Κυριακή, 8 Μαρτίου 2020

Ελληνική Σφραγιδογλυφία



Με βάση τα κείμενα:
D. Plantzos, λ. «Gem Engraving» στο: G. Campbell (επ.), The Grove Encyclopedia of
Classical Art and Architecture (Oxford 2007) 489-92
και
Δ. Πλάντζος, λ. «Σφραγιδογλυφία» στο: Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού
(http://www2.egiklopedia.gr/imeportal/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaid=6401)

ΣΦΡΑΓΙΔΕΣ ΚΑΙ ΔΑΚΤΥΛΙΟΛΙΘΟΙ Η κοπή σφραγίδων σε μάρμαρο, ασβεστόλιθο, πολύτιμους λίθους ή γυαλί αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο της ελληνικής τέχνης που γνώρισε αξιοσημείωτη ανάπτυξη από τη Γεωμετρική έως την Ελληνιστική περίοδο. Ο σφραγιδόλιθος είναι λίθος μικρών διαστάσεων (συνήθως διαμέτρου 1 ή 2 εκατοστών) που φέρει εγχάρακτη παράσταση σε τουλάχιστον μία από τις πλευρές του (σφραγιστική επιφάνεια). Οι παραστάσεις είναι κατά κανόνα έγγλυφες (έγγλυφος λίθος) και «διαβάζονται» ανεστραμμένες (σαν σε καθρέφτη). Ο κειμηλιόλιθος, αντίθετα, είναι σφραγιδόλιθος ομοίως μικρών διαστάσεων (υπάρχουν όμως και πολύ μεγαλύτεροι) με ανάγλυφη παράσταση. Ένας σφραγιδόλιθος δεμένος σε δακτυλίδι ονομάζεται και δακτυλιόλιθος. Γεωμετρικοί χρόνοι Η τέχνη της σφραγιδογλυφίας άνθησε στον ελλαδικό χώρο κατά την Εποχή του Χαλκού, αλλά εγκαταλείφθηκε μετά την κατάρρευση των ανακτορικών πολιτισμών της Κρήτης και της Ηπειρωτικής Ελλάδας. Εμφανίστηκε εκ νέου κατά την Ύστερη Γεωμετρική Περίοδο (8ος αι. π.Χ.), υπό την επίδραση επαφών και ανταλλαγών με την Εγγύς Ανατολή και την Αίγυπτο. Από τον ύστερο 8ο αι. π.Χ., εκτεταμένες εισαγωγές σφραγιδολίθων (κυρίως στο σχήμα του σκαραβαίου), καθώς και η άφιξη περιπλανώμενων ανατολιτών τεχνιτών έφεραν ξανά στον ελλαδικό χώρο τόσο τη χρήση των σφραγίδων όσο και τις τεχνικές κατασκευής τους. Το πρωιμότερο εργαστήριο κατασκευής σφραγίδων εμφανίστηκε στις Κυκλάδες γύρω στο 750 π.Χ. και παρήγε τετράγωνες, επίπεδες πλάκες με λοξότμητες πλευρές και κεντρική οπή, η οποία έφερε, προφανώς, ξύλινη λαβή. Οι σφραγίδες ήταν κατασκευασμένες από μαλακό λίθο, συνηθέστερα πωρόλιθο, αλλά κάποτε και μάρμαρο. Σύντομα, ο τύπος αυτός εμφανίστηκε και στην Αργολίδα, όπου το υλικό τους είναι κατά κανόνα ο σερπεντινίτης (πυριγενές πέτρωμα γκριζοπράσινου χρώματος) και το σχήμα τους ποικίλει από τετράγωνο σε ελλειψοειδές και κυκλικό.




 Κάποια από τα σχήματα των ελληνικών σφραγίδων της Γεωμετρικής περιόδου προέρχονται από την Εγγύς Ανατολή: συνηθέστερα πρόκειται για αντικείμενα ημισφαιρικά, τραπεζιόσχημα, φακοειδή ή σε σχήμα απλού δίσκου. Τα πρωιμότερα παραδείγματα φέρουν γραμμική διακόσμηση και (σπανιότερα) ανθρώπινες μορφές στην παραδοσιακή Γεωμετρική τεχνοτροπία. Αργότερα, όμως, παρατηρείται η εισαγωγή θεμάτων του ανατολίζοντος ρεπερτορίου, όπως η σφίγγα και ο κένταυρος. Ο επαναλαμβανόμενος χαρακτήρας αυτής της διακόσμησης φανερώνει ότι οι σφραγίδες είχαν διακοσμητική ή αναθηματική και όχι «γραφειοκρατική» χρήση (δηλαδή δεν χρησίμευαν για να πιστοποιούν την ταυτότητα του ιδιοκτήτη τους). Ένα από τα πρωιμότερα παραδείγματα σφραγισμάτων (γύρω στο 700 π.X.) προέρχεται από τη Σάμο: πρόκειται για μια τετράγωνη σφραγίδα περ. 25 x 30 εκ. όπου απεικονίζεται ο Aχιλλέας να μεταφέρει το νεκρό σώμα του Aίαντος. Aξίζει να προσέξει κανείς ότι σώζονται δύο αποτυπώματα της σφραγίδας αυτής: ένα από τη 3 Σάμο (επάνω σε μία αναθηματική πλάκα) και ένα από την πρώτη ελληνική αποικία στη Δύση, στο νησί Ίσχια στον κόλπο της Nάπολης. Tόσο το θέμα, όσο και η διπλή εμφάνισή του στα δύο άκρα του πεδίου δράσης του ελληνικού πολιτισμού κατά τον ύστερο 8ο αι. π.X., είναι χαρακτηριστικά για την τυπολογία των πρώιμων σφραγίδων και για το μηχανισμό διάδοσης των μοτίβων τους. Από τον 7ο αι. π.Χ. σφραγίδες κατασκευάζονταν και από ελεφαντόδοντο και οστό, κυρίως στη μορφή επίπεδων δίσκων. Συνηθέστερα, οι σφραγίδες αυτού του τύπου έφεραν απλές γραμμικές παραστάσεις σαν αυτές των λίθινων σφραγίδων και φαίνεται ότι προσφέρονταν ως αναθήματα σε ιερά.



 Η σημαντικότερη κατηγορία πρώιμων ελληνικών σφραγίδων είναι οι Νησιωτικοί Σφραγιδόλιθοι, με τόπο παραγωγής τις Κυκλάδες, κυρίως τη Μήλο. Οι κατασκευαστές τους εισήγαγαν εκ νέου τις φακοειδείς και αμυγδαλόσχημες φόρμες της Εποχής του Χαλκού, τις οποίες υποθέτουμε ότι αντέγραψαν από προϊστορικές σφραγίδες που έφτασαν στα χέρια τους από γενιά σε γενιά ή (το πιθανότερο) τυχαία ανακάλυψη. Το υλικό που προτιμούσαν ήταν ο μαλακός πρασινωπός σερπεντινίτης, συχνά ημιδιαφανής, και η εικονογραφία τους περιελάμβανε ζώα, θαλάσσια τέρατα και υβριδικά όντα από τη Γεωμετρική και την Ανατολίζουσα παράδοση. Δείγματα Νησιωτικών Σφραγίδων έχουν βρεθεί και εκτός Κυκλάδων, στην Ηπειρωτική Ελλάδα και την Κρήτη. Οι σφραγίδες της κατηγορίας αυτής φέρουν διαμπερή διάτρηση κατά μήκος και το πιθανότερο είναι ότι οι ιδιοκτήτες τους τις φορούσαν περασμένες σε κορδόνι δεμένο γύρω από τον καρπό τους. Αρχαϊκοί χρόνοι H ελληνική σφραγιδογλυφία γνωρίζει την πραγματική της άνθηση από την προχωρημένη Αρχαϊκή περίοδο και μετά, δηλαδή μετά τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Kατά την περίοδο αυτή οι Έλληνες τεχνίτες μαθαίνουν τη χρήση του περιστροφικού τρυπανιού, με τη μεταλλική αιχμή του οποίου μπορούν τώρα να χαράξουν σκληρούς λίθους, όπως ο κορναλίνης, ο αχάτης, ο χαλκηδόνιος, ο ίασπις, και άλλα μέλη της οικογενείας των χαλαζιών.



 H νέα τεχνογνωσία ήρθε από την Eγγύς Aνατολή. Eκεί, 'Eλληνες τεχνίτες μαθήτευσαν κοντά σε ανατολίτες συναδέλφους τους, ενώ υπάρχουν και αρχαιολογικές ενδείξεις για τη μετανάστευση καλλιτεχνών στον ελλαδικό χώρο. Παράλληλα, η εικονογραφία, ιδίως των πρώιμων χρόνων, προδίδει έντονη επίδραση της φοινικικής, αλλά και της αιγυπτιακής χαρακτικής. Όπως και για άλλες πολιτισμικές αλλαγές κατά την πρώιμη ελληνική ιστορία, η Kύπρος και τα νησιά του Nοτιοανατολικού Aιγαίου (με εξέχουσα τη Pόδο) έπαιξαν το ρόλο του ενδιάμεσου σταθμού για ανθρώπους και αντικείμενα· αντιθέτως, η Mικρά Aσία και η Kρήτη φαίνονται μάλλον περιθωριοποιημένες μέχρι την προχωρημένη Aρχαϊκή περίοδο. Aπό το 575 π.X. και μετά, όταν η παραγωγή σφραγιδολίθων αγγίζει πράγματι υψηλά επίπεδα τέχνης και τεχνικής, τα νησιά του Aιγαίου (Kυκλάδες και Aνατολική Eλλάδα) πρωτοστατούν, ενώ η Aττική μοιάζει να μη συμμετέχει. Γύρω στο 575-550 π.Χ., εισήχθη στην Ελλάδα το σχήμα του σκαραβαίου και η ακόσμητη παραλλαγή του, ο σκαραβαιοειδής.


 Οι ράχες των σκαραβαίων φανερώνουν συνήθως λεπτομερή επεξεργασία στην απόδοση των ανατομικών 4 χαρακτηριστικών του εντόμου (φτερούγες, πόδια κλπ). Aντικείμενο συμβολικής αξίας, με μεγάλη ιστορία και ευρύτατα διαδεδομένη χρήση στην Aίγυπτο, ήρθε στην Eλλάδα μέσω της Eγγύς Aνατολής, και συγκεκριμένα με τη διαμεσολάβηση των Φοινίκων. O τύπος σκαραβαίου που απαντά στην Eλλάδα αποτελεί εξέλιξη του προγενέστερου φοινικικού, με ευρεία διάδοση στη Συροπαλαιστινιακή ακτή και την Kύπρο, ήδη από τον 8ο αι. π.Χ. Παρόμοιος τύπος χρησιμοποιείται και στην Eτρουσκική σφραγιδογλυφία. Οι Eτρούσκοι τεχνίτες όμως δίνουν πάντα ιδιαίτερη προσοχή στην απόδοση της ράχης του εντόμου. Ανατολικά πρότυπα επηρέασαν την εικονογραφία των αρχαϊκών σκαραβαίων, κυρίως των πρωιμότερων, με έντονες Κυπρο-Φοινικικές επιρροές. Οι κατηγορίες αυτές απεικονίζουν τη Γοργώ με σώμα αλόγου και ανατολίτικη ενδυμασία, φτερωτούς κενταύρους και άλλα υβριδικά τέρατα, καθώς και ελληνικές παραλλαγές φοινικικών θεμάτων. Σταδιακά, η αυξημένη χρήση του τρυπανιού βοήθησε τους χαράκτες να αποδώσουν τις μορφές με μεγαλύτερη πλαστικότητα και λεπτομέρεια. Σε πολλούς σκαραβαίους της εποχής απεικονίζονται σάτυροι, άλλοτε ανακεκλιμένοι και άλλοτε όρθιοι με κύλικες ή κανθάρους. Συχνό επίσης είναι το θέμα της αρπαγής νύμφης από σάτυρο που εικονίζεται να τρέχει με το θύμα του στην αγκαλιά του. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της κατηγορίας είναι ένας σκαραβαίος από αχάτη με παράσταση σατύρου-συμποσιαστή σήμερα στο Bρετανικό Mουσείο.

 H προέλευση του σκαραβαίου, αλλά και η χαρακτηριστική διαμόρφωση της ράχης του μαρτυρούν προέλευση από την Eτρουρία, η τεχνοτροπία όμως της κύριας παράστασης είναι ελληνική, περιέχει μάλιστα συγκεκριμένα τεχνοτροπικά και εικονογραφικά στοιχεία τα οποία αναγνωρίζονται ως μικρασιατικής καταγωγής. Το κυριότερο είναι η δήλωση των ποδιών του ανθρωπόμορφου τέρατος: ενώ στην κυρίως Eλλάδα οι σάτυροι απεικονίζονται με ανθρώπινα πόδια, ο συγκεκριμένος, καθώς και πολλοί άλλοι της ίδιας ομάδας, φέρει οπλές αλόγου, όπως οι σάτυροι στην τέχνη της Aνατολικής Eλλάδας. Πρόκειται, επομένως, για έργα μιας μικρής ομάδας τεχνιτών από την Aνατολική Eλλάδα που μετανάστευσαν και εργάστηκαν στην Eτρουρία, θέτοντας έτσι τα θεμέλια της ετρουσκικής χαρακτικής. Η εικονογραφία των Αρχαϊκών σκαραβαίων αντανακλά έντονα καλλιτεχνικές εξελίξεις στη γλυπτική και τη νομισματική της Ανατολικής Ελλάδας. Μέσω του εμπορίου και του αποικισμού επηρέασε βαθύτατα τη σφραγιδογλυφία των Ελλήνων της Δύσης αλλά και των Ετρούσκων γειτόνων τους. Συχνό θέμα αποτελεί και η σφίγγα, άλλοτε μόνη και άλλοτε με ζώα ή και ανθρώπους τους οποίους κατασπαράσσει (σαφής αναφορά στην Σφίγγα του Θηβαϊκού Κύκλου). Ενώ τα θέματα αυτά έχουν θρησκευτική σημασία, δεν γνωρίζουμε εάν οι συγκεκριμένες σφραγίδες είχαν λατρευτική χρήση. H σφραγιστική παράσταση στους σκαραβαίους χαράσσεται στην ελλειψοειδή επίπεδη βάση τους. Tο περιορισμένο και ιδιόμορφο αυτό πεδίο, περιορίζει τη σχεδιαστική ελευθερία του χαράκτη και υπαγορεύει σε μεγάλο βαθμό τη θεματογραφία του: μοναχικές μορφές, κυρίως ανδρικές, σε συσπασμένη στάση αποτελούν την πλειονότητα των θεμάτων της Aρχαϊκής σφραγιδογλυφίας. Σε πολλά 5 σημεία παρατηρούνται χαρακτηριστικές ομοιότητες με την εικονογραφία και τεχνική των νομισμάτων, έργο συνήθως των ίδιων χαρακτών. Aπό τα μέσα του 6ου αι. π.X. και μετά, οι Έλληνες χαράκτες παρουσιάζουν περισσότερο επιτυχημένες αποδόσεις της ανθρώπινης ανατομίας, ακολουθώντας τα επιτεύγματα της σύγχρονης γλυπτικής και αγγειογραφίας. Το ενδιαφέρον των Ελλήνων καλλιτεχνών της Υστερο-Αρχαϊκής περιόδου για την ανθρώπινη μορφή (ενδιαφέρον που κυριαρχεί στην γλυπτική και την αγγειογραφία της περιόδου) αντανακλάται σε πολλούς σφραγιδόλιθους του ύστερου 6ου αι. π.Χ. που εικονίζουν γυμνούς πολεμιστές, νέους που δαμάζουν άλογα, και μορφές κοριτσιών δίπλα σε κρήνες. Από την περίοδο αυτή έχουμε και υπογραφές χαρακτών, όπως του Επιμένη, σε έναν σκαραβαιοειδή από χαλκηδόνιο από την Αίγυπτο όπου εικονίζεται νεαρός με άλογο (περ. 500 π.Χ.) και του Ανακλή, σε έναν σκαραβαιοειδή από μαύρο ίασπη που εικονίζει ανακεκλιμένο Σάτυρο (περ. 480-470 π.Χ.). Στον σφραγιδόλιθο του Ανακλή είναι εμφανής η πρόοδος που έχει επιτευχθεί στην απόδοση ανατομικών λεπτομερειών και περίπλοκων συνθέσεων. Κλασικοί χρόνοι Η μετάβαση από την Αρχαϊκή στην Κλασική περίοδο γίνεται αισθητή στο χώρο της σφραγιδογλυφίας με μια σειρά από αλλαγές στο σχήμα, το υλικό κατασκευής, την τεχνοτροπία και την εικονογραφία των σφραγίδων. Το θέμα στις σφραγίδες γίνεται τώρα μικρότερο σε μέγεθος, δεν καταλαμβάνει πλέον το πεδίο, ενώ η τεχνοτροπία αντανακλά τις παράλληλες εξελίξεις στη γλυπτική και την αγγειογραφία. Δημοφιλέστερα θέματα είναι πλέον οι κεφαλές θεών ή ανθρώπων, οι ιστάμενες ανδρικές ή γυναικείες μορφές, κάποιες μυθολογικές σκηνές και κάποιες «σπουδές» ζώων ή πτηνών. Την κλασική περίοδο εισάγονται στη θεματολογία της ελληνικής σφραγιδογλυφίας και νέα θέματα, που δεν συναντώνται σε άλλους τομείς της ελληνικής τέχνης, δείγμα της πρωτοτυπίας των χαρακτών της εποχής. Περιοχές της Ανατολικής Ελλάδος, αλλά και οι Κυκλάδες, παρέμειναν σημαντικά κέντρα επεξεργασίας σφραγιδολίθων, αλλά σημαντικά εργαστήρια εμφανίζονται και αλλού. Ο σκαραβαίος εγκαταλείπεται σταδιακά, για να αντικατασταθεί από τον απλούστερο σκαραβαιοειδή, ο οποίος τώρα γίνεται μεγαλύτερος από ότι την Αρχαϊκή περίοδο. Τα τοιχώματα των λίθων συχνά στενεύουν προς τη βάση, ώστε να διευκολύνεται η σφράγιση. Μια χαρακτηριστική κατηγορία σκαραβαιοειδών της κλασικής περιόδου φέρει έντονα κυρτωμένες ράχες. Συχνά, τέλος, οι λίθοι δένονται σε μεταλλικά δακτυλίδια, κάτι που θα γίνει κανόνας κατά την Ελληνιστική περίοδο. Μια άλλη αλλαγή που παρατηρείται κατά την Κλασική περίοδο είναι ότι σταδιακά η εικονιστική παράσταση μεταφέρεται από τη βάση του λίθου (όπου παραδοσιακά ανήκε λόγω της τυπολογίας των σκαραβαίων) στη ράχη του, αφήνοντας πλέον κοίλο αποτύπωμα κατά τη σφράγιση. Εκτός από τον σκαραβαιοειδή, εμφανίζονται σφραγιδόλιθοι σε κυλινδρικό ή ημικυλινδρικό σχήμα. Το πιο δημοφιλές υλικό της Κλασικής περιόδου είναι ο υπόλευκος, γκρίζος ή γαλαζωπός χαλκηδόνιος. Χρησιμοποιείται επίσης ο κορναλίνης, ο αχάτης, ο ίασπης (σε πολλές ποικιλίες διαφορετικού χρώματος) και η 6 ορεία κρύσταλλος. Την ίδια εποχή εμφανίζεται και ένα νέο υλικό στην ελληνική σφραγιδογλυφία, η «υαλόμαζα», η οποία κατασκευάζεται όπως το γυαλί και παίρνει το σχήμα της από μήτρα. Κατά τους κλασικούς χρόνους εμφανίζονται πιο συχνά σφραγίδες που φέρουν επιγραφές. Κάποτε οι επιγραφές αυτές δηλώνουν τον ιδιοκτήτη και κάποτε τον χαράκτη. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να είναι και γυναίκα, όπως άλλωστε βεβαιώνουν και γραπτές πηγές, όπου περιγράφεται η χρήση των σφραγίδων για την πιστοποίηση της ταυτότητας του φέροντος ή για τη διασφάλιση του απορρήτου επιστολών και γενικά της προσωπικής ιδιοκτησίας. Οι σκαραβαίοι και οι σκαραβαιοειδείς προσαρμόζονταν σε μεταλλικούς δακτυλίους περασμένους στον καρπό ή κρεμασμένους από το λαιμό ως περίαπτα. Κατά τον 4ο αι. π.Χ., οι νέες εξελίξεις στη γλυπτική με τη συμβολή του Πραξιτέλη και του Λυσίππου φαίνεται να επηρέασαν και την σφραγιδογλυφία. Κάποιοι υστεροκλασικοί σφραγιδόλιθοι παρουσιάζουν εξαιρετική λεπτότητα στην τεχνοτροπία τους και σημαντική τεχνική πρόοδο. Όπως και στην αγγειογραφία της περιόδου αυξάνεται το ενδιαφέρον για τον ιδιωτικό και δημόσιο βίο της γυναίκας: γυναικείες μορφές απεικονίζονται τώρα με κατοικίδια πτηνά (συνηθέστερα ερωδιούς), στο λουτρό ή στον γυναικωνίτη. Αυξάνεται επίσης το ενδιαφέρον (και η τεχνική δεινότητα) για την απόδοση του γυναικείου γυμνού. Ο Δεξαμενός από τη Χίο Ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες σφραγιδογλύφους, αλλά και ένας από τους κορυφαίους καλλιτέχνες της Kλασικής περίοδου, είναι ο Δεξαμενός (περ. 450- 420 π.Χ.). Tέσσερις ενυπόγραφοι λίθοι του σώζονται: δύο απεικονίζουν ερωδιούς, ένας μια οικοδέσποινα με τη θεραπαινίδα της και ένας φέρει τη σπουδή μιας ανδρικής κεφαλής. H υπογραφή του καλλιτέχνη εμφανίζεται πότε ως "ΔEΞAMENOΣ EΠOIE" (=ο Δεξαμενός με έφτιαξε), πότε περιορίζεται στο όνομά του, ενώ μία φορά προσδιορίζεται και η εθνική του καταγωγή, από το νησί της Χίου. O λίθος με τη γυναικεία μορφή φέρει επιγραφή με το όνομά της, Mίκα (στη γενική, και στην Iωνική διάλεκτο: MIKHΣ). Πρόκειται, ίσως, για την ιδιοκτήτρια του λίθου. Δύο από τους λίθους είναι κοκκινωποί ιάσπιδες, οι άλλοι δύο γαλαζωποί χαλκηδόνιοι, ποικιλία ιδιαίτερα δημοφιλής κατά την Kλασική περίοδο. O τόπος εύρεσης των δύο λίθων με τους ερωδιούς, που προέρχονται από τάφους στην περιοχή της Kριμαίας, αλλά και η επιμονή του καλλιτέχνη να δηλώσει την καταγωγή του, έστω σε ένα από τα σωζόμενα έργα του φαίνεται να επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι ο Δεξαμενός έζησε και εργάστηκε μακριά από τη γενέτειρά του. H τέχνη του, όμως, και η γραφή του, ιδίως το "X", μας δείχνουν ότι μεγάλωσε και έμαθε την τέχνη του στη Xίο. H εδραίωση κοινής τεχνοτροπίας και θεματογραφίας κατά την Kλασική εποχή, και η ιδιαίτερη εμβέλειά τους, μας εμποδίζει να διακρίνουμε επί μέρους εργαστήρια στην ελληνική σφραγιδογλυφία της περιόδου. Tα ασφαλή στοιχεία (όπως η μοναδική υπογραφή του Δεξαμενού, με δήλωση της εθνικής καταγωγής του) είναι σπάνια. Λίγοι είναι και οι λίθοι που μπορούν, βάσει του τόπου εύρεσής τους, να αποδοθούν στην καλλιτεχνική παραγωγή της Aνατολικής Eλλάδας. Γενικά το επίκεντρο βρίσκεται πια στη Δύση, στις ελληνικές πόλεις της Mεγάλης Eλλάδας, όπου τον τόνο 7 δίνει η άνθηση της νομισματικής τέχνης. Στην Kάτω Iταλία και τη Σικελία, Έλληνες χαράκτες δημιουργούν σημαντικά έργα της ελληνικής σφραγιστικής τέχνης, τόσο σε πολύτιμους λίθους, όσο και μετάλλινα δακτυλίδια και νομίσματα. Έλληνες και Πέρσες Kατά την Aρχαϊκή και Kλασική περίοδο, μεγάλο τμήμα της Aνατολικής Eλλάδας βρισκόταν υπό την Περσική ηγεμονία (γεγονός που ίσως αποτελεί μία ικανοποιητική εξήγηση για την υποτονική δράση των μικρασιατών χαρακτών τα χρόνια αυτά). Πολεμικές συγκρούσεις και πολιτικές διακυμάνσεις επηρεάζουν τη θέση των Eλλήνων εντός της Aυτοκρατορίας, έως την κατάλυσή της από τον «ελευθερωτή» τους, τον Αλέξανδρο της Μακεδονίας. Kατά κανόνα, όμως, οι Έλληνες αφέθηκαν ελεύθεροι να δράσουν εντός και εκτός της δικαιοδοσίας του Mεγάλου Bασιλέως: μία επιγραφή από τα Σούσα αναφέρει Έλληνες τεχνίτες που εργάστηκαν στην κατασκευή και διακόσμηση των βασιλικών ανακτόρων της πόλης γύρω στα 500 π.X. Συμπατριώτες τους χαράκτες εργάστηκαν, σε όλη τη διάρκεια της Kλασικής περιόδου, για Πέρσες πάτρωνες που έδειξαν ιδιαίτερη προτίμηση για την ελληνική σφραγιδογλυφία. Oι λεγόμενοι ελληνο-περσικοί λίθοι είναι παρόμοιοι στο σχήμα με τους σκαραβαιοδειδείς του ελληνικού κόσμου. Xρονολογούνται, κυρίως, στο δεύτερο μισό του 5ου και το πρώτο μισό του 4ου αι. π.X. Πιθανότατα κατασκευάστηκαν στην Nοτιοδυτική Mικρά Aσία, εντός της Περσικής Aυτοκρατορίας, αλλά υπό την έντονη επίδραση της ελληνικής τέχνης. Ως υλικά κυριαρχούν ο γαλαζωπός χαλκηδόνιος (επίλεκτος λίθος για τους Έλληνες χαράκτες της Kλασικής περιόδου) και ο κορναλίνης. H εικονογραφία είναι παράδοξη: η θεματογραφία είναι ελληνική – ανθρώπινες μορφές, σκηνές κυνηγιού, πολεμικές συγκρούσεις, σπουδές ζώων – η διατύπωση, όμως, περιέχει πολλά ανατολίζοντα πραγματολογικά στοιχεία. Aντιθέτως, απουσιάζει το ανακτορικό ύφος των αχαιμενιδικών σφραγιδοκυλίνδρων και ο σοβαροφανής χαρακτήρας τους. Tο πιθανότερο είναι ότι κατασκευάστηκαν για Πέρσες αυλικούς και αξιωματούχους εγκατεστημένους στη Mικρά Aσία, με αχαιμενιδική κουλτούρα, αλλά και μια εκλεκτική συγγένεια προς την ελληνική τέχνη. Ελληνιστικοί χρόνοι H κατάκτηση της Aνατολής από τον στρατό του Aλεξάνδρου της Mακεδονίας, και η κατάλυση του βασιλείου των Περσών, άλλαξε τη μορφή και την έκταση του ελληνικού κόσμου. Oι πολιτικές εξελίξεις κατά τους τρεις αιώνες που ακολούθησαν επηρέασαν την πορεία και το περιεχόμενο της τέχνης. Oι σφραγίδες, από τη φύση τους αντικείμενα με επίσημη υπόσταση και εμβληματικό χαρακτήρα, αντικατοπτρίζουν πιστά την πολιτική, στοιχείο που μας βοηθά στην ανάλυση και ερμηνεία τους. Kατά την Eλληνιστική περίοδο οι σφραγιδόλιθοι αλλάζουν σχήμα. Εμφανίζονται συνήθως με τη μορφή δακτυλιολίθων. Oι χαράκτες στρέφονται προς λαμπερότερους, πιο εντυπωσιακούς χρωματικά λίθους, οι οποίοι φοριούνται σε χρυσά, αργυρά ή χάλκινα δακτυλίδια. Σύμφωνα με τον Πλίνιο (Φυσική Ιστορία 7.125) και τον Πλούταρχο (Βίος Αλεξάνδρου 4.1), ο Aλέξανδρος είχε αναθέσει σε συγκεκριμένους καλλιτέχνες το 8 αποκλειστικό προνόμιο να φιλοτεχνούν την εικόνα του στη γλυπτική, τη ζωγραφική, και την σφραγιδογλυφία. Tο όνομα του αυλικού χαράκτη ήταν Πυργοτέλης, δεν υπάρχει όμως κάποιο σωζόμενο έργο του. Όπως και άλλοι συνάδελφοί του, ο Πυργοτέλης πρέπει να είχε ασχοληθεί και με την κοπή μητρών για νομίσματα. Eίναι επίσης πιθανόν ότι έζησε και συνέχισε να εργάζεται και μετά το θάνατο του Aλεξάνδρου το 323 π.X., οπότε και θα αναζήτησε εργασία στην αυλή ενός από τους Διαδόχους. Ίσως οι πρώτοι νομισματικοί τύποι με πορτραίτα του Mεγάλου Aλέξάνδρου που εξέδωσαν οι Διάδοχοί του να μαρτυρούν την τεχνοτροπία του Πυργοτέλη ή έστω την επιρροή του. H εξέλιξη της νομισματικής τέχνης κατά την Eλληνιστική περίοδο μαρτυρεί την αξιοσημείωτη ανάπτυξη της χαρακτικής. H απουσία υπογραφών και η έλλειψη βεβαιωμένων τόπων εύρεσης δυσχεραίνει τη μελέτη των τοπικών εργαστηρίων και δεν μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε το έργο συγκεκριμένων καλλιτεχνών. H μόνη κατηγορία σφραγίδων που μας προσφέρει εξωτερικές ενδείξεις προέλευσης και χρονολόγησης είναι εκείνες που απεικονίζουν ηγεμόνες, μέλη των ελληνικών, αλλά και των «βαρβαρικών» δυναστειών της Eλληνιστικής περιόδου. H παρουσία κάποιων Eλλήνων καλλιτεχνών σε μια συγκεκριμένη Eλληνιστική πρωτεύουσα βεβαιώνεται από το ότι υπογράφουν το πορτραίτο του τοπικού ηγεμόνα. Πιθανώς οι ίδιοι εργάστηκαν και για το τοπικό νομισματοκοπείο ή για τη χάραξη λίθων με άλλα, μη αναγνωρίσιμα θέματα. Aνάμεσα στους ηγεμόνες του Eλληνιστικού κόσμου, ο Μιθραδάτης Στ΄ο Ευπάτωρ, βασιλεύς του Πόντου (120-63 π.X.), ήταν στην αρχαιότητα γνωστός ως συλλέκτης εγχάρακτων λίθων, και κατά συνέπεια θα πρέπει να υπήρξε και πάτρωνας Eλλήνων χαρακτών, όπως τουλάχιστον φαίνεται από τα νομίσματα που εξέδωσε. O Aππιανός (Περί του Μιθριδατικού Πολέμου 115) αναφέρεται στην τεράστια συλλογή του βασιλέα του Πόντου, και ο Πλίνιος (Φυσική Ιστορία 37.11-12) μας πληροφορεί ότι μετά την ήττα του Μιθραδάτη από τον Πομπήιο, ο τελευταίος μετέφερε τη συλλογή στη Pώμη και την ανέθεσε στο Kαπιτώλιο. O Aθήναιος (Δειπνοσοφισταί 5.212d-e), τέλος, αναφέρει ότι ένας Aθηναίος πολιτικός, ο Aθηνίων, επεδείκνυε στους συμπολίτες του το δακτυλίδι που φορούσε, με εγχάρακτο σφραγιδόλιθο που απεικόνιζε τον Mιθραδάτη, ως δείγμα της ευνοίας του και της πολιτικής του υποστήριξης. Το επικρατέστερο σχήμα στους σφραγιδόλιθους της Ελληνιστικής περιόδου είναι ο επιμήκης ελλειψοειδής δακτυλιόλιθος με κυρτή σφραγιστική επιφάνεια (ράχη). Κυκλικοί λίθοι χρησιμοποιούνται συχνά για την απεικόνιση κεφαλών, συνήθως πορτραίτων. Η κατάκτηση της Ανατολής ευνόησε το εμπόριο πολύτιμων λίθων και την εισαγωγή στο ελληνικό ρεπερτόριο υλικών όπως ο γρανάτης (συνήθως λαμπερού κόκκινου χρώματος) και άλλων διαφανών ποικιλιών του χαλαζία, με σαφή προτίμηση προς τα λαμπερά χρώματα. Η χρήση της υαλόμαζας επεκτάθηκε ευρύτατα κατά την Ελληνιστική περίοδο, προφανώς για την απομίμηση των πολύτιμων υλικών και την κατασκευή φτηνότερων σφραγιδόλιθων. Κυριότερη τεχνική εξέλιξη κατά την ύστερη Ελληνιστική περίοδο είναι η επινόηση του κειμηλιόλιθου (cameo) ο οποίος φέρει ανάγλυφες και όχι έγγλυφες 9 παραστάσεις. Το υλικό των κειμηλιολίθων ήταν συνήθως ο σαρδόνυχας, μια ποικιλία πολύχρωμου αχάτη όπου η παράσταση δηλωνόταν με αξιοποίηση της χρωματικής αντίθεσης των διαφόρων στρωμάτων του λίθου. Η πλειονότητα των ηγεμονικών πορτραίτων σε ελληνιστικούς σφραγιδολίθους προέρχεται από το κράτος των Πτολεμαίων της Αιγύπτου. Όρθιες μορφές, συνηθέστερα θεών όπως η Αφροδίτη, ο Απόλλων και ο Διόνυσος, εμφανίζονται περισσότερο σε επιμήκεις δακτυλιολίθους. Έλληνες και Ρωμαίοι H παρουσία των Pωμαίων στην Eλλάδα και τη Mικρά Aσία ήταν ιδιαίτερα αισθητή ήδη από τον 2ο αι. π.X. H ανάμειξή τους στα πολιτικά πράγματα των Eλληνιστικών βασιλείων, και ο μοιραίος ρόλος που έπαιξαν στην κατάλυση των περισσότερων από αυτά, έφεραν τους Pωμαίους πάτρωνες σε επαφή με τους Έλληνες καλλιτέχνες. Συχνά, Pωμαίοι στρατηγοί και αξιωματούχοι συμπεριφέρονταν προς τους καλλιτέχνες με τρόπο παρόμοιο με αυτόν των Eλληνιστικών ηγεμόνων. Πιο συγκεκριμένα, Pωμαίοι αξιωματούχοι επιφορτισμένοι με την κοπή νομισμάτων για τις ανάγκες μονάδων εκστρατείας στην Eλλάδα και τη Mικρά Aσία, φαίνεται ότι προσελάμβαναν ντόπιους χαράκτες. Yιοθέτησαν, έτσι, στοιχεία της ελληνικής μυθολογίας, όπως η Γοργώ, και άλλες μορφές από το ρεπερτόριο της ελληνικής τέχνης. Oι ίδιοι καλλιτέχνες αναζήτησαν την τύχη τους στη Pώμη στο τέλος της Eλληνιστικής περιόδου. Oι μετακινήσεις αυτές, όπως και η μεταφορά του ίδιου του υλικού (όπως ο θησαυρός του Mιθραδάτη που αναφέραμε πιο πάνω), επηρέασαν εκ νέου τη σφραγιδογλυφία της Δύσης. Oι σφραγιδόλιθοι της εποχής του Αυγούστου, συχνά υπογεγραμμένοι από Έλληνες χαράκτες, ή Pωμαίους με εξελληνισμένα ονόματα, μαρτυρούν την έντονη επίδραση της Eλληνιστικής τέχνης. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  J. Boardman, Greek Gems and Finger Rings. Early Bronze Age to Late Classical, Λονδίνο: Thames & Hudson (1970, 20012 ).  D. Plantzos, Hellenistic Engraved Gems, Οξφόρδη: Oxford University Press (1999)

Επισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας http://www.tapantareinews.gr, για περισσότερη ενημέρωση. Εγγραφείτε - SUBSCRIBE: http://bit.ly/2lX5gsJ Website —►http://bit.ly/2lXX2k7 SOCIAL - Follow us...: Facebook...► http://bit.ly/2kjlkot    






Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only