Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2020

Της Αιγιάλειας Η Πολιτιστική Κληρονομιά


Από την Ντόρα Κατσωνοπούλου, Αρχαιολόγο

Η Πολιτιστική Κληρονομιά της Αιγιάλειας: 01 Τα παραλιακά ιερά του Αιγίου


Αγαπητοί φίλοι και φίλες,
Αρχίζοντας σήμερα από αυτή την στήλη την αναφορά μας και περιήγηση στην πλούσια και ανεξάντλητη πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής μας, θα ξεκινήσω από την σημερινή πρωτεύουσα πόλη της Αιγιάλειας, το Αίγιον, και θα σας μιλήσω αρχικά για τους ναούς και τα ιερά της αρχαίας πόλης.
Από την Ντόρα Κατσωνοπούλου, Αρχαιολόγο*
Περί το 172/173 μ.Χ., ο αρχαίος περιηγητής Παυσανίας ερχόμενος από την Ήλιδα, εισήλθε στην χώρα των Αχαιών, περνώντας τον Λάρισο ποταμό που αποτελούσε το σύνορο Αχαΐας-Ήλιδας. Ξεκινώντας από την περιοχή της Δύμης, της δυτικότερης πόλης της Αχαΐας, κατευθύνθηκε προς την Πάτρα ακολουθώντας τον παραλιακό δρόμο. Στην πόλη των Πατρών, ο περιηγητής αφιέρωσε μεγάλο τμήμα της συγγραφής του περιγράφοντας τα μνημεία, τις λατρείες και τα ιερά και διηγούμενος το μυθικό παρελθόν της. Mετά την Πάτρα, συνέχισε την πορεία του προς ανατολάς από τον παραλιακό δρόμο και αφού πέρασε το ακρωτήριο Ρίον, τον λιμένα Πάνορμο και το ακρωτήριο Δρέπανον αναφέροντας όλους τους ποταμούς που συνάντησε με την σειρά από τα δυτικά προς τα ανατολικά, έφθασε στην είσοδο του Αιγίου, έχοντας μόλις περάσει στα δυτικά της πόλης τον ποταμό Μειγανίτα (σημερινό Μεγανίτη) (εικόνα 1, χάρτης με πορεία Παυσανία – Κεντρική Φωτό). Με την πόλη του Αιγίου, την δεύτερη μεγάλη αχαϊκή πόλη των ημερών του και πολιτικό κέντρο της αχαϊκής συμπολιτείας υπό τους ρωμαίους, ο Παυσανίας ασχολήθηκε διεξοδικά, όπως έκανε και με την Πάτρα, περιγράφοντας τα μνημεία, τις λατρείες και τα ιερά.
Στην παραλία του Αιγίου, ο αρχαίος περιηγητής αναφέρει πέντε συνολικά ιερά, με πρώτο στην σειρά το ιερό της θεάς Αφροδίτης, η οποία λατρευόταν ιδιαίτερα κοντά στα λιμάνια σε σχέση με τη θάλασσα και τα ταξίδια ως θεά που προστάτευε όσους ταξίδευαν στη θάλασσα και τους εξασφάλιζε ήρεμο και καλό ταξίδι, γι’ αυτό και ονομαζόταν ‘ποντία’ ή ‘εύπλοια’ ή ‘λιμενία’.
Με αυτή την ιδιότητα, η θεά ως Αναδυομένη από την θάλασσα συνήθως παριστάνεται γυμνή, με δελφίνια κοντά στα πόδια της, να χτενίζει ή να πλέκει τα μακριά μαλλιά της, όπως στα εικονιζόμενα εδώ αγάλματα-ρωμαϊκά αντίγραφα της θεάς στην Ρώμη (εικόνα 2). Παρόμοια ήταν και η παράσταση της Αφροδίτης σε νομίσματα του ρωμαϊκού Αιγίου. Η Αφροδίτη, μαζί με την Αθηνά και τον Δία, εμφανίζεται ανάμεσα στην τριάδα των θεοτήτων της αχαϊκής συμπολιτείας, στις οποίες ομνύουν οι αντιπρόσωποι των πόλεων της συμπολιτείας.
Μετά το ιερό της Αφροδίτης, βρισκόταν το ιερό του Ποσειδώνα, και μετά από αυτό στη σειρά ένα άλλο αφιερωμένο στην Κόρη της θεάς Δήμητρας. Σε νομίσματα του ρωμαϊκού Αιγίου της περιόδου Καρακάλλα (198-217 μ.Χ.), ο θεός της θάλασσας και των σεισμών απεικονίζεται όρθιος και γυμνός προς τα αριστερά, να κρατάει με το αριστερό του χέρι την τρίαινα και με το προτεταμένο δεξί δελφίνι (εικόνα 3).
Η τρίαινα και το δελφίνι είναι τα κατ’ εξοχήν σύμβολα του θεού και αντιπροσωπεύουν την αρχαιότερη ιδιότητα του Ποσειδώνα ως θεού κυρίαρχου των υδάτων πάνω και κάτω από την γη, στην δεύτερη περίπτωση σε σύνδεση και με τα σεισμικά φαινόμενα. Θα μιλήσουμε για αυτές τις δυνάμεις του Ποσειδώνα στην αναφορά μας, σε επόμενο άρθρο, στο σπουδαιότερο ιερό του θεού σε ολόκληρη την Αχαΐα, που βρισκόταν στην επικράτεια της Ελίκης.
Το επόμενο στην σειρά ήταν ένα πολύ σημαντικό για το Αίγιο ιερό, αυτό του Ομαγύριου Δία. Όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, το συγκεκριμένο επίθετο του Δία οφειλόταν στην ομήγυρι, δηλαδή την συγκέντρωση σε αυτόν τον τόπο των αχαιών που συγκάλεσε ο βασιλιάς των Μυκηνών Αγαμέμνων προκειμένου να συσκεφθούν για την οργάνωση της εκστρατείας κατά της Τροίας και του βασιλιά της Πριάμου. Επειδή ο ίδιος ο περιηγητής, σημειώνει πως και επί των ημερών του οι αχαιοί συνεδρίαζαν στο Αίγιον, αν και δεν κατονομάζει το συγκεκριμένο ιερό ως τόπο της συνάντησης, το ιερό του Ομαγυρίου Διός έχει συνδεθεί με την έδρα των συνεδριάσεων της αχαϊκής συμπολιτείας. Καθώς όμως, άλλοι συγγραφείς, όπως ο γεωγράφος Στράβων και ο ιστορικός Πολύβιος, αναφέρονται στο Αμάριον ο πρώτος και Ομάριον ο δεύτερος ως τον τόπο των συνεδριάσεων της ομοσπονδίας, είναι πιθανό να πρόκειται για δύο διαφορετικά ιερά. Το ένα που περιγράφει ο Παυσανίας πρέπει να βρισκόταν στην παραλιακή ζώνη του Αιγίου και πριν εξέλθει κανείς από την πόλη, είτε από την δυτική είτε την ανατολική πλευρά, ενώ το άλλο όπου πραγματοποιούνταν οι συνελεύσεις των αχαιών, παλαιότερα της εποχής του Παυσανία, βρισκόταν στα ανατολικά της πόλης και πιθανότατα σε περιοχή που πριν την καταστροφή του 373 π.Χ. ανήκε στην επικράτεια της Ελίκης, πανάρχαιας πρωτεύουσας της Αχαΐας. Η παλαιότερη ανεύρεση κάποιων αρχαίων βάσεων μαζί με διάφορα θραύσματα από γλυπτά και αρχιτεκτονικά ευρήματα, όπως και επιγραφών, περί την περιοχή της Παναγίας Τρυπητής, ενώ ενισχύει την πιθανότητα της θέσης του ιερού της εποχής του Παυσανία στην ευρύτερη αυτή περιοχή της παραλιακής ζώνης, δεν λύνει οριστικά το πρόβλημα της ακριβούς τοποθεσίας του αλλά ούτε και της πιθανής ύπαρξης δύο ιερών του θεού ως προστάτη της αχαϊκής συμπολιτείας, δηλαδή ενός εντός της πόλης και ενός άλλου εκτός αυτής στα σύνορα του Αιγίου με την Ελίκη. Μέσα στο ιερό του Αιγίου υπήρχαν αγάλματα της τριάδας των θεοτήτων της αχαϊκής συμπολιτείας: του Δία, της Αθηνάς και της Αφροδίτης.
Μετά το ιερό του Δία, βρισκόταν το ιερό της Παναχαιάς Δήμητρας. Το συγκεκριμένο προσωνύμιο της θεάς υποδηλώνει ότι στην περίπτωση αυτή η θεά λατρευόταν ως προστάτρια της αχαϊκής συμπολιτείας, με το ιερό της να βρίσκεται κοντά και αμέσως μετά από εκείνο του Δία, και ότι πρόκειται για λατρεία παναχαϊκή της θεάς και παλαιότερη της εποχής του περιηγητή. Η πληροφορία που δίνει ο Παυσανίας σε αυτό το σημείο για την άφθονη πηγή νερού που συνάντησε στην παραλία του Αιγίου, σημειώνοντας μάλιστα ότι το νερό αυτό ήταν ευχάριστο και να το βλέπει κανείς και να το πίνει, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη ως προς την θέση των πέντε ιερών της παραλίας. Το σημείο στην σημερινή παραλία, όπου βρίσκεται το Τουριστικό του Αιγίου, συγκεντρώνει την μεγαλύτερη πιθανότητα για την ταύτισή του με την θέση της άφθονης πηγής νερού που αναφέρει ο Παυσανίας, με δεδομένο ότι εκεί ήδη από τον πρώιμο 19ο αιώνα είναι γνωστή η θέση της κρήνης με τις δώδεκα βρύσες (εικόνα 4).
Αν και δεν είναι απόλυτα σαφές από την διήγηση του αρχαίου περιηγητή, φαίνεται πως στα παραλιακά ιερά του Αιγίου, μπορούμε να προσθέσουμε και το αναφερόμενο από τον ίδιο ως ιερό της Σωτηρίας στο Αίγιον, καθώς αφενός ο περιηγητής το αναφέρει αμέσως μετά την άφθονη πηγή νερού που περιγράφει στην παραλία του Αιγίου και αφετέρου γιατί η λατρεία της συγκεκριμένης θεότητας, που γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλής από την ελληνιστική περίοδο και μετά, περιελάμβανε τελετουργικό με ‘πέμματα’ που οι πιστοί έριχναν στη θάλασσα. Τα ‘πέμματα’ ήταν γλυκίσματα με μέλι και προσφέρονταν στη θεά για να εξασφαλιστεί η ευμένειά της. Ο Παυσανίας προσθέτει ότι τα ‘πέμματα’ ρίχνονταν στη θάλασσα για να φθάσουν στην πηγή Αρέθουσα, στις Συρακούσες της Σικελίας. Με την κίνηση αυτή υποδηλώνεται βέβαια ότι οι πιστοί, συγγενείς αναμφίβολα όσων ταξίδευαν στο πέλαγος, επιζητούσαν έτσι την εύνοια και προστασία της θεότητας για ασφαλές ταξίδι των δικών τους ανθρώπων. Το γεγονός ότι το λατρευτικό άγαλμα της θεάς επιτρεπόταν να βλέπουν μόνον οι ιερείς, συνηγορεί σε τελετουργικό πολύ αρχαιότερης περιόδου από εκείνης του περιηγητή, όπως εξάλλου δείχνει και η παράδοση για τα γλυκίσματα που έριχναν οι πιστοί στην θάλασσα.

Η Πολιτιστική Κληρονομιά της Αιγιάλειας: 02 Τα ιερά της πόλης και της Αγοράς του Αιγίου



Αγαπητοί φίλοι και φίλες, μετά τα ιερά της παραλίας του αρχαίου Αιγίου, σήμερα θα αναφερθώ στα ιερά που είδε ο αρχαίος περιηγητής στην άνω πόλη του Αιγίου και στην Αγορά της.

Το πρώτο ιερό που περιγράφει μετά την είσοδό του στην πόλη ο Παυσανίας, ήταν αφιερωμένο στην θεά του τοκετού Ειλείθυια. Το λατρευτικό άγαλμα της θεάς ήταν ακρόλιθο, δηλαδή ξύλινο, εκτός από το πρόσωπο και τα άκρα (χέρια και πόδια) που ήταν από μάρμαρο της Πεντέλης, και σκεπασμένο με λεπτό ύφασμα. Το άγαλμα ήταν έργο του διάσημου Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα του 2ου αιώνα π.Χ. που υπήρξε μεταξύ άλλων δημιουργός των λατρευτικών αγαλμάτων της Δήμητρας και Δέσποινας (Κόρης) για τον ναό της δεύτερης στην Λυκόσουρα της Αρκαδίας και του θεού Ασκληπιού και των γιων του στο Ασκληπιείο της Μεσσήνης. Σε νομίσματα του Αιγίου της εποχής του Παυσανία, απεικονίζεται το άγαλμα του Δαμοφώντα με την θεά προς τα αριστερά, να κρατάει δάδες με τα δυο της χέρια, μία υψωμένη με το δεξί και μία δεύτερη προς τα κάτω με το αριστερό. Περιμετρικά της μορφής, επιγραφή ΑΙΓΙΕΩΝ (εικόνα 1). Δάδες απεικονίζονται σε ρωμαϊκά νομίσματα της πόλης και μπροστά από την είσοδο του ιερού της θεάς. Ο περιηγητής αναφέρεται και στους δύο πιθανούς συμβολισμούς της δάδας: να συμβολίζει δηλαδή τις ωδίνες του τοκετού που είναι πολύ οδυνηρές για τις γυναίκες ή το φως του κόσμου, στο οποίο έρχονται τα παιδιά με την βοήθεια της θεάς.
Κοντά στο ιερό της Ειλείθυιας βρισκόταν το τέμενος του θεού της ιατρικής Ασκληπιού. Τα λατρευτικά αγάλματα στο ιερό που απεικόνιζαν τον Ασκληπιό και την κόρη του Υγεία, ήταν επίσης έργα του γλύπτη Δαμοφώντα από την Μεσσήνη. Σε νομίσματα του ρωμαϊκού Αιγίου απεικονίζονται τα αγάλματα και των δύο θεοτήτων είτε από κοινού είτε κατά μόνας. Στην κοινή απεικόνιση, ο Ασκληπιός παριστάνεται καθιστός σε θρόνο προς τα αριστερά και μπροστά του στα δεξιά η Υγεία, όρθια, ενώ ανάμεσά τους βρίσκεται βωμός.
Σε νομίσματα της περιόδου του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου (περί το 160-170 μ.Χ.) απεικονίζεται το λατρευτικό άγαλμα του θεού από τον Δαμοφώντα: ο Ασκληπιός, καθιστός σε θρόνο προς τα δεξιά, κρατά μακρύ σκήπτρο στο δεξί του χέρι ενώ έχει το αριστερό προτεταμένο προς τα αριστερά όπου βρίσκεται βωμός με το ελισσόμενο φίδι, το κύριο σύμβολο του θεού ως θεραπευτή των ασθενών (εικόνα 2).Στις ξεχωριστές παραστάσεις της Υγείας, η θεά απεικονίζεται όρθια προς τα αριστερά με δίσκο προσφορών στο αριστερό χέρι ενώ με το δεξί δίνει τροφή στο ελισσόμενο περί τον βωμό φίδι (εικόνα 3). Σε όλα τα νομίσματα, η επιγραφή ΑΙΓΙΕΩΝ.
Δύο ακόμη ναοί, προφανώς σε μικρή σχετικά απόσταση από τα δύο προηγούμενα ιερά αναφέρονται στην συνέχεια από τον Παυσανία, αφιερωμένοι ο ένας στην θεά Αθηνά και ο άλλος στην Ήρα. Ο περιηγητής σημειώνει ότι στον ναό της Αθηνάς υπήρχαν δύο μαρμάρινα αγάλματα της θεάς. Σε ρωμαϊκά νομίσματα της πόλης, η Αθηνά απεικονίζεται προς τα δεξιά, κρατώντας μακρύ δόρυ με το δεξί χέρι και ακουμπώντας το αριστερό στην ασπίδα της (εικόνα 4). Αντίθετα, το λατρευτικό άγαλμα της Ήρας στον ναό της δεν μπορούσε να δει κανείς, εκτός από την εκάστοτε ιέρεια της θεάς. Στην πόλη και κοντά στο θέατρο, υπήρχε ένα ακόμη ιερό του Διονύσου, το λατρευτικό άγαλμα του οποίου παρίστανε τον θεό αγένειο.
Στην ίδια την Αγορά της πόλης, ο περιηγητής είδε το τέμενος του Δία Σωτήρος, όπου είχαν στηθεί δύο χάλκινα αγάλματα του θεού, το ένα εκ των οποίων τον παρίστανε αγένειο. Σε νομίσματα της πόλης που χρονολογούνται στον ύστερο 1ο αιώνα π.Χ. και αργότερα, πράγματι απεικονίζεται ο Δίας αγένειος προς τα δεξιά, εκσφενδονίζοντας κεραυνό με το δεξί χέρι και κρατώντας αετό στο εκτεταμένο αριστερό (εικόνα 5).
Στην Αγορά, οι Αιγιείς είχαν και έναν κοινό ναό αφιερωμένο στον Απόλλωνα και την Άρτεμι, ενώ ξεχωριστό ιερό υπήρχε επίσης εκεί της Αρτέμιδος. Το λατρευτικό άγαλμα της θεάς, την παρίστανε να τοξεύει. Σε νόμισμα του Αιγίου της εποχής του αυτοκράτορα Σεπτίμιου Σεβήρου (193-211 μ.Χ.), η θεά παριστάνεται όρθια προς τα αριστερά, κρατώντας δάδα στο δεξί χέρι και τόξο στο αριστερό. Συνολικά, ο Παυσανίας μας πληροφορεί για την ύπαρξη οκτώ ιερών στην άνω πόλη, επιπλέον των έξι που αναφέρει στην παραλία του Αιγίου.
Ο τύπος του αγένειου Δία που είδε ο Παυσανίας στο τέμενος του θεού στην Αγορά της πόλης, έχει θεωρηθεί από κάποιους μελετητές ότι αποδίδεται στο γνωστό ακέφαλο μαρμάρινο άγαλμα αιγιόχου που βρέθηκε στο Αίγιον την δεκαετία του 1960-70 και σήμερα εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης (εικόνα 6). Το άγαλμα παριστάνει γυμνό νέο άνδρα που φέρει αιγίδα στο στήθος, κρεμασμένη από τους ώμους του, και με ανάγλυφο γοργόνειο στο κέντρο. Η αιγίδα, από δέρμα κατσίκας, φοριέται ως ένδυμα (χλαμύδα) ή τυλίγεται γύρω από το όπλο (ασπίδα ή θώρακα) και φέρεται κυρίως από την θεά Αθηνά αλλά και από τον πατέρα της τον Δία που στα ομηρικά έπη έχει το προσωνύμιο «αιγίοχος». Ως σύμβολο θεϊκό, εκτός από αμυντικό όπλο εναντίον του εχθρού, η αιγίδα έχει και μαγική δύναμη ώστε να παραλύει τον εχθρό από τον φόβο που προκαλεί, όταν σείεται εναντίον του. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, το άγαλμα του Αιγίοχου ίσως να παριστάνει τον μυθικό οικιστή της πόλης του Αιγίου, κατ’ αναλογίαν προς το αντίστοιχο παράδειγμα του οικιστή Πατρέα για την πόλη των Πατρών.
Εκτός από το άγαλμα του Αιγίοχου που πιθανόν συνδέεται με τον Δία, την κύρια θεότητα της πόλης, ο Παυσανίας μας πληροφορεί για ένα σημαντικό αριθμό αγαλμάτων του Δία που είδε στο Αίγιον, συνολικά πέντε: α) δύο χάλκινα αγάλματα στο ιερό του Διός Σωτήρος στην άνω πόλη, β) άγαλμα του Δία μαζί με της Αθηνάς και της Αφροδίτης στο ιερό του Διός Ομαγυρίου στην παραλία του Αιγίου, γ) χάλκινο άγαλμα που παρίστανε τον Δία σε παιδική ηλικία, έργο του διάσημου Αργείου γλύπτη Αγελάδα του 6ου αιώνα π.Χ., που έχει ταυτιστεί με νομισματικό τύπο του γυμνού όρθιου Δία που κρατάει κεραυνό στο δεξί υψωμένο χέρι και στο προτεταμένο αριστερό έναν αετό, με την επιγραφή ΑΙΓΙΕΩΝ ΠΑΙΣ (εικόνα 7), δ) χάλκινο άγαλμα του θεού σε οίκημα της Αγοράς του Αιγίου, που είχε στηθεί μαζί με χάλκινα αγάλματα του Ποσειδώνα, της Αθηνάς και του Ηρακλή.
Σχετικά με τα τέσσερα αυτά αγάλματα που ονομάζονταν οι «θεοί από το Άργος», ο Παυσανίας διηγείται ότι αυτά κατασκευάστηκαν στο Άργος, σύμφωνα με τους Αργείους, αλλά οι Αιγιείς ισχυρίζονταν πως τους τα είχαν δώσει οι Αργείοι για να τα φυλάξουν και ότι τους είχαν ζητήσει να θυσιάζουν για αυτά κάθε μέρα. Όταν οι Αργείοι ζήτησαν να πάρουν πίσω τα αγάλματα, οι Αιγιείς ζήτησαν τα έξοδα για τις θυσίες και επειδή εκείνοι δεν μπορούσαν να τα πληρώσουν, τα αγάλματα έμειναν στο Αίγιον. Φαίνεται ότι πρόκειται για αγάλματα που πιθανόν έφεραν στο Αίγιον φυγάδες από το Άργος, καθώς γνωρίζουμε και άλλη περίπτωση Μυκηναίων προσφύγων στην περιοχή της Ελίκης τον 5ο αιώνα π.Χ. Η απαίτηση της κατοχής των αγαλμάτων και από τις δύο πλευρές, στην περίπτωση του Αιγίου, πρέπει να έχει σχέση με τις ευεργετικές δυνάμεις που αποδίδονταν στα αγάλματα των θεών. Η κάθε πλευρά ήθελε να κρατήσει για λογαριασμό της και για το καλό της πόλης τα αγάλματα. Με το τέχνασμα περί εξόδων από τις πολλές θυσίες που επινόησαν οι Αιγιείς, διατήρησαν τα αγάλματα στο Αίγιον!

Η Πολιτιστική Κληρονομιά της Αιγιάλειας: 03 Το αρχαίο Αίγιον: από τα προϊστορικά χρόνια έως το 373 π.Χ. 


Μετά την περιήγησή μας στα ιερά της πόλης του Αιγίου μέσα από τα δύο προηγούμενα άρθρα μου (βρείτε τους σχετικούς συνδέσμους στο κάτω μέρος), σήμερα θα ασχοληθούμε με την ίδια την πόλη και την μακραίωνα ιστορία της, ξεκινώντας από την προϊστορική περίοδο και τους πρώιμους ιστορικούς χρόνους.
Το Αίγιον υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές και αρχαιότερες πόλεις της Αιγιάλειας (του αρχαίου Αιγιαλού) και συνολικά της αρχαίας Αχαΐας. Κατελάμβανε την ίδια θέση με την σημερινή πόλη και ήταν ανεπτυγμένο κατά την ίδια διάταξη, σε άνω πόλη και παραλία, πάνω σε ένα πλατώ- αποτέλεσμα γεωλογικής διαδικασίας σεισμικού ρήγματος. Η επικράτειά του εκτεινόταν μεταξύ των ποταμών Σελινούντα στα ανατολικά και Μειγανίτη (σημ. Μεγανίτη) στα δυτικά, συνόρευε δηλαδή με τις επικράτειες των πόλεων της Ελίκης και των Ρυπών αντίστοιχα, με τα ποτάμια να αποτελούν τα φυσικά μεταξύ τους σύνορα.
Ο ποταμός Σελινούς όμως στην αρχαιότητα έρρεε σε διαφορετική από τη σημερινή θέση, πολύ πιο κοντά στο Αίγιον, όπως δείχνουν λείψανα ρωμαϊκών γεφυρών στα Σταφιδάλωνα (εικόνα 1α) και της εποχής της Τουρκοκρατίας στις Παληοκαμάρες της Τέμενης (εικόνα 1β), περιορίζοντας έτσι την πόλη του Αιγίου σε ένα στενό μόνον τμήμα της εύφορης παραλιακής πεδιάδας που κατείχε, στο μεγαλύτερο μέρος της, η Ελίκη προς τα ανατολικά.
Την μυκηναϊκή περίοδο το Αίγιον ανήκε στο βασίλειο των Μυκηνών, όπως αναφέρεται στα Ομηρικά έπη, όντας η τελευταία πόλη του βασιλείου στα δυτικά. Μαζί με την γειτονική του Ελίκη ήταν από τις πόλεις που συμμετείχαν στην Τρωϊκή εκστρατεία ενώ, κατά την παράδοση, στον ναό του Ομαγυρίου Διός στο Αίγιον συναθροίστηκαν οι αρχηγοί υπό τον Αγαμέμνονα για να συσκεφθούν και να οργανώσουν την εκστρατεία.Ευρήματα από σωστικές ανασκαφές στην πόλη του Αιγίου έχουν δείξει ότι οι αρχαιότερες φάσεις κατοίκησης στα προϊστορικά χρόνια ανάγονται ήδη στην 3η χιλιετία π.Χ. Ιδιαίτερη ακμή όμως φαίνεται πως το Αίγιον παρουσίασε στα μυκηναϊκά χρόνια (15ος-11ος αι. π.Χ.), με τον αντίστοιχο αρχαίο οικισμό να εντοπίζεται στο σημερινό Β-ΒΑ τμήμα της σύγχρονης πόλης και κυρίως στην περί τον ναό των Εισοδίων και τον Βράχο περιοχή, ενώ θεμέλια κτίσματος – πιθανόν «μεγάρου» – βρέθηκαν σε οικόπεδο στα ΝΑ του ναού των Εισοδίων (εικόνα 2, περιδέραιο από τον μυκηναϊκό οικισμό). Με τον μυκηναϊκό οικισμό συνδέεται και το μυκηναϊκό νεκροταφείο, τμήμα του οποίου ανασκάφηκε κάτω από το συγκρότημα των Γυμνασίων και Λυκείων Αιγίου την δεκαετία του 1970.
Το νεκροταφείο που αρχικά αποκαλύφθηκε κατά την διάνοιξη της εθνικής οδού Αιγίου-Πατρών, αποτελείται από θαλαμοειδείς τάφους λαξευμένους στα πρανή του λόφου (εικόνα 3α), με πλούσια κτερίσματα, όπως αγγεία (εικόνα 3β), ειδώλια, κ.ά. (εικόνα 3γ).
Η κατοίκηση κατά τους πρώιμους ιστορικούς χρόνους συνεχίστηκε στην ίδια περίπου περιοχή που κατελάμβανε και ο προϊστορικός οικισμός του Αιγίου, όπως δείχνουν ευρήματα κεραμικής όλων των περιόδων μέχρι και την αρχαϊκή (6ος αι. π.Χ.) αλλά και κάποια οικοδομικά λείψανα της γεωμετρικής περιόδου (8ος αι. π.Χ.). Ταφές της ίδιας περιόδου έχουν αποκαλυφθεί στα ΝΑ του μυκηναϊκού οικισμού και στο ανατολικό τμήμα της σημερινής πόλης. Στην διάρκεια της επόμενης κλασικής περιόδου, φαίνεται πως η πόλη επεκτάθηκε καταλαμβάνοντας μεγαλύτερο χώρο και προς το δυτικό τμήμα του σημερινού Αιγίου, κοντά στην περιοχή της δεξαμενής.
Αρχιτεκτονικά λείψανα που ανήκουν σε συγκρότημα δύο τετράπλευρων κτιρίων του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ. αντίστοιχα, κτισμένων με μεγάλους καλοδουλεμένους λίθους, αποκαλύφθηκαν σε παλαιότερη ανασκαφή (1954), σε σημείο της οδού Σολωμού όπου αργότερα οικοδομήθηκε το κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αιγίου (εικόνα 4 κεντρική φωτογραφία). Κοντά στο κτίριο του 5ου αιώνα, βρέθηκαν κατά την ίδια ανασκαφή κατάλοιπα υδραγωγείου της ίδιας περιόδου, που ήταν κατασκευασμένο με λίθινες πλάκες αλλά και πήλινοι αγωγοί νερού μεταγενέστερων χρόνων. Ένα τρίτο κτίριο επίσης μεταγενέστερο των δύο κλασικών, που αποκαλύφθηκε σε θέση πιο κοντά προς την δεξαμενή, είχε κατασκευαστεί από υλικό που φαίνεται πως ανήκε σε ναό του κλασικού Αιγίου: δωρικά κιονόκρανα και δωρικοί σπόνδυλοι κιόνων, μεγάλοι ορθογώνιοι λίθοι πιθανότατα από τον σηκό του ναού, επαναχρησιμοποιήθηκαν στο μεταγενέστερο κτίριο που ενδεχομένως να ανήκε και αυτό σε κάποιο ιερό.
Στην ίδια περιοχή στα ΒΔ της δεξαμενής, εντοπίστηκε και το κλασικό νεκροταφείο της αρχαίας πόλης ενώ αρχιτεκτονικά λείψανα κλασικής εγκατάστασης βρέθηκαν και στα ανατολικά της σύγχρονης πόλης του Αιγίου, στην περιοχή των οδών Κανελλοπούλου και Σολιώτη (εικόνα 5, μαρμάρινη στήλη με παράσταση γυναίκας, 5ος αι. π.Χ.). Η ύπαρξη του κλασικού νεκροταφείου και του πιθανού ναού στην περιοχή της δεξαμενής, ίσως υποδεικνύει πως εδώ ήταν ένα από τα ιερά που είδε ο Παυσανίας στην είσοδο της πόλης Αυτό σημαίνει ότι ο περιηγητής μπήκε στην πόλη από την δυτική της είσοδο, όπου είδε τα ιερά που αναφέρει πρώτα κατά την περιήγησή του – δηλαδή της Ειλείθυιας, του Ασκληπιού, της Αθηνάς και της Ήρας -, ακολούθησε στην συνέχεια πορεία από τα Δ προς τα Β και ΒΑ διασχίζοντας την πόλη, περιέγραψε το ιερό του Διονύσου που συνάντησε κοντά στο θέατρο καθώς και τα υπόλοιπα ιερά της Αγοράς, και πριν την έξοδό του από την πόλη προς τα Α για να κατευθυνθεί προς την περιοχή της Ελίκης, είδε και περιέγραψε τα ιερά της παραλίας του Αιγίου.
Στην πρωιμότερη φάση της ιστορίας του και μέχρι τον 5ο περίπου αιώνα π.Χ., το Αίγιον επισκιαζόταν από την φήμη της διπλανής Ελίκης, της πανάρχαιας και αδιαμφισβήτητης πρωτεύουσας, αρχικά της Ιωνικής και ακολούθως της Αχαϊκής Δωδεκάπολης. Από την άλλη δε πλευρά προς τα δυτικά, επίσης επισκιαζόταν από τις Ρύπες, μεταξύ των πρώην Δήμων Συμπολιτείας-Ερινεού, που στους πρώιμους ιστορικούς χρόνους ήταν μια πολύ σημαντική πόλη της Αχαΐας. Με την πολιτική ένωση όμως των αχαϊκών πόλεων τον 6ο αιώνα π.Χ., συμπεριλαμβανομένων και εκείνων της δυτικής Αχαΐας, αναπτύχθηκε ένας ισχυρός ανταγωνισμός για την πρωτοκαθεδρία του Κοινού των Αχαιών ανάμεσα στο Αίγιον και την Ελίκη, που ήταν η πρώτη πρωτεύουσα του Κοινού ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους, με επίκεντρο τα δύο μεγάλα ιερά της περιοχής, του ιερού του αχαϊκού Δία στο Αίγιον και του ιωνικού Ποσειδώνα στην Ελίκη που ήταν η έδρα των συνελεύσεων του Κοινού. Ο Δίας, κύρια θεότητα του Αιγίου, ως πατέρας, κατά την παράδοση, του Τάνταλου ήταν στενά συνδεδεμένος με τον βασιλικό οίκο των Μυκηνών και τους Ατρείδες και συνεπώς και με τους Αχαιούς. Αντίθετα, ο Ποσειδών ως ο πανίσχυρος θεός της ιωνικής φυλής, πατέρας του Νηλέα αλλά και του ντόπιου βασιλέα των Αιγιαλέων Σελινούντα, πατέρα της Ελίκης που έγινε σύζυγος του αρχηγού της φυλής των Ιώνων, Ίωνα, ήταν η κυρίαρχη θεότητα της Ελίκης.
Κομβικό σημείο στην εξέλιξη αλλά και κατάληξη τελικά αυτής της αντιπαλότητας περί την κυριαρχία του Κοινού, αποτέλεσε ο καταστροφικός για την Ελίκη σεισμός του 373 π.Χ. που έδωσε στο Αίγιον την ευκαιρία να καταλάβει αργότερα την θέση της Ελίκης ως πρωτεύουσα του β’ Κοινού των Αχαιών, γνωστού και ως Αχαϊκής Συμπολιτείας, που επανιδρύθηκε περί το 280 π.Χ. Για το πολύ ενδιαφέρον αυτό θέμα, θα σας μιλήσω στα άρθρα που θα γράψω στην συνέχεια για την Ελίκη και την ιστορία της. Την μετάβαση του Αιγίου στην νέα εποχή ακμής του στους ελληνιστικούς χρόνους, μετά το 373 π.Χ., και την θέση του στους ρωμαϊκούς χρόνους, θα σας περιγράψω στο επόμενο άρθρο μου για το ελληνιστικό και ρωμαϊκό Αίγιον.
Η Πολιτιστική Κληρονομιά της Αιγιάλειας: 04 Το αρχαίο Αίγιον: από το 373 π.Χ. μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους
Όπως σημείωσα στον επίλογο του αμέσως προηγούμενου άρθρου μου , η πόλη του Αιγίου γνώρισε ιδιαίτερη ακμή στους ελληνιστικούς χρόνους, δηλαδή μετά την ανάδειξή της ως νέα πρωτεύουσα του Β’ Κοινού των Αχαιών ή Αχαϊκής Συμπολιτείας περί το 280 π.Χ., έχοντας ουσιαστικά πάρει την θέση της πρώτης και αρχαιότερης πρωτεύουσας του Κοινού, της Ελίκης, αφού η τελευταία υπέστη σοβαρό οικονομικό και πολιτικό πλήγμα από τον καταστροφικό σεισμό του 373 π.Χ. Μάλιστα, η νέα αυτή κατάσταση, επέτρεψε και την επέκταση της επικράτειας του Αιγίου προς Α με την προσάρτηση δυτικών εδαφών της Ελίκης που δεν έπληξε ο σεισμός, όπως μας πληροφορεί ο σύγχρονος με το καταστροφικό φαινόμενο φιλόσοφος Ηρακλείδης.
Αυτήν ακριβώς την μαρτυρούμενη από τις αρχαίες πηγές ακμή του ελληνιστικού Αιγίου, επιβεβαιώνουν και τα ευρήματα των σωστικών ανασκαφών στην σύγχρονη πόλη.
Τμήματα κτιρίων των ελληνιστικών χρόνων έχουν βρεθεί σε πολλές σωστικές ανασκαφές, κυρίως στο κέντρο και στο ανατολικό τμήμα της σημερινής πόλης (εικόνες 1, 2), όπως επίσης αγωγοί και δεξαμενές. Ιδιαίτερα, ο εντοπισμός σημαντικών κτιρίων σε μεγάλη έκταση, κυρίως στην περιοχή των οδών Κανελλοπούλου και Πλαστήρα, έχει οδηγήσει στην άποψη ότι εδώ κοντά πρέπει να βρισκόταν η Αγορά του αρχαίου Αιγίου. Ομάδα μάλιστα κτιρίων μεγάλων διαστάσεων με παρακείμενη υπόγεια κατασκευή – «δεξαμενή» – εντυπωσιακών διαστάσεων, και πλούσια κινητά ευρήματα, αγγεία, νομίσματα, πήλινα ειδώλια, ενισχύουν την πιθανότητα της θέσης εδώ ενός από τα ιερά που αναφέρει ότι είδε ο Παυσανίας στον χώρο της Αγοράς της πόλης: το τέμενος του Δία Σωτήρος, κοινό ναό αφιερωμένο στον Απόλλωνα και την αδελφή του Αρτέμιδα, και άλλο ιερό της Αρτέμιδος.
Στα ιδιαιτέρως αξιόλογα ευρήματα αυτής της περιόδου ανήκει και το άνω τμήμα λίθινης στήλης με αετωματική απόληξη, του ύστερου 4ου αιώνα π.Χ., (παλαιότερα στην έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Αιγίου, εικόνα 3) που περιέχει την αρχή τιμητικού ψηφίσματος της πόλης του Αιγίου στον ημεροδρόμο και βηματιστή του Μεγάλου Αλεξάνδρου Φιλωνίδη Ζωίτου. Σύμφωνα με τον ρωμαίο συγγραφέα Πλίνιο, ο διάσημος ημεροδρόμος Φιλωνίδης ήταν ο μόνος που διήνυσε στην Β. Πελοπόννησο απόσταση περίπου 230 χλμ., από την πόλη της Σικυώνας στην Ήλιδα, μέσα σε 9 ώρες. Ως βηματιστής του Μεγάλου Αλεξάνδρου ήταν επιφορτισμένος με το μέτρημα των αποστάσεων στους δρόμους της Ασίας, κατά την εκστρατεία του Μακεδόνα βασιλέα, και με την καταγραφή των αποστάσεων πάνω σε λίθινες στήλες, γνωστές ως μιλιάρια, δηλαδή λίθους πάνω στους οποίους καταγράφονταν οι αποστάσεις σε ρωμαϊκά μίλια.
Στην εποχή του ελληνιστικού Αιγίου θα πρέπει να καταγράψουμε και την ύπαρξη τειχών, αν και το πάχος των λειψάνων που έχουν μέχρι σήμερα αποκαλυφθεί συνηγορεί υπέρ του χαρακτηρισμού τους μάλλον ως «περιβόλου» και όχι ως αμυντικού τείχους. Αυτός ο περίβολος, με δύο τουλάχιστον οικοδομικές φάσεις, χρονολογείται στον 4ο και στον 3ο αιώνα π.Χ. αντίστοιχα.
Τα μέχρι τώρα αποκαλυφθέντα λείψανα σε διάφορα σημεία του Αιγίου (εικόνα 4), δείχνουν πως ο περίβολος ακολουθούσε πορεία από την οδό Σολωμού και τα Ψηλαλώνια προς το Β-ΒΑ τμήμα της πόλης, δηλαδή προς τα σκαλάκια και τις οδούς Εισοδίων, Σαρανταπόρου, Σολιώτη και Κορίνθου (άνω πόλη) και συνέχιζε προς Ν-ΝΑ στην περιοχή μεταξύ του συνοικισμού και της Αγ. Κυριακής, μετά την οποία θα έπαιρνε κανείς την έξοδο για να βαδίσει προς Α και να εισέλθει στην επικράτεια της Ελίκης, περνώντας τον ποταμό Σελινούντα που στην εποχή τουλάχιστον του Στράβωνα (1ος αι. π.Χ./μ.Χ.) και του Παυσανία (2ος αι. μ.Χ.) έρρεε κοντά στα Σταφιδάλωνα.
Με το πέρασμα από τους ελληνιστικούς στους ρωμαϊκούς χρόνους και ουσιαστικά μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ., η Αχαϊκή Συμπολιτεία συνέχισε να λειτουργεί, υπό τον έλεγχο βέβαια των νέων κατακτητών, με το Αίγιον ως κέντρο της. Η πόλη την ρωμαϊκή περίοδο επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο, τόσο σε μήκος παράλληλα με το θαλασσινό της μέτωπο, όσο και σε βάθος. Πολυτελείς ιδιωτικές κατοικίες με τα ιδιωτικά λουτρά τους (εικόνα 5) κτίστηκαν στο κέντρο της καθώς και πλούσια εξοχικά. Με τις σωστικές ανασκαφές αποκαλύφθηκαν σε διάφορα σημεία της σύγχρονης πόλης, ψηφιδωτά δάπεδα, μεγάλο συγκρότημα δημόσιων λουτρών, αποχετευτικό σύστημα, δεξαμενές και πηγάδια για την υδροδότηση, κλίβανοι, αλλά και πλήθος κινητών ευρημάτων. Από περιγραφές περιηγητών για σωλήνες παροχής νερού με κατεύθυνση προς την οδό Μητροπόλεως, συμπεραίνεται ότι το υδραγωγείο της αρχαίας πόλης ίσως βρισκόταν σε κάποιο σημείο σχετικά υψηλό στα ΝΔ της πόλης. Σε οικιακό ιερό του ρωμαϊκού Αιγίου ανήκει πιθανότατα και υπόγειος λατρευτικός θάλαμος, ίσως Μιθραίο, δηλαδή ιερό λατρείας του θεού Μίθρα (2ος-3ος αι. μ.Χ.), που αποκαλύφθηκε σε σωστική ανασκαφή στην οδό Σωτηρίου Λόντου.
Ευρήματα τάφων από διάφορες περιοχές του Αιγίου, οδηγούν στο συμπέρασμα ύπαρξης σημαντικού αριθμού νεκροταφείων στο ελληνιστικό και ρωμαϊκό Αίγιον. Δύο τουλάχιστον μεγάλα νεκροταφεία με πλούσιες ταφές των ελληνιστικών χρόνων (3ος-1ος αι. π.Χ.) κατελάμβαναν θέσεις στα Ν και Α της σύγχρονης πόλης, στην περιοχή Διαμαντή Ράχη και Αγ. Κυριακής αντίστοιχα. Άλλο ένα νεκροταφείο φαίνεται πως υπήρχε στο Δ ή ΝΔ τμήμα της πόλης ενώ και άλλοι τάφοι της ίδιας περιόδου έχουν εντοπιστεί κοντά στην γέφυρα του Μεγανίτη (εικόνες 6α, β, γ, ευρήματα τάφων του Αιγίου).
Στους ρωμαϊκούς χρόνους (1ος-4ος αι. μ.Χ.) χρονολογούνται τουλάχιστον πέντε μεγάλα νεκροταφεία: α) στην περιοχή της Αγ. Κυριακής, όπου εκτός των τάφων βρέθηκε και κτίριο που ανήκει πιθανόν σε ιερό ή ναΐσκο. Η θέση ήταν ήδη σε χρήση ως νεκροταφείο από τους προηγούμενους ελληνιστικούς χρόνους, β) σύνολο ταφικών μνημείων που βρέθηκαν τον περασμένο αιώνα στην περιοχή της Παναγίας Τρυπητής, γ) μεγάλο νεκροταφείο στα Α της πόλης, δ) άλλο με συνεχή χρήση μέχρι τους χριστιανικούς αιώνες στην οδό Κουλούρας, ε) στην θέση Ελληνικό στα ΒΑ του σημερινού Αιγίου.
Σε πλούσιο ταφικό μνημείο του ρωμαϊκού Αιγίου, μάλιστα των αυτοκρατορικών χρόνων, ανήκουν δύο αγάλματα που βρέθηκαν πριν από το 1860 στην νότια περιοχή της πόλης: το άγαλμα γυναίκας, ντυμένης με χιτώνα και ιμάτιο που είναι τυλιγμένο γύρω και από τα δύο χέρια της αφήνοντας να φαίνονται μόνον τα άκρα τους (εικόνα 7), και δεύτερο άγαλμα του θεού Ερμή ως ψυχοπομπού που παριστάνεται γυμνός, με ιμάτιο ριγμένο στον αριστερό του ώμο και αριστερό βραχίονα. Με το αριστερό χέρι ο θεός κρατούσε κηρύκειο, όπως δείχνει μικρό μέρος του που διατηρείται ανάμεσα στα δάχτυλα (εικόνα 8). Το κηρύκειον ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά σύμβολα του Ερμή, μαζί με τα περίφημα φτερωτά σανδάλια του.
Πρόκειται για λεπτή και μακριά ξύλινη ράβδο, γύρω από την κορυφή της οποίας περιελίσσονταν δύο φίδια με τα κεφάλια τους αντικριστά και τις ουρές τους ενωμένες, την οποία ο θεός φέρει μαζί του στις αποστολές του ως αγγελιαφόρος των θεών ή ως ψυχοπομπός, δηλαδή συνοδός των ψυχών, όπως στην απεικόνιση του αγάλματος από το Αίγιον (εικόνα 9, ερυθρόμορφη παράσταση του Ερμή με το κηρύκειον και τα φτερωτά σανδάλια). Αυτό το σκήπτρο έφεραν στην αρχαιότητα οι πρέσβεις και οι κήρυκες.
Το ρωμαϊκό Αίγιον, παρά την εύνοια που απέκτησε η Πάτρα από τον αυτοκράτορα Αύγουστο, παρέμεινε μια σημαντική πόλη της αρχαίας Αχαΐας τουλάχιστον μέχρι την εποχή του περιηγητή Παυσανία (2ος αι. μ.Χ.), διατηρώντας τα ιερά και μνημεία παλαιότερων περιόδων της ιστορίας του και το γόητρό του ως πολιτική και θρησκευτική μητρόπολη της Συμπολιτείας για πέντε περίπου συνεχείς αιώνες από την ανασύστασή της στις αρχές του 3ου αι. π.Χ.

Η Πολιτιστική Κληρονομιά της Αιγιάλειας: 05 Η αρχαία πόλη των Ρυπών, μέρος I





Μετά την πόλη του Αιγίου για την οποία έγραψα στα 4 προηγούμενα άρθρα μου, σήμερα θα μιλήσουμε για τις Ρύπες, μια άλλη αρχαία πόλη της Αιγιάλειας που αναφέρεται από τον ιστορικό Ηρόδοτο (5ος αι. π.Χ.) αμέσως προς Δ μετά το Αίγιον και πριν από την πόλη των Πατρών. Την ίδια θέση για τις Ρύπες παραδίδει και ο γεωγράφος Στράβων, σημειώνοντας ότι η επόμενη προς Δ πόλη ήταν η Πάτρα και ανάμεσά τους το Ρίον. Μετά το Δρέπανο προς Α και πριν από το Αίγιον τοποθετεί τις Ρύπες και ο περιηγητής Παυσανίας. Η επικράτεια των Ρυπών γνωστή ως Ρυπική, κατά την εποχή ακμής της πόλης στους ιστορικούς χρόνους έφθανε από τον Μειγανίτη (σημ. Μεγανίτη) που ήταν το φυσικό σύνορο με το Αίγιον, μέχρι το ακρωτήριο Δρέπανο, όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Θουκυδίδης. To αρχαίο όνομα της πόλης Ρύπες είναι αρσενικού γένους και προήλθε από το εθνικό όνομα των πολιτών (Ρυψ/Ρύπες) ενώ το Ρύπαι, θηλυκού γένους, είναι μεταγενέστερο, όπως και το Ρυπαίη (η χώρα), και ο πολίτης Ρυπαίος.
Η πόλη των Ρυπών βρισκόταν σε ακμή τουλάχιστον από τον 8ο αιώνα π.Χ., όπως δείχνει και η ίδρυση της αποικίας του Κρότωνα στην Κάτω Ιταλία πριν από τα τέλη του αιώνα, ακολουθώντας το παράδειγμα της Ελίκης που είχε ήδη ιδρύσει περί το 730 π.Χ. την Σύβαρι.
Την αποικία του Κρότωνα ίδρυσε ο Μύσκελλος από τις Ρύπες μετά από χρησμό του μαντείου των Δελφών, σε θέση νότια της Συβάρεως και σε περιοχή με καλή καλλιεργήσιμη γη και φυσικό λιμένα, στην ίδια πλευρά της Ιταλίας προς το Ιόνιο πέλαγος (εικόνα 1). Η αρχική επιλογή της θέσεως για την ίδρυση της αποικίας ήταν στην περιοχή της Συβάρεως που εντυπωσίασε τον Μύσκελλο στο πρώτο του ταξίδι αλλά κατόπιν εντολής του θεού μετά από νέο χρησμό, ο οικιστής υπάκουσε και έκτισε τον Κρότωνα στην γη που κατοικούσαν τότε οι Ιάπυγες. Η νέα πόλη αναδείχθηκε κυρίως στις πολεμικές τεχνικές και στον αθλητισμό. Από τον Κρότωνα καταγόταν ο αθλητής Μίλων, διάσημος στον αρχαίο κόσμο για την σωματική του δύναμη.
Η πόλη των Ρυπών άρχισε να παρακμάζει μετά τους ελληνιστικούς χρόνους. Το 30 π.Χ. κατεδαφίστηκε από τον ρωμαίο αυτοκράτορα Οκταβιανό Αύγουστο, μετά την περιφανή νίκη του στο Άκτιο κατά του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας, ενώ οι κάτοικοί της εγκαταστάθηκαν στην Πάτρα. Στην εποχή του γεωγράφου Στράβωνα (1ος αι. π.Χ.-1ος αι. μ.Χ.), οι Ρύπες δεν κατοικούνταν και η Ρυπική είχε διανεμηθεί ανάμεσα στους Αιγιείς και τους Φαρείς. Τούτο σημαίνει ότι το πεδινό τμήμα της προσαρτήθηκε στο γειτονικό προς Δ Αίγιον ενώ το εσωτερικό ορεινό τμήμα πέρασε στον έλεγχο της πόλης των Φαρών, με την οποία οι Ρύπες συνόρευαν στα ΝΔ. Η προσάρτηση του πεδινού τμήματος στο Αίγιον προκύπτει σαφώς και από την αναφορά του Παυσανία ότι στην εποχή του ο ποταμός Φοίνικας διέρρεε την περιοχή του Αιγίου.
Η ταύτιση της θέσεως στην οποία αναπτύχθηκε το κέντρο των Ρυπών δεν έχει ακόμη επιτευχθεί οριστικά με βάση αρχαιολογικά τεκμήρια. Οι απόψεις των ερευνητών κατά το παρελθόν αλλά σε κάποιο βαθμό και σήμερα διχάζονται ανάμεσα σε δύο κυρίως θέσεις, αυτήν της περιοχής Καμαρών-Σαλμενίκου στον πρώην Δήμο Ερινεού και της Τραπεζάς-Κούμαρι νότια του Αιγίου. Με βάση όμως τους τοπογραφικούς συσχετισμούς που παραδίδονται από τους αρχαίους συγγραφείς, η μεν Ρυπική φαίνεται πως εκτεινόταν από την δυτική όχθη του Μεγανίτη και πέρα, δηλαδή στα εδάφη των πρώην Δήμων Συμπολιτείας και Ερινεού, τις μεγαλύτερες δε πιθανότητες ως θέση του κέντρου των Ρυπών συγκεντρώνει η περιοχή Καμαρών-Σαλμενίκου.
Αντιθέτως, τα ερείπια στην Τραπεζά (εικόνα 2) νότια του Αιγίου, μεταξύ Κούμαρι και Χατζή, ήδη γνωστά από τον 19ο αιώνα, φαίνεται πως ανήκουν σε ισχυρό εσωτερικό δήμο της αρχαίας πόλης του Αιγίου που είχε υπό τον έλεγχό του σημαντικό τμήμα της ορεινής ενδοχώρας. Σημειώνω ότι το αρχαίο Αίγιον, κατά τον γεωγράφο Στράβωνα, συνοικίσθηκε από 7 ή 8 δήμους. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται και ερείπια ναού σε περίοπτο σημείο με θέα προς τον Κορινθιακό, διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη και τμήματα μονολιθικών δωρικών κιόνων που είχαν επισημανθεί από τον περασμένο αιώνα (εικόνα 3). Με διερευνητικές εργασίες μετά το 1995 έγινε γνωστή η ακριβής θέση του ιερού οικοδομήματος και η συστηματική ανασκαφή του από το 2006 κ.ε. έφερε στο φως τα λείψανα ναού δωρικού ρυθμού του τέλους του 6ου αιώνα π.Χ. και τον γλυπτό του διάκοσμο.

Ερχόμενοι τώρα στην Ρυπική, στην επικράτεια δηλαδή της πόλης των Ρυπών, θα ξεκινήσουμε την αναφορά μας από το δυτικό τμήμα της που αντιστοιχεί στην περιοχή του πρώην Δήμου Συμπολιτείας. Από όσα ευρήματα είναι γνωστά, προερχόμενα συνήθως από τυχαίους εντοπισμούς ή παραδόσεις από ιδιώτες και σωστικές ανασκαφές, μικρής ως επί το πλείστον κλίμακας, μπορούμε να προχωρήσουμε σε μια πρώτη αποτίμηση για την πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής. Μαρτυρία για την αρχαιότερη κατοίκηση έχουμε από τα χωριά Μάγειρα και Νερατζιές. Πήλινο αλάβαστρο, δηλαδή δημοφιλές μυκηναϊκό αγγείο, διακοσμημένο με ταινία καστανού χρώματος στο σώμα και δικτυωτό στον ώμο που προέρχεται από μυκηναϊκό τάφο στην θέση Παλιομέτοχο της περιοχής Μάγειρα αναβιβάζει την ανθρώπινη παρουσία εδώ στην ύστερη 2η χιλιετία π.Χ.
Το 1957 βρέθηκαν και παραδόθηκαν από τις Νερατζιές στο Μουσείο Πατρών γεωμετρικά αγγεία (9ος-8ος αι. π.Χ.) που προέρχονταν από τάφους (εικόνα 4) ενώ σε πλέον πρόσφατες ανασκαφές οικοπέδων στην ίδια περιοχή, βρέθηκαν λείψανα κλασικών τοίχων και κεραμική των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων (5ος-1ος αι. π.Χ.). Επίσης, στην οικία Γεωργίου Λέντζου στου Μάγειρα εντοπίσθηκε στο παρελθόν και αποτοιχίσθηκε ανάγλυφη μαρμάρινη κεφαλή Διονύσου των ρωμαϊκών χρόνων (τέλη 2ου-αρχές 3ου αι. μ.Χ.), που φέρει σημεία απόκρουσης στο πρόσωπο και τα μαλλιά. Ο θεός απεικονίζεται κατά πρόσωπο, με πλούσια κόμη που χωρίζεται στη μέση και είναι χτενισμένη σε κυματιστούς βοστρύχους (εικόνα 5). Σημάδια από τρυπάνι στους βοστρύχους των κροτάφων και του μετώπου δείχνουν ότι το κεφάλι του θεού κοσμούσε μεταλλικό στεφάνι κισσού, το οποίο προσαρμοζόταν σε αυτό.

Αρκετές αρχαιότητες, δυστυχώς οι περισσότερες με ελλιπή στοιχεία, αναφέρονται στην ευρύτερη περιοχή της Ροδοδάφνης: αρχαία λείψανα στην δυτική όχθη του Θολοπόταμου, αγγείο και επιγραφή κοντά στη γέφυρα στη θέση «Μουρλά» που βρέθηκαν πριν από τα μέσα του περασμένου αιώνα. Στον νεότερο οικισμό Πανόραμα Ροδοδάφνης (πρώην Μεϊντανά), εντοπίστηκαν στην δεκαετία του 1990 αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που ανήκουν σε λείψανα τοίχων και δαπέδων κτιρίων, κεραμική και θραύσματα κεραμίδων στέγης που υποδηλώνουν την ύπαρξη πιθανού αρχαίου οικισμού σε αυτή την θέση. Αρχαίες εγκαταστάσεις της κλασικής και ελληνιστικής περιόδου (5ος-1ος αι. π.Χ.) φαίνεται πως είχαν αναπτυχθεί και στην περιοχή των σημερινών χωριών Αγ. Κωνσταντίνος και Δημητρόπουλο στα νότια της Ροδοδάφνης, όπως δείχνει ο εντοπισμός κιβωτιόσχημων και κτιστών τάφων και επιφανειακής κεραμικής των παραπάνω περιόδων σε μεγάλη έκταση.
Συνεχίζοντας την πορεία πάντοτε από την δυτική πλευρά του Μεγανίτη, μέσω της οδού που οδηγεί σήμερα από το Δημητρόπουλο προς την ενδοχώρα, είναι αρκετές οι θέσεις στις οποίες έχουν γίνει τυχαίοι εντοπισμοί αρχαίων. Στο Μερτίδι, έχουν αναφερθεί από ντόπιους τυχαία ευρήματα στη διάρκεια εργασιών καλλιέργειας των αγρών, όπως μεγάλες κεραμίδες στέγης και λείψανα ταφών σε πίθους, ενώ στην Παναγιά Τούμπας σε μικρή σχετικά απόσταση από την εκκλησία της Παναγίας ήρθαν στο φως, κατά την διάρκεια άροσης κτήματος, λείψανα κυκλικού κτίσματος και δύο μαρμάρινοι κίονες χωρίς χρονολογικά στοιχεία (εικόνα 6). Θα ολοκληρώσουμε την παρουσίαση των αρχαιοτήτων της ενδοχώρας σε αυτό το τμήμα της Ρυπικής, στο δεύτερο άρθρο για τις Ρύπες.



Η Πολιτιστική Κληρονομιά της Αιγιάλειας: 06. Η αρχαία πόλη των Ρυπών, μέρος II

Συνεχίζοντας από το αμέσως προηγούμενο άρθρο για την πόλη των Ρυπών, μέρος Ι, θα ολοκληρώσουμε σήμερα την αφήγησή μας σχετικά με το ανατολικό τμήμα της Ρυπικής στον πρώην Δήμο Συμπολιτείας και ακολούθως θα μιλήσουμε για το δυτικό της τμήμα που αντιστοιχεί στον πρώην Δήμο Ερινεού, με επίκεντρο την περιοχή των Καμαρών- Σαλμενίκου.
Μετά το Μερτίδι και την Παναγιά Τούμπας (στα οποία αναφέρθηκα στο προηγούμενο άρθρο, και πάντοτε κατά μήκος του οδικού άξονα που οδηγεί από το πεδινό τμήμα στο εσωτερικό, ο επόμενος τόπος ενδιαφέροντος, μας οδηγεί στο χωριό Γρηγόρι και στην θέση Πύργος, όπου την δεκαετία του 1990 εντοπίστηκε, σε υψόμετρο περίπου 550 μ., κυκλικό κτίριο με διάμετρο 9 μ. που ανήκει σε οχυρωματικό πύργο της ελληνιστικής περιόδου (εικόνα 1 κεντρική φωτό).
Η θέση, με εκπληκτική θέα προς τον Μεγανίτη, κατοπτεύει όλη την δυτική παραλιακή ζώνη του Αιγίου και προφανώς χρησίμευε ως σημείο ελέγχου του αρχαίου δρόμου που οδηγούσε από την παραλία προς την ορεινή ζώνη (εικόνα 2). Συνεχίζοντας με κατεύθυνση προς την ενδοχώρα μετά το Γρηγόρι, κατοίκηση κατά την αρχαιότητα μαρτυρείται και στο Βερίνο, όπου έχουν επίσης εντοπιστεί εργαστήρια κεραμικής της ρωμαϊκής-υστερορωμαϊκής περιόδου.
Περαιτέρω, σε ορεινή τοποθεσία του χωριού Γκραίκα, με αφορμή εργασίες αποψίλωσης σε ιδιωτικό κτήμα, αποκαλύφθηκαν το 2000 λείψανα που ανήκουν σε σημαντικό αρχαίο ναό της Αιγιάλειας, κτισμένο από ντόπιο λίθο (εικόνα 3). Από συγκεκριμένα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά που παρατηρήσαμε κατά τις επισκέψεις μας το 2002 και το 2004, ο ναός θα πρέπει μάλλον να χρονολογηθεί στο β’ μισό του 6ου αιώνα π.Χ.
Η θέση του είναι εξαιρετικής σημασίας καθώς ελέγχει μεγάλο τμήμα της παραλιακής ζώνης του Κορινθιακού προς Β και ΒΑ, όπου οι περιοχές Αιγίου και Ελίκης (εικόνα 4), ενώ προς Δ έχει οπτική επαφή με μέρος της περιοχής Πατρών και προς Ν με ορεινές περιοχές του Ερινεού και των Φαρών. Ενδείξεις αρχαίας κατοίκησης παρατηρούμε και στην υπόλοιπη διαδρομή μέχρι την Αράχωβα, όπως μαρτυρούν διάσπαρτη κεραμική, τμήματα τοίχων κτιρίων και αρχιτεκτονικά μέλη ορατά σε διάφορες θέσεις. Στις αρχαιότητες του πρώην Δήμου Συμπολιτείας, αφιερώθηκε στο πρόσφατο παρελθόν ειδική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο 2009 στο Δημαρχείο Συμπολιτείας με συνδιοργανωτές τον Δήμο Συμπολιτείας, την ΕΦΑΕΛ και την ΙΛΕΑ και κεντρικές ομιλήτριες τις Προέδρους ΕΦΑΕΛ και ΙΛΕΑ (εικόνα 5).
Όπως έχω ήδη αναφέρει, η επικράτεια της πόλης των Ρυπών, η Ρυπική, ως προς το μεν ανατολικό τμήμα της εμπίπτει γεωγραφικά στα όρια του πρώην Δήμου Συμπολιτείας και ως προς το δυτικό στα όρια του πρώην Δήμου Ερινεού, στον οποίο και έρχομαι ευθύς αμέσως. Αδιαμφισβήτητα, η περιοχή των Καμαρών, και ενδότερα προς το εσωτερικό αυτή του Σαλμενίκου, συγκεντρώνουν τις περισσότερες πιθανότητες ταύτισης με το κέντρο της αρχαίας πόλης των Ρυπών που πρέπει να αποτελούνταν από έναν αριθμό μικρότερων ή μεγαλύτερων οικισμών, όπως υποδηλώνεται και από τον πληθυντικό του ονόματος της πόλης. Ξεκινώντας από τις Καμάρες, η ίδια η ονομασία της παραπέμπει σε αρχαιότητες αφού ανάμεσα στα ποικίλα ευρήματα που αναφέρονται από παλιά στην περιοχή: τάφοι, τοίχοι κτιρίων, χώροι λουτρών, ψηφιδωτά δάπεδα, κίονες, κιονόκρανα, συμπεριλαμβάνονται και θολωτές κατασκευές (καμάρες). Γενικά, όλη η ζώνη που εκτείνεται μεταξύ Καμαρών και Σαλμενίκου παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον, καθώς περιλαμβάνει πολλές αρχαίες θέσεις που καλύπτουν μακρά χρονολογική περίοδο από την 3η χιλιετία π.Χ. μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους αλλά και πολύ αργότερα (μέχρι την Τουρκοκρατία που όμως δεν μας απασχολεί στην παρούσα σειρά των άρθρων για την πολιτιστική κληρονομιά της Αιγιάλειας, που εστιάζει στους αρχαίους χρόνους).
Στις πιο σημαντικές θέσεις περί τις Καμάρες, ανήκουν ο Προβοδός όπου μαρτυρούνται οικισμός κλασικών, ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, αρχαϊκοί τύμβοι και τάφοι ρωμαϊκών χρόνων, το Ξερικό και ο Παλιόμυλος με παρουσία μυκηναϊκών τάφων. Προχωρώντας προς το Σαλμενίκο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περί τον λόφο του Αγ. Γεωργίου περιοχή, με λείψανα οικισμού και νεκροταφείου των ελληνιστικών-ρωμαϊκών χρόνων.
Σε περίοπτη θέση, στην κορυφή του λόφου βρίσκονται τα ερείπια κλασικού ελλειψοειδούς κτίσματος εντυπωσιακών διαστάσεων (4ος αι. π.Χ.), πιθανόν οχυρωματικού πύργου (εικόνα 6), όπως ταιριάζει στην θέση του η οποία ελέγχει την προς τον ποταμό Φοίνικα περιοχή και την επικοινωνία ανάμεσα στην παραλιακή ζώνη και την ενδοχώρα. Άλλοι οικισμοί και θέσεις νεκροταφείων, κυρίως ελληνιστικών, ρωμαϊκών και υστερορωμαϊκών χρόνων, μαρτυρούνται επίσης στην ευρύτερη περιοχή του Κάτω Σαλμενίκου, συμπεριλαμβανομένης της Βοτένης, από όπου επίσης προέρχονται μυκηναϊκά αγγεία που έχουν παραδοθεί στο Μουσείο Αιγίου. Οικισμός και νεκροταφείο των ελληνιστικών χρόνων έχουν εντοπιστεί και στο Δαμακίνι, Ν. του Σαλμενίκου, από το οποίο προέρχονται και κοσμήματα της γεωμετρικής περιόδου (8ος αι. π.Χ.) που έχουν παραδοθεί από τον περασμένο αιώνα στο Μουσείο Πατρών.
Από την ανατολική όχθη του Φοίνικα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο εντοπισμός τύμβων της Μεσοελλαδικής περιόδου (2η χιλιετία π.Χ.) στην περιοχή της Αρραβωνίτσας (εικόνα 7), όπου επίσης μαρτυρείται και οικισμός των ελληνιστικών χρόνων. Στο πεδινό τμήμα και από την ίδια πλευρά του Φοίνικα, σημαντική είναι και η περιοχή του Ν. Ερινεού, όπου τον περασμένο αιώνα (δεκαετία του’ 60) εντοπίστηκαν και παραδόθηκαν στο Μουσείο Πατρών αγγεία γεωμετρικών (9ος-8ος αι. π.Χ.) (εικόνες 8α,β) και αρχαϊκών χρόνων (7ος-6ος αι. π.Χ.) τα οποία προήλθαν από κατεστραμμένους τάφους κοντά στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό. Στον Ν. Ερινεό έχουν αναφερθεί και τάφοι ελληνιστικών χρόνων.
Λιμάνι της πόλης των Ρυπών και της Ρυπικής, όπως αναφέρει ο ιστορικός Θουκυδίδης, ήταν ο Ερινεός (σημ. Λαμπίρι), ταύτιση που ισχυροποιεί την υπόθεση ότι το κέντρο των Ρυπών πρέπει να βρίσκεται στην περιοχή των Καμαρών-Σαλμενίκου.
Ο Ερινεός ήταν το μόνο λιμάνι που πρόσφερε καταφύγιο για τα διερχόμενα πλοία, μετά τον Πάνορμο στα Δ του Ψαθόπυργου. Στην διάρκεια του πολέμου των Πελοποννησίων κατά των Αθηναίων, το λιμάνι του Ερινεού χρησίμευσε ως ορμητήριο των πρώτων, ενώ οι Αθηναίοι είχαν ως ορμητήριο των δικών τους επιχειρήσεων την Ναύπακτο. Στην ιστορική ναυμαχία που ακολούθησε το 412 π.Χ. στον Ερινεό, και οι δύο πλευρές είχαν σχετικές απώλειες αλλά καμία από τις δύο δεν αναδείχθηκε νικήτρια επί της άλλης ώστε και οι δύο θεώρησαν πως βγήκαν νικήτριες από την σύρραξη. Γι’ αυτό και έστησαν αμφότεροι τρόπαια σε ένδειξη της νίκης τους, οι μεν Πελοποννήσιοι στον Ερινεό, από όπου και εξορμούσαν, οι δε Αθηναίοι, μετά την αποχώρηση εκείνων, έστησαν το δικό τους τρόπαιο στην ευρύτερη περιοχή και σε σημείο που απείχε από τον Ερινεό περίπου 3.5 χλμ. Στις αρχαίες πηγές (Πλίνιος) αναφέρεται και οικισμός κοντά στο λιμάνι του Ερινεού που θα ήταν ασφαλώς συνδεδεμένος με το λιμάνι. Η παρουσία αρχαίων, επιφανειακής κεραμικής και θραυσμάτων κεραμίδων στέγης, στην περιοχή Μπαρμπουνέικα των Καμαρών σε κοντινή απόσταση προς το Λαμπίρι, πιθανόν υποδηλώνει την ύπαρξη ενός τέτοιου οικισμού σε αυτή την ζώνη.
Εν κατακλείδι, η πυκνότητα αρχαίων θέσεων με οικιστικά κατάλοιπα και νεκροταφεία συμπεριλαμβανομένων και ξεχωριστών ευρημάτων, όπως ο ναός στην περιοχή του Γκραίκα, οι οχυρωματικοί πύργοι σε Γρηγόρι και Σαλμενίκο και επί μέρους σημαντικά κινητά ευρήματα, σε ολόκληρη την γεωγραφική ενότητα των πρώην Δήμων Συμπολιτείας και Ερινεού, τόσο στην πεδινή όσο και στην ορεινή ζώνη, που αντιστοιχούν στα τοπογραφικά δεδομένα των αρχαίων πηγών, σύμφωνα με τα οποία οι Ρύπες βρίσκονταν αμέσως στα Δ. μετά το Αίγιον και πριν από την Πάτρα, συνηγορούν υπέρ της ταύτισης της επικράτειας της Ρυπικής με αυτήν την ενότητα, και ειδικότερα της πόλης των Ρυπών με την περιοχή Καμαρών-Σαλμενίκου.
Η Πολιτιστική Κληρονομιά της Αιγιάλειας: 7. Αρχαία Ελίκη: η πρωτεύουσα πόλη, μέρος I


Μετά την ολοκλήρωση της αναφοράς και περιήγησής μας στις αρχαίες πόλεις του Αιγίου και των Ρυπών, στα προηγούμενα 6 άρθρα μου, θα περάσουμε σήμερα στην Ελίκη, την σημαντικότερη πόλη της αρχαίας Αιγιάλειας και συνολικά όλης της Αχαΐας, την αρχαία πρωτεύουσα των Δώδεκα Πόλεων.
Την μυκηναϊκή περίοδο η Ελίκη συμπεριλαμβανόταν στο βασίλειο του Αγαμέμνονα των Μυκηνών, όπως αναφέρεται στον Ομηρικό Κατάλογο των Πλοίων, και συμμετείχε στην Τρωϊκή εκστρατεία, όπως και η γειτονική της πόλη του Αιγίου. Η Ελίκη όμως υπήρξε ένδοξη πόλη πολύ νωρίτερα, όταν ο Ίων, γενάρχης των Ιώνων, την έκτισε στην εύφορη πεδιάδα της Αιγιάλειας γης και την έκανε κέντρο του βασιλείου του τον 14ο αιώνα π.Χ., δίνοντάς της το όνομα της συζύγου του Ελίκης, μοναδικής κόρης του ντόπιου βασιλέα των Αιγιαλέων, Σελινούντα. Οι Ίωνες πιθανότατα κατοικούσαν στην περιοχή ήδη από τις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ., ζώντας μαζί με τον ντόπιο πληθυσμό των Αιγιαλέων που μετά την ίδρυση της Ελίκης και την ενδυνάμωση του ιωνικού στοιχείου ονομάστηκαν Ίωνες Αιγιαλείς. Η Ελίκη αναδείχθηκε σε πρώτη πόλη της Ιωνικής Δωδεκάπολης στην Β. Πελοπόννησο. Την ίδια θέση διατήρησε και μετά την επικράτηση των Αχαιών που έφθασαν στην περιοχή τον 12ο αιώνα π.Χ. υπό την ηγεσία του Τισαμενού, γιου του Ορέστη και εγγονού του Αγαμέμνονα. Στην σύγκρουση που ακολούθησε με τους Ίωνες στην Ελίκη, οι Αχαιοί, έχοντας προφανώς και την στήριξη ομάδων Αχαιών που κατοικούσαν στην περιοχή του Αιγιαλού από παλιά, αν και έχασαν τον βασιλιά τους στην μάχη, ήταν οι νικητές και πολλοί από τους Ίωνες υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή. Αρχικά κατέφυγαν στην Αττική και από εκεί ορισμένες ομάδες μαζί με ομοφύλους τους της Αττικής ταξίδεψαν στην άλλη άκρη του Αιγαίου και εγκαταστάθηκαν στην γη της Ιωνίας. Η χώρα του Αιγιαλού μετά την αποχώρηση των Ιώνων, μετονομάστηκε σε Αχαΐα υπό την εξουσία των νέων κυριάρχων και κατοικήθηκε με το ίδιο σύστημα διαίρεσης σε Δώδεκα πόλεις/μέρη, όπως και πριν επί Ιώνων, σύμφωνα με τον ιστορικό Ηρόδοτο. Η Ελίκη παρέμεινε η πρωτεύουσα και της νέας Αχαϊκής Δωδεκάπολης.
Αν και από τις αρχαίες πηγές, η θέση της Ελίκης καθορίζεται με σαφήνεια στα ανατολικά της πόλης του Αιγίου, το γεγονός ότι το 373 π.Χ. υπέστη σοβαρό πλήγμα από ισχυρό σεισμό και θαλάσσια κύματα οδήγησε λανθασμένα τους παλαιότερους ερευνητές στην αναζήτησή της στον Κορινθιακό κόλπο, συμπεριλαμβάνοντας την Ελίκη στις αναζητούμενες χαμένες πόλεις στον βυθό της θάλασσας. Το πρόβλημα της ανακάλυψης αποτελούσε αίνιγμα για την αρχαιολογική επιστήμη μέχρι σχεδόν την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα. Σήμερα όμως, χάρη στις συστηματικές και πρωτοποριακές έρευνες της ομάδας μας γνωρίζουμε ότι η πόλη της Ελίκης δεν βρίσκεται θαμμένη στα βάθη του Κορινθιακού αλλά αντίθετα στην ξηρά, στην παραλιακή πεδιάδα κυρίως μεταξύ των ποταμών Σελινούντα και Κερυνίτη στα ανατολικά του Αιγίου (εικόνα 1 κεντρική φωτό). Η λύση του προβλήματος οφείλεται σε δύο κυρίως παράγοντες. Στην επανεξέταση των αρχαίων πηγών και την σωστή ερμηνεία του όρου «πόρος» που αναφέρεται στην περιοχή της Ελίκης μετά τον σεισμό από τον φιλόσοφο και μαθηματικό Ερατοσθένη του 3ου αι. π.Χ., ο οποίος επισκέφθηκε την Ελίκη και είδε τον «πόρο» και τους πορθμείς. Ο όρος είχε στο παρελθόν παρερμηνευθεί από όλους όσους ασχολήθηκαν με το θέμα αφού θεώρησαν ότι σημαίνει τον Κορινθιακό κόλπο.
Η προσωπική μου διαφορετική ερμηνεία του «πόρου» ως λιμνοθάλασσας/λίμνης που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ το 1995, έδωσε διαφορετική κατεύθυνση στην έρευνα αναζητώντας αυτή την λιμνοθάλασσα στην σημερινή ξηρά. Πράγματι, με την συνδυαστική, πρωτοποριακή για τα ελληνικά δεδομένα, εφαρμογή δειγματοληπτικών γεωτρήσεων (εικόνα 2) και γεωφυσικών διασκοπήσεων του υπεδάφους στην δεκαετία 1990-2000, όχι μόνον εντοπίσαμε την αρχαία λιμνοθάλασσα στο κέντρο περίπου της πεδιάδας μεταξύ Ριζομύλου-Νικολαιίκων (εικόνα 3) αλλά ανακαλύψαμε και θαμμένες αρχαιότητες σε πολλές θέσεις της πεδιάδας που μέχρι τότε όλοι θεωρούσαν ότι δεν υπάρχουν.
Το πρώτο εντυπωσιακό παράδειγμα εντοπισμού αρχαίου θαμμένου κτιρίου στην πεδιάδα το 1994, ήταν αποτέλεσμα της εφαρμογής δειγματοληπτικών γεωτρήσεων και μαγνητομέτρου από το Τμήμα Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών με επικεφαλής τον Καθηγητή Γεωφυσικής Σταύρο Παπαμαρινόπουλο (εικόνα 4, χάρτης μαγνητομέτρου με τους αρχαίους στόχους, σημείο με βέλος) που οδήγησε την επόμενη χρονιά (Ιούνιος 1995) στην πρώτη ανασκαφή που έγινε ποτέ στην περιοχή, στο κτήμα του Κ. Κλωνή από τον Ριζόμυλο που από την πρώτη στιγμή υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του εγχειρήματος (εικόνα 5, ο κ. Κλωνής παρακολουθεί τις ανασκαφές).
Η συνέχεια των ερευνών μας μέχρι το 2000, εφαρμόζοντας διεπιστημονικές μεθόδους που σήμερα ακολουθούνται και σε πολλές άλλες αρχαιολογικές έρευνες, είχε ως αποτέλεσμα τον εντοπισμό θαμμένων αρχαιοτήτων σε γενικά βάθη από 1-1.5/4-4.5 μ. σε όλο το εύρος της πεδιάδας ανάμεσα στα χωριά της Ελίκης, του Ριζομύλου και των Νικολαιίκων. Η ανακάλυψη των πρώτων κατεστραμμένων από τον σεισμό του 373 π.Χ. κτιρίων της κλασικής Ελίκης το 2001 στον Ριζόμυλο, έφερε το θέμα της Ελίκης στο διεθνές προσκήνιο αφού αποτέλεσε το κίνητρο του ωριαίου επιστημονικού ντοκυμαντέρ που αφιέρωσε το διεθνούς φήμης βρεττανικό κανάλι BBC στο συνολικό έργο μας για την Αρχαία Ελίκη (εικόνα 6, σκηνή από τα γυρίσματα του BBC) ξεκινώντας από τα πρώτα βήματα με την αρχική υποβρύχια έρευνα του 1988. Το ντοκυμαντέρ προβλήθηκε σε χώρες της Ευρώπης και της Ασίας, στις ΗΠΑ, στην Αυστραλία και στον Καναδά, κάνοντας γνωστό το έργο μας και την περιοχή της Αιγιάλειας σε όλο τον κόσμο.
Σε κοντινή απόσταση, οι συστηματικές ανασκαφές της ομάδας μας έφεραν στο φως τα εκτεταμένα ερείπια κτιρίων που ανήκουν στον παλαιότερο οικισμό που αναπτύχθηκε ποτέ στην πεδιάδα της Ελίκης και χρονολογείται στην 3η χιλιετία π.Χ., δηλαδή στην πρωτοελλαδική περίοδο. Μεγάλα ευθύγραμμα κτίρια με άνετους χώρους (εικόνες 7, 8), κτισμένα εκατέρωθεν λιθόστρωτων δρόμων, βρέθηκαν με το περιεχόμενο των δωματίων τους άθικτο, όπως ήταν την στιγμή που οι κάτοικοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους λόγω σεισμού που προκάλεσε και πυρκαϊά. Θραυσμένα αγγεία αλλά και πολλά ακέραια, μεγάλα αποθηκευτικά πιθάρια, λίθινα εργαλεία, πήλινα αντικείμενα υφαντικής, υπολείμματα διατροφής των κατοίκων, κυρίως όστρεα (θαλασσινά) και οστά ζώων, και αντικείμενα σπάνια από πολυτελή μέταλλα, χρυσό και ασήμι, αποτελούν ορισμένα από τα ευρήματα του οικισμού που αντιπροσωπεύει μια «προϊστορική Πομπηία» στην περιοχή, γιατί διατηρείται ανέπαφος αφού θάφτηκε κάτω από θαλάσσια, λιμνοθαλάσσια και χερσαία ιζήματα που τον προστάτευσαν από μεταγενέστερες ανθρώπινες παρεμβάσεις, όπως αντίθετα συνήθως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις.
Ο χαρακτήρας του πολεοδομικά οργανωμένου πρωτοελλαδικού οικισμού της Ελίκης στον Ριζόμυλο καθώς και τα ίδια τα ευρήματα, μαρτυρούν ότι ο οικισμός είχε τον οικονομικό έλεγχο στην πλευρά αυτή του Κορινθιακού και είχε αναπτύξει εμπορικές συναλλαγές και σχέσεις με πολιτισμούς του Αιγαίου και της Μ. Ασίας, συμπεριλαμβανομένης και της περιοχής της αρχαίας Τρωάδας. Και ενώ στην ηπειρωτική Ελλάδα, οι περισσότεροι σύγχρονοί του οικισμοί αρχίζουν μετά το τέλος της δεύτερης φάσης τους, γνωστής ως Πρωτοελλαδικής ΙΙ (περί το 2450-2400 π.Χ.), να παρακμάζουν, στην Ελίκη ο οικισμός αναπτύσσεται ακόμη περισσότερο στην επόμενη φάση, αποκτά πολεοδομικό σχεδιασμό και αναδεικνύεται ως πρωτο-αστικό κέντρο στην περιοχή. Θα συνεχίσουμε την αναφορά μας στον μοναδικό αυτό οικισμό και τα ευρήματά του στο επόμενο άρθρο μου.
Η Πολιτιστική Κληρονομιά της Αιγιάλειας: 8. Αρχαία Ελίκη: η πρωτεύουσα πόλη, μέρος IΙ

Οι δε Μυκήνας είχον, … Αίγιον αμφινέμοντο
Αιγιαλόν τ’ ανά πάντα και αμφ’ Ελίκην ευρείαν.
Ιλιάδα, 569-575
Συνεχίζοντας την αναφορά από το προηγούμενο άρθρο μουστον μοναδικό πρωτοελλαδικό οικισμό της Ελίκης στον Ριζόμυλο, θα σας παρουσιάσω σήμερα μερικά και μόνον από τα πιο σημαντικά ευρήματα καθώς είναι αδύνατον να περιγραφεί το πλούσιο σύνολο που έχει ανακαλυφθεί από την ομάδα μας στον οικισμό του Ριζομύλου, μέσα από την συνοπτική παρουσίαση για την πολιτιστική κληρονομιά της Αιγιάλειας στη σειρά αυτή των ενημερωτικών άρθρων μου.
Ξεκινώντας από τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που έχουν φέρει στο φως οι ανασκαφές μας στην περιοχή, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτά αποτελούν μοναδικά παραδείγματα κτισμάτων ενός πρωτο-αστικού παραθαλάσσιου κέντρου της Πρωτοελλαδικής ΙΙ-ΙΙΙ φάσης (περίπου 2600-2200/2150 π.Χ.) σε ολόκληρη την Αιγιάλεια, αναπτυγμένου στην πεδιάδα της Ελίκης, σε απόσταση μόλις 150-200 μ. από την αρχαία ακτογραμμή που βρισκόταν τότε στην θέση της σημερινής σιδηροδρομικής γραμμής που διέρχεται από την περιοχή. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει οίκημα διώροφο του τύπου γνωστού με τον διεθνή όρο Corridor House (οικία των «διαδρόμων») που δεν συναντάται σε όλους τους αντίστοιχους οικισμούς και θεωρείται ότι έχει χαρακτήρα κέντρου διοίκησης του οικισμού, δηλαδή ενός σημερινού Δημαρχείου. Η μελέτη αυτού του κτιρίου με την εφαρμογή ειδικού προγράμματος πληροφορικής και τεχνικών αναλύσεων από την συνεργάτιδά μας Mariza Kormann του Πανεπιστημίου του Sheffield, οδήγησε στην τρισδιάστατη απεικόνισή του με τους δύο ορόφους (ισόγειο και 1ο όροφο), τους εξώστες, την εξωτερική σκάλα και την στέγη από πήλινες κεραμίδες (εικόνα 1 κεντρική). Η παρουσίαση της σχετικής εργασίας μας στα δύο διεθνή Συνέδρια, με θέμα την Εφαρμογή της Πληροφορικής στην Αρχαιολογία, στην Σιένα της Ιταλίας το 2015 και στο Όσλο της Νορβηγίας το 2016 απέσπασε ιδιαιτέρως επαινετικά σχόλια.
Εικόνα 2
Ιδιαίτερα πλούσια η κεραμική που ανακαλύφθηκε στα δωμάτια και τους χώρους των κτιρίων, αντιπροσωπεύεται από ποικιλία σχημάτων και διακοσμήσεων (εικόνα 2) και περιλαμβάνει πολλά ακέραια αγγεία (εικόνα 3). Ξεχωριστής σημασίας είναι το σπάνιο ηγεμονικό κύπελλο, γνωστό με τον Ομηρικό όρο «δέπας αμφικύπελλον», το μοναδικό που έχει βρεθεί μέχρι σήμερα σε ολόκληρη την Δυτική ηπειρωτική Ελλάδα, και του οποίου η ανακάλυψη στην Ελίκη αλλάζει κυριολεκτικά τον χάρτη παρουσίας αυτού του ιδιαίτερου αγγείου στην δυτική Μεσόγειο (εικόνα 4).
Στα σπάνια αντικείμενα από τον οικισμό ανήκουν και ευρήματα σε χρυσό και ασήμι. Ξεχωριστή και ενδιαφέρουσα κατηγορία αποτελούν επίσης τα μεγάλα πιθάρια, ύψους άνω του 1 μ., που ανακαλύφθηκαν σε ειδικούς αποθηκευτικούς χώρους μέσα στα οικήματα (εικόνα 5, συντηρημένο πιθάρι από τον οικισμό).
Εικόνα 3
Η πετρογραφική και ορυκτολογική ανάλυση κεραμικών δειγμάτων όλων των τύπων από τον συνεργάτη του προγράμματος αν. Καθηγητή του Πανεπιστημίου Πατρών Γιάννη Ηλιόπουλο, έδειξε ότι η κεραμική παραγωγή του πρωτοελλαδικού οικισμού της Ελίκης βασίζεται σε ένα μεγάλο εύρος ντόπιων πρώτων υλών, τις οποίες οι κεραμείς επεξεργάζονται με διαφορετικούς τρόπους σε καθεμία από τις δύο κύριες φάσεις του οικισμού, ακόμα και όταν πρόκειται για δοχεία που προορίζονται για παρόμοιες λειτουργικές ανάγκες. Σημαντικά διαφορετική σε σχέση με τα μικρά οικιακά σκεύη είναι η διαδικασία κατασκευής των μεγάλων αποθηκευτικών πίθων, όσον αφορά την επιλογή και επεξεργασία των πρώτων υλών σε συνδυασμό και με την προετοιμασία του χώρου τοποθέτησής τους μέσα στα κτίρια.
Εικόνα 4
Συμπερασματικά, ο πρωτοελλαδικός οικισμός της Ελίκης στον σημερινό Ριζόμυλο, σε αντίθεση με την παρακμή που παρατηρείται κατά την ΠΕ ΙΙΙ φάση (δηλαδή μετά το 2450 π.Χ.) σε άλλους σύγχρονους οικισμούς της ηπειρωτικής Ελλάδας, αναπτύσσεται περισσότερο με την αναδιοργάνωσή του βάσει ορθογωνισμένου χωροταξικού σχεδιασμού, καθώς και με την διαμόρφωση ενός μνημειώδους κτιρίου του τύπου «των Διαδρόμων» -Corridor House. Οι αρχιτεκτονικές καινοτομίες φαίνεται ότι συνδέονται με την ανάδυση στον οικισμό μιας νέας κοινωνικο-οικονομικής δομής, που παράλληλα με την εγκαθίδρυση διοικητικού ελέγχου της πόλης, ταυτόχρονα επιτρέπει και την ανάδυση του κύρους και της δύναμης ιδιωτικών θεσμών. Σε ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο, η ακμή της Ελίκης αυτή την περίοδο, βρίσκει ομοιότητες με τα κέντρα του Αιγαίου, ίσως και ακόμα ανατολικότερα. Εκτός από τις ομοιότητες στο επίπεδο της οικιστικής οργάνωσης, η ύπαρξη άμεσης επικοινωνίας με μακρινούς θαλάσσιους προορισμούς τεκμηριώνεται από ένα εύρος εισαγμένων αντικειμένων, ανάμεσα στα οποία το εμβληματικό δέπας τύπου Τροίας/Ανατολίας, κοσμήματα από πολύτιμα μέταλλα με προέλευση από την ανατολή ή το βορρά, και οψιανός από την Μήλο, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο υιοθέτησης μιας πολιτισμικής κοινής και αποτελούν χαρακτηριστικά μιας κοσμοπολίτικης κοινωνίας.
Εικόνα 5
Και ενώ η αρχαιότερη πρωτοελλαδική εγκατάσταση (3η χιλιετία π.Χ.) στην πεδιάδα της Ελίκης εντοπίζεται στον Ριζόμυλο, στο κέντρο σχεδόν της ζώνης μεταξύ των ποταμών Σελινούντα και Κερυνίτη, η θέση του οικισμού κατά την Υστεροελλαδική περίοδο που συμπίπτει με την εποχή ίδρυσης της Ελίκης από τον Ίωνα τον 14ο αιώνα π.Χ.  βρίσκεται στην περιοχή του σημερινού χωριού των Νικολαιίκων. Σε τρεις θέσεις, σε σχετικά μικρή μεταξύ τους απόσταση, η ερευνητική μας ομάδα έφερε στο φως ευρήματα που συνδέονται με δύο από τις πλέον σημαντικές περιόδους της Ελίκης: την μυκηναϊκή (14ος-12ος α. π.Χ.), όταν η Ελίκη ήταν η πρωτεύουσα της Ιωνικής Δωδεκάπολης, το πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο του αρχαίου Αιγιαλού και της γεωμετρικής (9ος-8ος αι. π.Χ.), όταν ηγήθηκε της ίδρυσης της πρώτης αχαϊκής αποικίας στην Μεγάλη Ελλάδα. Τα ευρήματα, αρχιτεκτονικά κατάλοιπα σημαντικών γεωμετρικών κτιρίων (εικόνα 6) και πλούσια μυκηναϊκή και γεωμετρική κεραμική (εικόνα 7), αποτελούν την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ανάπτυξης του μυκηναϊκού και γεωμετρικού οικισμού της Ελίκης στην περιοχή των Νικολαιίκων. Στην ίδια περιοχή, και στις υπώρειες του λόφου Καλλιθέα που υψώνεται πάνω από τα Νικολαίικα, σε σωστική ανασκαφή στο πλαίσιο του έργου κατασκευής της Νέας Εθνικής Οδού Κορίνθου-Πατρών, αποκαλύφθηκαν τα ερείπια εκτεταμένου μυκηναϊκού οικισμού. Σε υψηλότερα πρανή του ίδιου λόφου, ανασκαφικές και γεωφυσικές έρευνες της ομάδας μας αποκάλυψαν την παρουσία περισσότερων μυκηναϊκών τοίχων.
Εικόνα 6
Εικόνα 7
Εικόνα 8
Η Ελίκη νωρίς και πρώτη από όλες τις αχαϊκές πόλεις, ίδρυσε στην Κάτω Ιταλία την αποικία της Συβάρεως περί το 730 π.Χ., σε εύφορη περιοχή προς την πλευρά του Ιονίου πελάγους, ανάμεσα στους ποταμούς Σύβαρι και Κράθι. Η νέα πόλη αναδείχθηκε σε μια από τις διασημότερες ελληνικές αποικίες της Μεγάλης Ελλάδας και ίδρυσε και η ίδια δύο ακόμη σημαντικές αχαϊκές πόλεις, το Μεταπόντιο γύρω στο 630/20 π.Χ. βορειότερα προς το Ιόνιο πέλαγος και σε αντίστοιχη θέση από την άλλη πλευρά του Τυρρηνικού πελάγους, την Ποσειδωνία, ένα περίπου τέταρτο του αιώνα μετά το Μεταπόντιο. Η ισχύς της Συβάρεως υπήρξε μεγάλη και στην ηγεμονία της συγκαταλέγονταν 4 έθνη και 25 πολιτείες κατά τον γεωγράφο Στράβωνα. Το ισχυρό της νόμισμα με έμβλημα τον ταύρο (εικόνα 8), χαρακτηριστικό σύμβολο του Ποσειδώνα, κυρίαρχου θεού της Ελίκης, φαίνεται πως υιοθετήθηκε από όλους τους πληθυσμούς που κατοικούσαν στην Συβαρίτιδα, την μεγάλη επικράτεια της πόλης. Την ηγεμονία της Συβάρεως ανέκοψε το 510 π.Χ. η καταστροφή της, με την επικάλυψή της κάτω από τα νερά των ποταμών, από την γειτονική αχαϊκή πόλη του Κρότωνα (αποικία των Ρυπών,
Η Πολιτιστική Κληρονομιά της Αιγιάλειας: 9. Αρχαία Ελίκη: η πρωτεύουσα πόλη, μέρος IΙI
Οι δε Μυκήνας είχον, … Αίγιον αμφινέμοντο
Αιγιαλόν τ’ ανά πάντα και αμφ’ Ελίκην ευρείαν.
Ιλιάδα, 569-575
Η Ελίκη δεν υπήρξε μητρόπολις μόνον της Συβάρεως και των θυγατρικών της αποικιών στο Μεταπόντιο και την Ποσειδωνία στην Μεγάλη Ελλάδα, για τις οποίες σας μίλησα στο προηγούμενο άρθρο μου .
Όταν οι Ίωνες στα τέλη της μυκηναϊκής περιόδου έχασαν την μάχη στην Ελίκη από τους Αχαιούς που εισέβαλαν στην Αιγιάλεια , πολλοί από αυτούς υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Αρχικά κατέφυγαν στην Αττική και από εκεί αργότερα μαζί με ομοφύλους τους της Αττικής ταξίδεψαν, αυτή την φορά, προς την Ανατολή και εγκαταστάθηκαν στην γη της Ιωνίας.
Φαίνεται πως ειδικά οι Ελικείς Ίωνες αποίκισαν την Πριήνη, αφού ανάμεσα στους πληθυσμούς των ιωνικών πόλεων, οι Πριηνείς ισχυρίζονταν ότι κατάγονταν απευθείας από την Ελίκη, όπως μας πληροφορεί ο γεωγράφος Στράβων: «και αυτοί οι Πριηνείς εξ Ελίκης είναι λέγονται». Μάλιστα, στην χώρα της Πριήνης εξακολουθούσαν οι Ίωνες μέχρι την ύστερη αρχαιότητα να εορτάζουν τα Πανιώνια προς τιμήν του Ελικωνίου Ποσειδώνος, προσφέροντας θυσίες ταύρου, όπως γινόταν και στο πατρογονικό ιερό του θεού στην Ελίκη.
Εικόνα 1
Όταν κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. η πόλη ανακαινίστηκε με την κατασκευή νέων μνημειωδών κτιρίων, η Πριήνη έκοψε νομίσματα στα οποία απεικονίζονται σύμβολα που παραπέμπουν στην καταγωγή των Ιώνων κατοίκων της από την Αθήνα και την Ελίκη, όπως τρίαινα (σύμβολο του Ποσειδώνα, πολιούχου θεού της Ελίκης, εικόνα 1) και γλαύκα (σύμβολο της Αθηνάς, πολιούχου της Αθήνας). Στις νέες σειρές, περιλαμβάνεται και εξαιρετικού ενδιαφέροντος κοπή που εμφανίζει στον οπισθότυπο την επιγραφή ΠΡΙΗ/ΕΛΙΚ, δηλαδή Πριηνέων/Ελικέων. Το νόμισμα αυτής της κοπής αποτελεί σημαντικό τεκμήριο σύνδεσης της καταγωγής των Πριηνέων με την πανάρχαια πρωτεύουσα των Ιώνων στην Β. Πελοπόννησο, την ιωνική Ελίκη.
Στο πλαίσιο του αποικισμού των Ιώνων στην Μ. Ασία, κεντρική θέση κατέχει η μεταφορά της λατρείας του Ελικωνίου Ποσειδώνος από τους Ίωνες της Ελίκης στην νέα γη της Ιωνίας. Γύρω από αυτή την λατρεία συσπειρώθηκαν οι ιωνικές πόλεις, με έδρα το ιερό του Ποσειδώνα στην περιοχή της Μυκάλης, το Πανιώνιον. Πρόσφατες ανασκαφές στην Μυκάλη έφεραν στο φως σημαντικά ευρήματα για την ταύτιση της θέσης του αρχαϊκού Πανιωνίου (7ος/6ος αι. π.Χ., εικόνα 2 κεντρική) καθώς και του χώρου επανίδρυσης της λατρείας του Ελικωνίου Ποσειδώνος σε μεταγενέστερη περίοδο και συγκεκριμένα στο β’ μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Τα νέα αρχαιολογικά δεδομένα από την Ιωνία φαίνεται να επιβεβαιώνουν την μαρτυρούμενη από τις ιστορικές πηγές αποστολή Ιώνων πρεσβευτών στην Ελίκη τον 4ο αιώνα π.Χ. που πρέπει πλέον να προσδιοριστεί χρονολογικά στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, δηλαδή μετά το σεισμικό φαινόμενο του 373 π.Χ. και όχι νωρίτερα, όπως πιστευόταν παλαιότερα.
Εικόνα 3
Η ιστορία της αποστολής των Ιώνων πρεσβευτών στην Ελίκη, έχει εν συντομία ως εξής. Λόγω πολέμων που ξέσπασαν στην περιοχή, οι Ίωνες αποφάσισαν να μεταφέρουν την θέση του ιερού σε ασφαλέστερο τόπο κοντά στην Έφεσο. Μετά από χρησμό του μαντείου των Δελφών, έστειλαν απεσταλμένους στην Ελίκη προκειμένου να θυσιάσουν στον πατρογονικό βωμό στο ιερό του Ελικωνίου Ποσειδώνος και να μεταφέρουν τα λείψανα της θυσίας, δηλαδή καμμένα οστά των θυσιασμένων ζώων και ιερές στάχτες, στην Ιωνία για την εγκαθίδρυση του ιερού του θεού στον νέο τόπο. Αν και η Συνέλευση των Αχαιών, στους οποίους προσέφυγαν οι Ίωνες πρεσβευτές μετά την άρνηση των Ελικέων να επιτρέψουν την θυσία, έδωσε την συγκατάθεσή της, οι Ελικείς επέμειναν στην άρνησή τους και επειδή οι Ίωνες τελικά εθυσίασαν, διασκόρπισαν τα λείψανα της θυσίας συλλαμβάνοντας μάλιστα τους απεσταλμένους. Το περιστατικό έχει συνδεθεί από τις αρχαίες πηγές με τον σεισμό που συνέβη στην Ελίκη το 373 π.Χ., ως απόδειξη τιμωρίας των Ελικέων από τον θεό των σεισμών για την ασέβεια που επέδειξαν μέσα στο ιερό.
Εικόνα 4
Λόγω της σύνδεσης με τον καταστροφικό σεισμό, η άφιξη των Ιώνων στην Ελίκη γενικά θεωρείται ότι έλαβε χώρα προ του σεισμού, δηλαδή κάπου στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. Ωστόσο, τα νέα ευρήματα από την Ιωνία, όπως ανέφερα πιο πάνω, μεταθέτουν το συμβάν στο β’ μισό του αιώνα και μάλιστα πλησιέστερα προς το τέλος του. Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον ότι στην ίδια χρονολογική περίοδο παραπέμπουν και τα ευρήματα των ανασκαφών της ομάδας μας στην περιοχή της σύγχρονης Ελίκης/Βαλιμιτίκων, όπου έχουμε εντοπίσει την θέση ενός ακμαίου υστεροκλασικού-ελληνιστικού οικισμού (β’ μισό 4ου-τέλη 2ου αι. π.Χ.). Ανάμεσα στα κτιριακά κατάλοιπα που έχουν αποκαλυφθεί, εξέχουσα θέση κατέχει μεγάλο κτιριακό συγκρότημα που περιλαμβάνει εργαστήρια βαφής υφασμάτων, χώρους ύφανσης και αποθήκευσης, σε εξαιρετική διατήρηση. Το κεντρικό σύμπλεγμα των δεξαμενών με επιμελημένα βοτσαλωτά δάπεδα (εικόνα 3) και ποικίλες κατασκευές, λίθινες, επενδεδυμένες με κονίαμα ή πήλινες είναι ευρήματα σπάνια στο είδος τους και αποτελούν μοναδικό παράδειγμα αυτού του τύπου εργαστηρίων της πρώιμης ελληνιστικής περιόδου σε ολόκληρη την Μεσόγειο.
Εικόνα 5
Η πλούσια και σημαντική συλλογή κινητών ευρημάτων από την ανασκαφή του χώρου περιλαμβάνει μεταξύ άλλων ποικίλα αγγεία (εικόνες 4, 5), νομίσματα (εικόνα 6), μεταλλικά αντικείμενα, πήλινους λύχνους, πήλινα υφαντικά βάρη (εικόνα 7) αλλά και ξεχωριστά ευρήματα, όπως ακέφαλο αγαλματίδιο Ταναγραίας (εικόνα 8), και πολυτελή αντικείμενα (χάνδρες από χρυσό, γυαλί κλπ.). Το τμήμα του κτιρίου που έχει ανασκαφεί μέχρι σήμερα καταλαμβάνει έκταση 1 στρέμματος και είναι φανερό ότι επεκτείνεται περαιτέρω προς όλες τις πλευρές. Η ολοκλήρωση της ανασκαφής του θα προσφέρει στην επιστήμη και την έρευνα σημαντικές γνώσεις για την σημασία και τον χαρακτήρα μνημείων αυτού του τύπου και η περιοχή της Αιγιάλειας θα μπορεί να αναδείξει έναν σπάνιο αρχαιολογικό χώρο με μοναδικά χαρακτηριστικά.
Εικόνα 6
Τα νέα ανασκαφικά δεδομένα και από τις δύο περιοχές, της Ελίκης και της Ιωνίας, θέτουν σε αναθεώρηση πλέον την ιστορία και εξέλιξη της Ελίκης μετά το καταστροφικό γεγονός του 373 π.Χ. και ουσιαστικά ανατρέπουν την παλαιότερη άποψη περί ολοκληρωτικής καταστροφής και εξαφάνισης της πόλης. Αντίθετα, λίγες σχετικά δεκαετίες μετά τον σεισμό όσοι Ελικείς επέζησαν της καταστροφής, μετακινήθηκαν στην δυτική πλευρά της πεδιάδας προς τα σύνορα με το Αίγιον και δημιούργησαν έναν νέο οικισμό στην παρόχθια περιοχή νοτιοδυτικά της λίμνης/λιμνοθάλασσας που κατελάμβανε πλέον την θέση της πληγείσας περιοχής της Ελίκης στα ανατολικά (περιοχή σημερινού Ριζομύλου-Νικολαιίκων), ο οποίος γύρω στο 300 π.Χ. είχε φθάσει σε ιδιαίτερη ακμή ώστε να διαθέτει εργαστήρια βαφής νημάτων/υφασμάτων μεγάλης γεωγραφικής εμβέλειας, όπως σαφέστατα δείχνει το μέγεθος και η επιμελημένη κατασκευή των εγκαταστάσεων που έχουμε φέρει στο φως στον συγκεκριμένο αρχαιολογικό χώρο της Ελίκης.
Εικόνα 7
Ταυτόχρονα, οι γεωλογικές και παλαιοσεισμολογικές έρευνες της ομάδας μας με επικεφαλής τον Καθηγητή Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών Γιάννη Κουκουβέλα, έχουν προσθέσει σημαντικά νέα στοιχεία σχετικά με την δράση των ρηγμάτων και τα σεισμικά συμβάντα στην περιοχή της Ελίκης από τους προϊστορικούς χρόνους (3η χιλιετία π.Χ.) μέχρι και την ύστερη αρχαιότητα (5ος-6ος αι. μ.Χ.). Ειδικότερα, η μελέτη του διάσημου σεισμικού Ρήγματος της Ελίκης είναι σε εξέλιξη και αναμένεται να δώσει σημαντική πληροφόρηση για την διαχρονική δράση του στην περιοχή. Στο σχήμα της εικόνας 9, με βάση τα αρχαιολογικά και γεωλογικά ευρήματα σε ανασκαφή μας στα Νικολαίικα, σημειώνονται τα βασικά μέρη του ρήγματος της Ελίκης και τα κύρια γεωμορφολογικά στοιχεία της περιοχής, δηλαδή η πεδινή περιοχή όπου ρέει ο ποταμός Κερυνίτης, η λοφώδης περιοχή που σχηματίζεται από την ανύψωση της βάσης του ρήγματος και η ζώνη με τα αποκαλυφθέντα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της πρωτογεωμετρικής-γεωμετρικής περιόδου (9ος-8ος αι. π.Χ.) που ήταν θεμελιωμένα κυρίως στην οροφή του ρήγματος της Ελίκης.
Εικόνα 8
Εικόνα 9

Η Πολιτιστική Κληρονομιά της Αιγιάλειας: 10. Αρχαία Ελίκη: η πρωτεύουσα πόλη, μέρος IV
Οι δε Μυκήνας είχον, … Αίγιον αμφινέμοντο Αιγιαλόν τ’ ανά πάντα και αμφ’ Ελίκην ευρείαν. Ιλιάδα, 569-575
Στην διάρκεια του ερευνητικού μας έργου στην περιοχή της Αρχαίας Ελίκης τα τελευταία 30 χρόνια, οι αρχαιολογικές έρευνες πραγματοποιήθηκαν πάντοτε συνδυαστικά με τις γεωλογικές και σεισμολογικές, αφού η κατανόηση της γεωμορφολογίας και τεκτονικής της περιοχής έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο για τον επιτυχή εντοπισμό της Αρχαίας Ελίκης, όπως και έγινε τελικά από την ομάδα μας, στην ξηρά και όχι στην θάλασσα. Σε αυτό το πλαίσιο, τα στοιχεία των ερευνών και μελετών ανέδειξαν την συνολική εικόνα της γεωμορφολογίας της περιοχής διαχρονικά και καθόρισαν με σαφήνεια τις αλλαγές που επέφερε σε αυτήν το σεισμικό φαινόμενο του 373 π.Χ.
Όπως ήδη περιέγραψα στο προηγούμενο άρθρο μου οι ανασκαφές της ομάδας μας στην περιοχή της σύγχρονης Ελίκης/Βαλιμιτίκων, έφεραν στο φως έναν ακμαίο υστεροκλασικό-ελληνιστικό οικισμό (β’ μισό 4ου-τέλη 2ου αι. π.Χ.) που αναπτύχθηκε λίγες σχετικά δεκαετίες μετά τον σεισμό, στα δυτικά της λίμνης/ λιμνοθάλασσας που κατέλαβε την θέση της κατεστραμμένης περιοχής της Ελίκης. Οι έρευνες έχουν δείξει ότι ένα είδος υδάτινου χώρου/λίμνης υπήρχε σχεδόν σε όλες τις περιόδους στην περιοχή, μικρότερου όμως μεγέθους, που αυξήθηκε μετά τον σεισμό με την εισροή υδάτων από την θάλασσα. Επειδή όμως παράλληλα με την σεισμικότητα, στην περιοχή υπήρξε πάντοτε έντονη δράση των ποταμών που διαρρέουν την πεδιάδα, κυρίως του Σελινούντα και του Κερυνίτη (εικόνα 1 κεντρική), αρχαιότητες θαμμένες αρχικά κάτω από θαλάσσια/λιμνοθαλάσσια στρώματα βρίσκονται σήμερα θαμμένες στην ξηρά που δημιούργησαν οι ποταμοί με τις αποθέσεις τους.
Εικόνα 2
Έτσι, ερείπια κτιρίων της αρχαιότερης Ελίκης, συμπεριλαμβανομένης και της κλασικής, έχουν βρεθεί θαμμένα σήμερα σε βάθος 2.5-3 μ. στον βυθό της αρχαίας λιμνοθάλασσας (εικόνα 2, κλασικά ερείπια στον Ριζόμυλο), που στην συνέχεια με τις προσχώσεις των ποταμών μετατράπηκε σε ξηρά. Στην ίδια περιοχή που δέχθηκε την εισροή των υδάτων βρισκόταν, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, και το ιερό του Ελικωνίου Ποσειδώνος. Ο κατακλυσμός της θάλασσας, κατά τον γεωγράφο Στράβωνα, κάλυψε την πόλη μαζί και το ιερό, ενώ ο Παυσανίας σημειώνει ότι σε τέτοια έκταση (δηλαδή βάθος) προχώρησε η πλημμύρα ώστε στο άλσος του Ποσειδώνος μόνον οι κορυφές των δένδρων ήταν ορατές. Ερείπια γεωμετρικού ναού (τέλη 8ου αιώνα π.Χ.) που βρέθηκαν σε σωστική ανασκαφή στα Νικολαίικα, στο πλαίσιο εκσκαφής για οικοδόμηση σε οικόπεδο ιδιώτη, πιθανόν ανήκουν στον ναό του Ποσειδώνος. Επειδή η θέση του ναού βρίσκεται παρά την Π.Ε.Ο., σε αρκετά απομακρυσμένο σημείο από την παραλιακή ζώνη, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο μεταγενέστερος ναός των κλασικών χρόνων που καλύφθηκε από την πλημμύρα βρισκόταν βορειότερα του γεωμετρικού, προς την κατεύθυνση της θάλασσας και σε σχετικά κοντινή θέση καθώς οι ιεροί λατρευτικοί χώροι συνήθως διατηρούνται στην ίδια περίπου θέση/περιοχή.
Εικόνα 3
Η αύξηση μεγέθους του υδάτινου χώρου/λιμνοθάλασσας εξαιτίας του σεισμικού γεγονότος του 373, ουσιαστικά λειτούργησε θετικά για τις αρχαιότητες που σκεπάστηκαν κάτω από τον λασπώδη βυθό, με συνέπεια την απαλλαγή τους από τυχόν μεταγενέστερες αλλοιώσεις λόγω πιθανής επανακατοίκησης του χώρου. Σωστά, επομένως, είχε υπογραμμίσει το 1960 ο αείμνηστος Μαρινάτος ότι: Οι θησαυροί της Ελίκης θάφτηκαν κάτω από τα ερειπωμένα κτίρια, και αμέσως μετά τα ποτάμια με τις αποθέσεις τους τα κάλυψαν πλήρως. Αυτές οι αποθέσεις, πράγματι, στο διάστημα που ακολούθησε μετά τον σεισμό μετέτρεψαν σε ξηρά το μεγαλύτερο τμήμα της πεδιάδας ώστε την ρωμαϊκή περίοδο (1ος αιώνας μ.Χ.) να έχει κατασκευαστεί στην περιοχή της Ελίκης η κεντρική ρωμαϊκή οδός που συνέδεε την Πάτρα με την Κόρινθο, όπως αποδεικνύει η ανακάλυψη από την ερευνητική μας ομάδα, σε βάθος 1.5-2 μ., ρωμαϊκής οδού που διασχίζει την πεδιάδα αρκετές εκατοντάδες μέτρα νότια της σημερινής σιδηροδρομικής γραμμής.
Εικόνα 4
Πρόκειται για την «λεωφόρο» που αναφέρει και ακολούθησε ο περιηγητής Παυσανίας τον 2ο αιώνα μ.Χ., ερχόμενος από το Αίγιον και την Ελίκη, με κατεύθυνση προς την Κόρινθο. Η αποκάλυψη τμημάτων του αρχαίου δρόμου, πλάτους 5-6 μ. (εικόνα 3), σε 9 συνολικά ανασκαφικές τομές μεταξύ της σύγχρονης Ελίκης και των Νικολαιίκων συνιστά σπάνιο εύρημα για την αρχαία οδοποιία. Με την γεωφυσική έρευνα της ηλεκτρικής τομογραφίας υπό τον Καθηγητή Γεωφυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Γρηγόρη Τσόκα, ο δρόμος εντοπίστηκε στο εντυπωσιακό μήκος των 1300 μ. στην πεδιάδα και σχεδόν σε όλες τις θέσεις κατέστη δυνατή η τρισδιάστατη απεικόνισή του (εικόνα 4, με κίτρινο χρώμα στην άνω επιφάνεια).
Εικόνα 5
Η ανακάλυψη του ρωμαϊκού δρόμου αποτελεί εξαιρετικής σημασίας εύρημα για τις γνώσεις μας στον τομέα των μεταφορών και επικοινωνιών κατά την ρωμαϊκή περίοδο, όταν αναπτύχθηκε σπουδαίο οδικό δίκτυο για τις μεταφορές και εμπορικές δραστηριότητες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Είναι το πρώτο τεχνικό έργο τέτοιας κλίμακας που ανακαλύπτεται στην βόρεια Πελοπόννησο και η σημασία του είναι ακόμη μεγαλύτερη καθώς, όπως είναι γνωστό, το ενδιαφέρον των Ρωμαίων στον τομέα κατασκευής μεγάλων οδικών αρτηριών προσείλκυσαν κυρίως περιοχές της Ανατολής, όπως η Συρο-Παλαιστίνη και η Μικρά Ασία, ή η Αφρική ως βασικός σιτοβολώνας της Ρώμης ή η Ισπανία και η Βρεττανία ως εμπορικοί κόμβοι μετά την ρωμαϊκή κατάκτησή τους.
Εικόνα 6
O Παυσανίας αναφέρει ότι ερείπια της παλαιότερης Ελίκης ήταν ακόμη ορατά στην εποχή του κάτω από τα νερά, διαβρωμένα από την άλμη. Σύνοπτα δε και Ελίκης εστί τα ερείπια, ου μην έτι γε ομοίως, άτε υπό της άλμης λελυμασμένα (7.24.13). Με κατεύθυνση προς την Κόρινθο, δηλαδή προς ανατολάς, ακολουθώντας την λεωφόρο μέσα από την πεδιάδα της Ελίκης, τα βυθισμένα ερείπια που αναφέρει πρέπει να βρίσκονταν στα αριστερά του, δηλαδή προς την πλευρά της θάλασσας. Και πράγματι, με τις ανασκαφές μας σε διάφορες θέσεις κατά μήκος της πορείας του ρωμαϊκού δρόμου και σε βαθύτερο από αυτόν ορίζοντα, ανακαλύψαμε ερείπια παλαιότερων περιόδων: της πρωτοελλαδικής (3η χιλιετία π.Χ.) στον Ριζόμυλο, της κλασικής (4ος αι. π.Χ.) και της ελληνιστικής (3ος-2ος αι. π.Χ.) στον Ριζόμυλο και στην Ελίκη (εικόνα 5, ελληνιστικό κτίριο στον βαθύτερο ορίζοντα). Το γεγονός ότι κλασικά ερείπια βρέθηκαν και νότια του δρόμου, υποδηλώνει ότι τμήμα των ερειπίων της παλαιότερης πόλης είχε ήδη προσχωθεί πριν από την εποχή του Παυσανία. Νότια του δρόμου αναπτύχθηκε επίσης ο ρωμαϊκός οικισμός της Ελίκης, όπως αποδεικνύουν κατάλοιπα ρωμαϊκών κτιρίων (εικόνα 6) και θέσεις νεκροταφείων (εικόνες 7-9, ταφή γυναίκας και κτερίσματα) που βρέθηκαν με τις ανασκαφές μας σε διάφορα σημεία μεταξύ Ελίκης και Νικολαιίκων. Μετά τους ρωμαϊκούς χρόνους, προσχώθηκε σταδιακά και το υπόλοιπο βόρειο τμήμα της λιμνοθάλασσας. Σήμερα, οι προσχώσεις έχουν καλύψει και το τμήμα της αρχαίας παραλίας βόρεια της σιδηροδρομικής γραμμής.
Εικόνα 7
Η λύση του αινίγματος και ο εντοπισμός της Ελίκης από το Ερευνητικό μας Πρόγραμμα υπήρξε το αποτέλεσμα μακρόχρονης συστηματικής διεπιστημονικής προσπάθειας, σε συνεργασία με ερευνητές και επιστημονικούς φορείς από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Η Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών έθεσε υπό την αιγίδα της τις έρευνες στο α’ στάδιο (1988-2000) σε συνεργασία με το Τμήμα Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών και την Εταιρεία Φίλων Αρχαίας Ελίκης (ΕΦΑΕΛ), κύριους φορείς της γεωαρχαιολογικής και ανασκαφικής έρευνας στην συ5νέχεια (2000 κ.ε.). Η καίρια συμβολή του Τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών αφορά επιπλέον και σε γεωαρχαιολογικές μελέτες και αναλύσεις των αρχαιολογικών ευρημάτων από την έρευνα ενώ στο Τμήμα εκπονούνται Διδακτορικές Διατριβές και μεταπτυχιακά Διπλώματα με αντικείμενο την Αρχαία Ελίκη. Στο πλαίσιο της συνεργασίας με την ΕΦΑΕΛ, δύο τουλάχιστον μέλη ΔΕΠ του Πανεπιστημίου Πατρών εκλέγονται στο ΔΣ της Εταιρείας, της οποίας πρώτος Πρόεδρος υπήρξε ο τότε Πρύτανις του Πανεπιστημίου Καθ. Γ. Ρούσσας.
Εικόνα 8
Εικόνα 9
Τα ευρήματα από την Αρχαία Ελίκη αποθηκεύονται και συντηρούνται στο Εργαστήριο του Ερευνητικού Προγράμματος στην Ελίκη (εικόνα 10, από την επίσκεψη του πρ. Υφυπουργού Πολιτισμού Π. Τατούλη) και μετά την συντήρησή τους παραδίδονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αιγίου, στις αποθήκες του οποίου βρίσκονται μέχρι σήμερα.

Η Πολιτιστική Κληρονομιά της Αιγιάλειας: 11. Αρχαία Κερύνεια, μέρος Ι
αύται δ’ εισίν … Αίγειρα, Πελλήνη, Βούρα, Καρύνεια – Πολύβιος 2.41.8
Η Κερύνεια δεν συμπεριλαμβάνεται στις 12 αχαϊκές πόλεις του ιστορικού Ηροδότου. Αναφέρεται μόνον από μεταγενέστερους συγγραφείς, καθώς στην πρώιμη ιστορία της ανήκε στην επικράτεια της Ελίκης και αποτελούσε σημαντικό ορεινό δήμο της πρωτεύουσας του Κοινού των Αχαιών. Στον ιστορικό Πολύβιο, η πόλη αναφέρεται ως Καρύνεια που βρίσκεται μετά την Βούρα με κατεύθυνση προς τα δυτικά και αφού έχει κανείς περάσει από τις πόλεις της Αίγειρας και της Πελλήνης. Οι πολίτες της ονομάζονται Καρυνείς.
Ο τύπος του εθνικού ονόματος ΑΧΑΙΩΝ ΚΑΡΥΝΕΩΝ απαντάται και σε χάλκινα νομίσματα της Κερύνειας κατά την ελληνιστική περίοδο (3ος/2ος αι. π.Χ.), όπου απεικονίζεται η τρίαινα ως σύμβολο της πόλης. Αυτό δεν μας εκπλήσσει αφού μέχρι το 373 π.Χ., η Κερύνεια ήταν εξαρτημένη από την Ελίκη, μετά την καταστροφή της οποίας αναδείχθηκε ως ο κληρονόμος της στην περιοχή καθιερώνοντας ως έμβλημά της το κυριότερο σύμβολο του πολιούχου θεού της Ελίκης Ποσειδώνα, την τρίαινα.
Η ανακάλυψη καλυπτήριας κεραμίδας τάφου των ρωμαϊκών χρόνων με εγχάρακτη επιγραφή ΚΑΡΥΝ[ΕΩΝ] (εικόνα 1 κεντρική) στην θέση Βουνί της Μαμουσιάς την δεκαετία του 1970, επιβεβαίωσε την ταύτιση των αρχαίων ερειπίων στα Β του σημερινού χωριού της Μαμουσιάς με την αρχαία Κερύνεια. Στο παρελθόν (19ος αιώνας), αυτά τα ερείπια είχαν ταυτιστεί από ορισμένους ερευνητές με την αρχαία Βούρα και από άλλους με την Κερύνεια. Η περίοδος ακμής της Κερύνειας υπήρξε αναμφίβολα η ελληνιστική, όταν η πόλη εισήλθε στην Αχαϊκή Συμπολιτεία ακολουθώντας το παράδειγμα του Αιγίου και της Βούρας. Μάλιστα, ο καταγόμενος από την Κερύνεια Μάργος, εκτός από το ότι πρωτοστάτησε στην εδραίωση της Συμπολιτείας, εξελέγη και στρατηγός της το 255 π.Χ.
Εικόνα 3
Σε αυτή την περίοδο ανήκει το ταφικό μνημείο (εικόνα 2) που ανασκάφηκε στον Αγ. Κωνσταντίνο στους πρόποδες του υψώματος Βουνί, κατά την διάρκεια εργασιών διάνοιξης του αγροτικού δρόμου στην δεκαετία του 1970, γύρω από το οποίο εκτείνεται και το νεκροταφείο της πόλης με χρήση από τους αρχαϊκούς (6ος αι. π.Χ.) μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους (3ος αι. μ.Χ.). Ορισμένοι από τους τάφους περιείχαν πλούσια κτερίσματα, ανάμεσά τους και χρυσό στεφάνι από φύλλα δρυός, αργυρά και χάλκινα αντικείμενα, γυάλινα μυροδοχεία, πήλινοι λύχνοι (εικόνες 3, 4).
Εικόνα 4
Στην ελληνιστική εποχή φαίνεται πως χρονολογούνται και τα λοιπά ερείπια στον λόφο στο Κάτω Βουνί (εικόνα 5), στα οποία περιλαμβάνονται ερείπια οικίας που ανασκάφηκε το 1951, λείψανα του τείχους της πόλης και κατάλοιπα τοίχων από πύργους ή άλλα κτίσματα. Ανάμεσα στα ερείπια που διατηρούνται στο ύψωμα, είναι αξιοσημείωτη η θέση φυσικού σπηλαίου από ψαμμίτη με εμφανή ίχνη χρήσης του στην αρχαιότητα. Αποτελείται από δύο χώρους χαμηλού ύψους και μικρού βάθους ενώ πάνω από το άνοιγμά του και στο μέτωπο του φυσικού βράχου διακρίνονται εκατέρωθεν λαξευμένες δοκοθήκες, προφανώς για την στήριξη ξύλινης στέγης (εικόνα 6). Η γειτνίασή του με κατάλοιπα κρήνης και ενδείξεις για την συλλογή νερού στο εσωτερικό του, πιθανόν το συνδέουν με την ύδρευση του οικισμού.
Εικόνα 5
Στα πιο σημαντικά μνημεία της πόλης περιλαμβάνεται το αρχαίο θέατρο που είχε ήδη εντοπιστεί από τον E. Meyer το 1939, οπότε και διακρινόταν μέρος του κοίλου που αργότερα χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα για αμπελοκαλλιέργειες. Η θέση που είχε επιλεγεί για την κατασκευή του θεάτρου της αρχαίας πόλης βλέπει προς την κοιλάδα του Κερυνίτη (εικόνα 7) στα δυτικά, όπου είναι στραμμένο το κοίλο του. Πλέον πρόσφατα, καθαρισμοί αλλά και διάνοιξη τομής από την ΕΦΑ Αχαΐας οδήγησαν σε κάποια συμπεράσματα σχετικά με το μέγεθος και την διατήρηση του θεάτρου. Έτσι, υπολογίζεται ότι διατηρούνται 25 σειρές εδωλίων κατασκευασμένων από ντόπιο ψαμμίτη λίθο. Από τον ίδιο λίθο είναι κατασκευασμένη και η κλίμακα (εικόνα 8) ενώ στην χαμηλότερη σειρά των εδωλίων του θεάτρου εντοπίστηκε τμήμα δύο θρόνων, επίσης από ψαμμίτη λίθο. Κτίρια μεγάλων διαστάσεων δημόσιου χαρακτήρα πλαισιώνουν την περιοχή στην οποία βρίσκεται το θέατρο, τα οποία χρονολογούνται στον 3ο/2ο αιώνα π.Χ., όπως και το θέατρο.
Εικόνα 6
Ερείπια αρχαίων κτιρίων σώζονται και στο Πάνω Βουνί που εκτείνεται ΒΑ του Κάτω και σε απόσταση περίπου 1 χλμ. Εκεί μπορεί ο επισκέπτης να οδηγηθεί ή διαμέσου του παλιού μονοπατιού που ξεκινώντας από την βάση του υψώματος στα Α του Αγ. Κωνσταντίνου ακολουθεί πορεία προς τα ΒΑ περνώντας πίσω από το κοίλο του θεάτρου ή από τον νεότερο αγροτικό δρόμο που περιτρέχει το ύψωμα ξεκινώντας επίσης από την βάση του με κατεύθυνση Β-Α-ΒΑ. Στην πορεία προς το Πάνω Βουνί, ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει την εκπληκτική θέα που προσφέρει η θέση της Κερύνειας προς τον Κορινθιακό κόλπο και την πεδιάδα της Ελίκης (εικόνα 9).
Εικόνα 7
Τα αρχαία κατάλοιπα κτιρίων στο Πάνω Βουνί χρονολογούνται σε προγενέστερη φάση από τα ερείπια της ελληνιστικής πόλης στο Κάτω Βουνί, δηλαδή στην κλασική περίοδο (5ος/4ος αι. π.Χ.), αν και η χρήση τους υπήρξε μακροχρόνια και εκτείνεται και σε μεταγενέστερους χρόνους. Η περίοδος αυτή συμπίπτει με τις πληροφορίες που μας δίνουν οι αρχαίες πηγές για την εγκατάσταση μυκηναίων προσφύγων στην Κερύνεια λίγο πριν τα μέσα του 5ου αιώνα (περί το 460 π.Χ.), όταν υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη τους πολιορκούμενοι από τους Αργείους. Το γεγονός αυτό, όπως διευκρινίζει ο περιηγητής Παυσανίας, έκανε την Κερύνεια πιο ισχυρή όχι μόνο γιατί έτσι αυξήθηκε ο πληθυσμός της αλλά και η φήμη της χάρη στην ηρωϊκή καταγωγή των προσφύγων από τις Μυκήνες. Ασφαλώς αντιλαμβανόμαστε ότι η υποδοχή των μυκηναίων στην Κερύνεια, θα είχε την έγκριση των Ελικέων από τους οποίους ήταν εξαρτημένη η ορεινή κοινότητα της Κερύνειας.
Εικόνα 8
Ο Παυσανίας, μας πληροφορεί ακόμη ότι στην Κερύνεια υπήρχε ιερό των Ευμενίδων που είχε ιδρυθεί από τον Ορέστη, γιο του βασιλιά των Μυκηνών Αγαμέμνονα. Τα λατρευτικά αγάλματα των θεαινών ήταν ξύλινα, δηλαδή αρχαιότατα, ενώ στην είσοδο του ιερού βρίσκονταν λίθινα αγάλματα γυναικών εξαιρετικής τέχνης, που σύμφωνα με τους ντόπιους απεικόνιζαν ιέρειες των Ευμενίδων. Η επιλογή αυτής της περιοχής για την ίδρυση ενός τέτοιου ιερού από τον Ορέστη, ενισχύει την ύπαρξη παλαιών δεσμών της με τις Μυκήνες. Εξάλλου και ο πατέρας του μυκηναίου πρίγκιπα, ο Αγαμέμνων, συγκέντρωσε τους επιφανείς της Ελλάδας στο Αίγιον, στον ναό του Ομαγυρίου Διός, για να συσκεφθούν σε σχέση με την εκστρατεία στην Τροία. Τότε το Αίγιον, όπως και η Ελίκη, ανήκαν στο βασίλειο των Μυκηνών και αποτελούσαν το άκρο δυτικό τμήμα της μυκηναϊκής επικράτειας. Η προσθήκη, επομένως, και άλλων μυκηναίων στην Κερύνεια, τον 5ο αιώνα π.Χ. ήρθε σε συνέχεια των παλαιότερων σχέσεων και δεσμών, ενδυναμώνοντας την θέση της Κερύνειας ώστε στην συνέχεια και μετά τον καταστροφικό σεισμό του 373 π.Χ. να αποκτήσει ρόλο στα πράγματα και να καταλάβει την θέση ανεξάρτητης πλέον πόλης ανάμεσα στις Δώδεκα πόλεις της ανασυσταθείσας Αχαϊκής Συμπολιτείας, στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ.
Εικόνα 9
Η Πολιτιστική Κληρονομιά της Αιγιάλειας: 12. Αρχαία Κερύνεια, μέρος ΙI

αύται δ’ εισίν … Αίγειρα, Πελλήνη, Βούρα, Καρύνεια – Πολύβιος 2.41.8
Συνεχίζοντας την αφήγησή μας για την αρχαία Κερύνεια από το προηγούμενο άρθρο μου , θα σας παρουσιάσω σήμερα τις αρχαιότητες στο Πάνω Βουνί, σε απόσταση περίπου 1 χλμ. από τα σωζόμενα ερείπια της ελληνιστικής πόλης στο Κάτω Βουνί, για τα οποία έγραψα στο προηγούμενο άρθρο, μέρος Ι.
Στο πιο στρατηγικό σημείο του υψώματος στο Πάνω Βουνί (εικόνα 1 κεντρική) που κατοπτεύει το φαράγγι του Βουραϊκού απέναντι από το Κάστρο του Καθολικού, όπου τοποθετείται η προς Α γειτονική πόλη της Βούρας, βρίσκεται το ξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία κτισμένο πάνω στα ερείπια αρχαίου ιερού (εικόνα 2).
Εικόνα 2
Η θέση, που φέρει την ιδιαίτερη ονομασία «Ελληνικό», είναι γνωστή από παλιά καθώς στους γύρω αγρούς-αμπελώνες έχουν βρεθεί ήδη από τον περασμένο αιώνα σημαντικά αρχαία, μεταξύ των οποίων άφθονη κεραμική, μαρμάρινες κεραμίδες στέγης, αρχιτεκτονικά μέλη κτιρίων αλλά και θραύσματα αρχιτεκτονικών γλυπτών από την διακόσμηση αρχαίου ναού.
Εικόνα 3
Νεότερες ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα στο σημείο που βρίσκεται το ξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία, έφεραν στο φως, σχεδόν στην σημερινή επιφάνεια, τα ερείπια κτιρίου μεγάλων διαστάσεων που ανήκει σε ναό δωρικού ρυθμού (εικόνα 3) καθώς και κατάλοιπα βωμού και άλλων κτισμάτων κοντά του, που σώζονται σε κακή κατάσταση διατήρησης εξαιτίας της καλλιέργειας σε αυτή την θέση για πολλά χρόνια και δεδομένου ότι έχει χρησιμοποιηθεί εύθρυπτος ψαμμίτης λίθος για την κατασκευή τους. Δυτικότερα του ιερού και σε μικρή απόσταση, ανασκάφηκε μικρότερος ναός του ύστερου 4ου αιώνα π.Χ. με μακρά χρήση μέχρι τουλάχιστον τους ρωμαϊκούς χρόνους (εικόνα 4).
Εικόνα 4
Εικόνα 5
Στα ευρήματα από την ανασκαφή του μεγάλου ναού που χρονολογείται στις πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ., συμπεριλαμβάνεται σημαντικός αριθμός θραυσμάτων μαρμάρινων αρχιτεκτονικών γλυπτών από τα αετώματα του ναού που προστίθενται στα ήδη γνωστά θραύσματα που είχαν βρεθεί από ντόπιους την δεκαετία του 1960 και είχαν παραδοθεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αιγίου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τμήμα κεφαλής πολεμιστή που φοράει κράνος προς τα δεξιά (εικόνα 5) και το κάτω τμήμα αγάλματος πεπλοφόρου γυναικείας μορφής που με γυμνά πόδια κινείται προς τα δεξιά (εικόνα 6).
Εικόνα 6
Στα νεότερα ευρήματα από τα αετωματικά γλυπτά, συμπεριλαμβάνεται εξαιρετικής τέχνης κεφαλή κάπρου που παραπέμπει στο κυνήγι του Καλυδωνίου κάπρου ως θέματος του ενός από τα αετώματα του ναού. Η ανεύρεση μαρμάρινων θραυσμάτων από τα ακρωτήρια αλλά και κεραμίδες στέγης, δείχνει ότι ο ναός εκτός από τα αετώματα, είχε και μαρμάρινη στέγη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το μάρμαρο από το οποίο κατασκευάστηκε ο ναός στην Κερύνεια προέρχεται από το νησί της Πάρου, που ως γνωστόν διέθετε το πολυτιμότερο και διασημότερο μάρμαρο στον αρχαίο κόσμο.
Η κατασκευή ενός ναού από μάρμαρο της Πάρου σηματοδοτεί δύο πράγματα: την σπουδαιότητα του ναού και την απόφαση μιας ισχυρής και πλούσιας πόλης που θα μπορούσε να αναλάβει ένα τόσο δαπανηρό και μεγαλειώδες έργο. Στην περίπτωση της Κερύνειας, η πόλη που παρήγγειλε το έργο ήταν αναμφίβολα η Ελίκη, στην ορεινή επικράτεια της οποίας ανήκε η Κερύνεια. Με βάση τα λίγα θραύσματα των μαρμάρινων γλυπτών που έχουν γίνει γνωστά μέχρι σήμερα από τον ναό της Κερύνειας και λόγω της συστηματικής μελέτης μου για την γλυπτική της αρχαίας Πάρου, θεωρώ ότι τα αετωματικά γλυπτά του ναού είναι πιθανότατα έργα παριανού εργαστηρίου.
Εικόνα 7
Η σχολή γλυπτικής της Πάρου, μια από τις σπουδαιότερες στον αρχαίο κόσμο, δημιούργησε κορυφαία και πρωτοποριακά έργα γλυπτικής ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα π.Χ. που κόσμησαν την ίδια την Πάρο αλλά και τα μεγάλα ιερά της αρχαιότητας, από την Δήλο στις Κυκλάδες μέχρι την Ακρόπολη και την Αττική, τους Δελφούς και την Ολυμπία. Η παρουσία, επομένως, παριανού μαρμάρου και γλυπτών έργων παριανής τεχνοτροπίας στην επικράτεια της Ελίκης, αναδεικνύει την σπουδαιότητα των πόλεων της αρχαίας Αιγιάλειας αυτή την περίοδο και εντάσσει την περιοχή στο δίκτυο των εμπορικών δρόμων εξαγωγής και διάδοσης της περίφημης Παρίας Λίθου προς τα δυτικά, κατά τον πρώιμο 5ο αιώνα π.Χ. Ακόμη δυτικότερα, στο μεγάλο ιερό της Ολυμπίας, διάφορα μνημεία συμπεριλαμβανομένου και του μεγαλοπρεπούς ναού του Διός κατασκευάστηκαν από μάρμαρο της Πάρου. Με βάση τα ανασκαφικά στοιχεία από την Ολυμπία, έχει εκτιμηθεί ότι για την οροφή και μόνον του ναού του Διός, που ήταν μαρμάρινη, τα λατομεία της Πάρου προμήθευσαν περίπου 1300 τόνους μαρμάρου ενώ για τα αρχιτεκτονικά γλυπτά του ναού (αετώματα, μετόπες) χρειάστηκαν άλλοι 265 τόνοι! Για άλλα διάσημα έργα στην Ολυμπία, όπως η Νίκη του Παιωνίου (περί το 420 π.Χ.) (εικόνα 7) και ο Ερμής του Πραξιτέλη (περί το 340 π.Χ.) (εικόνα 8), χρειάστηκαν επιπλέον 37 και 10 τόνοι παριανού μαρμάρου αντίστοιχα.
Εικόνα 8
Πληροφορίες για την θέση της Κερύνειας στο ύψωμα Β της Μαμουσιάς, στα Ν της Ελίκης, μας δίνει ο περιηγητής Παυσανίας που περιγράφει την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσει κανείς για να φθάσει από την παραλιακή πεδιάδα, όπου η θέση της Ελίκης, στην ορεινή ενδοχώρα, όπου βρισκόταν η Κερύνεια. Για να φθάσει, λοιπόν, εκεί ο επισκέπτης έπρεπε να στρίψει προς τα δεξιά αμέσως μετά την Ελίκη, και ακολουθώντας πορεία προς Ν να προσεγγίσει την Κερύνεια, που βρίσκεται σε όρος πάνω από την λεωφόρο. Υπενθυμίζω ότι η λεωφόρος που ακολουθεί ο περιηγητής με κατεύθυνση από Δ προς Α, δηλαδή από Πάτρα προς Κόρινθο, πράγματι διασχίζει την πεδιάδα της Ελίκης στο παραλιακό τμήμα της, όπως έχει δείξει η ανακάλυψή της από την ερευνητική μας ομάδα σε μήκος 1300 μ. μεταξύ Ελίκης-Ριζομύλου-Νικολαιίκων, και για την οποία σας μίλησα στο 4ο κατά σειράν άρθρο μου για την Ελίκη 
Ο ποταμός που διατρέχει την περιοχή δυτικά της Κερύνειας (εικόνα 9), δηλαδή από δεξιά όπως ανεβαίνει κανείς προς το βουνό, μετά την στροφή προς τα δεξιά από την λεωφόρο σύμφωνα με τον Παυσανία, είναι πιθανότατα ο αρχαίος Κερυνίτης, το όνομα του οποίου διατηρεί το ποτάμι και σήμερα.
Εάν ο Κερυνίτης ήταν ο επόμενος προς Α ποταμός, δηλαδή ο σημερινός Βουραϊκός, όπως έχουν κάποιοι στο παρελθόν υποστηρίξει, ο Παυσανίας θα τον είχε συναντήσει μετά την κάθοδό του από την πόλη, αφού κατέβηκε και πάλι στην λεωφόρο για να συνεχίσει την πορεία του προς ανατολάς και να επισκεφθεί την γειτονική πόλη της Βούρας. Αλλά ακόμη και εάν δεχθούμε ότι ο αρχαίος περιηγητής δεν επέστρεψε στην λεωφόρο, όπως έχει από κάποιους προταθεί, αλλά συνέχισε την διαδρομή από το ορεινό τμήμα προς την Βούρα (περιοχή Κάστρου στο Άνω Διακοπτό), θα συναντούσε τον σημερινό Βουραϊκό (αρχαίο Κερυνίτη κατά την αντίθετη άποψη) μετά την αναχώρησή του από την Κερύνεια και όχι κατά την άνοδο προς αυτήν, όπως σαφώς προκύπτει από το αρχαίο κείμενο. Ο σημερινός Κερυνίτης είναι ο αρχαίος ομώνυμος ποταμός, ενώ ο σημερινός Βουραϊκός είναι πιθανότατα ο αρχαίος Ερασίνος, το ποτάμι που κατέβαινε από την Αρκαδία στον αιγιαλό της Βούρας, όπως αναφέρει ο γεωγράφος Στράβων.
Εικόνα 9
Επομένως, η σειρά των ποταμών κατά την πορεία του Παυσανία μετά την έξοδό του από την πόλη του Αιγίου και μέχρι την περιοχή που άρχιζε η επικράτεια της Βούρας είναι η εξής: Σελινούς, Κερυνίτης, Ερασίνος (σημ. Βουραϊκός). Για το σπήλαιο του Βουραϊκού Ηρακλή που αναφέρει ο Παυσανίας ενδιάμεσα και σε απόσταση 30 σταδίων (περίπου 5.5. χλμ.) από την Ελίκη, θα σας μιλήσω στην επόμενη ενότητα που θα αφορά στην πόλη της Βούρας.
Η Πολιτιστική Κληρονομιά της Αιγιάλειας: 13. Αρχαία Βούρα, μέρος Ι


Αίγειρα, Αιγαί, Βούρα, Ελίκη, Αίγιον, Ρύπες, Πατρέες Ηρόδοτος, 1.145
Αγαπητοί φίλοι και φίλες, συνεχίζοντας μέσα από τα άρθρα μου για την πλούσια και ανεξάντλητη πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής μας, της Αιγιάλειας, θα σας μιλήσω σήμερα για την γειτονική με την Ελίκη πόλη της αρχαίας Βούρας.
Ακολουθώντας την διήγηση και πορεία του περιηγητή Παυσανία προς Α, μετά την Ελίκη και αφού έπαιρνε κανείς την πρώτη στροφή προς τα δεξιά, με πορεία προς Ν, έφθανε στην Κερύνεια (σημ. Μαμουσιά) που βρισκόταν στην ορεινή ενδοχώρα, για την οποία σας μίλησα στα δύο προηγούμενα άρθρα μου 
Κατεβαίνοντας από την Κερύνεια και πάλι στην λεωφόρο (κεντρική οδό), μεγάλο τμήμα της οποίας έχει ανακαλυφθεί από την ερευνητική μας ομάδα σε μήκος 1300 μ. μεταξύ Ελίκης-Ριζομύλου-Νικολαιίκων, και συνεχίζοντας όχι για πολύ, όπως διευκρινίζει ο αρχαίος περιηγητής, παίρνοντας για δεύτερη φορά την επόμενη στροφή και πάλι προς τα δεξιά, μπορούσε ο επισκέπτης να φθάσει στην Βούρα που βρισκόταν επίσης πάνω σε όρος, όπως και η Κερύνεια. Ο γεωγράφος Στράβων, μας δίνει το πρόσθετο τοπογραφικό στοιχείο της απόστασης της πόλης από την θάλασσα που ήταν 40 στάδια, δηλαδή περίπου 7 χλμ.
Πράγματι, η αρχαία θέση στο οροπέδιο του Κάστρου Διακοπτού (εικόνα 1 κεντρική), νοτιοδυτικά της Τράπεζας, που έχει προ πολλού ταυτισθεί με την ορεινή πόλη της Βούρας, απέχει από την θάλασσα 7 περίπου χλμ. Αν και παλαιότερα (19ος αιώνας) ως θέση της Βούρας είχε επίσης προταθεί το Κάτω Βουνί, βόρεια της Μαμουσιάς, που αργότερα ταυτίσθηκε με την αρχαία Κερύνεια , η θέση στο Κάστρο είναι τοπογραφικά σύμφωνη με την τοποθέτησή της στα ανατολικά της Ελίκης κατά την πορεία από Δ προς Α, όπως περιγράφει ο Παυσανίας, στην ανατολική πλευρά του Ερασίνου ποταμού (σημ. Βουραϊκού) που ήταν το σύνορο στα δυτικά με την επικράτεια της Ελίκης, και απέναντι από την Κερύνεια (σημ. Μαμουσιά), με την οποία η θέση στο Κάστρο έχει και οπτική επαφή (εικόνα 2).
Εικόνα 2
Ως πόλη άμεσα γειτονική με την Ελίκη εμφανίζεται η Βούρα και στον κατάλογο του ιστορικού Ηροδότου, όπου ακολουθείται η αντίστροφη πορεία από Α προς Δ, οπότε η Βούρα βρίσκεται ανάμεσα στις Αιγές (ανατολικά) και στην Ελίκη (δυτικά). Η αναφορά της πόλης σε αυτόν τον κατάλογο (6ος αιώνας π.Χ.), την συγκαταλέγει στις αρχαιότερες πόλεις της Αχαΐας από την περίοδο της Ιωνικής Δωδεκάπολης.
Η ιστορία της Βούρας παρουσιάζει ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερα στενή σχέση με την Ελίκη. Πέραν των τοπογραφικών συσχετισμών και της γεωγραφικής γειτνίασης, το ίδιο το όνομα της πόλης είναι άμεσα συνδεδεμένο με την σπουδαία πρωτεύουσα της Ιωνικής και Αχαϊκής Δωδεκάπολης. Όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, το όνομα Βούρα πήρε η πόλη από την ομώνυμη κόρη του Ίωνα και της Ελίκης, όπως και το όνομα της ίδιας της Ελίκης πόλης οφειλόταν στην μοναδική κόρη του βασιλιά των Αιγιαλέων Σελινούντα, Ελίκη, που υπήρξε και σύζυγος του Ίωνα. Κάτοικοι της Βούρας φαίνεται πως συμμετείχαν στην πρώτη αχαϊκή αποικία που ίδρυσε περί το 730 π.Χ. η Ελίκη στην Κάτω Ιταλία, την Σύβαρη, της οποίας το όνομα οφείλεται, όπως και εκείνο του ποταμού, στο όνομα της πηγής ‘Σύβαρις’ που υπήρχε στην περιοχή της Βούρας, σύμφωνα με τον γεωγράφο Στράβωνα. Κατά μία άλλη παράδοση που διασώζεται από τον ποιητή Λυκόφρονα (4ος-3ος αι. π.Χ.), αχαιοί από την Βούρα συμμετείχαν στον στρατό που οδήγησε στην Κύπρο ο Κηφεύς από την Ώλενο μετά την πτώση της Τροίας.
Εικόνα 3
Η Βούρα όμως είχε και κοινή μοίρα με την μητέρα πόλη, αφού σε μεγάλο βαθμό καταστράφηκε από τον σεισμό που έπληξε την Ελίκη το 373 π.Χ., όπως αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Όλες τις αναφορές για τον διάσημο αρχαίο σεισμό και τις καταστροφικές του συνέπειες στην Ελίκη αλλά και σε περιοχές στα ανατολικά της, κυρίως σε εκείνη της Βούρας αλλά ακόμη και μέχρι την περιοχή της Αιγείρας, όπως και στην απέναντι ακτή του Κορινθιακού στον χώρο των Δελφών, μπορεί ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης να βρει σε άρθρο μου δημοσιευμένο στον τόμο της Ελίκης ΙΙΙ, 2005, σελ. 15-32 (εικόνα 3).
Στην περίπτωση της Βούρας, όπως σημειώνει ο αρχαίος περιηγητής, οι διασωθέντες κάτοικοι που έτυχε να λείπουν ή σε εκστρατεία ή για άλλους λόγους όταν ενέσκηψε η καταστροφή, έγιναν οικιστές της νέας πόλης μετά τον σεισμό. Η επανιδρυμένη αυτή πόλη της Βούρας έγινε μέλος της Αχαϊκής Συμπολιτείας (Β΄ Κοινόν των Αχαιών) το 275 π.Χ., δηλαδή αμέσως μετά την ανασύστασή της το 281/280 π.Χ., ακολουθώντας το παράδειγμα του Αιγίου.
Εικόνα 4
Η αναφορά του Παυσανία στην επανίδρυση της Βούρας μετά τον σεισμό του 373 π.Χ., οδηγεί μάλλον στο συμπέρασμα ότι η πόλη υπέστη μεγαλύτερη καταστροφή στο παραλιακό-πεδινό τμήμα της και ότι μετά τον σεισμό ανοικοδομήθηκε και ενισχύθηκε εκ νέου το ορεινό της κέντρο στο Κάστρο Διακοπτού που παρουσιάζει κατοίκηση ήδη από τους γεωμετρικούς χρόνους. Πράγματι, όπως δείχνει και η σχετική αρχαιολογική μαρτυρία, δηλαδή ευρήματα τάφων, ορατά αρχαία ερείπια (εικόνα 4) σε μεγάλη έκταση και άφθονη επιφανειακή κεραμική στην περιοχή του Κάστρου, εκεί θα πρέπει να τοποθετηθεί το ορεινό κέντρο της αρχαίας πόλης. Περαιτέρω, σωζόμενα λείψανα τοίχων, κτιρίων, τάφοι και επιφανειακή κεραμική σε διάφορες θέσεις ανάμεσα στο Κάστρο και την Τράπεζα, ιδίως περί την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (εικόνα 5, αρχαίος πίθος στον εξωτερικό χώρο της εκκλησίας) και την θέση Λομποζίνο (εικόνα 6, αναλημματικός τοίχος), με θέα προς τον Κορινθιακό και την κοίτη του Λαδοπόταμου (αρχ. Βουραϊκός) (εικόνα 7), μαρτυρούν την ύπαρξη οικισμών που ανήκαν προφανώς στην επικράτεια της αρχαίας πόλης και είχαν αναπτυχθεί κατά μήκος του δρόμου που οδηγούσε από την ενδοχώρα προς την παραλία.

Εικόνα 5
Εικόνα 6
Η αρχαία αυτή διαδρομή φαίνεται πως ακολουθούσε την ίδια γενικά πορεία με τον σημερινό χωματόδρομο προς την Τράπεζα, όπως μαρτυρούν κατά σημεία σωζόμενα ίχνη αρματροχιών και πληροφορίες σε γραπτά κείμενα μεταγενέστερων χρόνων. Αρχαιότητες που χρονολογούνται στους κλασικούς κυρίως και ελληνιστικούς χρόνους έχουν κατά καιρούς εντοπισθεί και στην ίδια την περιοχή της Τράπεζας, ενώ κάποια ευρήματα που έχουν αναφερθεί από ντόπιους αναβιβάζουν την αρχαία παρουσία εδώ στους μυκηναϊκούς χρόνους. Όπως έχω σημειώσει και παλαιότερα, σε αυτή την χαμηλότερη μεταξύ Τράπεζας και Διακοπτού ευρύτερη ζώνη, θα πρέπει να βρισκόταν το παραλιακό οικιστικό κέντρο της Βούρας που υπέστη καταστροφή το 373 π.Χ., όπως αναφέρεται από τις αρχαίες πηγές.
Εικόνα 7
Εικόνα 8
Σχετικά πρόσφατα (2007 κ.ε.), στο πλαίσιο εργασιών για την νέα χάραξη της σιδηροδρομικής γραμμής, εντοπίστηκαν στην θέση Γιαννιά της Τράπεζας κάτω από την Π.Ε.Ο. και στο ανατολικό άκρο της γνωστής παραλίας Εγκάλης Διακοπτού, τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα αρχαίου οικισμού (εικόνα 8) που χρονολογείται μεταξύ των αρχαϊκών και ελληνιστικών χρόνων. Πρόκειται πιθανότατα για παραθαλάσσιο οικισμό της Βούρας, με τον οποίο πρέπει να συνδέονται και κάποιοι τάφοι που έχουν βρεθεί παλαιότερα στην περιοχή της Πούντας. Από το εσωτερικό ενός εκ των τάφων, προέρχεται ερυθρόμορφη λήκυθος των κλασικών χρόνων (5ος/4ος αι. π.Χ.), με παράσταση τριών γυναικών (εικόνα 9).
Εικόνα 9
Το γεγονός ότι ο παραθαλάσσιος οικισμός παρουσιάζει δραστηριότητα μέχρι περίπου το β’ μισό του 3ου αιώνα π.Χ., οπότε και οριστικά εγκαταλείφθηκε, δηλαδή ένα και πλέον αιώνα μετά τον καταστροφικό σεισμό του 373 π.Χ., δείχνει ότι ανέκαμψε σε σύντομο χρονικό διάστημα από οποιαδήποτε καταστροφή πιθανόν υπέστη, όπως έχει εξάλλου συμβεί και στην ίδια την περιοχή της Ελίκης, με την ανάπτυξη νέου οικισμού λίγες μόνον δεκαετίες μετά το σεισμικό συμβάν . Λείψανα αρχαίων τοίχων και επιφανειακή κεραμική ορατά και σε άλλες θέσεις δυτικότερα της Εγκάλης, συνδέονται πιθανότατα με μικρότερους ή μεγαλύτερους οικισμούς της επικράτειας της αρχαίας Βούρας προς τα δυτικά.
ΠΗΓΗ  protionline
Επισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας http://www.tapantareinews.gr, για περισσότερη ενημέρωση. Εγγραφείτε - SUBSCRIBE: http://bit.ly/2lX5gsJ Website —►http://bit.ly/2lXX2k7 SOCIAL - Follow us...: Facebook...► http://bit.ly/2kjlkot    








Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only