Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2020

Από το Βυζάντιο στους Τούρκους Η πρώτη μικρασιατική καταστροφή (Μέρος Β)

Ο Κωνσταντίνος Ι΄ Δούκας Βυζαντινός αυτοκράτορας (1059 -1067) ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας από την Δυναστεία των Δουκών. Υποτίμησε σοβαρά τις ικανότητες του στρατού με αποτέλεσμα να εξασθενήσουν σοβαρά οι ένοπλες δυνάμεις της αυτοκρατορίας, την ίδια εποχή που έκαναν επέλαση οι Σελτζούκοι και τα Τουρκομανικά Εμιράτα διαλύθηκε η Αρμενική πολιτοφυλακή 50.000 ανδρών. Ακύρωσε τις περισσότερες θετικές μεταρρυθμίσεις του Ισαάκιου Α΄ Κομνηνού, την διοίκηση του στρατού ανέλαβαν υψηλά αμοιβώμενοι αξιωματούχοι και η Γερουσία ήταν γεμάτη με οπαδούς του. Η απόφαση του να αντικαταστήσει τους μόνιμους στρατιώτες του με μισθοφόρους και η άρνηση του να επισκευάσει τις ορεινές οχυρώσεις τον έκαναν αντιδημοφιλή στους παλιούς οπαδούς του Ισαάκιου που επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν (1061). Η απόφαση του να ανεβάσει τους φόρους για να πληρώσει τον στρατό μεγάλωσε περισσότερο το μίσος απέναντι του.
Ο Ιωάννης Δούκας (πέθανε περ. 1088) ήταν ο μικρότερος αδελφός του Βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ι΄. Του δόθηκε ο τίτλος του Καίσαρα από τον αδελφό του, αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ι΄, ο Ιωάννης ήρθε στο προσκήνιο μετά το θάνατο του αδελφού του το 1067 ως φυσικός προστάτης των δικαιωμάτων του ανιψιού του Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα. Κατά τη διάρκεια των επόμενων τριών ετών έγινε πικρός εχθρός του αυτοκράτορα Ρωμανου Δ' Διογένη. Εγκατέλειψε τον αυτοκράτορα στην καταστροφική εκστρατεία που τελειώνει με τη Μάχη του Μαντζικέρτ στο 1071.

Η μάχη του Μαντζικέρτ θεωρείται γεγονός εξαιρετικής σημασίας για την τύχη του Βυζαντίου. Σηματοδοτεί την αρχή κατάρρευσης του βυζαντινού κράτους και για πολλούς ερευνητές αποτελεί το συμβατικό όριο ανάμεσα στη Μεσοβυζαντινή και Υστεροβυζαντινή εποχή. Πρόκειται για την τελευταία στρατιωτική επιχείρηση του Ρωμανού Δ' Διογένη (1067-1071). Η πορεία μέχρι το Mαντζικέρτ της Αρμενίας σημαδεύτηκε από σειρά συμβάντων που ερμηνεύτηκαν ως κακοί οιωνοί για την έκβαση της εκστρατείας. Στις 26 Αυγούστου 1071 ο αυτοκράτορας, απορρίπτοντας συνθήκη ειρήνης από το σουλτάνο Αλπ Αρσλάν (1063-1072), πήρε την απόφαση να αντιμετωπίσει τους Τούρκους. Πραγματοποιώντας μια σύντομη νίκη, ο Ρωμανός αποφάσισε να επιστρέψει στο στρατόπεδο. Ωστόσο, ο Ανδρόνικος Δούκας διέδωσε την ψεύτικη είδηση ότι ο αυτοκράτορας ηττήθηκε και απέσυρε τους άνδρες του. Διάφορες φήμες διαδόθηκαν γρήγορα. Την αναστάτωση που προκλήθηκε αντιλήφθηκαν οι Τούρκοι και την εκμεταλλεύτηκαν. Επιτέθηκαν, με αποτέλεσμα ο Ρωμανός να βρεθεί αιχμάλωτός τους και ο βυζαντινός στρατός να ηττηθεί. Από τότε και τις επόμενες οκτώ μέρες που τον κράτησε ο Αλπ Αρσλάν συμπεριφέρθηκε στον Ρωμανό Δ΄ βασιλικά, στην συνέχεια τον απελευθέρωσε αφού του υποσχέθηκε ένα μεγάλο ποσό για λύτρα.

Ο Ιωάννης Δούκας έγινε ντε φάκτο επικεφαλής της κυβέρνησης στο όνομα του Μιχαήλ Ζ΄, αρνήθηκε να αναγνωρίσει ως αυτοκράτορα τον Ρωμανό. Ο καίσαρ Ιωάννης έστειλε τους γιους του Ανδρόνικο και ο Κωνσταντίνο να συλλάβουν τον Ρωμανό Δ΄, ο οποίος είχε απελευθερωθεί από την αιχμαλωσία. Ο Ιωάννης Δούκας αρχικά συμφώνησε να επιτρέψει στον Ρωμανό να παραιτηθεί από τα δικαιώματα του στον θρόνο και αποσυρθεί σε μοναστήρι. Αλλά το μίσος του Ρωμανού ήταν τόσο μεγάλο που ο ίδιος υπαναχώρησε από τη συμφωνία και διέταξε ο Ρωμανός να τυφλωθεί, στέλνοντας του ένα μήνυμα σκωπτικό, συγχαίροντας τον για την απώλεια του στα μάτια, αργότερα ο Ρωμανός πέθαινε από τη μολυσμένη πληγή. Το 1073 ο ευνουχος Νικηφορίτζης έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη του Μιχαήλ Ζ, τον έστρεψε εναντίον του θείου του. Ο Ιωάννης αναγκάστηκε να αποσυρθεί, όπου στην συνέχεια διασκέδαζε με το κυνήγι στα δάση κοντά στις ακτές του Βοσπόρου. Εν τω μεταξύ, η πρόοδος των Σελτζούκων Τούρκων ξεσήκωσε τη βυζαντινή κυβέρνηση που ανέλαβε δράση, συγκεντρώνοντας ένα στρατό μισθοφόρων υπό τις διαταγές του Ισαακίου Κομνηνού. Οι Νορμανδοί μισθοφόροι, με επικεφαλής τον Ουρσέλ ντε Μπαγιέλ, επαναστάτησαν εναντίον των Βυζαντινών, και προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα ανεξάρτητο βασίλειο στην Ανατολία. Το 1073, επικεφαλής 400 μισθοφόρων, πήρε μέρος στην εκστρατεία του στρατηγού Ισαάκιου Κομνηνού εναντίον των Τούρκων, αλλά στασίασε και, αφού εγκατάλειψε τους Βυζαντινούς, κατευθύνθηκε στο Ικόνιο, όπου επιδόθηκε σε εγκληματικές πράξεις και λεηλασίες. Η εκστρατεία του στρατηγού Ισαάκιου Κομνηνού απέτυχε και τον αιχμαλωτισαν οι Σελτζουκοι Τούρκοι.

Η κατάσταση στη Μικρά Ασία ήταν πλέον τόσο τρομερή, ώστε το 1074 ο Μιχαήλ αναγκάστηκε να διατάξει τον θείο του Ιωάννη να αναλάβει τη διοίκηση του αυτοκρατορικού στρατού και να νικήσει τους Νορμανδούς μισθοφόρους. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στο Δορύλαιο κοντά στη γέφυρα του ποταμού Ζομπί, στην περιοχή του Σαγγαριου ποταμού, όπου ήταν μία από τις μεγάλες γραμμές επικοινωνίας ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και τις κεντρικές επαρχίες της Μικράς Ασίας. Προδομένος από Φράγκους μισθοφόρους του και από την επαίσχυντη υποχώρηση των ασιατικών στρατευμάτων με από την εντολή του μελλοντικού αυτοκράτορα Νικηφόρου Γ Βοτανειάτη, ο Ιωάννης νικήθηκε και συνελήφθη μαζί με τον γιο του Ανδρόνικο. Οι Φράγκοι μισθοφόροι στη συνέχεια προχώρησαν στις ακτές του Βοσπόρου, υπό τον νεότερο γιο του Ιωάννη Κωνσταντίνο και διαλύθηκαν. Ο Μπαγιέλ, σίγουρος ότι θα μπορούσε να ανατρέψει τον αυτοκράτορα στη Κωνσταντινούπολη, αποφάσισε να δράσει ως επικεφαλής. Κήρυξε αυτοκράτορα τον Ιωάννη Δούκα, πείθοντας εύκολα τον κρατούμενο του να αναλάβει τον τίτλο και να εκθρονίσει τον ανιψιό του, και συνέχισαν την πορεία τους προς την Κωνσταντινούπολη. Ο Μιχαήλ Ζ, και ο Νικηφορίτζης ήταν σε βαθιά ανησυχία για τη δική τους ασφάλεια. Σχημάτισαν μια συμμαχία με τον Σουλεϊμάν, σύναψη επίσημης συμφωνίας μεταξύ Βυζαντινών και Τούρκων, σύμφωνα με την οποία ο Μιχαήλ αναγνώριζε στον Σουλεϊμάν την εξουσία του στις επαρχίες που οι Σελτζούκοι Τούρκοι είχαν στην κατοχή τους. Οι Τούρκοι συμφώνησαν να στείλουν στρατό για να πολεμήσει για λογαριασμό του Μιχαήλ, και ο στρατός κινήθηκε γρήγορα στο Άγιο Σόφων όπου στρατοπέδευαν ο Ιωάννης Δούκας και Ρουσελ ντε Μπαγιέλ. Οι μισθοφόροι όμως έπεσαν σε ενέδρα και ο Μπαγιέλ κατάφερε να διαφύγει, και ο Ιωάννης συνελήφθη, έτσι τελείωσε και η εξέγερση. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ως αιχμάλωτος των Σελτζούκων, ο Ιωάννης εξαγοράστηκε από τον ανηψιό του Μιχαήλ, επέτρεψε. Στη συνέχεια ο Ρουσελ ντε Μπαγιέλ εγκαταστάθηκε στην Αμάσεια του Πόντου, όπου ζούσε ως ανεξάρτητος άρχοντας. Εκεί, ύστερα από αλλεπάλληλες συγκρούσεις με τους Βυζαντινούς, πιάστηκε αιχμάλωτος τελικά από τον αρχηγό των Τούρκων Τουτάχ, που είχε συμμαχήσει μαζί τους και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου φυλακίστηκε. Απελευθερωθηκε σε επόμενο εμφύλιο πόλεμο.

Ο Νικηφόρος Γ΄ Βοτανειάτης ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας (1078 - 1081). Ο Νικηφόρος Γ΄ είχε σημαντικό ρόλο την εποχή που ήταν αυτοκράτορας ο Κωνσταντίνος Ι΄ Δούκας, υποστήριξε τον Ισαάκιο Α΄ Κομνηνό στην επιτυχή του προσπάθεια να καταλάβει τον θρόνο. Επαναστάτησε εναντίον του ανίκανου αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ΄, διεκδίκησε και πήρε τον θρόνο (1078), τον βοήθησαν οι Σελτζούκοι. Τα πρώτα χρόνια υπηρέτησε σαν στρατηγός τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ΄ τον Μονομάχο, έγινε κυβερνήτης του θέματος Ανατολής, του Θέματος Κύπρου και διοικητής του στρατού στην Ασία. Διετέλεσε Δούκας της Αντιόχειας και Δούκας της Εδέσσης, κατείχε επίσης τους τίτλους του "Μάγιστρου" και του "Βεστάρχη". Ο Νικηφόρος ήταν ικανός και πετυχημένος στρατηγός αλλά στην διάρκεια της θητείας του υπέστη πολλές φορές σημαντικές ήττες και ταπεινώσεις. Ο Ρωμανός Διογένης δεν του είχε εμπιστοσύνη και τον απέκλεισε από την Μάχη του Μαντζικέρτ. Ο Μιχαήλ Ζ΄ τον διόρισε ξανά στρατηγό στο Θέμα Ανατολικών και αρχηγό των στρατευμάτων του στην Μικρά Ασία. Οι Νορμανδοί μισθοφόροι επαναστάτησαν, ο αυτοκράτορας έστειλε στρατεύματα με αρχηγό τον θείο του Καίσαρα Ιωάννη Δούκα αλλά ηττήθηκαν και ο Καίσαρας αιχμαλωτίστηκε. Ο Νικηφόρος Γ΄ επαναστάτησε εναντίον του Μιχαήλ Ζ΄ και του υπουργού Οικονομικών Νικηφορίτζη, με την βοήθεια των Σελτζούκων συγκέντρωσε στρατό βάδισε στην Νίκαια και ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας. Ο στρατηγός Νικηφόρος Βρυέννιος διεκδίκησε και αυτός τον θρόνο αλλά η εκλογή του Νικηφόρου Γ΄ επικυρώθηκε από την αριστοκρατία και τον κλήρο, ο Μιχαήλ Ζ΄ αποσύρθηκε στην Μονή Στουδίου. Ο Νικηφόρος Γ΄ εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη θριαμβευτικά, ο πατριάρχης Κοσμάς Α΄ Ιεροσολυμίτης τον έστεψε αυτοκράτορα (1078). Με την βοήθεια του στρατηγού Αλέξιου Κομνηνού νίκησε τον Νικηφόρο Βρυέννιο και τους υπόλοιπους διεκδικητές αλλά δεν μπόρεσε να διώξει τους Σελτζούκους από την Μικρά Ασία. Στην εποχή του ο τελευταίος βασιλιάς του Αρμενικού βασιλείου του Ανί, Γκαζίκ Β' που είχε καταλυθεί από τους Βυζαντινούς (1045) δολοφονείται στην Καισάρεια της Καππαδοκίας από φανατικούς Ορθοδόξους λόγω προστριβών σχετικά με το δόγμα της Αρμενικής εκκλησίας η οποία είχε δεχτεί τον Μονοφυσιτισμό από τον 6ο αιώνα. Ο πρίγκιψ Ρουπέν Α΄ της Αρμενίας από τον Οίκο των Ρουπενιδών συγγενής του Γκαζίκ Β΄ που ανήκε στον Οίκο των Βαγρατιδών κατέλαβε την πόλη Σις (Κοζάν) κοντά στα Άδανα της Κιλικίας. Ο Ρουπέν Α΄ έγινε ο πρώτος Πρίγκιπας της Μικρής Αρμενίας με πρωτεύουσα την Σις (1080). Το πριγκιπάτο θα προαχθεί στο Αρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας (1199) με πρώτο βασιλιά τον Λέων Β΄ της Αρμενίας, επιβίωσε συνολικά περίπου τρεις αιώνες ως την κατάλυσή του απο τους Μαμελούκους (1375) την εποχή του Λέων ΣΤ΄ της Αρμενίας. 

Ο Νικηφόρος Γ΄ Βοτανειάτης απέτυχε να κερδίσει την υποστήριξη των Σελτζούκων και του στρατηγού Νικηφόρου Κομνηνού, μετά το αιματηρό πραξικόπημα του 1081 παραιτήθηκε για χάρη της δυναστείας των Κομνηνών. Ανέλαβε αυτοκράτορας ο Αλέξιος Κομνηνός.
Η ήττα στο Mαντζικέρτ σήμανε την κατάρρευση του διοικητικού συστήματος στις ανατολικές επαρχίες. Σειρά εσωτερικών διαμαχών των Βυζαντινών, οι οποίοι ζητούσαν ακόμη και τη βοήθεια των Τούρκων, σημάδεψαν την επόμενη δεκαετία (1071-1081). Είναι χαρακτηριστικό, και ενδεικτικό του βαθμού στον οποίο η περιοχή της Μικράς Ασίας είχε αρχίσει να κατακλύζεται από τους Τούρκους, το γεγονός ότι ο μελλοντικός αυτοκράτορας Αλέξιος, επιστρέφοντας από την Αμάσεια στην Κωνσταντινούπολη το 1074, ταξίδεψε με πλοίο γιατί όλοι οι χερσαίοι δρόμοι ελέγχονταν από Τούρκους. Η ήττα του Mαντζικέρτ δεν ήταν ένα γεγονός που ξάφνιασε. Ήταν το αποτέλεσμα των εσωτερικών και εξωτερικών εξελίξεων που είχαν διαρκέσει πάνω από μισό αιώνα μετά το θάνατο του Βασιλείου Β' (976-1025). H Mικρά Aσία δεν κατέρρευσε αμέσως μετά το 1071. Ωστόσο η μάχη του Mαντζικέρτ σήμανε την αρχή του τέλους, την απαρχή της κατάληψης ενός από τα σημαντικότερα και πλουσιότερα τμήματα της αυτοκρατορίας, της Μικράς Ασίας, και την ίδρυση ισχυρού κράτους από τους Σελτζούκους Τούρκους. Η μάχη του Μαντζικέρτ δεν ήταν εντέλει μια στρατιωτική καταστροφή, όπως την παρουσιάζουν οι Βυζαντινοί ιστορικοί της εποχής. Ασφαλώς επρόκειτο για σημαντική ήττα των αυτοκρατορικών στρατευμάτων και, το σπουδαιότερο, για τη σύλληψη του ίδιου του αυτοκράτορα, αλλά όχι για ολοκληρωτική καταστροφή.

Η ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολή δεν μεταβλήθηκε ριζικά και η εμφύλια σύγκρουση που ακολούθησε την απελευθέρωση του Ρωμανού Διογένη (αρχές Σεπτεμβρίου 1071) προξένησε πολύ σοβαρότερες ζημιές στο μικρασιατικό χώρο σε σύγκριση με την ήττα στο Μαντζικέρτ. Επιπλέον, μετά την ήττα ο βυζαντινός στρατός δεν φαίνεται να υπέστη βαριές απώλειες, καθώς οι αρχηγοί του κατάφεραν να διαφύγουν μαζί με το κύριο μέρος του εκστρατευτικού σώματος. Σπουδαιότερη ήταν η σημασία της μάχης του Μαντζικέρτ σε πολιτικό επίπεδο: αφενός εγκαινίασε μία δεκαετή περίοδο εμφύλιου πολέμου στην αυτοκρατορία, αφετέρου η συνθήκη στην οποία συμφώνησε ο Διογένης από κοινού με τον σουλτάνο Αλπ Αρσλάν άφηνε σχεδόν ολόκληρη τη Μικρά Ασία ανέπαφη. Ρητή μνεία γινόταν στη διατήρηση του υπάρχοντος εδαφικού καθεστώτος, στην ελεύθερη επικοινωνία μεταξύ των δύο κρατών και στην αποχή των Σελτζούκων από τις λεηλασίες στα βυζαντινά εδάφη. Επίσης, προβλεπόταν ανταλλαγή των αιχμαλώτων και, τέλος, η σύναψη επιγαμίας μεταξύ των τέκνων των δύο ηγετών. Έτσι, οι Βυζαντινοί έχαναν λίγα ή και καθόλου εδάφη. Από την άλλη, εξίσου σημαντική ήταν η ήττα στο Μαντζικέρτ και στο οικονομικό επίπεδο, διότι η ίδια η εκστρατεία ήταν πολύ δαπανηρή, αλλά και η λεία που έπεσε στα χέρια των εχθρών, όταν λεηλάτησαν το στρατόπεδο του Ρωμανού, ήταν ιδιαίτερα πλούσια. Επιπλέον, οι οικονομικές δυσκολίες που έγιναν εμφανείς επί Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα (1071-1078) ήταν και αυτές αποτέλεσμα της ατυχούς έκβασης της μάχης. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο ψυχολογικός παράγοντας της ήττας, καθώς για πρώτη φορά Βυζαντινός αυτοκράτορας έπεφτε ζωντανός στα χέρια του εχθρού. Ωστόσο, παρ' όλες τις προαναφερθείσες συνέπειες της ήττας στο Μαντζικέρτ, δεν μπορεί να δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για την απίστευτα γρήγορη κατάκτηση της ανατολικής Μικράς Ασίας από τους Σελτζούκους. Πιθανώς να εκμεταλλεύθηκαν τις πολιτικές αδυναμίες που επέφερε η συγκεκριμένη ήττα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η προσοχή των Βυζαντινών είχε πλέον στραφεί εκ των πραγμάτων στη Δύση, όπου ένας νέος και επικίνδυνος εχθρός, οι Νορμανδοί, έκανε απειλητικά την εμφάνισή του.

Μετά τη μάχη του Μαντζικέρτ (1071), πολλές νομαδικές ληστρικές φυλές των Σελτζούκων, οι λεγόμενοι Τουρκομάνοι, εκμεταλλευόμενοι τις εμφύλιες συρράξεις των Βυζαντινών, εισήλθαν στη Μικρά Ασία. Ο Σουλεϊμάν, που έλαβε τον τίτλο του τοπικού σουλτάνου, μέλος της σελτζουκικής δυναστείας, είχε κάποιο στοιχειώδη έλεγχο στην περιοχή, που περιελάμβανε το Βόσπορο δυτικά (απέναντι από την Κωνσταντινούπολη) έως τη βόρεια Συρία ανατολικά. Μετά το θάνατο του Σουλεϊμάν (1085 ή 1086), η περιοχή χωρίστηκε σε μικρά κρατίδια υπό τον έλεγχο διάφορων εμίρηδων, μέχρι την άφιξη του γιου του, Κιλίτζ Αρσλάν Α΄, που εγκατέστησε σχετικά ενιαία διοίκηση με πρωτεύουσα τη Νίκαια. Το σελτζουκικό Σουλτανάτο του Ρουμ βρισκόταν σε μόνιμο πόλεμο με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ρουμ σημαίνει Ρωμανία ή χώρα των Ρωμαίων (Βυζαντινών). Ο Σουλεϊμάν Α΄ ιμπν Κουτουλμίς (πέθανε το 1086) ίδρυσε ένα ανεξάρτητο Σελτζουκικό κράτος στην Ανατολή και κυβέρνησε σαν ο πρώτος Σουλτάνος του Ρουμ (1077 - 1086). Ο Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμίς ήταν γιος του Κουτουλμίς, που είχε έρθει σε σύγκρουση με τον εξάδελφό του Αλπ Αρσλάν για τον θρόνο της Μεγάλης Αυτοκρατορίας των Σελτζούκων. Με τον θάνατο τού πατέρα του (1064) ο Σουλεϊμάν δραπέτευσε με τους τρεις αδελφούς του στην οροσειρά τού Ταύρου (Μικρά Ασία), στα σύνορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μαζί με φυλές Τουρκομάνων. Ο Αλπ Αρσλάν απάντησε με μία σειρά από επιδρομές, στις οποίες σκοτώθηκαν όλα τα αδέλφια τού Σουλεϊμάν, επέζησε μόνο ο ίδιος ο Σουλεϊμάν και έγινε αρχηγός των Τουρκομάνων. 

Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ΄  Δούκας ζήτησε την βοήθεια τού Σουλεϊμάν Α΄ εναντίον του Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη, που διοικούσε το Θέμα Ανατολικών και τον αμφισβητούσε στον θρόνο. Ο Σουλεϊμάν αιφνιδίασε ένα μικρό στρατιωτικό σώμα του Βοτανειάτη ανάμεσα στην Κιουτάχεια και το Ιζνίκ(Νικαια)· ο σφετεριστής Βοτανειάτης έπεισε ωστόσο στο τέλος τον Σουλεϊμάν να τον υποστηρίξει. Η υποστήριξη του Σουλεϊμάν ήταν επιτυχής και ο Βοτανειάτης σαν ανταμοιβή του παραχώρησε πρόσβαση στην Ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, πολύ κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμίς υποστήριξε σε δύο χρόνια έναν άλλον σφετεριστή, τον Νικηφόρο Μελισσηνό. Ο Νικηφόρος Μελισσηνός άνοιξε τις πύλες της Νίκαιας στους Τουρκομάνους και επέτρεψε στον Σουλεϊμάν να εγκαταστήσει μία μόνιμη στρατιωτική βάση. Σε λίγο καιρό ολόκληρη η Βιθυνία βρισκόταν στον έλεγχο του Σουλεϊμάν· αυτό δημιούργησε μεγάλα προβλήματα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Ο Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμίς εγκατέλειψε την Νίκαια (1084) και άφησε στην θέση του τον ευγενή Αμπντούλ Κασίμ. Ο Σουλεϊμάν επέκτεινε σύντομα το βασίλειο του: κατέλαβε την Αντιόχεια και αφού έσφαξε τους κατοίκους, έκλεψε τους θησαυρούς από την εκκλησία του Αγίου Κασσιανού και ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί. Δολοφονήθηκε κοντά στην Αντιόχεια από τον Τουτούς (1086), τον Σελτζούκο κυβερνήτη της Συρίας· δεν είναι βέβαιο αν τον θανάτωσε ο Τουτούς από πίστη στον Μεγάλο Σουλτάνο των Σελτζούκων Μαλίκ Σαχ Α΄ ή για προσωπικούς λόγους. Ο γιος του Κιλίτζ Αρσλάν Α΄ μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στο Ισφαχάν, αλλά με τον θάνατο του Μαλίκ Σαχ Α΄ έγινε ο νέος Σουλτάνος του Ρουμ.

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only