Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2020

Ολυμπιονίκες της αρχαιότητας και οι συναρπαστικές τους ιστορίες




«Αλίμονο Μαρδόνιε, με ποιους μας βάζεις να πολεμήσουμε, αυτούς που όχι για χρήματα, αλλά για την καλή τους φήμη αγωνίζονται μόνο!» είπε ο αρχηγός των Μήδων, Τιγράνης, στον στρατηγό του Ξέρξη, όταν έμαθε πως οι Έλληνες αθλητές αγωνίζονται για να λάβουν μονάχα ένα ταπεινό στεφάνι.
Αυτό όμως το ταπεινό στεφάνι από σέλινο, δάφνη ή αγριελιά, άλλαζε τη ζωή του νικητή για πάντα. Ιδιαίτερα του ολυμπιονίκη. Αποκτούσαν το δικαίωμα να στήσουν το άγαλμά τους στην Ολυμπία, και συχνά τους έστηναν άγαλμα και στην πόλη της καταγωγής τους, όπου οι συμπολίτες τους υποδέχονταν ως ήρωες και τους τιμούσαν για την υπόλοιπη ζωή τους. Λάμβαναν ένα εισόδημα από το κράτος και απαλλάσσονταν από τις φορολογικές υποχρεώσεις. Κάποιοι όμως, αγαπήθηκαν περισσότερο από τους άλλους και έμειναν στην ιστορία ως οι διασημότεροι ολυμπιονίκες.


Είναι οι μεγάλοι αστέρες της εποχής τους, πρόσωπα που θα κοσμούσαν τους τοίχους των εφηβικών δωματίων και τα εξώφυλλα των περιοδικών, αν είχαν εφευρεθεί.




Μίλων ο Κροτωνιάτης, ο πυθαγόρειος παλαιστής


Ο θρυλικός Μίλων παρέμεινε πρωταθλητής της πάλης επί 24 έτη, πέντε φορές περιοδονίκης, δηλαδή νικητής και στους τέσσερις πανελλήνιους Αγώνες του ίδιου κύκλου.
Δέκα φορές νίκησε στους αγώνες των Ισθμίων, εννέα φορές στους αγώνες της Νεμέας και πέντε φορές στους Πυθικούς Αγώνες των Δελφών.

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες νίκησε έξι φορές.
Μία φορά το 540 π.Χ στον αγώνα των εφήβων και πέντε φορές στους αγώνες ανδρών στις Ολυμπιάδες από το 532 ως το 516 π.Χ (62η έως 66η).




Αγωνίστηκε και στην επόμενη Ολυμπιάδα, αλλά δεν κατάφερε να νικήσει, όχι επειδή βρέθηκε κάποιος με μεγαλύτερη δύναμη, αλλά επειδή ο ίδιος ήταν ήδη σαράντα ετών, με αποτέλεσμα ο νεαρός αντίπαλός του, ο Τιμασίθεος, να καταφέρει αμυνόμενος να τον εξουθενώσει.

Κεφαλή Κούρου από τον Κρότωνα 
Η δύναμή του ήταν παροιμιώδης και την ξόδευε γενναιόδωρα τόσο για να διασκεδάζει τους φίλους του με επιδείξεις, όσο και για να τους προστατέψει.
Σε μία συγκέντρωση των πυθαγορείων (ήταν κι ο ίδιος οπαδός του Πυθαγόρα και ίσως γαμπρός του), άρχισε να καταρρέει η στέγη του οικοδομήματος.


Ο Μίλων κρατούσε με τα χέρια του το κεντρικό δοκάρι μέχρι να διασωθούν όλοι του οι φίλοι και ύστερα κατάφερε να σωθεί κι ο ίδιος.
Στον Μίλωνα χρωστούσαν οι Κροτωνιάτες, όχι μόνο τη δόξα που έφερνε τόσα χρόνια στην κοινή τους πατρίδα, αλλά και τη νίκη τους στον πόλεμο εναντίον των Συβαριτών.
Η μάχη κρίθηκε υπέρ τους, σύντομα μόλις ο Μίλων όρμησε φορώντας το ολυμπιακό του στεφάνι, ντυμένος με δέρμα λιονταριού σαν τον Ηρακλή. Δυστυχώς, ο Μίλων δεν είχε το ένδοξο τέλος που θα του ταίριαζε.

Τοπίο στον Κρότωνα 

Κάποια μέρα είδε στο δάσος έναν κορμό δέντρου που είχε αφεθεί μισοσχισμένος με τις σφήνες ακόμα επάνω του. Μπήκε στον πειρασμό να δοκιμάσει τη δύναμή του και επιχείρησε να σχίσει το δέντρο με τα χέρια του. Όταν όμως οι σφήνες γλίστρησαν έξω, τα χέρια του παγιδεύτηκαν στον κορμό. Έμεινε εκεί εγκλωβισμένος και μέσα στη νύχτα τον κατασπάραξαν οι λύκοι.



Θεαγένης ο Θάσιος, ο θεός – θεραπευτής

Τον αποκαλούσαν γιο του Ηρακλή, αλλά στην πραγματικότητα ήταν γιος του Τιμοσθένη, ο οποίος ήταν ιερέας στον ναό του Ηρακλή (μπορείτε και σήμερα να δείτε τα ερείπια του ναού στο ακρωτήρι Ovriokastron  ο L. Ross, (Reisen nach Kos) το αναφέρει με λατινικούς χαρακτήρες ενώ αντίστοιχα ο Herzog το αναφέρει με ελληνικούς χαρακτήρες).

Ξεκινώντας πάλι από την πύλη του Δία και της Ήρας ακολουθούμε το δρόμο προς Α, προς το κέντρο της σύγχρονης κωμόπολης. Εδώ, σε ανοιχτό χώρο, ανασκάφηκε μια μεγάλη κατασκευή, το μνημείο του Θερσίλοχου, που δυστυχώς επιχωματώθηκε ξανά.Περίπου 30 μ. μακρύτερα, υπάρχει το ιερό του Ηρακλή, πολιούχου της Θάσου, του οποίου η λατρεία ήταν διαδεδομένη στο νησί. Το ιερό έχει πρόστυλο, βωμό, ναό του 6ου π.Χ. αι., ένα δεύτερο μικρό ιωνικό ναό και άλλα οικοδομήματα, «οίκοι» του 5ου π.Χ. αι. Δίπλα στο ιερό βρίσκεται και η θριαμβική αψίδα του Καρακάλα, Ρωμαϊκής Εποχής.
Όταν ήταν ακόμα παιδί, ο Θεαγένης πήρε από την αγορά της Θάσου ένα χάλκινο άγαλμα και κάποιου θεού και το κουβάλησε μόνος του ως το σπίτι του. Οι συμπατριώτες του εξοργίστηκαν και πολλοί από αυτούς ήθελαν να καταδικαστεί σε θάνατο για την ιεροσυλία που διέπραξε. Ένας γέροντας όμως τους έπεισε να δείξουν επιείκεια.
Ο μικρός Θεαγένης επέστρεψε το άγαλμα στη θέση του και οι Θάσιοι δεν στέρησαν την πατρίδα τους από τη μεγάλη δόξα που τους επεφύλασσε ο άτακτος μικρός.


Το 480 π.Χ, λίγους μήνες πριν την ένδοξη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ο Θεαγένης κέρδισε το πρώτο του στεφάνι στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο αγώνισμα της πυγμαχίας και στην επόμενη Ολυμπιάδα νίκησε στο παγκράτιο.

Αναπαράσταση του ναού του Ποσειδώνα  στα Ίσθμια προς τιμή του θεού γίνονταν οι αγώνες 

Έλαβε μέρος σε πολλούς ακόμα αγώνες και στέφθηκε νικητής δέκα φορές στα Ίσθμια, εννέα φορές στα Νέμεα και τρεις φορές στα Πύθια, στα αγωνίσματα της πυγμαχίας και του παγκρατίου.
Μία ακόμα φορά αγωνίστηκε ως δρομέας αντοχής στη Φθία, σε αγώνες προς τιμήν του Αχιλλέα και κέρδισε την πρώτη θέση κι εκεί. Σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του νίκησε 1400 φορές.



Μπορούμε να υποθέσουμε πως ήταν ο διασημότερος κάτοικος της Θάσου στην εποχή του, όπως συνέβαινε με τους ολυμπιονίκες. Όταν πέθανε, οι Θάσιοι έστησαν σε περίοπτη θέση το άγαλμά του για να τον τιμούν για πάντα.
Υπήρχε, όμως, ανάμεσά τους κάποιος που επί χρόνια δεν μπορούσε να ξεπεράσει τον θυμό του εναντίον του μεγάλου αυτού αθλητή. Είχε επιχειρήσει πολλές φορές να τον νικήσει στους αγώνες, χωρίς όμως επιτυχία. Πήγαινε λοιπόν κάθε τόσο μέσα στη νύχτα και χτυπούσε το άγαλμα προσπαθώντας να ξεθυμάνει, μέχρι που κάποια στιγμή, εκείνο ξεκόλλησε από τη βάση του, έπεσε επάνω του και τον σκότωσε.



Οι γιοι του ζήτησαν από το δικαστήριο να τιμωρηθεί το άγαλμα, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη για τον νεκρό τους πατέρα. Οι δικαστές αποφάσισαν να το πετάξουν στη θάλασσα.
Λίγο καιρό αργότερα, στο νησί έπεσε μεγάλη ξηρασία, και όταν η κατάσταση έγινε επικίνδυνη, οι Θάσιοι ζήτησαν χρησμό από το Μαντείο των Δελφών.
Η Πυθία απεφάνθη πως έπρεπε να επαναφέρουν στη Θάσο όλους τους εξόριστους, όπως και έκαναν. Η ξηρασία όμως επέμενε.


Σε έναν δεύτερο χρησμό, τους αποκαλύπτεται πως ξέχασαν να επαναφέρουν τον Θεαγένη.
Οι ψαράδες του νησιού κατάφεραν να εντοπίσουν το άγαλμα στον βυθό και το επέστρεψαν στη θέση του. Η ξηρασία υποχώρησε και από τότε, ο Θεαγένης θεοποιήθηκε και λατρευόταν ως θεραπευτής.



Διαγόρας ο Ρόδιος, ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου

Ο Διαγόρας ήταν απόγονος του βασιλιά της Ιαλυσσού Δαμάγετου, της οικογένειας των Ερατιδών.

Ο πυγμάχος από τη Ρόδο υπήρξε το υπόδειγμα του ενάρετου αθλητή κι έμεινε στην ελληνική παράδοση ως γιος του θεού Ερμή. Αυτός ο «πελώριος, αγέρωχος άνδρας» έμεινε στην ιστορία, όχι μόνο για τις νίκες του, αλλά και για τον ακέραιο χαρακτήρα του. Ο Πίνδαρος, στην ωδή που έγραψε υμνώντας την νίκη του στην Ολυμπιάδα του 464 π.Χ προσεύχεται γι’ αυτόν στον Δία:


«…δώσε τιμή στον άνδρα που αρίστευσε με την πυγμή του, και ας τον τιμούν με σεβασμό όλοι οι πολίτες κι οι ξένοι. Διότι ίσια βαδίζει στον δρόμο που μισεί η ύβρις, βαθιά σεβόμενος τη σοφία των σωφρόνων προγόνων του…»
Η ωδή αυτή είχε χαραχθεί με χρυσά γράμματα στον ναό της θεάς Αθηνάς της Λίνδου.

Ο Διαγόρας νίκησε τέσσερις φορές στα Ίσθμια, δύο φορές στα Νέμεα, τουλάχιστον μία στα Πύθια, ενώ διακρίθηκε πολλές φορές σε τοπικούς αγώνες της Ρόδου και άλλων ελληνικών πόλεων. Αλλά, και όταν πια αποσύρθηκε, η δόξα δεν τον εγκατέλειψε.

Έζησε αρκετά για να δει τους γιους του να φορούν το στεφάνι της νίκης στην Ολυμπία. Το 448 π.Χ, ο Δαμάγετος νικούσε για δεύτερη φορά στο παγκράτιο και ο Ακουσίλαος στην πυγμαχία. 
Τα δύο αδέλφια σήκωσαν τον πατέρα τους στους ώμους, ενώ το πλήθος από τις κερκίδες τους επευφημούσε με ενθουσιασμό και τους έραινε με λουλούδια.


 Κάποια στιγμή ένας από τους θεατές φώναξε στον Διαγόρα: «Πέθανε, Διαγόρα, δεν πρόκειται να ανέβεις και στον Όλυμπο», που σημαίνει πως αυτό ήταν το ανώτερο επίπεδο δόξας που μπορούσε να επιτύχει ένας θνητός άνθρωπος. Εκείνη τη στιγμή της υπέρτατης δόξας πέθανε ο Διαγόρας μέσα στην αγκαλιά των γιων του, ως ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου!

Ο σεβασμός που απολάμβανε η οικογένεια του Διαγόρα γίνεται φανερή από ένα περιστατικό που καταγράφεται κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. 
Συνέβη τότε, σε μία ναυμαχία να συλλάβουν οι Αθηναίοι τον Δωριέα, τον τρίτο γιο του Διαγόρα, νικητή του παγκρατίου σε τρεις διαδοχικές Ολυμπιάδες και περιοδονίκη από το 432 ως το 424 π.
.Χ.  Σύμφωνα με τη συνήθεια, θα έπρεπε είτε να ζητήσουν λύτρα για να τον απελευθερώσουν ή να τον θανατώσουν.


Εκείνοι όμως τον απελευθέρωσαν αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη.
Οι εγγονοί του Διαγόρα, Ευκλής και Πεισίροδος στέφθηκαν επίσης Ολυμπιονίκες της πυγμαχίας το 404 π..Χ




Άλλοι διάσημοι αθλητές των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων 

Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες πραγματοποιήθηκαν στην Ολυμπία και είναι παραδοσιακά χρονολογημένοι στο 776 π.Χ. Οι Ολυμπιακοί αγώνες είναι αναμφισβήτητα το πιο σημαντικό αθλητικό γεγονός παγκοσμίως, μειστορία 12 αιώνων και σίγουρα κάθε αθλητής ονειρεύεται να συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες.Πλέον πραγματοποιούνται κάθε τέσσερα χρόνια σε διαφορετικό μέρος του κόσμου, όμως, στην αρχαιότητα εκτός από ένα αθλητικό γεγονός, ήταν επίσης ένας σημαντικός θρησκευτικός εορτασμός που προς τιμήν του θεού Δία.Υπήρχαν λιγότερα αθλήματα και τα βραβεία για τους νικητές ήταν στεφάνια φύλλων ελιάς ή κορώνα, ενώ πραγματοποιούνταν στην Ολυμπία. Τα επιτεύγματα μερικών θρυλικών αθλητών στην αρχαιότητα είναι τόσο περίεργα που τα θυμόμαστε ακόμη και σήμερα, εκατοντάδες χρόνια μετά. 

Ονόμαστος ο Σμυρναίος


Ο Ονόμαστος καταγόταν από την Σμύρνη, τον 7ο αιώνα π.Χ., ήταν ο πρώτος ολυμπιονίκης στην πυγμαχία. Εκτός από ολυμπιονίκης υπήρξε ο εισηγητής των πρώτων κανονισμών της αθλητικής πυγμαχίας, αφού μετέβη στην Ολυμπία και έπεισε τους ελλανοδίκες να συμπεριλάβουν το άθλημα στο πρόγραμμα της 23ης Ολυμπιάδας το 688 π.Χ. Με τέσσερις νίκες, ο Όνομαστος κατέχει ένα το ρεκόρ “του πυγμάχου με τους περισσότερους Ολυμπιακούς τίτλους πυγμαχίας” μέχρι σήμερα.

Όρσιππος ο Μεγαρεύς

Ο Όρσιππος ο Μεγαρεύς (8ος αιώνας π.Χ.), ήταν αρχαίος Έλληνας ολυμπιονίκης. Ήταν ένας διάσημος Έλληνας δρομέας με καταγωγή από τα Μέγαρα, ο οποίος στέφθηκε νικητής στο αγώνισμα του σταδίου κατά τους 15ους (720 π.Χ.) ολυμπιακούς αγώνες της αρχαιότητας. Ήταν ο μοναδικός από τους συναγωνιζομένους του ο οποίος έτρεξε γυμνός, και σύμφωνα με τον ιστορικό του 2ου αιώνα μ.Χ. Παυσανία άφησε σκόπιμα τον ρουχισμό του να πέσει για να τρέξει πιο άνετα. Αργότερα αναφέρεται πως υπήρξε στρατηγός των Μεγάρων ο οποίος κατέκτησε γειτονικές περιοχές, πιθανώς από τους Κορίνθιους.

 Ευρυλεώνις της Σπάρτης

Η Ευρυλεωνίς (ερ. 370 π.Χ.) γεννήθηκε στην Αρχαία Σπάρτη ήταν Ολυμπιονίκης στο ιππικό αγώνισμα με άμαξα δύο αλόγων στους Αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες το 368 π.Χ. Ήταν πλούσια πριγκίπισσα και παθιασμένη κτηνοτρόφος.

Η Ευρυλεωνίς ήταν η δεύτερη γυναίκα που στέφθηκε νικήτρια στη μακρά ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων. Η προκάτοχός της ήταν η Σπαρτάτισσα Πριγκίπισσα Κυνίσκα, που είχε κερδίσει τον αγώνα τεσσάρων ιπποδρομιών 24 χρόνια νωρίτερα. Είναι πιθανόν αυτές οι γυναίκες αθλητές των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων να είχαν πατέρα που δεν είχε αρσενικούς κληρονόμους κάτι που εξηγεί το πως ήταν σε θέση να μετέχουν στους αγώνες.

Σύμφωνα με τον γεωγράφο και περιηγητή Παυσανία, περίπου το 368 π.Χ. στήθηκε στη Σπάρτη ένα άγαλμα της Ευρυλεωνίδος. Είναι ένα από τα λίγα χάλκινα αγάλματα της Σπάρτης που διασώθηκε και όπως λέγεται δεν υπήρξαν άλλα αγάλματα αθλητών και στρατιωτικών πριν από το άγαλμα της Ευρυλεωνίδος.
 Κυνίσκα της Σπάρτης

Η Ελληνίδα Πριγκίπισσα Κυνίσκα είναι η πρώτη γυναίκα, από τους αθλητές των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων, στην ιστορία που κερδίζει στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η Κυνίσκα γεννήθηκε γύρω στο 440 π.Χ. κόρη του βασιλιά της Σπάρτης, Αρχιδάμου. Η Κυνίσκα ανακηρύχθηκε νικήτρια στις αρματοδρομίες δυο φορές, το άρμα της κέρδισε την κούρσα τεσσάρων ιπποδρομιών στην 96η και 97η Ολυμπιάδα (396 π.Χ. και 392 π.Χ. αντίστοιχα).

Παραδοσιακά, δεν επιτρέπεται στις γυναίκες να συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, ωστόσο, θα μπορούσαν να εισέλθουν στα ιππικά γεγονότα με την κατοχή και την εκπαίδευση των αλόγων. Ο αδελφός της Αγησίλαος, ο τελευταίος βασιλιάς της Σπάρτης, την ενθάρρυνε να συμμετάσχει. Η Κυνίσκα τιμήθηκε με το χάλκινο άγαλμα ενός άρματος και αλόγων και ένα άγαλμα του στον ναό του Δία στην Ολυμπία, όπου υπήρχε μια γραπτή επιγραφή δηλώνοντας ότι ήταν η μόνη γυναίκα που κέρδισε το στεφάνι στις εκδηλώσεις άρματος στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Ακόμη και μέχρι σήμερα, η Κύνισσα θεωρείται συμβολική μορφή της κοινωνικής ανόδου της γυναίκας. Η επιτυχία της ήταν η αρχή του κινήματος για να τους δοθούν ίσα δικαιώματα και ευκαιρίες.

 Μελανκόμας ο Κάριος

Ο Μελανκόμας στέφθηκε πρωταθλητής Ολυμπιακής πυγμαχίας το 49ο π.Χ., και ήταν επίσης νικητής σε πολλές άλλες εκδηλώσεις. Ήταν φημισμένος για την ασυνήθιστη τεχνική του, όπου ενώ απεύφεγε τα χτυπήματα των αντιπάλων του δεν τους χτυπούσε ούτε ο ίδιος και κέρδιζε απλώς με το να τους εξουθενώνει. Διέθετε εξαιρετική αντοχή, και ήταν ικανός να συνεχίζει να αγωνίζεται για μια ολόκληρη μέρα, ενώ κατά την προπόνηση του μπορούσε να κρατήσει τα χέρια του ψηλά για 2 ημέρες χωρίς να τα κατεβάσει.

Θαυμάστηκε για το μοναδικό στυλ του μποξ. Οι κινήσεις του ήταν ελαφρές, απλές και συναρπαστικές. Ο Μελάνκομας παρέμεινε αήττητος καθ ‘όλη τη διάρκεια της καριέρας του – όμως ποτέ δεν χτύπησε ούτε χτυπήθηκε από έναν αντίπαλο, υπερασπίστηκε τον εαυτό του μόνο από τα χτυπήματα των αντιπάλων του.

Ο ρήτορας Θεμίστιος του 4ου αιώνα μ.Χ. αναφέρει πως ο Μελανκόμας ήταν εραστής του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τίτου, ενώ έμμεσες αναφορές στον Μελανκόμα κάνει και ο Ευστάθιος ο Θεσσαλονικεύς. Κάποιες σύγχρονες μελέτες έχουν αμφισβητήσει την ιστορικότητα του Μελανκόμα, ή τα επιτεύγματα του, καθώς υποστηρίζουν πως κατά τους Ολυμπιακούς αγώνες υπήρχαν αντίμετρα σε περίπτωση όπου κάποιος αθλητής χρονοτριβούσε και απέφευγε να έρθει σε επαφή με τον αντίπαλο του ή αμφιβάλλουν για τις εξωπραγματικές επιδόσεις του αθλητή.


Άστυλος ο Κροτωνιάτης

Ο Αστύλος νίκησε σε τρεις διαδοχικούς Ολυμπιακούς Αγώνες από το 488 έως το 480 π.Χ., στα αθλήματα Δίαυλος, Στάδιον, και Οπλίτης δρόμος – τρέξιμο αγώνα με πλήρεις θωρακισμένες στολές. Κέρδισε συνολικά έξι στεφάνια ελιάς νίκης σε τρεις Ολυμπιάδες. Ήταν πολυνίκης σε σχέση με τους υπόλοιπους Αθλητές των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων.

Στους Ολυμπιακούς αγώνες του 488 π.Χ., έτρεξε για την πατρίδα του, ενώ στις επόμενες δύο Ολυμπιάδες επέλεξε να συμμετάσχει ως πολίτης των Συρακουσών προς τιμήν του τυράννου Ιιέρων. Οι συμπατριώτες τον τίμησαν και τον δόξασαν για την πρώτη του νίκη. Παρά την επιτυχημένη καριέρα του, έπρεπε να αντιμετωπίσει την δυσαρέσκεια και την δυσφήμηση για την απόφασή του να αγωνιστεί για τους Συρακούσες που εξόργισε τους πολίτες του Κρότωνα. 
Η οικογένειά του τον απομάκρυνε και το σπίτι του μετατράπηκε σε φυλακή ως σημείο έλλειψης σεβασμού. Λέγεται επίσης ότι ο Αστύλος δωροδοκήθηκε από αξιωματούχους στις Συρακούσες για να αγωνιστεί με το όνομά τους.
Ο Λεωνίδας της Ρόδου

Ο Λεωνίδας της Ρόδου ήταν ένας από τους πιο διάσημους δρομείς της αρχαιότητας. Για τέσσερις διαδοχικές Ολυμπιάδες, στην 154η, την 155η, την 156η και την 157η (164-152 π.Χ.), κέρδισε και τους τρεις αγώνες, – το στάδιο, το δίαυλο και το αγώνισμα του οπλίτη δρόμου. Ήταν έναςευέλικτος δρομέας, ενώ το στάδιο και ο Δίαυλος ταιριάζουν καλύτερα στους δρομείς, ο οπλίτης δρόμων απαιτεί περισσότερη μυϊκή δύναμη και αντοχή.
Το ρεκόρ του για δώδεκα ατομικά στεφάνια ολυμπιακής νίκης τελικά ξεπεράστηκε το 2016, όταν ο κολυμβητής Φέλπς κέρδισε το 13ο μετάλλιο στον αγώνα 200 μέτρων στην 31η σύγχρονη Ολυμπιάδα.Το ρεκόρ του Λεωνίδα διήρκεσε 2.168 χρόνια! --

O Πολυδάμας. 
Ο Πολυδάμας ο Θεσσαλός γιος του Νικία, ήταν αρχαίος αθλητής και Ολυμπιονίκης στο παγκράτιο το 408 π.Χ.  από τη Θεσσαλική πόλη Σκοτούσσα. Φημιζόταν για τη δύναμη του.

Δεν γνωρίζουμε πολλά για τον Ολυμπιονίκη Πολυδάμαντα από την Σκοτούσα.  Η ζωή του , η οικογένεια του ακόμη και οι λεπτομέρειες του Ολυμπιακού του θριάμβου παραμένουν  καλυμμένες σε μυστήριο. Εκτός από το γεγονός ότι το άγαλμα του  Πολυδάμαντα ήταν ιδιαίτερα ψηλό και δυνατό, δεν έχουμε άλλες πληροφορίες για την εμφάνιση του.
O Πολυδάμας 5ος αιώνας π.Χ.Σκοτούσσα ΦαρσάλωνΤο 2015 τοποθετήθηκε μνημείο προς τιμή του Πολυδάμα στην κεντρική πλατεία της Σκοτούσσας
Όπως οι περισσότεροι αθλητές της εποχής του, ο Πολυδάμας ήταν ιδιαίτερα γνωστός για τα έξω αθλητικά του επιτεύγματα  όπως επίσης και για την ανδρεία του στους Ολυμπιακούς αγώνες. Οι αρχαίοι συγγραφείς τείνουν να συγκρίνουν  τα κατορθώματα του με αυτά του μυθικού ήρωα Ηρακλή.

Ο Πολυδάμας κάποτε σκότωσε ένα λιοντάρι στον Όλυμπο με σκέτα τα χέρια του, σε μια προσπάθεια να μιμηθεί τους άθλους του Ηρακλή, ο οποίος ήταν διάσημος επειδή σκότωσε το λιοντάρι της Νεμέας. Για παρόμοιους λόγους, ο Πολυδάμας κάποτε κατάφερε μόνο με τα χέρια του να σταματήσει εντελώς  ένα άρμα που κινιόταν πολύ γρήγορα.
  • Σύμφωνα με τον Παυσανία, στην Ολυμπία υπήρχε χάλκινος ανδριάντας του Πολυδάμαντα. Ήταν έργο του Λυσίππου βορειοδυτικά του επιβλητικού ναού και επάνω σε υψηλό βάθρο έφερε επιγραφές και ανάγλυφες παραστάσεις των άθλων του Πολυδάμαντα.[3][6] Από το βάθρο σώζονται δύο κομμάτια στις τρεις πλευρές των οποίων διακρίνονται ανάγλυφες παραστάσεις από την πάλη του στην αυλή του Δαρείου και από το δάμασμα του λιονταριού


Αυτά τα κατορθώματα σύντομα έφτασαν στα αυτιά των Περσών. Ο βασιλιάς Δαρείος, τον κάλεσε κοντά του. Αφού λοιπόν παρουσιάστηκε μπροστά του, ο Πολυδάμας προκάλεσε 3 Πέρσες από το σώμα των  ‘Αθανάτων’ να παλέψουν μαζί του, και κατάφερε να τους κερδίσει και τους τρεις σε μια μοναδική μονομαχία.
 Εντούτοις, στο τέλος η δύναμη του Πολυδάμαντα δεν μπόρεσε να αποτρέψει τον θάνατο του. Ένα καλοκαίρι, ο Πολυδάμας  και οι φίλοι του ξεκουραζόντουσαν σε μια σπηλιά όταν η οροφή ξαφνικά άρχισε να πέφτει επάνω τους. Πιστεύοντας ότι η τεράστια δύναμη του θα μπορούσε να συγκρατήσει  την οροφή της σπηλιάς, ο Πολυδάμας κράτησε με τα χέρια του την οροφή, προσπαθώντας να την στηρίξει καθώς τα βράχια έπεφταν γύρω του. Οι φίλοι του κατάφεραν να ξεφύγουν από την σπηλιά , αλλά ο μεγάλος αυτός παλαιστής βρήκε τον θάνατο.

ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΉΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ  ΤΟΥ ΔΙΑΓΟΡΑ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΕΠΙΛΥΔΕΣ ΓΕΙΤΟΝΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΜΕ ΓΕΛΟΙΟ ΤΡΟΠΟ ΝΑ ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΘΟΎΝ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΑΘΛΗΤΗ ΓΙΑ ΚΑΘΑΡΑ , ΟΠΩΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ,  ΕΙΣΠΡΑΚΤΙΚΟΥΣ ΕΚ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΛΟΓΟΥΣ...ΚΑΙ ΙΣΩΣ ΟΧΙ ...ΜΟΝΟΝ ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΓΕΛΟΙΑ «ΕΙΔΗΣΗ »

Τον τάφο του Διαγόρα της Ρόδου ανακάλυψαν στην Τουρκία

Επί αιώνες παρέμενε άγνωστο σε ποιόν ανήκε ο πυραμιδοειδής τάφος του 3ου π.Χ αιώνα στην περιοχή του Τουρκούτ, κοντά στη Μαρμαρίδα, βόρεια - βορειοανατολικά της Ρόδου.
Αυτό βέβαια δεν εμπόδιζε τους κατοίκους της περιοχής να επισκέπτονται το μνημείο, να προσεύχονται αλλά και να αφιερώνουν στον «άγιο» που, σύμφωνα με τη δοξασία είχε ταφεί εκεί.
Στον 2.300 ετών μνημειακό τάφο, οι κάτοικοι της περιοχής του Τουρκούτ αναζητούσαν απαντήσεις στις αγωνίες τους μέχρι και πριν από τέσσερις δεκαετίες. Τότε, μόλις έγινε κατανοητό ότι δεν ήταν κάποιο ιερό μέρος, οι λατρευτικές επισκέψεις σταμάτησαν και το μνημείο συλήθηκε.
Σύμφωνα με την τουρκική εφημερίδα Μιλιέτ, μόλις πρόσφατα οι αρχαιολόγοι κατέληξαν σε ποιόν ανήκε το πυραμιδοειδές ταφικό μνημείο: σε έναν αρχαίο Έλληνα πυγμάχο που έζησε πριν από 2.300 χρόνια. Όπως σημειώνει η εφημερίδα, ο πυγμάχος δεν είναι άλλος από τον Διαγόρα τον Ρόδιο, τη νίκη του οποίου στο αγώνισμα της Πυγμής στην Ολυμπιάδα του 464, ύμνησε ο ποιητής Πίνδαρος στον Ζ’ Ολυμπιακό ύμνο.


Η παράδοση λέει ότι ο ύμνος αυτός είχε χαραχτεί με χρυσά γράμματα στον ναό της Αθηνάς στη Λίνδο. Εκτός από τον Διαγόρα Ολυμπιονίκες υπήρξαν οι 3 γιοι του και 2 εγγονοί του.
Μάλισα, κατά το ρεπορτάζ στην είσοδο του μνημείου είναι χαραγμένη επιγραφή, αποδιδόμενη στον ίδιο το Διαγόρα, ο οποίος φέρεται να προειδοποιεί πως «θα παρακαλουθώ τα πάντα ώστε κανείς δειλός να μην έρθει να καταστρέψει αυτό το μέρος».
Η προειδοποίηση του Διαγόρα, πάντως, δεν είχε αποτέλεσμα καθώς το μνημείο συλήθηκε σε άγνωστο χρόνο. Μεταξύ των γλυπτών που εκλάπησαν εκτιμάται ότι περιλαμβάνεται και ένα άγαλμα του ίδιου του Διαγόρα με τη σύζυγό του.

 
Με Πηγές από :
  • Ελλάδος Περιήγησις VI, Παυσανίας
  • Στράβων VI
  • Ολυμπιόνικος 7, Πίνδαρος
  • Ηρόδοτος βιβλίο 8
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
  • betcatalog.net  
  •  http://m.eirinika.gr 
  •  newpost.gr
  • ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ
Τα αυθεντικά αγωνίσματα στις αρχαίες Ολυμπιάδες

 
«Η Ολυμπία λάμπει σκιάζοντας κάθε άλλον αγώνα»

Όπως το νερό είναι το πολυτιμότερο από τα στοιχεία, και όπως ο χρυσός προβάλλει σαν το πιο ακριβό ανάμεσα σε όλα τα αγαθά, και όπως, τέλος, ο ήλιος φωτοβολεί περισσότερο από κάθε άλλο άστρο, έτσι και η Ολυμπία λάμπει σκιάζοντας κάθε άλλον αγώνα» τραγουδά ο Πίνδαρος στην πρώτη ολυμπιακή ωδή του. 
Από όλους τους πανελλήνιους αγώνες στην αρχαία Ελλάδα οι σημαντικότεροι λάμβαναν χώρα στην Ολυμπία. Αυτοί που έδωσαν την έμπνευση για τους σύγχρονους Ολυμπιακούς.
Ο Επίκτητος, τον 1ο αι. μ.Χ. γράφει:
"Πολλά ενοχλητικά και κουραστικά πράγματα 
υπάρχουν στη ζωή· και στους Ολυμπιακούς Αγώνες 
δεν είναι το ίδιο άσχημα τα πράγματα; 
Δε σε ψήνει η ζέστη; Δε σε τσαλαπατάει το πλήθος;
Δεν είναι δύσκολο να πλυθείς; 
Η βροχή δε σε μουσκεύει ως το κόκαλο; 
Δε σε πειράζει ο θόρυβος, η φασαρία και οι άλλες ενοχλήσεις; 
Κι όμως, μου φαίνεται πως άνετα, 
μετά χαράς μάλιστα, τ' ανέχεσαι όλα αυτά
μόλις σκεφτείς το μοναδικό θέαμα 
που θ' αντικρίσεις". 

Σύμφωνα με την παράδοση, στην Ολυμπία αγωνίστηκαν πρώτοι οι θεοί. Ο Δίας νίκησε τον Κρόνο
στην πάλη, ο Απόλλωνας τον Ερμή στο δρόμο και τον Άρη στην πυγμή. Επίσης οι αρχαίες πηγές αναφέρουν αρκετούς ήρωες ως ιδρυτές των αγώνων.

Στη μυκηναϊκή παράδοση ανήκει ο μύθος του Πέλοπα. Μετά τη νίκη του επί του Οινόμαου, ο Πέλοπας ίδρυσε αγώνες προς τιμήν του ηττημένου. Η Ιπποδάμεια ίδρυσε γυναικείους αγώνες προς τιμήν της Ήρας, τα λεγόμενα Ηραία. Έτσι  καθιερώθηκαν οι αγώνες στην Ολυμπία.
Τμήμα κρατήρα από την Έγκωμη Μυκηναϊκή εποχή ,ζωγραφική του 14ου αι. π.Χ.

Σύμφωνα με άλλους μύθους, ο ημίθεος Ηρακλής ίδρυσε τους αγώνες δρόμου αλλά και τις αρματοδρομίες, έφερε την αγριελιά από τη χώρα των Υπερβορείων, τη φύτεψε στο Ιερό, και καθόρισε τα όρια της ιεράς Άλτεως.

Κατ’ άλλους,  ο Ιδαίος Ηρακλής με τα τέσσερα αδέλφια του, τους Δακτύλους ή Κουρήτες, φτάνει στην Ολυμπία από την Κρήτη, ορίζει το μήκος του σταδίου, οργανώνει αγώνες δρόμου  και στεφανώνει το νικητή με αγριελιά. Ανάμεσα στα ονόματα των ιδρυτών των αγώνων αναφέρονται επίσης ο Νηλέας, ο Πελίας αλλά και ο Πίσος.
Κατά τον Στράβωνα ιδρυτής ήταν ο Οξυλλος, βασιλιάς των Ηρακλειδών μετά την κάθοδό τους στην Ηλεία (ύστερα από το 1200 π. Χ.). Αργότερα αναδιοργανώθηκαν από τον Ίφιτο, που σύναψε συμφωνία (την ιερή εκεχειρία) με το βασιλιά και νομοθέτη της Σπάρτης Λυκούργο και το βασιλιά της Πίσας Κλεισθένη και τότε η Ολυμπία μετατράπηκε σε πανελλήνιο κέντρο. Οι αρχαίες γραπτές πηγές αναφέρουν ως έτος έναρξης των αγώνων το 776 π.Χ. Από το έτος αυτό αρχίζει και ο κατάλογος των Ολυμπιονικών με πρώτο καταγεγραμμένο τον Κόροιβο, έναν ταπεινό φούρναρη από την Ηλεία, που κέρδισε τον αγώνα δρόμου ενός σταδίου.Τον 5ο αι. π.Χ. οι αγώνες έφτασαν στο απόγειο της δόξας τους. Στην ελληνιστική εποχή όμως, έχασαν τον αρχικό τους χαρακτήρα και μετατράπηκαν σε επαγγελματικές αθλητικές εκδηλώσεις κάτι που παγιώθηκε στη ρωμαϊκή εποχή.

Καταργήθηκαν από το Θεοδόσιο Α΄ το 393 μ.Χ. (293η Ολυμπιάδα), όταν με διάταγμά του απαγορεύθηκε η λειτουργία όλων των ειδωλολατρικών Ιερών.

Η φήμη του ιερού της Ολυμπίας είχε διαδοθεί  σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο, και σύντομα έγιναν το σύμβολο της πανελλήνιας ενότητας. Με το πέρασμα του χρόνου η θέση και η σημασία της Ολυμπίας διευρύνθηκαν. Από απλός χώρος λατρείας εξελίχθηκε σε ένα ιερό γεμάτο περίτεχνους ναούς -ο μεγαλύτερος από τους οποίους ήταν του Δία- κοσμικά κτήρια και αγάλματα. Νέα αγωνίσματα προστέθηκαν στους Αγώνες και καινούργιες εγκαταστάσεις χτίστηκαν για να εξυπηρετήσουν τους αθλητές που συμμετείχαν σε αυτούς.
Οι αγώνες συνδύαζαν το βαθύ θρησκευτικό πνεύμα με το ηρωικό παρελθόν των Ελλήνων, τον μέγιστο βαθμό της καλλιέργειας του σώματος, του νου και της ψυχής με τις πανανθρώπινες φιλοσοφικές αξίες και την προβολή του ατόμου και των πόλεων με το ύψιστο ιδανικό της ελευθερίας.  
Οι Ολυμπιακοί αγώνες ετελούντο κάθε τέσσερα πλήρη χρόνια και γίνονταν την πρώτη πανσέληνο μετά το θερινό ηλιοστάσιο (Ιούλιο-Αύγουστο). Ως το 684 π.Χ. που τα αγωνίσματα ήταν έξι,  διαρκούσαν μια μέρα. Όσο όμως αυξάνονταν τα αγωνίσματα (στην κλασική εποχή είχαν φτάσει τα 18), αυξάνονταν και οι μέρες διάρκειάς τους.


Δικαίωμα συμμετοχής είχαν όλοι οι ελεύθεροι Έλληνες πολίτες, που δεν είχαν διαπράξει φόνο ή ιεροσυλία. Απαγορευόταν η συμμετοχή στους βάρβαρους και στους δούλους. Οι Ρωμαίοι αργότερα, προκειμένου να λάβουν μέρος στους αγώνες, προσπάθησαν να αποδείξουν την ελληνική τους καταγωγή. Οι γυναίκες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στους ιππικούς αγώνες μόνο ως ιδιοκτήτριες των ίππων. Όλοι όμως, ακόμα και οι βάρβαροι και οι δούλοι, εκτός από τις γυναίκες, είχαν δικαίωμα να παρακολουθήσουν τους αγώνες 

Από τα πέρατα του ελληνικού κόσμου έρχονταν θεατές και έστηναν τις σκηνές τους κατά μήκος των ποταμών ή κάτω από τα δέντρα. Εκτός από τους μεμονωμένους προσκυνητές υπήρχαν και οι θεωρίες, οι επίσημες δηλαδή αντιπροσωπείες των πόλεων, οι οποίες απαρτίζονταν από επιφανείς πολίτες και έφερναν πλουσιότατα δώρα στο Ιερό. Οι αθλητές έπρεπε να πάνε στην Ήλιδα, τη διοργανώτρια πόλη των αγώνων ένα μήνα πριν την έναρξή τους, για να προπονηθούν κάτω από την επίβλεψη των Ηλείων κριτών, που τους χώριζαν σε άνδρες και παίδες. Οι κριτές, αν έκριναν πως δεν είχαν αθληθεί κανονικά όλο τον χρόνο, μπορούσαν και να τους αποκλείσουν.
Το πέρασμα του Αλφειού ποταμού κοντά στην Φρίξα 1819
Την εποπτεία για την τήρηση των κανονισμών είχαν οι Ελλανοδίκες, αρχικά  δύο, μετά εννέα, αργότερα δώδεκα και τέλος δέκα. Ηταν υπεύθυνοι για την τήρηση των κανονισμών, για την οργάνωση και τη διεξαγωγή των αγωνισμάτων και για την απονομή των βραβείων. Μπορούσαν επίσης να επιβάλουν ποινές, σωματικές ή χρηματικές και να αποκλείουν κάποιους από τους αγώνες.  Από τις χρηματικές ποινές κατασκευάζονταν χάλκινα αγάλματα του Διός, οι Ζάνες (πληθυντικός της λέξης Ζευς), τα οποία τοποθετούσαν στην Άλτη, μπροστά στην είσοδο του Σταδίου. Οι Ζάνες ήταν ένδειξη ότι κάποιος αθλητής είχε «κλέψει».

Η αναγγελία των αγώνων γινόταν από τους σπονδοφόρους, οι οποίοι κρατούσαν κλαδιά ελιάς και μετέφεραν το μήνυμα της ιερής εκεχειρίας από πόλη σε πόλη. Κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας (αρχικά ένας μήνας, αργότερα τρεις), σταματούσε κάθε εχθροπραξία, απαγορευόταν η είσοδος στην Ηλεία σε οπλισμένο άνδρα ή σε ομάδα στρατού και απαγορευόταν η εκτέλεση οποιασδήποτε θανατικής καταδίκης. Η εκεχειρία κηρύσσονταν ώστε να ταξιδεύουν με ασφάλεια οι αθλητές, οι συνοδοί τους και οι εκπρόσωποι των πόλεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα περίπου 1200 χρόνια που διήρκεσαν οι αγώνες οι παραβιάσεις του θεσμού ήταν ελάχιστες και ασήμαντες. Αυτό ακριβώς δείχνει ότι ήταν ένας θεσμός ισχυρός, απόλυτα σεβαστός από όλους.
Οι αγώνες ήταν γυμνικοί, ιππικοί και αργότερα προστέθηκαν και μουσικοί. Οι γυμνικοί αγώνες γινόντουσαν στο στάδιο και οι ιππικοί στον ιππόδρομο.
Δύο ημέρες πριν την έναρξη των αγώνων, αθλητές, κριτές και επίσημοι ξεκινούσαν σε πομπή από την Ήλιδα και έφταναν στην Ολυμπία διανύοντας την Ιερά Οδό.


Το πρωινό της πρώτης μέρας γινόταν η τελετή ορκωμοσίας για την τήρηση των κανόνων εκ μέρους των αθλητών, των συγγενών τους και των κριτών στο Βουλευτήριο, μπροστά στο άγαλμα του Ορκίου Διός. Ακολουθούσαν η καταγραφή των αθλητών, ο χωρισμός τους κατά αγωνίσματα, και η κλήρωσή τους κατά ζεύγη ή για τη σειρά που θα αγωνίζονταν. Έπειτα, κοντά στην είσοδο του σταδίου πραγματοποιούνταν οι αγώνες των κηρύκων και των σαλπιγκτών. Το απόγευμα τελούνταν θυσίες στην ιερή Άλτη και χρησμοδοσίες. Επίσης φιλόσοφοι, ιστορικοί και ποιητές απήγγειλαν λόγους και γίνονταν διάφορες συναθροίσεις.

Το επόμενο πρωί όλοι οι αθλητές και οι Ελλανοδίκες σε πομπή πήγαιναν στο στάδιο, όπου τους περίμενε συγκεντρωμένο το πλήθος. Οι αγώνες άρχιζαν με το αγώνισμα του σταδίου δρόμου, ακολουθούσε η πάλη παίδων, η πυγμή και το παγκράτιο.

Το πρωί της τρίτης μέρας διεξάγονταν οι αρματοδρομίες και τα ιππικά αγωνίσματα στον ιππόδρομο. Το απόγευμα στο στάδιο γινόταν το αγώνισμα του πεντάθλου (άλμα, δίσκος, δρόμος, ακόντιο, πάλη). Το βράδυ έκαναν θυσίες προς τιμήν του Πέλοπα και ακολουθούσαν εορταστικά δείπνα.

Οι αθλητές, οι Ελλανοδίκες, οι θεωρίες βάδιζαν την τέταρτη μέρα σε πομπή που ξεκινούσε από το γυμνάσιο έφτανε στο μεγάλο βωμό του Διός, όπου έκαναν θυσία 100 ζώων (εκατόμβη). Ακολουθούσαν οι αγώνες δρόμου των ανδρών, της πάλης, της πυγμής και του παγκρατίου. Η μέρα τελείωνε με την οπλιτοδρομία.


Η τελευταία μέρα ήταν αφιερωμένη στην βράβευση των αθλητών. Οι νικητές πήγαιναν προς το ναό του Διός, όπου τους στεφάνωναν οι Ελλανοδίκες. Ακολουθούσε επίσημο γεύμα στο πρυτανείο και εορταστικές εκδηλώσεις που διαρκούσαν μέχρι το βράδυ.

Τα αυθεντικά αγωνίσματα στις αρχαίες Ολυμπιάδες

Στάδιο, πένταθλο, ακόντιο,πάλη, πυγμαχία, παγκράτιο και ιππικοί αγώνες ήταν τα αγωνίσματα των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων.

Όλα ξεκίνησαν από τον δρόμο (στάδιον) που υπήρξε το παλαιότερο και σημαντικό άθλημα. Ο νικητής έδινε το όνομά του στην Ολυμπιάδα. Εφευρέτες του θεωρούνται διάφορα μυθικά πρόσωπα. Ανάμεσά τους ο γνωστός ήρωας Ηρακλής και οι Κουρήτες κ.ά. Στους αγώνες οι δρομείς έτρεχαν με γυμνά πόδια. Αρχικά φορούσαν και ένα περίζωμα, το οποίο όμως αργότερα καταργήθηκε.


Στους Ολυμπιακούς Αγώνες υπήρχαν τα παρακάτω είδη δρόμων:

Το στάδιο: δρόμος ταχύτητας ενός σταδίου, δηλαδή 600 ποδιών (αντιστοιχεί στο σημερινό δρόμο των 200 μ.). Το μήκος του σταδίου της Ολυμπίας μεταξύ των δύο βαλβίδων είναι 192,28 μ. Ως τη 13η Ολυμπιάδα (728 π. Χ.) το στάδιο ήταν το μοναδικό αγώνισμα στην Ολυμπία.

Ο δίαυλος: επίσης δρόμος ταχύτητας, με διπλή διαδρομή του σταδίου. Αντιστοιχεί με το σημερινό δρόμο των 400 μ.

Ο δόλιχος: (= μακρός). Δρόμος αντοχής 7 έως 24 σταδίων. Τις περισσότερες φορές η απόσταση ήταν καθορισμένη στα 20 στάδια, δηλαδή 3550-3800 μ. Το αγώνισμα εισήχθη στην 15η Ολυμπιάδα (720 π.Χ).

Ο οπλίτης: Εισάγεται στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 520 π.Χ., δηλαδή στην 65η Ολυμπιάδα. Πρόκειται για δρόμο ταχύτητας, όπου ο δρομέας έτρεχε φορώντας χάλκινη αμυντική πανοπλία (κράνος, κνημίδες, ασπίδα) και αργότερα μόνο ασπίδα.

Ο οπλίτης δρόμος είχε διαδρομή 2 ή 4 σταδίων και θεωρείται ως επικήδειος αγώνας προς τιμήν κάποιου νεκρού ήρωα.
Οπλιτοδρόμοι 

Οι έφηβοι αγωνίζονταν μόνο στο απλό «στάδιο», δηλαδή στον αγώνα δρόμου μιας διαδρομής. Ο Παυσανίας μνημονεύει επίσης τον αγώνα δρόμου των «Ηλείων παρθένων», οι οποίες έπαιρναν μέρος ντυμένες με έναν κοντό χιτώνα, τον δεξιό ώμο γυμνό και τα μαλλιά λυτά.

Το πένταθλο

Αποτελείτο από πέντε αγωνίσματα: το άλμα, το δρόμο, το ακόντιο, το δίσκο και την πάλη. Σύμφωνα με την παράδοση το δημιούργησε ο Ιάσων δημιούργησε το πένταθλο, προς τιμήν του φίλου του Παλέα, ο οποίος είχε νικήσει στην πάλη, στους αγώνες που τέλεσαν οι Αργοναύτες στη Λήμνο, αλλά είχε έλθει δεύτερος σε όλα τα υπόλοιπα αγωνίσματα. Το άλμα, το ακόντιο και ο δίσκος αποτελούσαν αγωνίσματα μόνο του πεντάθλου, ενώ ο δρόμος και η πάλη διεξάγονταν και ξεχωριστά με δικό τους έπαθλο.
Παραστάσεις αθλητών πεντάθλου 

Ο  Αριστοτέλης θεωρούσε τον νικητή του σταδίου ως «τον κάλλιστον των Ελλήνων».
Το άλμα, το οποίο ήταν πάντα εις μήκος, πιθανόν να ήταν απλό, διπλό ή και τριπλό. Σύμφωνα με μαρτυρίες που υπάρχουν, κατά τη διεξαγωγή του άλματος παιζόταν αυλός, και η μουσική βοηθούσε καλύτερα τον άλτη να αποκτήσει ρυθμό στις κινήσεις του.

Ο δίσκος

Ο δίσκος εισήχθη το 632 π.Χ. με αρχικά λίθινους δίσκους, αργότερα όμως ήταν από χαλκό, μολύβι ή σίδερο.
Ο δισκοβόλος Αντιφών Φωτ ιστότοπος ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Όπως και σήμερα ήταν στρογγυλοί. Οι δίσκοι που διασώθηκαν ως τις μέρες μας, έχουν διάμετρο από 0,17 έως 0,34 μ. και βάρος από 1250 έως 6600 γραμμάρια. Οι μεγαλύτεροι πρέπει να ήταν αφιερώματα (όπως ο δίσκος του Κορίνθιου Ποπλίου Ασκληπιάδη, που φυλάσσεται στο Μουσείο της Ολυμπίας, νικητή στη 255η Ολυμπιάδα το 241 μ.Χ., ο οποίος φέρει εγχάρακτη επιγραφή αφιερωμένη στο Δία).

Το ακόντιο

Αγώνισμα που επίσης αναφέρεται στον Όμηρο και προέρχεται από τον πόλεμο και το κυνήγι. Δύο ήταν τα είδη του ακοντισμού: ο εκήβολος, δηλαδή βολή του ακοντίου σε μήκος, και ο στοχαστικός, δηλαδή βολή σε προκαθορισμένο στόχο. Στην Ολυμπία αγώνισμα του πεντάθλου αποτελούσε ο εκήβολος ακοντισμός.

Το ακόντιο ήταν ένα μακρύ ξύλινο κοντάρι μήκους 1,50-2 μ., με μυτερή την άκρη του, χωρίς μεταλλική αιχμή και πιο ελαφρύ από το πολεμικό. Ακόντια με αιχμή χρησιμοποιούσαν στο στοχαστικό ακοντισμό.

Η πάλη

Από τα πιο αγαπημένα αγωνίσματα στην αρχαία Ελλάδα ήταν η πάλη. Ο Όμηρος στα «άθλα επί Πατρόκλω» μας περιγράφει σκηνές πάλης. Ως εφευρέτης του αθλήματος αναφέρεται ο Θησέας αλλά και ο Ηρακλής (Εκτός των δύο μυθικών ηρώων, όμως, και θεοί αναφέρονται ως εφευρέτες της πάλης, όπως ο Ερμής και η κόρη του Παλαίστρα.
Ζωγραφική αγγείου -Ερέτρια 4ος αι. π.Χ. 

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες η πάλη εισήχθη ως ανεξάρτητο αγώνισμα στη 18η Ολυμπιάδα (708 π. Χ.), αλλά και ως αγώνισμα του πεντάθλου. Από την 37η Ολυμπιάδα (632 π.Χ) άρχισαν και οι παίδες να αγωνίζονται στην πάλη.
Υπήρχαν δύο είδη πάλης : Στο πρώτο ο αθλητής είχε σκοπό να ρίξει τον αντίπαλο τρεις φορές με τους ώμους στο χώμα, ενώ στο δεύτερο ο αγώνας συνεχιζόταν ακόμα και στο έδαφος, μέχρι που ο νικημένος αναγκαζόταν να παραδεχτεί την ήττα του σηκώνοντας το χέρι.

Η πυγμαχία

Η πυγμή- πυγμαχία-, βίαιο και συχνά θανατηφόρο αγώνισμα ήταν ήδη γνωστή από τη μινωική και την μυκηναϊκή εποχή και αναφέρεται στον Όμηρο ως ένα από τα αγωνίσματα  προς τιμήν του Πατρόκλου. Κατά τη μυθολογία την πυγμή εφεύρε ο Απόλλωνας, αλλά και ο Ηρακλής, ο Θησέας και άλλοι ήρωες. Εισάγεται στην 23η Ολυμπιάδα (688 π.Χ.), και για τους παίδες στην 41η (616 π.Χ.).
Ζωγραφική σε αγγείο του 500π.Χ. 

Οι αντίπαλοι αγωνίζονταν έως ότου ο ένας από τους δύο πέσει αναίσθητος ή παραδεχτεί την ήττα του. Τα ζεύγη των πυκτών καθορίζονταν με κλήρο. Στην αρχή φορούσαν ιμάντες στα χέρια, μετά λουρίδες από δέρμα στα δάχτυλα και τέλος, στη ρωμαϊκή εποχή, πυγμαχικό γάντι ενισχυμένο από σίδηρο και μολύβι.
Από τους ονομαστότερους πυγμάχους της αρχαιότητας ήταν ο Διαγόρας ο Ρόδιος, πατέρας της Καλλιπάτειρας.

Το παγκράτιο

Το δυσκολότερο άθλημα στους Ολυμπιακούς αγώνες ήταν αναμφισβήτητα το παγκράτιο, συνδυασμός της πάλης και της πυγμαχίας. Ο νικητής έπρεπε να νικήσει συνδυάζοντας την ευελιξία αλλά και την δύναμη της γροθιάς, συμβολίζοντας έτσι τον ηρωικό αγώνα του άοπλου πολεμιστή στην μάχη. Σε αντίθεση με την καθεαυτού πυγμαχία, οι αθλητές του παγκρατίου αγωνίζονταν με γυμνά χέρια και δεν χτυπούσαν με την γροθιά, αλλά με τα δάχτυλα της πυγμής.

Στην Ολυμπία εισάγεται στη 33η Ολυμπιάδα (648 π. Χ.). Το αγώνισμα διακρινόταν στο άνω ή ορθοστάνδην παγκράτιο (όταν οι αθλητές αγωνίζονταν όρθιοι) και στο κάτω παγκράτιο (όταν οι αντίπαλοι έπεφταν και συνέχιζαν κάτω).

Οι ιππικοί αγώνες

Οι αρματοδρομίες διεξάγονταν σε ιδιαίτερο στάδιο, το «ιπποδρόμιο», αγνώστων σήμερα διαστάσεων.
Ο πρώτος αγώνας αρματοδρομίας που αναφέρει η παράδοση είναι αυτός μεταξύ του Πέλοπα και του Οινομάου, βασιλιά της Πίσας, μύθος που συνδέεται άμεσα με την Ολυμπία. Αρματοδρομίες επίσης αναφέρει και ο Όμηρος, στους αγώνες που οργάνωσε ο Αχιλλέας προς τιμήν του νεκρού φίλου του Πατρόκλου. Προστάτης του αγωνίσματος της αρματοδρομίας θεωρείτο ο θεός Ποσειδώνας. Τα αγωνίσματα αρματοδρομιών στην Ολυμπία ήταν:
Το τέθριππο με άρμα που έσερναν τέσσερα άλογα

Η απήνη με δύο ημιόνους

Η συνωρίδα με άρμα που έσερναν δύο άλογα.
Ακολούθησαν και τέθριππα και συνωρίδα πώλων.
Η νίκη ανήκε στους ιδιοκτήτες οι οποίοι μάλιστα στέφονταν νικητές, ενώ για τον ηνίοχο το βραβείο ήταν μια μάλλινη ταινία που ο ιππότροφος (ο ιδιοκτήτης δηλαδή του ίππου) του έδενε στο μέτωπο. Για το λόγο αυτό στην Ολυμπία έχομε ονόματα γυναικών που αναφέρονται ως νικητές στις αρματοδρομίες (Κυνίσκα), παιδιών ή και πόλεων.

Τα ιππικά αγωνίσματα εισάγονται για πρώτη φορά στην Ολυμπία στην 33η Ολυμπιάδα το 648 π.Χ. με τις ιπποδρομίες των τελείων κελήτων, το οποίο ήταν αγώνισμα με αναβάτη σε άλογο που έκανε έξι φορές το γύρο του ιπποδρόμου. Ο αναβάτης ίππευε γυμνός, δίχως εφίππιο και αναβολείς κρατώντας το μαστίγιο και τα ηνία, όπως απεικονίζεται σε διάφορες παραστάσεις αγγείων. Το εφίππιο πιθανότατα χρησιμοποιούσαν μόνο οι πολεμιστές.

Ο κότινος

Οι αγώνες ήταν στεφανίτες. Το άθλο, δηλαδή, ήταν ένα στεφάνι από κλαδί αγριελιάς, ο κότινος. Τα κλαδιά για τα στεφάνια των νικητών έκοβε από την Καλλιστέφανο ελιά που ήταν νοτίως του ναού του Διός, ένας «παις αμφιθαλής» (που ήταν δηλαδή στη ζωή οι γονείς του) με χρυσό ψαλίδι. Στη συνέχεια τα πήγαινε στο ναό της Ήρας και τα ακουμπούσε επάνω σε μία χρυσελεφάντινη τράπεζα. Από εκεί τα έπαιρναν οι Ελλανοδίκες για να στεφανώσουν τους νικητές. Για βραβείο χρησιμοποιούσαν ακόμη μάλλινες ταινίες τις οποίες έδεναν στο μέτωπο ή σε άλλα μέρη του σώματος των αθλητών.

Ανυπολόγιστη, όμως, ήταν η ηθική σημασία της νίκης στην Ολυμπία. Τις νίκες αυτές ύμνησαν μεγάλοι ποιητές, όπως ο Συμωνίδης, ο Βακχυλίδης και ο σπουδαιότερος όλων, ο Πίνδαρος. Ο Ολυμπιονίκης όταν επέστρεφε στην πόλη του απολάμβανε μεγάλες τιμές. Κατεδαφιζόταν ένα τμήμα των τειχών της πόλης, εφόσον πόλη που γέννησε Ολυμπιονίκη δεν είχε ανάγκη από τείχη, και από τη νέα είσοδο έμπαινε ο νικητής στην πόλη, ανεβασμένος σε ένα μεγαλόπρεπο τέθριππο άρμα. Στη συνέχεια ο νικητής πρόσφερε θυσία στο θεό προστάτη της πόλης και του αφιέρωνε το στεφάνι του. Ακολουθούσε εορταστικό δείπνο στο οποίο καθόταν όλη η πόλη. Τους δίνονταν πολλές ακόμα τιμές.

Οι τιμές και τα προνόμια των Ολυμπιονικών ποίκιλλαν από πόλη σε πόλη. Ωστόσο η σημαντικότερη τιμή του Ολυμπιονίκη ήταν το δικαίωμα του να τοποθετήσει το άγαλμά του στην ιερή Άλτη και ο επινίκιος, ο ύμνος δηλαδή που γραφόταν για να εξυμνήσει τη νίκη του. Οι δύο αυτές τιμές εξασφάλιζαν τη δόξα του και το όνομά του έμενε γνωστό για πάντα.

  • Με στοιχεία από διαδικτυακό αφιέρωμα του υπουργείου Πολιτισμού στους αρχαίους ολυμπιακούς αγώνες Αντ. Καρατάσου, στο Liberal
  • ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΟΝΑ 

Εhttp://bit.ly/2kjlkot    πισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας http://www.tapantareinews.gr, για περισσότερη ενημέρωση. Εγγραφείτε - SUBSCRIBE: http://bit.ly/2lX5gsJ Website —►http://bit.ly/2lXX2k7 SOCIAL - Follow us...: Facebook...► 





Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only