Τρίτη, 28 Απριλίου 2020

Του Βυζαντίου Η ιστορική απόδειξη της ελληνικότητας


Ellinismos kai Byzantio 1

Η Ελληνικότητα του Βυζαντίου είναι ένα θέμα που τίθεται από διάφορους σύγχρονους ιστορικούς και μελετητές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και που θεωρούν ότι ορθότερα θα ήταν αυτή να αναφέρεται ως ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία αμφισβητώντας τόσο τον όρο Βυζάντιο όσο -ουσιαστικά- τον ελληνικό χαρακτήρα της αυτοκρατορίας. Το ερώτημα τίθεται συχνά ως κατά πόσο η Βυζαντινή αυτοκρατορία αποτελούσε, στην συνείδηση των διαφόρων πολιτών της, μία Ελληνική, καθαρά, πολιτεία. Εντούτοις, ανεξαρτήτως του πώς αισθάνονταν οι ποικίλοι λαοί που αποτελούσαν την βυζαντινή κοινοπολιτεία, το ερώτημα που έμμεσα τίθεται ειδικότερα για τον ελληνικό λαό, είναι αν επιστημονικά και ιστορικά τεκμηριωμένα μπορεί να συνεχίσει να τη θεωρεί -πιθανόν όχι μονοπωλιακά- αλλά οπωσδήποτε ως αναπόσπαστο κομμάτι του κορμού της ιστορίας του ή όχι.
Ανάλυση
Το ερώτημα αν ο Βυζαντινός ήταν κάτι περισσότερο από Ρωμαίος πολίτης και Χριστιανός με ελληνική παιδεία, απασχόλησε αρκετά τους σύγχρονους Έλληνες ιστορικούς, κυρίως μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, υπό την επίδραση της νεοτερικής ιδεολογίας του εθνικισμού, περί τα μέσα του 19ου αιώνα. Με τη θεμελιακή εισφορά του "εθνικού" ιστοριογράφου Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, υπέρμαχου της ενότητας της ελληνικής ιστορίας, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρήκε τη θέση της στην ιστοριογραφία του ελληνικού έθνους, παρότι εκφράζονταν ενστάσεις.
Γνωρίζουμε ότι το τρίπτυχο ρωμαϊκή "αυτοκρατορική παράδοση, χριστιανική Ορθοδοξία, ελληνικός πολιτισμός" σημάδεψε το Βυζάντιο σε όλη την ιστορική του πορεία. Μπορούσε όμως η υπερεθνική συνείδηση της αποστολής της αυτοκρατορίας, να απορροφηθεί από την εθνική συνείδηση μιας μόνο εθνότητας, της ελληνικής;
Η απάντηση μίας τάσης ιστορικών είναι αρνητική (κάτι ανάλογο άλλωστε υποστηρίζουν ότι ισχύει με την μεταγενέστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και με την προγενέστερη Ρωμαϊκή), τουλάχιστον σε ότι αφορά το μεγαλύτερο τμήμα της βυζαντινής ιστορίας. Εντούτοις στη Βυζαντινή αυτοκρατορία η ελληνική γλώσσα ήταν ήδη lingua franca όλης της Μέσης Ανατολής και της Μικράς Ασίας, κάτι που δεν ίσχυε για τα λατινικά (τα οποία δεν κατάφεραν να ριζώσουν) ούτε για τα τουρκικά. Οταν δηλαδή αποφασίστηκε να καθιερωθεί και επισήμως η ελληνική γλώσσα κατά τον 6ο αιώνα, δηλαδή μόλις 200 χρόνια μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στο Βυζάντιο ή Κωνσταντινούπολη, η απόφαση ελήφθη ως αναγνώριση μιας ήδη υφιστάμενης πραγματικότητας και ήταν πράξη ρεαλισμού -διέβλεπαν ότι για να μείνει ενωμένη η αυτοκρατορία, έπρεπε το κράτος να ασπαστεί τη γλώσσα της πλειοψηφίας, που τουλάχιστον στον εκκλησιαστικό κόστο και στον εμπορικό της αυτοκρατορίας, ήταν τα ελληνικά. Η επίσημη υιοθέτηση της γλώσσας, οπωσδήποτε επηρέασε και τον σχηματισμό εθνικής συνείδησης τουλάχιστον στους ήδη ομιλούντες την ελληνική ως μητρική, δηλαδή στους Έλληνες, και τους οδήγησε σε μια σταδιακή ταύτιση με τον πυρήνα της αυτοκρατορίας -την Κωνσταντινούπολη και την αυλή του Βυζαντίου. Όσο αντιδημοκρατική και μεσαιωνική κι αν ήταν αυτή, το ελληνόφωνο στοιχείο και η υιοθέτηση πολλών ελληνικών παραδόσεων έδρασε συνεκτικά και προσεγγιστικά. Εξάλλου η λαϊκή πιεση για αποβολή των λατινικών ήταν έκδηλη ήδη από το 410 και τα ελληνικά μιλούνταν στην Κριμαία, την ουγγρική αυλή, στη Βουλγαρία, Ρωσία, Σερβία και αλλού
Η σύγκριση επίσης με τη μεταγενέστερη οθωμανική και προγενέστερη ρωμαϊκή αυτοκρατορία ειναι ατυχής και για έναν επιπλέον λόγο: στις περιοχές που κατακτήθηκαν από τους Ρωμαίους ή τους Οθωμανούς, πέραν του γλωσσικού στοιχείου, δεν προϋπήρχε αντίστοιχο λατινικό ή κεντρασιατικό εθνικό στοιχείο -δηλαδή κάτοικοι καταγωγής ρωμαϊκής ή τουρκικής. Η αποξένωση κράτους-υπηκόου και η μη αίσθηση εθνικής ταυτότητας δηλαδή, δεν μπορεί να συγκρίνεται σε μια αυτοκρατορία που έφερε μια ξένη γλώσσα και πολιτισμό με μια αυτοκρατορία που υιιοθέτησε τη γλώσσα ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού, σε περιοχές που ήδη από 2000 χρόνια πριν είχαν αποικισθεί από Έλληνες, όπως η Μικρά Ασία και ο Πόντος.
Μία άποψη ειναι ότι αν και πρόκειται για την ιστορία ενός κράτους στο οποίο δρα και επιδρά η πνευματική δύναμη του Ελληνισμού, η βυζαντινή ελληνικότητα δεν εξαντλεί τον εθνικό χαρακτήρα της Αυτοκρατορίας, ενώ η γεωγραφία του βυζαντινού Ελληνισμού δεν συμπίπτει ούτε με τα εκτεταμένα σύνορα της Αυτοκρατορίας, ούτε με τα στενά όρια της σύγχρονης Ελλάδας. Εντούτοις σε μία επεκτατική αυτοκρατορία τα όρια δεν ταυτίζονται με τα γεωγραφικά όρια της κυρίαρχης πολιτείας -οι τουρκικές φυλές για παράδειγμα είχαν ως κοιτίδα τους την κεντρική Ασία που δεν περιλαμβανόταν καν στην οθωμανική αυτοκρατορία, εντούτοις ουδείς αμφισβητεί τον τουρκικό χαρακτήρα της. Το καθοριστικό στοιχείο είναι ότι στις προγενέστερες και διάδοχες καταστάσεις επιβλήθηκε ο επιτιθέμενος, ενώ στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, σταδιακά επιβλήθηκε το τοπικό στοιχείο που εκπροσωπείτο, ειδικά στον εμπορικό κόσμο, από ελληνόφωνους και Έλληνες. Το ελληνικό στοιχείο υπολογιζοταν όχι μόνον ως ενοποιό, αλλά και ιστορικά-πολιτισμικά σημαντικό, αφού οι πόλεμοι ενεντίον των Περσών ήταν νέα Σαλαμίνα και ο νέος Μαραθώνας για τον μέσο μορφωμένο Βυζαντινό
Αν και γεωγραφικά / ιστορικά η Βυζαντινή Αυτοκρατορία περιλαμβάνει πολλές περιοχές της Αρχαίας Ελλάδας (Ιωνία, Πόντος, Βυζάντιο, Μεγάλη Ελλάδα, κυρίως Ελλάδα, Κύπρος) η διαμόρφωση των κοινωνικών δομών και θεσμών με την εξαίρεση της Θεσσαλονίκης και του Μυστρά, είναι αποκλειστικό σχεδόν επίτευγμα της βυζαντινής πρωτεύουσας και του μικρασιατικού κόσμου. Εντούτοις ο κεντρικός χαρακτήρας της διοίκησης μιας αυτοκρατορίας στο μεσαιωνικό κόσμο δεν θα μπορούσε να απαλειφθεί και να αντισταφεί σε μια δημοκρατική κοινωνία όπου οι αποφάσεις θα λαμβάνονταν από τη βάση. Κατά συνέπεια το γεγονός ότι οι αποφάσεις λαμβάνονταν στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας ή στα εμπορικά μάχιμα ελληνικά κέντρα της Μικράς Ασίας δεν σημαίνει αποστασιοποίηση από το ελληνικό στοιχείο της (γεωγραφικά νοουμένης) σημερινής Ελλάδας.
Το Βυζάντιο παρουσίασε αρκετές μεταβολές στο πέρασμα των αιώνων και προς το τέλος της ιστορίας του, λόγοι δημογραφικοί συνέβαλαν στη μεταβολή αυτών των δεδομένων. Η απώλεια των κεντρικών περιοχών στη Μικρά Ασία και των βόρειων επαρχιών στη χερσόνησο του Αίμου περιόρισε την Αυτοκρατορία σε εδάφη στην κυρίως Ελλάδα, κατά μήκος των ακτών του Αιγαίου και του Ευξείνου Πόντου και σε νησιά, όπου είχαν ιδρυθεί αρχαιότατες ελληνικές αποικίες. Ασφαλώς, ξένες προσμίξεις και διασταυρώσεις πληθυσμών υπήρξαν, όμως οι Βυζαντινοί, συγκεντρωμένοι στα ιστορικά ελληνικά εδάφη, αισθάνονταν και γεωγραφικά Έλληνες και αποδέχονταν ότι και φυλετικά ήταν Έλληνες. Επιπλέον η επίσημη γλώσσα του κράτους ήταν η ελληνική και αυτό συνέβαλε και στον εξελληνισμό ακόμα και όσων ήταν νεόφερτοι στα εδάφη της αυτοκρατορίας.
Ο ελληνισμός ως ενοποιό στοιχείο
Η ελληνικότητα του Βυζαντίου, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ήταν κοινή με την εξέλιξη του ονόματος Έλλην. Αυτό ξεκινά ως εθνικό στην Αρχαία Ελλάδα και μετατρέπεται κυρίως σε πολιτιστικό επί Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αφού όλα τα έθνη είχαν χαθεί μέσα στην κυριαρχία της. Η εμφάνιση του χριστιανισμού αποξένωσε ακόμα περισσότερο για ένα διάστημα τους 'Ελληνες ως ειδωλολάτρες και "εθνικούς". τους πρώτους αιώνες της κυριαρχίας του χριστιανισμού το όνομα Έλλην παρέμενε θρησκευτικά φορτισμένο λόγω της ταύτισής του με την ειδωλολατρία και την μη χριστιανική φιλοσοφία.Εντούτοις η σταδιακή επιβολή του χριστιανισμού και στον ελλαδικό χώρο, απάλειψε και αυτό το διαφοροποιό στοιχείο.
Η εποχή του Ηρακλείου ήταν εκείνη που έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στο ελληνικό στοιχείο: αφού το Βυζάντιο απώλεσε το μεγαλύτερο μέρος των ασιατικών και δυτικών χωρών του, έθεσε τέλος στη διγλωσσία που υπήρχε ανάμεσα στην κρατική διοίκηση και τον στρατό που χρησιμοποιούσαν τη λατινική και τις ευρείες λαϊκές μάζες της Ρωμαϊκής Ανατολής, που τη θεωρούσε ακατανόητη, και καθιέρωσε την ελληνική ως επίσημη γλώσσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Με τον τρόπο αυτό, η επικρατούσα γλώσσα του λαού και της Εκκλησίας έγινε πλέον και γλώσσα του κράτους. Ο ίδιος, μάλιστα, υιοθέτησε τον τίτλο του βασιλέως, αντί του λατινικού imperator και έκοψε νομίσματα με την ελληνική επιγραφή "ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ". Σταδιακά, η γνώση της λατινικής γλώσσας έγινε σπάνιο φαινόμενο στις επόμενες γενιές. Με το τέλος της δυναστείας του Ηρακλείου, αν και η Αυτοκρατορία παρέμεινε σταθερά προσκολλημένη στις ρωμαϊκές πολιτικές ιδέες και παραδόσεις, με την επικράτηση της ελληνικής γλώσσας, αρχίζει να μετασχηματίζεται σταδιακά, για να καταλήξει προς το τέλος της ιστορίας της, σε ένα "μεσαιωνικό ελληνικό κράτος" ή στην "Ελληνική Αυτοκρατορία της χριστιανικής Ανατολής".
Ωστόσο, για πολύ καιρό ακόμη, ο πιο στενός σύνδεσμος ενότητας μέσα στην Αυτοκρατορία αναζητήθηκε όχι στην ελληνική συνείδηση, αλλά στην κοινή αφοσίωση στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, που τελικά συνετέλεσε στον αποτελεσματικό έλεγχο της προώθησης του Ισλάμ προς την Πόλη. Αυτό δείχνουν και τα λόγια του Λέοντα ΣΤ' (886-912), που εμψυχώνει τους διοικητές του λέγοντας ότι "οφείλουν να είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για την πατρίδα και την ορθή χριστιανική πίστη, όπως και oι στρατιώτες τους, που με την κραυγή: "Ο Σταυρός θα νικήσει", πολεμούν, σαν στρατιώτες του Χριστού, του Κυρίου μας, για τους γονείς, για τους φίλους, για την πατρίδα, για ολόκληρο το χριστιανικό έθνος".
Έτσι, παρ' όλη τη σταδιακή αποφόρτιση του ονόματος Έλλην, το περιεχόμενο του βυζαντινού εθνικισμού, που έπρεπε να αναπτυχθεί για τη σωτηρία της πατρίδας, σχετιζόταν ακόμη με την πεποίθηση ότι η Αυτοκρατορία είναι ο καθορισμένος υπερασπιστής της Χριστιανοσύνης. Οι ιστορικοί όμως που χρησιμοποιουν αυτό το επιχείρημα κατά της ελληνικότητας, επιλέγουν να μην προσμετρήσουν ότι εν τω μεταξύ όλη η αυτοκρατορία μιλούσε τα ελληνικά και ότι οι ελληνόφωνοι (των Ελλήνων ασφαλώς περιλαμβανομένων) ήταν εξίσου χριστιανοί με τους υπόλοιπους υπηκόους της κοινοπολιτείας.
Η απόφαση του Βυζαντίου να χρησιμοποιεί ως ενοποιό στοιχείο τη χριστιανοσύνη έμελλε πάντως να αλλάξει. Αφετηρία στάθηκε η καχυποψία των Βυζαντινών έναντι των Δυτικών, με αφορμή τις τρεις μεγάλες εκστρατείες των Νορμανδών, που εκδηλώθηκαν το 1081, το 1147 και το 1185. Παρ' όλα τα προβλήματα που είχαν δημιουργήσει στις διμερείς σχέσεις, η ανατρεπτική ενέργεια του πάπα Λέοντα Γ΄, να στέψει το 800 μ.Χ. τον Καρλομάγνο "Βασιλέα των Ρωμαίων" και το Σχίσμα του 1054, οι επιδρομές αυτές ήταν που συντάραξαν τους Βυζαντινούς, καθώς ήταν η πρώτη φορά που χριστιανικός λαός της Δύσης, επιτίθετο εναντίον τους.
Ταυτόχρονα, όπως διαγράφεται σαφώς στα κείμενα του 12ου και 13ου αιώνα, κυρίως στις ιστοριογραφίες της Άννας Κομνηνής (1083 – 1148), του Ιωάννη Κίνναμου (1143; – 1202;), του Νικήτα Χωνιάτη (περ. 1155/7-1217) και άλλων, όχι μόνον δεν τονίζεται ο ιερός χαρακτήρας των Σταυροφοριών, ή η σχέση του με το προσκύνημα, αλλά αντίθετα χρησιμοποιείται σαφώς στρατιωτική ορολογία και μάλιστα, προβάλλεται η επιθετική διάθεση του σταυροφορικού κινήματος και η ανησυχία για το φαινόμενο της μαζικής εμφάνισης των Δυτικών. Έτσι, η επιθετική τακτική της Δύσης σε στρατιωτικό επίπεδο, αλλά και η οικονομική διείσδυση των ιταλικών πόλεων στο Βυζάντιο, που πήραν σε μεγάλο βαθμό το εμπόριο και γενικότερα την οικονομία στα χέρια τους, προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των Βυζαντινών και προστριβές με τους Λατίνους.
Όλα αυτά, δημιούργησαν νέα δεδομένα στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης. Ο χριστιανισμός δεν επαρκούσε πλέον για ν' απαλλάξει το Βυζάντιο από τους εχθρούς του, και η χριστιανική Δύση συγκαταλεγόταν ανάμεσα σ' αυτούς. Σε μια εποχή που ο αντίπαλος ήταν επίσης χριστιανός, έπρεπε να βρεθεί ένας νέος άξονας για τη βυζαντινή αυτοσυνείδηση. Έτσι, το αίσθημα υπεροχής των Βυζαντινών έναντι των Δυτικών, που οφειλόταν στην πολιτική τους θεωρία και στις πολιτιστικές αξίες της ελληνικής Αρχαιότητας που εξασφάλιζαν την πολιτιστική υπεροχή του Βυζαντίου, έκανε αισθητή την παρουσία του.
Από το 13ο αι. και εξής, οι όροι Έλλην, Ελληνισμός, ελληνικός, κ.λπ. απέβαλλαν σε κάποιο βαθμό την παλιά τους συνωνυμική ταύτιση με την έννοια της ειδωλολατρίας και επανήλθαν σε χρήση από τον Βυζαντινό πολίτη χωρίς ενδοιασμούς, και χωρίς να χαρακτηρίζουν πλέον μόνο τον "εθνικό", δηλαδή τον μη Χριστιανό. Ο όρος Ρωμαίος, ο οποίος παρά τον εξελληνισμό του κράτους συνέχιζε να αποτελεί τίτλο τιμής, αντικαταστάθηκε σε ευρεία κλίμακα από τον όρο Έλλην. Μία από τις πρώτες μαρτυρίες όπου οι Ρωμαίοι έπαψαν να είναι πολιτική οντότητα για να γίνουν θρησκευτική κοινότητα, βρίσκεται στη διαθήκη της Άννας Παλαιολογίνας Νοταρά, που γράφει το 1493 στη Βενετία: "Πρώτον να με μνημονεύουν κατά την τάξιν των Ρωμαίων Χριστιανών". Η συνύπαρξη του Έλλην και του Ρωμαίος, φαίνεται στο συμπέρασμα που καταγράφει ο Μανουήλ Χρυσολωράς (1350-1415), ότι δηλαδή η Κωνσταντινούπολη είναι το δημιούργημα των δύο φρονιμότερων και δυνατότερων εθνών, των Ρωμαίων που τότε κυριαρχούσαν στην Οικουμένη και των Ελλήνων που είχαν κυριαρχήσει προηγουμένως.
Νεότεροι μελετητές της ιστορίας και των θεσμών του μεσαιωνικού Ελληνισμού κάνουν συχνά λόγο για τη σταδιακή γένεση και εξάπλωση μιας ιδεολογίας ενός ελληνοκεντρικού βυζαντινού εθνικισμού, που αποτέλεσε την απαρχή για τη μορφοποίηση του νεοελληνικού εθνικισμού και της νεοελληνικής ιστορίας. Η χρονολογία που συμβολικά χρησιμοποιήθηκε ως αρχή της νέας αυτή φάσης της ελληνικής ιστορίας είναι το 1204[18], χρονολογία της άλωσης και άγριας λεηλασίας της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας. Στο κήρυγμα για αντίσταση εναντίον τών κατακτητών, οι νέοι αρχηγοί, πολιτικοί, στρατιωτικοί ή πνευματικοί, ζητούν πρότυπα για να τονώσουν το ηθικό του λαού. "Και πού θα τα βρουν αυτά παρά στους μεγάλους των προγόνους, στους αρχαίους Έλληνες;".
Πράγματι, οι Δυτικοί, που ονομάζονταν υποτιμητικά "Φράγκοι" από τους Βυζαντινούς, πήραν πλέον τη θέση των "βαρβάρων" σε αντιστοιχία με την αρχαιοελληνική πραγματικότητα. Ο Νικήτας Χωνιάτης, το έργο του οποίου αποτελεί πολύτιμη πηγή για τα γεγονότα από το 1118 μέχρι την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους το 1204, δηλώνει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει τη συγγραφή της ιστορίας, που είναι το "κάλλιστον εύρημα των Ελλήνων", περιγράφοντας βαρβαρικές πράξεις κατά των Ελλήνων:
Ellinismos kai Byzantio 2
"Πὼς ἂν εἴην ἐγὼ τὸ βέλτιστον χρῆμα, τὴν Ἱστορίαν, τὸ κάλλιστον εὕρημα τῶν Ἑλλήνων, βαρβαρικαῖς καθ' Ἑλλήνων πράξεσι χαριζόμενος;"
Είναι χαρακτηριστικό, ότι σε μια περίοδο συρρίκνωσης του Βυζαντινού Κράτους, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Γ' Βατάτζης (1222-1254) δέχεται την ελληνική εθνική καταγωγή του. Απαντώντας στον πάπα Γρηγόριο Θ', ο οποίος απευθύνεται σ' αυτόν ονομάζοντας τον Γραικό, ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας βεβαιώνει ότι "ο Μέγας Κωνσταντίνος παραχώρησε τη βασιλεία των Ρωμαίων στο γένος των Ελλήνων".
Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Χρήστου: "Η επανεμφάνισις του ονόματος Έλλην με την εθνική του σημασία έγινε όταν είχε λησμονηθή πλέον η ύπαρξις των ειδωλολατρών και η χρήσις του ήταν ακίνδυνη για τον χριστιανισμό. Η επανεμφάνισις ακολούθησε την ίδια οδό με την εξαφάνισι. Το όνομα από εθνικό είχε εκπέσει πρώτα σε πολιτιστικό κι έπειτα σε θρησκευτικό και τέλος εξαφανίστηκε. [...] Με την επανεμφάνισί του τώρα, για την δήλωσι καταστάσεων του παρόντος, γίνεται πρώτα πολιτιστικό κι έπειτα πάλι εθνικό".
Εν κατακλείδι, σε αυτόν τον βαθμιαίο εξελληνισμό της Αυτοκρατορίας συνέβαλε η βαθμιαία ανεξαρτητοποίηση από αυτήν όλων των μη ελληνικών στοιχείων, ο ανταγωνισμός της σε όλους τους τομείς με την ανερχόμενη λατινική Δύση, από την εποχή των Κομνηνών κι έπειτα, αλλά και η πρώιμα εθνικιστική, ελληνοκεντρική στάση της διανοητικής ελίτ του βυζαντινού κόσμου και της τότε "αστικής" τάξης, ως αποτέλεσμα του προαναφερθέντος ανταγωνισμού και των κοινωνικών συγκρούσεων των εμπόρων με την αριστοκρατία της γης.
Το γεγονός εντούτοις ότι το εθνικό όνομα 'Ελλην υιοθετήθηκε επισήμως σχετικά αργά, δεν σημαίνει ότι μέχρι τότε το ελληνικό στοιχείο ένιωθε ξένο, αλλά απεναντίας ζούσε σε μία αυτοκρατορία που μιλούσε τη γλώσσα του και ασπαζόταν τη θρησκεία του (που ήταν από αιώνες πλέον ο χριτιανισμός). Ούτε εξάλλου θα μπορούσε από πλευράς της εξουσίας να χρησιμοποιηθεί ή να προωθηθεί νωρίτερα οποιοδήποτε εθνικό όνομα λαού, αφού στην οικουμενική αυτοκρατορία του Βυζαντίου εκείνο που διέσωζε την συνοχή στο πολυεθνικό μωσαϊκό του ήταν ακριβώς η οικομενικότητα και η ισονομία όλων των υπηκόωων, είτε Ελλήνων είτε Συρίων.
Συμπερασματικά
Το πρόβλημα, αν στο σύνολό της η βυζαντινή ιστορία αποτελεί οργανικό μέρος της ιστορίας του ελληνικού έθνους, υπήρξε για πολλούς αμφιλεγόμενο ζήτημα. Επιχείρημα όσων θεωρούν μη ελληνική ιστορία τη βυζαντινή, ήταν και παραμένει ότι εξίσου με τον σύγχρονο ελληνισμό, και άλλοι λαοί αναζητούν την κατανόηση της ιστορικής τους πραγματικότητας μέσα στο Βυζάντιο: η ιταλική χερσόνησος, οι βαλκανικοί πληθυσμοί και οι σλαβικοί λαοί της βορειοανατολικής Ευρώπης, ο κόσμος της Μικράς Ασίας και του αρμενικού έθνους. Υποστηρίζεται ότι δεν είναι εύκολο να ταυτίσουμε τη ζωή, την ιστορία και τον πολιτισμό ολόκληρης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με την κληρονομιά που δέχθηκε από το Βυζάντιο ο Νέος Ελληνισμός. Είναι δηλαδή πολλοί οι λαοί και οι χώρες που έμειναν εκτός της νεοελληνικής επίδρασης, αν και απλώνουν τις ρίζες τους, όπως και η Ελλάδα, στην κοινή βυζαντινή πραγματικότητα. Εντούτοις το γεγονός ότι αυτοί οι λαοί μοιάζει να μην δέχτηκαν την ελληνική επίδραση (που και αυτό δεν είναι διόλου αποδεδειγμένο), δεν αναιρεί την ύπαρξη της επίδρασης αυτής. Ούτε μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι η άρχουσα τάξη στο Βυζάντιο μελετούσε αρχαία ελληνικά και Έλληνες φιλοσόφους και αυτό ήταν σαφές και στο Πανεπιστήμιο της βασιλεύουσας. Όπως εξάλλου και το γεγονός ότι παρότι ασφαλώς πολλοί λαοί μετείχαν και ανέδειξαν έως και αυτοκράτορες, δεν ομιλείτο στην αυλή ούτε η ιταλική, ούτε η σλαβική.
Το γεγονός ότι το Βυζάντιο ασπάστηκε επισήμως τον ελληνισμό από εθνική άποψη προς το τέλος του (πιθανότατα κι αυτο από ανάγκη)[25], δηλαδή την εποχή της συρρίκνωσης και του αποχωρισμού πολλών μη ελληνικών περιοχών και πληθυσμών, για κάποιους ιστορικούς σημαίνει ότι ο ελληνισμός του ήταν νεογέννητος και δεν προϋπήρξε. Ομως για άλλους ιστορικούς σημαίνει ότι απλά τότε πλέον η αυλή του Βυζαντίου δεν χρειαζόταν να εξασφαλίζει τη συνοχή μιλώντας ελληνικά και πράττοντας πολυεθνικά -ήταν πια ελεύθερη να μιλά μόνον τη δική της γλώσσα, που την κράτησε εξάλλου ενωμένη και ζωντανή για χίλια χρόνια.






Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only