Παρασκευή, 24 Απριλίου 2020

Αλεξανδρινός ποιητής Ο Άρατος ο Σολεύς (315 π.Χ. - 240 π.Χ.)

Βιογραφία

Καταγόταν από τους Σόλους της Κιλικίας ή, σύμφωνα με άλλους από τη Ταρσό αλλά μάλλον ότι εκεί έζησε για λίγο. Πατέρας του ήταν ο διαπρεπής τότε πολιτικός και στρατιωτικός Αθηνόδωρος. Μαθήτευσε κοντά στον Μενεκράτη στην Έφεσο (292 π.Χ.). Στη συνέχεια πήγε στη Κω και μαθήτευσε κοντά στον Φιλητά. Εκεί γνώρισε τον Θεόκριτο και άλλους ποιητές του καλούμενου βουκολικού κύκλου. Στη συνέχεια πήγε στην Αθήνα και έγινε μαθητής του περιπατητικού φιλόσοφου Πραξιφάνη, εκεί γνώρισε και τον Ζήνωνα τον στωικό φιλόσοφο και τον Μενέδημο τον ιδρυτή της Ερετριακής σχολής και τον Καλλίμαχο τον Κυρηναίο.

Ο Άρατος ασχολήθηκε και με τα μαθηματικά και με την αστρονομία. Ο φιλόσοφος Ζήνων, όταν κλήθηκε ως διδάσκαλος από τον φιλότεχνο βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο τον Γονατά αλλά λόγω γήρατος δεν μπορούσε να μεταβεί, έστειλε τον Άρατο με τους μαθητές του Περσαίη και Φιλονίδη (276 π.Χ.). Τότε ο Άρατος έγραψε, για τους γάμους του Αντιγόνου, το ποίημα «Ύμνος στον Πάνα» όπου εξυμνεί τη νίκη του Αντιγόνου κατά των Γαλατών στη μάχη της Λυσιμαχείας (277 π.Χ) κατά την οποία ο Παν επέφερε στους Γαλάτες «πανικό». Επίσης, εκτελώντας επιθυμία του Μακεδόνα βασιλιά, ο Άρατος έγραψε τα «Φαινόμενα», αστρονομικό και μετεωρολογικό ποίημα που προκάλεσε το θαυμασμό των συγχρόνων του.

Μετά την αιφνίδια εισβολή του Πύρρος το 274 π.Χ. ο ποιητικός και φιλοσοφικός κύκλος της αυλής του Αντιγόνου διαλύθηκε και ο Άρατος πήγε στη Συρία στην αυλή του βασιλιά Αντίοχου Α' του Σωτήρα. Εκεί ο Άρατος εξέδωσε τα διορθωτικά σχόλια στην Οδύσσεια του Ομήρου. Μετά την αποκατάσταση στη Μακεδονία ο Βασιλιάς Αντίγονος κάλεσε τον Άρατο και αυτός επέστρεψε όπου και αργότερα πέθανε (245 π.Χ.).


 Συγγράμματα

Στα συγγράμματα του Αράτου περιλαμβάνονται:

 «Φαινόμενα και Διοσημεία»: Επικό ποίημα από 1154 εξάμετρους στίχους όπου περιγράφονται ποιητικά οι αστερισμοί και ουράνια φαινόμενα με κατεσπαρμένους στο έργο ύμνους, θρύλους και μύθους. Το ποιημα έχει τρία μέρη: τη «καταστερέωση» όπου εξυμνούνται οι αστερισμοί, τους «συνανατέλλοντες και συνδύοντες» και τις «διοσημείες», δηλαδή τις μετεωρολογικές προγνώσεις. Για αυτό το έργο ο Καλλίμαχος ο Κυρηναίος, προκειμένου να εξυμνήσει τη δύναμη και ενάργεια του Άρατου, αφιέρωσε σε αυτόν ιδιαίτερο επίγραμμα στο οποίο τον παρέβαλε με τον Ησίοδο τονίζοντας την «Αράτου σύντονος αγρυπνίην» και τη «μελιχρότητα των επέων». Αλλά και ο Κλαύδιος Πτολεμαίος και ο Οβίδιος εξύμνησαν το έργο αυτό του Αράτου λέγοντας πως «ο Άρατος θα μείνει αιώνιος όπως ο Ήλιος και η Σελήνη».

 «Διόρθωση και έκδοση Οδύσσειας»

 «Ύμνοι και παίγνια».

 «Συνθέσεις φαρμάκων».

 «Επικήδεια, επιστολές, επιγράμματα, ηθοποιίες».

 «Περί ανατολής ή ανατομής».

 «Αστρολογία».

 «Ιατρικές δυνάμεις».

 «Περί ορνέων».

 «Επικήδειος Κλεομβρότου» και ο περίφημος

 «Ύμνος εις Πάνα».

Δύο επιγράμματα του Αράτου από τον Στέφανο του Μελέαγρου περιλαμβάνονται στην Παλατινή Ανθολογία (ΧΙ 437 και ΧΙΙ 129).


 Αναγνώριση του έργου

Ο Άρατος εμπνευσμένος από επιστημονικές αναζητήσεις ιδίως σε αστρονομικές μελέτες βρήκε πλούσιο υλικό μυθοπλασίας στα ουράνια σώματα το οποίο και επαύξησε με την πολυμάθειά του και την εφευρετικότητά του, επαινούμενος ως «πολυμαθής και άριστος ποιητής». Την αναγνώριση της αξίας του Άρατου μέχρι των τελευταίων ρωμαϊκών χρόνων και την εξέχουσα θέση του ανάμεσα στους ποιητές, καταδεικνύουν οι τρεις βιογραφίες και τα σχόλια που έγιναν στα «Φαινόμενά» του και οι επαινετικοί και υμνητικοί χαρακτηρισμοί άλλων ποιητών, αλλά και οι μεταφράσεις των έργων του στη λατινική.

Είναι πιθανό ότι ο Απόστολος Παύλος είχε μελετήσει τα «Φαινόμενα» και από την εισαγωγή του Άρατου είχε δανειστεί τη φράση Τοῦ γὰρ καὶ γένος εἰμέν που χρησιμοποίησε στον Άρειο Πάγο στην προς Αθηναίους ομιλία του (Ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν, ὡς καί τινες τῶν καθ' ὑμᾶς ποιητῶν εἰρήκασιν· τοῦ γὰρ καὶ γένος ἐσμέν — Πράξεις 17:28).




ΑΡΑΤΟΣ Ο ΣΟΛΕΥΣ (ΝΕΩΤΕΡΟΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟ "ΗΛΙΟΥ")


Αλεξανδρινός ποιητής, ακμάσας κατά το 305—240 π. Χ. Κατήγετο εκ Σόλων της Κιλικίας, κατ' άλλους δε, αλλ' απιθάνως, εκ Ταρσού, όπου φαίνεται έζησε μόνον επί τίνα χρόνον. Πατέρα είχε τον διαπρεπή πολιτικόν και στρατιωτικόν Αθηνόδωρο, εμαθήτευσε δε παρά τω γραμματικώ Μενεκράτει, πιθανώς εν Εφέσω, περί το 292 π. Χ. Εκείθεν μετέβη εις Κών και διήκουσε την διδασκαλίαν του περίφημου Φιλητά, όπου εγνώρισε τον Θεόκριτον και πολλούς εκ των ποιητών του λεγομένου βουκολικού κύκλου, αν και ο Βιλλαμόβιτς δεν αποδέχεται την εις Κών μετάβασίν του. Μεταβάς κατόπιν εις Αθήνας εγένετο μαθητής του περιπατητικού φιλοσόφου Πραξιφάνους, εκεί δε εγνώρισε και τον Ζήνωνα τον στωϊκόν φιλόσοφον, και τον Μενέδημον, τον ιδρυτήν της Ερετριακής Σχολής και τον Καλλίμαχον τον Κυρηναίον.

Ο Άρατος ησχολήθη και περί τα μαθηματικά και την Αστρονομίαν. Ο φιλόσοφος Ζήνων, κληθείς ως διδάσκαλος υπό του φιλοτέχνου της Μακεδονίας βασιλέως Αντιγόνου του Γονατά και μη δυνάμενος λόγω του γήρατος να μεταβή αυτοπροσώπως, έστειλε τον Άρατον μετά των μαθητών του Περσαίου και Φιλονίδου κατά το έτος 276 π. Χ. Τότε έγραψεν ο Άρατος δια τους γάμους του Αντιγόνου, το περίφημον ποίημα του «Ύμνος εις τον Πάνα», όπου εξύμνει την εναντίον των Γαλατών νίκην του Αντιγόνου κατά την μάχην της Λυσιμαχείας (277 π. Χ.), καθ' ην ο Πάν ενέπνευσεν εις τους εχθρούς τον πανικόν.

Εκτελών επιθυμίαν του Αντιγόνου ο Άρατος εποίησε τα «Φαινόμενα», αστρονομικόν ποίημα, προκάλεσαν τον θαυμασμόν των συγχρόνων του. Ο εν τη αυλή του Αντιγόνου εν Πέλλη της Μακεδονίας ποιητικός και φιλοσοφικός κύκλος, αποτελούμενος εκ του Περσαίου, Φιλονίδου, Ανταγόρου του Ροδίου, Τίμωνος του Φλιασίου, Ιερωνύμου του Καρδίτου, Βίωνος του Βορυσθενίτου και του Αράτου, διελύθη κατόπιν της αιφνίδιας εισβολής του Πύρρου (274 π. Χ.), ο δε Άρατος μετέβη εις Συρίαν, εις την αυλήν του Αντιόχου Α' του Σωτήρος. Ενταύθα εξέδωκεν ο Άρατος την «Οδύσσειαν» του Ομήρου μετά διορθωτικών σχολίων. Μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων ο Άρατος κληθείς υπό του προστάτου του Αντιγόνου επέστρεψεν εις Μακεδονίαν, όπου και απέθανε περί τα 245 π. Χ., καταλιπών πλείστα συγγράμματα, μεταξύ των οποίων εθαυμάζοντο υπό των Αρχαίων:

1) Τα Φ α ι ν ο μ εν α, όπου περιέγραφε ποιητικώς τους διαφόρους Αστερισμούς και τα ουράνια φαινόμενα, εγκατασπείρων εις τας περιγραφάς του ύμνους, θρύλους και μύθους, εις τρόπον ώστε ο διάσημος Αλεξανδρινός ποιητής Καλλίμαχος ο Ειρηναίος να εξύμνηση την δύναμιν και ενάργειαν του έργου του Άρτου, αφιερώσας εις αυτά ιδιαίτερον επίγραμμα, όπου τον παρέβαλε αμέ τον Ησίοδον και ετόνιζε την «σύντονον αγρυπνίην» και την «μελιχρότητα των επέων». Πλην του Καλλιμάχου τα «Φαινόμενα» του Αράτου εξυμνήθησαν και υπό του Πτολεμαίου και του Οβιδίου, όστις λέγει ότι ο Άρατος θα είναι αιώνιος, όπως ο ήλιος και η σελήνη, επίσης δε και ο Κικέρων εξαίρει την κομψότητα των στίχων του και ο Μάξιμος ο Τύριος τον Αποκαλεί «ποιητήν ουδέν αδοξότερον Ομήρου».

Τα «Φαινόμενα» του Αράτου κατέπληξαν την συγχρονόν του αρχαιότητα δια την μεγαληγορίαν, την έκτασιν και την κομψότητα των στίχων, ήσαν δε επικόν ποίημα εκ 1154 εξαμέτρων, εκ τριών μερών, ήτοι την «καταστέρωσιν», όπου εξυμνούντο οι Αστερισμοί, τους «συνανατέλλοντας και συνδύοντας» και τας «διοσημείας», ήτοι τα προγνωστικά κλπ. Το έργον ανεγνώσθη απλήστως και μετεφράσθη εις την λατινικήν τόσον υπό του Ουάρρωνος, όσον και υπό του Κικέρωνος, αλλά μετάφρασιν εφιλοτέχνησε και ο αυτοκράτωρ Γερμανικός, πλείστοι δε το υπεμνημάτισαν, ως ο Αστρονόμος Ίππαρχος, γράψας «Περί των Αράτου και Εύδόξου φαινομένων εξηγήσεις», ο Άτταλος ο Ρόδιος, ο Σπόρος ο Νικαιεύς, ο φιλόσοφος Βόηθος και πλείστοι άλλοι!

Άλλα έργα του Αράτου είναι: 2) Η διόρθωσις και έκδοσις της «Όδυσσείας», 3) Διάφοροι Ύμνοι και Παίγνια, 4) Συνθέσεις φαρμάκων, 5) Επικήδεια, επιστολαί, επιγράμματα, ηθοποιία, 6) Περί ανατολής ή ανατομής, 7) Αστρολογία, 8) Ιατρικαί δυνάμεις, 9) Περί ορνέων, 10) Επικήδειος Κλεομβρότου και ο περίφημος ύμνος του εις Πάνα κλπ., κλπ. Ο πολυγραφώτατος ούτος ποιητής ήτο εμπνευσμένος από τας επιστημονικάς αναζητήσεις των χρόνων, ιδίως τας αστρονομικός μελέτας, εύρε δε πλούσιον υλικόν μυθοπλαστίας εις τα ουράνια σώματα, το όποιον επηυξήσε δια της καταπληκτικής πολυμάθειας και ευρετικοτητός του, δι' ο και επηνείτο ως «πολυμαθής και άριστος ποιητής».

Δεν ήτο δε ειδικός αστρονόμος και επιστήμων ο Άρατος, αλλ' ερασιτεχνικώς και ποιητικώς ησχολείτο με την αστρονομίαν, το δε λεγόμενον υπό του Καλλιμάχου «Αράτου σύντονος αγρυπνίη» σημαίνει την ποιητικήν του έξαρσιν, πότε αγρυπνών κατά νύκτας εμελέτα τα υπερκόσμια και ουράνια και ενεπνέετο, εξυμνών αυτά εις τα ποιήματα του. Συνδυάζων δε ο Άρατος πολυμάθειαν και επιστημοσύνην μετά της ποιήσεως εγένετο σπουδαιότατος εκπρόσωπος του διδακτικού έπους κατά την εποχήν του, αν και οι μεταγενέστεροι κατέκριναν αυτόν δια την ανακρίβειαν και ανεπάρκειαν των αστρονομικών του γνώσεων, αλλ' ακριβώς τούτο δεικνύει ότι ο Άρατος ήτο κατά πρώτον λόγον ποιητής, μη επιδιώκων την αυστηράν επιστημονικήν ακρίβειαν. Οτι δε ο Άρατος κατέλαβεν εξέχουσαν θέσιν μεταξύ των συγχρόνων του ποιητών και επέζησεν επί μακρόν μέχρι των εσχάτων ρωμαϊκών χρόνων, καταδεικνύουν αι τρείς βιογραφίαι του και τα σχόλια εις τα «Φαινόμενα» του.

Αλλά προ πάντων οι επαινετικοί και πάντοτε υμνητικοί χαρακτηρισμοί των συγχρόνων ποιητών, ως και αι μεταφράσεις των έργων του εις την λατινικήν. Τα «Φαινόμενα» του Αράτου είχεν εκμελετήσει και ο Απόστολος Παύλος, όστις έλαβεν από την αρχήν του ποιήματος την φράσιν «του γάρ και γένος εσμέν», την οποίαν εχρησιμοποίησεν εις την επί του Αρείου Πάγου προς τους Αθηναίους ιστορικήν ομιλίαν του. Τα «Φαινόμενα» του Αράτου τόσην καταλαβόντα θέσιν εν τη αρχαιότητι, διεσώθησαν, εκδοθέντα εις στερεοτύπους και κριτικάς εκδόσεις, ων τελειότερα η υπό του Γερμανού φιλολόγου Μάας φιλοτεχνηθείσα (Βερολίνον 1893 και 1898).






ΓΙΑΤΙ Ο ΑΡΑΤΟΣ Ο ΣΟΛΕΥΣ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ Ο ΟΜΗΡΟΣ ΤΗΣ ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑΣ;


Ο Άρατος (305-240 π.Χ.) ήταν ένας λόγιος και ποιητής από τους Σολούς της μικρασιατικής Κιλικίας, που είχε πολλά ενδιαφέροντα. Σε αυτόν ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αντίγονος ο Γονατάς ανέθεσε να μεταφέρει σε ποιητική μορφή το αστρονομικό έργο του Εύδοξου του Κνίδιου (407-354 π.Χ.) χρησιμοποιώντας τον «δακτυλικό εξάμετρο», τον τυπικό στίχο της αρχαίας ελληνικής επικής ποίησης, κατά το πρότυπο των ομηρικών επών, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.

Ο Άρατος, για να κάνει πιο προσιτή και πιο ενδιαφέρουσα την Αστρονομία στους απλούς ανθρώπους, πραγματοποίησε την επιθυμία του βασιλιά Αντίγονου του Γονατά, που του ζήτησε να κάνει τον Εύδοξο ενδοξότερο, μεταφέροντας τον πεζό λόγο σε έμμετρο στίχο.

Ο Ρωμαίος ποιητής Οβίδιος γεμάτος ενθουσιασμό έλεγε ότι «μετά τον Ήλιο και τη Σελήνη αιώνιος ο Άρατος θα μείνει!». Ο μεγάλος Ρωμαίος ρήτορας Κικέρωνας επαινεί την κομψότητα των στίχων του Άρατου και μεταφράζει αρκετούς στίχους.

Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, συμπατριώτης του Άρατου, γνωρίζοντας τη λατρεία που είχαν οι Αθηναίοι για τα ποιήματα του Άρατου, ξεκίνησε την ομιλία του στον Άρειο Πάγο, στην Αθήνα, με απαγγελία ορισμένων στίχων του ποιήματος αυτού, προκειμένου να φέρει κοντά του τους Αθηναίους.

Το αστρονομικό αυτό ποίημα του Άρατου, «Φαινόμενα και Διοσημεία», υπήρξε γενικά πολύ προσφιλές ανάγνωσμα κατά τους αλεξανδρινούς, τους ρωμαϊκούς και τους βυζαντινούς χρόνους και έτυχε πολλών ευμενών σχολιασμών, κυρίως από τον πατέρα της Αστρονομίας Ίππαρχο (190-120 π.Χ.) και από τον Θέωνα τον Αλεξανδρέα (330-395 μ.Χ.), που ήταν ο πατέρας της Υπατίας και ένας από τους τελευταίους σοφούς που χρησιμοποίησαν την περίφημη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, προτού αυτή καταστραφεί, το 390 μ.Χ.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ     A  U  G  U  S  T  A  N  A  - Aratos ca. 310 - ca. 250 a. Chr. n.

Φ α ι ν ό μ ε ν α

[α'   Φαινόμενα]

Ἐκ Διὸς ἀρχώμεσθα, τὸν οὐδέποτ' ἄνδρες ἐῶμεν
ἄρρητον. Μεσταὶ δὲ Διὸς πᾶσαι μὲν ἀγυιαί,
πᾶσαι δ' ἀνθρώπων ἀγοραί, μεστὴ δὲ θάλασσα
καὶ λιμένες· πάντη δὲ Διὸς κεχρήμεθα πάντες.
5
Τοῦ γὰρ καὶ γένος εἰμέν. ὁ δ' ἤπιος ἀνθρώποισι
δεξιὰ σημαίνει, λαοὺς δ' ἐπὶ ἔργον ἐγείρει
μιμνήσκων βιότοιο· λέγει δ' ὅτε βῶλος ἀρίστη
βουσί τε καὶ μακέληισι, λέγει δ' ὅτε δεξιαὶ ὧραι
καὶ φυτὰ γυρῶσαι καὶ σπέρματα πάντα βαλέσθαι.
10
Αὐτὸς γὰρ τά γε σήματ' ἐν οὐρανῶι ἐστήριξεν,
ἄστρα διακρίνας, ἐσκέψατο δ' εἰς ἐνιαυτὸν
ἀστέρας οἵ κε μάλιστα τετυγμένα σημαίνοιεν
ἀνδράσιν ὡράων, ὄφρ' ἔμπεδα πάντα φύωνται.
Τῶι μιν ἀεὶ πρῶτόν τε καὶ ὕστατον ἱλάσκονται.
15
Χαῖρε, πάτερ, μέγα θαῦμα, μέγ' ἀνθρώποισιν ὄνειαρ,
αὐτὸς καὶ προτέρη γενεή, χαίροιτε δὲ, Μοῦσαι,
μειλίχιαι μάλα πᾶσαι. Ἐμοί γε μὲν ἀστέρας εἰπεῖν
ἧι θέμις εὐχομένωι τεκμήρατε πᾶσαν ἀοίδην.

Οἱ μὲν ὁμῶς πολέες τε καὶ ἄλλυδις ἄλλοι ἐόντες
20
οὐρανῶι ἕλκονται πάντ' ἤματα συνεχὲς αἰεί·
αὐτὰρ ὅ γ' οὐδ' ὀλίγον μετανίσσεται, ἀλλὰ μάλ' αὕτως
ἄξων αἰὲν ἄρηρεν, ἔχει δ' ἀτάλαντον ἁπάντη
μεσσηγὺς γαῖαν, περὶ δ' οὐρανὸν αὐτὸν ἀγινεῖ.
Καί μιν πειραίνουσι δύω πόλοι ἀμφοτέρωθεν·
25
ἀλλ' ὁ μὲν οὐκ ἐπίοπτος, ὁ δ' ἀντίος ἐκ βορέαο
ὑψόθεν ὠκεανοῖο. Δύω δέ μιν ἀμφὶς ἔχουσαι
Ἄρκτοι ἅμα τροχόωσι· τὸ δὴ καλέονται Ἅμαξαι.
Αἱ δ' ἤτοι κεφαλὰς μὲν ἐπ' ἰξύας αἰὲν ἔχουσιν
ἀλλήλων, αἰεὶ δὲ κατωμάδιαι φορέονται,
30
ἔμπαλιν εἰς ὤμους τετραμμέναι. Εἰ ἐτεὸν δή,
Κρήτηθεν κεῖναί γε Διὸς μεγάλου ἰότητι
οὐρανὸν εἰσανέβησαν, ὅ μιν τότε κουρίζοντα
δίκτωι ἐν εὐώδει ὄρεος σχεδὸν Ἰδαίοιο,
ἄντρωι ἐγκατέθεντο καὶ ἔτρεφον εἰς ἐνιαυτὸν,
35
Δικταῖοι Κούρητες ὅτε Κρόνον ἐψεύδοντο.
Καὶ τὴν μὲν Κυνόσουραν ἐπίκλησιν καλέουσιν,
τὴν δ' ἑτέρην Ἑλίκην. Ἑλίκηι γε μὲν ἄνδρες Ἀχαιοὶ
εἰν ἁλὶ τεκμαίρονται ἵνα χρὴ νῆας ἀγινεῖν,
τῆι δ' ἄρα Φοίνικες πίσυνοι περόωσι θάλασσαν.
40
Ἀλλ' ἡ μὲν καθαρὴ καὶ ἐπιφράσσασθαι ἑτοίμη
πολλὴ φαινομένη Ἑλίκη πρώτης ἀπὸ νυκτός·
ἡ δ' ἑτέρη ὀλίγη μέν, ἀτὰρ ναύτηισιν ἀρείων·
μειοτέρηι γὰρ πᾶσα περιστρέφεται στροφάλιγγι·
τῆι καὶ Σιδόνιοι ἰθύντατα ναυτίλλονται.
45
Τὰς δὲ δι' ἀμφοτέρας οἵη ποταμοῖο ἀπορρὼξ
εἰλεῖται, μέγα θαῦμα, Δράκων περί τ' ἀμφί τ' ἐαγώς,
μυρίος· αἱ δ' ἄρα οἱ σπείρης ἑκάτερθε φέρονται
Ἄρκτοι, κυανέου πεφυλαγμέναι ὠκεανοῖο.
Αὐτὰρ ὅ γ' ἄλλης μὲν νεάτηι ἐπιτείνεται οὐρῆι,
50
ἄλλην δὲ σπείρηι περιτέμνεται· ἡ μέν οἱ ἄκρη
οὐρὴ πὰρ κεφαλὴν Ἑλίκης ἀποπαύεται Ἄρκτου·
σπείρηι δ' ἐν Κυνόσουρα κάρη ἔχει· ἡ δὲ κατ' αὐτὴν
εἰλεῖται κεφαλὴν, καὶ οἱ ποδὸς ἔρχεται ἄχρις,
ἐκ δ' αὖτις παλίνορσος ἀνατρέχει. Οὐ μὲν ἐκείνωι
55
οἰόθεν, οὐδ' οἶος κεφαλῆι ἐπιλάμπεται ἀστήρ,
ἀλλὰ δύο κροτάφοις, δύο δ' ὄμμασιν· εἷς δ' ὑπένερθεν
ἐσχατιὴν ἐπέχει γένυος δεινοῖο πελώρου.
Λοξὸν δ' ἐστὶ κάρη, νεύοντι δὲ πάμπαν ἔοικεν
ἄκρην εἰς Ἑλίκης οὐρήν· μάλα δ' ἐστὶ κατ' ἰθὺ
60
καὶ στόμα καὶ κροτάφοιο τὰ δεξιὰ νειάτωι οὐρῆι.
Κείνη που κεφαλὴ τῆι νίσσεται ἧχί περ ἄκραι
μίσγονται δύσιές τε καὶ ἀντολαὶ ἀλλήληισιν.

Τῆι δ' αὐτοῦ μογέοντι κυλίνδεται ἀνδρὶ ἐοικὸς
εἴδωλον· τὸ μὲν οὔτις ἐπίσταται ἀμφαδὸν εἰπεῖν,
65
οὐδ' ὅτινι κρέμαται κεῖνος πόνος, ἀλλά μιν αὕτως
Ἐν γόνασιν καλέουσι, τὸ δ' αὖτ' ἐν γούνασι κάμνον
ὀκλάζοντι ἔοικεν· ἀπ' ἀμφοτέρων δέ οἱ ὤμων
χεῖρες ἀείρονται· τάνυταί γε μὲν ἄλλυδις ἄλλη
ὅσσον ἐπ' ὄργυιαν· μέσσωι δ' ἔφ' ὕπερθε καρήνωι
70
δεξιτερῶι ποδὸς ἄκρον ἔχει σκολιοῖο Δράκοντος.

Αὐτοῦ κἀκεῖνος Στέφανος, τὸν ἀγαυὸν ἔθηκε
σῆμ' ἔμεναι Διόνυσος ἀποιχομένης Ἀριάδνης,
νώτωι ὑποστρέφεται κεκμηότος εἰδώλοιο.

Νώτωι μὲν Στέφανος πελάει, κεφαλῆι γε μὲν ἄκρηι
75
σκέπτεο πὰρ κεφαλὴν Ὀφιούχεον, ἐκ δ' ἄρ ἐκείνης
αὐτὸν ἐπιφράσσαιο φαεινόμενον Ὀφιοῦχον·
τοῖοί οἱ κεφαλῆι ὑποκείμενοι ἀγλαοὶ ὦμοι
εἴδονται. Κεῖνοί γε καὶ ἂν διχόμηνι σελήνηι
εἰσωποὶ τελέθοιεν· ἀτὰρ χέρες οὐ μάλα ἶσαι·
80
λεπτοτέρη γὰρ τῆι καὶ τῆι ἐπιδέδρομὲν αἴγλη,
ἀλλ' ἔμπης κἀκεῖναι ἐπόψιαι· οὐ γὰρ ἐλαφραί.

Ἀμφότεραι δ' Ὄφιος πεπονείαται ὅς ῥά τε μέσσον
δινεύει Ὀφιοῦχον· ὁ δ' ἐμμενὲς εὖ ἐπαρηρὼς
ποσσὶν ἐπιθλίβει μέγα θηρίον ἀμφοτέροισιν,
85
Σκορπίον, ὀφθαλμῶι τε καὶ ἐν θώρηκι βεβηκὼς
ὀρθός, ἀτάρ οἱ Ὄφις γε δύο στρέφεται μετὰ χερσίν,
δεξιτερῆι ὀλίγος, σκαιῆι γε μὲν ὑψόθι πολλός,
καὶ δή οἱ Στεφάνωι παρακέκλιται ἄκρα γένεια.
Νειόθι δὲ σπείρης μεγάλας ἐπιμαίεο Χηλας.
90
Ἀλλ' αἱ μὲν φαέων ἐπιμεμφέες, οὐδὲν ἀγαυαί,
ἐξόπιθεν δ' Ἑλίκης φέρεται ἐλάοντι ἐοικὼς
Ἀρκτύφυλαξ, τόν ῥ' ἄνδρες ἐπικλείουσι Βοώτην,
οὕνεχ' ἁμαξαίης ἐπαφώμενος εἴδεται Ἄρκτου,
καὶ μάλα πᾶς ἀρίδηλος· ὑπὸ ζώνηι δέ οἱ αὐτὸς
95
ἐξ ἄλλων Ἀρκτοῦρος ἑλίσσεται ἀμφαδὸν ἀστήρ.
Ἀμφοτέροισι δὲ ποσσὶν ὕπο σκέπτοιο Βοώτεω
Παρθένον, ἥ ῥ' ἐν χειρὶ φέρει στάχυν αἰγλήεντα.

Εἴτ' οὖν Ἀστραίου κείνη γένος, ὅν ῥά τέ φασιν
ἄστρων ἀρχαῖοι πάτερ' ἔμμεναι, εἴτε τευ ἄλλου,
100
εὔκηλος φορέοιτο. Λόγος γε μὲν ἐντρέχει ἄλλος
ἀνθρώποις, ὡς δῆθεν ἐπιχθονίη πάρος ἦεν,
ἤρχετο δ' ἀνθρώπων κατεναντίη, οὐδέποτ' ἀνδρῶν
οὐδέποτ' ἀρχαίων ἠνήνατο φῦλα γυναικῶν
ἀλλ' ἀναμὶξ ἐκάθητο καὶ ἀθανάτη περ ἐοῦσα,
105
καὶ ἑ Δίκην καλέεσκον· ἀγειρομένη δὲ γέροντας
ἠέ που εἰν ἀγορῆι ἢ εὐρυχόρωι ἐν ἀγυιῆι,
δημοτέρας ἤειδεν ἐπισπέρχουσα θέμιστας.
Οὔπω λευγαλέου τότε νείκεος ἠπίσταντο,
οὐδὲ διακρίσιος περιμεμφέος, οὐδὲ κυδοιμοῦ·
110
αὕτως δ' ἔζωον. Χαλεπὴ δ' ἀπέκειτο θάλασσα,
καὶ βίον οὔπω νῆες ἀπόπροθεν ἠγίνεσκον,
ἀλλὰ βόες καὶ ἄροτρα καὶ αὐτὴ πότνια λαῶν
μυρία πάντα παρεῖχε Δίκη δώτειρα δικαίων.
Τόφρ' ἦν ὄφρ' ἔτι γαῖα γένος χρύσειον ἔφερβεν,
115
ἀργυρέωι δ' ὀλίγη τε καὶ οὐκέτι πάμπαν ἑτοίμη
ὡμίλει, ποθέουσα παλαιῶν ἤθεα λαῶν.
Ἀλλ' ἔμπης ἔτι κεῖνο κατ' ἀργύρεον γένος ἦεν·
ἤρχετο δ' ἐξ ὀρέων ὑποδείελος ἠχηέντων
μουνάξ, οὐδέ τεωι ἐπεμίσγετο μειλίχιοισιν·
120
ἀλλ' ὁπότ' ἀνθρώπων μεγάλας πλήσαιτο κολώνας,
ἠπείλει δἤπειτα καθαπτομένη κακότητος,
οὐδ' ἔτ' ἔφη εἰσωπὸς ἐλεύσεσθαι καλέουσιν.
«Οἵην χρύσειοι πατέρες γενεὴν ἐλίποντο,
χειροτέρην. Ὑμεις δὲ κακώτερα τέκνα τεκεῖσθε.
125
Kαὶ δή που πόλεμοι, καὶ δὴ καὶ ἀνάρσιον αἷμα
ἔσσεται ἀνθρώποισι, κακὸν δ' ἐπικείσεται ἄλγος».
Ὣς εἰποῦς' ὀρέων ἐπεμαίετο, τοὺς δ' ἄρα λαοὺς
εἰς αὐτὴν ἔτι πάντας ἐλίμπανε παπταίνοντας.
Ἀλλ' ὅτε δὴ κἀκεῖνοι ἐτέθνασαν, οἱ δ' ἐγένοντο,
130
χαλκείη γενεή, προτέρων ὀλοώτεροι ἄνδρες,
οἳ πρῶτοι κακοεργὸν ἐχαλκεύσαντο μάχαιραν
εἰνοδίην, πρῶτοι δὲ βοῶν ἐπάσαντ' ἀροτήρων,
καὶ τότε μισήσασα Δίκη κείνων γένος ἀνδρῶν
ἔπταθ' ὑπουρανίη, ταύτην δ' ἄρα νάσσατο χώρην,
135
ἧχί περ ἐννυχίη ἔτι φαίνεται ἀνθρώποισι
Παρθένος ἐγγὺς ἐοῦσα πολυσκέπτοιο Βοώτεω.

Τῆς ὑπὲρ ἀμφοτέρων ὤμων εἱλίσσεται ἀστὴρ
[δεξιτερῆι πτέρυγι· Προτρυγητὴρ δ' αὖτε καλεῖται]
τόσσος μὲν μεγέθει, τοίηι δ' ἐγκείμενος αἴγληι
140
οἷος καὶ μεγάλης οὐρὴν ὑποφαίνεται Ἄρκτου·
δεινὴ γὰρ κείνη, δεινοὶ δέ οἱ ἐγγύθεν εἰσὶν
ἀστέρες· οὐκ ἂν τούς γε ἰδὼν ἐπιτεκμήραιο,
οἷός οἱ πρὸ ποδῶν φέρεται καλός τε μέγας τε,
εἷς μὲν ὑπωμαίων, εἷς δ' ἰξυόθεν κατιόντων,
145
ἄλλος δ' οὐρανίοις ὑπὸ γούνασιν. Ἀλλ' ἄρα πάντες
ἁπλόοι ἄλλοθεν ἄλλος ἀνωνυμίη φορέονται.
Κρατὶ δέ οἱ Δίδυμοι, μέσσηι δ' ὕπο Καρκίνος ἐστίν·
ποσσὶ δ' ὀπισθοτέροισι Λέων ὕπο καλὰ φαείνει.
Ἔνθα μὲν ἠελίοιο θερείταταί εἰσι κέλευθοι·
150
αἱ δέ που ἀσταχύων κενεαὶ φαίνονται ἄρουραι
ἠελίου τὰ πρῶτα συνερχομένοιο Λέοντι.
Τῆμος καὶ κελὰδοντες ἐτήσιαι εὐρέι πόντωι
ἀθρόοι ἐμπίπτουσιν, ὁ δὲ πλόος οὐκέτι κώπαις
ὥριος. Εὐρεῖαί μοι ἀρέσκοιεν τότε νῆες,
155
εἰς ἄνεμον δὲ τὰ πηδὰ κυβερνητῆρες ἔχοιεν.

Εἰ δέ τοι Ἡνίοχόν τε καὶ ἀστέρας Ἡνιόχοιο
σκέπτεσθαι δοκέοι, καὶ τοι φάτις ἤλυθεν Αἰγὸς
αὐτῆς ἠδ' Ἐρίφων, οἵ τ' εἰν ἁλὶ πορφυρούσηι
πολλάκις ἐσκέψαντο κεδαιομένους ἀνθρώπους,
160
αὐτὸν μέν μιν ἅπαντα μέγαν Διδύμων ἐπὶ λαιὰ
κεκλιμένον δήεις, Ἑλίκης δέ οἱ ἄκρα κάρηνα
ἀντία δινεύει, σκαιῶι δ' ἐπελήλαται ὤμωι
Αἲξ ἱερή, τὴν μέν τε λόγος Διὶ μαζὸν ἐπισχεῖν·
Ὠλενίην δέ μιν Αἶγα Διὸς καλέουσ' ὑποφῆται.
165
Ἀλλ' ἡ μὲν πολλή τε καὶ ἀγλαή· οἱ δέ οἱ αὐτοῦ
λεπτὰ φαείνονται Ἔριφοι καρπὸν κάτα χειρός.

Πὰρ ποσὶ δ' Ἡνιόχου κεραὸν πεπτηότα Ταῦρον
μαίεσθαι· τὰ δέ οἱ μάλ' ἐοικότα σήματα κεῖται·
τοίη οἱ κεφαλὴ διακέκριται· οὐδέ τις ἄλλωι
170
σήματι τεκμήραιτο κάρη βοός, οἷά μιν αὐτοὶ
ἀστέρες ἀμφοτέρωθεν ἑλισσόμενοι τυπόωσιν.
Καὶ λίην κείνων ὄνομ' εἴρεται, οὐδέ τοι αὕτως
νήκουστοι Ὑάδες· ταὶ μέν ῥ' ἐπὶ παντὶ μετώπωι
Ταύρου βεβλέαται, λαιοῦ δὲ κεράατος ἄκρον
175
καὶ πόδα δεξιτερὸν παρακειμένου Ἡνιόχοιο
εἷς ἀστὴρ ἐπέχει, συνεληλάμενοι δὲ φέρονται·
ἀλλ' αἰεὶ Ταῦρος προφερέστερος Ἡνιόχοιο
εἰς ἑτέρην καταβῆναι, ὁμηλυσίηι περ ἀνελθών.

Οὐδ' ἄρα Κηφῆος μογερὸν γένος Ἰασίδαο
180
αὕτως ἄρρητον κατακείσεται· ἀλλ' ἄρα καὶ τῶν
οὐρανὸν εἰς ὄνομ' ἦλθεν, ἐπεὶ Διὸς ἐγγύθεν ἦσαν.
Αὐτὸς μὲν κατόπισθεν ἐὼν Κυνοσουρίδος Ἄρκτου
Κηφεὺς ἀμφοτέρας χεῖρας τανύοντι ἔοικεν.
Ἴση οἱ στάθμη νεάτης ἀποτείνεται οὐρῆς
185
ἐς πόδας ἀμφοτέρους, ὅσση ποδὸς ἐς πόδα τείνει·
αὐτὰρ ἀπὸ ζώνης ὀλίγον κε μεταβλέψειας
πρώτης ἱέμενος καμπῆς μεγάλοιο Δράκοντος.

Τοῦ δ' ἄρα δαιμονίη προκυλίνδεται οὐ μάλα πολλὴ
νυκτὶ φαεινομένη παμμήνιδι Κασσιέπεια·
190
οὐ γάρ μιν πολλοὶ καὶ ἐπημοιβοὶ γανόωσιν
ἀστέρες οἵ μιν πᾶσαν ἐπιρρήδην στιχόωσιν.
Οἵηι δὲ κληῖδι θύρην ἔντοσθ' ἀραρυῖαν
δικλίδ' ἐπιπλήσσοντες ἀνακρούουσιν ὀχῆας,
τοῖοι οἱ μουνὰξ ὑποκείμενοι ἰνδάλλονται
195
ἀστέρες, ἡ δ' αὕτως ὀλίγων ἀποτείνεται ὤμων
ὄργυιαν. Φαίης κεν ἀνιάζειν ἐπὶ παιδί.

Αὐτοῦ γὰρ κἀκεῖνο κυλίνδεται αἰνὸν ἄγαλμα
Ἀνδρομέδης ὑπὸ μητρὶ κεκασμένον. Οὔ σε μάλ' οἴω
νύκτα περισκέψεσθαι, ἵν' αὐτίκα μᾶλλον ἴδηαι·
200
τοίη οἱ κεφαλή, τοῖοι δέ οἱ ἀμφοτέρωθεν
ὦμοι καὶ πόδες ἀκρότατοι καὶ ζώματα πάντα.
Ἀλλ' ἔμπης κἀκεῖθι διωλενίη τετάνυσται,
δεσμὰ δέ οἱ κεῖται καὶ ἐν οὐρανῶι· αἱ δ' ἀνέχονται
αὐτοῦ πεπταμέναι πάντ' ἤματα χεῖρες ἐκείνηι.
205
Ἀλλ' ἄρα οἱ καὶ κρατὶ πέλωρ ἐπελήλαται Ἵππος
γαστέρι νειαίρηι· ξυνὸς δ' ἐπιλάμπεται ἀστὴρ
τοῦ μὲν ἐπ' ὀμφαλίωι, τῆς δ' ἐσχατόωντι καρήνω.
Οἱ δ' ἄρ ἔτι τρεῖς ἄλλοι ἐπὶ πλευράς τε καὶ ὤμους
Ἵππου δεικανόωσι διασταδὸν ἶσα πέλεθρα,
210
καλοὶ καὶ μεγάλοι· κεφαλὴ δέ οἱ οὐδὲν ὁμοίη,
οὐδ' αὐχὴν δολιχός περ ἐών· ἀτὰρ ἔσχατος ἀστὴρ
αἰθομένης γένυος καί κεν προτέροις ἐρίσειεν
τέτρασιν οἵ μιν ἔχουσι περίσκεπτοι μάλ' ἐόντες.
Οὐδ' ὅ γε τετράπος ἐστίν· ἀπ' ὀμφαλίοιο γὰρ ἄκρου
215
μεσσόθεν ἡμιτελὴς περιτέλλεται ἱερὸς Ἵππος.
Κεῖνον δὴ καί φασι καθ' ὑψηλοῦ Ἑλικῶνος
καλὸν ὕδωρ ἀγαγεῖν εὐαλδέος Ἱππουκρήνης.
Οὐ γάρ πω Ἑλικὼν ἄκρος κατελείβετο πηγαῖς·
ἀλλ' Ἵππος μιν ἔτυψε· τὸ δ' ἀθρόον αὐτόθεν ὕδωρ
220
ἐξέχυτο πληγῆι προτέρου ποδός· οἱ δὲ νομῆες
πρῶτοι κεῖνο ποτὸν διεφήμισαν Ἱππουκρήνην.
Ἀλλὰ τὸ μὲν πέτρης ἀπολείβεται, οὐδέ ποτ' αὐτὸ
Θεσπιέων ἀνδρῶν ἑκὰς ὄψεαι· αὐτὰρ ὁ Ἵππος
ἐν Διὸς εἰλεῖται, καί τοι πάρα θηήσασθαι.
225
Αὐτοῦ καὶ Κριοῖο θοώταταί εἰσι κέλευθοι,
ὅς ῥά τε καὶ μήκιστα διωκόμενος περὶ κύκλα
οὐδὲν ἀφαυρότερον τροχάει Κυνοσουρίδος Ἄρκτου.
Αὐτὸς μὲν νωθὴς καὶ ἀνάστερος οἷα σελήνηι
σκέψασθαι, ζώνηι δ' ἂν ὅμως ἐπιτεκμήραιο
230
Ἀνδρομέδης· ὀλίγον γὰρ ὑπ' αὐτὴν ἐστήρικται,
μεσσόθι δὲ τρίβει μέγαν οὐρανόν, ἧχί περ ἄκραι
Χηλαὶ καὶ ζώνη περιτέλλεται Ὠρίωνος.

Ἔστι δέ τοι καὶ ἔτ' ἄλλο τετυγμένον ἐγγύθι σῆμα
νειόθεν Ἀνδρομέδης, τὸ δ' ἐπὶ τρισὶν ἐστάθμηται
235
Δελτωτὸν πλευρῆισιν, ἰσαιομένηισιν ἐοικὸς
ἀμφοτέρηις, ἡ δ' οὔτι τόση, μάλα δ' ἐστὶν ἑτοίμη
εὑρέσθαι· περὶ γὰρ πολέων εὐάστερός ἐστιν.
Τῶν ὀλίγον Κριοῦ νοτιώτεροι ἀστέρες εἰσίν.

Οἱ δ' ἄρ' ἔτι προτέρω, ἔτι δ' ἐν προμολῆισι νότοιο
240
Ἰχθύες, ἀλλ' αἰεὶ ἕτερος προφερέστερος ἄλλου,
καὶ μᾶλλον βορέαο νέον κατιόντος ἀκούει.
Ἀμφοτέρων δέ σφεων ἀποτείνεται ἠύτε δεσμὰ
οὐραίων, ἑκάτερθεν ἐπισχερὼ εἰς ἓν ἰόντα.
Καὶ τὰ μὲν εἷς ἀστὴρ ἐπέχει καλός τε μέγας τε,
245
ὅν ῥά τε καὶ Σύνδεσμον Ὑπουράνιον καλέουσιν.

Ἀνδρομέδης δέ τοι ὦμος ἀριστερὸς Ἰχθύος ἔστω
σῆμα βορειοτέρου· μάλα γὰρ νύ οἱ ἐγγύθεν ἐστίν,
ἀμφότεροι δὲ πόδες γαμβροῦ ἐπισημαίνοιεν
Περσέος, οἵ ῥά οἱ αἰὲν ἐπωμάδιοι φορέονται.
250
Αὐτὰρ ὅ γ' ἐν βορέω φέρεται περιμήκετος ἄλλων.
Καί οἱ δεξιτερὴ μὲν ἐπὶ κλισμὸν τετάνυσται
πενθερίου δίφροιο· τὰ δ' ἐν ποσὶν οἷα διώκων
ἴχνια μηκύνει κεκονιμένος ἐν Διὶ πατρί.

Ἄγχι δέ οἱ σκαιῆς ἐπιγουνίδος ἤλιθα πᾶσαι
255
Πληιάδες φορέονται, ὁ δ' οὐ μάλα πολλὸς ἁπάσας
χῶρος ἔχει, καὶ δ' αὐταὶ ἐπισκέψασθαι ἀφαυραί.
Ἑπτάποροι δὴ ταί γε μετ' ἀνθρώπους ὑδέονται,
ἓξ οἶαί περ ἐοῦσαι ἐπόψιαι ὀφθαλμοῖσιν.
Οὐ μέν πως ἀπόλωλεν ἀπευθὴς ἐκ Διὸς ἀστὴρ
260
ἐξ οὗ καὶ γενεῆθεν ἀκούομεν, ἀλλὰ μάλ' αὕτως
εἴρεται· ἑπτὰ δ' ἐκεῖναι ἐπιρρήδην καλέονται,
Ἀλκυόνη Μερόπη τε Κελαινώ τ' Ἠλεκτρη τε
καὶ Στερόπη καὶ Τηϋγέτη καὶ πότνια Μαῖα.
Αἱ μὲν ὁμῶς ὀλίγαι καὶ ἀφεγγέες, ἀλλ' ὀνομασταὶ
265
ἦρι καὶ ἑσπερίαι, Ζεὺς δ' αἴτιος, εἱλίσσονται,
ὅς σφισι καὶ θέρεος καὶ χείματος ἀρχομένοιο
σημαίνειν ἐπένευσεν ἐπερχομένου τ' ἀρότοιο.

Καὶ χέλυς ἥδ' ὀλίγη, τὴν δ' ἆρ' ἔτι καὶ παρὰ λίκνωι
Ἑρμείης ἐτόρησε, Λύρην δέ μιν εἶπε λέγεσθαι,
270
κὰδ δ' ἔθετο προπάροιθεν ἀπευθέος εἰδώλοιο
οὐρανὸν εἰσαγαγών, τὸ δ' ἐπὶ σκελέεσσι πέτηλον
γούνατί οἱ σκαιῶι πελάει· κεφαλή γε μὲν ἄκρη
ἀντιπέρην Ὄρνιθος ἑλίσσεται· ἡ δὲ μεσηγὺ
ὀρνιθέης κεφαλῆς καὶ γούνατος ἐστήρικται.
275
Ἤτοι γὰρ καὶ Ζηνὶ παρατρέχει αἰόλος Ὄρνις,
ἄλλα μὲν ἠερόεις, τὰ δέ οἱ ἐπὶ τετρήχυνται
ἄστρασιν οὔτι λίην μεγάλοις, ἀτὰρ οὐ μὲν ἀφαυροῖς.
Αὐτὰρ ὅ γ' εὐδιόωντι ποτὴν ὄρνιθι ἐοικὼς
οὔριος εἰς ἑτέρην φέρεται, κατὰ δεξιὰ χειρὸς
280
Κηφείης ταρσοῖο τὰ δεξιὰ πείρατα τείνων.
λαιῆι δὲ πτέρυγι σκαρθμὸς παρακέκλιται Ἵππου.

Τὸν δὲ μετὰ σκαίροντα δύ' Ἰχθύες ἀμφινέμονται
Ἵππον· πὰρ δ' ἄρα οἱ κεφαλῆι χεὶρ Ὑδροχόοιο
δεξιτερὴ τάνυται, ὁ δ' ὀπίστερος Αἰγοκερῆος
285
τέλλεται· αὐτὰρ ὅ γε πρότερος καὶ νειόθι μᾶλλον
κέκλιται Αἰγόκερως, ἵνα τε τρέπετ' ἠελίου ἴς.

Μὴ κείνωι ἐνὶ μηνὶ περικλύζοιο θαλάσσηι,
πεπταμένωι πελάγει κεχρημένος. Οὔτε κεν ἠοῖ
πολλὴν πειρήνειας, ἐπεὶ ταχινώταταί εἰσιν,
290
οὔτ' ἄν τοι νυκτὸς πεφοβημένωι ἐγγύθεν ἠὼς
ἔλθοι καὶ μάλα πολλὰ βοωμένωι, οἱ δ' ἀλεγεινοὶ
τῆμος ἐπιρρήσσουσι νότοι, ὁπότ' Αἰγοκερῆϊ
συμφέρετ' ἠέλιος. Τότε δὲ κρύος ἐκ Διός ἐστι
ναύτηι μαλκιόωντι κακώτερον. Ἀλλὰ καὶ ἔμπης
295
ἤδη πάντ' ἐνιαυτὸν ὑπὸ στείρηισι θάλασσα
πορφύρει· ἴκελοι δὲ κολυμβίσιν αἰθυίηισιν
πολλάκις ἐκ νηῶν πέλαγος περιπαπταίνοντες
ἥμεθ' ἐπ' αἰγιαλοὺς τετραμμένοι· οἱ δ' ἔτι πόρσω
κλύζονται· ὀλίγον δὲ διὰ ξύλον ἄϊδ' ἐρύκει.
300
Καὶ δ' ἂν ἔτι προτέρω γε θαλάσσηι πολλὰ πεπονθώς,
Τόξον ὅτ' ἠέλιος καίηι καὶ ῥυτορα Τόξου,
ἑσπέριος κατάγοιο, πεποιθὼς οὐκέτι νυκτί.
Σῆμα δέ τοι κείνης ὥρης καὶ μηνὸς ἐκείνου
Σκορπίος ἀντέλλων εἴη πυμάτης ἔτι νυκτός.
305
Ἤτοι γὰρ μέγα τόξον ἀνέλκεται ἐγγύθι κέντρου
Τοξευτής· ὀλίγον δὲ παροίτερος ἵσταται αὐτοῦ
Σκορπίος ἀντέλλων, ὁ δ' ἀνέρχεται αὐτίκα μᾶλλον.
Τῆμος καὶ κεφαλὴ Κυνοσουρίδος ἀκρόθι νυκτὸς
ὕψι μάλα τροχάει· ὁ δὲ δύεται ἠῶθι πρὸ
310
ἀθρόος Ὠρίων, Κηφεὺς δ' ἀπὸ χειρὸς ἐπ' ἰξύν.

Ἔστι δέ τοι προτέρω βεβλημένος ἄλλος Ὀιστὸς
αὐτὸς ἄτερ τόξου· ὁ δέ οἱ παραπέπταται Ὄρνις
ἀσσότερος βορέω, σχεδόθεν δέ οἱ ἄλλος ἄηται
οὐ τόσσος μεγέθει, χαλεπός γε μὲν ἐξ ἁλὸς ἐλθὼν
315
νυκτὸς ἀπερχομένης· καί μιν καλέουσιν Ἀητόν.

Δελφὶς δ' οὐ μάλα πολλὸς ἐπιτρέχει Αἰγοκερῆϊ
μεσσόθεν ἠερόεις· τὰ δέ οἱ περὶ τέσσαρα κεῖται
γλήνεα, παρβολάδην δύο πὰρ δύο πεπτηῶτα.

Καὶ τὰ μὲν οὖν βορέω καὶ ἀλήσιος ἠελίοιο
320
μεσσηγὺς κέχυται· τὰ δὲ νειόθι τέλλεται ἄλλα
πολλὰ μεταξὺ νότοιο καὶ ἠελίοιο κελεύθου.

Λοξὸς μὲν Ταύροιο τομῆι ὑποκέκλιται αὐτὸς
Ὠρίων. Μὴ κεῖνον ὅτις καθαρῆι ἐνὶ νυκτὶ
ὑψοῦ πεπτηῶτα παρέρχεται, ἄλλα πεποίθοι
325
οὐρανὸν εἰσανιδὼν προφερέστερα θηήσασθαι.
τοῖός οἱ καὶ φρουρὸς ἀειρομένωι ὑπὸ νώτωι
φαίνεται ἀμφοτέροισι Κύων ἐπὶ ποσσὶ βεβηκώς,
ποικίλος, ἀλλ' οὐ πάντα πεφασμένος· ἀλλὰ κατ' αὐτὴν
γαστέρα κυάνεος περιτέλλεται, ἡ δέ οἱ ἄκρη
330
ἀστέρι βέβληται δεινῶι γένυς, ὅς ῥα μάλιστα
ὀξέα σειριάει· καί μιν καλέουσ' ἄνθρωποι
Σείριον. Οὐκέτι κεῖνον ἅμ' ἠελίωι ἀνίοντα
φυταλιαὶ ψεύδονται ἀναλδέα φυλλιόωσαι·
ῥεῖα γὰρ οὖν ἔκρινε διὰ στίχας ὀξὺς ἀίξας,
335
καὶ τὰ μὲν ἔρρωσεν, τῶν δὲ φλόον ὤλεσε πάντα.
Κείνου καὶ κατιόντος ἀκούομεν, οἱ δὲ δὴ ἄλλοι
σῆμ' ἔμεναι μελέεσσιν ἐλαφρότεροι περίκεινται.

Ποσσὶν δ'Ὠρίωνος ὑπ' ἀμφοτέροισι Λαγωὸς
ἐμμενὲς ἤματα πάντα διώκεται· αὐτὰρ ὅ γ' αἰεὶ
340
Σείριος ἐξόπιθεν φέρεται μετιόντι ἐοικώς,
καὶ οἱ ἐπαντέλλει, καί μιν κατιόντα δοκεύει.

Ἡ δὲ Κυνὸς μεγάλοιο κατ' οὐρὴν ἕλκεται Ἀργὼ
πρυμνόθεν· οὐ γὰρ τῆι γε κατὰ χρέος εἰσὶ κέλευθοι,
ἀλλ' ὄπιθεν φέρεται τετραμμένη, οἷα καὶ αὐταὶ
345
νῆες, ὅτ' ἤδη ναῦται ἐπιστρέψωσι κορώνην
ὅρμον ἐσερχόμενοι, τὴν δ' αὐτίκα πᾶς ἀνακόπτει
νῆα, παλιρροθίη δὲ καθάπτεται ἠπείροιο·
ὣς ἥ γε πρύμνηθεν Ἰησονὶς ἕλκεται Ἀργώ.
Καὶ τὰ μὲν ἠερίη καὶ ἀνάστερος ἄχρι παρ' αὐτὸν
350
ἱστὸν ἀπὸ πρώιρης φέρεται, τὰ δὲ πᾶσα φαεινή,
καί οἱ πηδάλιον κεχαλασμένον ἐστήρικται
ποσσὶν ὑπ' οὐραίοισι Κυνὸς προπάροιθεν ἰόντος.

Τὴν δὲ καὶ οὐκ ὀλίγον περ ἀπόπροθι πεπτηυῖαν
Ἀνδρομέδην μέγα Κῆτος ἐπερχόμενον κατεπείγει.
355
Ἡ μὲν γὰρ Θρήικος ὑπὸ πνοιῆι βορέαο
κεκλιμένη φέρεται, τὸ δέ οἱ νότος ἐχθρὸν ἀγινεῖ
Κῆτος ὑπὸ Κριῶι τε καὶ Ἰχθύσιν ἀμφοτέροισι
βαιὸν ὑπὲρ Ποταμοῦ βεβλημένον ἀστερόεντος.
Οἶον γὰρ κἀκεῖνο θεῶν ὑπὸ ποσσὶ φορεῖται
360
λείψανον Ἠριδανοῖο, πολυκλαύτου ποταμοῖο.
Καὶ τὸ μὲν Ὠρίωνος ὑπὸ σκαιὸν πόδα τείνει·
δεσμοὶ δ' οὐράνιοι, τοις Ἰχθύες ἄκροι ἔχονται,
ἄμφω συμφορέονται ἀπ' οὐραίων κατιόντες,
Κητείης δ' ὄπιθεν λοφιῆς ἐπιμὶξ φορέονται
365
εἰς ἓν ἐλαυνόμενοι· ἑνὶ δ' ἀστέρι πειραίνονται,
Κήτεος ὃς κείνου πρώτηι ἐπίκειται ἀκάνθηι.

Οἱ δ' ὀλίγωι μέτρωι, ὀλίγηι δ' ἐγκείμενοι αἴγληι,
μεσσόθι πηδαλίου καὶ Κήτεος εἱλίσσονται,
γλαυκοῦ πεπτηῶτες ὑπὸ πλευρῆισι Λαγωοῦ,
370
νώνυμοι· οὐ γὰρ τοί γε τετυγμένου εἰδώλοιο
βεβλέαται μελέεσσιν ἐοικότες, οἷά τε πολλὰ
ἑξείης στιχόωντα παρέρχεται αὐτὰ κέλευθα
ἀνομένων ἐτέων, τά τις ἀνδρῶν οὐκέτ' ἐόντων
ἐφράσατ' ἠδ' ἐνόησεν ἅπαντ' ὀνομαστὶ καλέσσαι
375
ἤλιθα μορφώσας· οὐ γὰρ κ' ἐδυνήσατο πάντων
οἰόθι κεκριμένων ὄνομ' εἰπέμεν οὐδὲ δαῆναι·
πολλοὶ γὰρ πάντη, πολέων δ' ἐπὶ ἶσα πέλονται
μέτρα τε καὶ χροιή, πάντες γε μὲν ἀμφιέλικτοι.
Τῶι καὶ ὁμηγερέας οἱ ἐείσατο ποιήσασθαι
380
ἀστέρας, ὄφρ' ἐπιτὰξ ἄλλωι παρακείμενος ἄλλος
εἴδεα σημαίνοιεν. Ἄφαρ δ' ὀνομαστὰ γένοντο
ἄστρα, καὶ οὐκέτι νῦν ὑπὸ θαύματι τέλλεται ἀστήρ·
ἀλλ' οἱ μὲν καθαροῖς ἐναρηρότες εἰδώλοισι
φαίνονται, τὰ δ' ἔνερθε διωκομένοιο Λαγωοῦ
385
πάντα μάλ' ἠερόεντα καὶ οὐκ ὀνομαστὰ φέρονται.

Νειόθι δ' Αἰγοκερῆος, ὑπὸ πνοιῆισι νότοιο,
Ἰχθῦς ἐς Κῆτος τετραμμένος αἰωρεῖται
οἶος ἀπὸ προτέρων, Νότιον δέ ἑ κικλήσκουσιν.

Ἄλλοι δὲ σπορόδην ὑποκείμενοι Ὑδροχοῆι
390
Κήτεος αἰθερίοιο καὶ Ἰχθύος ἠερέθονται
μέσσοι νωχελέες καὶ ἀνώνυμοι, ἐγγύθι δέ σφεων,
δεξιτερῆς ἀπὸ χειρὸς ἀγαυοῦ Ὑδροχόοιο,
οἵη τίς τ' ὀλίγη χύσις ὕδατος ἔνθα καὶ ἔνθα
σκιδναμένου, χαροποὶ καὶ ἀναλδέες εἱλίσσονται.
395
Ἐν δέ σφιν δύο μᾶλλον ἐειδόμενοι φορέονται
ἀστέρες οὔτε τι πολλὸν ἀπήοροι οὔτε μάλ' ἐγγύς,
εἷς μὲν ὑπ' ἀμφοτέροισι ποσὶν καλός τε μέγας τε
Ὑδροχόου, ὁ δὲ κυανέου ὑπὸ Κήτεος οὐρῆι·
τοὺς πάντας καλέουσιν Ὕδωρ. Ὀλίγοι γε μὲν ἄλλοι
400
νειόθι Τοξευτῆρος ὑπὸ προτέροισι πόδεσσιν
ἄγνωτοι κύκλωι περιηγέες εἱλίσσονται.

Αὐτὰρ ὑπ' αἰθομένωι κέντρωι τέραος μεγάλοιο
Σκορπίου, ἄγχι νότοιο, Θυτήριον αἰωρεῖται.
Τοῦ δ' ἤτοι ὀλίγον μὲν ἐπὶ χρόνον ὑψόθ' ἐόντος
405
πεύσεαι· ἀντιπέρην γὰρ ἀείρεται Ἀρκτούροιο.
Καὶ τῶι μὲν μάλα πάγχυ μετήοροί εἰσι κέλευθοι
Ἀρκτούρωι, τὸ δὲ θᾶσσον ὑφ' ἑσπερίην ἅλα νεῖται.
Ἀλλ' ἄρα καὶ περὶ κεῖνο Θυτήριον ἀρχαίη Νύξ,
ἀνθρώπων κλαίουσα πόνον, χειμῶνος ἔθηκεν
410
εἰναλίου μέγα σῆμα· κεδαιόμεναι γὰρ ἐκείνηι
νῆες ἀπὸ φρενός εἰσι· τὰ δ' ἄλλοθεν ἄλλα πιφαύσκει
σήματ', ἐποικτείρουσα πολυρροθίους ἀνθρώπους.
Τῶι μή μοι πελάγει νεφέων εἰλυμένωι, ἄλλων
εὔχεο μεσσόθι κεῖνο φανήμεναι οὐρανῶι ἄστρον,
415
αὐτὸ μὲν ἀνέφελόν τε καὶ ἀγλαόν, ὕψι δὲ μᾶλλον
κυμαίνοντι νέφει πεπιεσμένον, οἷά τε πολλὰ
θλίβετ' ἀναστέλλοντος ὀπωρινοῦ βορέαο.
Πολλάκι γὰρ καὶ τοῦτο νότωι ἔπι σῆμα τιτύσκει
Νὺξ αὐτὴ μογεροῖσι χαριζομένη ναύτηισιν.
420
Οἱ δ' εἰ μέν κε πίθωνται ἐναίσιμα σημαινούσηι,
αἶψα δὲ κοῦφά τε πάντα καὶ ἄρτια ποιήσωνται,
αὐτίκ' ἐλαφρότερος πέλεται πόνος· εἰ δέ κε νηὶ
ὑψόθεν ἐμπλήξηι δεινὴ ἀνέμοιο θύελλα
αὕτως ἀπρόφατος, τὰ δὲ λαίφεα πάντα ταράξηι,
425
ἄλλοτε μὲν καὶ πάμπαν ὑπόβρυχα ναυτίλλονται,
ἄλλοτε δ', αἴ κε Διὸς παρανισσομένοιο τύχωσιν
εὐχόμενοι, βορέω δὲ παραστράψηι ἀνέμοιο,
πολλὰ μάλ' ὀτλήσαντες ὅμως πάλιν ἐσκέψαντο
ἀλλήλους ἐπὶ νῆα. Νότον δ' ἐπὶ σήματι τούτωι
430
δείδιθι, μέχρι βορῆος ἀπαστράψαντος ἴδηαι.

Εἰ δέ κεν ἑσπερίης μὲν ἁλὸς Κενταύρου ἀπείη
ὦμος ὅσον προτέρης, ὀλίγη δέ μιν εἰλύοι ἀχλὺς
αὐτόν, ἀτὰρ μετόπισθεν ἐοικότα σήματα τεύχοι
Νύξ ἐπὶ παμφανόωντι Θυτηρίωι, οὔ σε μάλα χρὴ
435
ἐς νότον, ἀλλ' εὔροιο περισκοπέειν ἀνέμοιο.
Δήεις δ' ἄστρον ἐκεῖνο δύω ὑποκείμενον ἄλλοις·
τοῦ γάρ τοι τὰ μὲν ἀνδρὶ ἐοικότα νειόθι κεῖται
Σκορπίου, ἱππούραια δ' ὑπὸ σφίσι Χηλαὶ ἔχουσιν.
Αὐτὰρ ὁ δεξιτερὴν αἰεὶ τανύοντι ἔοικεν
440
ἀντία δινωτοῖο Θυτηρίου, ἐν δέ οἱ ἀπρὶξ
ἄλλο μάλ' ἐσφήκωται ἐληλάμενον διὰ χειρὸς,
Θηρίον· ὣς γάρ μιν πρότεροι ἐπεφημίξαντο.

Ἀλλ' ἔτι γὰρ καὶ ἔτ' ἄλλο περαιόθεν ἕλκεται ἄστρον·
Ὕδρην μιν καλέουσι, τὸ δὲ ζώοντι ἐοικὸς
445
ἠνεκὲς εἰλεῖται, καί οἱ κεφαλὴ ὑπὸ μέσσον
Καρκίνον ἱκνεῖται, σπείρη δ' ὑπὸ σῶμα Λέοντος,
οὐρὴ δὲ κρέμαται ὑπὲρ αὐτοῦ Κενταύροιο·
μέσσηι δὲ σπείρηι Κρητήρ, πυμάτηι δ' ἐπίκειται
εἴδωλον Κόρακος σπείρην κόπτοντι ἐοικός.
450
Ναὶ μὴν καὶ Προκύων Διδύμοις ὕπο καλὰ φαείνει. 



Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only