Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2020

Μια από τις παλαιότερες πόλεις της αρχαιότητες ήταν Οι Αμύκλες

Ναός Αμυκλαίου Απόλλωνα – Το αινιγματικό κτίσμα του 6ου αιώνα

Διασκορπισμένα σε όλα τα εκκλησάκια της κοιλάδας του Ευρώτα, σε έναν μικρό λόφο πέντε χιλιόμετρα νότια της σημερινής Σπάρτης, βρίσκονται τα απομεινάρια του Ναού Αμυκλαίου Απόλλωνα. Ένα επιβλητικό, μαρμάρινο και περίτεχνα διακοσμημένο κτίριο του 6ου αι. π.Χ., με το 14,5 μέτρων άγαλμά του να ξεπερνά κατά πολύ σε ύψος το αρχιτεκτονικό οικοδόμημα. Ο κολοσσιαίος θρόνος του θεού φιλοτεχνήθηκε τον 6ο αι. π.Χ. από το φημισμένο αρχιτέκτονα Βαθυκλή που καταγόταν από τη Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Οι μελετητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το άγαλμα, προϋπήρχε στη θέση αυτή τουλάχιστον μισό αι. προτού κατασκευαστεί ο θρόνος.

Ο Παυσανίας κατά τον 2ο π.Χ. αι. φαίνεται βαθύτατα εντυπωσιασμένος από το μέγεθος, τη μορφή και τον πλούσιο διάκοσμό του ναού, για τον οποίο λέγεται ότι είχε συνεισφέρει με χρυσό ακόμη και ο Κροίσος. Παρά τις διαθέσιμες περιγραφές, οι μελετητές προτείνουν διαφορετικές εκδοχές για την αρχιτεκτονική του οικοδομήματος, με αποτέλεσμα η μορφή του να παραμένει μέχρι σήμερα άγνωστη. Ωστόσο οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι ο ναός του Αμυκλαίου ενδέχεται να αποτελούσε τον εντυπωσιακότερο ναό της αρχαίας Ελλάδας.

Ο ιερός χώρος των Αμυκλών είναι ο πρώτος οργανωμένος μυητικός και λατρευτικός ιερός τόπος στον Ελλαδικό χώρο και συνδέεται με τη λατρεία του Υακίνθου, μιας προελληνικής θεότητας που εγκαθιδρύεται από τη μυκηναϊκή εποχή. Στο ιερό καθιερώθηκαν οι γιορτές των Υακινθίων που συμβόλιζαν τη συμφιλίωση της δωρικής Σπάρτης, όπως εκφράζεται με τον Απόλλωνα, με τον προ-δωρικό πληθυσμό των Αμυκλών, που εκπροσωπείται από τον Υάκινθο. Ο ναός αποτέλεσε σημαντικό πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο των κλασσικών χρόνων και μαζί με τα ιερά της Χαλκιοίκου Αθηνάς και της Ορθίας Αρτέμιδος συνάρθρωναν τη λατρεία της αρχαίας Σπάρτης.

Το αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον για το Αμυκλαίον ξεκίνησε στις αρχές του 19ου αι. με τις ανασκαφές του Χρήστου Τσούντα, ο οποίος αποκάλυψε κτιστό ανάλημμα και τον περίβολο του ναού. Η ανασκαφή συνεχίστηκε το 1904 από τους αρχιτέκτονες Φουρτβέγκλερ Φίχτερ και το 1907 από τον Α. Σκιά, που μετακινώντας την εκκλησία της Αγίας Κυριακής εντόπισε ακριβώς από κάτω το θρόνο του ναού. Οι έρευνες που συνεχίστηκαν το 1924 από τους αρχαιολόγους Ε. Βuschor και W. Von Μassow, επιβεβαίωσαν τη λατρεία στον χώρο από τη Μυκηναϊκή εποχή. Το 1966-68, ο αρχαιολόγος Α. Δεληβοριάς ξεκίνησε να ψάχνει για τα σπαράγματα του μνημείου και το 2005 επέστρεψε ως επικεφαλής τοy ανασκαφικού και αναστηλωτικού προγράμματος με μια μεγάλη ομάδα από εξέχοντες επιστήμονες.

Οι έρευνες κατέδειξαν ότι ολόκληρη η εκκλησιά της Αγίας Κυριακής έχει κτιστεί από το υλικό του ιερού, ενώ ένα κολοσσιαίων διαστάσεων μαρμάρινο κατώφλι εντοπίστηκε εντοιχισμένο στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία στο Σκλαβοχώρι. Στην ίδια εκκλησία έχουν βρεθεί συνολικά 15 αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη, γλυπτά ή κιονόκρανα, κι ένα ακόμη στους Αγίους Θεοδώρους. Στον ναό του Αγίου Νικολάου έχει επίσης βρεθεί ενσωματωμένο αρχιτεκτονικό υλικό από το θρόνο, ενώ αρχιτεκτονικά μέλη έχουν συγκεντρωθεί και εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σπάρτης. Αυτά περιλαμβάνουν τμήματα επιστυλίου και σίμης, δόμους, ορθοστάτες, πλάκες δαπέδου, σπόνδυλους κιόνων, παραστάδες για θύρες, πλάκες οροφής και κιονόκρανα τριών διαφορετικών τύπων που συνδυάζουν στοιχεία ιωνικού και δωρικού ρυθμού περιγράφοντας την αρχιτεκτονική ιδιαιτερότητα του ναού.

Στόχος των επιστημόνων είναι ο εντοπισμός και η συγκέντρωση του αρχαίου υλικού και η ανασύσταση, στο μέτρο του δυνατού, του περίφημου αυτού οικοδομήματος.



Θρόνος
Οι έως τώρα προσπάθειες αναπαράστασης του θρόνου στηρίζονται στην περιγραφή του Παυσανία. Σύμφωνα με αυτήν τη μαρτυρία, ο θρόνος είχε τη μορφή ενός μεγάλου εδράνου, στο κέντρο του οποίου κατείχε περίοπτη θέση το ήδη υπάρχον πεσσόμορφο λατρευτικό άγαλμα του Απόλλωνα. Τούτο ήταν τοποθετημένο ακριβώς πάνω στον τάφο του Υακίνθου, που χρησίμευε τόσο ως βωμός του Υακίνθου όσο και ως βάθρο του ξοάνου. Όπως τονίζει εμφατικά ο περιηγητής, ο Βαθυκλής από τη Μαγνησία όχι μόνο ανέλαβε την κατασκευή και το διάκοσμο του θρόνου, αλλά και όλες τις υπόλοιπες εργασίες σχεδίασης και διαμόρφωσης του ιερού.


Την ακατανόητη μορφή του θρόνου προσπάθησαν να προσεγγίσουν με φανταστικές αναπαραστάσεις τους ο Quatremere de Quincy το 1814 και ο Theodor Pyl το 1852, ο Ludwig Ruhl το 1854 και ο Adolf Furtwängler το 1893. Τόσο οι αναπαραστάσεις αυτές όσο και κάποιες συμπληρωματικές απόπειρες να ανασυνταχθούν τα μυθολογικά θέματα του διάκοσμου, συγκεντρώθηκαν εύχρηστα παλιότερα από τον Ernst Fiechter και πιο πρόσφατα από την Amalia Faustoferri. Όλες τις προταθείσες αναπλάσεις του μνημείου χαρακτηρίζει ως κοινός παρονομαστής η αναγωγή των περιγραφών του Παυσανία σε ελεύθερες σχεδιαστικές προτάσεις, με το δείκτη της υποθετικότητας να ποικίλλει κατά περίπτωση και κατά την αισθητική του χρόνου της υποβολής τους. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι σε όλες δεσπόζει η βασική ιδέα του καθίσματος, ανεξάρτητα από την περισσότερο ή λιγότερο πειστική του σχέση με το κολοσσιαίο ξόανο του Θεού.


Η δομή του θρόνου άρχισε να αποκρυπτογραφείται και να αποκτά επιστημονική υπόσταση το 1918 με δύο εναλλακτικές αναπαραστάσεις του Fiechter, οι οποίες στηρίχθηκαν για πρώτη φορά στην ανάλυση των δεδομένων από τη μελέτη του συνόλου των αρχιτεκτονικών μελών που είχαν εντοπιστεί κατά τις ανασκαφές και την κατεδάφιση της παλιάς εκκλησίας. Το 1927, οι Ernst Buschor και Wilhelm von Massow, αναγνώρισαν στο θρόνο του Απόλλωνα μία κατασκευή η οποία θα μπορούσε να είχε αποτελέσει το υπόδειγμα του ελληνιστικού βωμού της Περγάμου. Ανάλογες απόψεις υποστήριξε και ο Roland Martin το 1976.


Επί της κορυφής του λόφου και νοτιότερα της εκκλησίας της Αγ. Κυριακής εντοπίζεται το μόνο σωζόμενο τμήμα θεμελίωσης τοίχου σε ισόδομο σύστημα που έχει ταυτιστεί με την κρηπίδα του θρόνου. Η "κρηπίδα", που σώζεται σε μήκος 4μ. και ύψος 1μ., αποτελείται στις κατώτερες στρώσεις της από ορθογώνιους πορώδεις λίθους, ενώ στην ανώτερη επιφάνεια σώζεται σειρά δόμων από σκούρο μάρμαρο.



Στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος κατέστη δυνατή η συγκέντρωση, ταξινόμηση, συντήρηση και συγκόλληση τμημάτων του θρόνου, τα οποία συγκεντρώθηκαν από ανασκαφές ή περισυλλογές. Επίσης, σε ειδικά διαμορφωμένη πλατφόρμα μέσα στο χώρο πραγματοποιήθηκε η δοκιμαστική αναστήλωση τριών τμημάτων του θρόνου, η οποία σε συνδυασμό με τις πρόσφατες μελέτες, επικυρώνει την άποψη ότι στο μνημείο συνυπήρχε ο δωρικός ρυθμός με την ιωνίζουσα τέχνη, τόσο στην επεξεργασία των μαρμάρων, όσο και στην ανάπτυξη των δομικών στοιχείων. Η μορφή του θρόνου αποδίδεται ως εξής: Στο πρώτο επίπεδο του ισογείου αποκαθίστανται τα λεοντοπόδαρα ως βάσεις των παραστάδων που αναγνώρισε ο Μανόλης Κορρές. Κίονες και κιονόκρανα, καθώς και τρεις διαφορετικές τυπολογικά ταινίες κορωνίδων ή επιστέψεων με ανάγλυφα φυτικά κοσμήματα, κατατάσσονται στα ανώτερα δύο, τουλάχιστον, επίπεδα. Σε αυτές τις ζώνες πρέπει να τοποθετηθούν και τα μοναδικά δωρικά-ιωνικά κιονόκρανα, πιθανότατα ως στηρίγματα κάποιας προεξοχής. Την ίδια περίοδο θα πρέπει να τοποθετηθεί και η απόδοση του διακόσμου του μνημείου. Οι μυθολογικές παραστάσεις που μνημονεύει ο Παυσανίας ήταν σφυρήλατες πάνω σε χάλκινες πλάκες, προσηλωμένες στις μαρμάρινες επιφάνειες. Από τα διακοσμητικά στοιχεία του θρόνου δεν έχει βρεθεί έως και σήμερα κάποιο τμήμα, έστω και αποσπασματικά διατηρημένο.





Σε ό,τι αφορά στη χρονολόγηση του θρόνου, καθοριστικό ρόλο για την αναγωγή του στο 530-520 π.Χ. έπαιξε ο Ernst Buschor, ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό μέσω συγκρίσεων με διακοσμητικά στοιχεία από ευρήματα της «δυτικής νεκρόπολης» στη Σάμο. Αντίθετα, τόσο ο Κωνσταντίνος Τσάκος όσο και η Amalia Faustoferri, αφού επανεξέτασαν αυτό το υλικό συμπεριλαμβάνοντας και επιπλέον ευρήματα από τη δυτική νεκρόπολη της Σάμου και, επίσης, αφού εντόπισαν την άμεση συνάφεια που υπάρχει με αρχιτεκτονικά στοιχεία του πρώιμου ναού της Αφαίας στην Αίγινα, προτείνουν μια χρονολόγηση γύρω στα 560-550 π.Χ.

Το Ξόανο

Σύμφωνα με τον Παυσανία (3.19.2), το άγαλμα έφτανε περίπου τα 14 μέτρα, ήταν ξύλινο, επενδυμένο με χάλκινα ελάσματα, ενώ στο κεφάλι έφερε κράνος και στα χέρια κρατούσε ένα δόρυ και ένα τόξο. Αυτή η σχηματοποιημένη μορφή του ξοάνου μπορεί ωστόσο να συνδεθεί μόνο με μια ύστερη περίοδό του. Αυτό είναι εμφανές από το γεγονός ότι μέσω της προσθήκης των μεταλλικών επενδύσεων, από το μέταλλο που είχε δωρίσει ο Κροίσος, προσδόθηκε πλέον μια ανθρώπινη μορφή στον άλλοτε ανεικονικό στύλο. Κατά την Brunilde Ridgway, η εμφάνιση αυτής της πρώτης λιτής μορφής χρονολογείται γύρω στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. Δικαίως η Irene Bald Romano υποστηρίζει ότι και αυτή η μορφή θα πρέπει μάλλον να αντικατέστησε ένα ακόμα προγενέστερο ξόανο σαφώς μικρότερων διαστάσεων, όπως και σε άλλα αντίστοιχα, ξύλινα λατρευτικά αγάλματα, όπως αυτό της Αθηνάς Πολιάδος, της Ήρας στη Σάμο, της Αρτέμιδος Ορθίας, καθώς και της Ήρας στην Ολυμπία. Μια γενική μόνο εικόνα της μορφής του αγάλματος μας παρέχουν ένα δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένο αναθηματικό ανάγλυφο της Ύστερης Κλασικής περιόδου που βρέθηκε όμως στις Αμύκλες και, κυρίως, νομίσματα της Λακωνίας από την αυτοκρατορική περίοδο. Στον οπισθότυπο νομισμάτων του Κόμμοδου και του Γαλιηνού είναι εμφανές το ξόανο με τη μορφή που περιγράφτηκε παραπάνω.

Οι κροκαλοπαγείς ογκόλιθοι, που σε δεύτερη χρήση τοποθετήθηκαν στη σημερινή τους θέση περ. 5 μ. δυτικά του σωζόμενου τμήματος της κρηπίδας του θρόνου, είναι τα εναπομείναντα  τμήματα του βάθρου. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να ερμηνευτούν ως μέλη της υψηλής, περ. 3 μ., ανωδομής του βάθρου. Το γεγονός ότι τόσο ο θρόνος όσο και το ξόανο θα πρέπει να βρίσκονταν στο χώρο μεταξύ του σωζόμενου θεμελίου της κρηπίδας και της σύγχρονης εκκλησίας, προκύπτει και από τα πορίσματα των πρόσφατων ανασκαφικών εργασιών.




 Βωμός
Ο αρχιτέκτων Βαθυκλής από την ιωνική Μαγνησία επί Μαιάνδρω προσκλήθηκε να φιλοτεχνήσει στη Σπάρτη το θρόνο που πλαισίωνε το ύψους 14 μ. ξόανο κατά τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., την εποχή δηλαδή που η Σπάρτη αναδείχτηκε νικήτρια μετά από τη σύγκρουση με το Άργος και, στη συνέχεια, ίδρυσε την Πελοποννησιακή Συμμαχία. Σε αυτήν ακριβώς τη δεύτερη μνημειακή φάση του ιερού ανήκει και η ανέγερση του μνημειακού κυκλικού βαθμιδωτού βωμού.




Μια νέα, ακριβέστερη αναπαράσταση του κυκλικού βαθμιδωτού βωμού, μέσω της σχεδιαστικής απόδοσης πέντε οικοδομικών μελών του, παρουσιάσθηκε στο πλαίσιο του τρέχοντος ερευνητικού προγράμματος. Οι εργασίες αναστήλωσης που διεξήχθησαν κατά τους θερινούς μήνες του έτους 2009 οδήγησαν στη μερική αναστήλωση του μνημείου κατά τις οποίες επιβεβαιώθηκε το εκτόπισμά του, που ανέρχεται σε 8 μ. διάμετρο και 4 μ. ύψος. Η προσπάθεια αυτή μπορεί πλέον να εμπλουτιστεί και με νέα αρχιτεκτονικά μέλη, δεδομένου του γεγονότος ότι πολλά από αυτά τα μέλη σώζονται στους τοίχους βυζαντινών και μεταβυζαντινών εκκλησιών. Τέλος, επιβεβαιώθηκαν τα στοιχεία που αναφέρει ο Τσούντας για την ακριβή θέση του μνημείου.








 Άλλα Οικοδομήματα
"Νότιο Οικοδόμημα"

Κατά τις εργασίες του 2017, αποκαλύφθηκε, στο νότιο τμήμα του λόφου, η θεμελίωση ενός οικοδομήματος, το οποίο αναπτύσσεται σε σχήμα Π και ονομάζεται συμβατικά "Νότιο Οικοδόμημα". Πρόκειται για ένα τετράγωνο ή ορθογώνιο κτήριο διαστάσεων 22μ. Χ 8μ. Χ 6μ. Ολόκληρη η νότια πλευρά του κτιρίου λείπει, πιθανόν λόγω καθίζησης του εδάφους, που θα πρέπει να προκλήθηκε από σεισμό. Προς βορρά το οικοδόμημα λειτουργούσε και ως ανάλημμα αφού η πλευρά αυτή εφαπτόταν στην λαξευμένη πλαγιά του λόφου. Το δυτικό πέρας σχηματίστηκε αφού λαξεύτηκε ο κροκαλοπαγής βράχος, ο οποίος λειτούργησε και ως θεμέλιο της ανωδομής. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του οικοδομήματος είναι ο κλειστός διάδρομος σε σχήμα Γ που καταλαμβάνει την δυτική και βόρεια πλευρά. Από τα ευρήματα εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο διάδρομος ήταν στεγασμένος και η ανωδομή του αποτελούνταν από οπτόπλινθους. Στα ανατολικά το οικοδόμημα ορίζεται από έναν μόνο τοίχο που κατασκευάστηκε επί του πορώδους βράχου και ενισχύθηκε σε όλο το μήκος του, μεταγενέστερα, με έναν δεύτερο, εφαπτόμενο σε αυτόν, τοίχο. Εξαιτίας της διαμόρφωσης αυτής εικάζεται πως το κέντρο του οικοδομήματος λειτουργούσε ως υπαίθριος χώρος. Στο ανατολικό τμήμα του «αιθρίου», έντονα ίχνη κόκκινου, γκρίζου και μαύρου χρώματος, σε συνδυασμό με την εύρεση σιδερένιων εργαλείων, υαλόμαζας και καμένων μαζών, φαίνεται να σχετίζονται με εργαστηριακές εγκαταστάσεις, πιθανότατα κλιβάνων, που λειτούργησαν στον χώρο αυτό κατά την ύστερη ρωμαιοκρατία.








Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανατολική πλευρά του οικοδομήματος αφού εκεί εντοπίστηκαν στοιχεία που επιτρέπουν τη χρονολόγησή του στον ύστερο 6ο αι. π.Χ. Αυτό υποστηρίζεται τόσο από την στρωματογραφία και τα κινητά ευρήματα, όσο και από την αποκάλυψη της θεμελίωσης ενός τοίχου, στα ανατολικά του οικοδομήματος και έχοντας τον ίδιο προσανατολισμό με αυτό. Η κατασκευή αυτή αποτελεί πιθανότατα τμήμα του υστερογεωμετρικού περιβόλου και θα πρέπει να καταστράφηκε στο β' μισό του 6ου αι. π.Χ., όταν κατασκευάστηκε το "Νότιο Οικοδόμημα".




 Περίβολοι
Γεωμετρικός περίβολος

Κατά τα έτη από το 2006 έως το 2010, αποκαλύφθηκε στη νότια και ανατολική πλευρά του λόφου ο πρώιμος περίβολος του ιερού, ο οποίος, βάσει της τεχνικής δόμησής του, χρονολογείται στην Ύστερη Γεωμετρική ή Πρώιμη Αρχαϊκή περίοδο. O πρώιμος περίβολος αποκαλύφθηκε περίπου 6.5 μ. βόρεια του νοτιοδυτικού άκρου του περιβόλου της Αρχαϊκής περιόδου, ο άξονάς του είχε κατεύθυνση βορειοοανατολική, με απόκλιση περίπου 5 μοιρών από τον αρχαϊκό περίβολο και είχε χτιστεί πάνω στη βαθμιδωτά λαξευμένη επιφάνεια του φυσικού πορώδους βράχου. Αποτελείται από δύο παράλληλες σειρές αδρών ασβεστόλιθων μεγάλου και μεσαίου μεγέθους, ενώ στο ανώτερο επίπεδο, που αποτελεί το εσωτερικό βόρειο όριο του τείχους, ακολουθεί μια ακόμα σειρά αδρών ασβεστόλιθων μεσαίου μεγέθους. Τα κενά καλύπτονται από μικρές πέτρες. Το αποκαλυφθέν τμήμα του τείχους σώζεται σε ύψος 1.10 μ., έχει συνολικό μήκος 21 μ. και το πλάτος της θεμελίωσής του κυμαίνεται από 1.30 μ. έως 1.80 μ. Το ύψος του υπολογίζεται ότι θα έφτανε τα 5 μ., το επίπεδο δηλαδή της ανώτερης επιφάνειας του λόφου.




Από τα νέα στοιχεία προκύπτει ότι ο πρώτος περίβολος του ιερού διερχόταν σε όλο το μήκος της τη νότια πλευρά του λόφου. Κατά τη διάρκεια των πρόσφατων εργασιών, ήρθε στο φως τμήμα της συνέχειας του υστερογεωμετρικού - πρώιμου αρχαϊκού περιβόλου, προς τα δυτικά, μετατοπισμένος ωστόσο κατά 5 μ. νοτιότερα, στον ίδιο άξονα περίπου με τον αρχαϊκό περίβολο και ως προέκταση αυτού προς τα δυτικά, τέμνοντας κάθετα την ανατολική πλευρά του επονομαζόμενου "Νότιου Οικοδομήματος".



Σε συνδυασμό με την πλειοψηφία των κεραμικών ευρημάτων θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το μνημείο αυτό αποτελεί ένα στοιχείο που παραπέμπει στην πρώτη ή πρώιμη μνημειακή φάση του ιερού, η οποία με μεγάλη βεβαιότητα ήταν άμεσα συνυφασμένη με την ύπαρξη υπαίθριας λατρευτικής δραστηριότητας και του αντίστοιχου λατρευτικού αγάλματος. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από ένα λεπτό στρώμα στάχτης που βρέθηκε σε επίπεδο εδάφους κατά μήκος της πρόσθιας πλευράς αυτού του τοίχου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι καταστροφές στην τοιχοδομία του περιβόλου προσδιορίζουν την αλλαγή της διαμόρφωσης του χώρου ως εισόδου στο ιερό από τα αρχαϊκά χρόνια και μετά.



Αρχαϊκός περίβολος

Οι νέες ερευνητικές εργασίες στο χώρο του ιερού οδήγησαν επίσης στην πλήρη αποκάλυψη του ήδη γνωστού αρχαϊκού μνημειακού περιβόλου και στην διαπίστωση της ύπαρξης πύλης στο βόρειο τμήμα του. Σε αντίθεση με τα παλαιότερα δεδομένα, κατέστη φανερό ότι ο περίβολος της Αρχαϊκής περιόδου, κατασκευασμένος από τοπικό κροκαλοπαγή λίθο, δεν αναπτύχθηκε σε σχήμα πετάλου μόνο κατά μήκος της νότιας, ανατολικής και βόρειας πλευράς του λόφου, αλλά περιέκλειε όλες τις πλευρές του. Τα σωζόμενα μεγέθη του μνημείου είναι τα εξής: 116 μ. μήκος, 2 μ. ύψος και 2.50 μ. πλάτος. Τα θεμέλιά του βρίσκονται στα 200 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Σύμφωνα με μετρολογικές αναλύσεις, το αντιπροσωπευτικότερο τμήμα του στη νότια πλευρά ανέρχεται σε 100 δωρικά πόδια, κάτι που αντιστοιχεί σε έναν εκατόμπεδο. Αυτή η εσκεμμένη και εμφατική διαμόρφωση δεν αποκλείεται να έχει άμεση σχέση με την πομπή που λάμβανε χώρα κατά τα Υακίνθεια. Συνεχείς επισκευές και διαφοροποιήσεις στον τρόπο δόμησης του μνημείου καθιστούν αβέβαιο το εάν αυτό ολοκληρώθηκε ενιαία ή σταδιακά. Σχετικά με τις ύστερες παρεμβάσεις πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι το μνημείο φέρει ίχνη που παραπέμπουν σε στοιχεία επέκτασης και επισκευής του, αλλά και σε γενικότερα μέτρα συντήρησής του που θα πρέπει να είχαν εκτελεσθεί κατά τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή περίοδο.



Η νέα έρευνα οδήγησε επίσης στην αποκάλυψη καταλοίπων από τη μνημειακή είσοδο του ιερού υπό τη μορφή στεγασμένου προπύλου, πλάτους 6.30 μ., στη βορειοδυτική πλευρά της πορείας του αρχαϊκού περιβόλου και ανάμεσα στα υστερότερα κτίσματα. Η κατασκευή αυτή φαίνεται να καταργήθηκε και καταστράφηκε κατά τους βυζαντινούς χρόνους, όταν στον διάδρομο της εισόδου διανοίχθηκαν κιβωτιόσχημοι τάφοι.




Όπως και ο υστερογεωμετρικός περίβολος έτσι και αυτός του 6ου αιώνα π.Χ. λειτούργησαν παράλληλα και ως ανάλημμα φτάνοντας σε ύψος τα 7 μ. και πλάτος τα 3 μ., με στόχο τη συγκράτηση των χωμάτων του λόφου και τη διασφάλιση της στατικής του ευστάθειας.







 ΠΗΓΗ amyklaion






 Επισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας http://www.tapantareinews.gr, για περισσότερη ενημέρωση. Εγγραφείτε - SUBSCRIBE: http://bit.ly/2lX5gsJ Website —►http://bit.ly/2lXX2k7 SOCIAL - Follow us...: Facebook...► http://bit.ly/2kjlkot    













Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only