν ως προσωπικότης κατώτερος των περιστάσεων, γι' αυτό και είναι πιθανή η μαρτυρία του Λιβίου (XL 54-58) ότι ο Φίλιππος ήθελε να ορίσει διάδοχό του τον μακρινό συγγενή του Αντίγονο.
***





Η ιστορική παρουσία του Περσέως συνδέθηκε με τον τελευταίο πόλεμο εναντίον της Ρώμης, τον λεγόμενο Γ΄ Μακεδονικό (171-168 π.Χ.), που έληξε με την ήττα και το οικτρό τέλος του αλλά και την κατάλυση του μακεδονικού βασιλείου.
Στην έκρηξη του πολέμου συνέβαλαν τρεις παράγοντες: η προσπάθεια του Περσέως να αποκαταστήσει την μακεδονική επιρροή στη Νότιο Ελλάδα, πράγμα που γινόταν κυρίως με τα αντιρωμαϊκών φρονημάτων -για πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους- μέρη του πληθυσμού· η πολιτική βούληση του ηγετικού στρώματος της Ρώμης την εποχή αυτή, το οποίο θεωρούσε μια τέτοια πολιτική «ανταρσία» και την αντιμετώπιζε ανάλογα· τέλος, η ηθικά επιλήψιμη και πολιτικά μυωπική συμπεριφορά του Βασιλιά της Περγάμου Ευμένη Β΄, ο οποίος, σε λόγο που εκφώνησε στη Ρωμαϊκή Σύγκλητο το 172 π.Χ., παρότρυνε τους Ρωμαίους να επέμβουν, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον (δήθεν) σοβαρό κίνδυνο που προερχόταν από την Μακεδονία (XLII 12.5-7).
Μία αποσπασματική επιγραφή από το Δίον επιβεβαιώνει όσα υποστηρίχθηκαν από τον Ευμένη σχετικά με τη σύναψη συμμαχίας ανάμεσα στον Περσέα και τους Βοιωτούς (Συμμαχία Βασιλέως/ Περσέως και Βοιωτών) και διορθώνει το κείμενο του Λιβίου, σύμφωνα με το οποίο τρία κείμενα της συνθήκης γράφηκαν σε στήλες και στήθηκαν το ένα στη Θήβα, το άλλο στους Δελφούς και το τρίτο alterdsidenum (altero ad Delium παλαιότερη διόρθωση): η τρίτη στήλη με το κείμενο της συμμαχίας στήθηκε στο ιερό του Διός Ολυμπίου, στο Δίον (altero ad Dium).
Με σύνθημα την διαφύλαξη της Δημοκρατίας των Ελλήνων, η Ρώμη κήρυξε τον πόλεμο εναντίον του Μακεδόνα βασιλιά (SEG XXXI 542). Στα δύο πρώτα χρόνια, ο Περσεύς είχε ορισμένες επιτυχίες και μ' αυτές ζητούσε από την Ρωμαϊκή Σύγκλητο τη σύναψη ειρήνης, αλλά οι Ρωμαίοι απαιτούσαν τη συνθηκολόγηση άνευ όρων. Τα σημαντικά σφάλματα τακτικής που διέπραξε ο Περσεύς κατά το τρίτο έτος και η αποτελεσματική ηγεσία του Ρωμαίου Υπάτου Λευκίου Αιμιλίου Παύλου είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί -στην αποφασιστικής σημασίας μάχη που έγινε στην Πύδνα, στις 22 Ιουνίου του 168 π.Χ.- συντριπτική ήττα. Ο Περσεύς διέφυγε στην Αμφίπολη και από εκεί στη Σαμοθράκη, όπου συνελήφθη. Μεταφέρθηκε κατόπιν στη Ρώμη όπου και θανατώθηκε, αφού πρώτα σύρθηκε μαζί με άλλους αιχμαλώτους στον θρίαμβο του νικητή υπάτου.
Λεύκιος  Αιμίλιος Λέπιδος Παύλος. 62 π.Χ.. νόμισμα  Denarius (18 χιλιοστά, 3,96 g, 5Η). κοπή στην Ρώμη  μία Πέπλοφόρος  με διάδημα επι  κεφαλής η  Concordia η ρωμαϊκή θεά της αρμονίαςή τησ ειρήνης και δεξιά ένα Τρόπαιον όπου αριστερά  δείχνει τρεις αιχμαλώτους πρόκειται για τον βασιλιά Περσέα της Μακεδονίας και πλάι του οι δύο γιοι του αυτός  στέκεται και κοιτά  προς τα δεξιά, Ο Παύλος στέκεται αριστερά.είναι από τον θρίαμβο στην Ρώμη 

Τη νέα όψη του ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού -με την ωμότητα, η οποία ενίοτε την χαρακτήριζε- γνώρισε και η ίδια η χώρα: το μακεδονικό βασίλειο ως ενιαίο κράτος καταλύθηκε και η χώρα διαιρέθηκε σε τέσσερα τμήματα («μερίδες»). Το πρώτο εκτείνονταν μεταξύ του Στρυμόνα και του Νέστου και με μερικές θέσεις ανατολικά του Νέστου, είχε πρωτεύουσα την Αμφίπολη· το δεύτερο περιελάμβανε εδάφη μεταξύ του Στρυμόνα και του Αξιού και είχε πρωτεύουσα την Θεσσαλονίκη· το τρίτο, με όρια τον Αξιό και τον Θερμαϊκό κόλπο ανατολικά, το όρος Βέρμιον δυτικά και τον Πηνειό νότια, την Πέλλα· το τέταρτο περιελάμβανε την Άνω Μακεδονία, έως τα σύνορα με την Ήπειρο και την Ιλλυρία και είχε πρωτεύουσα την Πελαγονία (Λίβιος, XLV 29-30, Διόδωρος, ΧΧΧΙ 8.8, Στράβων, VII απ. 48).
Κάθε «μερίς» διοικούνταν από ένα ολιγαρχικού χαρακτήρος σώμα («συνέδριον»). Η σύναψη γάμων μεταξύ προσώπων από διαφορετικές μερίδες και οικονομικές σχέσεις μεταξύ τους απαγορευόταν, όπως απαγορευόταν και η εκμετάλλευση των μεταλλείων καθώς και η κοπή δέντρων για ναυπηγήσιμη ξυλεία. Εκτός από αυτά, αναγκαζόταν όλοι όσοι είχαν καταλάβει κάποιο αξίωμα στην διοίκηση του βασιλείου, να εγκατασταθούν με τις οικογένειές τους στην Ιταλία. Η ρωμαϊκή ηγεσία της εποχής επέβαλε στη Μακεδονία πλήρη οικονομική και πολιτική αποδυνάμωση, με όλους τους δυνατούς τρόπους.
***

Η πολιτική ιστορία της Μακεδονίας, ως ανεξαρτήτου κράτους, έχει μελετηθεί και μελετάται από διαφορετικές αφετηρίες. Σε καμία θεώρηση όμως δεν είναι ορθό να παραβλέπεται ένα βασικό χαρακτηριστικό της. Είναι η σημασία της ψυχικής αντοχής και του αγωνιστικού φρονήματος του λαού της, που φαίνεται στην υπέρβαση των εσωτερικών κρίσεων αλλά και στην εκστρατεία στην Ανατολή όπως και στην αντίσταση -με περιορισμένες στρατιωτικές δυνάμεις- εναντίον της Ρώμης. Από αυτή την άποψη, η μελέτη της παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνον στο πλαίσιο της ελληνικής ιστορίας αλλά και της παγκόσμιας.

'Χρεμωνίδειος' πόλεμος




Mετά την παγίωση της ελληνιστικής Ανατολής, ο κυρίως ελληνικός χώρος έγινε το θέατρο των συγκρούσεων των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων των ελληνιστικών μοναρχιών. Tα τελευταία σκιρτήματα των πόλεων-κρατών, η άνοδος των Kοινών και οι παρεμβάσεις των τριών μεγαλύτερων ελληνιστικών μοναρχιών συνέθεταν ένα εκρηκτικό σκηνικό. Σε αυτό το σκηνικό διεξήχθη το 268 και 267 π.X. ο καλούμενος "Xρεμωνίδειος πόλεμος", μία από τις τελευταίες προσπάθειες Aθήνας και Σπάρτης να ξαναπάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους.O Xρεμωνίδειος πόλεμος, όπως και τόσα άλλα γεγονότα στις αρχές του 3ου αιώνα, καλύπτεται από ερωτηματικά, καθώς λείπει οποιαδήποτε ικανοποιητική φιλολογική πηγή. O ίδιος ο πόλεμος θα πρέπει να ανακατασκευαστεί από σύντομα αποσπάσματα του Παυσανία, του Iουστίνου και του Πλούταρχου, τα οποία συμπληρώνονται από αερικές επιγραφές. Eτσι, η ανάλογη απουσία βέβαιης μαρτυρίας ακολουθεί κάθε προσπάθεια για να εξερευνηθούν τα αίτιά του. Tο πιο σημαντικό ντοκουμέντο είναι μια επιγραφή που αφορά στο Aθηναϊκό ψήφισμα, με το οποίο εγκρίθηκε η συμφωνία με τη Σπάρτη κατά την έναρξη του πολέμου, που παρουσιάζει το κείμενο για τη συνθήκη της συμμαχίας ("σπονδαί και συμμαχία") ανάμεσα στις δύο πόλεις. Tο ψήφισμα αυτό είχε προταθεί από τον Xρεμωνίδη, έναν από τους ηγέτες του αντι-μακεδονικού κόμματος στην Aθήνα, ο οποίος έδωσε και το όνομά του στον πόλεμο. Tο ψήφισμα είχε εγκριθεί τη χρονιά που ήταν άρχων ο Πειθίδημος και μολονότι η χρονολόγησή του έγινε αντικείμενο μακρών συζητήσεων, ο πιθανότερος χρόνος εμφανίζεται να είναι το 268/7.
*
Συμμαχία και 'Χρεμωνίδειος' πόλεμος — το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο

Το ιστορικο-πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται η συνθήκη συμμαχίας Σπάρτης-Αθήνας έχει σύντομα ως εξής: Μετά τη νίκη του ενάντια στον Πύρρο της Ηπείρου (272 π.Χ.) ο Αντίγονος Γονατάς ανέλαβε να αποκαταστήσει την ισχύ του βασιλείου του —συμπεριλαμβανομένης και της ναυτικής του δύναμης· τούτο αποτέλεσε απειλή για τα πτολεμαϊκά συμφέροντα στο Αιγαίο, το οποίο την εποχή εκείνη ανήκε σταθερά στη σφαίρα ενδιαφερόντων των Αντιγονιδών και των Πτολεμαίων (Buraselis 1982: 155-159). 
O Πτολεμαίος Β’ επιχείρησε να αποσταθεροποιήσει τον Αντίγονο Γονατά κτίζοντας μία αντιμακεδονική συμμαχία σε ελληνικό έδαφος, στην οποία συμμετείχαν η Αθήνα, η Σπάρτη και οι σύμμαχοί τους. Αυτή ακριβώς η συμμαχία ρυθμίζεται με τη συνθήκη των στ. 70-97, της οποίας την επικύρωση εισηγείται το ψήφισμα των στ. 1-69.
Τη συνθήκη έχει εγκρίνει ήδη η Σπάρτη και οι σύμμαχοί της, οι οποίοι απαριθμούνται στους στ. 23-26 και 36-41. Πρόκειται για την Ήλιδα, τους Αχαιούς (δηλ. τις πόλεις του επανιδρυμένου Aχαϊκού Kοινού), αρκαδικές πόλεις (Mαντίνεια, Oρχομενό, Φιγάλεια, Kαφυαί), καθώς επίσης μερικές πόλεις της Kρήτης που είχαν συμμαχία με τη Σπάρτη και δεν κατονομάζονται ρητά.1 Λακεδαιμόνιοι πρεσβευτές φέρνουν το κείμενο της συνθήκης στην Αθήνα προς επικύρωση (στ. 41-42).2

Η Αθήνα δεν δείχνει να έχει αναλάβει σημαντικές πρωτοβουλίες για τη σύναψη της συμμαχίας. Σε αντίθεση με τους συμμάχους των Λακεδαιμονίων οι σύμμαχοι των Αθηναίων δεν κατονομάζονται· αναφέρονται γενικά στους στ. 71, 75-76, 80, 84, ενώ στο στ. 93 παραλείπεται κάθε μνεία. Αν και  μπορούμε να κάνουμε διάφορες υποθέσεις για το ποιοί θα μπορούσαν να είναι,  φαίνεται  πολύ  πιθανό  ότι  η  γενικόλογη  αναφορά  στοχεύει  στο  να

1 Ως προς τον όρο Κρηταεῖς/Κρηταιεῖς προς δήλωση μίας μορφής συμμαχίας των κρητικών πόλεων βλ. Chaniotis 1996: 30-31.
2 Τις αναφορές του κειμένου στο Σπαρτιάτη βασιλέα Αρέα (στ. 26, 29, 40, 50, 55) και το ρόλο του στη συμμαχία συζητά διεξοδικά ο Marasco 1980: 131-135 (στις σ. 121-123 επιχειρηματολογεί ενάντια στην άποψη ότι η Σπάρτη αποσκοπούσε να ξαναζωντανέψει την παλαιά Πελοποννησιακή συμμαχία). Βλ. και Dreyer 1999: 334-335, που επισημαίνει συγχρόνως ότι, όταν δεν πρόκειται για τη συμμαχία καθεαυτή, αλλά, γενικότερα, την εκπροσώπηση της Σπάρτης εκτός συνόρων, αναφέρεται, όπως είναι αναμενόμενο, το  αξίωμα των δύο βασιλέων (στ. 37 και συμπλήρωση 90-91).

ενισχυθεί ο ρόλος της Αθήνας στη συμμαχία και να προβληθεί ως ανάλογος με αυτόν της Σπάρτης (Dreyer 1999: 338 με σημ. 185).
Το κείμενο δεν καθιστά σαφή το ρόλο του Πτολεμαίου Β’ στη συγκεκριμένη συνθήκη. Αναφέρεται, ωστόσο, ρητά (στ. 19-22) ότι οι συμβαλλόμενες πλευρές, Λακεδαιμόνιοι και Αθηναίοι, έχουν ήδη συνάψει χωριστές συνθήκες με τον Πτολεμαίο Β’. Ο Πτολεμαίος μνημονεύεται επίσης στο ψήφισμα (στ. 16-18, 31-35) ως παραδοσιακός υπερασπιστής της ελευθερίας των Ελλήνων, με τον οποίο θα συμπράξουν οι συσπειρωμένοι ομονοούντες Έλληνες, προκειμένου να αγωνιστούν για τη σωτηρία των ελληνικών πόλεων (βλ. παρακ.). Πιθανότατα είναι δείγμα της έμμεσης πτολεμαϊκής διπλωματίας η μη εντονότερη προβολή του ρόλου του βασιλέα και των εκπροσώπων του στην προετοιμασία της συμμαχίας Λακεδαιμονίων- Αθηναίων.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι στο σημείο αυτό η αναφορά ότι στις προσπάθειες που καταβάλλει για την ελευθερία των Ελλήνων ο Πτολεμαίος Β’ ακολουθεί τη στάση (προαίρεσιν) των προγόνων του και της αδελφής του
—πρόκειται για την αδελφή και σύζυγο του Πτολεμαίου Αρσινόη Β’ (στ. 16- 17). Η μνεία των προγόνων δεν μας ξαφνιάζει· προφανώς ανάγεται στην προπαγάνδα του ίδιου του βασιλέα, προκειμένου να τονιστεί η συνέχεια της πολιτικής του και κατά προέκταση της δυναστείας του, και αναπαράγεται στο ψήφισμα της πόλης που εναρμονίζεται έτσι με τη βασιλική ρητορική. Λιγότερο συνηθισμένος —ιδιαίτερα σε ψήφισμα πόλης— είναι ο τρόπος με τον οποίο μνημονεύεται η βασίλισσα. Πρόκειται, ωστόσο, για μία προσωπικότητα που γνωρίζουμε ότι είχε ενεργό ρόλο στην πτολεμαϊκή εξωτερική πολιτική. 3 Επιπλέον, καθώς το Χρεμωνίδειο ψήφισμα χρονολογείται σε κάθε περίπτωση μετά το θάνατο της Αρσινόης Β’ (που τοποθετείται πλέον στις αρχές Ιουλίου του 268 π.Χ., βλ. Grzybek 1990: 103- 112), η συγκεκριμένη αναφορά μπορεί να θεωρηθεί ως μία μεταθανάτια εύφημη μνεία στη δραστήρια βασίλισσα και η τοποθέτησή της δίπλα στους προγόνους ως ανύψωση στη σφαίρα των νεκρών. Αν μάλιστα προκρίνουμε  τη  χρονολόγηση  του  ψηφίσματος  το  268  π.Χ.,  τότε το  ψήφισμα εγκρίνεται

3 Hauben 1983: 99-127. Από το 275 π.Χ. και εξής η αντιμακεδονική πολιτική των Πτολεμαίων έχει ενδεχομένως ένα πρόσθετο κίνητρο, καθώς η Αρσινόη φαίνεται ότι επιδίωκε να αντικαταστήσει τον Αντίγονο Γονατά με τον Πτολεμαίο, πρωτότοκο γιο της από το γάμο της με το Λυσίμαχο (Dreyer 1999: 244-248). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Πτολεμαίος Β’ δεν είχε δικά του κίνητρα και πρωτοβουλία στη χάραξη της εξωτερικής του πολιτικής.

λίγο μετά το θάνατο της Αρσινόης (η ένατη ημέρα της δεύτερης πρυτανείας είναι η 39η ημέρα του αττικού έτους, το οποίο ξεκινά γύρω στις αρχές Ιουλίου)· σε αυτήν την περίπτωση η αναφορά στη βασίλισσα και κυρίως η τοποθέτησή της δίπλα στους προγόνους φορτίζεται με πρόσθετο νόημα (Habicht 1995: 148-149).

Ελευθερία των Ελλήνων, πάτριος πολιτεία, ομόνοια
Τόσο η συνθήκη καθεαυτή όσο και το ψήφισμα δεν μας δίνουν καμία συγκεκριμένη πληροφορία για τον εχθρό και τους στόχους της συμμαχίας. Η αντιπαλότητα προς τη Μακεδονία διατρέχει σιωπηλά όλο το κείμενο και αποτελεί με βεβαιότητα το συνεκτικό κρίκο όσων συμπράττουν, χωρίς, ωστόσο, να διατυπώνεται ρητά. Στους στ. 14-16, 32-33 στοχοποιούνται όσοι προσπαθούν να καταλύσουν τους νόμους και τα παραδοσιακά πολιτεύματα των πόλεων, καθώς και εκείνοι που αδικούν τις πόλεις και παραβιάζουν τις συνθήκες. Πρόκειται για έμμεση αναφορά στους υποστηριζόμενους από τους Μακεδόνες τυράννους που ελέγχουν ή απειλούν Πελοποννησιακές πόλεις.
Ως επιδίωξη των συμμετεχόντων στη συμμαχία προβάλλεται η προάσπιση της κοινής ελευθερίας των Eλλήνων, της ομόνοιας, της αυτονομίας και της πατρίου πολιτείας των ελληνικών πόλεων (στ. 18, 31-35, 72-74). 4 Το συγκεκριμένο λεξιλόγιο αποτελεί συμπύκνωση και αιχμή της πολιτικής ρητορείας των ελληνιστικών βασιλέων και πόλεων και επιτρέπει ενδιαφέροντες συσχετισμούς. Σχετικά συνθήματα είχαν χρησιμοποιηθεί συχνά τόσο από το Φίλιππο και τον Αλέξανδρο όσο και από τους διαδόχους/επιγόνους, στο πλαίσιο της προπαγάνδας που είχε ως στόχο τη νομιμοποίηση των πολέμων ή/και την επέκταση των περιοχών επιρροής ή κυριαρχίας τους.5 Ιδιαίτερη σημασία είχε το σύνθημα της ελευθερίας των Ελλήνων στην πτολεμαϊκή εξωτερική πολιτική, όπως προκύπτει και από το προγενέστερο ψήφισμα του Κοινού των Νησιωτών: ο Πτολεμαίος Β’, ο οποίος στους στ. 16-18 του δικού μας ψηφίσματος εμφανίζεται να προασπίζεται   την

4 Κατά τον Grieb 2008: 88-89 ο γενικότερος όρος “πάτριος πολιτεία” προτιμάται σε αυτό το ψήφισμα αντί του ειδικότερου “δημοκρατία”, επειδή στη συμμαχία συμμετείχε η Σπάρτη και άλλες πόλεις που δεν είχαν απαραίτητα δημοκρατικό πολίτευμα.
5 Πρβλ. ενδεικτικά Διόδωρος 19.61.3· 19.105.1· 20.102.1· Schmitt, StV III 428 στ. 54-56. Ειδικά για την ὁμόνοια ως στοιχείο της πτολεμαϊκής και αθηναϊκής προπαγάνδας με επίκεντρο τη συμμαχία των Ελλήνων στις Πλαταιές βλ. Étienne — Piérart 1975: 71-74· συζήτηση σχετικά με την προσθήκη της λατρείας της Ομονοίας σε αυτήν του Διός Ελευθερίου στις Πλαταιές και χρονολόγηση στον Dreyer 1999: 251-255.

κοινή ελευθερία των Eλλήνων ακολουθώντας την πολιτική των προγόνων του, επαινείται στο ψήφισμα του Κοινού των Νησιωτών ως άξιος συνεχιστής του Πτολεμαίου Α’, που είχε ελευθερώσει τις ελληνικές πόλεις και αποκαταστήσει την πάτριον πολιτείαν (IG XII 7, 506 στ. 10-20).
Μέσα στο ίδιο πλαίσιο το ψήφισμά μας διατυπώνει έναν ιδεολογικά χρήσιμο συσχετισμό με το απώτερο ένδοξο παρελθόν: στην παρούσα συμμαχία Aθήνα και Σπάρτη εμφανίζονται να συνεχίζουν τη  συνεργασία και τους αγώνες του παρελθόντος με τους οποίους εξασφάλισαν την ελευθερία των Eλλήνων —εννοούνται προφανώς οι Περσικοί πόλεμοι (στ. 8- 13).6 Ο συσχετισμός αυτός εξισώνει έμμεσα τον Aντίγονο Γονατά με τον Ξέρξη και κατά προέκταση τους βαρβάρους και ταιριάζει με το ότι οι απειλούμενοι και μέσω της παρούσας συμμαχίας συνασπιζόμενοι παρουσιάζονται συνοπτικά ως Ἕλληνες (στ. 14, 18, 20, 32· βλ. και Cioccolo 1990: 185-188).




Οι ρήτρες της συνθήκης
Στους πρώτους στίχους (70-72) η συνθήκη ορίζει τους συμβαλλόμενους. Η συμμαχία εγγυάται την ελευθερία, την αυτονομία και την πάτριο πολιτεία τους (στ. 72-74) προσδιορίζοντας ότι, αν κάποιος εκστρατεύσει εναντίον οποιουδήποτε εκ των συμβαλλόμενων ή καταλύσει τους νόμους της πολιτείας του, τότε οι δύο πλευρές (Αθηναίοι και σύμμαχοι, Λακεδαιμόνιοι και σύμμαχοι) θα κινητοποιηθούν, για να βοηθήσουν αλλήλους (στ. 74-81).7 Είναι σαφές ότι η μέριμνα αυτή καλύπτει τόσο την περίπτωση εξωτερικής απειλής-πολέμου, όσο και το ενδεχόμενο εσωτερικής ανατροπής-στάσης για εγκατάσταση τυραννικού πολιτεύματος.
Ακολουθούν οι εκατέρωθεν όρκοι προς επικύρωση του κειμένου της συνθήκης (στ. 84-92). Ορίζονται τόσο εκείνοι που θα ορκιστούν  (αξιωματούχοι της Αθήνας, της Σπάρτης και των συμμαχικών πόλεων) όσο και εκείνοι ενώπιον των οποίων θα δοθούν οι όρκοι (απεσταλμένοι της εκάστοτε πόλης). Είναι ενδιαφέρον ότι στην Αθήνα εκτός από τους άρχοντες (εννοούνται προφανώς οι εννέα άρχοντες) και τη Βουλή ορίζεται να ορκιστούν   αξιωματούχοι   που   σχετίζονται   με   τη   διεξαγωγή  πολεμικών

6 Πρβλ. Διόδωρος 18.10, όπου η Αθήνα εμφανίζεται ως κεντρική υπεύθυνη για την ελευθερία των Ελλήνων στο πλαίσιο του Λαμιακού πολέμου (323-322 π.Χ.).
7 Η ρήτρα της αλληλοβοήθειας που βασίζεται στην αποδοχή κοινών φίλων και εχθρών είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη στις συνθήκες συμμαχίας. Βλ. π.χ. Schmitt, StV III 468 στ. 8-14· 552 στ. 20-31· 561 στ. 3-11.

επιχειρήσεων και επομένως θα αναλάβουν την ευθύνη τήρησης της συνθήκης σε περίπτωση ανάγκης: στρατηγοί, φύλαρχοι, ταξίαρχοι, ίππαρχοι. Στην περίπτωση της Σπάρτης οι όρκοι θα δοθούν από τους βασιλείς, τους εφόρους και τους γέροντες, ενώ για τις άλλες πόλεις αναφέρονται απλά οι άρχοντες χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση.
Οι θεότητες, προς τις οποίες θα γίνει επίκληση κατά τις συγκεκριμένες ορκωμοσίες, είναι ο Δίας, η Γη, ο Ήλιος, ο Άρης, η Αθηνά Αρεία, ο Ποσειδώνας και η Δήμητρα (στ. 87-88). 8 Όπως συνηθίζεται στις διεθνείς συνθήκες, οι θεοί γίνονται μάρτυρες της συμφωνίας και επιφορτίζονται να τιμωρήσουν με αυστηρότητα και δικαιοσύνη όσους την παραβούν· εξάλλου η ίδια η εμπλοκή τους στοχεύει να λειτουργήσει αποτρεπτικά για κάθε παραβίαση. Προσθήκες ή απαλείψεις σχετικά με τη συμμαχία μπορούν να γίνουν αποδεκτές και να μην εκλειφθούν ως παραβάσεις μόνο αν έχουν αποφασισθεί και από τις δύο πλευρές (στ. 92-95).
Ακολουθεί ρύθμιση για την αναγραφή της συνθήκης σε στήλες και στήσιμό τους σε ιερά που θα ορίσουν οι συμβαλλόμενες πόλεις (στ. 95-97). Δύο σχετικές ρυθμίσεις απαντούν και στο κείμενο του ψηφίσματος: στους στ. 42-44 προβλέπεται η ασυνήθιστη για τα αθηναϊκά δεδομένα (αλλά διαδεδομένη στην Πελοπόννησο) αναγραφή της συνθήκης σε χάλκινη στήλη που θα τοποθετηθεί δίπλα στο ναό της Αθηνάς Πολιάδας στην αθηναϊκή Ακρόπολη, ενώ στους στ. 64-68 ορίζεται η αναγραφή του ψηφίσματος (και της συνθήκης;) σε λίθο που θα στηθεί επίσης στην Ακρόπολη.9

8 Τις θεότητες που απαντούν σε διεθνείς συνθήκες συγκεντρώνει και αναλύει ο Brulé 2007: 340-361.
9 Τη δημοσίευση ψηφισμάτων στην αθηναϊκή Ακρόπολη κατά τη μετακλασική εποχή πραγματεύεται ο Oliver 2009.


ΜΕ ΠΗΓΕΣ ΑΠΟ :
  •  www.imma.edu.gr
  • ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΙΑΟΓΝΩΜΩΝ 
  • http://nautilos.arch.uoa.gr ΕΚΠΑ 


Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Ιστορική γεωγραφία: M. Girtzy, HistoricalTopographyofAncientMacedonia . Cities and other Settlements-sites in the Late Classical and Hellenistic Period, Θεσσαλονίκη 2001. N. G. L. Hammond, A History of Macedonia vol. I. Historical Geography and Prehistory, Οξφόρδη 1972. F. Papazoglou, Les villes de Macédoine à l' époque romaine, BCH Suppl. XVI, Αθήνα/Παρίσι 1988. ΄Ορια του Μακεδονικού βασιλείου: Μ. Β. Χατζόπουλος, «Τα όρια της Μακεδονίας», ΠΑΑ 70 (1995) 164-177 (για το ανατολικό όριο)· πρβλ. Χρ. Βεληγιάννη-Τερζή, «Το ανατολικό πολιτικό όριο της Μακεδονίας κατά την αρχαιότητα», στο: Η΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 29-31 Μαΐου 1998, Θεσσαλονίκη 1999, 15-34 και της ιδίας, Οι ελληνίδες πόλεις και το βασίλειο των Οδρυσών από Αβδήρων πόλεως μέχρι Ίστρου ποταμού, Θεσσαλονίκη 2004 (για την επέκταση του Φιλίππου Β΄ ανατολικά). M. B. Hatzopoulos, «Les limites de lΪexpansion macédonienne en Illyrie sous Philippe II», LΪIllyrie méridionale et lΪÉpire dans lΪAntiquité Paris 1987, 81-94 (επέκταση του Φιλίππου Β΄ δυτικά). M. B. Hatzopoulos-L. D. Loukopoulou, Two Studies in Ancient Macedonian Topogaphy, ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 3, Αθήνα 1987. Των ιδίων, Recherches sur les marches orientales des Téménides (Anthémonte-Kalindoia), Iére Partie, ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 11, Αθήνα 1992. M. Zahrnt, «Die Entwicklung des makedonischen Reiches bis zu den Perserkriegen», Chiron 14 (1984) 325-368. ΠολιτικήΙστορία-Θεσμοί: H. Berve, Das Alexanderreich auf prosopographischer Grundlage II: Prosopographie, Μόναχο 1926. K. Buraselis, Das hellenistische Makedonien und die Ägäis. Forschungen zur Politik des Kassandros und der 3. ersten Antigoniden (Antigonos Monophthalmus, Demetrius Poliorketes und Antigonos Gonatas) im ägäischen Meer un in Westkleinasien, Μόναχο 1982. Α. Χρυσοστόμου-Π. Χρυσοστόμου, «Δυτική Νεκρόπολη του Αρχοντικού Πέλλας: συστάδα τάφων αριστοκρατικής οικογένειας των αρχαϊκών χρόνων», Το Αρχαιολογικό ΄Εργο στη Μακεδονία και στη Θράκη 17 (2003) [2005] 505-516. Ch. Edson, «Early Macedonia», Αρχαία Μακεδονία 1 (1968) [1970] 17-44. M. Errington, Geschichte Makedoniens. Von den Anfängen bis zum Untergang des Königreiches, Μόναχο 1986. A. Giovannini, «Le statut des cités de Macédoine sous les Antigonides», ΑρχαίαΜακεδονία2 (1977) 465-472. Μ. G. L. Hammond-G.T. Griffith, A History of Macedonia, vol. II. 550-336 B.C., Οξφόρδη 1979. N. G. L. Hammond-F. W. Walbank, A History of Macedonia, vol. III(336-167 BC, Οξφόρδη 1988. N. G. L. Hammond, TheMacedonianState. Origins, Institutions, and History, Οξφόρδη 1989, M. B. Hatzopoulos, «The Oleveni inscription and the dates of Philip II's reign», στό: W. L. Adams, E. N. Borza (âκδ.), PhilipII, AlexandertheGreatandtheMacedonian Heritage, Ουάσιγκτον 1982, 21-42 (για το έτος ανάρρησης του Φιλίππου Β΄ στον θρόνο· πρβλ σχετικά και του ιδίου, "Lettre royale dΪ Olévéni", Chiron 25 (1995) 180-182). M. B. Hatzopoulos, «La Béotie et la Macédoine à l' époque de lΪ hégémonie thébaine: le point du vue macédonien», La Béotie antique, Παρίσι 1985, 247-257. Του ιδίου, «Η ομηρεία του Φιλίππου του Αμύντα στις Θήβες», Αρχαιογνωσία 4 (1985-1986) [1989] 37-58. Του ιδίου, , Macedonian Institutions under the Kings, I. A Historical and Epigraphic Study. II. Epigraphic Appendix, ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 22, Αθήνα 1996. U. Kahrstedt, «Städte in Makedonien», Hermes 81 (1953) 85-111. Δ. Κανατσούλης, Ο Αρχέλαος και οι μεταρρυθμίσεις του εν Μακεδονία, Θεσσαλονίκη 1948. Του ιδίου, «Η Μακεδονική πόλις από της εμφανίσεώς της μέχρι των χρόνων του Μ. Κωνσταντίνου», Μακεδονικά 4 (1955-1956) 232-314· 5 (1961-1963) 15-101· 6 (1964-1965) 1-61. S. Le Bohec, «Phthia, mère de Philippe V. Examen critique des sources», REG 94 (1981) 34-46. Της ιδίας, Antigone Dôsôn roi de Macédoine, Nancy 1993. D. A. March, "The Kings of Makedon: 399-369 B.C.", Historia 44 (1995) 257-282. F. Papazoglou, «Sur l' organisation de la Macédoine des Antigonides», ΑρχαίαΜακεδονία3 (1977) [1983] 195-210. S. Psoma, "Pausanias de Macédoine ou Pausanias de Kalindoia. Questions de Numismatique", Αρχαιογνωσία 10 (1999-2000) 105-114. Της ιδίας, «Les Bottiéens de Thrace aux Ve et IVe siècles avant. J.-C.», RN 154 (1999) 52-53. D. Raymond, Macedonian regal Coinage to 413 B.C., Numismatic Notes and Monographs αρ.126, Νέα Υόρκη 1953. K. Rosen, «Alexander I., Herodot und die makedonische Basileia», στο: W. Will-J. Heinrichs (έκδ.) Zu Alexander der Grossen. Festschrift G. Wirth zum 60. Geburtstag am 9.12.1986, Άμστερνταμ 1987, 25-51. Μ. Β. Σακελλαρίου (επ.), Μακεδονία 4.000 χρόνια Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού, Αθήνα 1982. W. W. Tarn, AntigonosGonatas, Οξφόρδη 1913. F. W. Walbank, Philipp V of Macedon, Καίμπριτζ 1940. Μακεδονικοί πόλεμοι: W. L. Adams, «Perseus and the third Macedonian war», στό: W. L. Adams, E. N. Borza (εκδ.), Philip II, Alexander the Great and the Macedonian Heritage, Ουάσινγκτον 1982 237-256. M. J. Barré, The god - list in the treaty between Hannibal and Philip V of Macedonia. A study in the light of the ancient Near Eastern treaty tradition, Βαλτιμόρη 1983. A. H. Chroust, «International treaties in antiquity: The diplomatic negotiations between Hannibal and Philip V of Macedonia», C & M 15 (1954) 60-107. A. M. T. Eckstein, «Rome, the war with Perseus, and third party mediation», Historia 37 (1988) 414-44. R. M. Errington, «The alleged Syro-Macedonian pact and the origins of the second Macedonian war», Athenaeum 49 (1971) 336-54. D. Golan, «Polybius and the outbreak of the Third Macedonian war», AC 58 (1989) 112-27. A. H. McDonald - F. W. Walbank, «The origins of the second macedonian war», JRS 27 (1937) 180-207. F. W. Walbank, «The causes of the third Macedonian war: Recent views», Αρχαία Μακεδονία 2 (1977) 81-94. Επιγραφές: Την έκδοση της επιγραφών της Θεσσαλονίκης στη σειρά InscriptionesGraecae (IG) Βερολίνο 1873-, από τον Ch. Edson, InscriptionesGraecaeX, II 1: InscriptionsThessalonicaeetviciniae, Βερολίνο 1972, ακολούθησε η έκδοση των επιγραφών της Άνω Μακεδονίας από τους Θ. Ριζάκη-Γ. Τουράτσογλου, Επιγραφές ΄Ανω Μακεδονίας (Ελίμεια, Εορδαία, Νότια Λυγκηστίς, Ορεστίς). Τόμος Α΄, Κατάλογος Επιγραφών, Αθήνα 1985, και F. Papazoglou-M. Milin-M. Ricl, Inscriptiones Graecae X. II.2: Inscriptiones Macedoniae Septentrionalis. Inscriptiones Lyncestidis, Heracleae, Pelagoniae, Derriopi, Lychnidi, Βερολίνο 1999, και της Βεροίας από τους Λ. Γουναροπούλου - Μ. Β. Χατζόπουλο, ΕπιγραφέςΚάτωΜακεδονίας, ΤεύχοςΑ΄, ΕπιγραφέςΒεροίας, Αθήνα 1998 (I.Beroia). Οι νέες επιγραφές περιλαμβάνονται στο Supplementum Epigraphicum Graecum (SEG), Leiden 1923. Για τη συμμαχία Περδίκκα-Αθηναίων και το τιμητικό ψήφισμα στον Αρχέλαο βλ. πρόσφατα SEG XL 16 και SEG XLIX 46 (όπου η νεώτερη βιβλιογραφία). Για τις επιγραφές του Δίου που αναφέρονται στο κείμενο βλ. Δ. Παντερμαλής, «Δίον 1997. Ο επιστάτης, οι πελειγάνες και οι λοιποί πολίτες» ΑΕΜΘ 11 (1997) [1999] 233-240 [=SEG XLVIII, 785, 786] και M. B. Hatzopoulos, «Le lac Pyrrolia en Macédoine», ΤΕΚΜΗΡΙΑ 5 (2000) 63-70. Για την επιγραφή από την Τύρισσα βλ. Π. Χρυσοστόμου, «Βασιλικοί δικασταί και ταγοί σε μια νέα επιγραφή με ωνές από την Κεντρική Μακεδονία», ΤΕΚΜΗΡΙΑ 3 (1997) 23-43 (= SEG XLVII, 999) και Μ. Β. Hatzopoulos, «Epigraphie et philologie: récentes découvertes épigraphiques et gloses macédoniennes d'Hesychius», CRAI1998, 1195-1207. Για την πυξίδα/κατάδεσμο βλ. Μ. Τιβέριος, «Αργείων παÖς», ΑΕ 128 (1989) [1991] 15-22 (=SEG XLI, 580). Για επιγραφικές μαρτυρίες που αφορούν την Ευρυδίκη βλ. Χρ. Σαατσόγλου-Παλιαδέλη, «Σκέψεις με αφορμή ένα εύρημα από τα Παλατίτσια», Αρχαία Μακεδονία 5 (1989) [1993] 1339-1370 (= SEG XLIII 471, με την παλαιότερη βιβλιογραφία). Για την IG II2 686+687) βλ. SEG XLII, 99 (με αναφορές στη σχετική βιβλιογραφία). Για το επιστρατευτικό διάγραμμα του Φιλίππου Ε΄ βλ. Π. Νίγδελης-Κ. Σισμανίδης, «Δύο αντίγραφα ενός επιστρατευτικού διαγράμματος του Φιλίππου του Ε΄. Οι Επιγραφές αρ. 207 της συλλογής Ποτίδαιας και 6660 του Μουσείου Θεσσαλονίκης», Αρχαία Μακεδονία 6 (1996)


ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ


Η Δυναστεία των Αργεαδών – Μακεδονία

Προϊστορικός λαός της Δ. Θράκης στην περιοχή του Βερμίου, κοντά στους Βρίγες, τους Πίερες και τους Παίονες. Επώνυμος ήρωας των Μακεδόνων ήταν ο Μακεδών (ή Μάκεδνος), υιός του Λυκάονος και πατέρας του Πίνδου ή υιός του Διός και της Θυΐας, κόρης του Δευκαλίωνος και αδελφός του Μάγνητος. Ο Μακεδών νυμφεύθηκε την κόρη του Ερεχθέως Ωρείθυια (την οποία, κατά τον μύθο, άρπαξε ο Βορέας από τον Ιλισό ποταμό της Αθήνας) και από αυτήν απέκτησε τον Ευρωπόν. Κατ' άλλην παράδοση, ο Μακεδών ήταν υιός του Αιόλου (δηλ. απόγονος του Δευκαλίωνος) ή γηγενής ήρωας. (Απολλ. Γ' 97 - Αιλ. περ. Ζω. Ι' 48 - Στεφ. Βυζ. - Ησίοδ. απ. 2 (5) - Ευστ. εις Διον. Περ. 427 - Ψευδο-Σκύμν. 620).

Κατά τον Ησίοδο, ο Μάγνης και ο Μακεδών κατοίκησαν στην
περιοχή της Πιερίας και του Ολύμπου. Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, βασιλεύς του Βυζαντίου (950 μ.Χ.), αναφέρει ότι "Μακεδονία η χώρα από Μακεδόνος του Διός και Θυΐας του Δευκαλίωνος, ως φησίν Ησίοδος ο ποιητής" (περί θέμ. 2). Αργότερα, μετά τα Τρωϊκά, κάποιοι απόγονοι του Τημένου (Ηρακλείδη) από το Άργος, ο Γαυάνης, ο Αέροπος και ο Περδίκκας, κατέφυγαν στην Ιλλυρία και από εκεί στην Άνω Μακεδονία για να έλθουν τελικά στους Μακεδόνες του Βερμίου, όπου ήσαν και οι κήποι της Μίδα. Από εκεί ορμώμενοι, όταν έλαβαν την εξουσία, κατέκτησαν και την υπόλοιπη χώρα. Ο Γαυάνης έγινε άρχοντας της Ελίμειας, ο Αέροπος έγινε ο πρώτος βασιλεύς των Λυγκιστών και ο Περδίκκας έγινε ο πρώτος βασιλεύς των Μακεδόνων (αρχές ζ' αί π.Χ.).
Από τον Περδίκκα γεννήθηκε ο Αργαίος, πατέρας του Φιλίππου Α', πατέρας του Αέροπου, πατέρας του Αλκέτα, πατέρας του Αμύντα Α' (περ. 540-498 π.Χ.), πατέρας του Αλεξάνδρου Α' του Φιλέλληνος (περ. 498-454 π.Χ. - εποχή των περσικών πολέμων) (Ηροδ. Η' 137-139 - Θουκ. Β' 99), πατέρας του Αμύντα Γ' (393/2-369/8 π.Χ.), πατέρας του Φιλίππου Β' (359-336 π.Χ.), πατέρας του Αλεξάνδρου Γ' του Μεγίστου των Ελλήνων (336-323 π.Χ.).
Οι Αργεάδες βασιλείς, δηλαδή, ανήγαν την καταγωγή τους στους Τημενίδες βασιλείς του Άργους και, μέσω αυτών των μυθικών προγόνων τους, στον Ηρακλή.


ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ

Ο παρών κατάλογος περιέχει τους ιστορικούς βασιλείς και τους μυθικούς προγόνους της Δυναστείας και καταρτίσθηκε με βάση τα στοιχεία που δίνει ο Διόδωρος (Ζ’ 15 - 17), ο οποίος συνδυάζει πληροφορίες από διάφορους συγγραφείς του Δ’ αι. π.Χ. ΠΗΓΗ κειμένων και πίνακος :«ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ» της ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ – Αθήνα 1980,
«ΑΡΧΑΙΟΙ ΛΑΟΙ : ΑΡΧΑΙΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ - ΛΕΞΙΚΟΝ» εκδ. ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ - Αθήναι Ιανουάριος 2002 και«ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ : ΕΛΛΑΔΑ – ΡΩΜΗ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΗ – ΑΘΗΝΑ 2006 – τόμος Α’ σελ. 116 & 657, τόμος Δ’ σελ. 233.




Οι Αργεάδες βασιλείς και οι μυθικοί τους πρόγονοι

Οι φοβερές συγκρούσεις στις οποίες ενεπλάκησαν οι ελληνικές τριήρεις με τον λαμπρό στόλο των Τυριαίων, λίγο έλειψε να ματαιώσουν τα σχέδια του Αλεξάνδρου Γ’. Την κατάληψη της πόλεως ακολούθησε σταύρωσις 2.000 επιζώντων αρρένων ως υπενθύμιση της ματαιότητος της αντίστασης στον στρατό του Αλεξάνδρου και στην επιθυμία του για αδελφοποίηση των λαών. Περίπου 20.000 με 30.000 γυναικόπαιδα έγιναν δούλοι. Η Τύρος, όπως προηγουμένως η Θήβα, έπαψε να υπάρχει ως πόλη...
Ερείπια στο αρχαίο λιμάνι της Τύρου

Αλεξάνδρειες του ελληνικού κόσμου

Μερικές από τις γνωστές πόλεις που ίδρυσε ο Αλέξανδρος, ο Μέγιστος των Ελλήνων, στο απέραντο Κράτος του, φέρουν το όνομά του :
Αλεξάνδρειες του ελληνικού κόσμου ΠΗΓΗ πίνακος : Άρθρο του Αριστείδη Κεσόπουλου (Γυμνασιάρχη – Συγγραφέα) στο περιοδικό «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ» τ. 25 (Ιαν. - Φεβρ. 2002) σελ. 20,



Αφγανιστάν

Στην Καμπούλ, οι παραδοσιακοί γιατροί οι οποίοι ισχυρίζονται ότι κατάγονται από τους γιατρούς του Αλεξάνδρου, ονομάζονται “χακίμ”. Στην Πεσαβάρ, μιλούν για την ιατρική “γιουνάνι”, η οποία στηρίζεται σε βότανα που υπάρχουν στο βόρειο Πακιστάν, στο Καφιριστάν, την “Χώρα των απίστων”, όπως ονομάζεται η περιοχή των Καλάς. Δυσπρόσιτες κορυφογραμμές κοντά στην Καμπούλ. Τα παγωμένα και αιχμηρά βουνά δυσκόλεψαν τον στρατό των Μακεδόνων στην πορεία του προς τα ανατολικά. Η μαύρη αγορά των περιοχών αυτών είναι γεμάτη από αρχαία ελληνικά νομίσματα της εποχής του Αλεξάνδρου, των Διαδόχων και των Επιγόνων…


Τάξιλα

Ιστορικό σταυροδρόμι μεταξύ Κίνας, Ινδίας, Ασίας και Ευρώπης, τα Τάξιλα βρίσκονται 35 μόλις χιλιόμετρα από το Ισλαμαμπάντ. Πρόκειται για την σημαντικότερη πόλη της περιοχής της Γκαντάρα, όπου άνθισε η λεγόμενη “ελληνοβουδιστική τέχνη”, από τον 3ο αι. π.Χ. μέχρι τον 3ο αι. μ.Χ. Ο Αλέξανδρος Γ’ έφθασε στην περιοχή το 326 π.Χ., αφού διέσχισε τον Ινδό ποταμό. Ο βασιλιάς Ταξίλης του επεφύλαξε λαμπρή υποδοχή και «παρέδωκεν ἑαυτόν τε καὶ τὴν δύναμιν τῷ βασιλεῖ» μαζί με 25 πολεμικούς ελέφαντες και, αργότερα, 50.000 άνδρες για τις μάχες εναντίον του Πώρου (Διοδώρου Σικελιώτη : «ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ» 17.86.6.5 και Αρριανού Φλαβίου Ξενοφώντος : «Αλεξάνδρου Ανάβασις» Βιβλίον Δ’ Κεφ. XXII παρ. 6 σ. 9 & Βιβλίον Ε’ Κεφ. VIII παρ. 5 σ. 9).


Τάξιλα

Οι Έλληνες της Βακτριανής έκτισαν το 185 π.Χ. την πόλη Σιρκάπ (βλ. φωτογραφία), την οποία περιέβαλαν με ισχυρά τείχη ύψους 30 μ. Στα καλοδιατηρημένα ερείπια της πόλης διακρίνεται και σήμερα το ελληνιστικό σύστημα ύδρευσης, και η ιπποδάμεια αρχιτεκτονική της. Πρόκειται για μία από τις πιο απομακρυσμένες πολιτείες του ελληνισμού




Χρονολόγιον Ελληνιστικής Περιόδου – Διάδοχοι και Επίγονοι του Μ. Αλεξάνδρου

Για την περίοδο των Διαδόχων, τουλάχιστον μέχρι την μάχη στην Ιψό της Φρυγίας (301 π.Χ.), πολλές είναι οι ιστορικές πηγές, με κυριότερες τα ιστορικά ή βιογραφικά έργα του Αρριανού, του Διοδώρου, του Ιουστίνου, του Κούρτιου Ρούφου, του Κορνηλίου Νέπωτος, του Επιτομέα του Τρώγου, καθώς και κάποιες πληροφορίες που μας δίνουν οι «Βίοι» του Πλουτάρχου.
Σύμφωνα, όμως, με την νεώτερη ιστοριογραφική έρευνα, οι περισσότερες από αυτές τις πηγές, τουλάχιστον ως το 301 π.Χ., αντλούν από το έργο του Ιερωνύμου του Καρδιανού «Ιστορίαι των Διαδόχων», με δεύτερο τίτλο «Τα επί Αλεξάνδρω πραχθέντα», του οποίου μόνον λιγοστά αποσπάσματα σώζονται σήμερα και εμπεριέχονται στα Fragmenta Graecorum Historicorum (FGrH).
Ο Ιερώνυμος, ο οποίος πιθανολογείται ότι έζησε από το 364 ως το 260 π.Χ., υπήρξε υψηλόβαθμος αξιωματούχος πολλών από τους Διαδόχους, όπως του Αντιγόνου και του Ευμένους, και φαίνεται ότι διέθετε πολύ καλή γνώση της ιστορίας της Μακεδονίας.

Διάδοχοι του Αλεξάνδρου Γ’ του Μέγα


Αλέξανδρος Δ’

Υιός του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης, κόρης του Οξυάρτου της Βακτριανής. Γεννήθηκε το 323 π.Χ., δύο μήνες μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, και αναγορεύθηκε βασιλεύς από τον στρατό που του έδωσε και το όνομα Αλέξανδρος. Συγχρόνως αναγορεύθηκε βασιλεύς και ο Αρριδαίος.
Αρχικά κηδεμόνας του μικρού Αλεξάνδρου ορίστηκε ο Περδίκκας. Μετά την δολοφονία του Περδίκκα από τον Σέλευκο (321 π.Χ.), η κηδεμονία του ανατέθηκε στον Αντίπατρο. Όταν ο Αντίπατρος πέθανε το 319 π.Χ., η Ρωξάνη με τον γιο της κατέφυγαν στην Ήπειρο. Όταν η μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου Ολυμπιάς επικράτησε στην Μακεδονία, εκδικήθηκε όλους τους εχθρούς της, συνέλαβε και θανάτωσε τον Αρριδαίο και την σύζυγό του Ευρυδίκη και αποκατέστησε στον θρόνο τον εγγονό της Αλέξανδρο Δ' (317 π.Χ.). Μετά την ανταρσία του στρατού από τον Κάσσανδρο το φθινόπωρο του 317 π.Χ., η Ολυμπιάς, η Ρωξάνη, ο Αλέξανδρος Δ’ και η κόρη του Φιλίππου και αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου Θεσσαλονίκη αποκλείστηκαν στην Πύδνα.
Ο Κάσσανδρος κατόρθωσε τελικά να συλλάβει τους αποκλεισμένους, θανάτωσε την Ολυμπιάδα και περιόρισε τον εξαετή Αλέξανδρο και την μητέρα του στην Αμφίπολη. Το 311 π.Χ. ο δωδεκαετής Αλέξανδρος ανακηρύχθηκε βασιλεύς, με τον Κάσσανδρο στρατηγό της Ευρώπης μέχρι την ενηλικίωση του Αλεξάνδρου.
Το 310/309 π.Χ. ο Αλέξανδρος και η μητέρα του, με απόφαση του Κασσάνδρου, θανατώθηκαν από τον διοικητή της Αμφίπολης Γλαυκία.


Αντίγονος Α’

Ο επιλεγόμενος Μονόφθαλμος ή Κύκλωψ (382-301 π.Χ.)
Μακεδών στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου και από τους σημαντικότερους διαδόχους του. Εξουσίαζε μεγάλο μέρος των ασιατικών εδαφών της αυτοκρατορίας.
Εναντίον του συνασπίστηκαν όλοι σχεδόν οι άλλοι διάδοχοι.
Στην μάχη της Ιψού (301 π.Χ.) οι δυνάμεις του Λυσιμάχου και του Αντιόχου νίκησαν τις δυνάμεις του Αντιγόνου και του γιου του Δημητρίου του Πολιορκητού. Εκεί ο Αντίγονος έχασε και την ζωή του.
Ο γιος του, πάντως, Δημήτριος, ίδρυσε στην Μακεδονία την Δυναστεία των Αντιγονιδών, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τον τελευταίο βασιλέα της Μακεδονίας, τον Περσέα, και την ήττα του στην Πύδνα το 168 π.Χ. από τον Αιμίλιο Παύλο (μεταξύ Λεύκου και Αίσωνος).

Αντίπατρος

Επιφανής Μακεδών στρατηγός, γόνος μιας από τις αριστοκρατικότερες οικογένειες της Πέλλας, γνωστός για την σύνεση αλλά και την αποφασιστικότητά του. Προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες τόσο στον Φίλιππο Β' όσο και στον Αλέξανδρο τον Μέγα. Κατά την εκστρατεία στην Ασία ανέλαβε καθήκοντα επιμελητή του κράτους (397 - 319 π.Χ.) και διατήρησε τόσο την ακεραιότητα της Μακεδονίας όσο και την ηγεμονία της στην Ελλάδα.

Αριαράθης Α'

Ηγεμόνας της Καππαδοκίας κατά την εποχή του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η οποία είχε παραχωρηθεί στον Ευμένη τον Καρδιανό.
Νικήθηκε σε δύο μάχες από τον Περδίκκα, συνελήφθη και, ως επαναστάτης, απαγχονίστηκε σε ηλικία 82 ετών, μαζί με τους συγγενείς του.


Στο Παναρκαδικό Αρχαιολογικό Μουσείο, φιλοξενείται χάλκινο κράνος των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων (τέλος 4ου αι. π.Χ.) από την Μεγαλόπολη Τριπόλεως. Πρόκειται για κράνος βοιωτικού τύπου, το είδος που συνίστατο από τον Ξενοφώντα για χρήση προς τους ιππείς, καθώς παρείχε την λιγότερο εμποδιζόμενη ορατότητα και ακοή στον φέροντα. Ο συγκεκριμένος τύπος υπέστη ορισμένες παράξενες τροποποιήσεις κατά τους ελληνιστικούς χρόνους (πλάγια αριστερή όψις)

Το μόνο παράλληλό του υπάρχει στο Μουσείο Ashmolean της Οξφόρδης, βρέθηκε στον ποταμό Τίγρη και συνδέεται με τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η Μακεδονία ήταν παραδοσιακά ιππική χώρα• ο Αλέξανδρος έδωσε μεγάλο βάρος στην προσεκτική μελέτη των αναγκών που δημιουργούσαν οι νέες συνθήκες πολέμου... Από τα γνωστά ελληνικά εδάφη στις άγνωστες και αχανές εκτάσεις της Ασίας, ο ιππέας έπρεπε να μπορεί να αποδίδει τα μέγιστα κατά την διάρκεια της μάχης. Η εύρεση αυτού του τύπου τόσο μακρυά από τα πάτρια εδάφη, δηλώνει την διαδεδομένη χρήση αλλά και τον σημαντικό ρόλο που είχαν ακόμη τα καθαρά ελληνικά όπλα, σε μια περίοδο μεταρρυθμίσεων τόσο στον κατασκευαστικό τομέα, όσο και στον τομέα σχεδίασης και προετοιμασίας εκστρατευτικών αποστολών, αφού κάθε σφάλμα θα μπορούσε να αποδειχθεί ολέθριο (πλάγια δεξιά και εμπρόσθια όψις)


Αρριδαίος

Όνομα με το οποίο είναι γνωστός ο Φίλιππος Γ ετεροθαλής αδελφός του Μεγάλου Αλεξάνδρου, γιος του Φιλίππου Β' και της Λαρισαίας Φιλίννης.
Αν και διανοητικά ανάπηρος, ανακηρύχθηκε βασιλεύς μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου από τον μακεδονικό στρατό, υπό τον όρο να συμβασιλεύσει με το παιδί του Μεγάλου Αλεξάνδρου που θα γεννούσε η Ρωξάνη.
Η συμβασιλεία κράτησε ως το 317 π.Χ., οπότε ο Αρριδαίος συνελήφθη και εκτελέστηκε με φρικτά βασανιστήρια κατά διαταγή της Ολυμπιάδος, με την οποία η φιλόδοξη σύζυγός του Ευρυδίκη τον είχε εμπλέξει σε διαμάχη.


Ευμένης

Ο επιλεγόμενος Καρδιανός, από την Καρδία της Θρακικής Χερσονήσου, 362/361 - 316 π.Χ.
Διετέλεσε γραμματεύς του Φιλίππου Β και ως αρχιγραμματεύς διηύθυνε την υπηρεσία που εξέδιδε τις «βασιλείας εφημερίδας» επί Μεγάλου Αλεξάνδρου. Για κάποιο διάστημα διετέλεσε στρατηγός και τριήραρχος.
Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου υποστήριξε τα δικαιώματα του βασιλικού οίκου της Μακεδονίας, βοήθησε τον Περδίκκα κατά των Αντιγόνου του Μονόφθαλμου, Κρατέρου και Πτολεμαίου, οι οποίοι, μετά την δολοφονία του Περδίκκα, καταδίκασαν τον Ευμένη σε θάνατο.
Ο Ευμένης διέφυγε για κάποιο χρόνο, αλλά τελικά, ύστερα από προδοσία, παραδόθηκε στον Αντίγονο, ο οποίος και τον θανάτωσε.


Κάσσανδρος

Μεγαλύτερος γιος του Μακεδόνος στρατηγού Αντιπάτρου, ένας από τους Διαδόχους (350 - 298 π.Χ.). Κατά την διάρκεια της εκστρατείας στην Ασία παρέμεινε μαζί με τον πατέρα του στην Μακεδονία. Το 324 π.Χ. πήγε στην Βαβυλώνα για να συναντήσει τον Αλέξανδρο και να υπερασπιστεί τον πατέρα του από κατηγορίες Θρακών, Ιλλυριών και άλλων λαών υποταγμένων στον Μακεδόνα στρατηλάτη.
Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο Κάσσανδρος έγινε κυρίαρχος της Βοιωτίας. Το 319 π.Χ. ο Αντίπατρος πέθανε έχοντας λίγο πριν διορίσει ως στρατηγό αυτοκράτορα και επιμελητή των βασιλέων τον γέροντα Πολυπέρχοντα, με τον οποίο ο φιλόδοξος Κάσσανδρος ήλθε σε ρήξη επιδιώκοντας την γενική επιμέλεια του βασιλείου. Ο Πολυπέρχων προσπάθησε να προσεταιριστεί τις ελληνικές πόλεις διακηρύσσοντας την ελευθερία τους. Ο Κάσσανδρος, αντιδρώντας, έγινε κύριος της Αθήνας (317 π.Χ.), όπου εγκατέστησε ως ανώτατο άρχοντα της πόλης τον Δημήτριο τον Φαληρέα. Ο Πολυπέρχων κάλεσε από την Ήπειρο την Ολυμπιάδα. ο Αρριδαίος τότε, φοβούμενος την μητέρα του Αλεξάνδρου, αναγνώρισε τον Κάσσανδρο ως επιμελητή της βασιλείας.

Τελικώς, η Ολυμπιάς διέταξε να δολοφονηθούν ο Αρριδαίος, η σύζυγός του Ευρυδίκη και πολλοί συγγενείς του Κασσάνδρου. Ο τελευταίος βάδισε κατά της Ολυμπιάδος, η οποία οχυρώθηκε στην Πύδνα μαζί με την Ρωξάνη, τον μικρό Αλέξανδρο Δ’ και την αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου Θεσσαλονίκη.

Ο Κάσσανδρος, όταν αιχμαλώτισε τους αποκλεισμένους, διέταξε τον φόνο της Ολυμπιάδος, κράτησε αιχμάλωτους στην Αμφίπολη την Ρωξάνη και τον γιο της, ενώ για να αποτρέψει αρνητικές εξελίξεις νυμφεύθηκε το 316 π.Χ. την Θεσσαλονίκη, προς τιμήν της οποίας ίδρυσε την ομώνυμη πόλη, παράλληλα προς την Κασσάνδρεια.
Διέταξε επίσης, για να ικανοποιήσει τους Έλληνες του Νότου, την ανοικοδόμηση των Θηβών, που είχαν καταστραφεί το 335 π.Χ. από τον Αλέξανδρο.

Ακολούθησαν εχθροπραξίες μεταξύ των Διαδόχων που τερματίστηκαν το 311 π.Χ. με την συμφωνία να είναι :

• ο Αντίγονος ηγεμόνας της Ασίας,
• ο Σέλευκος της Βαβυλώνος,
• ο Πτολεμαίος της Αιγύπτου και
• ο Κάσσανδρος της Ευρώπης, μέχρι την ενηλικίωση του δωδεκαετούς Αλεξάνδρου.

Ο τελευταίος αυτός όρος οδήγησε τον Κάσσανδρο στην θανάτωση της Ρωξάνης και του Αλεξάνδρου Δ' το 318/309 π.Χ. Λίγο αργότερα έσφαξε και τον Ηρακλέα, θεωρούμενο ως νόθο γιο του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Η συμμαχία του με τον Πτολεμαίο προκάλεσε την αντίδραση του Αντιγόνου, του οποίου ο γιος, Δημήτριος ο Πολιορκητής, το 307 π.Χ. κυρίευσε τον Πειραιά, έδιωξε τον Δημήτριο τον Φαληρέα και αποκατέστησε την δημοκρατία.

Νέα συμμαχία των Κασσάνδρου, Πτολεμαίου, Λυσιμάχου και Σελεύκου εναντίον του Αντιγόνου και του Δημητρίου οδήγησε στην μάχη της Ιψού στην Φρυγία (301 π.Χ.), όπου οι τελευταίοι ηττήθηκαν και ο Αντίγονος βρήκε τον θάνατο. Το 299 π.Χ. επήλθε, όμως, συνδιαλλαγή μεταξύ Κασσάνδρου και Δημητρίου, με την μεσολάβηση της συζύγου του τελευταίου και αδελφής του πρώτου Φίλας. Μετά την συνδιαλλαγή αυτή ο Κάσσανδρος αναγνωρίστηκε ως κύριος του βασιλείου της Μακεδονίας και των περιοχών νοτίως του Ολύμπου.


Μακεδόνας πεζέταιρος από τον στρατό του Αλεξάνδρου Γ’. Οι συνεχείς ασκήσεις κατέστησαν την Φάλαγγα των Πεζέταιρων τρομερή πολεμική μηχανή, ικανή να παίρνει διάφορους σχηματισμούς. Μπορούσε να κινηθεί σε πυκνή τάξη, με τους άνδρες σε αποστάσεις 90 εκατοστών του μέτρου. Όταν αμύνονταν, η Φάλαγγα πύκνωνε ακόμα περισσότερο : ο κάθε άνδρας επικάλυπτε τον διπλανό του και ακουμπούσε την ασπίδα του στον βραχίονα του μπροστινού.


Μακεδόνας εταίρος ιππέας από τον στρατό του Αλεξάνδρου Γ’. Αρχικά οι ιππείς ήταν εφοδιασμένοι με λεπτούς θώρακες φτιαγμένους από μεταλλικές πλάκες καλυμμένες με λινάρι, φρυγικά κράνη προαιρετικά κνημίδες και μπότες. Είχαν ίσα ξίφη και το “ξυστόν”, την μακρυά λόγχη του ιππικού, η οποία ήταν μικρότερη από την αντίστοιχη περσική. Η στολή περιλάμβανε πορφυρούς χιτώνες με μανίκια και χρυσοκίτρινους μανδύες με πορφυρό στρίφωμα. Ο Αλέξανδρος Γ’ αντικατέστησε το φρυγικό κράνος με το φαρδύτερο βοιωτικό, το οποίο προστάτευε το πρόσωπο και τους ώμους, ενώ παρείχε μεγαλύτερη περιφερειακή όραση. Οι Εταίροι ήταν γεννημένοι ιππείς και, όπως όλοι οι ιππείς του αρχαίου κόσμου, ίππευαν χωρίς σέλα ή αναβολέα. Κάθε ένας από αυτούς είχε έναν υπηρέτη και βάδιζε πεζή για να ξεκουράζει το άλογό του

Καλλιτεχνική απεικόνιση της διαχρονικής παρουσίας του Έλληνα πολεμιστή, από την Μινωϊκή Εποχή μέχρι τους Ελληνιστικούς Χρόνους

Κλεομένης

Ένας από τους τέσσερεις διοικητές της Αιγύπτου (κατάγονταν από την Ναύκρατιν), μετά την κατάκτησή της από τον Μέγα Αλέξανδρο.
Καταδικάστηκε σε θάνατο από τον Πτολεμαίο, ο οποίος κατάσχεσε και την τεράστια περιουσία του, το 323 π.Χ.

Κράτερος

Ένας από τους σημαντικότερους στρατηγούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου, καταγόταν από την περιοχή της Ορεστίδος. Πήρε μέρος σε όλες τις σημαντικές μάχες στην Ασία (Γρανικού, Ισσού, Γαυγαμήλων). Μετά την δολοφονία του Παρμενίωνος το 330 π.Χ. αναδείχθηκε στον σημαντικότερο ηγέτη του μακεδονικού στρατού. Το 324 π.Χ. στάλθηκε στην Ελλάδα ως διοικητής των ευρωπαϊκών εδαφών της αυτοκρατορίας, σε αντικατάσταση του Αντιπάτρου, που, όπως φαίνεται, είχε προβλήματα με την βασιλομήτορα Ολυμπιάδα.
Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, παρ’ ότι απών από την Βαβυλώνα, θεωρήθηκε ως ένας από τους τρεις σημαντικότερους Διαδόχους (οι άλλοι δύο ήταν ο Αντίπατρος και ο Περδίκκας).
Σκοτώθηκε σε μάχη το 321 π.Χ. που έδωσαν, αυτός και ο Αντίπατρος, εναντίον του Ευμένη στην Μικρά Ασία.

Λεοννάτος

Σωματοφύλακας του Μεγάλου Αλεξάνδρου (γεννήθηκε περί το 356 π.Χ.). Διακρίθηκε ιδιαίτερα κατά την εκστρατεία στην Ινδία. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, ανέλαβε μαζί με τον Περδίκκα την κηδεμονία του παιδιού που επρόκειτο να γεννήσει η Ρωξάνη, ενώ κατά τον διαχωρισμό των σατραπειών του δόθηκε η διακυβέρνηση της Ελλησποντιακής Φρυγίας.
Σκοτώθηκε κατά τον Λαμιακό Πόλεμο, σε μάχη που έγινε στην Θεσσαλία, από τις δυνάμεις του Αντιφίλου.

Λυσίμαχος

Ένας από τους σωματοφύλακες του Αλεξάνδρου κατά την εκστρατεία στην Ασία. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου του ανατέθηκε, από τον Αντίπατρο, η διοίκηση της Θράκης. Το 305 π.Χ. αναγορεύθηκε βασιλεύς της Θράκης και το 286 π.Χ., αφού κατόρθωσε να εκτοπίσει τον Πύρρο, και της Μακεδονίας.
Νικήθηκε και σκοτώθηκε σε μάχη με τον Σέλευκο μετά το 283 π.Χ., στην Θέση Κουροπέδιον, βόρεια της Μαγνησίας, κοντά στο όρος Σίπυλον.

Περδίκκας

Ένας από τους Διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, γιος του Ορόντη. Πήρε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις κατά την διάρκεια της εκστρατείας στην Ασία, στην αρχή με τον βαθμό του ταξιάρχου. Μετά τον θάνατο του Ηφαιστίωνος το 324 π.Χ. και την αναχώρηση του Κρατέρου για την Ελλάδα, βρέθηκε να είναι ο σημαντικότερος αξιωματούχος του Αλεξάνδρου.
Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, ανέλαβε στην πραγματικότητα (χωρίς να πάρει ιδιαίτερο τίτλο) καθήκοντα αντιβασιλέως, αφού υπό την εποπτεία του βρίσκονταν τα ασιατικά εδάφη της αυτοκρατορίας και οι δύο βασιλείς, ο διανοητικά ανίκανος Αρριδαίος και ο γιος του Αλεξάνδρου. Γρήγορα ο Περδίκκας, ο οποίος πίστευε στην ενότητα της αυτοκρατορίας, ήλθε σε ρήξη με τους άλλους στρατηγούς.
Μετά από αποτυχημένη επιχείρηση στην Αίγυπτο, δολοφονήθηκε ύστερα από υποκίνηση του Πτολεμαίου από δυσαρεστημένους αξιωματικούς του, το 321 π.Χ.

Πολυπέρχων

Μακεδών στρατηγός του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το 324 π.Χ. γύρισε με τον Κράτερο στην Ελλάδα, πήρε μέρος στον Λαμιακό Πόλεμο και, μετέπειτα, συγκρούστηκε με τον Κάσσανδρο. Το 317 π.Χ. διώχθηκε από την Μακεδονία και, έκτοτε, οι πληροφορίες γι’ αυτόν σπανίζουν. Φαίνεται ότι επιχείρησε να ιδρύσει κάποιο κράτος στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Πιθανολογείται ότι πέθανε το 303 π.Χ. στην Λοκρίδα.

Πτολεμαίος Α’ ο Λάγου ή Σωτήρ

Μακεδών στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αργότερα ηγεμόνας της Αιγύπτου, ιδρυτής της Δυναστείας των Πτολεμαίων ή Λαγιδών, του μακροβιότερου όλων των ελληνιστικών κρατών (367/366 ή το 364 - 283/282 π.Χ.).

Σέλευκος Α’ ο Νικάτωρ

Αξιωματικός του μακεδονικού στρατού και ιδρυτής της Δυναστείας των Σελευκιδών. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου του δόθηκε η σατραπεία της Βαβυλώνος. Προσπάθησε να ανασυστήσει την ασιατική αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου, αλλά οι αγώνες για την διαδοχή έστρεψαν την προσοχή του στην Δύση (358/354 - 281 π.Χ.).
Με τον θάνατό του το 281 π.Χ., τερματίζεται ουσιαστικά η Περίοδος των Διαδόχων και αρχίζει η Περίοδος των Επιγόνων.


 Ο Γόρδιος, πατέρας του Μίδα, είχε αφιερώσει στο Ιερόν του Διός στο Γόρδιον – πρωτεύουσα της Φρυγίας στις όχθες του ελληνικού Σαγγάριου –, μία άμαξα η οποία έγινε γνωστή για τον “άλυτον δεσμόν” της. Το 333 π.Χ., ο Μέγας Αλέξανδρος με συνοπτικές διαδικασίες, όπως θα λέγαμε σήμερα, «παίσας τῷ ξίφει διέκοψε τὸν δεσμὸν καὶ λελύσθαι ἔφη» – Αρριανού Φλαβίου Ξενοφώντος «Αλεξάνδρου Ανάβασις» Βιβλίον Β’ Κεφ. III παρ. 7. Σύμφωνα με μία άλλη άποψη, αφήρεσε τον πάσσαλο που συγκρατούσε το τιμόνι (ρυμό) της άμαξας στην θέση του ξεμπλέκοντας έτσι τον δεσμό, ο οποίος ήταν μπλεγμένος γύρω του. Και οι δύο απόψεις, αποδεικνύουν το αήττητον και αποφασιστικόν του χαρακτήρος του Μεγίστου των Ελλήνων. Είτε με την ισχύ των όπλων, είτε με την διπλωματία της εκ της πλαγίας οδού, ο Αλέξανδρος επίλυσε τα προβλήματα που αντιμετώπισε κατά την διάρκεια της εκστρατείας του στην Ασία

Μέσα σε έξι μόλις ημέρες, ο Αλέξανδρος Γ’ πέτυχε ό,τι δεν κατάφερε ο Ηρακλής με την εκστρατεία του στην Ασία : εκπόρθησε και κατέλαβε την “Άορνο Πέτρα”, ένα ισχυρότατο βραχώδες και απόκρημνο ύψωμα ύψους περίπου 2.500 μ., κοντά στον Ινδό ποταμό. Επιχωμάτωσε την χαράδρα που χώριζε την απρόσιτη θέση από τον διπλανό λόφο, αλλά απαιτήθηκε καταδρομική επιχείρηση για την κατάληψή της.

Ο Μέγιστος των Ελλήνων, μαζί με 700 από τους ικανότερους άνδρες του (σωματοφύλακες και υπασπιστές), αναρριχήθηκε πρώτος στο απόρθητο οχυρό : «…καὶ ἐν τούτῳ ἀναλαβὼν τῶν σωματοφυλάκων καὶ τῶν ὑπασπιστῶν ἐς ἑπτακοσίους κατὰ τὸ ἐκλελειμμένον τῆς πέτρας ἀνέρχεται ἐς αὐτὴν πρῶτος͵ καὶ οἱ Μακεδόνες ἄλλος ἄλλῃ ἀνιμῶντες ἀλλήλους ἀνῄεσαν» (Αρριανού Φλαβίου Ξενοφώντος : «Αλεξάνδρου Ανάβασις» Βιβλίον Δ’ Κεφ. XXX παρ. 3 σ. 4 - 8)


Η Άορνος Πέτρα από την Χουζάρα - von_James_Abbott 
… «χρὴ δὲ τὰ παραγγέλματα ἐθίζειν τὴν στρατιὰν ὀξέως δέχεσθαι͵ τὰ μὲν φωνῇ͵ τὰ δὲ ὁρατοῖς σημείοις͵ τὰ δὲ τῇ 27.2 σάλπιγγι. καὶ σαφέστερα μὲν τυγχάνει ὄντα τὰ λέξει δη λούμενα͵ ὅτι καὶ παντὸς τοῦ νοῦ ἡ δήλωσις οὕτω γίγνεται͵ οὐχὶ δὲ σύμβολόν τι αὐτοῦ μόνον ὁρᾶται ἢ ἀκούεται. 27.3 ἀλλ΄ ἐπειδὴ πολλὰ τὰ ἐξείργοντά ἐστιν ἐν ταῖς μάχαις πρὸς τὰς διὰ φωνῆς δηλώσεις͵ ὁ κτύπος τε ὁ ἐκ τῶν ὅπλων καὶ αἱ παρακελεύσεις ἀλλήλοις καὶ οἰμωγαὶ τιτρω σκομένων καὶ παριππασία δυνάμεως ἱππικῆς [ψόφος τε τῶν ὅπλων]

καὶ χρεμετισμὸς τῶν ἵππων καὶ θόρυβος σκευοφόρων παριόντων͵ προσεθιστέον τὴν στρατιὰν καὶ 27.4 τοῖς ὁρατοῖς σημείοις. οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ πρὸς ταῦτα ἤδη ἄπορα ἔστιν ἃ γίγνεται͵ οἷον ὁμίχλη ἢ κονιορτὸς πολὺς ἄνω αἰρόμενος ἢ ἥλιος κατὰ προσώπου ἀντιλάμπων ἢ νιφετὸς ξυνεχὴς ἢ ὕδωρ λάβρον ἐξ οὐρανοῦ ἢ τόποι σύν δενδροι ἢ γήλοφοι ἀνεστηκότες͵ ὡς μὴ πάσῃ τῇ φάλαγγι 27.5 ὁρατὰ γίγνεσθαι τὰ σημεῖα. ὁπότε μὲν δὴ γήλοφοι δια κλείοιεν τὴν ὄψιν͵ πλείω τὰ ὁρατὰ σημεῖα ποιητέον• πρὸς δὲ τὰ ἐκ τοῦ ἀέρος ἐμπόδια ἡ σάλπιγξ ἀγαθὸν [ὠφέλιμος]». Αρριανού Φλαβίου Ξενοφώντος : «Αλεξάνδρου Ανάβασις» και «Τακτικά» (27.1.1 - 27.5.4).



Χρυσό μετάλλιο ρωμαϊκής εποχής από το Αμπουκίρ της Αιγύπτου. Πρόκειται για “Νικητήριον”, υπερμέγεθες νομισματόσημα – βραβείο στους πεντετηρικούς Αλεξάνδρειους Οικουμενικούς Αγώνες της Βεροίας στην Μακεδονία (μέσα 3ου αι. μ.Χ.), έδρα του Κοινού των Μακεδόνων, με θέμα από τον βίο και τα ανδραγαθήματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Απεικονίζεται ο Μέγιστος των Ελλήνων καταπονημένος, φέρων μεταλλικό θώρακα, δόρυ και ασπίδα


Οι Ελληνιστικές Δυναστείες

Βασιλείς Μακεδονίας


Κάσσανδρος : 316 - 298/297 π.Χ. - Φίλιππος Δ’ : 297 π.Χ. - Αλέξανδρος Ε’ & Αντίπατρος Α’ : 297 - 294 π.Χ.

Στους επόμενους πίνακες που ακολουθούν, αναφέρονται κατά χρονολογική τάξη οι Διάδοχοι και οι Επίγονοι που ηγεμόνευσαν στις τέσσερεις σημαντικότερες Επικράτειες που προήλθαν από την κληρονομιά του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ήτοι οι βασιλείς της Μακεδονίας, των Ατταλιδών της Περγάμου, του κράτους των Σελευκιδών και της Πτολεμαϊκής Αιγύπτου, καθώς και των Ελληνιστικών Βασιλείων της Ασίας.

Αντιγονίδες- Δυναστεία Ατταλιδών


Δυναστεία Σελευκιδών


Δυναστεία Πτολεμαίων

Βακτριανή

Βακτριανή : Δυτικό Βασίλειο - Βακτριανή : Ανατολικό Βασίλειο



Βιθυνία-Βόσπορος

Γαλατία-Ήπειρος-Ηράκλεια Ποντική-Καππαδοκία

Καρία-Κιλικία-Κομμαγηνή

Κύπρος

 
Πόντος (Βασίλειο του Πόντου και Βοσπόρου)


 Παφλαγονία-Πέργαμος (Βασίλειο των Ατταλιδών)-Σικελία (Βασιλείς και Τύραννοι)


Ελληνιστικής περιόδου  Νομισματοκοπία





Δημήτριος ο Πολιορκητής. Τετράδραχμο του Δημητρίου του Πολιορκητή (294 - 288 π.Χ.), ιδρυτή της μακεδονικής δυναστείας των Αντιγονιδών, με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Ικανότατος στρατιωτικός ηγέτης, ο Δημήτριος υπήρξε ένας από τους διαπρεπέστερους επιγόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τον βίο του έγραψε ο Πλούταρχος, συγκρίνοντάς τον με τον βίο του ρωμαίου Αντωνίου


Πτολεμαίος Α’. Τετράδραχμο με παράσταση της κεφαλής του Πτολεμαίου Α’ του Λάγου ή Σωτήρος (305 - 285 π.Χ.). Υπήρξε ο ιδρυτής της πτολεμαϊκής δυναστείας, της μακροβιότερης από όλες τις δυναστείες που δημιουργήθηκαν μέσα στα όρια της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου (Μουσείο Καλών Τεχνών, Βοστώνη)

Σέλευκος Α’. Τετράδραχμο του Σελεύκου Α’ του Νικάτορος (312 - 281 π.Χ.). Υπήρξε ο ιδρυτής του βασιλείου των Σελευκιδών, το οποίο κατά την διάρκεια της βασιλείας του γνώρισε και την μέγιστη εξάπλωσή του καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος του ασιατικού τμήματος της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου (Staatliches Munzkabinett, Βερολίνο)

Αντίοχος Α’ ο Σωτήρ. Τετράδραχμο του Αντιόχου Α’ του Σωτήρος (281 - 261 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Η επωνυμία Σωτήρ του αποδόθηκε καθώς κατόρθωσε να εκδιώξει τα γαλατικά φύλα από την Μικρά Ασία (Staatliches Munzkabinett, Βερολίνο)

Αντίοχος Β’. Τετράδραχμο του Αντιόχου Β’ του Θεού (261 - 246 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Ο Αντίοχος Β’ διεξήγαγε μαζί με τον Αντίγονο Γονατά τον Β’ συριακό πόλεμο εναντίον του Πτολεμαίου Β’ (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο)

Σέλευκος Β’. Χρυσός στατήρας του Σελεύκου Β’ του Καλλινίκου (246 - 225 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του ενεπλάκη σε πολέμους με τον αδελφό του Αντίοχο Ιέρακα και με τον Πτολεμαίο Γ’, που είχαν ως αποτέλεσμα την σημαντική συρρίκνωση των εδαφών του βασιλείου του

Πτολεμαίος Β’. Χρυσό οκτάδραχμο του Πτολεμαίου Β’ του Φιλάδελφου (285 - 246 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως και της αδελφής και συζύγου του Αρσινόης Β’. Ο Πτολεμαίος Β’ υπήρξε συνετός και φωτισμένος ηγεμόνας και η εποχή του είναι η περίοδος κορύφωσης του ελληνιστικού πολιτισμού (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο)

Πτολεμαίος Γ’. Χρυσό οκτάδραχμο του Πτολεμαίου Γ’ του Ευεργέτη (246 - 221 π.Χ.), Με παράσταση προτομής του βασιλέως (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο)

Πτολεμαίος Δ’. Χρυσό οκτάδραχμο του Πτολεμαίου Δ’ του Φιλοπάτορος (221 - 205 π.Χ.), με παράσταση προτομής του βασιλέως. Υπήρξε ηγέτης με περιορισμένες πολιτικές και στρατιωτικές ικανότητες, ενώ οι αρχαίοι συγγραφείς τον περιγράφουν ως χαρακτήρα έκλυτο και διεφθαρμένο (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο)

Πτολεμαίος ΣΤ’. Οκτάδραχρο Πτολεμαίου ΣΤ’ του Φιλομήτορος (180 - 145 π.Χ.), με παράσταση προτομής του βασιλέως (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο)

Αντίοχος Γ’ ο Μέγας. Τετράδραχμο του Αντιόχου Γ’ του Μεγάλου (223 - 187 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Ο Αντίοχος Γ’ έδιωξε τους Πτολεμαίους από την Φοινίκη και συγκρούστηκε με τους Ρωμαίους στην Ελλάδα και την Μικρά Ασία, από τους οποίους όμως ηττήθηκε

Αντίοχος Δ’. Χρυσός στατήρας του Αντιόχου Δ’ του Επιφανούς (175 - 164 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Ικανός ηγέτης, κατέλαβε την Αίγυπτο, την οποία όμως εγκατέλειψε έπειτα από αξίωση των ρωμαίων, ενώ η κατασταλτική πολιτική του απέναντι στους εβραίους, οδήγησε στην εξέγερση των Μακκαβαίων οι οποίοι απέσπασαν τελικά την Ιουδαία από τους Σελευκίδες (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο)

Δημήτριος Α’. Τετράδραχμο του Δημητρίου Α’ του Σωτήρος (162 - 150 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Ο Δημήτριος Α’ ήλθε σε σύγκρουση με όλες τις γειτονικές δυνάμεις του βασιλείου του, οι οποίες, με την υποστήριξη των ρωμαίων, συνασπίστηκαν και νίκησαν τον στρατό του

Αλέξανδρος Βάλας. Τετράδραχμο του Αλεξάνδρου Βάλα (150 - 145 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Οι περιορισμένες ηγετικές ικανότητές του και η κακή του διακυβέρνηση είχαν ως αποτέλεσμα την σοβαρή αποδιοργάνωση του βασιλείου των Σελευκιδών (Staatliches Munzkabinett, Βερολίνο)

Αντίοχος ΣΤ’. Τετράδραχμο του αντιόχου ΣΤ’ του Επιφανούς (145 - 139 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Τον Αντίοχο ΣΤ’ προώθησε στον θρόνο σε μικρή ηλικία ο πρώην στρατηγός του Αλεξάνδρου Βάλα, Διόδοτος ο Τρύφων, ο οποίος και τον δολοφόνησε

Δημήτριος Β’. Τετράδραχμο του Δημητρίου Β’ του Νικάτορος (145 - 139 π.Χ. και 129 - 125 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Όλος ο βίος του ήταν ένας συνεχής αγώνας για την εξουσία

Αντίοχος Ζ’. Τετράδραχμο του Αντιόχου Ζ’ του Σιδήτη (139 - 129 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Αδελφός του Δημητρίου Β’ του Νικάτορος και ικανός στρατιωτικός ηγέτης, ανέκτησε την Παλαιστίνη και, για σύντομο χρονικό διάστημα, την Βαβυλώνα από την Παρθία (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο)

Κλεοπάτρα η Θεά. Τετράδραχμο της Κλεοπάτρας της Θεάς (125 - 121 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής της βασίλισσας. Η Κλεοπάτρα η Θεά υπήρξε ιθύνων νους σκοτεινών συνωμοσιών γύρω από τον θρόνο των Σελευκιδών

Αντίοχος Η’. Τετράδραχμο του Αντιόχου Η’ του Γρυπού (125 - 115 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Παραγκώνισε την μητέρα του Κλεοπάτρα την Θεά για να εδραιωθεί στον θρόνο της Συρίας, και διεξήγαγε πολυετείς πολέμους με τον αδελφό του Αντίοχο Θ’

Αντίοχος Θ’. Τετράδραχμο του Αντιόχου Θ’ του Κυζικηνού (115 - 96 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Η σύγκρουσή του με τον αδελφό του Αντίοχο Η’ τον Γρυπό είχε ολέθρια αποτελέσματα για το μέλλον του βασιλείου των Σελευκιδών

Αντίοχος ΙΑ'. Τετράδραχμο με απεικόνιση του Αντιόχου ΙΑ’ του Φιλάδελφου (96 - 95 π.Χ.) και του αδελφού του Φιλίππου Α’ του Φιλάδελφου (96 - 83 π.Χ.). Δίδυμοι γιοι του Αντιόχου Η’ του Γρυπού, ο μεν Αντίοχος ΙΑ’ πέθανε μόλις έναν χρόνο μετά την άνοδό του στον θρόνο των Σελευκιδών, ο δε Φίλιππος, κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του, κατάφερε να εξασφαλίσει – αν και μόνο πρόσκαιρα – σχετικές συνθήκες σταθερότητας στο βασίλειό του

Δημήτριος Α’ Βακτριανής. Τετράδραχμο του Δημητρίου Α’ της Βακτριανής με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Γιος του Ευθυδήμου, επεξέτεινε σημαντικά την επικράτεια του βασιλείου του (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο)

Φιλέταιρος. Τετράδραχμο του Ευμένους Α’ με παράσταση της κεφαλής του Φιλεταίρου (282 - 263 π.Χ.). Ιδρυτής της δυναστείας των Ατταλιδών, ο Φιλέταιρος υπήρξε ο εισηγητής της πολιτικής που ανέδειξε την Πέργαμο σε ηγετικά κέντρο του ελληνικού πολιτισμού στην ανατολή

Προυσίας Α’. Τετράδραχμο του Προυσία Α’ της Βιθυνίας (236 - 180 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Ο Προυσίας Α’ υποστήριξε την Ρώμη κατά του Αντιόχου Γ’

Προυσίας Β’. Τετράδραχμο του Προυσία Β’ της Βιθυνίας (180 - 149 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Υπήρξε για μεγάλο διάστημα κόλακας της Ρώμης και έπεσε θύμα δυναστικής αναταραχής (Βασιλική Βιβλιοθήκη Βελγίου, Βρυξέλλες)

Φίλιππος Ε’. Τετράδραχμο του Φιλίππου Ε’ της Μακεδονίας (221 - 179 π.Χ.), με παράσταση της κεφαλής του βασιλέως. Ηγέτης ικανός και συνετός εργάστηκε για να διαφυλάξει την μακεδονική ισχύ και να αποκρούσει την ογκούμενη ρωμαϊκή απειλή

Περσεύς. Τετράδραχμο του Περσέως της Μακεδονίας (179 - 168 π.Χ.), με παράσταση της μορφής του βασιλέως. Όπως και ο προκάτοχός του Φίλιππος Ε’, ο Περσεύς προσπάθησε να ανορθώσει την μακεδονική ισχύ, όμως η ήττα του από τους Ρωμαίους στην Πύδνα το 168 π.Χ. σήμανε το τέλος του μακεδονικού βασιλείου και έκρινε τις τύχες όχι μόνο της Ελλάδος αλλά και ολόκληρης της Εγγύς Ανατολής (Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι)

Κλεοπάτρα Ζ’. Τετράδραχμο με παράσταση της κεφαλής της Κλεοπάτρας Ζ’ (51 - 47 π.Χ. και 44 - 30 π.Χ.). Η Κλεοπάτρα Ζ’ υπήρξε μία από τις πλέον πολυσυζητημένες μορφές της αρχαίας ιστορίας. Ικανή και φιλόδοξη, σε συνδυασμό με την γοητεία της, επηρέασε αποφασιστικά την ρωμαϊκή πολιτική σε μια κρίσιμη περίοδο. Ο θάνατός της, το 30 π.Χ., σηματοδοτεί την πλήρη επικράτηση της ρωμαϊκής εξουσίας στον ελληνιστικό κόσμο (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο).
Χρονολόγιον Ελληνιστικής Περιόδου


ΕΤΟΣ :
ΓΕΓΟΝΟΣ

325 - 300 π.Χ.
Ο Πυθέας της Μασσαλίας περιπλέει την Βρετανία.
323 π.Χ.
Θάνατος Αλεξάνδρου σε ηλικία 33 ετών.
323 - 322 π.Χ.
Λαμιακός πόλεμος. Προσπάθεια της Αθήνας να ελευθερωθεί από την Μακεδονία.
323 - 320 π.Χ.
Ο Περδίκκας ως αντιβασιλέας προσπαθεί να διατηρήσει την ενότητα της αυτοκρατορίας, αλλά σκοτώνεται στην Αίγυπτο.
322 π.Χ.
Θάνατος των Αριστοτέλη και Δημοσθένη.
320 - 305 π.Χ.
Ο Εκαταίος ο Αβδηρίτης γράφει την ιστορία του πολιτισμού της ελληνιστικής Αιγύπτου.
317 - 307 π.Χ.
Ο Δημήτριος ο Φαληρεύς (περιπατητικός φιλόσοφος) ορίζεται διοικητής της Αθήνας.
312 π.Χ.
Ο Σέλευκος καταλαμβάνει την Βαβυλώνα. Αρχή της κυριαρχίας των Σελευκιδών.
311 π.Χ.
Η ειρήνη μεταξύ των διαδόχων αναγνωρίζει κατ' ουσίαν την διαίρεση της επικράτειας του Μεγάλου Αλεξάνδρου• η Ασία στον Αντίγονο Μονόφθαλμο, η Μακεδονία / Ελλάδα στον Κάσσανδρο, η Θράκη στο Λυσίμαχο, η Αίγυπτος στον Πτολεμαίο και κατά παράλειψη οι ανατολικές σατραπείες στο Σέλευκο.
310 π.Χ.
Ο Ζήνων ο Κιτιεύς ιδρύει την στωική σχολή στην Ποικίλη Στοά των Αθηνών. Ρωμαϊκή επέλαση στην Ετρουρία.
307 π.Χ.
Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, γιος του Αντίγονου, απελευθερώνει την Αθήνα. Ο Επίκουρος ιδρύει την φιλοσοφική σχολή του στην Αθήνα.
305 - 304 π.Χ.
Πολιορκία της Ρόδου από τον Δημήτριο.
301 π.Χ.
Μάχη στην Ιψό. Καταστροφή των στρατευμάτων του Αντίγονου και του Δημήτριου. Θάνατος του Αντίγονου.
300 π.Χ.
Ο Πτολεμαίος Α' ιδρύει το Μουσείον της Αλεξάνδρειας με παρότρυνση του Δημήτριου του Φαληρέα. Ο Ζηνόδοτος, ο βασιλικός παιδαγωγός, διορίζεται πρώτος διευθυντής της βιβλιοθήκης.
297 π.Χ.
Θάνατος του Κάσσανδρου, διοικητή της Μακεδονίας.
283 π.Χ.
Θάνατος του Δημήτριου Πολιορκητή. Θάνατος του Πτολεμαίου Α' Σωτήρος, τον οποίο διαδέχεται ο Πτολεμαίος Β' Φιλάδελφος.
281 π.Χ.
Μάχη στο Κορυπέδιο. Θάνατος του Λυσίμαχου. Δολοφονία του Σέλευκου, τον οποίο διαδέχεται ο γιος του Αντίοχος Α'. Ιδρύεται η Αχαϊκή Συμπολιτεία.
279 π.Χ.
Εισβολή των Γαλατών στην Μακεδονία και στην Ελλάδα.
276 π.Χ.
Ο Αντίγονος Γονατάς, γιος του Δημήτριου Πολιορκητή, νικά τους Γαλάτες και γίνεται βασιλιάς της Μακεδονίας.
274 - 271 π.Χ.
Α' Συριακός πόλεμος μεταξύ Πτολεμαίου Β' και Αντίοχου Α'.
270 π.Χ.
Ο Μανέθων, ιστορικός και ιερέας της Αιγύπτου, θεμελιώνει την αιγυπτιακή ιστορία. Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος προτείνει την ηλιοκεντρική θεωρία του σύμπαντος.
267 - 262 π.Χ.
Χρεμωνίδειος πόλεμος. Ο Πτολεμαίος υποστηρίζει χωρίς επιτυχία την ελληνική ανεξαρτησία από την Μακεδονία. Ο Αντίγονος Γονατάς εισέρχεται στην Αθήνα.
264 π.Χ.
Αρχίζει ο Α' Καρχηδονιακός πόλεμος με την επέμβαση του ρωμαϊκού στρατού στην Σικελία.
263 - 241 π.Χ.
Ο Ευμένης, διοικητής της Περγάμου, αρχίζει το πρόγραμμα ανοικοδόμησής της.
260 π.Χ.
Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος γράφει τα Αργοναυτικά (έπος). Ο Ερασίστρατος ο Κείος (ιατρός) κατανοεί την λειτουργία της καρδιάς και κάνει την διάκριση μεταξύ κινητικών και αισθητικών νεύρων.
260 - 253 π.Χ.
Β' Συριακός πόλεμος μεταξύ Πτολεμαίου Β' και Αντίοχου Β'.
260 - 212 π.Χ.
Γέννηση και θάνατος του Αρχιμήδη, μαθηματικού και εφευρέτη.
251 - 213 π.Χ.
Δράση του Άρατου του Σικυώνιου ως πολιτικού και στρατηγού της Αχαϊκής Συμπολιτείας.
246 π.Χ.
Ο Ερατοσθένης, φιλολογικός σχολιαστής και πρωτοπόρος της επιστημονικής γεωγραφίας, γίνεται διευθυντής της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας και υπολογίζει σωστά την περίμετρο γης.
246 - 241 π.Χ.
Γ΄ Συριακός πόλεμος μεταξύ Πτολεμαίου Γ' και Σελεύκου Β'.
244 - 241 π.Χ.
Ο Άγης Δ' επιχειρεί να εισάγει μεταρρυθμίσεις στην Σπάρτη και εκτελείται.
241 π.Χ.
Τέλος του Α' Καρχηδονιακού πολέμου με νίκη της Ρώμης στα νησιά του Αιγαίου.
239 π.Χ.
Πόλεμος μεταξύ της Μακεδονίας με τον συνασπισμό της Αχαϊκής και Αιτωλικής Συμπολιτείας.
239 - 130 π.Χ.
Ιδρύεται ανεξάρτητο ελληνικό βασίλειο στην Βακτριανή.

Έφιππος ήρωας, ακολουθείται από νεαρό υπηρέτη. Μουσείον Δήλου, 1ος αι. π.Χ.

Από τις αρχαιότατες ελληνικές φυλές ιπποειδών, τα άγρια άλογα της φυλής Ροδόπης αξιοποιήθηκαν από τους Θράκες ιππείς. Έχουν επιζήσει μέχρι και την εποχή μας στα ορεινά της οροσειράς από την οποία πήραν το όνομά τους

Η εκστρατεία στην Ασία ήταν ένα από τα πιο δύσκολα εγχειρήματα του ελληνικού στρατού



238 - 227 π.Χ.
Πόλεμος του Αττάλου της Περγάμου εναντίον των Γαλατών.
235 - 222 π.Χ.
Ο Κλεομένης Γ', βασιλιάς της Σπάρτης, αναδιοργανώνει το σπαρτιατικό κράτος.
227 π.Χ.
Η Σικελία και η Σαρδηνία γίνονται επαρχίες της Ρώμης.
221 π.Χ.
Ο Φίλιππος Ε' ανέρχεται στο θρόνο του μακεδονικού βασιλείου.
219 - 217 π.Χ.
Δ' Συριακός πόλεμος μεταξύ Πτολεμαίου Δ' και Αντίοχου Γ'.
218 - 201 π.Χ.
Β' Καρχηδονιακός πόλεμος.
215 π.Χ.
Ο Φίλιππος Ε' συμμαχεί με την Καρχηδόνα.
214 - 205 π.Χ.
Α' Μακεδονικός πόλεμος μεταξύ Ρώμης και Φιλίππου.
211 π.Χ.
Η Αιτωλική Συμπολιτεία συμμαχεί με την Ρώμη. Ο Αννίβας βαδίζει εναντίον της Ρώμης.
203 - 200 π.Χ.
Ε' Συριακός πόλεμος μεταξύ Αντίοχου Γ' και Πτολεμαίου Ε'.
202 π.Χ.
Η Καρχηδόνα υποτάσσεται στην Ρώμη.
200 π.Χ.
Ο Αριστοτέλης ο Βυζάντιος (φιλόλογος) γίνεται διευθυντής της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.
200 - 197 π.Χ.
Β' Μακεδονικός πόλεμος μεταξύ Ρώμης και Φιλίππου.
194 π.Χ.
Οι Ρωμαίοι αποχωρούν από την Ελλάδα.
192 - 188 π.Χ.
Συριακός πόλεμος μεταξύ Αντίοχου Γ' και Ρώμης.
179 π.Χ.
Πεθαίνει ο Φίλιππος Ε' και τον διαδέχεται ο γιος του Περσέας.
175 π.Χ.
Ο Αντίοχος Δ' ο Επιφανής ανεβαίνει στο θρόνο του βασιλείου των Σελευκιδών.
171 - 167 π.Χ.
Γ΄ Μακεδονικός πόλεμος.
170 - 168 π.Χ.
Στ' Συριακός πόλεμος.
22/06/168 π.Χ.
Η μάχη της Πύδνας σημαίνει το τέλος του μακεδονικού βασιλείου. Η Ρώμη την διαιρεί σε τέσσερα τμήματα και κηρύσσει την Δήλο ελεύθερο λιμάνι. Καταργείται η άμεση φορολογία των ρωμαίων πολιτών. Ο ιστορικός Πολύβιος έρχεται στην Ρώμη.
166 - 159 π.Χ.
Στην Πέργαμο χτίζεται μεγαλοπρεπής βωμός του Διός και της Αθηνάς.
149 - 146 π.Χ.
Γ' Καρχηδονιακός πόλεμος.
148 π.Χ.
Δ' Μακεδονικός πόλεμος. Η Ρώμη εναντίον της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Η Μακεδονία γίνεται ρωμαϊκή επαρχία.
146 π.Χ.
Καταστροφή της Κορίνθου και της Καρχηδόνας από τους Ρωμαίους. Η Αφρική γίνεται επαρχία της Ρώμης.
133 π.Χ.
Ο Άτταλος Γ' της Περγάμου κληροδοτεί το βασίλειό του στην Ρώμη.
129 π.Χ.
Δημιουργείται η ρωμαϊκή επαρχία της Ασίας.
88 - 85 π.Χ.
Α' Μιθριδατικός πόλεμος. Ο Μιθριδάτης Στ' από τον Πόντο εκτελεί ρωμαίους πολίτες στην Ασία και επιχειρεί να ελευθερώσει τους Έλληνες από την Ρώμη.
86 π.Χ.
Ο Σύλλας πολιορκεί την Αθήνα, την καταστρέφει και κατακτά την Ελλάδα.
83 - 82 π.Χ.
Β' Μιθριδατικός πόλεμος.
74 - 63 π.Χ.
Γ' Μιθριδατικός πόλεμος.
66 - 63 π.Χ.
Νίκη του Πομπήιου επί του Μιθριδάτη και αναδιοργάνωση της Ανατολής από τους Ρωμαίους. Η μοναρχία των Σελευκιδών σταματά να υφίσταται. Οργανώνονται οι ρωμαϊκές επαρχίες της Βιθυνίας, της Κιλικίας, της Συρίας και της Κρήτης.
60 - 30 π.Χ.
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης συνθέτει την Ιστορική Βιβλιοθήκη του.
60 π.Χ.
Ο Πομπήιος, ο Κράσσος και ο Καίσαρας σχηματίζουν την πρώτη Τριανδρία.
50 π.Χ.
Ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος ανακαλύπτει και αρχίζει να εκδίδει τα χαμένα έργα του Αριστοτέλη.
49 π.Χ.
Εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Πομπήιου και Καίσαρα.
47 - 44 π.Χ.
Δικτατορία του Καίσαρα, που λήγει με την δολοφονία του.
44 π.Χ. - 21 μ.Χ.
Γέννηση και θάνατος του γεωγράφου και ιστορικού Στράβωνα.
31 π.Χ.
Ναυμαχία στο Άκτιο και νίκη του Οκταβιανού επί του Αντώνιου.


Τα τόξα κατά την αρχαιότητα κατασκευάζονταν είτε από μονοκόμματο ξύλο (αριστερά) είτε από ξύλο και κέρατα ζώων (κέντρο και δεξιά). Αυτός ο τύπος σύνθετου τόξου εκαλείτο από τους αρχαίους Έλληνες “παλίντονος”. Η περίφημη σκηνή από την Οδύσσεια του Ομήρου, όπου μόνο ο Οδυσσεύς και ο υιός του μπορούσαν να τεντώσουν το οικογενειακό τόξο, είναι μία σαφής αναφορά σε ένα τέτοιο σύνθετο όπλο.

Θεωρητικά, ένας καλός τοξότης μπορούσε να επιτύχει στόχους σε απόσταση 300 μέτρων. Στην πραγματικότητα, σημάδευε με ακρίβεια μέχρι τα 150 μέτρα. Μετά από μερικές βολές όμως κουράζονταν από την προσπάθεια και το δραστικό βεληνεκές του μειωνόταν. Έτσι, οι θωρακισμένοι οπλίτες που διέσχιζαν 150 - 200 μέτρα σε λιγότερο από τρία λεπτά, σπανίως αναχαιτίζονταν από τις βολές των τοξωτών…
Τα τόξα από μονοκόμματο ξύλο ήταν πιο άνετα στο τέντωμα και στην βολή σε σύγκριση με τα σύνθετα. Ήταν επίσης ανθεκτικότερα και είχαν φθηνότερο κόστος κατασκευής. Ωστόσο, τα σύνθετα τόξα είχαν πολύ ισχυρότερο τέντωμα και έστελναν τα βέλη σε απόσταση μεγαλύτερη των 270 μέτρων. Οι έμπειροι τοξότες είχαν μεγάλο βαθμό εκπαίδευσης, αλλά ήταν ουσιαστικά αβοήθητοι στο πεδίο της μάχης από την στιγμή που οι οπλίτες πλησίαζαν κοντά τους και έτσι δεν είχαν την ευκαιρία να βάλλουν ελεύθερα. Οι Έλληνες θαύμαζαν την αποτελεσματικότητα του τόξου και την ικανότητα των τοξωτών, αλλά πίστευαν ότι υστερούσαν σε θάρρος και είτε δεν ήθελαν είτε αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν τους οπλίτες σε μάχη σώμα με σώμα. Όταν όμως έκαναν μακρινές εκστρατείες εκτός Ελλάδος, οι Έλληνες εγκατέλειπαν παρόμοιους ιδεαλισμούς και προσλάμβαναν μισθοφόρους τοξότες από την Σκυθία, την Μακεδονία και την Κρήτη, ώστε να εξασφαλίζουν την διάβασή τους μέσα από τα ορεινά περάσματα


Οι Μηχανικοί του μακεδονικού στρατού συνήθως σχεδίαζαν επίθεση τριών επιπέδων : πάνω, μέσα και κάτω από τα τείχη. Στρατιώτες με κινητές σκάλες τραβούν την προσοχή των αμυνομένων, καθώς ένας πολιορκητικός κριός σύρεται μπροστά από την πύλη του οχυρού για να την παραβιάσει. Την ίδια στιγμή, κάτω από τα πόδια των πολέμιων, οι Υπονομευταί σκάβουν λαγούμι διείσδυσης κάτω από τα τείχη...

Γκραβούρα στην οποία απεικονίζεται ο Αλέξανδρος Γ’ κατά την διάρκεια της πολιορκίας της Τύρου




Στρατιωτικές Τηλεπικοινωνίες




“Άγγαρον πυρ” (εκμαγείο)

Το “Άγγαρον πυρ”, η φωτιά που δεν σβήνει, αναπαρίσταται σε αυτό το γύψινο εκμαγείο του Τηλεπικοινωνιακού Μουσείου του ΟΤΕ. Η αναπαράσταση έχει φιλολογική μόνο τεκμηρίωση καθώς αναφέρεται από τον Αισχύλο στο έργο του «ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ» στ. 282/3 κ.έ. : «φρυκτὸς δὲ φρυκτὸν δεῦρ΄ ἀπ΄ ἀγγάρου πυρὸς ἔπεμπεν». Η είδηση για την πτώση της Τροίας εστάλη από τον Αγαμέμνονα στην γυναίκα του (Κλυταιμνήστρα) στο Άργος μέσα σε μία ημέρα, με το άναμμα πυρσών από το όρος Ίδη στο Ίλιον και με αναμετάδοση του μηνύματος μέσω φρυκτωριών. Το κείμενο του Αισχύλου αποτελεί την παλαιότερη αναφορά στην ιστορία των τηλεπικοινωνιών.


Σύστημα φρυκτωριών (εκμαγείο)

Στο γύψινο εκμαγείο του Τηλεπικοινωνιακού Μουσείου του ΟΤΕ, που αναπαριστά χάρτη της σύγχρονης Ελλάδος και των παραλίων της Μικράς Ασίας, έχουν συγκεντρωθεί τα πιο γνωστά τηλεπικοινωνιακά δίκτυα με φρυκτωρίες (πύργοι αναμεταδόσεως οπτικών σημάτων) της αρχαιότητος. Ο επισκέπτης της εκθέσεως, χρησιμοποιώντας έναν ηλεκτρονικό πίνακα, βλέπει την συγκεκριμένη διαδρομή να υλοποιείται στο εκμαγείο με το άναμμα μικρών λυχνιών για κάθε φρυκτωρία του δικτύου. Η ανακατασκευή στηρίζεται στις έρευνες που έχουν φέρει στο φως ίχνη πολλών φρυκτωριών.


Ακουστικός τηλέγραφος (εκμαγείο)

Το εκμαγείο του ΟΤΕ αναπαριστά τον “ακουστικό τηλέγραφο” που χρησιμοποιήθηκε στις εκστρατείες του Αλεξάνδρου Γ’ του Μεγίστου των Ελλήνων. Αποτελείτο από ένα τρίποδο ύψους τεσσάρων περίπου μέτρων, ενωμένο στην κορυφή, από την οποία ήταν κρεμασμένο με σχοινί ένα στρογγυλό κέρας μεγάλου μεγέθους. Η ανάρτηση ήταν τέτοια που επέτρεπε την περιστροφή του κέρατος, ώστε το σήμα να πηγαίνει προς όλες τις κατευθύνσεις. Η αναπαράσταση έχει φιλολογική μόνο τεκμηρίωση και βασίζεται στα έργα του Αρριανού Φλαβίου Ξενοφώντος : «Ανάβασις Αλεξάνδρου» και «ΤΑΚΤΙΚΑ» (27.1.1 έως και 27.5.4).

Υδραυλικός τηλέγραφος του Αινεία του Τακτικού (ανακατασκευή)


Περιγραφή του οργάνου αυτού υπήρχε στο βιβλίο του Αινεία του Τακτικού «ΠΟΛΙΟΡΚΗΤΙΚΑ» (4ος αι. π.Χ.), το οποίο απωλέσθη. Διασώθηκε η περιγραφή του από τον Πολύβιο («ΙΣΤΟΡΙΑΙ» κεφ. X, παρ. 44), αλλά την ονομασία του ως “υδραυλικός τηλέγραφος” την οφείλει στον ερευνητή Ευάγγελο Σταμάτη. Δεν διασώθηκε απεικόνισή του από την αρχαιότητα, παρά μόνο πολύ μεταγενέστερης περιόδου. Σε κυλινδρικό δοχείο με νερό, επέπλεε πλωτήρας με κατακόρυφο στέλεχος, το οποίο έφερε χαρακιές που αντιστοιχούσαν σε καθορισμένα μηνύματα. Στην βάση του δοχείου υπήρχε κρουνός με το άνοιγμα του οποίου το νερό άδειαζε και ο πλωτήρας με το στέλεχος κατέβαινε. Όταν το προς μετάδοσιν μήνυμα έφθανε σε ένα καθορισμένο σημείο, έκλεινε ο κρουνός και σταματούσε η ροή του νερού. Για να μεταδοθεί το μήνυμα ήταν απαραίτητοι δύο μηχανισμοί, οι οποίοι έπρεπε να συγχρονιστούν πριν από την χρήση τους με ανάμα και σβήσιμο ενός πυρσού, για το άνοιγμα και το κλείσιμο των δύο κρουνών αντίστοιχα. Με τον τρόπο αυτό, το μήνυμα του πέμποντος μηχανισμού θα συνέπιπτε με το μήνυμα του μηχανισμού λήψεως.


Υδραυλικός τηλέγραφος του Αινεία του Τακτικού (εκμαγείο)


Το γύψινο εκμαγείο του υδραυλικού τηλεγράφου κατασκευάστηκε από τον ΟΤΕ και αποτελεί, μαζί με τα άλλα τέσσερα εκμαγεία, μια σειρά απεικονίσεων σχετικών με τις αρχαίες ελληνικές τηλεπικοινωνίες. Βασίζεται δε σε γκραβούρα του 18ου αι. μ.Χ., η οποία με την σειρά της βασίστηκε στις περιγραφές του Πολύβιου («ΙΣΤΟΡΙΑΙ» κεφ. X, παρ. 44). Η ανάγκη της αποστολής κάποιων μηνυμάτων με συγκεκριμένο περιεχόμενο οδήγησε στην εφεύρεση του υδραυλικού τηλεγράφου. Το όλο σύστημα εξελίχθηκε και έφθασε σε αυτό που οι νεώτεροι ερευνητές αποκάλεσαν “πρώτη μορφή του συστήματος μορς”.


Οπτικός τηλέγραφος – “πυρσεία” (εκμαγείο)

Το εκμαγείο βασίζεται κυρίως στο κείμενο του Πολύβιου (4ος αι. π.Χ.), ο οποίος παραπέμπει σε χαμένο έργο του Αινεία του Τακτικού, και σε αναγεννησιακές απεικονίσεις. Σύμφωνα με τον Πολύβιο («ΙΣΤΟΡΙΑΙ» κεφ. X, παρ. 45 - 47), η “πυρσεία”, η οπτική αναμετάδοση σημάτων με αναμμένους πυρσούς, εφευρέθηκε από τους Κλεόξενο και Δημόκλειτο γύρω στο 150 π.Χ. Στηρίζονταν στον διαχωρισμό των γραμμάτων του ελληνικού αλφαβήτου σε ομάδες των πέντε γραμμάτων, κάθε μία από τις οποίες ήταν καταχωρημένη σε μία πινακίδα (η τελευταία πινακίδα είχε μόνο τέσσερα γράμματα). Το σύστημα αναμεταδόσεως περιελάμβανε δύο στοιχεία των πέντε πυρσών το καθένα. Σε κάθε πινακίδα αντιστοιχούσε ο αντίστοιχος αριθμός πυρσών του ενός στοιχείου, ενώ για κάθε γράμμα της πινακίδος αντιστοιχούσε ο αντίστοιχος αριθμός πυρσών του δεύτερου στοιχείου. Για παράδειγμα : οι δύο αναμμένοι πυρσοί του ενός στοιχείου αντιστοιχούσαν στην δεύτερη πινακίδα, ενώ οι τρεις αναμμένοι πυρσοί του δεύτερου στοιχείου αντιστοιχούσαν στο τρίτο γράμμα της. Σε βελτιωμένη παραλλαγή του συστήματος χρησιμοποιήθηκε ειδικό όργανο πρόδρομος της διόπτρας (που αναπαρίσταται στο εκμαγείο) με το οποίο διευκολύνετω η παρατήρηση της γειτονικής φρυκτωρίας. Παρόμοιο σύστημα “πυρσείας” χρησιμοποιούσε διακόσια χρόνια πριν και ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος ο Πρεσβύτερος (410 - 367 π.Χ.). Πάντως, χρειάστηκε να περάσουν 2.000 χρόνια, μέχρι την Γαλλική Επανάσταση, για να επαναεφευρεθούν οι επιστημονικές διαδικασίες διάδοσης μηνυμάτων από απόσταση και να εξελιχθεί περαιτέρω το ελληνικό αυτό σύστημα το οποίο θεωρείται πρόδρομος του τηλέγραφου. Μόλις το 1792 μ.Χ. (στις 22 Μαρτίου) ο μηχανικός Κλαούντιο Κάπε παρουσίασε στην Γαλλική Εθνοσυνέλευση ένα σύστημα οπτικής τηλεγραφίας το οποίο χρησιμοποιούσε πύργους ενισχυμένους με βραχίονες. Τα γράμματα του αλφαβήτου απεικονίζονταν πάνω στους βραχίονες αυτούς, σε προκαθορισμένες θέσεις. Με την χρήση των τηλεσκοπίων που είχαν ήδη εφευρεθεί, ήταν δυνατό το διάβασμα του μηνύματος. Με τον τρόπο αυτό η γαλλική κυβέρνηση δημιούργησε ένα δίκτυο 5.000 χιλιομέτρων με 534 σταθμούς – πύργους, οι οποίοι συνέδεαν το Παρίσι με 29 αξιόλογες πόλεις.


Ο Στρατός του Δαρείου
Αντίθετα με τον στρατό του Αλεξάνδρου Γ’ του Μεγίστου των Ελλήνων, οι αριθμοί που αναφέρονται από τους αρχαίους συγγραφείς για τον στρατό του Δαρείου Γ’ του Κοδδομανού, του Μεγάλου Βασιλέως των Περσών, απέχουν σημαντικά μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα στρατεύματα της Ισσού, ο Διόδωρος κάνει λόγο για 500.000, ο Αρριανός για 600.000 και ο Κούρτιος Ρούφος για 300.000 άνδρες. Οι διαφορές είναι ακόμα μεγαλύτερες στα Γαυγάμηλα : ο Διόδωρος αναφέρει 200.000 ιππείς και 800.000 πεζούς, ο Αρριανός 40.000 ιππείς και 1.000.000 πεζούς και ο Κούρτιος Ρούφος 45.000 ιππείς και 200.000 πεζούς. Ο Πλούταρχος και ο Ιουστίνος μιλούν για 1.000.000 και 500.000 άνδρες αντίστοιχα, χωρίς να κάνουν διάκριση μεταξύ πεζών και ιππέων.

Εντυπωσιακή είναι η περιγραφή που δίνει ο Κούρτιος Ρούφος για την στρατιά που ξεκίνησε από την Βαβυλώνα με κατεύθυνση την Ισσό. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο Ιστορικό, ο οποίος αντλεί τις πληροφορίες του και από περσικές πηγές, προηγούνταν του στρατεύματος οι ασημένιοι βωμοί με την Ιερή Πυρά των Ζωροαστρών, ακολουθούσαν οι Μάγοι και 365 άνδρες ντυμένοι με άλικους χιτώνες, συμβολίζοντας τις ημέρες του σεληνιακού ημερολογίου. Πίσω από αυτούς είχε τοποθετηθεί το άρμα του Αχούρα Μάζντα, το οποίο έσερναν λευκά άλογα και ένας τεράστιος ίππος «το Άλογο του Ηλίου».

Την πομπή έκλειναν δέκα άμαξες στολισμένες με χρυσό και ασήμι. Πίσω από αυτήν την περίεργη πομπή ακολουθούσε ο στρατός με πρώτους τους ιππείς ντυμένους με την στολή της περιοχής από την οποία προέρχονταν, και αμέσως μετά τους Αθανάτους. Οι τελευταίοι αριθμούσαν 10.000 και ήταν το εκλεκτότερο σώμα του περσικού στρατεύματος. Φορούσαν χρυσοποίκιλτα ρούχα και έφεραν δόρατα με χρυσά άκρα.


Αμέσως μετά έρχονταν 15.000 Ευγενείς ντυμένοι πολυτελώς (με γυναίκες τους παρομοιάζει ο Κούρτιος Ρούφος), όσοι ήταν υπεύθυνοι για την γκαρνταρόμπα του βασιλέως και τέλος ο Δαρείος πάνω στο άρμα του με 200 συγγενείς στα αριστερά και στα δεξιά του. Πίσω από τον Δαρείο είχαν λάβει θέση 10.000 λογχοφόροι, 30.000 πεζοί, και τα 400 βασιλικά άλογα, και αμέσως μετά οι άμαξες με την μητέρα, την σύζυγό του και την ακολουθία τους.

Στην συνέχεις ακολουθούσαν 15 άμαξες με τα παιδιά του Δαρείου, τις υπηρέτριες και τους ευνούχους. Ακολουθούσαν οι 360 παλλακίδες μαζί με τα 600 μουλάρια και τις 300 καμήλες που μετέφεραν τους θησαυρούς του Μεγάλου Βασιλέως των Περσών. Έπονταν οι γυναίκες των ευγενών, οι υπηρέτες, οι μηχανικοί, οι τεχνίτες και, τέλος, πλήθος πεζικάριων με ελαφρύ οπλισμό.

Όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει, το περσικό στράτευμα έμοιαζε περισσότερο με μία τελετουργική πομπή παρά με έναν στρατό με την συνήθη έννοια. Η εξήγηση βρίσκεται στην διαφορετική άποψη για τον πόλεμο που είχαν οι Πέρσες. Σκοπός τους ήταν περισσότερο να εντυπωσιάσουν τον αντίπαλο με την πολυτέλεια και το πλήθος του στρατεύματος, ώστε να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις, παρά να πολεμήσουν. Αυτήν την φορά, όμως, είχε να αντιμετωπίσει έναν στρατό που είχε ως σκοπό του την μάχη και όχι τις διαπραγματεύσεις. Άλλωστε, ο Μέγιστος των Ελλήνων είχε απορρίψει παλαιότερη προσφορά του Δαρείου λέγοντας ότι δεν μπορούσε να του προσφέρει ότι ήταν ήδη δικό του..!

Εάν οι διαπραγματεύσεις αποτύγχαναν, το κύριο βάρος της μάχης έπεφτε στο Σώμα των Αθανάτων και στους Ευγενείς οι οποίοι φαίνεται ότι ήταν πολύ καλύτερα εκπαιδευμένοι από τον υπόλοιπο στρατό. Στόχος τους ήταν να δώσουν τέλος στην μάχη εξουδετερώνοντας τον αντίπαλο αρχηγό (όπως έγινε στην μάχη στα Κούναξα το 401 π.Χ.). Αντίθετα, λοιπόν, με την κατά φάλαγγα μάχη των Ελλήνων, οι Πέρσες επιδίωκαν έναν πόλεμο ευγενών, σύμφωνα με ένα αριστοκρατικό πολεμικό πρότυπο το οποίο ήταν ήδη παρελθόν στην Ελλάδα αιώνες πριν την σύρραξη που θα έκρινε το μέλλον των δύο κόσμων… Απόδειξη τις αποτυχίας της υιοθέτησης αυτού του προτύπου είναι ο θάνατος πολλών εκ των Ευγενών και στις τρεις μάχες με τον στρατό του Αλεξάνδρου. Ξέροντας αυτό ακριβώς το “αδύνατο” σημείο στην στρατηγική σχεδίαση του αντιπάλου, ο Αλέξανδρος επιδίωκε πάντα να χτυπά το αντίπαλο κέντρο, χωρίς να συγκεντρώνει γύρω του τους εκλεκτούς του δικού του στρατεύματος, αλλά χρησιμοποιώντας Σώματα που είχαν εκπαιδευτεί να ενεργούν ως σύνολα, όπως η Εταιρική Ίππος και η Φάλαγγα των Πεζέταιρων.

Θα ήταν λάθος να υποστηρίξει κανείς ότι απουσίαζαν τελείως τα εκπαιδευμένα Σώματα από τον περσικό στρατό. Οι κατάφρακτοι ιππείς και οι Κάρδακες ήταν δύο από αυτά. Οι πρώτοι ήταν ιππείς με βαριά πανοπλία, ενώ οι δεύτεροι, οι οποίοι στρατεύονταν ως πεζικάριοι, κατοικούσαν σε ξεχωριστούς οικισμούς και είχαν ως μόνη ενασχόλησή τους την στρατιωτική εκπαίδευση. Παραδοσιακό περσικό σώμα ήταν και οι τοξότες, ενώ στα Γαυγάμηλα χρησιμοποιήθηκαν ως έσχατο όπλο τα φοβερά δρεπανηφόρα άρματα και οι πολεμικοί ελέφαντες από τις εσχατιές του Περσικού Βασιλείου. Στα επίλεκτα Σώματα θα πρέπει να προστεθούν και οι Έλληνες μισθοφόροι οι οποίοι έδρασαν στον Γρανικό και στην Ισσό. Όσον αφορά τον στόλο των Περσών, αυτός αποτελείτο από 400 πλοία προερχόμενα κυρίως από την Ιωνία, την Κύπρο και την Φοινίκη. Διαλύθηκε με την κατάληψη της Μικράς Ασίας και της Συροπαλαιστίνης από τον Αλέξανδρο, καθώς και με την προσχώρηση στο ελληνικό στρατόπεδο των βασιλέων της Κύπρου.




Το “Ανάγλυφο Κίτζι”, από το οποίο έγινε το διπλανό σχέδιο, είναι ένα μικρό κίτρινο μαρμάρινο πλαίσιο διαστάσεων περίπου 14 x 9 εκατοστών. Χρονολογείται μεταξύ 14 - 37 μ.Χ., την εποχή του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τιβέριου. Ανακαλύφθηκε από τον πρίγκιπα Κίτζι το 1780 και εκτίθεται σήμερα στο Μέγαρο Κίτζι στην Ρώμη. Η ελληνική επιγραφή στο μέσον του ανάγλυφου εξηγεί ότι το στρογγυλό μετάλλιο στο επάνω μέρος απεικονίζει την μάχη μεταξύ του ελληνικού και του περσικού ιππικού στα Γαυγάμηλα (ΕΝ ΑΡΒΗΛΟΙΣ). Στο κάτω μέρος της πλάκας απεικονίζεται βωμός αφιερωμένος στο Αλέξανδρο Γ’. Οι δύο γυναικείες μορφές εκατέρωθεν του βωμού αντιπροσωπεύουν την Ευρώπη (αριστερά) και την Ασία (δεξιά) και συμβολίζουν την αυτοκρατορία του Μεγίστου των Ελλήνων, η οποία ένωσε τις δύο ηπείρους


Εν κατακλείδι, η περιορισμένη συνοχή, η παρωχημένη στρατιωτική τακτική, ο περιορισμένος αριθμός καλά εκπαιδευμένων σωμάτων και η ανομοιογένεια, ήταν βασικοί παράγοντες για τις ολέθριες ήττες που υπέστη ο περσικός στρατός. Την διαφορά ΔΕΝ την έκανε η ποσοτική αλλά η ποιοτική υπεροχή, και αυτή ήταν με την πλευρά του Αλεξάνδρου Γ’, του Μεγίστου των Ελλήνων.



ΜΕ ΠΗΓΕΣ  κειμένων, πινάκων, σχεδίων και φωτογραφιών :

ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΚΑΛΟΣΤΥΠΗΣ : «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ – ΗΤΟΙ ΜΕΛΕΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΙΚΗ, ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ, ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» εν Αθήναις 1886 – ΛΕΣΧΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ,
«ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ» εκδόσεις ΣΤΡΑΤΙΚΗ – Αθήνα 1984,
«Μακεδονία – πάντα και για πάντα Ελλάδα» εκδόσεις ΣΤΡΑΤΙΚΗ – Αθήνα 1992,
ROY BURRELL : «Οι Έλληνες» (απόδοση στα ελληνικά : Σόνια Γελαδάκη) – ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ε. ΡΩΣΣΗ – Αθήνα 1993,
PETER CONNOLY : «Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ,
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΟΥΦΑΚΗΣ : «ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ & ΠΟΙΟΤΗΤΑ – Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΠΟΥ ΣΗΜΑΔΕΨΑΝ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΟΛΟΣ – ΑΘΗΝΑ 1996,
κατάλογος της εκθέσεως “ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ – ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΑ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΓΟΡΑΣ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 21 Αυγ. - 22 Σεπτ. 1997” με χρηματοδότηση του Οργανισμού “ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ : ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1997” – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1997,
«ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ : ΠΡΑΚΤΙΚΑ – 1ο ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ – ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, Σεπτέμβριος 1997» με χρηματοδότηση του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης “ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1997” – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ,
ΓΙΑΝΝΗ ΤΖΑΝΗ : «ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ», εκδοτικός Οίκος ΜΠΙΜΠΗΣ Θεσσαλονίκη 1997,
ΧΡΗΣΤΟΣ Δ. ΛΑΖΟΣ : «ΥΔΡΑΥΛΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ» εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ,
ΧΡΗΣΤΟΣ Δ. ΛΑΖΟΣ : «ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ» εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ,
ΧΡΗΣΤΟΣ Δ. ΛΑΖΟΣ : «Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ» εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ,
ΧΡΗΣΤΟΣ Δ. ΛΑΖΟΣ : «ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ – Ι. ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ, ΟΡΓΑΝΑ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ,
κατάλογος της εκθέσεως “ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ – ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΑ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΓΟΡΑΣ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 21 Αυγ. - 22 Σεπτ. 1997” με χρηματοδότηση του Οργανισμού “ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ : ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1997” – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1997,
«ΕΛΛΗΝΩΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ» εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ,
«ΕΛΛΑΣ – Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ» του Εκδοτικού Οίκου ΠΑΠΥΡΟΣ – 1997 – Ελλάς – Τόμος ΠΡΩΤΟΣ,
«VITRUVIUS : ΔΕΚΑ ΒΙΒΛΙΑ» Απόδοση – επιμέλεια : Στέλιος Χ. Ζερεφός, εκδόσεις «παρατηρητής» δεύτερη έκδοσις – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1998,
ΛΑΜΠΡΟΣ Σ. ΒΡΕΤΤΟΣ : «ΛΕΞΙΚΟ ΤΕΛΕΤΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ & ΑΓΩΝΩΝ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ» εκδόσεις ΚΟΝΙΔΑΡΗ 1999,
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ : «Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗ ΕΛΛΑΣ – ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΟΠΩΝΥΜΙΩΝ» εκδόσεις Aldebaran 1999,
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ : «ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΠΟΙΚΙΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ – ΤΟΜΟΣ Α' : ΕΥΡΩΠΗ» εκδ. ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΚΕΨΙΣ 1999,
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ : «ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΠΟΙΚΙΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ – ΤΟΜΟΣ Β’ : ΑΣΙΑ – ΑΦΡΙΚΗ – ΑΜΕΡΙΚΗ – ΩΚΕΑΝΙΑ» εκδ. ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΚΕΨΙΣ 1999,
Δρ ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ : «ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ : Όπλα – Τακτικές – Οργάνωση στην Κλασσική Ελλάδα» εκδόσεις ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ 2000,
Δρ ΜΠΕΤΙΝΑ ΤΣΙΓΑΡΙΔΑ & ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΙΓΝΑΤΙΑΔΟΥ : «Ο ΧΡΥΣΟΣ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ» Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης – Υπουργείο Πολιτισμού – ΤΑΠΑ 2000,
«ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ» έκδοση με την ευκαιρία της παγκοσμίου εκθέσεως “EXPO 2000” με την υποστήριξη της ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2000,
ΑΛΙΚΗ ΣΑΜΑΡΑ – ΚΑΟΥΦΜΑΝ : «ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΟΥ ΛΟΥΒΡΟΥ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΔΑΜ – ΑΘΗΝΑ 2001,
«ΟΔΗΓΟΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ» ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ – ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ – Β’ έκδοσις 2001,
«DIE TECHNOLOGIE DER ALTEN GRIECHEN – HELLENISTISCHE PERIODE» δίγλωσσο ενημερωτικό έντυπο (Αγγλικά & Γερμανικά) του ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ με την ευκαιρία της Διεθνούς Εκθέσεως Βιβλίου στην Φρανκφούρτη το 2001,
ΑΡΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ : «ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ – 17.800 ονόματα» εκδ. ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΚΕΨΙΣ (Ιούλ. 2001),
«ΤΕΧΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ» ενημερωτικό έντυπο του ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2002,
«ΤΑ ΩΡΑΙΟΤΕΡΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ» εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ – ΑΘΗΝΑΙ 2002,
ΓΙΩΡΓΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ : «ΚΑΤΑΠΕΛΤΕΣ – ΕΦΗΡΜΟΣΜΕΝΗ ΒΛΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΟ ΚΟΣΜΟ» εκδόσεις ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ 2002,
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΑΛΙΑΝΗΣ & ΠΑΝΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ : «ΓΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» – 7η έκδοσις – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΠΙΟ (http://www.topio.gr/),
A. M. SNODGRASS : «Τα επιθετικά και αμυντικά όπλα των αρχαίων Ελλήνων» σε επιμέλεια Παναγιώτη Β. Φάκλαρη και μετάφραση Βασιλικής Γ. Σταματοπούλου – UNIVERSITY STUDIO PRESS – Πρώτη Έκδοσις ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2003,
ΚΩΣΤΑΣ ΔΟΥΚΑΣ : «11.000 ΧΡΟΝΙΑ ΘΑΛΑΣΣΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ» εκδόσεις ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΚΕΨΙΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2003,
ΕΛΕΝΗ ΜΑΝΤΑ : «100 ΑΙΩΝΕΣ ΘΑΛΑΣΣΑ – Η πορεία της ναυτιλίας και η εξέλιξη των πλοίων στην Ελλάδα από το 8.000 π.Χ. έως σήμερα» ΝΑΥΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ – ΜΥΚΟΝΟΣ 2003,
ΣΙΜΟΝΗ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΥ : «ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ – 2300 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΛΗΤΟΣ - ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ – ΑΘΗΝΑ 2003,
ΑΡΡΙΑΝΟΥ : «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ» Τόμος Β’ – μετάφρασις υπό Ν. Δ. ΓΚΡΙΤΖΑΛΗ – εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ “ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ” – ΑΘΗΝΑΙ 2003,
«Κέντρο Διάδοσης Επιστημών και Μουσείο Τεχνολογίας : Τί, Γιατί, Ποιός, Πού, Πότε» ενημερωτικό φυλλάδιο του ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ Οκτώβριος 2003,
«ΚΕΝΤΡΟ ΔΙΑΔΟΣΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ & ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ» ενημερωτικό φυλλάδιο του Κέντρου Διάδοσης Επιστημών & Μουσείου Τεχνολογίας – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2004,
ΝΤΟΡΑ ΜΗΝΑΪΔΗ, ΜΑΡΙΑ ΦΑΚΙΔΗ : «αρχαία σημάδια μέσα στο τοπίο τους» κείμενα Μαρία Μπελογιάννη – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ – Πρώτη έκδοση : Αθήνα, Απρίλιος 2004,
ANTHONY LIVESEY : «ΜΕΓΑΛΟΙ ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΝΙΚΗΦΟΡΕΣ ΜΑΧΕΣ ΤΟΥΣ» επιμέλεια Δημήτρης Γεδεών – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΒΒΑΛΑΣ – ΑΘΗΝΑ 2005,
«ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΑΧΗΣ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ : 3.000 π.Χ. - 500 μ.Χ.» επιμέλεια Δημήτρης Γεδεών (ΥΠΤΓΟΣ ε.α.) – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΒΒΑΛΑΣ – ΑΘΗΝΑ 2005,
VICTOR DAVIS HANSON : «ΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΑΛΙΟΣ – ΑΘΗΝΑ 2005,
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΡΥΚΑΣ : «ΑΡΧΑΙΩΝ ΤΕΧΝΗ ΠΟΛΕΜΙΚΗ : 6.000 - 146 π.Χ.» στην σειρά «ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΕΣ» τ. 32,
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΡΥΚΑΣ : «ΜΥΣΤΙΚΑ ΟΠΛΑ ΕΛΛΗΝΩΝ : ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΦΕΝΔΟΝΗ ΣΤΟ ΥΓΡΟ ΠΥΡ» στην σειρά «ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΕΣ» τ. 38,
«ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ: Τ. 3ος – ΚΛΑΣΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΗ – ΑΘΗΝΑ 2006, σελ. 227 και Τ. 4ος σελ. 42,
ΤΑΣΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ : «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ» στο «ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΑ» (διμηνιαία έκδοσις του περιοδικού «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ») φ. 3 (Αυγ. - Σεπτ. 2002),
άρθρο του Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου στο περιοδικό «ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ» τ. 47 (Ιουλ. 2000) σελ. 14,
άρθρο του Δημήτριου Ν. Γαρουφαλή (Αρχαιολόγος) στο περιοδικό «CORPUS» τ. 22 (Δεκ. 2000) σελ. 16 και τ. 32 (Νοέμ. 2001) σελ. 84,
άρθρο του Θ. Π. Τάσιου (Καθ. Ε.Μ.Π. – Πρόεδρος ΕΜΑΕΤ) στο περιοδικό «CORPUS» τ. 40 (Ιούλ. 2002) σελ. 82,
άρθρο του Σταύρου Πρωτόπαπα (Δρ Χημικός, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Επιστημονικός Συνεργάτης ΤΕΙ Αθήνας) στο περιοδικό «CORPUS» τ. 41 (Αυγ. - Σεπτ. 2002) σελ. 80,

«Ηλεκτρονικό Λεξικό : ΑΡΧΑΙΑ – ΝΕΑ , ΝΕΑ – ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ» της MAGENTA LTD,
Σύμπακτος Δίσκος (PC/MAC CD-ROM) : «ΑΥΤΟΜΑΤΟΠΟΙΗΤΙΚΗ – Ήρωνα του Αλεξανδρινού» ® 1998 εκδόσεις «ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ inter@ctive»,
Σύμπακτος Δίσκος : «TLG CD-ROM» (TLG Workplace 8.0 - 2/11/00),
http ://www.tmth.edu.gr (Διαδικτυακή Διεύθυνσις του ΚΕΝΤΡΟΥ ΔΙΑΔΟΣΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ & ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ),
http://www.cityofathens.gr/portal/site/AthensPortal (Διαδικτυακή Σελίς του Βιομηχανικού Μουσείου “ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ” του Δήμου Αθηναίων),
http://portal.tee.gr/portal/page/portal/emaet/SYNEDRIO (Διαδικτυακή Σελίς της Εταιρείας Μελέτης της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας) και
http://www.fhw.gr/chronos/06/gr/chronology/index.html (Διαδικτυακή Παρουσίαση της Ελληνιστικής Περιόδου από το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού).

Ευχαριστώ την Πέννυ Σακελλάρη του ΚΕΝΤΡΟΥ ΔΙΑΔΟΣΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ & ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (πρώην ΤΕΧΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ) για την αποστολή ενημερωτικού υλικού (φυλλάδια και αφίσες) από την «Έκθεση Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας».





ΝΙΚΟΛΤΣΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
EK TOY -ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑ www.fourakis-kea.com

ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΟΝΑ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΕΚ.ΤΟΥ.ΣΥΝΕΡΓΆΤΗ ΜΑΣ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ



Επισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας http://www.tapantareinews.gr, για περισσότερη ενημέρωση. Εγγραφείτε - SUBSCRIBE: http://bit.ly/2lX5gsJ Website —►http://bit.ly/2lXX2k7 SOCIAL - Follow us...: Facebook...► http://bit.ly/2kjlkot    


Δεν υπάρχουν σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.