Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2020

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο



ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο είναι το μεγαλύτερο μουσείο της Ελλάδας και ένα από τα σημαντικότερα του κόσμου. Με αρχικό προορισμό να δεχθεί το σύνολο των ευρημάτων από ανασκαφές του 19ου αιώνα, κυρίως από την Αττική, αλλά και από άλλες περιοχές της χώρας, σταδιακά πήρε τη μορφή ενός κεντρικού Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και εμπλουτίσθηκε με ευρήματα από όλα τα σημεία του ελληνικού κόσμου. Οι πλούσιες συλλογές του, που απαριθμούν περισσότερα από 11.000 εκθέματα, προσφέρουν στον επισκέπτη ένα πανόραμα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού από τις αρχές της προϊστορίας έως την ύστερη αρχαιότητα. Το μουσείο στεγάζεται στο επιβλητικό νεοκλασικό κτίριο, που οικοδομήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα σε σχέδια του L. Lange και τελικά διαμορφώθηκε από τον Ernst Ziller.

Οι εκθεσιακοί χώροι του καλύπτουν έκταση 8.000 τ.μ. και στεγάζουν τις 5 μεγάλες μόνιμες συλλογές:
-Τη Συλλογή Προϊστορικών Αρχαιοτήτων, που περιλαμβάνει έργα των μεγάλων πολιτισμών που αναπτύχθηκαν στο Αιγαίο από την 6η χιλιετία μέχρι το 1050 π.Χ. (νεολιθικού, κυκλαδικού και μυκηναϊκού) και ευρήματα από τον προϊστορικό οικισμό της Θήρας.
-Τη Συλλογή Έργων Γλυπτικής, που παρουσιάζει, μέσα από μοναδικά έργα τέχνης, την εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής από τον 7ο αιώνα π.Χ. μέχρι τον 5ο αιώνα μ.Χ.
-Τη Συλλογή Αγγείων και Μικροτεχνίας, που περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικά έργα της αρχαίας ελληνικής κεραμικής από τον 11ο αιώνα π.Χ. μέχρι και τη ρωμαϊκή εποχή, καθώς και τη Συλλογή Σταθάτου, μια συλλογή μικροτεχνημάτων.
-Τη Συλλογή Έργων Μεταλλοτεχνίας, με πολλά μοναδικά πρωτότυπα έργα, αγάλματα, ειδώλια και έργα μικροτεχνίας.
-Τέλος, τη μοναδική για την Ελλάδα Συλλογή Αιγυπτιακών και Ανατολικών Αρχαιοτήτων, με έργα τέχνης, που χρονολογούνται από την προδυναστική περίοδο (5000 π.Χ.) μέχρι και τους χρόνους της ρωμαϊκής κατάκτησης.

Το μουσείο διαθέτει πλούσιο φωτογραφικό αρχείο και βιβλιοθήκη με πολλές σπάνιες εκδόσεις, που εμπλουτίζεται διαρκώς για τις ανάγκες του επιστημονικού προσωπικού. Επίσης, διαθέτει σύγχρονα εργαστήρια συντήρησης μεταλλικών αντικειμένων, κεραμικής, λίθου, εργαστήρια εκμαγείων, οργανικών υλών, φωτογραφικό εργαστήριο και χημικό εργαστήριο. Στους χώρους του στεγάζονται, ακόμη, αίθουσες περιοδικών εκθέσεων, αμφιθέατρο διαλέξεων, καθώς και ένα από τα μεγαλύτερα πωλητήρια του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων.
Το Μουσείο δέχεται χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο. Παράλληλα με την προβολή των εκθεμάτων του διοργανώνει περιοδικές εκθέσεις και συμμετέχει με δανεισμό έργων του σε εκθέσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Επί πλέον, λειτουργεί ως κέντρο έρευνας για επιστήμονες από όλο τον κόσμο και συμμετέχει στην εκπόνηση ειδικών εκπαιδευτικών και άλλων προγραμμάτων. Στο αμφιθέατρό του διοργανώνονται αρχαιολογικές διαλέξεις, ενώ καινοτομία αποτελεί και η δυνατότητα ξενάγησης ατόμων με προβλήματα ακοής από το επιστημονικό προσωπικό. Το Μουσείο λειτουργεί ως Ειδική Περιφερειακή Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, ενώ οι 5 μόνιμες συλλογές του, εκτός από εκθεσιακές ενότητες, αποτελούν και αυτόνομα διοικητικά τμήματα.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ιδρύθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα με σκοπό να φιλοξενήσει και να διαφυλάξει αρχαιότητες από όλη την Ελλάδα, προβάλλοντας παγκοσμίως την ιστορική, πνευματική και καλλιτεχνική τους αξία. Το πρώτο Μουσείο στην Ελλάδα είχε ήδη ιδρυθεί το 1829, από τον Ι. Καποδίστρια και στεγάσθηκε στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας. Στις επόμενες δεκαετίες, όμως, η μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα και ο μεγάλος αριθμός ευρημάτων, που ερχόταν στο φως από τις ανασκαφές, έκαναν επιτακτική την ανάγκη ύπαρξης ενός οργανωμένου εθνικού μουσείου στην πόλη. Για πολλά χρόνια διατυπώνονταν προτάσεις σχετικά με τη θέση και τα σχέδια του κτιρίου, τόσο από Έλληνες όσο και από ξένους αρχιτέκτονες, που εργάζονταν για την ανοικοδόμηση της Αθήνας.
Το οικόπεδο, όπου τελικά οικοδομήθηκε το Μουσείο, είναι δωρεά της Ελένης Τοσίτσα, ενώ τα σχέδια κατασκευής του κτιρίου, των αρχιτεκτόνων L. Lange και Π. Κάλκου, επιμελήθηκε για την τελική διαμόρφωση του χώρου ο αρχιτέκτων E. Ziller. Τη χρηματοδότηση προσέφεραν το ελληνικό δημόσιο, η Αρχαιολογική Εταιρεία και ο Νικόλαος Βερναρδάκης, πλούσιος ομογενής από τη Ρωσία. Το κτίριο τέλειωσε το 1889 με την παράδοση της κεντρικής πτέρυγας και την πρόσοψη, ενώ κατά τα έτη 1903-1906 προστέθηκε μία ακόμα πτέρυγα στα ανατολικά. Τέλος, στο διάστημα 1932-1939 πραγματοποιήθηκε η κατασκευή ενός διώροφου κτίσματος στην ανατολική πλευρά από τον αρχιτέκτονα Γ. Νομικό.
Η μεταφορά αρχαιοτήτων στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ξεκίνησε το 1874, όταν ολοκληρώθηκε η ανέγερση της δυτικής πτέρυγας και ενώ συνεχίζονταν οι εργασίες αποπεράτωσης. Έως το 1889, χρονολογία περάτωσης της κεντρικής πτέρυγας, είχαν μεταφερθεί στο Μουσείο τα σημαντικότερα αρχαία ευρήματα από την επαρχία και το 1893 ολοκληρώθηκε η σταδιακή παράδοση όλων των αρχαιοτήτων της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Επί πλέον, οι συλλογές του Μουσείου εμπλουτίσθηκαν με δωρεές ιδιωτικών αρχαιολογικών συλλογών, όπως της Αιγυπτιακής Συλλογής του Ιωάννη Δημητρίου (1890).
Με Προεδρικό Διάταγμα της 9ης Αυγούστου 1893, ιδρύθηκε επισήμως το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο με σκοπό «τη σπουδή και διδασκαλία της αρχαιολογικής επιστήμης, τη διάδοση αρχαιολογικών γνώσεων και την ανάπτυξη έρωτα προς τις καλές τέχνες». Οι Συλλογές του καθορίσθηκαν ως εξής: Συλλογή Γλυπτών (Γλυπτοθήκη), Συλλογή Αγγείων (Αγγειοθήκη), Συλλογή Πήλινων και Χαλκών Αγαλματίων και λοιπών διαφόρου ύλης αρχαίων (Αγαλματιοθήκη), Συλλογή Επιγραφών (Επιγραφικό Μουσείο), Συλλογή Έργων Προελληνικών Χρόνων (Μυκηναία Συλλογή), Συλλογή Έργων Αιγυπτιακής Τέχνης (Αιγυπτιακή Συλλογή). Επιπλέον, λειτουργούσαν εργαστήρια συντήρησης και μουσείο εκμαγείων.
Η κήρυξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου έκανε επιτακτική την ανάγκη αποθήκευσης και φύλαξης των αρχαιοτήτων του Μουσείου σε ασφαλείς χώρους του κτιρίου, της Τραπέζης της Ελλάδος και σε φυσικά κρησφύγετα. Αμέσως μετά τον πόλεμο, το 1945, άρχισαν οι εργασίες επανέκθεσης των αρχαίων, υπό την επίβλεψη του τότε διευθυντή Χ. Καρούζου, ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκαν οικοδομικές εργασίες από τον αρχιτέκτονα Π. Καραντινό, για τη διαμόρφωση των χώρων του Μουσείου για την καλύτερη παρουσίαση των εκθεμάτων. Στη διάρκεια των εργασιών αυτών, η προσωρινή έκθεση του μουσείου περιορίσθηκε σε δέκα αίθουσες της ανατολικής πτέρυγας. Το 1964 ολοκληρώθηκε το έργο της επανέκθεσης από το Χρήστο και τη Σέμνη Καρούζου, με την υποδειγματική παρουσίαση της πορείας της αρχαίας ελληνικής τέχνης από την προϊστορία μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια. Το 1994, 30 χρόνια αργότερα, εκτέθηκε για πρώτη φορά και η μοναδική στην Ελλάδα συλλογή αιγυπτιακών αρχαιοτήτων.
ΕΚΘΕΣΕΙΣ
ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
Η Νεολιθική Συλλογή αποτελεί μέρος της Συλλογής Προϊστορικών Αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και περιλαμβάνει τα αρχαιότερα εκθέματα του μουσείου, αντιπροσωπευτικά του νεολιθικού πολιτισμού και των πολιτισμών που αναπτύχθηκαν στο Αιγαίο πριν από το μυκηναϊκό. Πρόκειται για αντικείμενα που προέρχονται από οικισμούς και ταφικά μνημεία της νεολιθικής εποχής, της Πρώιμης και Μέσης Εποχής του Χαλκού, τόσο από την ηπειρωτική Ελλάδα όσο και από τα νησιά του Αιγαίου. Τα περισσότερα εκθέματα είναι πήλινα και λίθινα αγγεία, ειδώλια και εργαλεία, που χρονολογούνται από το 6800 π.Χ. έως το 1600 π.Χ., ενώ ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι λεγόμενοι «θησαυροί» πολύτιμων αντικειμένων από το ΒΑ Αιγαίο. Η έκθεση καταλαμβάνει τη μεγάλη αίθουσα 5 στο ισόγειο του μουσείου και είναι οργανωμένη κατά χρονολογική σειρά, ξεκινώντας από τη Νεολιθική εποχή και καταλήγοντας στην Εποχή του Χαλκού. Ο τρόπος παρουσίασης των εκθεμάτων δίνει τη δυνατότητα στον επισκέπτη να γνωρίσει τα σημαντικά κέντρα κάθε περιόδου, την τυπολογική εξέλιξη των αντικειμένων και των τρόπων διακόσμησης, την εξέλιξη της τεχνολογίας, αλλά του προσφέρει και πληροφορίες για τις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής. Τα εκθέματα πλαισιώνουν επεξηγηματικές πινακίδες, ενημερωτικά κείμενα και σχεδιαγράμματα.
ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΕΚΘΕΣΗΣ
-ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΕΠΟΧΗ
Εκτίθενται ευρήματα κυρίως από οικισμούς της Θεσσαλίας κι από άλλες θέσεις της Ελλάδας, που χρονολογούνται στη Νεολιθική εποχή, περίοδο που χαρακτηρίζεται από την απασχόληση του ανθρώπου με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και τη μόνιμη εγκατάστασή του σε ένα τόπο. Τα εκθέματα περιλαμβάνουν αγγεία, σκεύη, ειδώλια, κοσμήματα, εργαλεία και όπλα, από πηλό, λίθο, οστό ή κέρατο, που χρονολογούνται από το 6800-3300 π.Χ. Παρουσιάζονται, όπου είναι δυνατόν, με χρονολογική σειρά, για να είναι κατανοητή στον επισκέπτη η σταδιακή πρόοδος της τεχνολογίας και η ομαλή μετάβαση στην επόμενη περίοδο, την Εποχή του Χαλκού. Η εισαγωγή του κεραμικού τροχού ή η εξέλιξη της μεταλλοτεχνίας, για παράδειγμα, παρουσιάζονται μέσα από τα εκθέματα και με τη βοήθεια εποπτικού υλικού. Από τα σημαντικότερα εκθέματα είναι τα πήλινα αγγεία με τεχνικές διακόσμησης που χαρακτηρίζουν συγκεκριμένες περιοχές και χρονολογικές περιόδους, καθώς και τα πήλινα ειδώλια, τόσο τα γυναικεία όσο και τα ανδρικά, όπως ο αποκαλούμενος «Στοχαστής», ενώ η μετάβαση από τη Νεολιθική εποχή στην Εποχή του Χαλκού υποδεικνύεται από τη σειρά των χάλκινων πελέκεων.

Κουροτρόφος
-ΠΡΩΙΜΗ ΚΑΙ ΜΕΣΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ
Εδώ εκτίθενται ευρήματα από οικισμούς και νεκροταφεία των αρχών της Εποχής του Χαλκού. Η Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (3200-1900 π.Χ.) εκπροσωπείται κυρίως από εκθέματα ιδιαίτερων πολιτιστικών ενοτήτων, όπως οι περίφημοι «θησαυροί» της Πολιόχνης Λήμνου και της Τροίας, σύνολα χρυσών και χάλκινων αντικειμένων, χαρακτηριστικά του πολιτισμού του ΒΑ Αιγαίου, αλλά και το σύνολο χρυσών και αργυρών κτερισμάτων από τον πρωτοελλαδικό τύμβο της Λευκάδας. Ακολουθούν ανασκαφικά σύνολα από διάφορες θέσεις της Αττικής, για να οδηγηθεί ο επισκέπτης στη Μέση Εποχή του Χαλκού (1900-1600 π.Χ.) με τα ευρήματα του Βοιωτικού Ορχομενού, που υπήρξε μεγάλο κέντρο της περιόδου και απέδωσε μεγάλο αριθμό της χαρακτηριστικής για την εποχή αμαυρόχρωμης και μινυακής κεραμικής. Το μεγαλύτερο σύνολο σε αυτή την περίοδο καταλαμβάνουν τα κτερίσματα των μεσοελλαδικών τάφων του Σέσκλου και του Διμηνίου, ανάμεσα στα οποία υπάρχουν και αρκετά μεταλλικά αντικείμενα, όπως χάλκινη αιχμή λόγχης του «τύπου Σέσκλου», από τα ελάχιστα δείγματα που έχουν αποκαλυφθεί στην Ελλάδα.

Χάλκινα και χρυσά κοσμήματα νεκροταφείου Σέσκλου
ΕΚΘΕΜΑΤΑ
ΕΙΔΩΛΙΟ ΤΟΥ «ΣΤΟΧΑΣΤΗ»
Μοναδικό μνημειακό ειδώλιο της νεολιθικής εποχής (4500-3300 π.Χ.), που παριστάνει ανδρική ιθυφαλλική μορφή σε θρόνο. Το μέγεθός του ξεπερνάει τα όρια της συνηθισμένης ειδωλοπλαστικής της περιόδου, αν και ο τύπος αυτός ανδρικού ειδωλίου είναι αρκετά διαδεδομένος. Ο άνδρας εικονίζεται καθισμένος σε θρόνο, που είναι συμφυής με το σώμα του. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του αποδίδονται με πλαστικότητα, ενώ τα γένια, το θωρακικό τόξο και η ηβική χώρα αποδίδονται με εγχαράξεις. Τη συμβατική του ονομασία οφείλει στη στάση του: το αριστερό χέρι, λυγισμένο αφύσικα προς τα κάτω, ακουμπάει στο γόνατο, ενώ το δεξί, ανασηκωμένο, αγγίζει το κεφάλι. Το ειδώλιο βρέθηκε κάτω από άγνωστες συνθήκες και χρονολογείται στην Τελική Νεολιθική περίοδο (4500-3300 π.Χ.). Ανήκει σε μια ομάδα γλυπτών που συνεχίζουν την ειδωλοπλαστική παράδοση της Μέσης Νεολιθικής, στην οποία τα ανδρικά ειδώλια κάθε είδους διακρίνονται κυρίως από τον προεξέχοντα φαλλό και πιθανότατα σχετίζονται με τη λατρεία της γονιμότητας.


ΣΦΑΙΡΙΚΟ ΑΓΓΕΙΟ
Το αγγείο είναι μοναδικό σε σχήμα και διακόσμηση και αποτελεί το τελειότερο δείγμα του ρυθμού της πολύχρωμης κεραμικής, που κυριαρχεί στη Νεότερη Νεολιθική περίοδο (5300-4800 π.Χ.). Είναι χειροποίητο, με σφαιρικό σώμα, κοντό λαιμό, στενό στόμιο και επίπεδη βάση και έχει δύο κατακόρυφες λαβές στο κέντρο του σώματός του. Η σύνθετη γραμμική διακόσμηση καλύπτει όλο το σώμα του και γίνεται με καστανόμαυρη και ερυθρή βαφή σε στιλβωμένη επιφάνεια. Τα μοτίβα είναι όμοια και στις δύο όψεις: καμπύλες γραμμές, που τέμνονται μεταξύ τους και δημιουργούν τρεις μεγάλες τριγωνικές επιφάνειες. Η κεντρική επιφάνεια καλύπτεται από σκουρόχρωμο ημικύκλιο και σπείρα, ενώ οι δύο πλαϊνές από μηνοειδή κοσμήματα με έντονο ερυθρό χρώμα. Το αγγείο είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της κεραμικής, που προέρχεται από τον οικισμό του Διμηνίου και ξεχωρίζει για την πολύ καλή της ποιότητα, τόσο στην κατασκευή όσο και στη διακόσμηση.



ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
Το μεγαλύτερο μέρος της Συλλογής Προϊστορικών Αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου αποτελούν τα ευρήματα, που χρονολογούνται στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, περίοδο του λαμπρού μυκηναϊκού πολιτισμού. Στην έκθεση παρουσιάζονται αντικείμενα κυρίως από τα μεγάλα κέντρα της Αργολίδας και ιδιαίτερα από τις Μυκήνες, από τη Μεσσηνία, τη Λακωνία, την Αττική και άλλες περιοχές της Ελλάδας. Πρόκειται για ευρήματα κάθε είδους, που προέρχονται κυρίως από τάφους και σπανιότερα από οικιστικά σύνολα, και χρονολογούνται από το 1600-1100 π.Χ. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ενότητα αποτελεί το σημαντικό σύνολο των πολύτιμων κτερισμάτων των βασιλικών τάφων των Μυκηνών, που ανάσκαψε ο Ερρίκος Σλήμαν στο τέλος του 19ου αιώνα. Η έκθεση καταλαμβάνει τη μεγάλη κεντρική αίθουσα 4 στο ισόγειο του Μουσείου και τη μικρή παράπλευρη αίθουσα 3. Τα εκθέματα παρουσιάζονται τόσο χρονολογικά όσο και κατά τόπο προέλευσης. Ο επισκέπτης εισάγεται στο μυκηναϊκό πολιτισμό με το εποπτικό υλικό για τον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών και το ιστορικό των ανασκαφών των ταφικών περιβόλων, ενώ στη συνέχεια μπορεί να γνωρίσει την εξέλιξη του μυκηναϊκού πολιτισμού και τον τρόπο έκφρασής του στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας, τις σχέσεις των μυκηναϊκών κέντρων με άλλες περιοχές, την εμφάνιση της πρώτης γραφής. Το πλούσιο εποπτικό υλικό συμπληρώνουν τα δύο προπλάσματα των ακροπόλεων των Μυκηνών και της Τίρυνθας.
ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΕΚΘΕΣΗΣ
-ΤΑΦΙΚΟΙ ΚΥΚΛΟΙ Α ΚΑΙ Β ΤΩΝ ΜΥΚΗΝΩΝ (αίθουσα 4)
Από τα σημαντικότερα εκθέματα του μουσείου είναι τα πολύτιμα κτερίσματα των βασιλικών τάφων των Μυκηνών, του Ταφικού Κύκλου Α, που ανάσκαψε ο Ερρίκος Σλήμαν στο τέλος του 19ου αιώνα και του Ταφικού Κύκλου Β, που ανάσκαψαν κυρίως οι Ι. Παπαδημητρίου και Γ. Μυλωνάς. Η έκθεση των ευρημάτων ξεκινάει με τις επιτύμβιες στήλες που κοσμούσαν τους βασιλικούς τάφους, ενώ τα κτερίσματα αποτελούν την πιο εντυπωσιακή εικόνα της αίθουσας: οι μοναδικές χρυσές προσωπίδες, χάλκινα και περίτεχνα όπλα, ρυτά από αυγό στρουθοκαμήλου, ελεφάντινα και λίθινα αντικείμενα, πήλινα και μεταλλικά αγγεία και σκεύη, κοσμήματα από ημιπολύτιμους λίθους και πολύτιμα μέταλλα.

-ΜΥΚΗΝΑΪΚΕΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΙΣ (αίθουσα 4)
Τα εκθέματα εδώ περιλαμβάνουν αντικείμενα από το ανάκτορο και τις οικίες έξω από την ακρόπολη των Μυκηνών, από την ακρόπολη της Τίρυνθας και από το ανάκτορο της Πύλου, όπου παρουσιάζεται και μέρος του πολύ σημαντικού αρχείου πινακίδων της Γραμμικής Β γραφής. Ξεχωρίζουν οι τοιχογραφίες των Μυκηνών και της Τίρυνθας, με απεικονίσεις πομπής αρμάτων και κυνηγίου κάπρου, και οι σφραγιδόλιθοι με παραστάσεις κυρίως θρησκευτικού περιεχομένου. Εδώ παρουσιάζονται και οι σχέσεις των Μυκηνών με το εξωτερικό, μέσα από αντικείμενα εισηγμένα από την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Συρία, την Παλαιστίνη και τη δυτική Ευρώπη.
-ΤΑΦΟΙ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ ΚΑΙ ΛΑΚΩΝΙΑΣ (αίθουσα 4)
Τα εκθέματα από τις Μυκήνες περιλαμβάνουν κυρίως κοσμήματα από χρυσό, γυαλί και ημιπολύτιμους λίθους, υαλόμαζα και φαγεντιανή, χάλκινα όπλα, αργυρά σκεύη, πήλινα αγγεία και ειδώλια. Μαζί εκτίθενται και τα ευρήματα των θαλαμωτών τάφων άλλων θέσεων της Αργολίδας (Πρόσυμνα, Ναυπλία, Δειράς, Ασίνη), όπως και τα ευρήματα από το πλουσιότερο ταφικό σύνολο εκτός Μυκηνών, το θολωτό και τους θαλαμωτούς τάφους των Δενδρών (Μιδέας). Τέλος, από τους μεγάλους θολωτούς τάφους των Μυκηνών, που βρέθηκαν συλημένοι, εκτίθενται τα ελάχιστα ευρήματα που σώθηκαν, μαζί με αυτά των θολωτών τάφων της Μεσσηνίας και της Λακωνίας, από τα οποία ξεχωρίζουν τα δύο χρυσά κύπελλα από το Βαφειό με ανάγλυφες παραστάσεις σύλληψης ταύρων.
Ρυτό από κέλυφος αυγού στρουθοκαμήλου (Μιδέα Αργολίδας)
ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΙ ΤΑΦΟΙ ΕΚΤΟΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ (αίθουσα 3)
Παρουσιάζονται ευρήματα από τα μυκηναϊκά κέντρα εκτός Πελοποννήσου: χρονολογικά πρωιμότερα είναι τα ευρήματα από διάφορες θέσεις της Αττικής (Μαραθώνας, Θορικός, Βάρκιζα, Αθήνα), ακολουθούν τα ποικίλα ευρήματα, κυρίως από ελεφαντόδοντο και γυαλί των τάφων στα Σπάτα και στο Μενίδι (14ος-13ος αιώνας π.Χ.) και τα ευρήματα από το μυκηναϊκό νεκροταφείο της Περατής του 12ου αιώνα π.Χ. Εκτίθενται επίσης τα κτερίσματα των τάφων της Θεσσαλίας, της Σκοπέλου και των Κυθήρων. Πρόκειται για χρυσά σκεύη και περίτεχνα κοσμήματα από χρυσό, γυαλί και φαγεντιανή, ελεφάντινα έργα, χάλκινα όπλα και πήλινα αγγεία.

ΕΚΘΕΜΑΤΑ
ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ «ΤΟΥ ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑ»
Η νεκρική προσωπίδα ανδρικής μορφής, γνωστή ως προσωπίδα «του Αγαμέμνονα», είναι, ίσως, το διασημότερο από τα ευρήματα του Schliemann στους βασιλικούς τάφους των Μυκηνών (Ύστερη Εποχή Χαλκού, 16ος αιώνας). Έχει κατασκευασθεί από παχύ έλασμα που σφυρηλατήθηκε πιθανότατα σε ξύλινο πυρήνα, ενώ οι λεπτομέρειες προστέθηκαν σε δεύτερο στάδιο με αιχμηρό εργαλείο. Απεικονίζεται η επιβλητική μορφή ενός γενειοφόρου άνδρα με ωοειδές πρόσωπο, πλατύ μέτωπο, μακριά λεπτή μύτη και λεπτά χείλη, σφιχτά κλεισμένα. Τα φρύδια πάνω από τα κλειστά μάτια, το μουστάκι και η γενειάδα αποδίδονται με έκτυπες παράλληλες γραμμές. Στην περιοχή των αυτιών φέρει οπές για τη στερέωση στο πρόσωπο του νεκρού με τη βοήθεια νήματος. Είναι η ωραιότερη από τις 5 συνολικά χρυσές προσωπίδες, που έχουν βρεθεί στον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών και φαίνεται ότι προορίζονταν για άνδρες ηγεμόνες. Η συγκεκριμένη είναι η μοναδική που απεικονίζει γενειοφόρο άνδρα, αλλά και η μοναδική με τόσο έντονη απόδοση των χαρακτηριστικών του προσώπου.


ΚΡΑΤΗΡΑΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΣΤΩΝ
Μεγάλος τροχήλατος κρατήρας, εξαιρετικό δείγμα του μυκηναϊκού εικονιστικού ρυθμού, που παρέχει πληροφορίες για τον οπλισμό και την ενδυμασία των πολεμιστών κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (12ος αιώνας). Η διακόσμηση και στις δύο όψεις του έχει αφηγηματικό χαρακτήρα. Στη μία εικονίζονται 6 πολεμιστές που βαδίζουν προς τα δεξιά, ντυμένοι και οπλισμένοι ομοιόμορφα. Φορούν κοντό χιτώνα με μακριά μανίκια, θώρακα που φθάνει μέχρι τη μέση και πλεκτά υποδήματα. Ο οπλισμός τους αποτελείται από περικεφαλαία με κέρατα και λοφίο, μεγάλη ημικυκλική ασπίδα, περικνημίδες και μακρύ δόρυ με λόγχη σε σχήμα φύλλου, από όπου κρέμεται σάκος με προμήθειες. Στο αριστερό άκρο της παράστασης εικονίζεται όρθια γυναικεία μορφή με τα χέρια υψωμένα σε ένδειξη πένθους ή αποχαιρετισμού. Στην άλλη όψη του αγγείου εικονίζονται 5 πολεμιστές με παρόμοια ενδυμασία, αλλά με διαφορετική περικεφαλαία. Οι λαβές φέρουν ανάγλυφη ταυροκεφαλή στο κέντρο, που πλαισιώνεται από ζεύγος γραπτών πτηνών.


ΣΦΡΑΓΙΣΤΙΚΟ ΔΑΚΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ «ΘΗΣΑΥΡΟΥ ΤΗΣ ΤΙΡΥΝΘΑΣ»
Στα αριστουργήματα της μυκηναϊκής σφραγιδογλυφίας συγκαταλέγεται το χρυσό δακτυλίδι από το λεγόμενο «θησαυρό της Τίρυνθας», που σώζει μια από τις πιο σημαντικές τελετουργικές σκηνές της κρητομυκηναϊκής θρησκείας. Είναι το μεγαλύτερο σφραγιστικό δακτυλίδι της εποχής του (15ος αιώνας), που έχει σωθεί μέχρι σήμερα. Φέρει έγγλυφη παράσταση στη σφενδόνη κι ανάγλυφη διακόσμηση σε 3 σειρές στον κρίκο. Στο αριστερό άκρο της σφενδόνης απεικονίζεται γυναικεία θεότητα, που κάθεται σε θρόνο και ακουμπάει σε υποπόδιο. Φοράει μακρύ ιερατικό ένδυμα, πόλο στο κεφάλι, και με το δεξί της χέρι υψώνει κωνικό κύπελλο ή ρυτό. Προς το μέρος της έρχονται ο ένας πίσω από τον άλλο 4 λεοντοκέφαλοι δαίμονες, που κρατούν σπονδικές πρόχους. Γύρω από τη γυναικεία μορφή απεικονίζονται διάφορα στοιχεία που τονίζουν το θρησκευτικό χαρακτήρα της παράστασης: πίσω της ένα πουλί, πιθανότατα αετός, μπροστά της κιονίσκος με θυμιατήριο, και ψηλά, επάνω από τις μορφές, ο ουρανός με τον τροχό του ήλιου και τη σελήνη. Ο «Θησαυρός της Τίρυνθας» αποκαλύφθηκε ΒΑ της Ακρόπολης, στα θεμέλια Μυκηναϊκής οικίας το 1915.


ΚΥΠΕΛΛΑ ΒΑΦΕΙΟΥ
Πρόκειται για δύο αριστουργήματα της κρητομυκηναϊκής μεταλλοτεχνίας (Ύστερη Εποχή Χαλκού, 15ος αιώνας), που βρέθηκαν μαζί με άλλα πολύτιμα αντικείμενα στο θολωτό τάφο του Βαφειού και σώζουν δύο από τις ωραιότερες σκηνές σύλληψης ταύρων. Έχουν το χαρακτηριστικό σχήμα του μόνωτου κυπέλλου των πρώιμων μυκηναϊκών χρόνων και φέρουν έκτυπες παραστάσεις, που καλύπτουν ολόκληρη την επιφάνειά τους. Στην παράσταση του ενός κυπέλλου η σύλληψη του ζώου γίνεται χωρίς τη χρήση βίας: τρεις ταύροι βόσκουν, ενώ ένας άνδρας δένει το πόδι άλλου ταύρου την ώρα που αυτός ερωτοτροπεί με αγελάδα. Στο δεύτερο κύπελλο, η σκηνή πλαισιώνεται από ταινία στο χείλος και στη βάση του αγγείου. Ένας από τους ταύρους εικονίζεται παγιδευμένος σε δίχτυ, άλλος επιτίθεται στους δύο κυνηγούς, και ένας τρίτος καταφέρνει να διαφύγει. Οι δύο σκηνές αποδίδονται φυσιοκρατικά και οι λεπτομέρειές τους έχουν χαραχθεί με αιχμηρό εργαλείο μετά τη σφυρηλάτηση. Θεωρούνται έργο του ίδιου τεχνίτη, αν και το πρώτο φαίνεται ότι κατασκευάσθηκε με μεγαλύτερη επιμέλεια.


ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΜΕ ΣΚΗΝΕΣ ΚΥΝΗΓΙΟΥ
Αριστούργημα της μυκηναϊκής τέχνης (16ος αιώνας), που ξεχωρίζει για την περίφημη τεχνική διακόσμησής του, γνωστή ως «ζωγραφική με μέταλλο». Η λεπίδα είναι χάλκινη, με τέσσερα χρυσά καρφιά στη λαβή. Στις δύο πλευρές της φέρει διακόσμηση από σύνθετες παραστάσεις, που σώζονται σε άριστη κατάσταση. Στη μία όψη απεικονίζεται κυνήγι λιονταριού από ομάδα ανδρών, οπλισμένων με ολόσωμες ασπίδες, ορθογώνιες ή οκτώσχημες, ακόντια και τόξα, και στην άλλη εικονίζεται λιοντάρι που καταδιώκει ζαρκάδια. Ο σχηματισμός των παραστάσεων γίνεται με μια μοναδική τεχνική: μικρά ελάσματα από χρυσό, ασήμι και χαλκό στερεώνονται με νιέλλο, ένα είδος σμάλτου, που δημιουργείται με την ένωση διαφόρων μετάλλων. Το νιέλλο τοποθετείται σε σκόνη και, όταν θερμαίνεται, λιώνει και σταθεροποιεί τα ελάσματα. Η τεχνική αυτή εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην Πελοπόννησο από το τέλος του 16ου έως τον 14ο αιώνα π.Χ. και περιορίζεται στη διακόσμηση μικρού αριθμού εγχειριδίων και αγγείων, που είχαν τοποθετηθεί ως κτερίσματα σε τάφους ευγενών (ταφικός κύκλος Α).


ΤΑΦΙΚΗ ΣΤΗΛΗ ΜΕ ΣΚΗΝΗ ΚΥΝΗΓΙΟΥ
Αντιπροσωπευτικό δείγμα των μοναδικών στο είδος τους λίθινων ταφικών στηλών της πρώιμης μυκηναϊκής εποχής (16ος αιώνας), που βρέθηκαν στους ταφικούς περιβόλους των Μυκηνών (ταφικός κύκλος Α). Η στήλη αποκαλύφθηκε από τον Schliemann στην αρχική της θέση, επάνω από τον τάφο του οποίου ήταν το σήμα. Φέρει ανάγλυφη διακόσμηση, που χωρίζεται σε δύο οριζόντιες μετόπες: η ανώτερη έχει τρεις ζώνες από συνεχόμενες σπείρες, ενώ η κατώτερη απεικονίζει πολεμική ή κυνηγετική σκηνή, που πιθανότατα εξυμνούσε τα κατορθώματα του νεκρού στην επίγεια ζωή του. Επάνω σε άρμα, που σέρνει ένα άλογο, εικονίζεται άνδρας, που κρατάει ξίφος στο αριστερό χέρι και τα ηνία στο δεξί. Κατευθύνεται προς τα δεξιά, όπου στέκεται δεύτερος άνδρας με ξίφος στο αριστερό χέρι. Η σκηνή πλαισιώνεται από σπειροειδή θέματα. Ο τεχνίτης προφανώς σχεδίασε το θέμα επάνω στο λίθο, χάραξε το περίγραμμα των μορφών και έπειτα σκάλισε την παράσταση αφαιρώντας το λίθο και αφήνοντας τις μορφές σε έξεργο ανάγλυφο. Το εικονογραφικό πρότυπο τόσο σε αυτήν όσο και στις άλλες ανάγλυφες ταφικές στήλες των λακκοειδών τάφων είναι καθαρά μυκηναϊκό, με παράλληλα κυρίως στη μεταλλοτεχνία της εποχής.


ΑΓΓΕΙΟ ΣΕ ΣΧΗΜΑ ΠΑΠΙΑΣ
Πρόκειται για ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα του Ταφικού Κύκλου Β των Μυκηνών, εξαίρετο δείγμα της μινωικής τέχνης (16ος αιώνας). Το αγγείο, που έχει σχήμα κύμβης, βρέθηκε σε θραύσματα και έχει συγκολληθεί. Είναι κατασκευασμένο από ενιαίο κομμάτι ορείας κρυστάλλου, ενός υλικού που εξορύσσεται ακόμη και σήμερα σε περιοχές της Κρήτης, και η επεξεργασία του έχει γίνει με κυλινδρικό τρυπάνι. Το ελλειψοειδές σώμα του καταλήγει σε προχοή στο ένα άκρο, ενώ στο άλλο σε λαβή που έχει μορφή κεφαλής πάπιας, στραμμένης προς τα πίσω. Ο καλλιτέχνης απέδωσε με εκπληκτική ακρίβεια και ζωντάνια όλες τις ανατομικές λεπτομέρειες του πτηνού. Το αγγείο έχει θεωρηθεί καλλωπιστικό σκεύος, άποψη που ενισχύεται και από το γεγονός, ότι ο τάφος, όπου βρέθηκε, πιθανότατα ανήκει σε γυναικεία ταφή, κρίνοντας από τον πλούτο των κοσμημάτων και την απουσία οπλισμού. Η κατασκευή του αποδίδεται σε έμπειρο Μινωίτη καλλιτέχνη, λόγω της επιμελημένης εργασίας, που συναντάται και σε άλλα σύγχρονα κρητικά έργα φτιαγμένα από το ίδιο υλικό.


ΠΙΝΑΚΙΔΑ ΤΩΝ ΤΡΙΠΟΔΩΝ
Η πινακίδα βρέθηκε στο Δωμάτιο του αρχείου, στο μυκηναϊκό ανάκτορο του Εγκλιανού (Πύλος Μεσσηνίας). Το κείμενο είναι γραμμένο σε τρεις σειρές, που χωρίζονται από δύο οριζόντιες γραμμές, και διαβάζεται από τα αριστερά προς τα δεξιά. Περιλαμβάνει συλλαβογράμματα της γραφής μαζί με ιδεογράμματα αγγείων και αποτελεί καταγραφή οικοσκευής. Αναφέρονται μαγειρικά σκεύη, όπως η εσχάρα (e-ka-ra), η φιάλη (pi-je-ra), το πύραυστρο (pu-ra-u-to-ro) και τα χω(σ)τήρια (ko-te-ri-ja), ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει ο τρίποδας (ti-ri-po), για αυτό και η συγκεκριμένη πινακίδα ονομάστηκε «πινακίδα των τριπόδων». Η Γραμμική Β ήταν σε χρήση κατά τον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. κι αποτελεί την πιο σημαντική πρωτογενή πηγή πληροφοριών της Μυκηναϊκής εποχής. Το 1952, την αποκρυπτογράφησε ο Άγγλος αρχιτέκτονας Michael Ventris σε συνεργασία με τον φιλόλογο John Chadwick. Η ταύτιση των ιδεογραμμάτων με τις αντίστοιχες ελληνικές λέξεις, αποτέλεσε αδιάψευστο τεκμήριο για την ελληνικότητα της Γραμμικής Β. Πήλινες πινακίδες Γραμμικής Β γραφής έχουν βρεθεί στα αρχεία των μυκηναϊκών ανακτόρων που αποτελούσαν τα διοικητικά, οικονομικά και θρησκευτικά κέντρα ευρύτερων περιοχών, στην Κρήτη (Κνωσό, Χανιά) και στην κυρίως Ελλάδα (Μυκήνες, Πύλο, Τίρυνθα, Θήβα).

ΤΟ «ΚΥΠΕΛΛΟ ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΡΑ» (ΜΥΚΗΝΕΣ)
Το 1876, ο Ερρίκος Σλήμαν ανάσκαψε τον Ταφικό Κύκλο Α στις Μυκήνες, και σε αρκετούς λακκοειδείς τάφους βρέθηκαν πλούσια κτερίσματα, ανάμεσα στα οποία και πολλά χρυσά αντικείμενα. Ο λακκοειδής τάφος IV απέδωσε τα πιο πλούσια ευρήματα και μεταξύ τους ο Σλήμαν βρήκε ένα χρυσό κύπελλο που χαρακτηρίζεται ως το «Κύπελλο του Νέστορα», που περιγράφεται στην Ιλιάδα. Ο Σλήμαν πίστευε ότι οι λακκοειδείς τάφοι χρονολογούνται στην εποχή του Τρωικού Πολέμου, και προσδιόρισε τον τάφο V ως τον τάφο του Αγαμέμνονα. Αλλά, ο προσδιορισμός του Σλήμαν για τους λακκοειδείς τάφους με ομηρικούς ήρωες δεν έγινε δεκτή από πολλούς αρχαιολόγους στις μέρες μας. Οι λακκοειδείς τάφοι χρονολογούνται συμβατικά γύρω στα 1600-1500 π.Χ., περίπου 3 αιώνες πριν την ημερομηνία του Τρωικού Πολέμου (εάν ο πόλεμος πρέπει να θεωρηθεί ως ιστορικό γεγονός). Έτσι, το «Κύπελλο του Νέστορα» από τις Μυκήνες, είχε θαφτεί εκατοντάδες χρόνια πριν να το χρησιμοποιήσει ο Νέστορας δήθεν στην Τροία. Το κύπελλο που βρέθηκε στις Μυκήνες διαφέρει από την περιγραφή του Ομήρου, από πολλές απόψεις, εκτός από το ότι είναι πολύ μικρότερο. Το κύπελλο των Μυκηνών διαθέτει δύο λαβές, ενώ αυτό του Ομήρου έχει 4. Το κύπελλο του Ομήρου έχει δύο περιστέρια ανά λαβή, ενώ το κύπελλο που βρέθηκε σε τάφο στις Μυκήνες έχει ένα ενιαίο πουλί για κάθε λαβή, και αντί για τα περιστέρια, που βρίσκονται στο Ομηρικό κύπελλο, τα πουλιά στο κύπελλο των Μυκηνών είναι γεράκια.



ΚΥΚΛΑΔΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
Η Κυκλαδική Συλλογή, μέρος της Συλλογής Προϊστορικών Αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, προσφέρει μια αντιπροσωπευτική εικόνα του πολιτισμού που άκμασε στα νησιά των Κυκλάδων την Εποχή του Χαλκού (3η-2η χιλιετία π.Χ.) και χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη ανάπτυξη της μεταλλουργίας, της ναυσιπλοΐας και της επικοινωνίας. Περιλαμβάνει κυρίως τα ευρήματα των παλαιών ανασκαφών του Χ. Τσούντα και του Κ. Στεφάνου σε διάφορα νησιά, αλλά και των ανασκαφών της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής στον προϊστορικό οικισμό της Φυλακωπής στη Μήλο. Τα ευρήματα προέρχονται κυρίως από νεκροταφεία και λιγότερο από οικισμούς. Πρόκειται για χαρακτηριστικά έργα του κυκλαδικού πολιτισμού, όπως τα περίφημα μαρμάρινα ειδώλια, που παριστάνουν κυρίως γυναικείες μορφές, αντιπροσωπευτικά μαρμάρινα καθώς και πήλινα αγγεία, όπως τα τηγανόσχημα σκεύη με παραστάσεις πλοίων της 3ης χιλιετίας π.Χ., χάλκινα εργαλεία και όπλα, τοιχογραφίες κ.α. Η έκθεση καταλαμβάνει μία αίθουσα στο ισόγειο του μουσείου (αίθουσα 6) και είναι οργανωμένη τόσο κατά τόπο προέλευσης των αντικειμένων όσο και χρονολογικά. Τα εκθέματα παρουσιάζονται σε προθήκες ταξινομημένα κατά προέλευση και χωρισμένα σε ευρήματα από νεκροταφεία και ευρήματα από τη σημαντική πόλη της Φυλακωπής, αποτελούν ξεχωριστή ενότητα. Εκτός από τις επεξηγηματικές πινακίδες των ευρημάτων, η έκθεση εμπλουτίζεται με εποπτικό υλικό, σχέδια, φωτογραφίες και ενημερωτικά κείμενα.


ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΕΚΘΕΣΗΣ
-ΤΑΦΙΚΑ ΚΑΙ ΟΙΚΙΣΤΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΥΚΛΑΔΩΝ
Εκτίθενται αντικείμενα που βρέθηκαν σε τάφους της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού στη Νάξο, στην Αμοργό, στην Πάρο, στη Σύρο και στη Σίφνο. Αντιπροσωπευτικά δείγματα του κυκλαδικού πολιτισμού είναι τα κρατηρόσχημα μαρμάρινα αγγεία γνωστά ως «καντήλες», τα βιολόσχημα ειδώλια, τα πήλινα τηγανόσχημα σκεύη με εγχάρακτες παραστάσεις πλοίων. Ξεχωρίζει το αργυρό διάδημα της Χαλανδριανής με στικτή διακόσμηση μορφών σε σχήμα πτηνών και παραπληρωματικών θεμάτων, μοναδικό δείγμα αργυροχοΐας της εποχής. Εκτίθενται, ακόμη, κατάλοιπα κατεργασίας μετάλλων (μήτρες, χοάνες, σκωρίες κλπ.), καθώς κι αφθονία λίθινων, οστέινων και χάλκινων εργαλείων και κοσμημάτων.

Πήλινα σκεύη με εγχάρακτες παραστάσεις πλοίων
-ΤΥΠΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΥΚΛΑΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΛΙΩΝ
Παρουσιάζονται τα πιο χαρακτηριστικά αντικείμενα του κυκλαδικού πολιτισμού, τα μαρμάρινα ειδώλια. Τα περισσότερα απεικονίζουν γυναικείες μορφές που ανήκουν σε παραλλαγές του τύπου «με διπλωμένα χέρια». Από τα εκθέματα ξεχωρίζουν το μοναδικό σε ύψος άγαλμα γυναικείας μορφής με διπλωμένα χέρια, έργο της μεγάλης πλαστικής των πρωτοκυκλαδικών χρόνων, και τα μαρμάρινα ειδώλια των μουσικών, που αναπτύσσονται τρισδιάστατα στο χώρο.

-ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΦΥΛΑΚΩΠΗΣ ΜΗΛΟΥ
Εκτίθενται ευρήματα από τις 4 διαδοχικές πόλεις της Φυλακωπής, που καλύπτουν χρονολογικά όλη την Εποχή του Χαλκού. Ο επισκέπτης μπορεί να δει εγχάρακτη και γραπτή κεραμική με γεωμετρικά και εικονιστικά θέματα, καθώς και τις φυσιοκρατικές τοιχογραφίες από τα σπίτια της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.



ΕΚΘΕΜΑΤΑ
Ο «ΑΡΠΙΣΤΗΣ» ΤΗΣ ΚΕΡΟΥ
Από τα ωραιότερα και πιο γνωστά έργα του κυκλαδικού πολιτισμού είναι ο λεγόμενος «αρπιστής της Κέρου». Το ειδώλιο αποτελεί μία από τις αρχαιότερες μέχρι σήμερα γνωστές παραστάσεις μουσικών (Πρώιμη εποχή Χαλκού, 2700-2300 π.Χ.). Απεικονίζει ανδρική μορφή, που αποδίδεται τρισδιάστατα στο χώρο, καθισμένη σε κομψό θρόνο με πλάτη, ενώ με το δεξί χέρι κρατάει μεγάλο μουσικό όργανο, που μοιάζει με άρπα ή λύρα. Το κεφάλι του είναι ανασηκωμένο και από τα χαρακτηριστικά του προσώπου δηλώνεται μόνο η μύτη, με τρόπο πλαστικό. Οι μηροί του είναι ανοιχτοί, με τη δήλωση του ανδρικού μέλους ως πλαστική προεξοχή, κάτι που συναντάται και σε άλλα κυκλαδικά ειδώλια. Ο αρπιστής βρέθηκε σε τάφο, μαζί με ένα ειδώλιο αυλητή, έργο πιθανότατα του ίδιου καλλιτέχνη. Στην πρωτοκυκλαδική ειδωλοπλαστική οι ανδρικές μορφές είναι λιγότερο συνηθισμένες και εικονίζονται συνήθως σε κίνηση, ενώ τα ειδώλια αρπιστών είναι ακόμη πιο σπάνια. Σε ό,τι αφορά την τυπολογία των κυκλαδικών ειδωλίων, ο αρπιστής τοποθετείται στην εξέλιξη της παραλλαγής του τύπου Σπεδού.


ΚΥΚΛΑΔΙΚΟ ΑΓΑΛΜΑ
Πρόκειται για το μεγαλύτερο ακέραιο έργο γλυπτικής του κυκλαδικού πολιτισμού, που σώζεται μέχρι σήμερα. Ανήκει στο χαρακτηριστικό τύπο πρωτοκυκλαδικών ειδωλίων, που απεικονίζουν γυναικείες μορφές με διπλωμένα τα χέρια κάτω από το στήθος, αλλά είναι μοναδικό λόγω του μεγέθους του. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου, εκτός από τη μύτη που αποδίδεται πλαστικά, ήταν πιθανώς ζωγραφισμένα. Πλαστικά αποδίδονται και οι μαστοί, ενώ το ηβικό τρίγωνο δηλώνεται με χάραξη. Τα χέρια, που διακρίνονται από το σώμα με βαθιές εγχαράξεις, εικονίζονται υπερβολικά αδύνατα. Το σώμα είναι ψηλό και ραδινό, και τα πόδια κάμπτονται στα γόνατα, προσδίδοντας κίνηση στη μορφή. Από τους διάφορους τύπους ειδωλίων, το άγαλμα ανήκει σε παραλλαγή του τύπου Σπεδού, που εμφανίζεται στην Πρωτοκυκλαδική ΙΙ περίοδο (Πρώιμη εποχή Χαλκού, 2700-2300 π.Χ.), δηλαδή την εποχή της μεγάλης ακμής του κυκλαδικού πολιτισμού.


ΚΥΛΙΝΔΡΙΚΗ ΒΑΣΗ ΜΕ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΨΑΡΑΔΩΝ
Κυλινδρικό σκεύος, πιθανότατα βάση αγγείου, με μια από τις αρχαιότερες παραστάσεις ψαράδων, που σώζονται από τις Κυκλάδες και βρέθηκε στη Φυλακωπή Μήλου (Ύστερη Εποχή Χαλκού, 16ος αιώνας). Είναι τροχήλατο και διακοσμείται με την αμαυρόχρωμη τεχνική, δηλαδή με θαμπό κοκκινωπό χρώμα επάνω σε ανοιχτόχρωμη θαμπή επιφάνεια. Απεικονίζονται 4 ψηλόλιγνοι ψαράδες με το πρόσωπο σε κατατομή και το σώμα κατ’ ενώπιον. Όλοι φορούν το τυπικό μινωικό ζώμα, έχουν μακριά μαλλιά μέχρι τους ώμους, και στο πρόσωπό τους ξεχωρίζει το υπερβολικά μεγάλο μάτι, χαρακτηριστικό των σύγχρονων τοιχογραφιών. Ο ένας αγγίζει τη μέση του με το αριστερό χέρι, ενώ οι υπόλοιποι κρατούν σε κάθε χέρι από ένα ψάρι, που έχει ρύγχος δελφινιού (εκτός από ένα). Χαρακτηριστικό είναι ότι, όπως και στη σύγχρονη «τοιχογραφία των Ψαράδων» από το Ακρωτήρι της Θήρας, απεικονίζεται η επιστροφή από το ψάρεμα. Το θέμα του ψαρά αποτελεί μινωική έμπνευση, ενώ παραστάσεις ψαράδων διαφορετικής τεχνοτροπίας συναντώνται και στη σύγχρονη τέχνη της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου.



ΕΚΘΕΣΗ ΘΗΡΑΣ
Στην έκθεση, που αποτελεί μέρος της Συλλογής Προϊστορικών Αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, περιλαμβάνονται ευρήματα από το σημαντικό οικισμό του Ακρωτηρίου, που τον 16ο αιώνα π.Χ. καταστράφηκε από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα του προϊστορικού Αιγαίου, υπό την πολιτιστική επιρροή του Μινωικού πολιτισμού, όπως υποδεικνύεται κυρίως μέσα από τα διακοσμητικά θέματα της κεραμικής, την τέχνη της τοιχογραφίας και την υιοθέτηση της Γραμμικής Α γραφής. Η έκθεση φιλοδοξεί να παρουσιάσει στον επισκέπτη με τη βοήθεια εποπτικού υλικού, τις σχέσεις του Ακρωτηρίου τόσο με τη μινωική Κρήτη, που βρίσκεται στο απόγειο της ακμής της, όσο και με την κυρίως Ελλάδα, την εποχή των βασιλικών τάφων των Μυκηνών (16ος αιώνας π.Χ.). Σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους του πρώτου ορόφου του μουσείου (αίθουσα 48) παρουσιάζονται ορισμένες από τις εντυπωσιακές τοιχογραφίες που κοσμούσαν τα σπίτια του οικισμού, όπως επίσης σκεύη, εργαλεία και όπλα της εποχής.
ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΕΚΘΕΣΗΣ
-ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟΥ ΘΗΡΑΣ
Από τα εκθέματα (της ανασκαφής του 1967-1973) ξεχωρίζει η άριστα διατηρημένη «τοιχογραφία της Άνοιξης», που κάλυπτε τρεις τοίχους ενός δωματίου. Μαζί με τις τοιχογραφίες των «Πυγμάχων» και των «Αντιλοπών», που επίσης διατηρούνται σε άριστη κατάσταση, αποτελούν αριστουργηματικά έργα της εποχής.


-ΚΙΝΗΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ
Εκτίθενται κινητά ευρήματα από το Ακρωτήρι Θήρας και παλαιά αποκτήματα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου από το τέλος του 19ου αιώνα, επίλεκτα έργα από την Κνωσό, τις Μυκήνες και τη Φυλακωπή Μήλου από τη Συλλογή Προϊστορικών Αρχαιοτήτων του Εθνικού Μουσείου. Η θηραϊκή κεραμική εντυπωσιάζει με την πολυχρωμία και τα αισιόδοξα μηνύματα που στέλνει στον επισκέπτη μέσα από τις εικόνες από τον κόσμο της ξηράς και της θάλασσας. Εκτίθενται πήλινα, χάλκινα και λίθινα αγγεία και σκεύη, αγγεία με παραστάσεις δελφινιών, λιονταριών, αίγαγρων ή σταφυλιών, τα αγγεία με επιγραφές της Γραμμικής Α γραφής, χάλκινα όπλα, εργαλεία και μολύβδινα σταθμά.

Τοιχογραφία των κροκοσυλλεκτριών
ΕΚΘΕΜΑΤΑ
ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ «ΠΥΓΜΑΧΩΝ»
Η τοιχογραφία κοσμούσε το νότιο τοίχο δωματίου, στον πρώτο όροφο της οικίας Β του Ακρωτηρίου, από την οποία προέρχονται κι άλλες τοιχογραφίες. Εικονίζονται δύο αγόρια με ξυρισμένα κεφάλια, εκτός από δύο μεγάλους πλοκάμους που κρέμονται στο πίσω μέρος και δύο μικρότερους ψηλά, πάνω από το μέτωπο. Και τα δύο φορούν περίζωμα στη μέση και γάντι πυγμαχίας στο δεξί τους χέρι. Τα υπερβολικά μεγάλα μάτια στα πρόσωπά τους είναι συνηθισμένα στις σύγχρονες αιγαιακές τοιχογραφίες, ενώ τα λυγισμένα πόδια, ιδιαίτερα του αγοριού που εικονίζεται στα δεξιά, προσδίδουν κίνηση και ζωντάνια στη σύνθεση. Το αγόρι στην αριστερή πλευρά φοράει κοσμήματα (περιδέραιο, περιβραχιόνιο και περισφύριο), ενώ το άλλο δεν φαίνεται να φοράει τίποτα. Η διαφοροποίηση αυτή, προφανώς ηθελημένη, έχει ερμηνευθεί ως ένδειξη κοινωνικής θέσης. Η παράσταση πιθανόν απεικονίζει κάποια τελετή μύησης, στην οποία μετείχαν τα δύο αγόρια (Εποχή Χαλκού, 16ος αιώνας).


ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ «ΑΝΟΙΞΗΣ»
Από τις περίφημες τοιχογραφίες που αποκαλύφθηκαν στον προϊστορικό οικισμό του Ακρωτηρίου της Θήρας, αυτή της Άνοιξης είναι η μοναδική που κοσμούσε ισόγειο χώρο, το δωμάτιο Δ2, και βρέθηκε ολόκληρη σε τρεις τοίχους του. Παρουσιάζει τη δυνατή εικόνα της θηραϊκής φύσης κατά τη χρονική στιγμή της αναγέννησής της και μάλλον σχετιζόταν με θρησκευτικές γιορτές, που υμνούσαν τον ερχομό της άνοιξης. Σε βραχώδες ηφαιστειακό τοπίο δεσπόζουν ανθισμένα κόκκινα κρίνα σε συστάδες και ανάμεσά τους πετούν χελιδόνια, μεμονωμένα ή σε ζεύγη, που ερωτοτροπούν. Η σκηνή χαρακτηρίζεται από χρωματική ποικιλία με τη χρήση μαύρου, άσπρου, κόκκινου, κίτρινου και γαλάζιου, αλλά και από έντονη κίνηση, με το λίκνισμα των κρίνων στον αέρα και το παιχνίδι των χελιδονιών. Αποδίδεται στο λεγόμενο ζωγράφο των Κροκοσυλλεκτριών, που είναι γνωστός από άλλη τοιχογραφία του οικισμού και διακρίνεται για την πρωτοτυπία και τον πλούτο των συνθέσεών του, καθώς και για τη φωτογραφική, σχεδόν, απόδοση των στιγμιαίων κινήσεων (Ύστερη Εποχή του Χαλκού, 16ος αιώνας).

ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΡΓΩΝ ΓΛΥΠΤΙΚΗΣ
Η συλλογή γλυπτών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου θεωρείται από τις σημαντικότερες στον κόσμο. Βασικός άξονας της έκθεσης είναι η παρουσίαση της εξέλιξης της γλυπτικής στον ελλαδικό χώρο από τη γένεση της μνημειακής γλυπτικής (7ος αιώνας π.Χ.) μέχρι και την Ύστερη ρωμαιοκρατία (4ος αιώνας μ.Χ.). Τα γλυπτά που εκτίθενται είναι μοναδικά έργα τέχνης από την ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου: περίοπτα αγάλματα, ανάγλυφα (επιτύμβια, αναθηματικά, ψηφισματικά), αρχιτεκτονικά σύνολα, σαρκοφάγοι, προτομές, βωμοί, αγάλματα ζώων, ερμαϊκές στήλες και διάφορα άλλα, όπως σειρήνες, σφίγγες κλπ. Μαζί με τα γλυπτά εκτίθενται και ορισμένα αγγεία και χάλκινα ειδώλια έτσι ώστε να παρουσιάζεται η εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής τέχνης και να μπορεί ο επισκέπτης να κατανοήσει πλήρως την κάθε εποχή μέσα από τα ποικίλα τεχνουργήματά της. Η έκθεση καταλαμβάνει περίπου 4.000 τ.μ. στο ισόγειο του κτηρίου (αίθουσες 7-34). Τα γλυπτά παρουσιάζονται σε χρονολογική σειρά για να γίνει κατανοητή η εξέλιξή τους από τα πρώτα, αρχαϊκά, αυστηρά και συμβατικά σχήματα έως τις ρεαλιστικές, γεμάτες πάθος μορφές των ελληνιστικών χρόνων και την απόδοση των ατομικών χαρακτηριστικών στα πορτραίτα της ρωμαϊκής εποχής. Εκτός από τη διαχρονική κατάδειξη της εξέλιξης της γλυπτικής τέχνης στην Ελλάδα, έχει γίνει κι ειδολογική ομαδοποίηση πολλών έργων (ξεχωριστές αίθουσες για τα κλασικά επιτύμβια, τα αναθηματικά και ψηφισματικά ανάγλυφα, τα μεγάλα αρχιτεκτονικά σύνολα από το ναό της Αφαίας στην Αίγινα, το ναό της Ήρας στο Άργος, το Ασκληπιείο της Επιδαύρου). Παράλληλα η έκθεση έχει οργανωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρχουν σημεία αναφοράς κατά κατηγορίες γλυπτών (αρχαϊκά και κλασικά επιτύμβια μνημεία, αρχαϊκοί κούροι, αφιερώματα σε αττικά ιερά, πορτραίτα Ρωμαίων αυτοκρατόρων). Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην προβολή κάποιων έργων, σχετικά νέων, σημαντικών αποκτημάτων του Μουσείου, που τοποθετήθηκαν στις κεντρικές θέσεις που τους αρμόζουν (κόρη Φρασίκλεια, κούρος Αριστόδικος), ενώ με την αναδιάταξη των γλυπτών δημιουργήθηκε μία νέα αίσθηση του χώρου γύρω από αυτά. Η έκθεση των γλυπτών εμπλουτίζεται με άφθονο πληροφοριακό υλικό (εισαγωγικά κείμενα τοίχου, χάρτες, φωτογραφίες, επεξηγηματικές πινακίδες ανά έκθεμα) που εξασφαλίζει τη σωστή και πλήρη ενημέρωση του επισκέπτη κι αποτελεί συνάμα νύξη για τον ιστορικό και κοινωνικό ιστό, πάνω στον οποίο υφάνθηκε η μνημειακή γλυπτική. Η διάρθρωση της νέας έκθεσης εναρμονίζεται με τη σύγχρονη πολιτισμική θεώρηση και πρακτική, που επιτάσσει την τόνωση του εκπαιδευτικού ρόλου του μουσείου και την προβολή των αριστουργημάτων της τέχνης και της καλλιτεχνικής αξίας των έργων στο ιστορικό πλαίσιό τους.


ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΕΚΘΕΣΗΣ
-ΔΑΙΔΑΛΙΚΗ ΠΛΑΣΤΙΚΗ (αίθουσα 7)
Εκτίθενται αγάλματα και αρχιτεκτονικά γλυπτά, χαρακτηριστικά δείγματα του λεγόμενου «δαιδαλικού» ρυθμού, που αποτελεί προοίμιο της αρχαϊκής τέχνης. Από τα εκθέματα ξεχωρίζουν τα ανάγλυφα από το ναό της Αθηνάς στις Μυκήνες και το πιο γνωστό δαιδαλικό έργο, το γυναικείο άγαλμα της Νικάνδρης από τη Δήλο.

-ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΛΑΣΤΙΚΗ (αίθουσες 8-13)
Στην ενότητα αυτή ξεχωρίζει η μοναδική για τον πλούτο της σειρά των κούρων από την Αττική, τα νησιά, τη Βοιωτία, και όλη την υπόλοιπη Ελλάδα, με πιο αξιοσημείωτους τον πρώιμο μεγάλο κούρο του Σουνίου και τον Αριστόδικο, τον τελευταίο της σειράς. Η συλλογή συμπληρώνεται με κόρες, ανάμεσα στις οποίες διακρίνεται η ολόκληρη και πιο πρόσφατα αποκτημένη κόρη Φρασίκλεια, επιτύμβια ανάγλυφα, όπως αυτό του οπλιτοδρόμου, και αρχιτεκτονικά γλυπτά.

-ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΛΑΣΤΙΚΗ (αίθουσες 14-28, 34)
Στη μεγάλη έκθεση της κλασικής περιόδου υπάρχει και θεματική ομαδοποίηση των έργων: κατά σειρά εκτίθενται έργα του αυστηρού ρυθμού, της τεχνοτροπίας που χαρακτηρίζει τις πρώτες δεκαετίες της κλασικής εποχής, ο ναός της Αφαίας στην Αίγινα, επιτύμβια μνημεία, όπως η στήλη της Ηγησούς ή του Αριστοναύτη, αναθηματικά και ψηφισματικά ανάγλυφα, όπως το ελευσινιακό ανάγλυφο, φειδιακά αντίγραφα, αρχιτεκτονικά σύνολα από το Ηραίο Άργους και το Ασκληπιείο Επιδαύρου. Τέλος, παρουσιάζονται αντιπροσωπευτικά έργα της ύστερης κλασικής περιόδου, που αποδίδονται σε μεγάλους γλύπτες της ελληνικής αρχαιότητας.

Η Αθηνά του Βαρβακείου
-ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΛΑΣΤΙΚΗ (αίθουσες 29-30)
Παρουσιάζονται έργα σημαντικών εργαστηρίων της ηπειρωτικής Ελλάδας, των νησιών του Αιγαίου και της Μ. Ασίας, που γνώρισαν ακμή αυτή την περίοδο. Τα εκθέματα, που καλύπτουν χρονολογικά περίπου τρεις αιώνες, περιλαμβάνουν αγάλματα και ανάγλυφα, που χαρακτηρίζονται για το ρεαλισμό και την κίνησή τους. Ξεχωρίζουν τα κολοσσικά αγάλματα από τη Λυκόσουρα της Αρκαδίας, ο Ποσειδώνας από τη Μήλο και το χαριτωμένο σύμπλεγμα Αφροδίτης, Πανός και Έρωτα από τη Δήλο.


-ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΛΑΣΤΙΚΗ (αίθουσες 31-33)
Εκτίθενται αγάλματα, στήλες, ανάγλυφα και σαρκοφάγοι, που καλύπτουν την περίοδο από το 2ο αιώνα π.Χ. έως την εποχή του Μ. Θεοδοσίου. Ξεχωρίζουν τα επιβλητικά πορτραίτα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων και τα ευρήματα από το Διογένειο Γυμνάσιο της Αθήνας.

Προτομή αυτοκράτορα Αδριανού
ΕΚΘΕΜΑΤΑ
Ο ΚΟΥΡΟΣ ΑΡΙΣΤΟΔΙΚΟΣ
Επιτύμβιο άγαλμα, που θεωρείται ορόσημο στην εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής πλαστικής και το τελευταίο της σειράς των αρχαϊκών κούρων (500 π.Χ.). Σώζεται σχεδόν ακέραιο, με την τετράγωνη βάση του, στην οποία έχει χαραχθεί το όνομα του νεκρού στη γενική: Αριστοδίκο(υ). Η απεικόνιση της μορφής ακολουθεί τον τύπο του πιο εξελιγμένου κούρου: ο νέος προβάλλει το αριστερό πόδι, αλλά τα χέρια του έρχονται μπροστά και δεν είναι κολλημένα στους μηρούς. Τα μαλλιά του είναι κοντά, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στους παλαιότερους κούρους, και σχηματίζουν περίτεχνους κοντούς βοστρύχους πάνω από το μέτωπο και στον αυχένα. Η απόδοση των μυών έχει ξεφύγει από τη σχηματοποίηση και διακρίνεται για την έντονη πλαστικότητα, που θα μπορούσε να θεωρηθεί σχεδόν φυσιοκρατική. Πρόκειται για έργο κάποιου άγνωστου γλύπτη της Αττικής με γνώση και κατανόηση της δομής του σώματος και της ισορροπίας των μερών του.


ΔΙΑΔΟΥΜΕΝΟΣ
Πρόκειται για αντίγραφο του 100 π.X., του φημισμένου χάλκινου αγάλματος του Διαδούμενου, που κατασκεύασε γύρω στο 450-425 π.X. ο Αργείος γλύπτης Πολύκλειτος και βρέθηκε στη Δήλο. Το άγαλμα ήταν περίφημο ήδη από την αρχαιότητα και αναφέρεται από το Ρωμαίο ιστορικό Πλίνιο. Παριστάνεται νεαρός αθλητής να δένει στο κεφάλι του την ταινία της νίκης. Δίπλα στη μορφή υπάρχει κορμός δέντρου, που αποτελεί προσθήκη του αντιγραφέα. Σε αυτόν είναι ριγμένο το ένδυμα του νέου, και επάνω του στηρίζεται μια φαρέτρα, γεγονός που έχει οδηγήσει ορισμένους μελετητές στην ταύτιση της μορφής με τον θεό Απόλλωνα. Το άγαλμα ενσαρκώνει το αθλητικό ιδεώδες, αλλά και τις ιδανικές αναλογίες του γυμνού ανδρικού σώματος, όπως αυτές εκφράστηκαν στον «κανόνα» του Πολύκλειτου, ενός από τους κατ’ εξοχήν γλύπτες χάλκινων αγαλμάτων αθλητών της κλασικής αρχαιότητας. Πρόσφατες έρευνες αποκάλυψαν ότι το γλυπτό έφερε επιχρύσωση.


ΚΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΣΟΥΝΙΟΥ
Μνημειακό άγαλμα, από τα πιο μεγαλόπρεπα και εντυπωσιακά της σειράς των κούρων (600 π.Χ.). Απεικονίζεται στην τυπική στάση της εποχής: προβάλλει το αριστερό σκέλος και έχει τα χέρια κατεβασμένα, με τις γροθιές να ακουμπούν στους μηρούς. Τα μακριά μαλλιά του είναι δεμένα με διπλή ταινία, που στο πίσω μέρος του κεφαλιού σχηματίζει το λεγόμενο «κόμπο του Ηρακλή» («ηράκλειο άμμα»), ενώ μπροστά πέφτουν στο μέτωπο σε κοντούς, κοχλιόσχημους βοστρύχους. Η διάπλαση της επιφάνειας της σάρκας είναι δυναμική, με έντονη διακοσμητική διάθεση, που φθάνει στο βαθμό της υπερβολής και της σχηματοποίησης στην απόδοση των ανατομικών λεπτομερειών. Ο κούρος βρέθηκε με την πλίνθο και τη βάση του μέσα σε αποθέτη μπροστά στο ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο, μαζί με θραύσματα και βάσεις άλλων κούρων. Τα αγάλματα, που είχαν αφιερωθεί στο ιερό, τοποθετήθηκαν εκεί μετά από την καταστροφή του ναού και των αναθημάτων του από τους Πέρσες το 480 π.Χ.


ΑΝΑΓΛΥΦΟ ΤΟΥ «ΟΠΛΙΤΟΔΡΟΜΟΥ»
Από τα ωραιότερα αττικά έργα της ύστερης αρχαϊκής περιόδου (600 π.Χ.). Το ανάγλυφο φέρει επίστεψη, που απολήγει σε δύο έλικες, και τη κύρια όψη του καταλαμβάνει ανάγλυφη μορφή οπλιτοδρόμου. Ο νέος παριστάνεται γυμνός, φοράει αττικό κράνος και τρέχει προς τα δεξιά. Η απόδοση της κίνησής του ακολουθεί τη χαρακτηριστική τεχνοτροπία της απεικόνισης των δρομέων, με τα πόδια να κινούνται προς τα δεξιά, τα χέρια μπροστά στο στήθος και το κεφάλι γυρισμένο προς τα αριστερά. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος ένταξης της μορφής στο σχήμα της πλάκας, καθώς και η ζωντανή, πλαστική απόδοση των λεπτομερειών και η λεπτότητα των χαρακτηριστικών. Το ανάγλυφο ήταν μάλλον μέρος της επένδυσης ταφικού μνημείου ή βωμού, παρά ένα ανεξάρτητο επιτύμβιο μνημείο. Ο καλλιτέχνης που το κατασκεύασε είναι άγνωστος, η τεχνοτροπία του, όμως, δείχνει ότι πρόκειται για γλύπτη από την Αττική.


ΚΟΡΗ ΦΡΑΣΙΚΛΕΙΑ
Το άγαλμα αυτό είναι από τα ωραιότερα δείγματα του τύπου της κόρης της αρχαϊκής γλυπτικής (540 π.Χ.). Ξεχωρίζει για την καλή κατάσταση διατήρησης και το ζωγραφικό διάκοσμο του, που σώζεται σε αρκετά σημεία. Πρόκειται για επιτύμβιο μνημείο, στο βάθρο του οποίου έχει χαραχθεί επίγραμμα με το όνομα της νεκρής Φρασίκλειας και το όνομα του γλύπτη που το φιλοτέχνησε, Αριστίωνα του Πάριου. Η γυναικεία μορφή έχει ραδινό εφηβικό σώμα και λεπτά χαρακτηριστικά. Απεικονίζεται σε μετωπική στάση και ντυμένη με μακρύ χιτώνα, που φέρει εγχάρακτα και ζωγραφισμένα κοσμήματα. Με το δεξί χέρι ανασηκώνει το χιτώνα στο πλάι και με το αριστερό κρατάει ένα μπουμπούκι λωτού μπροστά στο στήθος. Τα μαλλιά της είναι περίτεχνα χτενισμένα, φέρουν στεφάνι διακοσμημένο με άνθη, ενώ η κεφαλή και τα χέρια στολίζονται με πλούσια κοσμήματα. Το άγαλμα βρέθηκε σε λάκκο μαζί με ένα κούρο, τοποθετημένα εκεί ήδη από την αρχαιότητα.

ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ, ΠΑΝΑ ΚΑΙ ΕΡΩΤΑ
Από τις πιο γνωστές και χαρακτηριστικές απεικονίσεις της θεάς Αφροδίτης, που πολιορκείται από τον τραγοπόδαρο Πάνα. Το σύμπλεγμα σώζεται μαζί με την τετράγωνη βάση του, που φέρει αφιερωματική επιγραφή. H γυμνή θεά προσπαθεί να καλύψει το αιδοίο της, ενώ παράλληλα κρατάει απειλητικά το σανδάλι της, αποκρούοντας τις ερωτικές διαθέσεις του Πάνα. O μικρός Έρωτας, που πετάει επάνω από τον ώμο της, έχει αρπάξει με παιχνιδιάρικη διάθεση το κέρατο του ενοχλητικού τραγοπόδαρου θεού και τον απωθεί για να βοηθήσει την μητέρα του. Το ανάλαφρο και χαριτωμένο θέμα του συμπλέγματος εντάσσει το έργο στην ροκοκό τάση της ελληνιστικής εποχής. Οι ανατομικές λεπτομέρειες των μορφών αποδίδονται με απόλυτη ακρίβεια, όπως και η περίπλοκη κόμμωση της θεάς, ενώ η τελική επεξεργασία, που έχει υποστεί το λευκό μάρμαρο, κάνει τις επιφάνειες περισσότερο στιλπνές. Είναι πιθανότατα έργο αττικού εργαστηρίου γλυπτικής, της Ελληνιστικής περιόδου (100 π.Χ.), αλλά δεν αποκλείεται να κατασκευάσθηκε στη Δήλο, από τοπικό εργαστήριο.


ΑΓΑΛΜΑ ΝΗΡΗΙΔΑΣ Ή ΑΥΡΑΣ
Χαρακτηριστικό δείγμα από τον εντυπωσιακό γλυπτό διάκοσμο του ναού του Ασκληπιού στην Επίδαυρο. H έφιππη Νηρηίδα ή Αύρα, που σώζεται σχεδόν ακέραιη, ήταν το δεξιό ακρωτήριο του δυτικού αετώματος του ναού. H Νηρηίδα απεικονίζεται καθισμένη στη ράχη του αλόγου, που αναδύεται από τον Ωκεανό και κατευθύνεται προς τα αριστερά, στην κορυφή του αετώματος. Φοράει χιτώνα και ιμάτιο, που κολλούν στο σώμα της από την πνοή του ανέμου, αναδεικνύοντας την πλαστικότητά του. Αντίστοιχη έφιππη μορφή υπήρχε και στην αριστερή πλευρά του αετώματος. Αυτά τα δύο πλευρικά ακρωτήρια πλαισίωναν το κεντρικό, που ήταν μορφή Νίκης. Το άγαλμα είναι έργο του γλύπτη Τιμόθεου, που είχε αναλάβει το σχεδιασμό και τα προπλάσματα του γλυπτού διακόσμου ολόκληρου του ναού του Ασκληπιού (Κλασική εποχή, 380 π.Χ.).


ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΣΤΗΛΗ ΤΗΣ ΗΓΗΣΟΥΣ
Από τις ωραιότερες αττικές επιτύμβιες στήλες της κλασικής περιόδου (410-400 π.Χ.), έξοχο δείγμα του πλούσιου ρυθμού. Έχει σχήμα ναΐσκου που επιστέφεται από αέτωμα με ανθεμωτά ακρωτήρια. Το μεγαλύτερο τμήμα της στήλης καταλαμβάνει η μορφή της νεκρής Hγησούς, κόρης του Προξένου, όπως μας πληροφορεί η επιγραφή, που έχει χαραχθεί στο οριζόντιο γείσο του αετώματος. H Αθηναία δέσποινα παριστάνεται καθισμένη σε κομψό κάθισμα (κλισμό), στραμμένη προς τα αριστερά, με τα πόδια ακουμπισμένα σε υποπόδιο. Φοράει χιτώνα, ιμάτιο και διάφανη καλύπτρα στο κεφάλι και με το δεξί της χέρι παίρνει ένα κόσμημα (πιθανότατα ζωγραφισμένο) από την ανοιχτή κοσμηματοθήκη (πυξίδα) που της προσφέρει η νεαρή δούλη απέναντι της. H δούλη φοράει βαρβαρικό ένδυμα με μακριά μανίκια και δίχτυ στα μαλλιά. Ίχνη γαλάζιου χρώματος σώζονται στο βάθος της παράστασης. Εντύπωση προκαλεί η θλίψη που αποπνέουν τα πρόσωπα των δύο γυναικών. Πρόκειται για έργο σημαντικού γλύπτη, πιθανόν του Καλλίμαχου.


ΜΕΓΑΛΟ ΕΛΕΥΣΙΝΙΑΚΟ ΑΝΑΓΛΥΦΟ
Μεγάλο ανάγλυφο της κλασικής περιόδου (440-430 π.Χ.), που σώζει την πιο γνωστή παράσταση των Ελευσίνιων θεοτήτων σε σκηνή μυστηριακής τελετής. Παριστάνεται η Δήμητρα, που κρατεί σκήπτρο και δίνει στον ήρωα Τριπτόλεμο τα ιερά στάχυα (που θα ήταν φτιαγμένα από διαφορετικό υλικό), για να διδάξει στους ανθρώπους την καλλιέργεια του σιταριού. Ο νεαρός ήρωας εικονίζεται γυμνός, να κρατεί στο αριστερό χέρι το ιμάτιό του, ενώ με το δεξί δέχεται την προσφορά της Δήμητρας. Πίσω του στέκεται η Περσεφόνη, που τον ευλογεί με το δεξί χέρι της, ενώ στο αριστερό κρατάει δάδα. Η σκηνή προσπαθεί να αποδώσει το μεγαλείο της μυστηριακής θρησκείας και χαρακτηρίζεται από αρκετή αυστηρότητα και συντηρητισμό στην τεχνοτροπία. Θεωρείται έργο αττικού εργαστηρίου. Η μεγαλειώδης παράσταση και κυρίως το μεγάλο μέγεθος του έργου δημιουργούν την υπόνοια ότι ίσως πρόκειται για λατρευτικό και όχι απλώς αναθηματικό ανάγλυφο. Γνωρίζουμε ότι αντίγραφά του είχαν φιλοτεχνηθεί ήδη στη ρωμαϊκή περίοδο.


ΕΡΜΑΪΚΗ ΣΤΗΛΗ ΚΟΣΜΗΤΟΥ ΣΩΣΙΣΤΡΑΤΟΥ
Ερμαϊκή στήλη, που σχετίζεται με ένα από τα σημαντικότερα κτίρια της αρχαίας Αθήνας, το Διογένειο Γυμνάσιο. Bρέθηκε στο σημείο όπου τοποθετείται το Γυμνάσιο και σώζεται ακέραιη, με τη βάση της. Απεικονίζεται ο κοσμητής Σωσίστρατος από τον Mαραθώνα, ως ώριμος γενειοφόρος, με κοντά σγουρά μαλλιά. Στην πρόσθια όψη της στήλης υπάρχει επιγραφή σε δύο μέρη, επάνω και κάτω από το φαλλό, η οποία μας πληροφορεί ότι τη στήλη ίδρυσαν οι έφηβοι προς τιμήν του κοσμητού τους. Το αξίωμα του κοσμητού, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τη σωματική και πνευματική εκπαίδευση των νέων στα γυμνάσια, ήταν μία από τις υψηλότερες διακρίσεις στην αρχαία ελληνική κοινωνία. H στήλη χρονολογείται με ακρίβεια, βάσει του ονόματος του επώνυμου άρχοντα, που αναφέρεται στην επιγραφή (Ρωμαϊκή περίοδος, 141 μ.Χ.).


ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΣΤΗΛΗ ΑΡΙΣΤΟΝΑΥΤΗ
Έργο που θεωρείται σταθμός στην ιστορία των επιτύμβιων μνημείων, καθώς σηματοδοτεί το τέλος της κλασικής εποχής (320 π.Χ.). Έχει σχήμα ναΐσκου με αέτωμα κι επιστύλιο, τοποθετημένου πάνω σε ογκώδες βάθρο. H χαραγμένη στο επιστύλιο επιγραφή μας πληροφορεί για το όνομα του νεκρού, το πατρικό και την καταγωγή του: Aριστοναύτης Aρχεναύτου Aλαιεύς. O νεκρός παριστάνεται σχεδόν ολόγλυφος μέσα στον ναΐσκο ως οπλίτης σε έντονο διασκελισμό, έτοιμος να επιτεθεί στον εχθρό. Φοράει χιτώνα, θώρακα και κράνος και κρατάει ασπίδα, ενώ η έντονη κίνησή του κάνει τη χλαμύδα να ανεμίζει πίσω από την πλάτη του. Το πρόσωπό του, που στρέφεται προς τον θεατή, έχει δραματική έκφραση. O άγνωστος καλλιτέχνης κάποιου αττικού εργαστηρίου έχει εφαρμόσει για πρώτη φορά νέους τρόπους έκφρασης, που χαρακτηρίζουν τη μετάβαση από την κλασική στην ελληνιστική γλυπτική και παραπέμπουν σε δημιουργίες του γλύπτη Σκόπα.













Η Συλλογή Αγγείων και Μικροτεχνίας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, που καλύπτει την εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής κεραμικής από τον 11ο αιώνα π.Χ. έως και τη ρωμαϊκή εποχή, κατατάσσεται ανάμεσα στις πλουσιότερες του κόσμου, με την πληθώρα και την ποιότητα των αγγείων της γεωμετρικής εποχής, των πρώιμων μελανόμορφων, και των ερυθρόμορφων αγγείων του 4ου αιώνα π.Χ. Ο κύριος κορμός της συλλογής είναι τα αττικά αγγεία, συμπεριλαμβάνονται όμως και τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα των επαρχιακών εργαστηρίων, τα οποία είτε επέδρασαν στην αττική κεραμική είτε επηρεάσθηκαν από αυτή. Στην έκθεση περιλαμβάνονται, ακόμη, λίγα ειδώλια και πήλινες σαρκοφάγοι, που τόσο στην κατασκευή όσο και στη διακόσμηση ακολουθούν την τεχνοτροπία της κεραμικής. Η έκθεση καταλαμβάνει 8 αίθουσες στον όροφο του μουσείου (αίθουσες 49-56) και η παρουσίαση των αγγείων ακολουθεί τη χρονολογική εξέλιξη της κεραμικής και της αγγειογραφίας. Η πορεία, που αρχίζει με την τεχνική της κατασκευής των αγγείων, διακόπτεται κατά περίπτωση από ενότητες, είτε ανασκαφικές, όπως είναι τα ευρήματα από τα μεγάλα ιερά (αίθουσα 52), είτε θεματικές, όπως αυτή των ταφικών εθίμων (αίθουσα 53), της γυναίκας και του κόσμου της (αίθουσα 55) ή του παιδιού στην αρχαιότητα (αίθουσα 56). Τα πιο σημαντικά αντικείμενα παρουσιάζονται μόνα τους, σε ειδικές προθήκες, για να προβάλλονται ιδιαίτερα. Επεξηγηματικές πινακίδες συνοδεύουν τα εκθέματα, ενώ για την ενημέρωση του επισκέπτη έχουν αναρτηθεί μεγάλα επιτοίχια κείμενα και εποπτικό υλικό. Στο τέλος της έκθεσης υπάρχει χώρος περίπου 50 τ.μ., που καλύπτει τις ανάγκες για παρουσίαση μικρών θεματικών ενοτήτων ανεξαρτήτως εργαστηρίων και χρονολογήσεων. Οι ενότητες αυτές μπορούν να αλλάζουν και να εμπλουτίζονται κατά περίπτωση με νέο υλικό από τις αποθήκες.
ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΕΚΘΕΣΗΣ
-ΑΤΤΙΚΗ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΚΕΡΑΜΙΚΗ (αίθουσα 49)
Εκτίθενται αγγεία αττικών εργαστηρίων, που διακρίνονται για την καλή ποιότητα της παραγωγής τους και προέρχονται από γεωμετρικά νεκροταφεία της Αττικής. Ανάμεσα στα εκθέματα ξεχωρίζουν δύο μνημειώδεις ταφικοί αμφορείς με παράσταση εκφοράς νεκρού, του «ζωγράφου του Διπύλου» και του «ζωγράφου του Hirschfeld».


-ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΚΕΡΑΜΙΚΗ (αίθουσα 50)
Παρουσιάζονται αντιπροσωπευτικά δείγματα των εργαστηρίων, που διακρίθηκαν για την παραγωγή τους στην υπόλοιπη Ελλάδα, με πιο σημαντικά αυτά στην Αχαΐα, στη Βοιωτία, στην Αργολίδα, στη Λακωνία και στη Θεσσαλία.


-ΠΡΩΙΜΟΣ ΜΕΛΑΝΟΜΟΡΦΟΣ ΡΥΘΜΟΣ (αίθουσες 50-51)
Εκτίθενται αγγεία που ανήκουν στα πρώτα στάδια της αρχαϊκής τέχνης, αντιπροσωπευτικά του ανατολίζοντα και πρώιμου μελανόμορφου ρυθμού. Προέρχονται από την Αττική, την Κόρινθο και τα νησιά του Αιγαίου. Από τα εκθέματα ξεχωρίζει ο αμφορέας του Νέσσου, από τα καλύτερα αττικά έργα της εποχής, καθώς και αγγεία που αποδίδονται σε αναγνωρισμένους ζωγράφους.


-ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΕΜΕΝΗ (αίθουσα 52)
Εδώ συγκεντρώνονται σύνολα αντικειμένων, που βρέθηκαν σε μεγάλα τεμένη σε όλη την Ελλάδα, όπως στο Ηραίο του Άργους, στο Ηραίο της Περαχώρας και στο τέμενος της Ορθίας Αρτέμιδος στη Σπάρτη. Τα εκθέματα περιλαμβάνουν πήλινα ειδώλια και αγγεία, πλακίδια από ελεφαντόδοντο, σφραγίδες, ενώ ξεχωρίζουν οι μοναδικοί στο είδος τους ζωγραφικοί πίνακες του 6ου αιώνα π.Χ., που βρέθηκαν σε σπήλαιο της Κορινθίας.


-ΜΕΛΑΝΟΜΟΡΦΟΣ ΡΥΘΜΟΣ (αίθουσες 53-54)
Στην ενότητα αυτή ο επισκέπτης μπορεί να δει ορισμένα από τα γνωστότερα δείγματα του ρυθμού που επικράτησε στην αγγειογραφία των αρχαϊκών χρόνων. Στα εκθέματα περιλαμβάνονται έργα γνωστών αγγειογράφων και αγγειοπλαστών, μερικά από τα οποία φέρουν τις υπογραφές των δημιουργών τους. Προέρχονται κυρίως από την Αττική αλλά και από εργαστήρια της Μικράς Ασίας.


-ΕΡΥΘΡΟΜΟΡΦΟΣ ΡΥΘΜΟΣ 5ου ΑΙΩΝΑ Π.Χ. (αίθουσες 54-56)
Θέμα της ενότητας είναι η εξέλιξη του ερυθρόμορφου ρυθμού των κλασικών χρόνων. Τα εκθέματα προέρχονται κυρίως από την Αττική και περιλαμβάνουν έργα γνωστών αγγειογράφων και αγγειοπλαστών, καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της τέχνης.


-ΛΕΥΚΑ ΑΓΓΕΙΑ (αίθουσα 55)
Πρόκειται για μια από τις πιο εντυπωσιακές και σπάνιες συλλογές αγγείων με λευκό βάθος, που κατασκευάζονταν στην Αττική στο β’ μισό του 5ου αιώνα π.Χ. Στα εκθέματα κυριαρχούν οι λήκυθοι, που τοποθετούνταν μέσα στους τάφους ως κτερίσματα. Ορισμένες είναι έργα γνωστών αγγειογράφων, ο σημαντικότερος από τους οποίους θεωρείται ο «ζωγράφος του Αχιλλέα», το κορυφαίο έργο του οποίου εκτίθεται εδώ.


ΡΥΘΜΟΣ ΤΟΥ KERTSCH (αίθουσα 56)
Εκτίθενται αγγεία της ξεχωριστής αυτής τεχνοτροπίας, που οφείλει την ονομασία της στην πόλη Kertsch (αρχαίο Παντικάπαιον) της Κριμαίας. Πρόκειται για την τελευταία αναλαμπή του ερυθρόμορφου ρυθμού, που εμφανίσθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. και χαρακτηρίζεται για την πολυχρωμία και τη λεπτομερή διακόσμηση.


-ΕΡΥΘΡΟΜΟΡΦΑ ΑΓΓΕΙΑ ΕΠΑΡΧΙΑΚΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΩΝ (αίθουσα 56)
Παρουσιάζονται αντιπροσωπευτικά δείγματα των εργαστηρίων, που διακρίθηκαν για την παραγωγή τους σε περιοχές εκτός Αττικής, και εμφανίζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Ξεχωρίζουν τα αγγεία από το Καβίρειο της Θήβας, που διακρίνονται για τη ζωντάνια και τη χιουμοριστική διάθεση των παραστάσεων.



ΕΚΘΕΜΑΤΑ
ΑΜΦΟΡΕΑΣ ΔΙΠΥΛΟΥ
Ο μνημειώδης επιτάφιος αμφορέας είναι από τα κορυφαία έργα της γεωμετρικής κεραμικής (Πρώιμοι ιστορικοί χρόνοι, 755-750 π.Χ.). Το αγγείο, που σώζεται ακέραιο, είναι τροχήλατο, με ωοειδές σώμα, ψηλό κυλινδρικό λαιμό και μικρές λαβές στο ύψος της κοιλιάς. Ολόκληρη η επιφάνειά του καλύπτεται με ταινίες από γεωμετρικά διακοσμητικά μοτίβα, κυρίως μαιάνδρους σε διάφορες παραλλαγές, οριζόντιες γραμμές και ταινίες με σχηματοποιημένα ζώα και πτηνά. Στη ζώνη των λαβών, σε ορθογώνια μετόπη, παριστάνεται η πρόθεση του νεκρού στο νεκρικό κρεβάτι, πάνω από το οποίο απλώνεται το νεκρικό σεντόνι. Γύρω και κάτω από το νεκρό εικονίζονται θρηνωδοί στη χαρακτηριστική στάση με υψωμένα τα χέρια. Οι μορφές αποδίδονται με την τυπική τεχνοτροπία της γεωμετρικής εποχής, αφαιρετικά και σχηματικά. Το έργο αποδίδεται στο ζωγράφο του Διπύλου, που πήρε το συμβατικό όνομά του από αυτό ακριβώς το αγγείο. Ο αμφορέας ήταν επιτύμβιο μνημείο στο νεκροταφείο του Διπύλου, στον Κεραμεικό, και στη βάση του υπήρχε οπή για τις χοές που γίνονταν προς τιμήν του νεκρού.


ΛΕΥΚΗ ΛΗΚΥΘΟΣ ΤΟΥ «ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΤΟΥ BOSANQUET»
Έξοχο δείγμα των αγγείων με λευκό βάθος, που κατασκευάζονταν στην Αττική στους ώριμους κλασικούς χρόνους (440 π.Χ.). Η επιφάνεια της λευκής ληκύθου διακοσμείται με σκηνή επίσκεψης στον τάφο, μία από τις πιο αγαπητές σκηνές για αυτού του είδους τα αγγεία με ταφική χρήση. Στο μέσο της σύνθεσης δεσπόζει μεγάλη επιτύμβια στήλη, με ανθεμωτή επίστεψη και ψηλή βαθμιδωτή βάση. Στα σκαλοπάτια του μνημείου έχουν εναποτεθεί διάφορες προσφορές για το νεκρό, κυρίως αγγεία και στεφάνια. Στη δεξιά πλευρά της στήλης, μία νέα γυναίκα φέρνει κάνιστρο με στεφάνια. Απέναντί της, αριστερά από τη στήλη, στέκεται νέος άνδρας, που φορεί μόνο ένα ιμάτιο και κρατεί δόρυ, προφανώς ο πρόωρα χαμένος σύντροφός της. Η παράσταση αποπνέει έντονη μελαγχολία, που τονίζεται τόσο με τις ευγενικές μορφές του νεαρού ζεύγους όσο και με το επιβλητικό ταφικό μνημείο. Πρόκειται για θαυμάσιο έργο του ζωγράφου του Bosanquet, καλλιτέχνη που πήρε το συμβατικό όνομά του από τον αρχαιολόγο που πρώτος μελέτησε τα έργα του.


ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ ΑΜΦΟΡΕΑΣ
Επιβλητικό αττικό αγγείο της κλασικής εποχής, που σχετίζεται με την πιο λαμπρή γιορτή της αρχαίας Αθήνας, τα Παναθήναια. Έχει συγκολληθεί από θραύσματα και σώζεται σχεδόν ακέραιο. Στην κύρια όψη του εικονίζεται η Αθηνά Πρόμαχος, ενώ στη δευτερεύουσα, σκηνή από αγώνα πάλης. Οι παναθηναϊκοί αμφορείς, γεμάτοι με λάδι από τις ιερές ελιές της Αθήνας, δίνονταν ως έπαθλο στους νικητές των αγώνων των Παναθηναίων. Η διακόσμησή τους ακολουθεί την ίδια παράδοση, για αιώνες: στην κύρια όψη η θεά-προστάτιδα των αγώνων και στη δευτερεύουσα σκηνή από το αγώνισμα, του οποίου αποτελούσαν το έπαθλο. Ο αμφορέας αυτός είναι έργο του ζωγράφου του Pourtals, γνωστού αγγειογράφου του ερυθρόμορφου ρυθμού, που ακολουθεί την παράδοση της μελανόμορφης τεχνικής, όπως γινόταν πάντα για τους παναθηναϊκούς αμφορείς. Η επιγραφή, που σώζεται στην επιφάνεια του αγγείου, αναφέρει το Χαρικλείδη, επώνυμο άρχοντα της χρονιάς 363/2 π.Χ., και επιτρέπει την ακριβή χρονολόγηση του αμφορέα.


ΑΜΦΟΡΕΑΣ ΤΟΥ ΝΕΣΣΟΥ
Το αγγείο είναι από τα πιο γνωστά και χαρακτηριστικά δείγματα του πρώιμου αθηναϊκού μελανόμορφου ρυθμού (Αρχαϊκή περίοδος, 620 π.Χ.). Ο μεγάλος τροχήλατος αμφορέας έχει ψηλό λαιμό, δύο συμπαγείς κατακόρυφες λαβές και φέρει διακόσμηση με σκούρο χρώμα επάνω σε ανοιχτόχρωμο φόντο. Οφείλει το όνομά του στην κεντρική παράσταση που εικονίζεται στο λαιμό: ο Ηρακλής φονεύει με ξίφος τον κένταυρο Νέσσο, επειδή παρενόχλησε τη γυναίκα του Δηιάνειρα. Στο σώμα του αγγείου εικονίζονται δύο Γοργόνες σε θαλασσινό τοπίο, που δηλώνεται με δελφίνια. Φεύγουν ορμητικά, καταδιώκοντας τον Περσέα, που δεν απεικονίζεται, ενώ η αδελφή τους, Μέδουσα, σωριάζεται στη γη αποκεφαλισμένη από αυτόν. Η διακόσμηση συμπληρώνεται με ανθεμωτή αλυσίδα στον ώμο, με μικρές μορφές πουλιών και γεωμετρικά ή φυτικά μοτίβα, που δεν αφήνουν σχεδόν καθόλου ελεύθερο χώρο. Ο αμφορέας χρησιμοποιήθηκε ως επιτάφιο μνημείο και είναι έργο του «ζωγράφου του Νέσσου», του πρώτου αγγειογράφου του μελανόμορφου ρυθμού, που αναγνωρίσθηκε από τους μελετητές και ονομάσθηκε συμβατικά από αυτό ακριβώς το αγγείο.


ΠΛΑΣΤΙΚΟ ΑΓΓΕΙΟ ΜΕ ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗ ΑΦΡΟΔΙΤΗ
Μικρό πλαστικό αγγείο, που ξεχωρίζει για τη λεπτότητα και τη χάρη του. Είναι έργο αττικού εργαστηρίου και έχει κατασκευασθεί με μήτρα στα ανάγλυφα μέρη και με κεραμικό τροχό στο στόμιο. Ανήκει στον τύπο της αρυβαλλοειδούς ληκύθου, που συνδυάζει το σώμα του αρύβαλλου και το ψηλό στόμιο με λαβή της ληκύθου. Το κύριο μέρος του αγγείου αποτελεί η προτομή της Αφροδίτης, που αναδύεται από τα κύματα μέσα σε ανοιχτό κοχύλι. Η θεά παριστάνεται ολοστόλιστη, με πλούσιο περιδέραιο στο λαιμό, ενώ στα μαλλιά της φέρει φαρδύ στεφάνι, που σώζει ίχνη χρώματος. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της αποπνέουν ηρεμία, ενώ είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο ο αγγειοπλάστης έχει αποδώσει τις λεπτομέρειες. Πρόκειται για τυπικό δείγμα των μικρών πλαστικών αγγείων της κλασικής εποχής (400 π.Χ.), που γοητεύουν με τα θέματα και την πολυχρωμία τους.


ΚΡΑΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΡΩΤΟΣΤΑΣΙΑΣ
Κομψός καλυκωτός κρατήρας, αντιπροσωπευτικό έργο του αττικού ερυθρόμορφου ρυθμού. Το αγγείο είναι τροχήλατο και έχει αποκατασταθεί σχεδόν ολόκληρο, από θραύσματα. Το σχήμα του είναι από τα κυρίαρχα στην αγγειοπλαστική του 4ου αιώνα π.Χ. (330 π.Χ.) και οι μεγάλες του επιφάνειες προσφέρονται για την ανάπτυξη ωραίων ζωγραφικών παραστάσεων. Στον κρατήρα αυτό απεικονίζεται η λεγόμενη σκηνή της «Ερωτοστασίας», το ζύγισμα, δηλαδή, του έρωτα. Μία νέα γυναίκα, με πλούσια ενδύματα και εντυπωσιακή κόμμωση, κρατάει τη ζυγαριά όπου ζυγίζονται ο Έρως και ο Αντέρως, δύο μικρές φτερωτές μορφές. Δίπλα της στέκεται ένας νέος, που κινείται με κομψότητα και φοράει πέτασο στο κεφάλι. Η παράσταση είναι έργο του ζωγράφου της Ερωτοστασίας, που πήρε το συμβατικό όνομά του από το αγγείο αυτό.


ΛΕΥΚΗ ΛΗΚΥΘΟΣ ΤΟΥ «ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ»
Από τα ωραιότερα έργα της αττικής αγγειογραφίας των ώριμων κλασικών χρόνων. Η λευκή επιφάνεια της ληκύθου διακοσμείται με σκηνή αποχαιρετισμού ενός πολεμιστή, θέμα που σχετίζεται άμεσα με τη χρήση του αγγείου, που ήταν ταφική. Αριστερά εικονίζεται μία γυναίκα, καθισμένη με άνεση σε κομψό κλισμό. Δεξιά, ένας πολεμιστής, προφανώς ο άνδρας της, στέκεται όρθιος μπροστά της. Κρατάει ασπίδα και δόρυ στο αριστερό χέρι, ενώ με το δεξί προτείνει το κορινθιακό κράνος προς το μέρος της γυναίκας. Η όλη σκηνή διαδραματίζεται στο γυναικωνίτη του σπιτιού, όπως δείχνουν τα αντικείμενα στο βάθος της παράστασης. Εντυπωσιακός είναι ο τρόπος με τον οποίο αποδίδεται η σιωπηλή μελαγχολία των μορφών, η άνεση στην κίνησή τους, καθώς και τα διάφανα ενδύματά τους. Πρόκειται για αριστουργηματικό έργο του «ζωγράφου του Αχιλλέα», κορυφαίου Αθηναίου αγγειογράφου του 5ου αιώνα π.Χ. (450-440 π.Χ.), που ειδικεύθηκε στη διακόσμηση των λευκών ταφικών ληκύθων.


ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΟΥ ΠΙΤΣΑ
Μικρός αναθηματικός πίνακας, διακοσμημένος με την τεχνική της ξηρογραφίας (τέμπερα), που αποτελεί ένα από τα σπάνια δείγματα της αρχαϊκής κορινθιακής ζωγραφικής (540 π.Χ.). Είναι αντίγραφο του πρωτότυπου, στο οποίο η παράσταση έχει φθαρεί αρκετά. Στον πίνακα εικονίζεται πομπή λατρευτών, που προετοιμάζουν θυσία. Η πομπή, αποτελούμενη από μία ανδρική, τρεις γυναικείες και τρεις παιδικές στεφανωμένες μορφές, πλησιάζει σε αναμμένο βωμό. Η πρώτη γυναίκα στηρίζει στο κεφάλι της καλάθι με τα απαραίτητα για τη θυσία, ενώ με το δεξί χέρι ρίχνει σπονδή από οινοχόη. Πίσω, ένα παιδί οδηγεί το πρόβατο για τη θυσία, δύο ακόμη παιδιά παίζουν λύρα και αυλό, ενώ ακολουθούν μορφές που κρατούν κλαδιά. Ο ζωγράφος έχει προσθέσει επιγραφές σε κορινθιακό αλφάβητο, με τα ονόματα των λατρευτών, μία αφιέρωση στις νύμφες και το όνομά του. Ο πίνακας βρέθηκε στο ιερό των Νυμφών, μέσα σε σπήλαιο, μαζί με άλλους τρεις παρόμοιους πίνακες, μοναδικά έργα Κορινθίων καλλιτεχνών, που απηχούν τη μνημειακή ζωγραφική της εποχής τους.


ΕΡΥΘΡΟΜΟΡΦΟ ΕΠΙΝΗΤΡΟ
Αριστουργηματικό έργο του αττικού ερυθρόμορφου ρυθμού, που διακοσμείται με μια μοναδική εικονιστική παράσταση. Το επίνητρο ήταν ιδιότυπο τροχήλατο σκεύος, που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για το ξέσιμο του μαλλιού, τοποθετώντας το επάνω στο γόνατό τους. Στο πρόσθιο μέρος του, δηλαδή στο σημείο που ακουμπούσε στο γόνατο, φέρει ανάγλυφη προτομή γυναίκας. Η ανώτερη επιφάνειά του ήταν βαμμένη με ερυθρό χρώμα, χωρίς παραστάσεις, γιατί θα υφίστατο μεγαλύτερη φθορά, ενώ η ζώνη κάτω από το χείλος φέρει ταινία με ανθέμια. Στις δύο πλευρές του εικονίζονται σκηνές γυναικωνίτη: στη μία, η νύφη Άλκηστις ως νύφη ανάμεσα στις φίλες της και στην άλλη η Αρμονία, ο Έρως, η Ήβη, και η Αφροδίτη. Στη ζώνη επάνω από την ανάγλυφη προτομή εικονίζεται η αρπαγή της Θέτιδας από τον Πηλέα. Οι μορφές διακρίνονται για τη λεπτότητά τους, τη χάρη στις κινήσεις των χεριών και τις πλούσιες πτυχές των εφαρμοστών ενδυμάτων τους. Η παράσταση είναι έργο του ζωγράφου της Ερέτριας (425 π.Χ.), που ονομάσθηκε συμβατικά έτσι από αυτό το επίνητρο.


ΕΡΥΘΡΟΜΟΡΦΗ ΠΕΛΙΚΗ
Αττική πελίκη, εξαίρετο δείγμα του πρώιμου ερυθρόμορφου ρυθμού των κλασικών χρόνων. Το τροχήλατο αυτό αγγείο, παραλλαγή του αμφορέα, χρησιμοποιείτο συνήθως για κρασί ή λάδι. Στην κύρια όψη του φέρει γραπτή παράσταση με γνωστή μυθολογική σκηνή: Ο Ηρακλής εξοντώνει τους υπηρέτες του μυθικού βασιλιά Βούσιρι στην Αίγυπτο, όταν αυτοί επιχειρούν να τον θυσιάσουν, ακολουθώντας το χρησμό που έλεγε ότι έπρεπε να εξιλεώσουν το θεό για κάποιο λιμό που μάστιζε τη χώρα τους. Οι Αφρικανοί εικονίζονται φαλακροί, με έντονες χειρονομίες που αποδίδουν την απόγνωσή τους. Η σκηνή διακρίνεται από ένταση και δραματικότητα κι ο καλλιτέχνης έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στις λεπτομέρειες των μορφών, καθώς και στην αρχιτεκτονική του βωμού. Το αγγείο είναι έργο του ζωγράφου του Πανός, ενός από τους πιο εφευρετικούς και ικανούς αγγειογράφους της Αθήνας στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. (470 π.Χ.).



ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΡΓΩΝ ΜΕΤΑΛΛΟΤΕΧΝΙΑΣ
Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο κατέχει μία από τις πλουσιότερες και σπουδαιότερες συλλογές χάλκινων έργων, που υπάρχει ως ξεχωριστή μόνιμη συλλογή από το 1893. Περιλαμβάνει τόσο ειδώλια και έργα μικροτεχνίας όσο και μεγάλα αγάλματα, τα οποία είναι μοναδικά πρωτότυπα έργα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Δίας ή Ποσειδώνας και ο «Τζόκεϊ του Αρτεμισίου», ο «Έφηβος Αντικυθήρων» και το «Παιδί του Μαραθώνα». Τα μεγάλα αγάλματα είναι εκτεθειμένα στις αίθουσες της Συλλογής Έργων Γλυπτικής, προκειμένου να δίνεται ολοκληρωμένη η εικόνα της εξέλιξης της μεγάλης γλυπτικής. Στη Συλλογή Έργων Μεταλλοτεχνίας παρουσιάζονται τα εξαίρετα έργα μικρογλυπτικής και μικροτεχνίας και αναδεικνύεται η σημασία τους για την ιστορία και την εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Τα εκθέματα της συλλογής καταλαμβάνουν 5 αίθουσες στη ΒΑ πλευρά του ισογείου του μουσείου (αίθουσες 36-39). Είναι αναθήματα σε ιερά, τοπικά και πανελλήνια, κτερίσματα τάφων, χρηστικά αντικείμενα που σχετίζονται με την καθημερινή ζωή, τη θρησκεία, τη λατρεία, τους πολιτικούς θεσμούς, δείγματα τοπικών εργαστηρίων και διαφόρων καλλιτεχνικών ρευμάτων, που χρονολογούνται από τον 9ο αιώνα π.Χ. έως τη ρωμαϊκή εποχή. Η ομαδοποίηση των εκθεμάτων στις αίθουσες και στις προθήκες γίνεται με βάση την προέλευση, το είδος, την εποχή τους, τα εργαστήρια, και τη χρήση τους. Η έκθεση συμπληρώνεται με εποπτικό υλικό και επεξηγηματικά κείμενα.
ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΕΚΘΕΣΗΣ
-ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΤΑΛΛΟΤΕΧΝΙΑ
Την εισαγωγή της έκθεσης αποτελεί η γνωριμία του επισκέπτη με την αρχαία μεταλλοτεχνία, δηλαδή με τον τρόπο κατασκευής των μεταλλικών έργων. Σε ειδικές προθήκες παρουσιάζεται η αναπαράσταση της χύτευσης με συνοδευτικά επεξηγηματικά κείμενα και εκτίθενται αρχαίες μήτρες, χοάνες και δείγματα μετάλλων.
-ΕΡΓΑ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ
Θέμα της ενότητας αποτελεί η παλαιότερη φάση της ελληνικής χαλκοπλαστικής, αυτή των γεωμετρικών χρόνων. Εκτίθενται χάλκινα έργα μικροπλαστικής και μικροτεχνίας, όπως κοσμήματα, ειδώλια ανθρώπινων μορφών και μικρών ζώων, αγγεία και άλλα σκεύη. Εδώ βρίσκονται και τα ευρήματα του γεωμετρικού τάφου στο Δαδί Παρνασσίδας, καθώς και τα λεγόμενα «μακεδονικά» χάλκινα αντικείμενα από περιοχές της Μακεδονίας.


-ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΕΜΕΝΗ
Μεγάλη ενότητα αποτελούν τα ευρήματα από μικρά και μεγάλα τεμένη της ηπειρωτικής Ελλάδας, των νησιών του Αιγαίου και της Κρήτης, έμφαση όμως δίνεται κυρίως σε αυτά της Ακροπόλεως, της Ολυμπίας και της Δωδώνης. Μέσα από τα εκθέματα αναλύεται η εξέλιξη της τέχνης, κυρίως της γεωμετρικής, της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής, τα χαρακτηριστικά των τοπικών εργαστηρίων και ο χαρακτήρας των ιερών, το είδος της λατρείας και οι ανθρώπινες καθημερινές συνήθειες και ασχολίες. Ορισμένα ακόμη σημαντικά και αντιπροσωπευτικά ευρήματα συμπληρώνουν την εικόνα των καλλιτεχνικών ρευμάτων και επιτευγμάτων, την ιστορία των τεμενών και του τόπου γενικότερα. Στα εκθέματα περιλαμβάνονται ειδώλια, αγγεία και σκεύη, όπλα και εργαλεία, κοσμήματα και ενεπίγραφα ελάσματα.

Αθηνά Προμάχος
-ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ ΚΑΙ ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΩΝ
Εκτίθενται χάλκινα αγαλμάτια που βρέθηκαν στο θαλάσσιο χώρο των Αντικυθήρων, καθώς και ο περίφημος μηχανισμός των Αντικυθήρων. Επίσης, ευρήματα από τους Αμπελοκήπους, μερικά από τα οποία αποδίδουν μεγάλα έργα της κλασικής εποχής, όπως ο περίφημος δισκοβόλος του Μύρωνος. Όλα χρονολογούνται στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο.


-ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ (δημόσιος και ιδιωτικός βίος)
Η τελευταία ενότητα της έκθεσης σχετικά με το δημόσιο και ιδιωτικό βίο αναπτύσσεται θεματικά (καλλωπισμός και ενδυμασία, οικία-επίπλωση-εξοπλισμός, γραφή-παιχνίδια, επαγγέλματα-ιατρική-μουσική, θρησκεία-λατρεία-δοξασίες, πολιτικοί θεσμοί). Στα εκθέματα περιλαμβάνονται κοσμήματα, κάτοπτρα, λύχνοι, σκεύη, ιατρικά εργαλεία, μουσικά όργανα, ψηφίσματα και υδρίες. Μέσα από τη μεγάλη ομάδα των κατόπτρων και των υδριών διαφαίνονται και επισημαίνονται χαρακτηριστικά εργαστήρια τορευτικής της αρχαϊκής και κλασικής εποχής.



ΕΚΘΕΜΑΤΑ
Ο «ΕΦΗΒΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ»
Από τα ωραιότερα μεγάλα χυτά χάλκινα αγάλματα της ελληνιστικής εποχής (340-330 π.Χ.). Ανασύρθηκε σε θραύσματα από ναυάγιο του 1ου αιώνα π.Χ. και έχει αποκατασταθεί σχεδόν ολόκληρο. Ο νεαρός άνδρας παριστάνεται όρθιος και γυμνός. Πατά σταθερά στο αριστερό σκέλος, ενώ το άνετο δεξί κινείται πίσω και πλάγια δημιουργώντας έντονη αντιθετική κίνηση στο σώμα (contraposto). Ο αριστερός βραχίονας κρέμεται χαλαρά στο πλάι. Στο δεξί, υπερυψωμένο χέρι θα κρατούσε αντικείμενο, που δεν σώζεται σήμερα, κατά την πιθανότερη εκδοχή το μήλο της Έριδος, οπότε παριστάνεται ο Πάρις. Σύμφωνα με άλλες απόψεις, μπορεί να απεικονίζεται ο Περσέας, που θα κρατούσε το κεφάλι της Μέδουσας ή κάποιος αθλητής που θα κρατούσε σφαίρα. Η δομή της μορφής, η αρμονία της κίνησης και η απόδοση των μυών δείχνουν επιρροές από τον «κανόνα» του Πολύκλειτου, αν και εδώ το σώμα του νέου είναι πιο σφριγηλό και αθλητικό. Αποδίδεται σε πελοποννησιακό εργαστήριο και ίσως είναι έργο του γλύπτη Ευφράνορα, από τη Σικυώνα της Κορινθίας.


ΔΙΑΣ Ή ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ ΑΡΤΕΜΗΣΙΟΥ
Πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα, αλλά και από τα λιγοστά πρωτότυπα χάλκινα αγάλματα της κλασικής περιόδου (460 π.Χ.). Είναι έργο χυτό, με υπερφυσικό μέγεθος και απεικονίζει το Δία ή τον Ποσειδώνα. Ο θεός παριστάνεται όρθιος, γυμνός, σε ευρύ διασκελισμό. Παρά την αυστηρότητα της μορφής, η κίνηση είναι έντονη και η απόδοση των ανατομικών λεπτομερειών ιδιαίτερα επιτυχής. Η γενειάδα του θεού είναι πλούσια και τα μακριά μαλλιά του μαζεύονται σε πλεξίδες γύρω από το κεφάλι, ενώ μπροστά πέφτουν σε κομψούς βοστρύχους γύρω από το μέτωπο. Τα μάτια του, που δεν σώζονται, ήταν ένθετα από άλλο υλικό. Το αριστερό του χέρι είναι τεντωμένο μπροστά, ενώ με το ανυψωμένο δεξί χέρι θα κρατούσε τον κεραυνό ή την τρίαινα. Στην πρώτη περίπτωση ταυτίζεται με το Δία, που είναι και το πιθανότερο, ενώ στη δεύτερη με τον Ποσειδώνα. Είναι έξοχο δείγμα του αυστηρού ρυθμού της αρχαίας ελληνικής πλαστικής, και αποδίδεται σε ικανότατο δημιουργό, ίσως στο διάσημο γλύπτη Κάλαμι.


ΑΓΑΛΜΑΤΙΟ ΠΕΠΛΟΦΟΡΟΥ ΚΟΡΗΣ
Εξαιρετικό έργο της επαρχιακής μεταλλοτεχνίας των πρώιμων κλασικών χρόνων (460-450 π.Χ.) και χαρακτηριστικό δείγμα του αυστηρού ρυθμού. Το αγαλμάτιο σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση, μαζί με την κυκλική, ελασμάτινη βάση, που φέρει σειρά από οπές στην περιφέρεια. Η νεαρή γυναίκα, που από ορισμένους μελετητές ταυτίζεται με τη θεά Αφροδίτη, αποδίδεται όρθια, στρέφοντας ελαφρά το κεφάλι προς τα δεξιά και προβάλλοντας το αριστερό πόδι, ενώ τα χέρια της υψώνονται προς τα πλάγια. Με το αριστερό χέρι κρατάει περιστέρι, σύμβολο της θεάς Αφροδίτης, ενώ στο δεξί πιθανώς κρατούσε άνθος. Φοράει χιτώνα με κοντές χειρίδες και πέπλο με μακρύ απόπτυγμα. Στο κατώτερο μέρος του αποπτύγματος υπάρχει διαμπερής οπή για τη συνένωση των δύο ξεχωριστών χυτών τμημάτων που απαρτίζουν τη μορφή. Το αγαλμάτιο θεωρείται προϊόν εργαστηρίου της βορειοανατολικής Πελοποννήσου. Αγοράσθηκε από τον Κ. Καραπάνο γύρω στο 1891 και δωρίθηκε από τον ίδιο στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, μαζί με την υπόλοιπη συλλογή του.


ΤΟ «ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ»
Από τα ομορφότερα χάλκινα χυτά αγάλματα των κλασικών χρόνων (340-330 π.Χ.), που σώζεται σχεδόν ακέραιο. Ο έφηβος αποδίδεται όρθιος, γυμνός, στηριζόμενος στο αριστερό πόδι. Ο κορμός κάμπτεται σιγμοειδώς, χαρακτηριστικό της τέχνης του διάσημου γλύπτη Πραξιτέλη. Στο προτεταμένο αριστερό χέρι κρατούσε χαμένο σήμερα αντικείμενο, στο οποίο στρέφει το βλέμμα του, κλίνοντας το κεφάλι. Στο υπερυψωμένο δεξί χέρι επίσης κρατούσε αντικείμενο, που δεν σώζεται. Στην πλούσια κόμη έχει στερεωθεί ταινία με κερατοειδή προεξοχή στην κορυφή του κεφαλιού. Τα μάτια του είναι ένθετα, προσδίδοντας στη μορφή εξαιρετική ζωντάνια και εκφραστικότητα. Έχει προταθεί η ταύτισή του με έφηβο αθλητή, νικητή σε αγώνα, ενώ κατά μία άλλη άποψη απεικονίζεται ο Ερμής. Αποτελεί με βεβαιότητα πρωτότυπο έργο της σχολής του Πραξιτέλη, που δείχνει όλη τη χάρη, την απαλότητα στην κίνηση και την ευλυγισία, που χαρακτηρίζουν τα έργα του μεγάλου γλύπτη.


ΤΡΙΩΤΗ ΥΔΡΙΑ
Χαρακτηριστικό δείγμα των χάλκινων υδριών που χρησιμοποιούνταν στην κλασική εποχή (430 π.Χ.) ως τεφροδόχα αγγεία. Το αγγείο σώζεται σε καλή κατάσταση, παρά την οξείδωση που έχει υποστεί η επιφάνειά του. Το σώμα του είναι σφυρήλατο, ενώ οι λαβές και η δακτυλιόσχημη βάση είναι χυτές. Δεν φέρει κανενός είδους διακόσμηση, εκτός από τα σημεία πρόσφυσης των λαβών. Στις οριζόντιες λαβές έχει προστεθεί ένθετη διακόσμηση από άργυρο, ενώ στην κάτω πρόσφυση της κατακόρυφης λαβής υπάρχει ανάγλυφη μορφή σειρήνας, που επιστέφει ανθέμιο και βλαστόσπειρες. Η σειρήνα αποδίδεται κατ' ενώπιον, με ανοιγμένα τα δρεπανόσχημα φτερά της. Το αγγείο θεωρείται προϊόν κορινθιακού εργαστηρίου. Υδρίες σαν αυτή, με μορφές σειρήνων στη λαβή, σχετίζονταν με έθιμα λατρείας των νεκρών και συχνά λειτουργούσαν ως τεφροδόχα αγγεία τον 5ο αιώνα π.Χ. Η συγκεκριμένη υδρία περιείχε την τέφρα νεκρού και είχε τοποθετηθεί μέσα στον τάφο του, στο νεκροταφείο του Κεραμεικού.


Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ
Ο μηχανισμός των Αντικυθήρων (περίπου 80 π.Χ.) είναι ένα από τα σπουδαιότερα και πιο ενδιαφέροντα όργανα της αρχαίας τεχνολογίας, που σώζονται μέχρι σήμερα. Διατηρείται αποσπασματικά, αλλά από τους μελετητές έχουν γίνει προσπάθειες αποκατάστασης της αρχικής του μορφής και του τρόπου λειτουργίας του. Πρόκειται για ένα πολυσύνθετο σύστημα από τριάντα δύο οδοντωτούς τροχούς (γρανάζια), που φέρουν επιγραφές σχετικές με το ζωδιακό κύκλο και τους μήνες. Οι τροχοί μαζί με μεταλλικές πλάκες ήταν στερεωμένοι μέσα σε ξύλινο κουτί. Η χρησιμότητα αυτού του μοναδικού μηχανισμού δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένη. Πιθανότατα εξυπηρετούσε αστρονομικούς και ημερολογιακούς υπολογισμούς. Ο Βρετανός επιστήμονας D.J. de Solla Price ήταν ο πρώτος που τον μελέτησε και κατασκεύασε αντίγραφό του, ενώ αργότερα ο ομοεθνής του M. Wright πραγματοποίησε άλλο αντίγραφό του και διατύπωσε νέες προτάσεις σχετικά με τη λειτουργία του.


Ο «ΤΖΟΚΕΪ» ΤΟΥ ΑΡΤΕΜΗΣΙΟΥ
Είναι το μεγαλοπρεπέστερο χυτό άγαλμα αλόγου με αναβάτη, που σώζεται από την ελληνική αρχαιότητα. Ανασύρθηκε σε κομμάτια από αρχαίο ναυάγιο και έχει συμπληρωθεί στην ουρά και στο κέντρο του κορμού. Το άλογο αποδίδεται σε έντονο καλπασμό τη στιγμή του αγώνα. Στο δεξιό μηρό του υπάρχει εγχάρακτη μορφή Νίκης, που κρατάει στεφάνι στα ανυψωμένα χέρια της, σφράγισμα σύνηθες σε καθαρόαιμα άλογα στην αρχαιότητα. Η κίνηση και η ανατομία του ζώου αποδίδονται με τρόπο απόλυτα ρεαλιστικό. Ο αναβάτης είναι μικρός σε ηλικία και διαστάσεις, και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του δείχνουν ότι πρέπει να ήταν νέγρος. Η μικροσκοπική και άσχημη μορφή του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το υπερήφανο, μεγαλόσωμο ζώο. Στρέφει προς τα αριστερά το κεφάλι του, και τα μαλλιά του είναι ατημέλητα. Φορεί σανδάλια και μικρό χιτώνα που ανεμίζει από την ταχύτητα, ενώ στο αριστερό χέρι θα κρατούσε τα ηνία και στο δεξί το μαστίγιο. Το άγαλμα, έργο άγνωστου γλύπτη, πρέπει να ήταν αφιερωμένο σε κάποιο σημαντικό ιερό (Ελληνιστική περίοδος, 140 π.Χ.).


ΕΙΔΩΛΙΟ ΙΠΠΟΥ ΜΕ ΑΝΑΒΑΤΗ
Αριστουργηματικό έργο της αρχαϊκής μικροτεχνίας (575-550 π.Χ.) είναι το χυτό ειδώλιο ίππου και αναβάτη από τη Δωδώνη. Οι δύο μορφές έχουν κατασκευασθεί ξεχωριστά, αλλά και οι δύο με χύτευση. Ο νεαρός και αγένειος αναβάτης σώζεται ολόκληρος, εκτός από το δεξί χέρι, με το οποίο θα κρατούσε τα ηνία. Φοράει κοντό χιτώνα, που φέρει εγχάρακτη διακόσμηση στις παρυφές. Το σώμα του είναι μυώδες και η κόμη του απαρτίζεται από οριζόντιους βοστρύχους, που δένονται στην πλάτη, ενώ το πρόσωπό του αποκτά ζωντάνια με το έντονο βλέμμα. Ο ίππος σώζεται ολόκληρος μαζί με τη συμφυή στενόμακρη πλίνθο. Παριστάνεται σε άνετο βηματισμό και η πλούσια χαίτη του αποδίδεται πλαστικά με κατακόρυφους βοστρύχους και εγκάρσιες αυλακώσεις. Το ειδώλιο θεωρείται έργο κορινθιακού εργαστηρίου της βορειοδυτικής Ελλάδας και μάλλον αποτελούσε ζεύγος με παρόμοιο ειδώλιο ίππου από τη Δωδώνη, που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου. Οι δύο μορφές πιθανολογείται ότι απέδιδαν τους Διόσκουρους. Το ειδώλιο δωρίθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο από τον Κ. Καραπάνο.


Ο «ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ»
Εικονιστική κεφαλή και τμήματα από χάλκινο χυτό άγαλμα φιλοσόφου, πραγματικό έργο τέχνης της ελληνιστικής εποχής (240 π.Χ.). Ανασύρθηκαν από ναυάγιο του 1ου αιώνα π.Χ. και εκτός από το κεφάλι σώζονται τα πόδια της μορφής με τα σανδάλια, τα χέρια και τμήματα του ιματίου. Ο φιλόσοφος παριστάνεται όρθιος με μακρύ ιμάτιο. Με το αριστερό χέρι κρατούσε ραβδί, ενώ το δεξί είναι προτεταμένο. Στην κεφαλή του ώριμου άνδρα αποδίδονται με ρεαλισμό τα ατομικά χαρακτηριστικά. Τα μαλλιά είναι ατημέλητα και η γενειάδα πλούσια, το μέτωπό του χαράζουν βαθιές ρυτίδες, τα χείλη του είναι μισάνοιχτα, ενώ ξεχωρίζουν οι ένθετοι οφθαλμοί με το διαπεραστικό βλέμμα, που προσδίδουν ζωντάνια στην έκφραση του προσώπου. Πιστεύεται ότι απεικονίζεται ένας κυνικός φιλόσοφος, κατά πάσα πιθανότητα ο Βίων ο Βορυσθενίτης, που είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα. Το άγαλμα θα ήταν στημένο σε κάποιο δημόσιο χώρο της πόλης, ίσως στην αγορά ή στο γυμνάσιο.


ΑΓΑΛΜΑ ΕΦΙΠΠΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Πρόκειται για το μοναδικό μέχρι σήμερα γνωστό έφιππο άγαλμα του Ρωμαίου αυτοκράτορα, σε φυσικό μέγεθος (Ρωμαϊκή περίοδος, 10 π.Χ.). Η μορφή του Αυγούστου σώζεται από τη μέση και πάνω, ενώ το άλογο δεν έχει σωθεί. Ο αυτοκράτορας αποδίδεται με λεπτά χαρακτηριστικά, έχει κοντά ίσια μαλλιά και το πρόσωπό του θα αποκτούσε ζωντάνια με τα μάτια, που ήταν ένθετα από άλλο υλικό και δεν σώθηκαν. Φοράει βαρύ χιτώνα και από πάνω χλαμύδα, που διακοσμείται στην παρυφή με κρόσσια και ταινίες με μαίανδρο. Στο αριστερό πλευρό του, κάτω από το χέρι, διακρίνεται το ξίφος. Με το αριστερό χέρι θα κρατούσε τα ηνία του αλόγου, ενώ το δεξί υψώνεται σε χειρονομία ευλογίας ή λόγου (adlocutio gestus). Στον παράμεσο του αριστερού χεριού φέρει δακτυλίδι, που στη σφενδόνη έχει εγχάρακτο ραβδί οιωνοσκόπου (lituus), σύμβολο θρησκευτικού αξιώματος. Το χυτό αυτό άγαλμα αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα πορτραίτου Ρωμαίου αυτοκράτορα, έργο τέχνης που επιβάλλεται στο θεατή και ταυτόχρονα εξυπηρετεί την προβολή της δύναμης του ηγεμόνα.



ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ
Η Συλλογή Αιγυπτιακών και Ανατολικών Αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου είναι μοναδική για την Ελλάδα και από τις πιο εντυπωσιακές στον κόσμο, λόγω της σπανιότητας και της σπουδαιότητας των έργων της. Η έκθεσή της, που άνοιξε για το κοινό τον Ιούνιο του 1994, περιλαμβάνει τα σημαντικότερα και τα πιο αξιόλογα αντικείμενα της συλλογής. Αυτά προέρχονται κυρίως από τις δύο μεγάλες δωρεές δύο φιλότεχνων και πλουσίων Ελλήνων της Αιγύπτου: του Λήμνιου Ιωάννου Δημητρίου από την Αλεξάνδρεια (που πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια των ετών 1880-1885) και του Αλεξάνδρου Ρόστοβιτς από το Κάιρο (που πραγματοποιήθηκε το 1904). Η επιλογή και η παρουσίαση των εκθεμάτων οφείλεται κατά κύριο λόγο στον αείμνηστο αρχαιολόγο της συλλογής, Περικλή Κουραχάνη, και έχει γίνει με σκοπό να προβληθεί αφ' ενός η εξέλιξη του αιγυπτιακού πολιτισμού και αφ' ετέρου να τονισθούν τα ταφικά έθιμα της ύστερης περιόδου (25η Δυναστεία-30ή Δυναστεία), εποχής που χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα για τον πλούτο και την εξέλιξη των ταφικών εθίμων. Έτσι τα αρχαία που εκτίθενται καλύπτουν όλο το φάσμα του αιγυπτιακού πολιτισμού από τους προϊστορικούς χρόνους (γύρω στο 5000 π.Χ.) μέχρι και τους χρόνους της ρωμαϊκής κατάκτησης (30 π.Χ.-354 μ.Χ.), με ιδιαίτερη όμως έμφαση στους προδυναστικούς και καθαρά φαραωνικούς χρόνους (5000-332 π.Χ.). Τα εκθέματα καλύπτουν, επίσης, όλες τις εκφάνσεις της τέχνης. Περιλαμβάνουν αγάλματα, ειδώλια, ανάγλυφα, στήλες ταφικές ή αναθηματικές, σαρκοφάγους, περιβλήματα μούμιων, μούμιες, πήλινα, λίθινα και φαγεντιανά αγγεία, κανωπικά κιβώτια, κοσμήματα, πορτραίτα φαγιούμ, αρκετά κομψοτεχνήματα της μικροτεχνίας, καθώς και άλλα αντικείμενα από το δημόσιο και ιδιωτικό βίο στην αρχαία Αίγυπτο. Η παρουσίαση των εκθεμάτων γίνεται σε δύο αίθουσες στο ισόγειο του μουσείου (αίθουσες 40-41) και ακολουθεί χρονολογική σειρά. Τα εκθέματα πλαισιώνονται από το χάρτη της Αιγύπτου και μία σειρά επεξηγηματικών κειμένων, αναρτημένων στους τοίχους, τα οποία βοηθούν στην κατανόηση αυτού του αρχαίου πολιτισμού.
ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΕΚΘΕΣΗΣ
-ΠΡΟΔΥΝΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Από την πρώιμη αυτή περίοδο, που καλύπτει τη νεολιθική και χαλκολιθική εποχή (5000-3100 π.Χ.), εκτίθενται διάφορα αντικείμενα, κυρίως από λίθο. Πρόκειται για εργαλεία και όπλα, ανάμεσα στα οποία διακρίνεται ένας κεφαλοθραύστης, αγγεία, και σκεύη καλλωπισμού. Επίσης, εκτίθενται κοσμήματα κυρίως από ελεφαντόδοντο και πήλινα αγγεία.

-ΠΡΩΤΟΔΥΝΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Η ενότητα περιλαμβάνει αντικείμενα που χρονολογούνται στις δύο πρώτες δυναστείες της Αιγύπτου, στην περίοδο από το 3100 π.Χ. έως το 2650 π.Χ., που χαρακτηρίζεται από την εδραίωση της εξουσίας των φαραώ και την εμφάνιση της γραφής. Στα εκθέματα κυριαρχούν τα λίθινα αγάλματα, που απεικονίζουν φαραώ, απλούς ανθρώπους και τα ιερά ζώα, όπως το εντυπωσιακό άγαλμα ιπποπόταμου από μαύρο γρανίτη. Παρουσιάζονται, ακόμη, λίθινα αγγεία και σκεύη και αντικείμενα από ελεφαντόδοντο.
Πήλινος αμφορίσκος με παράσταση πλοίων


-ΑΡΧΑΙΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ
Τα εκθέματα από την περίοδο ευημερίας της Αιγύπτου και των ισχυρών φαραώ, καλύπτουν το β' μισό της 3ης χιλιετίας π.Χ. Η ανάπτυξη της γλυπτικής αντικατοπτρίζεται και στην έκθεση, όπου επικρατούν τα εντυπωσιακά ταφικά αγάλματα, που απεικονίζουν φαραώ, αγάλματα ανδρικών και γυναικείων μορφών, γραφέων και υπηρετών.
Ψευδόθυρα από τον μαστάμπα της Σενετίτες
ΜΕΣΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ
Παρουσιάζονται αντικείμενα αντιπροσωπευτικά της περιόδου από το 2134 π.Χ. έως το 1650 π.Χ., που χαρακτηρίζεται για τον πλούτο της και την τεχνική τελειότητα των έργων της. Τα εκθέματα περιλαμβάνουν αναθηματικά αγάλματα που απεικονίζουν ιδιώτες, ανάγλυφες ταφικές στήλες και αντικείμενα που είχαν τοποθετηθεί μέσα σε τάφους, όπως σκαραβαίους, μικρά ξύλινα ειδώλια και ομοιώματα πλοίων.

Επιτύμβια στήλη ζεύγους Μερού και Μερερού
-ΝΕΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ
Η πιο εντυπωσιακή και πλούσια περίοδος της αιγυπτιακής ιστορίας, που χρονολογικά καλύπτει το β' μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ., εκπροσωπείται από ποικιλία εκθεμάτων, όπως εντυπωσιακά αγάλματα, αλαβάστρινα αγγεία, σαρκοφάγους, ταφικές στήλες, μούμιες ζώων, και το τμήμα από άγαλμα του περίφημου φαραώ Ραμσή Β'.

Ναόσχημο εγκώλπιο μούμιας
-ΥΣΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Τα εκθέματα που χρονολογούνται στην περίοδο από τον 8ο-4ο αιώνα π.Χ. είναι λιγότερα, αλλά περιλαμβάνουν έργα μοναδικά στο είδος τους ή σπάνια σε όλο τον κόσμο. Ξεχωρίζουν τα χάλκινα αγάλματα και αγαλματίδια, που απεικονίζουν κυρίως βασιλείς, καθώς και ευρήματα από τάφους.

Ξύλινο ταφικό κιβώτιο

-ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Στην ενότητα αυτή εκτίθενται ευρήματα από την Πτολεμαϊκή περίοδο και από τους χρόνους της ρωμαϊκής κατάκτησης, δηλαδή από τον 4ο αι. π.Χ. έως το 395 μ.Χ. Από τα εκθέματα τα πιο αξιοσημείωτα είναι σαρκοφάγοι, μούμιες, το άγαλμα από το ιερό της Ίσιδος στο Μαραθώνα της Αττικής, ενώ την παράσταση κλέβουν τρία υπέροχα νεκρικά πορτραίτα Φαγιούμ.

ΕΚΘΕΜΑΤΑ
ΑΓΑΛΜΑ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑΣ ΤΑΚΟΥΣΙΤ
Αριστουργηματικό έργο, που αποτελεί τη μοναδική σωζόμενη απεικόνιση της πριγκίπισσας-ιέρειας Τακουσίτ (700 π.Χ.). Το άγαλμα είναι συμπαγές, από χαλκό αναμεμιγμένο με άργυρο και σώζεται σε άριστη κατάσταση. Απεικονίζει την Τακουσίτ, κόρη του Ακανουάσα, αρχηγού των Μαξύων κατά τη διάρκεια της βασιλείας του φαραώ Πιάγχι. Η μορφή απεικονίζεται σε στάση βαδίσματος, με καλοσχηματισμένο, βαρύ, γεμάτο σώμα και έντονα δηλωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Ο μακρύς, διάφανος χιτώνας, που υπογραμμίζει το σώμα, καλύπτεται ολόκληρος με εγχαράξεις γεμισμένες με νήματα ήλεκτρου (κράμα χρυσού και αργύρου), με την τεχνική της δαμασκήνωσης. Οι εγχαράξεις είναι παραστάσεις θεοτήτων της Κάτω Αιγύπτου και ιερογλυφικά κείμενα με προσευχές και προσφορές στις θεότητες αυτές. Το άγαλμα πιθανόν στόλιζε το ταφικό μνημείο της ιέρειας. Βρέθηκε στην Κάτω Αίγυπτος, ανατολικά της λίμνης Μαρεώτιδας στο λόφο Κομ-Κουρουγκά, κοντά στο χωριό Χος. Μοναδικό του παράλληλο θεωρείται το άγαλμα της Καραμάμα, της 22ης Δυναστείας (924-887 π.Χ.), που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου. Το έργο είναι δωρεά του Ιωάννου Δημητρίου.


ΑΓΑΛΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΣΑΒΑΚΑ
Είναι η πιο αντιπροσωπευτική κι η μοναδική ακέραια από τις ελάχιστες απεικονίσεις του φαραώ Σαβάκα, που σώζονται μέχρι σήμερα. Το αγαλματίδιο είναι συμπαγές και διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Ο Νούβιος φαραώ απεικονίζεται σε στάση προσφοράς, γονατισμένος ταπεινά με τα χέρια προτεταμένα, και πιθανότατα κρατώντας αφιέρωμα σε κάποια θεότητα, που δεν σώζεται. Στην πόρπη της ζώνης της κοντής πτυχωτής φούστας του (sndy-t) υπάρχει εγχάρακτη δέλτος με το όνομά του. Στο κεφάλι του διακρίνονται τα περίτεχνα σγουρά μαλλιά, σύμφωνα με κάποιους μελετητές, ή το μπλε πολεμικό στέμμα, σύμφωνα με άλλους. Από πάνω, όμως, φοράει το στέμμα των Νουβίων φαραώ με τους διπλούς ουραίους, ενώ στο λαιμό του κρέμονται δεμένες «σε σκοινί» τρεις πλαστικές κεφαλές κριού, που ήταν το ιερό ζώο και το σύμβολο του Άμμωνα-Ρα, κυρίαρχης θεότητας αυτών των φαραώ. Το αγαλματίδιο ήταν πιθανότατα ανάθημα του Σαβάκα σε κάποιο τένος της Αιγύπτου ή της Νουβίας (Ύστερη περίοδος, 25η Δυναστεία, γύρω στο 700 π.Χ.). Δωρίθηκε στο μουσείο από τον Ιωάννη Δημητρίου.


ΑΓΑΛΜΑ ΙΠΠΟΠΟΤΑΜΟΥ
Από τα πιο εντυπωσιακά πρώιμα έργα της αιγυπτιακής γλυπτικής είναι το άγαλμα ιπποπόταμου από γυαλισμένο μαύρο γρανίτη με λευκές κηλίδες. Το ζώο απεικονίζεται ξαπλωμένο, σε αυστηρά μετωπική στάση. Το βαρύ σώμα του είναι σχεδόν κυβόσχημο και αποδίδεται σχηματικά, σε αντίθεση με τα χαρακτηριστικά του προσώπου, στα οποία αποτυπώνεται όλη η δύναμη του ζώου και αποδίδονται με φυσιοκρατικό τρόπο και με κάθε λεπτομέρεια. Τα μάτια και το στόμα είναι διακοσμημένα με εγχάρακτες γραμμές. Τέτοιου είδους γλυπτά, αυτής της περιόδου, από λίθο, με μεγάλες, σπανιότερα, ή μικρότερες διαστάσεις, βρέθηκαν είτε ως αναθήματα σε αποθέτες των πρώιμων ιερών της Αβύδου, της Ελεφαντίνης και της Ιερακούπολης είτε ως κτερίσματα σε τάφους. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση είναι περίαπτα με αποτροπαϊκό χαρακτήρα (φυλακτά) ή πιόνια παιχνιδιών. Εικάζεται ότι σε όλα αυτά τα γλυπτά απεικονίζεται κάποια πρώιμη θεότητα ή σύμβολο εξουσίας (τέλος Προδυναστικής περιόδου, γύρω στο 3000 π.Χ.). Το έργο είναι δωρεά του Ιωάννου Δημητρίου.


ΑΝΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΣΤΗΛΗ ΦΑΡΑΩ ΤΕΦΝΑΧΤ
Αναθηματική στήλη, που στο ανώτερο, ημικυκλικό τμήμα της φέρει επίστεψη του φτερωτού ηλιακού δίσκου με δύο ουραίους, σύμβολο προστασίας των εικονιζόμενων μορφών. Ακριβώς από κάτω φέρει συμμετρική κοιλανάγλυφη παράσταση τριών μορφών: απεικονίζεται ο φαραώ Σεψεσρά Τεφνάχτ να προσφέρει το ιερογλυφικό σύμβολο του αγρού (sht) σε δύο θεότητες: στο δεξί τμήμα, στο θεό Ατούμ, που φορεί το διπλό στέμμα της Άνω και Κάτω Αιγύπτου, και στο αριστερό, στη θεά Νηίθ. Μεταξύ του φαραώ και των θεοτήτων, και στα δύο μέρη της στήλης, εικονίζεται ο υπηρέτης του ναού Ιρέφ-αα-Νηίθ, σε μικρότερη κλίμακα, όρθιος με τα σύνεργα του επαγγέλματός του: τη διχαλωτή ράβδο για το διώξιμο των φιδιών και τη σκούπα. Κάτω από την παράσταση υπάρχει εγχάρακτη ιερατική επιγραφή σε ένδεκα οριζόντιες σειρές, σύμφωνα με την οποία ο φαραώ Τεφνάχτ προσφέρει γη 10 αρούρων στο ναό της Νηίθ, κυρίας της Σάιδας, που θα νέμεται ο υπηρέτης των πυλών του ναού της, Ιρέφ-αα-Νηίθ και τα τέκνα του [Γ’ Μεταβατική περίοδος, 24η Δυναστεία, 728-720 π.Χ., 8ο έτος της Βασιλείας του (720 π.Χ.)]. Το έργο δωρίθηκε στο μουσείο από τον Ιωάννη Δημητρίου.


ΑΠΟΛΗΞΗ ΙΣΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΟΥ ΠΛΟΙΟΥ
Ιδιαίτερα σπάνιο έκθεμα είναι η κυλινδρική απόληξη ιστού από αιγυπτιακό πλοίο των χρόνων του Μέσου Βασιλείου. Ο σωλήνας είναι κατασκευασμένος με χύτευση και φέρει δύο ζεύγη κατακόρυφων κρίκων στην επιφάνειά του, και έναν ακόμη, οριζόντιο, στην κορυφή. Οι κρίκοι χρησίμευαν για το πέρασμα των σχοινιών του ιστίου του πλοίου. Στην επιφάνεια του σωλήνα έχει χαραχθεί κάθετη ιερογλυφική επιγραφή, που μας πληροφορεί ότι το αντικείμενο ήταν αφιέρωμα του επόπτη και μεγάλου άρχοντα της πόλης Κεμνύ, γιο του Γιούι, στους θεούς Όνουρι και Αθώρ. Αυτό το εξάρτημα αιγυπτιακού πλοίου είναι από τα ελάχιστα γνωστά στον κόσμο. Μοναδικά παράλληλά του είναι η χάλκινη απόληξη ιστού και το μικρό ομοίωμα από φαγεντιανή, που βρίσκονται στο Μουσείου του Καΐρου (Μέσο Βασίλειο, 2134-1650 π.Χ.). Το έργο είναι δωρεά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.


ΑΓΑΛΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΧΑΠΙ
Μικρό χυτό άγαλμα νεαρού Αιγυπτίου, κομψό έργο της χαλκουργίας των τελευταίων ετών του Μέσου Βασιλείου (13η Δυναστεία έως αρχές Νέου Βασιλείου, 1600-1500 π.Χ.). Παριστάνεται ο Χάπι, όρθιος, σε στάση βαδίσματος, με το αριστερό πόδι εμπρός. Με το αριστερό χέρι κρατάει μια μακριά ράβδο και με το δεξί ένα ασημένιο εργαλείο, που δηλώνει το επάγγελμα του χρυσοχόου. Η μορφή χαρακτηρίζεται από το κομψό και ευαίσθητο πλάσιμο του λεπτού νεανικού σώματος και από τη σταθερότητα της κίνησής της. Ο Χάπι φορεί την ίσια κοντή περούκα και είναι ενδεδυμένος με την κοντή αιγυπτιακή φούστα. Οι λεπτομέρειες του προσώπου και του ενδύματος αποδίδονται με εγχάραξη. Η μορφή στηρίζεται επάνω σε ορθογώνια βάση, που είναι ξύλινη και επενδυμένη με λεπτό έλασμα χαλκού. Στην επιφάνειά της έχει χαραχθεί οριζόντια, σε τέσσερις σειρές, ιερογλυφική επιγραφή, σύμφωνα με την οποία το αγαλμάτιο είναι αφιερωμένο στον Όσιρι από τον αδελφό του νεκρού για την ψυχή (Κα) του νεκρού Χάπι. Το έργο είναι δωρεά του Ιωάννου Δημητρίου.


ΑΓΑΛΜΑ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑΣ
Σπάνιο στο είδος του άγαλμα, που ξεχωρίζει λόγω των μεγάλων του διαστάσεων. Είναι κατασκευασμένο από μεγάλο συμπαγές κομμάτι ξύλου συκομουριάς και έχει υποστεί σημαντική φθορά. Η αρχική κάλυψη της επιφάνειάς του με λευκό επίχρισμα και χρώματα δεν διατηρείται σήμερα. Απεικονίζεται γυναίκα γονατιστή, που αλέθει σιτάρι ή καλαμπόκι, επάνω σε ορθογώνια συμφυή βάση. Η μορφή διακρίνεται για την κομψότητα του περιγράμματος και των αναλογιών του σώματος, αλλά και για το νατουραλισμό και την εκφραστικότητα της κίνησης. Το άγαλμα χαρακτηρίζεται ως το μοναδικό ξύλινο κτέρισμα αυτών των διαστάσεων, αφού τα σωζόμενα ξύλινα αγαλμάτια υπηρετών του Αρχαίου Βασιλείου είναι όλα μικρότερα. Σύμφωνα με το μικρό τμήμα της επιγραφής που σώζεται, το άγαλμα ήταν κτέρισμα του τάφου του δικαστή Τι, στη νεκρόπολη της Σακκάρα (Αρχαίο Βασίλειο, Τέλος 5ης Δυναστείας, γύρω στο 2300 π.Χ.). Το έργο είναι δωρεά του Ιωάννου Δημητρίου.


ΤΜΗΜΑ ΑΓΑΛΜΑΤΟΣ ΦΑΡΑΩ
Χαρακτηριστικό δείγμα της αιγυπτιακής τέχνης του Αρχαίου Βασιλείου είναι το ανώτερο τμήμα του αγάλματος που απεικονίζει φαραώ. Η μορφή έχει στρογγυλό, γεμάτο πρόσωπο, μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, τονισμένα με τις μακριές κοσμητικές γραμμές σε χαμηλό ανάγλυφο, ίσια μακριά σαρκώδη μύτη και μεγάλο στόμα με το ελαφρύ μειδίαμα. Στο κεφάλι φορεί την καλύπτρα νέμες (nms), με ισόπαχες οριζόντιες πτυχώσεις στα δύο μπροστινά άκρα, που φθάνουν στο στήθος. Εμπρός, στο μέσο της ανάγλυφης ταινίας της καλύπτρας, υπάρχει οπή, που πρέπει να χρησίμευε για την ένθεση μεταλλικού ουραίου. Κάτω από το πηγούνι υπάρχουν ακόμη δύο οπές για τη στήριξη του «ψεύτικου» ιερού-τελετουργικού πώγωνα. Στους φαρδείς ώμους και στο πλάσιμο του γυμνού αθλητικού κορμού επικρατούν οι στρογγυλεμένες φόρμες. Το άγαλμα απηχεί το απλό και κομψό πλάσιμο των ήρεμων και μεγαλόπρεπων μορφών της 4ης Δυναστείας (Αρχαίο Βασίλειο, 2520-2467 π.Χ.) και ίσως αποτελεί μία ακόμη απεικόνιση του φαραώ Χεφρήνου σε αλάβαστρο. Το έργο είναι δωρεά του Αλεξάνδρου Ρόστοβιτς.


ΑΓΑΛΜΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΓΡΑΦΕΑ
Αντιπροσωπευτικό έργο γλυπτικής της περιόδου του Αρχαίου Βασιλείου (5η Δυναστεία, 2465-2325 π.Χ.). Το άγαλμα σώζεται ακέραιο, σε πολύ καλή κατάσταση. Απεικονίζει το βασιλικό γραφέα Ραχοτέπ, όπως μας πληροφορεί ιερογλυφική επιγραφή στη βάση του, που αναφέρει το όνομα, το αξίωμα και τον τίτλο του εικονιζόμενου. Ο άνδρας παριστάνεται σε αυστηρά μετωπική στάση, καθισμένος σε στρογγυλευμένη προς τα πίσω βάση, στην τυπική στάση των γραφέων της περιόδου: οκλαδόν με το αριστερό πόδι πάνω από το δεξί και με τα χέρια να ακουμπούν στην ίσια κοντή φούστα, χωρίς όμως να κρατούν τον τυπικό πάπυρο. Στο κεφάλι φορεί τη μακριά περούκα με χωρίστρα στο μέσον, που φθάνει μέχρι τους ώμους. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου, όπως το μουστάκι και το περίγραμμα των ματιών και των φρυδιών, τονίζονται με μαύρο χρώμα. Με μαύρο χρώμα τονίζεται ακόμη η περούκα και το διάστημα μεταξύ του κορμού και των χεριών, ενώ με κόκκινο χρώμα αποδίδεται η ζώνη της φούστας και το περίγραμμα των ποδιών. Το άγαλμα είναι δωρεά του Ιωάννου Δημητρίου.


ΤΜΗΜΑ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΡΑΜΣΗ Β'
Το ανώτερο τμήμα συμπλέγματος αγαλμάτων, που πιθανότατα απεικονίζει το φαραώ Ραμσή Β'. Σώζεται το κεφάλι και τμήμα του κορμού του, ενώ ψηλά στον αριστερό βραχίονα έχει χαραχθεί η δέλτος του, γεγονός που οδήγησε και στην ταύτιση της μορφής. Ο φαραώ φοράει τη χαρακτηριστική καλύπτρα νέμες (nms), που τα απτύχωτα μπροστινά άκρα της φθάνουν μέχρι το στήθος. Τα ώριμα αυστηρά χαρακτηριστικά του προσώπου αποδίδονται με φυσιοκρατικό τρόπο: γεμάτο στρογγυλό πρόσωπο, με τονισμένα μήλα, μάτια αμυγδαλωτά με βαριά ανάγλυφα βλέφαρα και φρύδια, πλατύ στόμα, ίσια φαρδιά σαρκώδη μύτη και στρογγυλεμένο πηγούνι. Πίσω, ψηλά στην πλάτη σώζεται το χέρι δεύτερης μορφής, που βρισκόταν προς τα δεξιά του Ραμσή. Από τα πολλά σωζόμενα αγάλματα αυτού του φαραώ, άλλα χρονολογούνται στη διάρκεια της βασιλείας του και άλλα στη περίοδο του Ραμσή γενικά, αφού ορισμένα κατασκευάσθηκαν στην εποχή των διαδόχων του, αλλά φέρουν τη δική του δέλτο (Νέο Βασίλειο, 19η Δυναστεία, 1290-1070 π.Χ.). Το έργο είναι δωρεά του Αλεξάνδρου Ρόστοβιτς.



ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΛΕΝΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΣΤΑΘΑΤΟΥ
Η Συλλογή Σταθάτου περιλαμβάνει περίπου 970 αντικείμενα, που καλύπτουν όλες τις περιόδους του ελληνικού πολιτισμού, από τους προϊστορικούς χρόνους (5η χιλιετία π.Χ.) μέχρι και τους νεότερους (18ος αιώνας). Δωρίθηκε στο ελληνικό κράτος το 1957, από την ίδια τη συλλέκτρια, Ελένη Σταθάτου και σήμερα αποτελεί μέρος της Συλλογής Αγγείων και Μικροτεχνίας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Η έκθεση στεγάζεται στην αίθουσα 42, στο ισόγειο του μουσείου. Στις 36 προθήκες της, εκτός από τα χρυσά και ασημένια περίτεχνα κοσμήματα, εκτίθενται πήλινα και ασημένια σκεύη, γλυπτά και ειδώλια, καθώς και μικροτεχνήματα, σωστά αριστουργήματα, από διάφορα υλικά, όπως χαλκό, πηλό, γυαλί, οστό, έργα διαφόρων εργαστηρίων όχι μόνο της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, αλλά και της Ανατολής, που το καθένα χαρακτηρίζει με μοναδικό τρόπο την εποχή του. Η παρουσίαση της συλλογής έχει γίνει κατά σύνολα γεωγραφικά, ταφικά και κατά τύπους αντικειμένων, ακολουθώντας όμως πάντα τη χρονολογική σειρά έτσι ώστε να αναδεικνύεται η διαχρονικότητα και η συνέχεια της ελληνικής τέχνης.
ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΕΚΘΕΣΗΣ
-ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ
Στα εκθέματα περιλαμβάνονται εξαίρετα λίθινα πρωτοκυκλαδικά και μινωικά αγγεία, χρυσά ενώτια από την Πολιόχνη της Λήμνου, συλλογή μυκηναϊκών κοσμημάτων από τη Θήβα και αμυγδαλόσχημος σφραγιδόλιθος με παράσταση πλοίου.

-ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ
Εκτίθενται πραγματικά αριστουργήματα της μικροτεχνίας, χαρακτηριστικά χάλκινα γεωμετρικά περίαπτα και ζώδια, μοναδικά αρχαϊκά χρυσά κοσμήματα και χάλκινα αγαλμάτια. Από τα εκθέματα ξεχωρίζουν ο μολύβδινος κούρος από τη Φιγάλεια, το χάλκινο αγαλματίδιο του κριοφόρου Ερμή, ένας χάλκινος αρχαϊκός ταύρος και τα ενώτια με ιππαλεκτρυόνες από τα Σπάτα.


-ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ
Παρουσιάζεται η πλούσια συλλογή χάλκινων, χρυσών και αργυρών κοσμημάτων που προέρχονται από την περιοχή της Χαλκιδικής και χρονολογούνται στον 6ο, 5ο και 4ο αιώνα π.Χ.
-ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ
Η ενότητα περιλαμβάνει εξαίρετα αργυρά σκεύη του 5ου αιώνα π.Χ. από την Ιωνία και ορισμένα μοναδικά στο είδος τους αντικείμενα, όπως το πήλινο μικρογραφημένο αυγό του ερυθρόμορφου ρυθμού, έργο του ζωγράφου του Λουτρού.
-ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΑΣ
Εκτίθενται τα χρυσά αριστουργηματικά κοσμήματα του 4ου αιώνα π.Χ., που ανήκουν στον περίφημο «θησαυρό», που βρέθηκε στη Δημητριάδα της Θεσσαλίας.

-ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΟΥ
Παρουσιάζονται τα 35 μοναδικά αριστουργήματα της ελληνιστικής χρυσοχοΐας, που βρέθηκαν στο Καρπενήσι και αποτελούν τον περίφημο αρχαίο «θησαυρό».


-ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ
Η ενότητα περιλαμβάνει εντυπωσιακά κοσμήματα, σκεύη και μικροαντικείμενα της ελληνιστικής εποχής.


-ΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ
Εκτίθενται εντυπωσιακά αντικείμενα, κυρίως κοσμήματα από πολύτιμα μέταλλα και λίθους, όπως οι πλούσιες σειρές διάλιθων χρυσών ενωτίων και δακτυλιδιών, ένα χρυσό περιδέραιο με τα μαργαριτάρια και ένα χρυσό βραχιόλι με τα σμαράγδια.


-ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ
Εκτίθενται σκεύη, μικροαντικείμενα και εντυπωσιακά κοσμήματα, ανάμεσα στα οποία τα πιο αξιοσημείωτα είναι δείγματα από τα περίτεχνα στολίδια των γυναικών της βυζαντινής εποχής.
-ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Παρουσιάζονται μεταβυζαντινά χάλκινα και αργυρά σκεύη και κοσμήματα, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το αμφιπρόσωπο εγκόλπιο του 17ου αιώνα.

ΕΚΘΕΜΑΤΑ
ΠΛΕΚΤΗ ΤΑΙΝΙΑ ΚΑΙ ΠΛΑΚΙΔΙΑ ΠΕΡΙΔΕΡΑΙΟΥ
α) Χρυσή πλεκτή ταινία με ηράκλειο κόμβο στολισμένο με ορεία κρύσταλλο. Από το «Θησαυρό του Καρπενησίου» (Ελληνιστική περίοδος, τέλος 3ου αιώνα π.Χ.).
β) Τέσσερα πλακίδια περιδεραίου από ήλεκτρο με ανάγλυφες γυναικείες κεφαλές και κρεμαστά σφαιρίδια. Το καθένα διακοσμείται από δύο γυναικείες κεφαλές, έκτυπες πάνω σε χωριστό έλασμα. Τα ζεύγη των κεφαλών εγγράφονται σε ορθογώνιο πλαίσιο από στριφτά σύρματα που σχηματίζουν ένα είδος πλεξίδας. Το σύνολο αποτελούσε πιθανότατα ένα περιδέραιο στήθους. Τα πλακίδια φέρουν στο πάνω μέρος τους τρεις οριζόντιες θηλιές για το πέρασμα του νήματος που θα συγκρατούσε το σύνολο (Αρχαϊκή περίοδος, 650 π.Χ.).


ΔΙΑΔΗΜΑ
Χρυσό διάδημα με ανθοφόρες βλαστόσπειρες και στο μέσο ηράκλειον άμμα με τον Έρωτα. Τα δύο πλάγια τμήματα είναι κατασκευασμένα από χοντρό συμπαγές χρυσό σύρμα και χρησιμεύουν για την στήριξη της ανθοφόρας βλαστόσπειρας. Το κεντρικό τμήμα του διαδήματος καλύπτεται από τον κόμβο του Ηρακλή, που αποτελείται από δύο αντιθετικά συμπλεκόμενες θηλιές από βλαστόσπειρες δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο δύο αντιθετικά συμπλεκόμενα λυροειδή ανθέμια. Στο κέντρο του κόμβου παριστάνεται ένας γυμνός φτερωτός Έρωτας. Στα πίσω άκρα του λεπτεπίλεπτου αυτού διαδήματος δύο θηλιές χρησίμευαν για την πρόσδεσή του στο κεφάλι (Ελληνιστική περίοδος, τελευταίο τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ.).

ΧΡΥΣΗ ΖΩΝΗ
Χρυσή ζώνη στολισμένη με φύλλα, ποικίλα άνθη και καρπούς. Ανάμεσά τους μέλισσες, κάμπιες, πουλιά. Στην πόρπωση δελφίνια. Χρωματιστό σμάλτο, γρανάτες, κορναλίνες και γυαλί συμπληρώνουν τη διακόσμηση. Από το «Θησαυρό του Καρπενησίου» (Ελληνιστική περίοδος, 2ος αιώνας π.X.).

ΝΑΪΣΚΟΣ
Χρυσός κατάκοσμος ναΐσκος με τον Διόνυσο που υποβαστάζεται από νεαρό Σάτυρο. Δίπλα του είναι πάνθηρας. Την πρόσταση του ναΐσκου αποτελούν δύο ανάγλυφες παραστάδες με κορινθιακά επίκρανα και μπροστά τους δύο ολόγλυφοι κορινθιακοί κίονες. Το αέτωμα κοσμείται από ένα αστέρι με κορναλίνες μεταξύ δύο έκτυπων ροδάκων. Τη βάση κοσμούν εναλλάξ ρόδακες, προτομές και λίθοι ερυθρού και πράσινου χρώματος. Από το «Θησαυρό του Καρπενησίου» (Ελληνιστική περίοδος, 2ος αιώνας π.Χ.).


ΧΡΥΣΟ ΚΟΣΜΗΜΑ ΚΕΦΑΛΗΣ
Στο κέντρο μετάλλιο με έκτυπη προτομή της Αρτέμιδος με τη φαρέτρα. Γρανάτες και σμαράγδια ποικίλλουν τα στεφάνια που περιβάλλουν την προτομή. Στην περιφέρεια του μεταλλίου υπάρχουν κρίκοι πάνω στους οποίους στερεώνεται το πλέγμα των αλυσίδων, που διακοσμείται με προτομές γυναικών και ρόδακες. Από το «Θησαυρό του Καρπενησίου» (Ελληνιστική περίοδος, 3ος αιώνας π.Χ.).

Πηγές
Υπουργείο Πολιτισμού
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο


Επισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας http://www.tapantareinews.gr, για περισσότερη ενημέρωση. Εγγραφείτε - SUBSCRIBE: http://bit.ly/2lX5gsJ Website —►http://bit.ly/2lXX2k7 SOCIAL - Follow us...: Facebook...► http://bit.ly/2kjlkot    








Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only