Πέμπτη, 21 Μαΐου 2020

3.315-1.450 π.Χ.Πρωτοελληνική Περίοδος

2.1. Οι πρωτοελληνικές φυλές
Το έτος 3.315 π.Χ. θεωρείται συμβατικά αφετηρία της Εποχής του Χαλκού (3.315-1.100) για τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Οι κάτοικοι των οικισμών της περιόδου αυτής, που μπορούν να ονομασθούν με το γενικό χαρακτηρισμό Πρωτοέλληνες (ή Ετεοέλληνες ή Ελληνοπελασγοί), έθεσαν τις βάσεις της κοινής συμβίωσης καθορίζοντας τρόπους προστασίας των πόλεων, εξασφαλίζοντας για τους πολίτες θεσμούς συνύπαρξης με ομόνοια και ευνομία και διευκολύνοντας την ιδιωτική ζωή με τη διδασκαλία της χρήσης της φωτιάς, της κατεργασίας μετάλλων, της χρήσης του τόξου καθώς και της υπόδειξης θρεπτικών ειδών, όπως το μέλι, η σίκαλη, το σιτάρι, το κολοκύθι, το λάδι, τα σύκα, η αγκινάρα, τα ρεβίθια, τα σταφύλια (βότρυς) και άλλων τροφίμων. Η ετυμολογία των ονομάτων αυτών έχει ως εξής:
-          ετεός <εσ-τί, είτ-ω, προστ. του ειμί = αληθής, πραγματικός, γνήσιος, εξ ου ετάζω > εξετάζω
-          πελασγός (<πέλας + άγω = πελάζω = πλησιάζω, διότι πέλας = πλησίον, άρα πελασγός=ο πλησίον λαός, οι γείτονες.
Με τους όρους αυτούς καλύπτεται ένα σύνολο λαών, της Λευκής Φυλής, πιθανόν της Χαμιτικής ή Μεσογειακής Ομοφυλίας, στην οποία ανήκαν επίσης οι Αρχαίοι Αιγύπτιοι, οι Ίβηρες, οι Ετρούσκοι της Ιταλίας, οι Φοίνικες στην περιοχή της σημερινής Παλαιστίνης και οι Λίβυοι. Συγκεκριμένα στην Ελλάδα κατοικούσαν:
Πελασγοί (ετυμολογία ως άνω): Στη Θεσσαλία, Ήπειρο, Αττική, Χαλκιδική, Λήμνο
Λέλεγες (<λέλεξ <λάσκω, παρκμ. λέλακα ή λέληκα = κράζω, διότι είχαν βροντώδη φωνή): Στη Λοκρίδα, Μεσσηνία, Τριφυλία, Λακωνία, Βοιωτία, Εύβοια, Ακαρνανία, Θεσσαλία, Λευκάδα, Κυκλάδες και Ιωνία (πόλεις Έφεσος, Πήδασος Πισιδίας).
Κάρες (<Κάρ <εκ του κε-καρ-μένη (μετοχή πρκμ. του κείρω) την κεφαλή έχοντες): Ιωνία, Κρήτη, Οδησσός (πόλεις Κνωσός, Αλικαρνασσός, Λυρνησσός, Τυλισσός)
Δρύοπες (<δρυς = βελανιδιά + όψη = έχοντες εμφάνιση βελανιδιάς = καταγόμενοι από περιοχές με βελανιδιές): Αρχικά στη Φθιώτιδα, όρος Οίτη, αργότερα Κύμη, Στύρα, Κάρυστος, Κύθνος, Ερμιόνη, Κύπρος.
Κουρήτες ή Ετεοκρήτες: Στην Φρυγία, Κρήτη, Εύβοια, Αιτωλοακαρνανία (Κουρήτες = επιμελητές <κουρέω = φροντίζω <Fουρέω <οράω, ορέω, ουρέω = βλέπω, εποπτεύω, το «ετεός=γνήσιος» ετυμολογείται όπως προαναφέρεται)
Καύκωνες (<καύκη, καυκί = κρανίο, όστρακο, από το καύσις+κάρα = κεφάλι): Στη Μεσσηνία
Τέμμικες: Στη Λαυρεωτική, Σούνιο, Βοιωτία
Ύαντες (<ύω=βρέχω >Υάδες): Στη Θήβα, Φωκίδα (πόλη Υάμπολις)
Τελχίνες: Στην Κρήτη, Κύπρο, Ρόδο (πόλεις Κάμειρος, Ιαλυσός, Λίνδος)
Τηλεβόες γνωστοί και ως Ταφίοι (<τηλε <τέλος + βοώ = κραυγάζοντας από μακριά): Στην Κεφαλληνία, Εχινάδες, και αργότερα Κάπρι, Καμπανία Ιταλίας
Έφυροι (<φέρω, φορά >έφερα): Στην Ηλεία, Θεσπρωτία (πόλη Εφύρα).
2.2. Κύρια γνωρίσματα του Πρωτοελληνικού Πολιτισμού
Οι λαοί αυτοί, όπως αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα από τα πρώτα χρόνια της Νεολιθικής Περιόδου, σε μια εποχή κατά την οποία ο πληθυσμός της Γης από 5.000.000 το 8.000 π.Χ αυξήθηκε σε 7.000.000 το 5.000 και σε 25.000.000 το 4.500 π.Χ. Τα επιτεύγματα των Σουμερίων, των Αιγυπτίων και των Φοινίκων διαδόθηκαν σταδιακά και επηρέασαν ανάλογα τον τρόπο ζωής των κατοίκων με σχετική υστέρηση σε σχέση με τους πρωτοπόρους. Η Εποχή του Χαλκού άρχισε στην Ελλάδα το 3315  ενώ ο Χαλκός άρχισε να χρησιμοποιείται ολοκληρωτικά από το 2600 και ο Ορείχαλκος από το 2100. Η άνθηση του Πρωτοελληνικού Πολιτισμού άρχισε από το 2100 και κράτησε μέχρι το 1450, όταν άρχισαν να επικρατούντα ινδοευρωπαϊκά ελληνικά φύλα, με κυρίαρχους τους Αχαιούς, οι οποίοι ουσιαστικά συνέχισαν τον πολιτισμό των Πρωτοελλήνων μέχρι το 1100 π.Χ..
Οι σημαντικότερες εστίες ακμής των Πρωτοελλήνων την περίοδο αυτή ήταν οι Κυκλάδες και η Κρήτη. Αναπτυγμένες πόλεις όμως υπήρχαν και στην Ηπειρωτική Ελλάδα, κυρίως στην Ανατολική Στερεά και στην Πελοπόννησο. Οι πολιτισμοί που αναπτύχθηκαν στις περιοχές αυτές έχουν μεγάλη ομοιότητα και συγγένεια μεταξύ τους και η θέση τους στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι εξαιρετικής σπουδαιότητας, διότι εκτός των άλλων είναι οι πρώτοι χρονολογικά αξιόλογοι πολιτισμοί της Ευρώπης. Τα αρχαιολογικά ευρήματα στις Κυκλάδες και στην Κρήτη (τα ανάκτορα της Κνωσού, της Φαιστού και των Μαλίων) αποκαλύπτουν ένα λαό χαρούμενο, εύθυμο, ελεύθερα αφοσιωμένο στις απολαύσεις της ζωής, με εκπληκτική αντίληψη του κομψού και του ωραίου και με μια μοναδική αίσθηση της φωτεινότητας, της χάρης και της χαρούμενης πλευράς της ζωής. Την εποχή που σε  χώρες με αυστηρά θεοκρατικά καθεστώτα, όπως η Αίγυπτος και η Μεσοποταμία, κατασκευάζονταν ογκώδη και επιβλητικά αλλά άκαμπτα και βαριά έργα τέχνης (όπως οι Πυραμίδες και τα μεγάλα αγάλματα των ακίνητων και ανέκφραστων Φαραώ), οι Κρητικοί και οι Κυκλαδίτες έφτιαχναν κομψοτεχνήματα, σε όλα τα είδη της τέχνης (ζωγραφική, αρχιτεκτονική, γλυπτική και ιδίως μικρογλυπτική, κεραμική και χρυσοχοϊκή). Έργα όπως η Θεά των Όφεων ή ο Πρίγκιπας των Κρίνων και οι σκηνές με τις ταυρομαχίες και τα κυνήγια, είναι εντυπωσιακά τεκμήρια του λαμπρού επίπεδου καλλιτεχνικής έκφρασης των ανθρώπων εκείνων. Πανέμορφες γυναίκες με λεπτές μέσες, χρυσοποίκιλτα και λεπτοδουλεμένα φουστάνια και γυμνά στητά στρογγυλά στήθη, άνδρες ψηλοί και λυγερόκορμοι με μακριά μαύρα μαλλιά, παραστάσεις με φωτεινά και φανταχτερά χρώματα (κυρίως κόκκινο και γαλάζιο) και κίνηση γεμάτη ζωή και χάρη, λεπτουργημένα κοσμήματα, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, λεκάνες, κύπελλα, είναι τα γνωρίσματα της ζωής και της τέχνης των Πρωτοελλήνων που σήμερα προκαλούν το γενικό θαυμασμό.
2.3. Ο Ετεοκρητικός Πολιτισμός (3.315 – 1.450)
Στην Κρήτη (<κράτ-ος {α>η}, ισχυρή ναυτική δύναμη [<κρατύνω =σκληραίνω > κρητίς =πέτρωμα]) αναπτύχθηκε ένας από τους σημαντικότερους προϊστορικούς πολιτισμούς. Άκμασαν εκεί περί τις 100 μεγάλες και πλούσιες πόλεις, όπως η Κνωσσός (αρχικό όνομα Καίρατος), η Φαιστός, η Ζάκρος, η Γόρτυνα, τα Μάλλια,  με αμύθητο πλούτο, όπως δείχνουν τα ευρήματα σε χρυσό, άργυρο, μεταλλικά εργαλεία, όπλα, πολύτιμους λίθους, ελεφαντόδοντο, ενώ το ίδιο το νησί δεν διαθέτει μεταλλεύματα. Έγιναν υδρευτικά και αποχετευτικά έργα, που δεν διέθεταν ούτε τα ανάκτορα των Βερσαλλιών του βασιλιά Λουδοβίκου του ΙΔ. Ανθούσε η κεραμεική, η σφραγιδογλυφία, η μεταλλοτεχνία, η χρυσοχοΐα, και άλλες τέχνες, γεγονός που υποδηλώνει πως οι Κρήτες, παράλληλα με την ναυτιλία και την τεχνολογία, είχαν αναπτύξει και το διεθνές εμπόριο, άποψη που ενισχύεται από το γεγονός ότι στην Κρήτη έχουν εντοπιστεί πολλά λιμάνια, όπως η Αμνισσός, η Κάτω Ζάκρος, τα Μάλλια, ο Καμμός, οι Γουρνιές, ο Μοχλός. 7

Η Κρήτη λοιπόν διέθετε όλη την υποδομή, για την κατασκευή, την επισκευή, την συντήρηση και τον ελλιμενισμό πλοίων. Τα λιμάνια θα μπορούσαν επιπλέον να χρησιμοποιηθούν και ως εμπορικοί σταθμοί, για την φύλαξη εμπορευμάτων. Οι Κρήτες επομένως μπορούσαν να εκμεταλλεύονται όλον αυτόν τον μεταλλευτικό πλούτο της περιοχής και παράλληλα να τον μεταφέρουν και να τον εμπορεύονται.
            Όπως προαναφέρθηκε οι πρώτοι κάτοικοι της Κρήτης ήταν Κάρες, Κουρήτες και Τελχίνες που, σύμφωνα με την αρχαιολογική μαρτυρία, εγκαταστάθηκαν εκεί από τα πρώτα χρόνια της Προκεραμικής Νεολιθικής εποχής (6.900) προερχόμενοι από άλλες περιοχές του ελλαδικού χώρου (και όχι από την Αίγυπτο ή τη Φοινίκη, όπως πιστευόταν παλιότερα). Μετά την αρχική εγκατάσταση ακολούθησε μια μακρά περίοδος σχετικής σταθερότητας, μέχρι την έναρξη της Εποχής του Χαλκού, περί το 3000 π..Χ. Στο σύνολο των πρώτων κατοίκων οι μετέπειτα Έλληνες έδωσαν το γενικό όνομα Ετεοκρήτες (= γνήσιοι Κρήτες) και επομένως ο πολιτισμός που δημιούργησαν (από το 3.315 μέχρι το 1.450) είναι ορθό να ονομάζεται Ετεοκρητικός. Η ιδεοληψία που προκάλεσε στον άγγλο αρχαιολόγο Άρθουρ Έβανς ο ενθουσιασμός από τα αρχαιολογικά ευρήματα των ανασκαφών του στην Κνωσό, τον οδήγησε στην υιοθέτηση της ονομασίας «Μινωικός» από τον βασιλιά Μίνωα (<μένω = παραμένω σταθερός (>μένος), αντέχω, διαρκώ), ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδόσεις, έζησε στην επόμενη (αχαϊκή) ιστορική περίοδο και δεν ήταν από εκείνους που έθεσαν τις βάσεις του κρητικού πολιτισμού στα χρόνια που εξετάζουμε, τα οποία για μεθοδολογικούς σκοπούς διακρίνονται σε Προανακτορική και Ανακτορική περίοδο ως εξής:.
2.3.1. Προανακτορική Περίοδος (3.315 – 1.900)
Η Κνωσσός (<κνώσσω [<υπνώσσω = κοιμάμαι] = μέρος κατάλληλο για ύπνο), στην δυτική πλευρά της κοιλάδας του Καιράτου, είχε αρχικά  έκταση 0,60 στρέμματα με πληθυσμό 70 ατόμων. Οι πρώτοι άποικοι έφεραν μαζί τους τις δομές μιας πλήρως αναπτυγμένης καλλιεργητικής κοινωνίας και την πρώτη γλώσσα από την οποία προέκυψαν τα μεταγενέστερα γλωσσικά ιδιώματα του νησιού.. Στην αρχή της υπόψη περιόδου η Κνωσσός έφτασε σε έκταση 12 στρεμμάτων και πληθυσμό 1500 άτομα, αύξηση που αποδίδεται σε δεύτερο μεταναστευτικό ρεύμα, κατά το οποίο εποικήθηκαν και πολλά άλλα νησιά του Αιγαίου.
Η μεταλλουργία του χαλκού ήταν ήδη γνωστή στην Κνωσσό ήδη από την ύστερη νεολιθική (Χαλκολιθική) περίοδο, αλλά οι χρήσεις του ορείχαλκου δεν εξαπλώθηκαν ευρέως παρά μετά το 2500 π.Χ. Από τις κοινωνίες της περιόδου 3500–2000 υπάρχουν ταφικά ευρήματα, ιδιαίτερα τους κυκλικούς τύμβους της Μεσαράς, και από λιγοστά ανασκαμμένα πεδία, όπως τα Δέβλα, η Μύρτος και η Κορυφή (0.09 εκτάρια), των οποίων ο πληθυσμός ήταν πιθανώς 30-50 άτομα, έναντι 450 ατόμων της Φαιστού, των Μαλίων και του Μόχλου και 1.500 της Κνωσσού. Τα μεγέθη αυτά και οι μνημειακές κατασκευές της Κνωσσού ή τα πλούσια ταφικά ευρήματα στο Μόχλο, τις Αρχάνες και τα Μάλια, οδηγούν στην υπόθεση της ανάπτυξης αριστοκρατικής τάξης σε μια ιεραρχημένη κοινωνία και συνιστούν ενδείξεις επαφών με την ανατολική Μεσόγειο, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τα στοιχεία αυτά ως παράγοντες ανάδυσης της κοινωνίας των ανακτόρων.

2.3.2. Ανακτορική Περίοδος (1.900 – 1.450)

Τα πρώτα κτήρια που αναφέρονται ως «ανάκτορα» κτίστηκαν στις αρχαιολογικές θέσεις της Κνωσσού, των Μαλίων και της Φαιστού και από αρχιτεκτονική άποψη είναι μνημειακές κατασκευές με συνολική έκταση των δαπέδων από 3,2 στρέμματα στην Κνωσσό έως 1,85 στρέμματα στα Μάλια, διατεταγμένες γύρω από μια κεντρική αυλή, με λιθόστρωτη δυτική δευτερεύουσα αυλή και εξελιγμένες τεχνικές οικοδόμησης, όπως οι λίθινοι ορθοστάτες. Η ομοιομορφία των πρώτων ανακτόρων είναι σχετικά φαινομενική, διαπίστωση που φαίνεται ιδιαίτερα στα Μάλια με το διασκορπισμένο τους περίγραμμα, ενώ είναι πιθανό να μην υπήρχαν διακριτά ανακτορικά οικοδομήματα σε όλο το νησί παρά μετά το 1.700, κυρίως στην ανατολική Κρήτη, όπου κατασκευάστηκαν εκτεταμένο οδικό δίκτυο, σταθμοί και παρατηρητήρια για να συνδέσουν το Παλαίκαστρο και τον κάτω Ζάκρο με το νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού.



Οι καινοτομίες στην οικονομική και κοινωνική οργάνωση της ύστερης προανακτορικής περιόδου διακρίνονται καλύτερα στο αρχιτεκτονικό περιβάλλον των πρώτων ανακτόρων. Τα ανάκτορα συσσώρευαν το γεωργικό πλεόνασμα των γαιών τους σε κατασκευές μεγάλων αποθηκών τροφίμων, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούνται σε εποχές πίεσης και πιθανώς σε τελετουργικούς εορτασμούς. Για την καταγραφή των αποθεμάτων και άλλων στοιχείων χρησιμοποιούνταν δύο είδη γραφών, η αποκαλούμενη κρητική ιερογλυφική (κυρίως στην Κνωσσό και τα Μάλια) και οι γραμμικές γραφές (πινακίδες Γραμμικής Α και Γραμμικής Β που βρέθηκαν στη Φαιστό). Στη Φαιστό (<φάος >φαίνω [=φέρω στο φως, φανερώνω] = φωτεινό μέρος) επίσης χρησιμοποιήθηκαν πήλινες σφραγίδες για τον άμεσο έλεγχο των αποθηκευτικών χώρων και των ίδιων των δοχείων. Στα ανάκτορα αναπτύχθηκε βιοτεχνική παραγωγή και είναι πολύ πιθανό ότι τα ανάκτορα μονοπώλησαν πρώτες ύλες όπως ο χαλκός από την Αττική και άλλες περιοχές, ο κασσίτερος και το ελεφαντόδοντο μέσω της Συρίας.



Ευρήματα πολύχρωμης κεραμικής στις Καμάρες χαρακτηριστικά της πρωτοανακτορικής περιόδου είναι διαδεδομένα σε διάφορους τόπους της ανατολικής Μεσογείου και στην Αίγυπτο, υποδεικνύοντας δρόμους εμπορίου και σχέσεις ανταλλαγής με τις σημαντικότερες μεσογειακές δυνάμεις. Οι επαφές με την ελληνική ηπειρωτική χώρα και νησιά του Αιγαίου (ειδικά τις Κυκλάδες) ήταν πυκνές κατά τη διάρκεια της πρωτοανακτορικής περιόδου και εντάθηκαν ακόμη περισσότερο στην νεοανακτορική περίοδο (μετά το 1.700 π.Χ). Οι εικονογραφικές μαρτυρίες και τα τεχνικά έργα δηλώνουν ότι τα ανάκτορα χρησιμοποιούνταν και ως τελετουργικά κέντρα, ενώ στις λατρευτικές θέσεις περιλαμβάνονται σπήλαια ( Ιδαίον Άντρον και Δικταίον Άντρον), πηγές ( Κάτω Σύμη), και ιερά σε κορυφές, ευρέως διαδεδομένα στην ύπαιθρο.



Τα ανάκτορα έγιναν εστίες εγκατάστασης ανθρώπων με αποτέλεσμα την αύξηση της έκτασης στην Κνωσσό το 1.700 σε 185 στρέμματα, γεγονός που υποδεικνύει πληθυσμό μέχρι και 12.000 ατόμων, ενώ τα εδάφη που ελέγχονταν από την Κνωσσό, τη Φαιστό και τα Μάλια πιθανώς κάλυπταν έκταση πάνω από 1.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Για σύγκριση μπορεί να ληφθεί υπόψη ότι οι Μυκήνες κατά την εποχή της ακμής τους 400 χρόνια αργότερα είχαν έκταση 74 στρέμματα, συμπεριλαμβανομένης της περιτοιχισμένης ακρόπολης.



Η μετάβαση από τα παλαιά ή πρώτα ανάκτορα της πρωτοανακτορικής περιόδου (1.900 – 1.700 π.Χ) στα νέα ή δεύτερα ανάκτορα της νεοανακτορικής περιόδου (1.700 – 1.450) προκλήθηκε από την ανάγκη αναδημιουργίας των οικοδομημάτων, μετά από τις καταστροφές (πιθανώς εξαιτίας σεισμού) και στις τρεις σημαντικές τοποθεσίες της εποχής (Κνωσσός, Φαιστός και Μάλια). Τα νέα ανάκτορα είναι περισσότερο κατανοητά σε ό,τι αφορά τον τρόπο λειτουργίας τους, καθώς παρουσιάζουν μείζονες αρχιτεκτονικές ομοιότητες, διατηρώντας πολλούς από τους ρόλους των προκατόχων τους, όπως είναι η αποθήκευση, η τελετουργία, και η παραγωγή και συγκέντρωση πρώτων υλών, μέσω των ολοένα και περισσότερο πυκνών επαφών με την ελληνική ηπειρωτική χώρα, τα αιγαία νησιά, την ανατολική Μεσόγειο και την Αίγυπτο, που αποτυπώνονται, με εντυπωσιακό τρόπο, σε μινωικού ύφους τοιχογραφίες που βρέθηκαν στο Ισραήλ και στο Δέλτα του Νείλου (αρχαία Άβαρις).







2.3.3. Η ζωή στην πρωτοελλαδική Κρήτη






            Η ζωή στην πρωτοελλαδική Κρήτη, σύμφωνα με όλες τις υπάρχουσες ενδείξεις, ήταν ευχάριστη για άνδρες γυναίκες και παιδιά, χάρη στο εξαιρετικό κλίμα του νησιού  και στην οικονομική ευμάρεια που εξασφάλιζε η πλούσια γεωργική και βιοτεχνική παραγωγή και η άνθηση του εμπορίου. Τα ανάκτορα και οι κατοικίες των ευπόρων είχαν δύο ή τρεις ορόφους και διέθεταν αποτελεσματικό σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης. Τα δωμάτια ήταν διακοσμημένα με φωτεινές υδατογραφίες, σχεδιασμένες πάνω στο επίχρισμα των τοίχων με χαρούμενα και ζωηρά χρώματα, που απεικόνιζαν ποικίλα γεωμετρικά σχήματα, λουλούδια και παραστάσεις της καθημερινής ζωής (κομψές κυρίες, παιδιά που πυγμαχούν, ψαράς που κουβαλάει φορτίο από σκουμπριά). Η γεωργική παραγωγή περιλάμβανε σιτάρι, κριθάρι, λαχανικά, σταφύλια και ελιές, από τις οποίες με τριβή παραγόταν λάδι, που φυλαγόταν αποθηκευμένο σε μεγάλα πιθάρια ύψους όσο ένας άνθρωπος, στα οποία διατηρούσαν επίσης κρασί και σιτάρι. Για το μαγείρεμα των φαγητών χρησιμοποιούσαν χάλκινες χύτρες και άλλα σκεύη, αλλά τα ψάρια τα έψηναν στη φωτιά περασμένα σε οβελία. Τα κεραμικά προϊόντα ήταν εξαιρετικής ποιότητας και ομορφιάς στο εξωτερικό σχήμα και στις διακοσμήσεις. Όλα τα γεωργικά και λοιπά εμπορεύσιμα αγαθά αποθηκεύονταν στα παλάτια και από εκεί διανέμονταν ανάλογα με τις ανάγκες. Με τον τρόπο αυτό οι βασιλείς εξασφάλιζαν τον έλεγχο της ζωής και την υπακοή στις εντολές τους όλων των κατοίκων του βασιλείου τους.



Οι Ετεοκρήτες ήταν εξαιρετικοί ναυτικοί και έμποροι, και είχαν απλώσει τις δραστηριότητές τους σε όλη τη Μεσόγειο και ιδιαίτερα στην Αίγυπτο. Η θρησκεία τους περιλάμβανε αρκετούς θεούς, αλλά ήταν ιδιαίτερα αφιερωμένη σε γυναικείες θεότητες που τις υπηρετούσαν ιέρειες. Τα «ταυροκαθάψια», ένα είδος επικίνδυνου αθλήματος, που ασκούσαν, στα πλαίσια ιεροτελεστιών με λατρευτικό χαρακτήρα, εξαιρετικά εκπαιδευμένοι νέοι και νέες, σε ομάδες τριών ατόμων, περιλάμβανε χορό και ακροβατικά άλματα πάνω από ράχες ταύρων, που θεωρούνταν «ιερά ζώα». Διακοσμήσεις με το σχήμα των κεράτων ταύρου είναι χαρακτηριστικό θέμα του εξωραϊσμού των ανακτόρων της Κνωσσού, ενώ ο «διπλός πέλεκυς», που έχει επίσης σχήμα κεράτων ταύρου, ήταν βασικό θρησκευτικό σύμβολο. Ο μύθος του «Μινώταυρου», έχει επίσης σχέση με τη λατρεία του θεοποιημένου ταύρου και πιθανότατα έχει προκύψει από τις μεταμφιέσεις των ιερέων, οι οποίοι, όπως και στην Αίγυπτο, στα πλαίσια των λατρευτικών υποχρεώσεών τους, φορούσαν μάσκες – ομοιώματα μοσχαροκεφαλής. Ο χορός, για τον οποίο αφιέρωναν και ειδικές αίθουσες στα ανάκτορα και τις επαύλεις, ήταν επίσης ένα σημαντικό μέρος της ζωής ανδρών και γυναικών, συχνά και για λατρευτικούς σκοπούς, ενώ ενήλικες και παιδιά έπαιζαν αρκετά περίπλοκα, και εξελιγμένα όπως τα σημερινά, επιτραπέζια παιχνίδια, που βασίζονταν και στη χρήση ζαριών («κύβων»).



            Η πτώση του Ετεοκρητικού πολιτισμού αποδίδεται κατά ένα μέρος σε μια μεγάλη έκρηξη του ηφαίστειου της Θήρας (Σαντορίνης) που έγινε το 1450 π.Χ. Τα σπίτια του νησιού θάφτηκαν κάτω από τη λάβα και τη στάχτη, που διατήρησαν τους τοίχους σε αξιοσημείωτο ύψος, που αποκαλύπτεται από σύγχρονες ανασκαφές. Τα παλιρροϊκά κύματα και η πτώση στάχτης από τη Θήρα προσέβαλαν και την Κρήτη και προκάλεσαν ανεπανόρθωτη καταστροφή, που ακολουθήθηκε από εισβολές Αχαιών από την βορειότερη Ελλάδα που εγκαταστάθηκαν εκεί και κυριάρχησαν στην περιοχή τους επόμενους τρεις αιώνες μέχρι το 1100 π.Χ.







2.4. Ο Κυκλαδικός Πολιτισμός (3.315 – 1.100)






Την ονομασία Κυκλάδες (<κύκλος <κύ-κοιλος <κυρτός (<κύω) + κοίλος # κατά το ένα ήμισυ κυρτός και κατά το άλλο κοίλος) χρησιμοποίησαν οι αρχαίοι έλληνες συγγραφείς για να χαρακτηρίσουν το πυκνό σύμπλεγμα των μικρών νησιών στο κέντρο του Αιγαίου πελάγους, τα οποία φαίνονται να σχηματίζουν έναν νοητό κύκλο γύρω από το ιερό νησί και τόπο λατρείας του Απόλλωνα, τη Δήλο. Τα νησιά αυτά υπήρξαν το λίκνο ενός σημαντικού πολιτισμού, του λεγόμενου Κυκλαδικού πολιτισμού, που άνθησε κατά την 3η χιλιετία π.X. παράλληλα και σε στενή σχέση με τον Ετεοκρητικό Πολιτισμό.



Τρεις είναι οι λόγοι που συνέτειναν στη γένεση και στην ανάπτυξη του πολιτισμού αυτού κατά τους αρχαιότατους εκείνους χρόνους. Πρώτον, η στρατηγική γεωγραφική τους θέση, δεύτερον, οι περιορισμοί του φυσικού τους περιβάλλοντος οι οποίοι ανάγκασαν τους νησιώτες να στραφούν εξαρχής στην θάλασσα προκειμένου να προσποριστούν τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους και τρίτον, ο ορυκτός τους πλούτος και συγκεκριμένα ο οψιανός της Μήλου, η σμύριδα της Νάξου, ο μόλυβδος της Σίφνου, ο χαλκός της Κύθνου και της Σέριφου και, τέλος, η κατεξοχήν πρώτη ύλη των νησιών, το μάρμαρο.



Η διάρκεια του πολιτισμού αυτού καλύπτει περίπου δύο χιλιετίες, δηλαδή το διάστημα από το 3.315 έως το 1.100  και διακρίνεται σε Πρωτοκυκλαδική, Μέση και Υστεροκυκλαδική περίοδο. Ο κυρίως Κυκλαδικός πολιτισμός όμως άκμασε ιδιαίτερα κατά την περίοδο της πρώιμης Εποχής του Χαλκού (3000-2000).



            Η Φυλακωπή στη βόρεια παραλία της Μήλου, είναι μία από τις τοποθεσίες όπου τα αρχαιολογικά και καλλιτεχνικά ευρήματα είναι αντιπροσωπευτικά του συνολικού χαρακτήρα του Κυκλαδικού πολιτισμού σε όλη την προαναφερόμενη διάρκειά του. Κατά την πρώτη φάση  (2300-2000) τα σπίτια του καταυλισμού ήταν μικρά, φτιαγμένα από παραγεμισμένα υλικά, χωρίς εσωτερικούς τοίχους και χωρίς τετράγωνα δωμάτια, ενώ στη δεύτερη φάση (2000-1550) ήταν πλινθόκτιστα με ορθές γωνίες και σε μερικές περιπτώσεις διώροφα, με τοίχους διακοσμημένους με τοιχογραφίες λουλουδιών, πουλιών και ανθρώπινων δραστηριοτήτων (όπως το περίφημο ιπτάμενο ψάρι και τα παιδιά που κρατάνε ψάρια) και η πόλη προστατευόταν από ισχυρά τείχη. Οι σχέσεις με την Κρήτη ήταν στενές, όπως δείχνουν τα πολυάριθμα βάζα κατασκευασμένα με την τεχνική που χρησιμοποιούσαν οι κρητικοί στις Καμάρες. Κατά την τρίτη φάση (1550-1100) η πόλη ήταν ακόμη μεγαλύτερη και τα τείχη της ισχυρότερα, οι δρόμοι συναντιόνταν σε ορθές γωνίες, οι τάφοι, με ένα ή δύο κελιά, ήταν σκαμμένοι μέσα σε βράχους και ο καταυλισμός ζούσε πλέον υπό την εμφανή επίδραση του Αχαϊκού πολιτισμού (παλάτι όμοιο με των Μυκηνών υπήρχε στη βορειοανατολική περιοχή της πόλης). Μετά το 1100 η πόλη της Φυλακωπής εγκαταλείφτηκε.







2.5. Η εξέλιξη σε άλλους σύγχρονους λαούς






Στον υπόλοιπο κόσμο, με την έναρξη της Εποχής του Χαλκού είχαν ήδη σχηματιστεί τα εξής κράτη, που θεμελίωσαν τα αρχέτυπα του ανθρώπινου πολιτισμού:







2.5.1. Το κράτος των Σουμερίων (5.000-1.740)






Στην περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Τίγρη και Ευφράτη, που οι Έλληνες ονόμασαν αργότερα Μεσοποταμία, συγκεντρώθηκαν σταδιακά, ήδη από το 7.000 λευκοί μη σημιτικοί γεωργικοί πληθυσμοί (που περιγράφονται σήμερα ως «πρωτο-ευφρατικοί»), οι οποίοι σχημάτισαν το κράτος των Σουμερίων (5.000 – 1.740), στο νότιο τμήμα, που καταλήγει στον Περσικό Κόλπο, όπου το έδαφος ήταν βαλτώδες και το κλίμα θερμό και υγρό από τις πλημμύρες των ποταμών. Οι ίδιοι ονόμαζαν τους εαυτούς τους «Εμ-ε-γκιρ» (=οι άνθρωποι με το μαύρο κεφάλι), ενώ Σουμέριους τους ονόμασαν αργότερα οι Ακκάδιοι για να ορίσουν γεωγραφικά τη περιοχή. Εικάζεται ότι ήρθαν από τη περιοχή του Αφγανιστάν ή άλλη ορεινή χώρα, επειδή στα ανάγλυφά τους εμφανίζουν τους θεούς τους πάνω στα βουνά. Τα πρώτα σπίτια ήταν φτιαγμένα από καλάμια, αλλά αργότερα χτίζονταν με λασπότουβλα ξεραμένα στον ήλιο. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκαν οικισμοί, που εξελίχθηκαν σε χωριά και πόλεις όπως η Εριντού (πρώτη πόλη του κόσμου μετά την Ιεριχώ), η Ουρ, η Ουρούκ, η Λαγκάς, η Λάρσα και βορειότερα η Αντάμπ, η Κις, στο ύψος της Βαβυλώνας, η Ακσάκ και αργότερα η Ακκάδ. Κάθε χωριό και πόλη είχε προστάτη ένα θεό ή μία θεά στους οποίους ήταν αφιερωμένος ένας ναός στο κέντρο του οικισμού, χτισμένος πάνω σε μία βάση. Οι πόλεις ήταν οχυρωμένες με υψηλά τείχη και καθεμία είχε αυτόνομη κυβέρνηση με αρχηγό ένα «βασιλέα», δημιουργώντας το πρότυπο των πόλεων-κρατών, που χρησιμοποιήθηκε αργότερα και από τους Έλληνες. Οι ιερείς του ναού με τον καιρό απέκτησαν μεγάλη ισχύ στη δουλοκτητική κοινωνία που δημιουργήθηκε, όπου συμβίωναν με την αριστοκρατία των μεγάλων γαιοκτητών, την αστική τάξη των εμπόρων και των τεχνιτών και με τους γεωργούς που καλλιεργούσαν τα χωράφια που βρίσκονταν έξω από τα τείχη. Συχνά οι πόλεις –κράτη έρχονταν σε σύγκρουση μεταξύ τους και κάθε τόσο η μία κυρίευε την άλλη, αλλά κανένας «βασιλεύς» δεν έγινε ποτέ κυρίαρχος όλης της Σουμερίας ή της Μεσοποταμίας.



Με κύρια έδρα αρχικά την πόλη Ουρ και αργότερα (από το 4.000) την Ουρούκ, οι Σουμέριοι έθεσαν πρώτοι  τις βάσεις της γεωργικής κοινωνίας με την εφεύρεση του τροχού και του αρότρου και αργότερα (από το 3.200) και του κεραμικού τροχού, ενώ από το 2800 άρχισαν να χρησιμοποιούνται τα πρώτα σαπούνια στη Βαβυλώνα από βρασμένο λίπος και στάχτη, καθώς και τα πρώτα μέτρα βάρους για συναλλαγές. Οι ίδιοι δεν χρησιμοποιούσαν ακόμη άλογα και τα άρματά τους έλκονταν (από το 2.450 π.Χ.) από όνους και όναγρους, ενώ τα άροτρα σέρνονταν από βόδια. Ήταν επίσης οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν ένα σύστημα αρχικά εικονογραφικής γραφής, κυρίως για να τηρούν ιστορικό των οικονομικών δοσοληψιών τους, που βασίζονταν σε ανταλλαγές προϊόντων, οι οποίες καταγράφονταν σε επίπεδες πλάκες από πηλό χρησιμοποιώντας καλάμια για τη χάραξη των εικόνων, αρχικά κατακόρυφα και αργότερα οριζόντια. Με τον καιρό (από το 2.900 π.Χ.) η εικονογραφική γραφή μετεξελίχτηκε σε σφηνοειδή, στην οποία οι εικόνες των αντικειμένων αντικαταστάθηκαν με σχηματοποιημένες παραστάσεις, που αναπτύχθηκαν σε σύστημα που μπορούσε να αποτυπώσει λέξεις και φράσεις που περιείχαν όχι μόνο αντικείμενα, αλλά και αφηρημένες έννοιες. Αξιοσημείωτη είναι η εξαιρετικά προοδευμένη οργάνωση της παιδείας τους, που προέβλεπε συστηματική διδασκαλία των παιδιών, από το πρωί μέχρι το απόγευμα, σε σχολεία που δεν διέφεραν πολύ από τα σημερινά, αφού ήταν οργανωμένα σε τάξεις με θρανία και έδρα για τον κυρίως δάσκαλο, που είχε μαζί του και δύο βοηθούς, από τους οποίους ο ένας ήταν μαθητευόμενος.



Τα σπίτια των εύπορων ήταν διώροφα, χτισμένα με πήλινα τούβλα, χωρίς εξωτερικά παράθυρα και είχαν την τυπική δομή που χρησιμοποίησαν και οι Έλληνες στα επόμενα χρόνια, με ένα «αίθριο» στη μέση, υπό τύπο εσωτερικής αυλής χωρίς σκεπή, στο οποίο έμπαιναν απευθείας από την εξώπορτα και από το οποίο με στεγασμένους διαδρόμους μπορούσαν να μπουν στα δωμάτια που ήταν διαταγμένα σε σχήμα «Π» γύρω από το αίθριο. Ένα τέτοιο σπίτι διέθετε, σε μία αντιπροσωπευτική συγκρότηση, τρία υπνοδωμάτια στο δεύτερο όροφο με περιμετρικό εξώστη και μαγειρείο, καθώς και δωμάτιο εργασίας, στο ισόγειο, όπου υπήρχε και αποχωρητήριο με σύστημα αποχέτευσης, αλλά πιθανώς όχι ιδιαίτερο δωμάτιο λουτρού. Τα σπίτια των πτωχότερων ήταν μονώροφα με λιγότερα δωμάτια, όπως και τα αγροτικά σπίτια, έξω από τα οποία υπήρχαν και θολωτές καλύβες από καλάμια για τη στέγαση των ζώων (βόδια, αγελάδες, γιδοπρόβατα, όνοι και σκυλιά, ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα καθενός). Οι άνδρες φορούσαν κοντή φούστα μέχρι τα γόνατα και ήταν γυμνοί από τη μέση και πάνω, ενώ οι περισσότεροι ξύριζαν τελείως τα μαλλιά τους, ακόμη και αν διατηρούσαν γένια, με ή χωρίς μουστάκι. Οι γυναίκες φορούσαν μακρύ ολόσωμο μονόχρωμο φόρεμα, αναρτημένο από τον ένα ώμο, ενώ ο άλλος ήταν γυμνός. Οι πλέον εύπορες φορούσαν στολίδια (περιδέραια, διαδήματα, ενώτια, βραχιόλια και δαχτυλίδια, χρυσά με πέτρινες διακοσμήσεις) και καλλωπίζονταν, όπως σήμερα, βάφοντας τα χείλια και τα μάτια τους.



            Η ανάπτυξη της γραφής διευκόλυνε τις εμπορικές συναλλαγές, καθώς για τις σημαντικές εμπορικές συμφωνίες συντάσσονταν και υπογράφονταν, με χρήση ατομικών σφραγίδων, γραπτά συμβόλαια. Για το σκοπό αυτό, όσοι δεν ήξεραν να γράφουν, χρησιμοποιούσαν ειδικούς γραμματείς, οι οποίοι κατέγραφαν στις αγορές τα εισαγόμενα προϊόντα, όπως κυρίως μέταλλα, πέτρες και ξυλεία, που δεν παράγονταν τοπικά. Οι γραμματείς μετρούσαν επίσης τα χωράφια, για να καθορίσουν το φόρο που έπρεπε να πληρώνουν οι γεωργοί. Το σύστημα μέτρησης που χρησιμοποιούσαν ήταν δεκαδικό, όπως σήμερα, ενώ ένα άλλο σύστημα που βασιζόταν σε μονάδες του 60, χρησιμοποιείται σήμερα για τη μέτρηση του χρόνου. Οι Σουμέριοι πίστευαν ότι οι πόλεις τους ήταν ιδιοκτησία κάποιου τοπικού θεού, στον οποίο αφιέρωναν το 1/3 της μονοπωλιακά εθνικοποιημένης καλλιεργήσιμης γης, ενώ η αντίστοιχη παραγωγή φυλαγόταν για εποχές αφορίας ή για ανταλλαγές με εισαγόμενα αγαθά. Το δεύτερο μέρος της παραγωγής προοριζόταν για τους ιερείς και το προσωπικό των ναών και το τρίτο ενοικιαζόταν στους πολίτες για ατομική χρήση, με αντίτιμο ένα μέρος από την παραγωγή τους.



            Στο θεοκρατικό πολίτευμα που δημιουργήθηκε με τον τρόπο αυτό, ο βασιλεύς κυβερνούσε την πόλη-κράτος για λογαριασμό των θεών, με τη βοήθεια των ιερέων, των γραμματέων και των αριστοκρατών γαιοκτητών, μερικοί από τους οποίους γίνονταν πολύ πλούσιοι και ζούσαν πολυτελή ζωή. Ο πλούτος της Σουμερίας προερχόταν κυρίως από τα εύφορα εδάφη που καλλιεργούσαν οι γεωργοί με πολύ κόπο, χρησιμοποιώντας αρδευτικά συστήματα με μεγάλα κανάλια. Η μεταλλουργία του χρυσού, του αργύρου, του χαλκού και του κασσίτερου (από το 3000), είχε επίσης φτάσει σε αξιοπρόσεκτα επίπεδα, αν και ήταν δαπανηρή, αφού τα μέταλλα έπρεπε να εισάγονται από το εξωτερικό. Ιδιαίτερη ανάπτυξη γνώρισε η κεραμική, αφού, σε αντίθεση με τα μέταλλα και τα ξύλα, ο πηλός ήταν άφθονος και όλα τα οικιακά σκεύη κατασκευάζονταν από αυτόν. Εξαιρετική πρόοδο σημείωσε επίσης η αρχιτεκτονική, αφού οι στοιχειώδεις μονώροφοι ναοί, θεμελιωμένοι σε απλή βάση, της αρχικής περιόδου εξελίχθηκαν σε ογκώδεις τετραώροφους πύργους με τη βαθμιδωτή μορφή του «ζιγκουράτ». Οι πρώτοι λατρευτικοί ναοί του είδους ζιγκουράτ κατασκευάστηκαν από τους Σουμέριους το 3.100 (Ζιγκουράτ του θεού Ανού και Λευκός Ναός στην Ουρούκ), αλλά το τελειότερο και υψηλότερο οικοδόμημα αυτού του τύπου, το Μεγάλο Ζιγκουράτ της Ουρ, ύψους 21 μέτρων (ίσως ο Πύργος της Βαβέλ της Γραφής), κατασκευάστηκε το 2.100 π.Χ. Ο νομοθετικός κώδικας του Ουρ-Ναμμά (Ur-Namma 2047 – 2030) ο αρχαιότερος γνωστός στον κόσμο, συντάχθηκε την περίοδο αυτή, από την οποία χρονολογούνται επίσης δύο μεγάλα ποιήματα των Σουμερίων (που καταγράφτηκαν σε πήλινες πινακίδες περί το 1.750 από τους Βαβυλώνιους), το «έπος του ήρωα Γκιλγκαμές και Ενκιντού» και το κοσμογονικό «Ενούμα Ελίς» που σηματοδοτούν μια εντυπωσιακή άνθιση της λογοτεχνίας, παράλληλα με την ακμή που σημειώνεται στη γλυπτική, τα μαθηματικά, την αστρονομία, την ιατρική και την αρδευτική τεχνολογία. Το πρώτο απ’ αυτά περιγράφει τις περιπέτειες του ήρωα βασιλιά της Ουρούκ Γκιλγκαμές στην αναζήτηση του μυστικού της αιώνιας ζωής, απηχώντας, σε ιστορική βάση, τον ανταγωνισμό των πόλεων-κρατών της Ουρούκ και της Κις, ενώ το δεύτερο περιγράφει τη γέννηση των θεών, του κόσμου και των ανθρώπων.



            Από την άποψη των πολιτικών εξελίξεων η μακραίωνη ιστορική πορεία των Σουμερίων μπορεί να διακριθεί στις εξής περιόδους:







-5300-2900: Προδυναστική περίοδος: με τις εξής υποπεριόδους:



-5300-4800: Περίοδος κυριαρχίας της πόλης Εριντού: Γεωργική κοινωνία με ανεξάρτητους αγρότες και πρωτόγονη πατριαρχική διάρθρωση κατά γένη στις περιοχές Εριντού, Νιππούρ, Κις, Ουρ, Ουρούκ.



-4800-4500: Περίοδος κυριαρχίας της πόλης Ουμπαΐντ, όπου διαμορφώθηκε κοινωνία από πρωτοσουμέριους χωρικούς με αρδευτική γεωργία που έμεναν σε σπίτια φτιαγμένα από λασπότουβλα, κυνηγούς και ψαράδες, που ζούσαν σε σπίτια από καλάμια και πρωτοακκάδιους νομάδες βοσκούς που ζούσαν σε τέντες.



-4000-3200: Προδυναστική ανάπτυξη της πόλης Ουρούκ που αριθμούσε ήδη 50.000 κατοίκους, με θεοκρατικό πολίτευμα, που επικεφαλής είχε ένα βασιλιά-αρχιερέα (ensi), ο οποίος υποστηριζόταν από συμβούλιο γερόντων, που απαρτιζόταν από άνδρες και γυναίκες.



-3200-2900: Προδυναστική περίοδος της πόλης Ζεμντέτ Νασρ (Jemdet Nasr), που χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη της κεραμικής και τη διαμόρφωση της σφηνοειδούς γραφής, με τα εξής αξιοσημείωτα:



       3196 Αλουλίμ (Alulim), ο πρώτος γνωστός επώνυμος βασιλεύς



            του κόσμου στην Εριντού.



        3120 Πτώση της Εριντού. Μεταφορά της πρωτεύουσας στην



            Παντίβιβλο (Bad-tibira) με βασιλείς τους Ενενλουανά



           (En-nen-lu-ana), Ενμενγκαλανά (En-men-gal-ana) και



           Ντουμουζίντ (Dumuzid).



       2996 Πτώση της Παντίβιβλου. Μεταφορά της πρωτεύουσας



            στην Λάρσα, με βασιλιά τον Ενσιπαντ-ζιντανά (En-sipad-



           zid-ana).



        2957 Πτώση της Λάρσας. Μεταφορά της πρωτεύουσας στην



            Ζιμπίρ, με βασιλιά τον Ενμεντουρανά (En-men-dur-ana).



       2917 Πτώση της Ζιμπίρ. Μεταφορά της πρωτεύουσας στην



           Σουρουπάγκ, με βασιλιά τον Ουμπαρατουτού (Ubara-



           Tutu).







-2900-2335: Αρχαία Δυναστική Περίοδος (Κις, Ουρούκ, Ουρ, Κις), μετά από μία μεγάλη πλημμύρα («κατακλυσμός») στη Μεσοποταμία περί το 2900 π.Χ. που βύθισε τις πόλεις στο νερό, με τις εξής διακρίσεις:



-2900-2590: Α Δυναστεία στην Κις. Φεουδαρχικό δουλοκτητικό κράτος με μοναρχικό πολίτευμα, ιερατείο και αστική τάξη στις πόλεις Κις, Ουρ, Λαγκάς, Ούμμα. Κυριότεροι βασιλείς οι Ετανά (Etana), Ενμενμπαράγκε-σι (En-me-barage-si) και Αγκά (Aga).



-2900-2334: Πόλεμοι της Αρχαίας Δυναστικής Περιόδου στη Μεσοποταμία. Ο Ενμενμπαράγκε-σι της Κις περί το 2600 νίκησε τους Ελαμίτες και έχτισε το ναό του Ενλίλ στη Νιππούρ.



-2590-2530: Α Δυναστεία της Ουρούκ. Πτώση της Κις. Μεταφορά πρωτεύουσας στην Ουρούκ. Σπουδαιότεροι βασιλείς οι Ενμερκάρ (Enmerkar), Λουγκαλμπαντά (Lugalbanda) και Γκιλγκαμές (Gilgamesh), ο πιο διάσημος βασιλεύς της Ουρούκ, ήρωας του πρώτου έπους στην ανθρώπινη ιστορία.



-2530-2510: Α Δυναστεία της Ουρ Πτώση της Ουρούκ. Μεταφορά πρωτεύουσας στην Ουρ. Γνωστότεροι βασιλείς οι Μεσανεπαντά (Mesh-Ane-pada), Μεσκαλαντούγκ (Meskalamdug), Πουαμπί (Puabi), Μεσιλίμ (Mesilim).



-2510-2500: Δυναστεία της Αουάν Πτώση της Ουρ. Μεταφορά πρωτεύουσας στην πόλη Αουάν του Ελάμ.



-2500-2466: Β Δυναστεία της Κις Πτώση της Αουάν. Μεταφορά πρωτεύουσας στην Κις.



-2466-2461: Δυναστεία της Χαμαζί Πτώση της Κις. Μεταφορά πρωτεύουσας στην Χαμαζί.



-2461-2448: Β Δυναστεία της Ουρούκ Πτώση της Χαμαζί. Μεταφορά πρωτεύουσας στην Ουρούκ. Γνωστότερος βασιλεύς ο Ενσαγκκουσανά (En-shag-kush-ana).



-2448-2440: Β Δυναστεία της Ουρ Πτώση της Ουρούκ. Μεταφορά πρωτεύουσας στην Ουρ.



-2440-2436: Δυναστεία της Αντάμπ Πτώση της Ουρ. Μεταφορά πρωτεύουσας στην Αντάμπ. Ο βασιλεύς Λουγκαλανεμούντου (Lugal-Ane-mundu) διατήρησε για λίγο την κυριαρχία στην Ουρούκ, την Ουρ και τη Λαγκάς, συμπεριλαμβανομένου και του Ελάμ



-2436-2414: Δυναστεία της Μαρί Πτώση της Αντάμπ. Μεταφορά πρωτεύουσας στην Μαρί που ιδρύθηκε το 2950..



-2414-2410: Γ Δυναστεία της Κις Πτώση της Μαρί. Μεταφορά πρωτεύουσας στην Κις, όπου ηγεμόνας ήταν η πρώτη γνωστή βασίλισσα του κόσμου Κουγκμπαού (Kug-Bau), ιδιοκτήτρια ταβέρνας.



-2410-2388: Δυναστεία της Ακσάκ Πτώση της Κις. Μεταφορά πρωτεύουσας στην Ακσάκ.



-2388-2359: Δ Δυναστεία της Κις Πτώση της Ακσάκ. Μεταφορά πρωτεύουσας στην Κις.



-2359-2335: Γ Δυναστεία της Ουρούκ Πτώση της Κις. Μεταφορά πρωτεύουσας στην Ουρούκ. O βασιλεύς Λουγκάλ-Ζάγκε-σι (Lugal-zage-si), αρχιερέας στην Ούμμα υπέταξε την Ουρούκ και την Ουρ.







-2335-2147 Ακκαδική Περίοδος: Πτώση της Ουρούκ. Μεταφορά της πρωτεύουσας στην Ακκάδ, μετά από επικράτηση των Ακκάδιων, με τις εξής διακρίσεις:



-2334-2279: Ο Σαργκόν ο Μέγας, ιδρυτής της πόλης Ακκάδ, επιβλήθηκε ως βασιλεύς στις πόλεις Κις, Λαγκάς, Ουρούκ, Ελάμ, Ακκάδ και Ασσούρ, σε ένα κράτος που, περιλαμβάνοντας και τους Σουμέριους, υπήρξε ο κοινός πρόγονος των μετέπειτα Ασσυρίων και των Βαβυλωνίων.



-2279-2165: Άλλοι γνωστοί βασιλείς οι Τασουλτούμ (Tashlultum), Ενχεντούανά (En-hedu-ana), Μανιστίσού (Man-ishtishu), Ναραμσίν (Naram-Sin), Σαρκαλισαρί (Shar-kali-sharri) και Ντουντού (Dudu).



-2165-2147: Σουντουρούλ (Shu-Durul), τελευταίος Ακκάδιος βασιλεύς των Σουμερίων.







-2147-2055 Γκουτιανή Περίοδος: Πτώση των Ακκάδιων. Επικράτηση, μιας άλλης τοπικής πατριάς, των Γκουτιανών, με πρωτεύουσα την Λαγκάς. Γνωστότεροι βασιλείς ο Ινκισούς (Inkishush) και ο Γκουντέα (Gudea 2144-2124), οι οποίοι συνέχισαν την πρακτική των προκατόχων τους Σαργκονιδών ισχυριζόμενοι ότι είναι θεοί και καλλιέργησαν την τέχνη, αφήνοντας αρκετά αρχαιολογικά ευρήματα.







-2055-1740 Νέα Δυναστική Περίοδος (Ουρούκ, Ουρ, Ισίν) με τις εξής υποπεριόδους:



-2055-2048: Ε Δυναστεία της Ουρούκ: Εκδίωξη των Γκουτιανών από τον βασιλιά Ούτου-χεγκάλ (Utu-hengal).



-2048-1953: Γ Δυναστεία της Ουρ: Πτώση της Ουρούκ. Μεταφορά πρωτεύουσας στην Ουρ από τον βασιλιά Ουρ-ναμμά (Ur-Namma), που συνέταξε τον πρώτο νομοθετικό κώδικα στον κόσμο. Διάδοχοί του ήταν οι Σούλγκι (Shulgi), Αμαρσουένα (Amar-Suena), Σουσουέν (Shu-Suen) και Ιμπισουέν (Ibbi-Suen).



-1953-1740: Δυναστεία του Ισίν: Πτώση της Ουρ. Μεταφορά πρωτεύουσας στο Ισίν. Δημιουργία ανεξάρτητων κρατών Αμοριτών και Ελαμιτών στο Ισίν και την Λαγκάς. Οι Ελαμίτες κατέστρεψαν τη 3η δυναστεία της Ουρ και ο Σουμερικός πολιτισμός άρχιζε να παρακμάζει.







-1740 Υποταγή των Σουμερίων στους Βαβυλώνιους. Μετά την εμφάνιση των Ακκάδιων, το 2335, η σουμερική ταυτότητα άρχιζε να ενοποιείται με αυτή των Ακκάδιων. Οι θεοί τους έγιναν κοινοί, γλώσσα τους έγιναν τα ακκαδικά και γενικά η κοινωνία άρχισε να εκσημιτίζεται όλο και πιο πολύ. Μετά την οριστική πτώση της Ουρ το 1953  δημιουργήθηκαν πολλά μικρά ανεξάρτητα κράτη από Αμορίτες που μετακινήθηκαν από την περιοχή της σημερινής βορειοδυτικής Αραβικής χερσονήσου και Ελαμίτες από το σημερινό νοτιοδυτικό Ιράν στις πόλεις Ισίν και Λαγκάς και καθώς οι εισβολείς κέρδιζαν ολοένα και περισσότερο έδαφος, οι Σημίτες κυριάρχησαν σε όλη τη Μεσοποταμία και το όνομα και η γλώσσα της Σουμερίας δεν ξαναφάνηκαν στην Ιστορία. Τη θέση της στην ευρύτερη περιοχή της Μεσοποταμίας πήραν οι απόγονοι των Ακκάδιων που χωρίστηκαν στους Βαβυλώνιους στο νότιο τμήμα του σημερινού Ιράκ κοντά στον Περσικό κόλπο και τους Ασσύριους στο πεδινό βόρειο τμήμα, όπου ζούσαν μέχρι τότε ως νομάδες υπό την διοίκηση φυλάρχων.







2.5.2. Το κράτος της Ασσυρίας (2600-1451/2600-605)






Το Κράτος των Ασσυρίων, των οποίων το αρχικό όνομα ήταν Σουμπαρτού, σχηματίστηκε σε μια μεγάλη χαμηλή πεδιάδα με μικρούς λόφους που διαρρεόταν από τον ποταμό Τίγρη και τους παραποτάμους του, όπου σήμερα βρίσκεται το ΒΑ Ιράκ. Τα άφθονα νερά και το καλό κλίμα έκαναν και στην αρχαιότητα τον τόπο αυτόν από τις πιο γόνιμες χώρες της Ασίας. Το όνομα οφείλεται στον Ασσούρ, μέγιστο θεό των Ασσυρίων, που ήταν θεός του ηλίου, δημιουργός του σύμπαντος και της ανθρωπότητας και προήλθε από τον ηλιακό θεό Ούτου των Σουμερίων γιό του Νάννα θεού της Σελήνης. Ο Νάννα αργότερα μεταφέρθηκε στους Ακκάδες ως Σαμάς, θεός του ήλιου και της δικαιοσύνης, και αυτόν οι Ασσύριοι μετονόμασαν σε Ασσούρ, δίνοντας το όνομα του και στην πόλη Ασσούρ, στις όχθες του ποταμού Τίγρη, αρχική κοιτίδα των Ασσυρίων, η οποία υπήρχε ως τον 14ο αιώνα μ.Χ., οπότε καταστράφηκε από τους Μογγόλους του Ταμερλάνου. Το όνομα Ασσούρ είναι Ακκαδικό και στην πανάρχαια σημιτική γλώσσα σημαίνει "άξονας του ουρανού" γι’ αυτό παριστάνεται πάντοτε πάνω στον ηλιακό δίσκο. Οι Ασσύριοι είχαν επίσης πολλές δευτερεύουσες θεότητες, οι περισσότερες κοινές με τους Βαβυλώνιους, με τους οποίους τους συνέδεε κοινή σημιτική καταγωγή από τους Ακκάδιους. Μερικοί από αυτούς ήταν ο Ναμπού θεός της γραφής και της σοφίας, η Ιστάρ, μεγάλη θεά μητέρα και η Ινάννα θεά του έρωτα και της γονιμότητας.



Τα πρώτα σπέρματα της ιστορίας της Ασσυρίας ανάγονται στο 2600 π.Χ. και η περαιτέρω εξέλιξη μπορεί να διαιρεθεί σε τέσσερις περιόδους ως εξής:







-Τα Προδυναστικά Χρόνια (2600-2025) μπορούν να διακριθούν στις ακόλουθες υποπεριόδους:



-2600-2334: Κυβέρνησαν 16 βασιλείς που ζούσαν σε σκηνές: Τούντιγα (Tudiya), Ανταμού (Adamu), Γιανγκί (Yangi), Σουλαμού (Suhlamu), Χαρχαρού (Harharu), Μανταρού (Mandaru), Ιμσού (Imshu), Χαρσού (Harshu), Ντιντανού (Didanu), Χανού (Hanu), Ζουαμπόυ (Zuabu), Νουαμπού (Nuabu), Αμπαζού (Abazu), Μπελού (Belu) και Αζαρά (Azarah).



-2334-2147: Οι Σημίτες πρόγονοι των Ασσυρίων σχημάτισαν στη Μεσοποταμία την αυτοκρατορία των Ακκάδιων η οποία κυβερνήθηκε από τον Σαργκόν τον Μέγα (2334-2279) στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού Ιράκ, που περιλάμβανε τη Βαβυλωνία και όλες τις πόλεις των Σουμερίων.



-2147-2055: Την δυναστεία του Σαργκόν διαδέχτηκε μια σειρά Γκουτιανών ηγεμόνων με επιφανέστερο τον Γκουντέα (Gudea 2144-2124), που δεν είχαν πλήρη έλεγχο της περιοχής των Ασσυρίων.



-2055-2047: Η 5η δυναστεία της Ουρούκ και η 3η δυναστεία της Ουρ που ακολούθησαν απώλεσαν την κυριαρχία της περιοχής στα χρόνια του βασιλιά των Σουμερίων Ουρ-ναμμού.



-2050-2025: 14 βασιλείς πατριάρχες, που είχαν και τον τίτλο του ποιμένα, ανασυγκρότησαν το βασίλειο των Ασσυρίων: Ουσπία (Ushpia 2050), Απιασάλ (Apiashal), Χάλ (Hale), Σαμανί (Samani), Χαγιανί (Hayani), Ιλουμέρ (Ilu-Mer), Γιακμεσί (Yakmesi), Γιακμενί (Yakmeni), Γιακζουρέλ (Yazkur-el), Ιλα Καμπκαμπού (Ila-kabkabu), Αμινού (Aminu), Σουλιλί (Sulili), Κικίγια (Kikkiya), Ακίγια (Akiya -2025). Όπως πολλές πόλεις-κράτη της Μεσοποταμίας το πολίτευμα των Ασσυρίων ήταν ολιγαρχικό, καθώς την εξουσία ασκούσαν η συνέλευση των γερόντων, ένας κληρονομικός κυβερνήτης και ένας επώνυμος άρχων. Ο κυβερνήτης προέδρευε στις εργασίες της συνέλευσης και υλοποιούσε τις αποφάσεις της. Δεν ονομαζόταν «βασιλεύς» (με τον Ακκαδικό όρο «sarrum», που αποδιδόταν μόνο στον θεό Ασσούρ, του οποίου ο κυβερνήτης ήταν αρχιερέας), αλλά λογιζόταν «επιστάτης» του θεού. Ο επώνυμος άρχων, όπως αργότερα στην κλασική Αθήνα, εκλεγόταν με κλήρο κάθε χρόνο, ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση των οικονομικών του κράτους και έδινε το όνομά του στα διοικητικά γεγονότα του αντίστοιχου έτους. Όπως οι Βαβυλώνιοι, και οι Ασσύριοι είχαν μια σειρά από νόμους (Κώδικας), που τους τηρούσαν αυστηρά, προβλέποντας βαριές ποινές για τους παραβάτες (όπως μαστίγωμα και κόψιμο των αυτιών).







-Το Αρχαίο Βασίλειο (2025-1391), που είχε διάρκεια 634 χρόνων, συγκροτήθηκε από 4 αλληλοδιάδοχες δυναστείες βασιλέων, ως εξής:



-2025-1809: Δυναστεία του Πουζούρ Ασούρ Α: Η δεσποτική μοναρχία Ασσυρίων ηγεμόνων ανεξαρτητοποιήθηκε από τους Σουμέριους και ανάπτυξε κατακτητική πολιτική με σκοπό την κυριαρχία των εμπορικών δρόμων, βασιζόμενη σε ισχυρό ιερατείο, δουλοκτητική αριστοκρατία και εμπόρους που εμπέδωσαν μια χαλαρή οικονομία με διαμετακομιστικό χαρακτήρα υπό την επίδραση του Σουμερικού πολιτισμού. Ο βασιλεύς Ερισούμ Α’ (1905-1877 π.Χ.) επέκτεινε τη κυριαρχία του προς τη Μ.Ασία ιδρύοντας αποικίες στη Χαττούσα και σε άλλες 18 μικρότερες πόλεις. Έφτιαξε τους πρώτους γραπτούς νόμους, οχύρωσε τις ασσυριακές πόλεις και κατασκεύασε ή ανακαίνισε τα ιερά της Ιστάρ και του Ασσούρ. Στα χρόνια του το 1894 π.Χ. ιδρύθηκε η πόλη της Βαβυλώνας, από τον Αμορίτη πρίγκιπα Σουμού-Αμπούμ (1894-1881). Οι Ασσύριοι που δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο σε όλη τη περιοχή από τη Μ.Ασία μέχρι την Αίγυπτο είχαν ιδρύσει μικρές εμπορικές αποικίες, που στα ασσυριακά λέγονταν καρούμ=λιμάνια από το 1900 π.Χ., όπως η πόλη Κανές στην Καππαδοκία, οι οποίες αργότερα υπάχθηκαν στην αυτοκρατορία των Χετταίων αλλά υπό ιδιαίτερο φορολογικό καθεστώς. Στη Χαττούσα την ίδια περίοδο οι Ασσύριοι είχαν τη δική τους συνοικία που χρησίμευε ως εμπορικός σταθμός, ξεχωριστή μέσα στη πόλη και μάλιστα μετέδωσαν αργότερα τη σφηνοειδή γραφή στους Χετταίους μέσω των εμπορικών λογαριασμών. Το εμπόριο περιλάμβανε μέταλλα όπως σίδερο και κασσίτερο από τη Μ.Ασία και υφάσματα από την Ασσυρία. Ο Ικουνούμ (1877-1870π.Χ.) έχτισε ένα μεγάλο ναό στη θεά Νινκιγκάλ, έκανε συντήρηση στα τείχη της Ασσούρ και διατήρησε την κυριαρχία της Ασσυρίας στη Μικρά Ασία.



-1809-1750: Δυναστεία του Σαμσί-Αντάντ Α: Μετά από 216 έτη εξουσίας της δυναστείας του Πουζούρ Ασσούρ, ο τελευταίος βασιλεύς της Ερισούμ Β' (1815 – 1809) ηττήθηκε από τον Αμορίτη Σαμσί Αντάντ Α' (1809-1781), σημιτικής καταγωγής αλλά όχι Ασσύριο, γιο του βασιλιά της Εκαλατούμ, ο οποίος κατέλαβε την χώρα και δημιούργησε νέα δυναστεία που βασίλεψε 59 χρόνια. Η διαμάχη ανάμεσα στην Ασσυρία και τις νοτιότερες συγγενικές Ακκαδικές πόλεις, μεταξύ των οποίων και η Βαβυλώνα που μόλις τότε άρχισε να συγκροτείται σε κράτος, έγινε ήδη από την εποχή αυτή συνηθισμένο φαινόμενο για τη Μεσοποταμία, όπως αργότερα και για την Ελλάδα.



-1750-1732: Περίοδος επικράτησης των Βαβυλωνίων. Την εποχή του Ισμέ Νταγκάν Α' (1780 – 1741, γιου του Σαμσί Αντάντ) η Ασσυρία έγινε υποτελής του Βαβυλώνιου βασιλιά Χαμουραμπί (1771 π.χ.), αλλά ανεξαρτητοποιήθηκε γρήγορα από τους Βαβυλώνιους την εποχή του Σαμσού Ιλουνά (1749-1712) γιου του Χαμουραμπί. Ακολούθησε μια περίοδος 7 σφετεριστών βασιλέων, που αναφέρονται στα Ασσυριακά χρονικά ως "βασιλείς χωρίς πατέρα".



-1732-1451: Δυναστεία των Αντασιδών. Ο τελευταίος των 7 σφετεριστών βασιλέων Αντασί έγινε γενάρχης της εθνικής δυναστείας των Ασσυρίων, αφού όλοι οι βασιλείς της Ασσυρίας στην συνέχεια για περισσότερο από μία χιλιετία ως τον τελευταίο Ασσουρμπανιπάλ κατάγονταν από αυτόν. Την εποχή του βασιλιά της Ασσυρίας Ερισούμ Γ (1598 – 1586) οι Κασσίτες, (αργότερα και με την βοήθεια του βασιλιά των Χετταίων Μουρσίλις Α΄ [1556 – 1526]) κατέκτησαν την Βαβυλώνα από το 1595 π.Χ. Οι Ασσύριοι, αν και αδύναμοι ακόμα, απέφυγαν την κατάκτηση χάρη στην ειρηνική συνθήκη που υπέγραψε ο επόμενος Ασσύριος βασιλεύς Σαμσί Αντάντ Β' (1586 – 1575) με τον πρώτο βασιλιά των Κασσιτών της Βαβυλώνας Αγκούμ (1595-1570).



-1451-1391: Παρακμή του Αρχαίου Βασιλείου. Έναν περίπου αιώνα αργότερα, από την εποχή του βασιλιά Ενλίλ Νασίρ Α' (1479-1466), η Ασσυρία υπέκυψε στην νέα Ασιατική υπερδύναμη, τους Μιτάννους, οι οποίοι, στο χρονικό διάστημα 1500-1250 είχαν έδρα την περιοχή της σημερινής βορειοδυτικής Συρίας, στα όρια με την Τουρκία. Σε αυτούς οι Ασσύριοι βασιλείς παρέμειναν υποτελείς ενάμιση περίπου αιώνα μέχρις ότου οι Χετταίοι, οδηγούμενοι από τον βασιλιά Σουπιλουλιούμας Α΄ (1344 – 1322), διέλυσαν το κράτος των Μιτάννων.



-1391-912: Μέση Αυτοκρατορία,



-912-605: Νέα Αυτοκρατορία



(εξετάζονται στα επόμενα κεφάλαια όπου ανήκουν χρονικά).







2.5.3. Το κράτος της Βαβυλωνίας (1894-1155/1894-521)






Η Βαβυλωνία ήταν αρχαία χώρα της Μεσοποταμίας που πήρε το όνομα της από την πρωτεύουσα και μεγαλύτερη της πόλη Βαβυλώνα (<βαβυλώ = ομιλώ ασυνάρτητα), που ήταν θρησκευτικό, πολιτιστικό και πνευματικό κέντρο όλης της Μεσοποταμίας για πολλούς αιώνες. Το Βαβυλωνιακό κράτος άρχισε να δημιουργείται από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. από ακκαδικούς, αμοριτικούς και ελαμιτικούς καυκάσιους σημιτικούς πληθυσμούς, οι οποίοι, μετά το 1953 π.Χ. όταν έπεσε η 3η δυναστεία της Ουρ, σταδιακά υπέταξαν τους μη σημιτικούς Σουμέριους που ήταν κυρίαρχοι αυτής της περιοχής πριν από αυτούς. Οι Βαβυλώνιοι υιοθέτησαν τα στοιχεία του Σουμεριακού πολιτισμού, αλλά πρόσθεσαν και δικά τους δημιουργώντας μια νέα πολιτιστική μορφή. Σημαντικός παράγοντας που έπαιξε ρόλο στην ανάπτυξη της περιοχής στο υψηλό επίπεδο πολιτισμού όπου έφτασε τελικά, ήταν τα εύφορα εδάφη και το εύκρατο κλίμα που επικρατούσε λόγω της παρουσίας των δύο ποταμών του Τίγρη και Ευφράτη. Η Βαβυλωνιακή θρησκεία ήταν πολυθεϊστική με κυριότερες μορφές τους: Ανού, Ενλίλ, Έα, Μαρδούκ, Ιστάρ. Η ιστορική πορεία των Βαβυλωνίων σκιαγραφείται ταξινομημένη στις εξής περιόδους:



-1894-1595: Αμοριτική Περίοδος. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής η πόλη της Βαβυλώνας, υπό την διακυβέρνηση ηγεμόνων αμοριτικής καταγωγής, απέκτησε μεγάλη αυτοκρατορική δύναμη, αναπτύσσοντας ένα σύστημα θεοκρατικής μοναρχίας με απολυταρχική διοίκηση, ισχυρό ιερατείο και δουλοκτητική αριστοκρατία που επέτρεψε την εμπέδωση χαλαρής διευθυνόμενης κεφαλαιοκρατικής γεωργικής και βιοτεχνικής οικονομίας, με ιδιαίτερη χλιδή και πολυτέλεια. Πρώτος ηγεμόνας και ιδρυτής της βαβυλωνιακής δυναστείας ήταν ο Σουμού-Αμπούμ (1894-1881). Ο διάδοχός του Σουμουλαέλ (1881-1845) άρχισε να οχυρώνει την Βαβυλώνα με ένα χαμηλό τείχος, αλλά οι διάδοχοί του τελειοποίησαν τα οχυρωματικά του έργα κάνοντας την Βαβυλώνα οχυρωμένη πόλη ικανή να αντιστέκεται στις εχθρικές επιδρομές. Το μεγαλύτερο γεγονός της αρχαιοβαβυλωνιακής περιόδου ήταν αδιαμφισβήτητα η άνοδος στο θρόνο του Χαμουραμπί (1792-1750), ενός χαρισματικού ηγέτη που οδήγησε την Βαβυλωνία στην ύψιστη ακμή της. Ο Χαμουραμπί ήταν μεγάλος κατακτητής, καθώς επέκτεινε το κράτος του προς όλες τις κατευθύνσεις, φτάνοντάς στο βορρά ως την Ασσούρ, χωρίς να καταφέρει να συντρίψει το ανερχόμενο Ασσυριακό κράτος. Την εποχή του εκδόθηκε ο ομώνυμος νομοθετικός κώδικας, ο δεύτερος αρχαιότερος και από τους πληρέστερους όσο και σκληρότερους του κόσμου. Σημειώθηκε άνθιση της λογοτεχνίας με την καταγραφή του μεγάλου Σουμερικού κοσμογονικού ποιήματος «Ενούμα Ελίς» και τη σύνταξη του «Ύμνου στον Σαμάς-Ήλιο», ποιήματος πλούσιου σε φαντασία, ανάλογου με τους εβραϊκούς ψαλμούς, καθώς και της αρχιτεκτονικής με την κατασκευή εντυπωσιακών λατρευτικών οικοδομημάτων (πύργος της Βαβέλ). Η Βαβυλώνα έγινε έτσι η μεγαλύτερη πόλη του κόσμου παίρνοντας τα σκήπτρα από την Θήβα της Αιγύπτου. Η βασιλεία του Χαμουραμπί έχει μείνει στην ιστορία ως ο «Χρυσούς Αιών» της Βαβυλωνίας. Μετά το θάνατό του ακολούθησε παρακμή. Ο γιος του Σαμσού-Ιλουνά (1749-1712), παρά τις μεγάλες ικανότητες του, δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τις επιδρομές των γειτονικών λαών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Βαβυλωνία να αποδυναμωθεί στρατιωτικά, να υπάρξει στασιμότητα στα γράμματα και τις επιστήμες και τέλος να υποταχθεί πλήρως στην Ασσυριακή αυτοκρατορία από τον βασιλιά Σενναχερίμπ (705-681), μετά από μία μακρά περίοδο υποταγής στους Κασσίτες.



-1595-1155: Κασσιτική Περίοδος. Σημειώθηκε διείσδυση Κασσιτών ημινομάδων, προερχόμενων από τα βουνά του Ζάγρου στο σημερινό Ιράν, εγκαθίδρυση στρατοκρατικής γαιοδουλοκτητικής αριστοκρατίας Κασσιτών με προοδευτική ιδιωτικοποίηση της γης και ατονία των δημιουργικών δυνάμεων. Πρώτοι βασιλείς των Κασσιτών της Βαβυλώνας ήταν ο Αγκούμ Κακριμέ (Agum-Kakrime 1595-1570) και ο Μπουρναμπουριάς Α (Burnaburiash I ~1500).



-1155-705: Ελαμική Περίοδος.



-705-626: Ασσυριακή Περίοδος.



-626-538: Χαλδαϊκή Περίοδος.



(εξετάζονται στα επόμενα κεφάλαια όπου ανήκουν χρονικά).







2.5.4. Το κράτος του Ελάμ (3200-1600/3200-616)






Παράλληλα αναπτύχθηκε το Ελαμικό κράτος, όπου αναπτύχθηκε μία γεωργική κοινωνία με πρωτόγονη κοινοτική διάρθρωση κατά γένη και βαθμιαία ανάπτυξη αριστοκρατίας με μοναρχικό πολίτευμα, και χρήση ίδιας εικονογραφικής γραφής. Με την ονομασία Ελάμ χαρακτηρίστηκε η χώρα ανατολικά της Βαβυλώνας, κατά μήκος των ΒΑ. ακτών του Περσικού κόλπου, της οποίας πρωτεύουσα φέρεται η πόλη Σούσα, η οποία όταν την κατέλαβαν οι Πέρσες κατέστη πρωτεύουσα της Σατραπείας της Σουσιανής. Η χώρα του Ελάμ βρισκόταν στη θέση του σημερινού Χουζιστάν, όπου και η αρχαία Σουσιανή, περιοχή της νοτιοδυτικής Περσίας. Κάτοικοι της χώρας Ελάμ σύμφωνα με την Βίβλο ήταν οι Εβραίοι Ελαμίτες, Σημίτες στην καταγωγή, απόγονοι του Ελάμ εγγονού του Νώε και μεγαλύτερου γιου του Σημ (υιοί του Σημ ήταν οι Ελάμ, Ασσούρ, Αρφαξάδ, Λουδ, Αράμ και Καϊνάν). Η ιστορία του Ελάμ μετά την αρχική Πρωτοελαμική περίοδο (3200-2700), κατά την οποία σχηματίστηκαν οι πρώτες συναθροίσεις κατοίκων στην περιοχή κατά γένη και φυλές, χωρίζεται σε τρεις περιόδους ως εξής:



-2700-1600 Παλαιά Ελαμική περίοδος.



Αναφέρονται τρία προϊστορικά πρωτοελαμικά κρατίδια: Ανσάν (σημερινό Φαρσί), Αβάν (σημερινό Λουριστάν) και Σιμάσχκι (σημερινό Κερμάν), που ίσως είναι το ίδιο το Ελάμ σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Ίχνη κατοίκησης στο Ελάμ υπάρχουν από το 7000 π.Χ. Η πρωτεύουσα Σούσα ιδρύθηκε γύρω στο 4000 π.Χ. στις όχθες του ποταμού Καρούν. Κατά την πρωτοελαμική περίοδο ως το 2700 π.Χ. τα αρχαιολογικά ευρήματα εμφανίζουν μια ιδιαίτερη μορφή κεραμικής. Η επίθεση των Σουμερίων με τον βασιλιά της Κις Ενμεμπαραγκεσί (2650 π.Χ.) ήταν η αιτία για την έναρξη της Παλαιάς Ελαμικής περιόδου, οπότε η σουμερική κεραμική αντικατέστησε την ελαμική. Κατά την περίοδο αυτή συγκροτήθηκε το κράτος του Ελάμ σαν μια προσπάθεια των παλιών κατοίκων της περιοχής να οργανωθούν στρατιωτικά και διοικητικά απέναντι στην κατοχή της χώρας τους από τους Σουμερίους. Τρεις βασιλικές δυναστείες κυριάρχησαν στο Ελάμ την παλαιά περίοδο:



-2400-2100, Δυναστεία των Αβάν: Η δυναστεία των Αβάν είναι γνωστή από τις επιγραφές των Ακκάδων την εποχή της κοσμοκρατορίας της δυναστείας του Σαργκόν του Μέγα (2334-2279), ο οποίος, αφού κατέκτησε τα Σούσα επιχείρησε βίαια να αντικαταστήσει την ελαμική γλώσσα με την ακκαδική. Με την κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Ακκάδων την εποχή του Σαρ – καλί – Σαρί (2219-2196), τρισέγγονου του Σαργκόν, η δυναστεία των Αβάν κήρυξε την ανεξαρτησία του Ελάμ με τον βασιλιά Κουτίκ-Ινσουσινάκ (2240 – 2220). Τα Ακκαδικά αποβλήθηκαν εντελώς από την περιοχή, ενώ η δυναστεία των Αβάν κατέρρευσε το 2100 π.Χ., ύστερα από επιδρομές της ληστρικής φυλής των Γκούτι από το βόρειο Ιράν που μιλούσαν συγγενική γλώσσα με τους Ελαμίτες. Βασιλείς του Ελάμ κατά την περίοδο αυτή διετέλεσαν οι:



Πελί (Peli (~2500)



Τατά (Tata ~2475)



Ουκού-Τακές (Ukku-Takhesh ~2450)



Κισούρ (Khishur ~2425)



Σουσούν-Ταρανά (Shushun-Tarana ~2400)



Ναπίλ-Κους (Napil-Khush ~2375)



Κικού-Σιβέ-Τεμτί (Kikku-Sive-Temti ~2350)



Λουκ-Ισχάν (Lukh-Ishshan ~. 24ο αι.)



Κελού (Khelu ~ 24ο αι.)



Κιτά (Khita ~ 23ο αιώνα)



Κουτίκ-Ινσουσινάκ (Kutik-Inshushinnak ~2240).



-2100-1970, Δυναστεία των Σιμάς: Έναν αιώνα αργότερα ο βασιλεύς Σουλγκί (2029 –1982) της 3ης δυναστείας της Ουρ κατέλαβε τα Σούσα, αλλά η δύναμη των Σουμερίων άρχισε απότομα να φθίνει. Την εποχή του Ιμπί-Σουέν (1963 – 1953), εγγονού του Σουλγκί, οι Ελαμίτες κυρίευσαν και λεηλάτησαν την Ουρ ανατρέποντας την τελευταία δυναστεία των Σουμερίων και ο ίδιος ο Ιμπί Σουέν μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στα Σούσα με πλήθος από λάφυρα. Η Ακκαδική δυναστεία της Ισίν που αντικατέστησε την 3η δυναστεία της Ουρ έδιωξε τους Ελαμίτες από την Μεσοποταμία, επιστρέφοντας τα κλοπιμαία από τα Σούσα όπως το άγαλμα του θεού Νάννα. Βασιλείς της περιόδου αυτή ήταν οι :



Γκιρ-Ναμέ (Gir-Namme ~ 2030)



Ενπί-Λουχάμ (Enpi-Luhhan ~ 2010)



Κουτράν-Τεμτ (Khutran-Temtt ~1990)



Κιντατού (Kindattu (~1970)



Ιντατού-Ινσουσινάκ Α (Indattu-Inshushinnak I ~1950)



Ταν-Ρουκουρατέρ (Tan-Rukhurater ~1935)



Ιντατού-Ινσουσινάκ Β (Indattu-Inshushinnak II ~1925)



Ιντατού-Ναπίρ (Indattu-Napir ~1915)



Ιντατού-Τεμτ (Indattu-Tempt ~1900).



-1970-1770, Δυναστεία των Επαρτί: Η δυναστεία των Επαρτί συνέπεσε με την άνοδο της δυναστείας των Αμοριτών στην Βαβυλώνα, και ανατράπηκε από τον Χαμουραμπί που κατέλαβε ολόκληρη την Μεσοποταμία. Βασιλείς ήταν οι:



Επαρτί Α (Eparti I ~1899)



Επαρτί Β (Eparti II ~1875)



Επαρτί Γ (Eparti III ~1850)



Σιλκακά (Shilkhakha ~1840)



Ατακουσού (Attakhushu ~1830)



Σιρουκντού (Sirukdukh ~1792)



Σιμούτ-Βαρτάς (Shimut-Wartash 1772 – 1770).



-1600-1100 Μέση Ελαμική περίοδος.



-1100-616 Νέα Ελαμική περίοδος



(εξετάζονται σε επόμενα κεφάλαια όπου ανήκουν χρονικά).







2.5.5. Το κράτος της Αιγύπτου (4000-1550/4000-30 π.Χ.)






Xίλια τριακόσια χρόνια μετά την έναρξη του αρχέγονου Σουμερικού πολιτισμού, από το 4.000 και ιδιαίτερα μετά την ολοκλήρωση της ερημοποίησης της Σαχάρας (το 3.300), άρχισε να αναπτύσσεται το κράτος των καυκάσιας χαμιτικής καταγωγής Αιγυπτίων (άϊξ > αίγες = ορμητικά κύματα > αιγιαλός + ύπτιος # αντίπερα παραλιακή χώρα), το οποίο απλώθηκε γύρω από τον ποταμό Νείλο (<νάω =γεμίζω, ξεχειλίζω + είλω = τυλίγομαι, περιφέρομαι) μέχρι το εσωτερικό της Αφρικής στα σύνορα με τη Νουβία. Η μακραίωνη εξέλιξη του κράτους μπορεί να συνοψισθεί στο ακόλουθο χρονολόγιο:







-4000-3200, Προδυναστική περίοδος: Σχηματισμός ανεξάρτητων κοινοτήτων κατά γένη και φυλές, με γενοφυλετική πατριαρχική βάση και κοινοβιακή οικονομία. Μέχρι το 5.600 π.Χ. η Σαχάρα ήταν πεδιάδα με βροχερό κλίμα και πλούσια φυσική βλάστηση, όπου ζούσαν άγρια ζώα και άνθρωποι, νομάδες, κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες της παλαιολιθικής εποχής, ενώ οι πρώτοι οικισμοί της νεολιθικής εποχής χρονολογούνται από το 7.500 π.Χ. Σταδιακά το κλίμα άλλαξε και η Σαχάρα άρχισε να ερημοποιείται, σε μία διαδικασία που ολοκληρώθηκε μέχρι το 3.300 π.Χ. Οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί αναγκάστηκαν να μετακινηθούν ανατολικότερα, προς την περιοχή του Νείλου που ήταν τότε βαλτώδης ζούγκλα, όπου ζούσαν κροκόδειλοι, φίδια, ιπποπόταμοι και άλλα άγρια θηρία. Οι νεοφερμένοι οικοσιτοποίησαν ζώα όπως σκυλιά, γάτες, βόδια και αγελάδες, πρόβατα, χοίρους, γίδες και όνους και εγκαταστάθηκαν σε μικρά χωριά γύρω από το Νείλο σε σπίτια φτιαγμένα αρχικά από καλάμια. Έμαθαν να σπέρνουν και να καλλιεργούν σιτάρι, κριθάρι και λαχανικά και να φτιάχνουν κεραμικά προϊόντα και λινά υφάσματα, καθώς και να χρησιμοποιούν μέταλλα, όπως χαλκό και χρυσό για να κατασκευάζουν εργαλεία και όπλα. Κάθε χρόνο τον Ιούλιο, τα νερά από το νότο ξεχείλιζαν από τις όχθες του Νείλου και, επί αρκετές εβδομάδες, πλημμύριζαν το ξεραμένο έδαφος της περιοχής. Οι κάτοικοι ανακάλυψαν τρόπους να αποθηκεύουν το νερό αυτό, ώστε να διαρκεί όλο το έτος, σκάβοντας κανάλια και τάφρους, όπου το νερό διοχετευόταν στα χωράφια και παρέμενε εκεί πολλούς μήνες. Επιμέρους φάσεις μπορούν να διακριθούν ως εξής:



-4400-3500: Πρώτη Φάση του πολιτισμού της Νακάδα (Naqada, αρχαία πόλη κοντά στην Θήβα, στη μέση της απόστασης από τη Μεσόγειο μέχρι την έρημο της Νουβίας), που χαρακτηρίζεται από βαμμένα αγγεία με μαύρο κάλυμμα και συναλλαγές με κατοίκους της Νουβίας και ανατολικής Μεσογείου.



-4000: Έναρξη ανάπτυξης πρώιμης εικονογραφικής γραφής.



-3500-3200: Δεύτερη φάση του πολιτισμού της Νακάδα, που χαρακτηρίζεται από αγγεία φτιαγμένα από αργιλικής συστάσεως πηλό και απλές μεταλλικές κατασκευές.







-3200-3100, Περίοδος Δύο Βασιλείων: Ένωση γενών σε νομούς και των νομών σε δύο βασίλεια, Νότιο και Βόρειο, με κύρια δραστηριότητα στις πόλεις Θίνις και Άβυδος, στο εσωτερικό της Αιγύπτου κοντά στη Νακάδα. Πρακτικά η περίοδος αυτή ταυτίζεται με την τρίτη φάση του πολιτισμού της Νακάδα (3200-3000), που χαρακτηρίζεται από εξελιγμένες μεταλλικές κατασκευές και στρογγυλά βάζα. Ο αρχαιότερος τάφος των Αιγυπτίων στη Νεκρόπολη της Άβυδου (σημερινό όνομα Umm el Qaab), χρονολογείται από το 3200. Τα ονόματα των περισσότερων βασιλέων (φαραώ) αυτής της περιόδου, που ταυτίζονταν με τον θεό Ώρο (αντίστοιχο του ελληνικού Χάροντα) και διάφορα ζώα, διασώζονται από το Λίθο του Παλέρμο, που περιέχει τα «βασιλικά χρονικά», συνταγμένα την περίοδο 2392-2283 π.Χ. και είναι μάλλον τελετουργικά προσωνύμια: Σεκά (Seka), Τζααού (Jaau), Τιού (Tiu), Τες (Tesh), Νεχέμπ (Neheb), Ουαντυνάρ (Uadynar), Μεχέτ (Mejet), Ώρος Ιρύ (Hor iry), Ναρμάντα (Narmada), Ώρος Κα {Hor Ka), Σκορπιός Α΄, Σκορπιός Β΄, Ώρος Σερέκ (Horus au serekh), Νου Χορ ή Νου Ώρος (Nu-Hor), Χατζ Χορ ή Χαρζ Ώρος (Hatj-Hor), Πε Χορ ή Πε Ώρος (Pe-Hor), Χεντζού Χορ ή Ώρος (Hedjou-Hor), Ρα Ώρος (Ra-Hor), Ώρος Κροκόδειλος (Horus Crocodile), Ώρος Λέων (Horus Lion), Θωθ (Thoth), Ναρ (Nar), Ώρος Ταύρος (Horus Bull).





-3100-2686, Αρχαϊκή περίοδος: Μετά από πόλεμο έγινε συνένωση των δύο Βασιλείων της Βόρειας και Νότιας Αιγύπτου σε ένα βασίλειο που εκτεινόταν από το Δέλτα του Νείλου, έως τον πρώτο καταρράκτη στο Ασουάν και τη χερσόνησο του Σινά.. Πρωτεύουσα φαίνεται πως ήταν η Θίνις, αν και αναφέρεται ήδη και η Μέμφις, που έγινε πρωτεύουσα στην επόμενη περίοδο. Το πολίτευμα ήταν θεοκρατικό με ισχυρό ιερατείο, δουλοκτητική αριστοκρατία και ανώτατους κρατικούς υπαλλήλους. Δημιουργήθηκαν κτηματολόγια και αρδευτικά έργα, με κατασκευή καναλιών για τη καλλιεργήσιμη γη και διορίζονταν κυβερνήτες και βασιλικοί διοικητές. Παράλληλα άρχισε και η χρήση των πρώτων ιερογλυφικών, σε κατασκευές και πινακίδες, που δεν είναι εξακριβωμένο ακόμα πότε δημιουργήθηκαν. Την ίδια εποχή άρχισαν οι κατασκευές τύμβων για τις ταφές των βασιλέων, που ήταν οι πρόδρομοι των πυραμίδων που εμφανίστηκαν την επόμενη περίοδο. Μεγάλη άνθιση γνώρισε το εμπόριο με την περιοχή της Παλαιστίνης τη Νουβία και μέσω της Μεσογείου με πολλά κράτη. Γίνονταν εισαγωγές ξύλου, χαλκού και διάφορα εμπορεύματα. Η διάκριση σε περιόδους ανά δυναστεία έχει ως εξής:



-3100-2890, Πρώτη Δυναστεία της Αιγύπτου:



Νάρμερ-Μήνης (Narmer-Menes) 3100-3050.



Άθωσις (Hor Aha) γιος του Μήνη 3050-3049



Κενκένης (Djer) γιος του Άθωσι 3049-3008



Βαβενέφης (Djet) 3008-2975



Ουσαφάις (Den) 2975-2935



Ντεμπάις (Anedjib) 2935-2925



Μέμψης (Semerkhet) 2925-2916



            Βιμπένθης (Qaa 2916-2890).



-3000 Εφεύρεση αργαλειού και αδραχτιού.



-3000 Κατασκευή του πρώτου ιστιοφόρου πλοίου στο Νείλο.



-3000 Διαμόρφωση ιδεογραφικής γραφής (ιερογλυφικά).



-2890-2686 Δεύτερη Δυναστεία της Αιγύπτου:



Βόηθος (Hotepsekhemwy) 2890-2863



Καιέχως (Raneb) 2863-2824



Βίνωθρις (Nynetjer) 2824-2784



Τλας (Weneg) 2784-2776



Σεθένης (Senedj ή Seth-Peribsen 2776-2756



Χαίρης (Nubnefer) 2756-2740



Νεφερχέτης (Neferkaseker) 2740-2720;



Σέσωχρις (Sekhemib-Perenmaat) 2720-2704;



            Χενέρης (Khasekhemwy) 2704-2686.



-2875 Καθιέρωση έτους 365 ημερών με σεληνιακούς μήνες 30



ημερών από τους Αιγύπτιους.







-2686-2181, Αρχαίο Βασίλειο με πρωτεύουσα τη Μέμφιδα: Ενοποιημένη κοινωνική οργάνωση, ανεπτυγμένες γεωργικές τεχνικές, επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας, όπως το κτίσιμο των πυραμίδων, πολιτική σταθεροποίηση και ευημερία χαρακτήρισαν την περίοδο αυτή. Οι άρχοντες των πρώην κρατών, μετατράπηκαν σε κυβερνήτες που είχαν την ευθύνη συλλογής των φόρων. Το αυξανόμενο ενδιαφέρον των Αιγυπτίων για το εμπόριο εβένων, θυμιαμάτων όπως λιβάνι και μύρο, χρυσό, χαλκό και άλλα χρήσιμα μέταλλα, ενέπνευσε στους αρχαίους Αιγυπτίους την κατασκευή κατάλληλων πλοίων για τη μεταφορά τους στην ανοιχτή θάλασσα. Είχαν αναπτύξει εμπορικές σχέσεις με το Λίβανο για το εμπόριο κέδρου, και με το Βασίλειο του Πουντ (σημερινή Αιθιοπία και Σομαλία) για το εμπόριο ελεφαντόδοντου, εβένου και αρωματικών ελαίων. Για τη συναρμολόγηση των πλοίων τους οι Αιγύπτιοι δεν χρησιμοποιούσαν κανενός είδους μεταλλικό συνδετήρα, παρά μόνο σχοινιά. Η εποχή του Αρχαίου Βασιλείου ήταν αναμφίβολα μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους της αιγυπτιακής τέχνης. Οι καλλιτέχνες αυτής της περιόδου εξέφρασαν για πρώτη φορά τη κοσμοθεωρία του πολιτισμού τους μέσα από μορφές που παρέμειναν ανεξίτηλες για πολλές γενεές. Οι αρχιτέκτονες και οι κτίστες τελειοποίησαν τις τεχνικές τους, για τη δημιουργία των θαυμαστών μνημειακών κατασκευασμάτων της εποχής, πολλά από τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα. Γλύπτες δημιούργησαν τα πρώτα πορτρέτα ατόμων καθώς και τα πρώτα αγάλματα στο φυσικό μέγεθος του εκάστοτε ατόμου με υλικά όπως ξύλο, χαλκό και πέτρα. Επίσης, τελειοποίησαν τις τεχνικές της ανάγλυφης διακόσμησης, ενώ ακόμα, δημιούργησαν λεπτομερείς εικόνες ζώων ακόμα και τοπίων πάνω σε τοίχους ναών και τύμβων. Τόσο οι ποικιλόχρωμες εικόνες όσο και τα περίτεχνα οικοδομήματα αποσκοπούσαν στην διαιώνιση και διασφάλιση της δομημένης ύπαρξης του κόσμου και στην επικράτηση της ζωής έναντι του θανάτου. Η διάκριση ανά δυναστεία έχει ως εξής:



-2686-2613 Τρίτη Δυναστεία της Αιγύπτου:



Σανακτέ (Sanakhte) 2686-2668



Τόσαθρος (Djoser ή Netjerikhet) 2668-2649



Σεκεμκέτ (Sekhemkhet) 2649-2643



Καμπά (Khaba) 2643-2637



            Ουνί (Huni) 2637-2613.



-2668 Κατασκευή Κλιμακωτής πυραμίδας στη Σακκάρα επί εποχής του φαραώ Τόσαρθρου (Djoser) από τον Ιμχοτέπ, πρώτο γνωστό αρχιτέκτονα στον κόσμο.



-2613-2498 Τέταρτη Δυναστεία της Αιγύπτου:



Σνεφρού (Sneferu) 2613-2589



Χέωψ (Khufu) 2589-2566



Ρετζεντέφ (Djedefra ή Radjedef) 2566-2558



Χεφρήν (Khafre) 2558-2532



Μυκερίνος (Menkaura) 2532-2503



            Σεψεσκάφ (Shepseskaf) 2503-2498.



-2612 Κατασκευή της Κεκλιμένης και Κόκκινης πυραμίδας.



-2613-2494 Κατασκευή της Μεγάλης Σφίγγας στη Γκίζα.



-2589-2515 Κατασκευή των Μεγάλων Πυραμίδων της Γκίζας



-2540-2270 Κείμενα των πυραμίδων (700 επικήδειες οδηγίες).



-2532 Μικρή πυραμίδα της Γκίζας του φαραώ Μυκερίνου.



-2498-2345 Πέμπτη Δυναστεία της Αιγύπτου:



Ουζερκάφ (Userkaf) 2498-2491



Σαχουρέ (Sahure) 2490-2477



Νεφεριρκάρε Κακάι (Neferirkare Kakai) 2477-2467



Σεπσεσκάρε Ισί (Shepseskare Isi) 2467-2460



Νεφερεφρέ (Neferefre) 2460-2453



Νιουζερέ (Nyuserre Ini) 2453-2422



Μενκαουχόρ Καϊού (Menkauhor Kaiu) 2422-2414



Τζεντκάρε Ισεσί (Djedkare Isesi) 2414-2375



            Ουνίς (Unas) 2375-2345



-2498 Εφεύρεση της μελάνης και του παπύρου.



-2498 Εφεύρεση του γυαλιού και του καθρέφτη.



-2413 Αποφθέγματα του Πταχοτέπ (Ptahhotep), αξιωματούχου



         του φαραώ Τζεντκάρε Ισεσί (Djedkare Isesi).



-2345-2181 Έκτη Δυναστεία της Αιγύπτου:



Τέτι (Teti) 2345-2333



Ουζερκαρέ (Userkare) 2333-2332



Πέπι Α Μερύρε (Pepi I Meryre) 2332-2283



Μερενρέ Νεμτυεμσάφ Α (Merenre Nemtyemsaf I) 2283-2278



Πέπι Β Νεφερκαρέ (Pepi II Neferkare) 2278-2224



Νεφερκά (Neferka) 2224-2199



Νεφέρ (Nefer) 2199-2193



Αμπά (Aba) 2193-2176



Μερενρέ Νεμτυεμσάφ Β (Merenre Nemtyemsaf II) 2184



            Νεϊτικερτύ Σιπτάχ (Neitiqerty Siptah) 2184-2181



Μετά την περίοδο της βασιλείας τόσο του Ουζερκάφ (2498-2491) όσο και του διαδόχου Σαχουρέ (2490-2477), ξέσπασαν εμφύλιοι πόλεμοι, καθώς οι νομάρχες - τοπικοί κυβερνήτες δεν ανήκαν πλέον στην βασιλική οικογένεια, υπονόμευσαν την ενότητα του βασιλείου και λόγω της μειωμένης ενεργητικότητας της κυβέρνησης, προκλήθηκαν πολλοί λιμοί. Παράλληλα η μαζική οικοδόμηση των μνημείων της 4ης Δυναστείας άδειασε τα ταμεία και έτσι το βασίλειο αποδυναμώθηκε από τη βάση του. Το τελικό χτύπημα στην περιοχή, ήταν η τεράστια ξηρασία που προκλήθηκε από τη δραματική μείωση των βροχοπτώσεων στο διάστημα 2200 - 2150 π.Χ. όταν ο Νείλος σταμάτησε να υπερχειλίζει και οι καλλιέργειες καταστράφηκαν ολοκληρωτικά.







-2181-1191, Πρώτη Ενδιάμεση Περίοδος: Την πτώση του Αρχαίου Βασιλείου, ακολούθησαν δεκαετίες έντονων διαμαχών και λιμών. Επικράτησε μια κατάσταση πολυκρατικής ολιγαρχίας, καθώς οι φεουδαρχικοί άρχοντες των επαρχιών αύξησαν την ισχύ τους και το αξίωμά τους έγινε κληρονομικό. Διαμορφώθηκαν δύο αντιμαχόμενοι πόλοι, στην Ηρακλεόπολη, μια πόλη κοντά στα νότια της περιοχής του Φαγιούμ, στην Βόρεια Αίγυπτο, και στη Θήβα στην Νότια Αίγυπτο. Οι ναοί λεηλατήθηκαν και παραβιάστηκαν, τα έργα τέχνης βανδαλίστηκαν, και τα αγάλματα των βασιλέων καταστράφηκαν. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν η τελική επικράτηση των βασιλέων της Θήβας, οι οποίοι κατέκτησαν το βόρειο τμήμα της χώρας και επανένωσαν την Αίγυπτο υπό έναν ηγεμόνα στα μέσα της 11ης δυναστείας.



-2181-2160 Έβδομη και Όγδοη Δυναστεία της Αιγύπτου:



Νεφερκαρά Α (Neferkara I)



(συνολικά 17 Φαραώ)



            Νεφερικαρά (Neferirkara)



-2160-2134 Ένατη και Δέκατη Δυναστεία της Αιγύπτου:



Αχθόης Α (Meryibre Khety ή Achthoes I)



(συνολικά 13 Φαραώ)



            Κόρη του Μερικαρέ (Merikare's daughter).



-2134-2060 Μέρος της Ενδέκατης Δυναστείας της Αιγύπτου:



Μεντουχοτέπ Α (Mentuhotep Ι) 2134



Ιντέφ Α (Sehertawy Intef I) 2134-2117



Ιντέφ Β (Wahankh Intef II) 2117-2069



            Ιντέφ Γ (Nakhtnebtepnefer Intef III) 2069-2060.



-2100 Πάπυρος του αξιωματούχου Ιπουουέρ, που θρήνησε τις ολέθριες μέρες της 1ης Ενδιάμεσης Περιόδου, περιγράφοντας την αναρχία και την αναστάτωση της εποχής και στιγματίζοντας τους ευτελείς ανθρώπους.







-2060-1674, Μέσο Βασίλειο με πρωτεύουσα τη Θήβα:  Ο Μεντουχοτέπ Β της ενδέκατης Δυναστείας νίκησε τους βασιλείς από την Ηρακλεόπολη της Βόρειας Αιγύπτου και επανένωσε την Αίγυπτο υπό την εξουσία ενός και μόνο ηγεμόνα. Για να εδραιώσει την εξουσία του, επανέφερε τη λατρεία προς τον φαραώ, αναπαριστώντας τον εαυτό του ως θεό εν ζωή. Από τη 12η Δυναστεία οι Φαραώ διατηρούσαν καλά εκπαιδευμένο μόνιμο στρατό, που συχνά περιλάμβανε και βοηθητικά σώματα από τη Νουβία, που επιστρατεύονταν σε περίπτωση εισβολής, ή για εκστρατείες στο βόρειο μέρος της χώρας στο Δέλτα, και πέρα ως την χερσόνησο του Σινά. Η περίοδος της βασιλείας του Αμενεμχέτ Γ' ήταν το απόγειο της οικονομικής ευμάρειας του Μέσου Βασιλείου. Στο διάστημα αυτό η Αίγυπτος εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τους φυσικούς της πόρους. Οι εγκαταστάσεις εξόρυξης στην χερσόνησο του Σινά, οι οποίες πριν είχαν χρησιμοποιηθεί μόνο περιστασιακά, τώρα λειτουργούσαν σχεδόν σε μόνιμη βάση, όπως δείχνει η κατασκευή σπιτιών, τειχών, και νεκροταφείων. Μετά την ενοποίηση των βασιλείων, έπρεπε να δημιουργηθεί μια συγκεντρωτική κεντρική διοίκηση, που επιτεύχθηκε με διορισμό ανθρώπων σε αξιώματα που είχαν περιέλθει σε αχρηστία, όπως αυτό του Βεζίρη. Ο Βεζίρης ήταν ο πρώτος τη τάξη υπουργός του βασιλιά, που διαχειριζόταν όλα τα καθημερινά καθήκοντα της κυβέρνησης στη θέση του βασιλιά. Άλλα αξιώματα υιοθετήθηκαν από το σύστημα της περιφερικής διοίκησης των Θηβών. Ο Επόπτης των Σφραγισμένων Αγαθών έγινε ο θησαυροφύλακας του κράτους, και ο Επόπτης του Χώρου έγινε ο αρχιθαλαμηπόλος του βασιλιά. Αυτά τα τρία αξιώματα και ο Γραφέας των Βασιλικών Εγγράφων, ο προσωπικός γραφέας του βασιλιά, φαίνεται ότι ήταν οι πιο σημαντικές θέσεις της κεντρικής διοίκησης. Από την περίοδο αυτή προήλθαν τα πρώτα λογοτεχνικά και φιλοσοφικά κείμενα, παράλληλα με την ακμή των εικαστικών τεχνών, την ανάπτυξη της γεωμετρίας και την εκτέλεση μεγάλων αρδευτικών έργων.



-2060-1191 Μέρος της Ενδέκατης Δυναστείας της Αιγύπτου:



Μεντουχοτέπ Β (Nebhetepre Mentuhotep II) 2060-2010



Μεντουχοτέπ Γ (Sankhkare Mentuhotep III) 2010-1998



            Μεντουχοτέπ Δ (Nebtawyre Mentuhotep IV) 1997-1991



-1991-1803 Δωδέκατη Δυναστεία της Αιγύπτου:



Αμενεμχέτ (ΑAmenehmet A)1991-1962



Σέσωστρις Α (Senusret I ή Sesostris I) 1971-1926



Αμενεμχέτ Β (Amenemhat II) 1929-1895



Σέσωστρις Β (Senusret II ή Sesostris II) 1895-1878



Σέσωστρις Γ (Senusret III ή Sesostris III) 1878-1860



Αμενεμχέτ Γ (Amenemhat III) 1860-1815



Αμενεμχέτ Δ (Amenemhat IV) 1815-1807



            Νεφρουσομπέκ (Sobekneferu) 1807-1803 η πρώτη γυναίκα.



-1892 Κατασκευή της πυραμίδας του Σέσωστρη Β στο Ελ Λαχούν.



-1845-1797 Κείμενο της Νεκρής Πριγκίπισσας.



-1803-1786 Δέκατη Τρίτη Δυναστεία της Αιγύπτου:



Βεγκάφ (Wegaf) 1803-1799



Σεκεμκαρέ (Sekhemkare) 1799-1795



Αμενεμχέτ Ε(Amenemhat V) 1795-1792



            Σεχετεπρέ (Sehetepre) 1792-1786



-1786-1674 Δέκατη Τέταρτη Δυναστεία της Αιγύπτου



Ρενσενέμπ (Renseneb) 1786-1774



Αουϋμπρέ Ώρος (Awybre Hor I) 1774-1767



Σεκεμρέ Κουταουί (Sekhemre Khutawy) 1767-1765



Κεντζέρ (Khendjer) 1767-1755



Σομπεκχοτέπ Γ (Sobekhotep III) 1755-1751



Νεφερχοτέπ Α (Neferhotep I) 1751-1740



Σομπεκχοτέπ Δ (Sobekhotep IV) 1740-1730



Σομπεκχοτέπ Ε (Sobekhotep V) 1730-1725



Ουαχίμπρε Ιμπιάου (Wahibre Ibiau) 1725-1714



            Μερνεφερέ Άϊ (Merneferre Ai) 1714-1691.







-1674-1550, Β Ενδιάμεση Περίοδος, με πρωτεύουσα την Άβαρι στο Δέλτα του Νείλου: Είναι αξιοσημείωτο ότι από το 3100 π.Χ. εποχή της συνένωσης των δύο αρχικών βασιλείων τους, που έγινε μετά από πόλεμο των δύο φαραώ, στον οποίο επικράτησε ο Νάρμερ –Μένης, οι Αιγύπτιοι έζησαν ειρηνικά επί μακρά σειρά αιώνων, μέχρι την εποχή που άρχισαν οι εισβολές από τους ασιάτες νομάδες σημιτικής καταγωγής Υξώς («Βασιλείς Ποιμένες», από το 1786 π.Χ. και εντονότερα από το 1720), οι οποίοι μετακινήθηκαν από τη Συρία στην Αίγυπτο, εξαιτίας της πίεσης που δέχονταν από τους ινδοευρωπαϊκούς λαούς που εκείνη την εποχή εξαπλώνονταν στην Ασία και την Ευρώπη. Για να τους αποκρούσουν οι Αιγύπτιοι έχτισαν υψηλά τείχη στα σύνορά τους, αλλά οι Υξώς ήταν καλύτερα οπλισμένοι, χρησιμοποιούσαν άλογα και άρματα (που δεν ήταν μέχρι τότε γνωστά στους Αιγύπτιους) και σύντομα, ιδιαίτερα στο διάστημα 1670-1567 π.Χ. κυριάρχησαν σε όλη την Αίγυπτο. Για την εκδίωξή τους στα χρόνια 1567-1550 έγιναν άγριες μάχες, στις οποίες οι Αιγύπτιοι πολεμούσαν ακόμη πεζοί με δόρατα, ασπίδες και τόξα, αλλά χωρίς πανοπλίες. Ο αγώνας τους κατέληξε σε επιτυχία την εποχή του φαραώ Κάμωση (1554-1550).



-1674-1649 Δέκατη Πέμπτη και Δέκατη Έκτη Δυναστεία των Υξώς



Σέσι (Sheshi) 1674-1670 (15η Δυναστ. Υξώς 1674-1649)



Σεβαντζκαρέ Χορί (Sewadjkare Hori) 1670-1654



            Ντουντιμόζε Α (Dudimose I) 1654-1649



-1649-1550 Δέκατη Έβδομη Δυναστεία της Αιγύπτου:



Ραχοτέπ (Rahotep 1649-1629) (17η Δυναστεία 1649-1550)



Σομπερκεμσάφ Α (Sobekemsaf Ι) 1629-1615



Ιντέφ Ε ο πρεσβύτερος (Intef V the Elder) 1615-1595



Ιντέφ ΣΤ (Antef VI) 1595-1587



Ιντέφ Ζ (Antef VII) 1585-1582



Ιντέφ Η (Antef VIII) 1582-1580



Σομπερκεμσάφ Β (Sobekemsaf II) 1580-1573



Σεκενενρέ Ταό Α (Seqenenre Tao A) 1573-1560



Σεκενενρέ Ταό Α (Seqenenre Tao B) 1560-1554



            Κάμωσης (Kamose) 1554-1550







-1550-1069 Νέο Βασίλειο της Αιγύπτου με πρωτεύουσα τη Θήβα, μετά την εκδίωξη των Υξώς από τον φαραώ Κάμωση, μετά τον οποίο αρχίζει η 18η δυναστεία (εξετάζεται στο επόμενο κεφάλαιο).







Οι Αιγύπτιοι συμπλήρωσαν με σημαντικές καινοτομίες τον Σουμερικό πολιτισμό, από τον οποίο αρχικά επηρεάστηκαν. Το 3.000 εφευρέθηκαν στην Αίγυπτο το αδράχτι και ο αργαλειός, διαμορφώθηκε η ιερογλυφική γραφή και ήταν ήδη σε χρήση τα πρώτα ιστιοφόρα πλοία στο Νείλο. Λίγο αργότερα περί το 2875 καθιερώθηκε το έτος των 365 ημερών με σεληνιακούς μήνες 30 ημερών, περί το 2500 εφευρέθηκε η μελάνη και ο πάπυρος και επίσης το γυαλί και ο καθρέφτης, ενώ από την εποχή των Υξώς το άλογο άρχισε να χρησιμοποιείται στις μεταφορές. Η θεοκρατική κοινωνία που σχηματίστηκε ήταν συγκροτημένη από πέντε τάξεις (γαιοκτητική αριστοκρατία, κλήρος, κρατικοί υπάλληλοι, δουλοπάροικοι τεχνίτες και γεωργοί και δούλοι) με επικεφαλής ένα «βασιλέα» (το προσωνύμιο Φαραώ αποδόθηκε κατά την περίοδο του Νέου Βασιλείου μετά το 1550, Φαραώ=μεγάλο σπίτι) που εκπροσωπούσε την εξουσία του θεού στη γη, ενώ το οικονομικό σύστημα βασίστηκε σε μια εθνικοποιημένη μονοπωλιακή κατοχή της γης με παράλληλη ανάπτυξη της οικιακής βιοτεχνίας, ενώ προς το τέλος της περιόδου, μετά το 1600, άρχισε να αναπτύσσεται αστική τάξη ελεύθερων εμπόρων. Η ζωή των γεωργών είχε άμεση σχέση με τον κύκλο των πλημμυρών του Νείλου, που άρχιζαν τον Ιούλιο, οπότε τα ζώα έπρεπε να μετακινηθούν σε ασφαλή μέρη. Το Νοέμβριο γινόταν το όργωμα και η σπορά και το πότισμα το χειμώνα εξασφαλιζόταν με το σύστημα των καναλιών που προαναφέρθηκε. Εφοριακοί υπάλληλοι μετρούσαν την παραγωγή και αποφάσιζαν πόσο μέρος απ’ αυτή έπρεπε να δοθεί ως φόρος. Η συγκομιδή γινόταν την άνοιξη με συμμετοχή όλων των μελών της οικογένειας και ακολουθούσε το αλώνισμα και η αποθήκευση των κόκκων σε μεγάλα σιλό, που ελέγχονταν από τους γραμματείς ώστε να αποφεύγεται η κλοπή. Στη συνέχεια γινόταν επισκευή των αρδευτικών καναλιών, ώστε να είναι έτοιμα για την επόμενη πλημμύρα, στο διάστημα της οποίας οι γεωργοί συμμετείχαν στα οικοδομικά έργα του φαραώ, ως μέρος του φόρου που έπρεπε να πληρώσουν. Οι Αιγύπτιοι λάτρευαν τον φαραώ ως θεό πιστεύοντας ότι η ετήσια, ζωτικής σημασίας για τις καλλιέργειες, υπερχείλιση του Νείλου οφειλόταν σε αυτόν. Σύμφωνα με την αιγυπτιακή νοοτροπία της εποχής, το σύμπαν διέγραφε κύκλους και ο Φαραώ δούλευε από τη Γη για να διασφαλίσει τη σταθερότητα των κύκλων. Επίσης, όπως και οι Εβραίοι αργότερα, οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους εκλεκτούς και ως "τα μόνα αληθινά ανθρώπινα όντα της Γης."



            Ο Νείλος προμήθευε σημαντικό από το υπόλοιπο μέρος της τροφής με τις πάπιες, τις αγριόχηνες και άλλα πουλιά που ζούσαν στα καλάμια και με τα ψάρια που αφθονούσαν στα νερά του ποταμού. Για την κατανάλωση κρέατος τα μοσχάρια τρέφονταν σε στάβλους, διότι δεν υπήρχαν αρκετά λιβάδια. Η παραγωγή σταφυλιών και κρασιού ήταν μία ακόμη σημαντική δραστηριότητα, όπως και η παραγωγή ψωμιού και μπύρας και η εξαγωγή χρυσού. Από το εξωτερικό έκαναν εισαγωγές ξυλείας, αργύρου, χαλκού, αλόγων, ελεφαντόδοντου, εξωτικών αφρικανικών ζώων, δερμάτων και δούλων.



            Ειδική φροντίδα αφιερωνόταν στους νεκρούς που ταριχεύονταν επί 70 ημέρες και τυλίγονταν σε μορφή μούμιας, αφού πρώτα αφαιρούνταν η καρδιά και τα εσωτερικά όργανα που φυλάγονταν σε ειδικά δοχεία. Στη συνέχεια γινόταν η κηδεία με συνοδεία από όλους τους συγγενείς του νεκρού μέχρι τον τάφο, όπου το μουμιοποιημένο σώμα αφηνόταν μέσα σε νεκρικό θάλαμο, μαζί με όλα τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσε εν ζωή, τα οποία πίστευαν ότι θα του ήταν αναγκαία και μετά θάνατο. Οι λιγότερο εύποροι θάβονταν σε απλούστερους τάφους, που ήταν λάκκοι στην άμμο, πάντα όμως μαζί με τα αγαπημένα τους αντικείμενα. Οι Αιγύπτιοι, όπως αργότερα και οι Έλληνες, πίστευαν ότι η ψυχή των νεκρών πήγαινε, ακολουθώντας ένα ποτάμι με τη συνοδεία του θεού Ώρου (αντίστοιχου του ελληνικού Χάροντα), στον Κάτω Κόσμο, όπου βασίλευαν ο θεός Όσιρις και η θεά Ίσις. Εκεί ο νεκρός έπρεπε να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με τη ζωή του στη Γη και η καρδιά του ζυγιζόταν συγκριτικά με ένα φτερό. Αν ήταν ελαφρότερη, σήμαινε ότι ο νεκρός είχε ζήσει ενάρετη ζωή και απολάμβανε αιώνια χαρά, ενώ στην αντίθετη περίπτωση έτρωγε την καρδιά του ένα τέρας..



            Οι φαραώ του Αρχαίου και Μέσου Βασιλείου (από το 2686 μέχρι το 1633 π.Χ.), θάβονταν κάτω από ογκώδεις Πυραμίδες, κατασκευασμένες από πέτρες. Το 2.668 επί της εποχής του φαραώ Τόσαθρου (Τζόσερ) κατασκευάστηκε από τον Ιμχοτέπ, αρχαιότερο ονομαστικά γνωστό αρχιτέκτονα του κόσμου, η πρώτη πυραμίδα. Υπάρχουν περισσότερες από 30 τέτοιες πυραμίδες, αλλά οι διασημότερες είναι οι τρεις που βρίσκονται στη Γκίζα, των φαραώ Χέοπος (Khufu 2589-2566), Χεφρήνος (Khafre 2558-2532) και Μυκερίνου (Menkaura 2532-2503), που κατασκευάστηκαν στο διάστημα 2589-2515, ενώ η Σφίγγα που τις φυλάει, που απεικονίζει τον αιγυπτιακό θεό ήλιο, πιθανώς με τη μορφή του φαραώ Χεφρήνος, κατασκευάστηκε το 2613-2494. Οι φαραώ του Νέου Βασιλείου (1567-1085) θάφτηκαν σε τάφους σκαμμένους μέσα σε βράχους σε μία κρυμμένη κοιλάδα στη δυτική πλευρά της Θήβας, πρωτεύουσας τότε της Αιγύπτου, μαζί με θησαυρούς μεγάλης αξίας. Για την κατασκευή κάθε πυραμίδας εργάστηκαν 2500 άτομα κάθε μέρα επί 20 χρόνια. Τα άτομα αυτά δεν ήταν δούλοι, αλλά ελεύθεροι γεωργοί που εργάζονταν την περίοδο των πλημμυρών σε οικοδομικά έργα των φαραώ, ως μέρος του φόρου που έπρεπε να πληρώνουν. Οι τρεις πυραμίδες της Γκίζας περιλαμβάνονται στα «επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου».



            Τα σπίτια των πλούσιων αριστοκρατών ήταν μεγάλα και πολυτελή, με ευρύχωρη αυλή και σκιερά δέντρα και πισίνα για κολύμπι. Το τραγούδι, ο χορός και η μουσική ήταν συνηθισμένος τρόπος ψυχαγωγίας. Τα κορίτσια έπαιζαν λύρα και άρπα και ειδικεύονταν στο χορό. Τα αγόρια έπαιζαν με τόπια φτιαγμένα με δέρμα και παραγεμισμένα με κόκκους σιταριού, κολυμπούσαν και πάλευαν, ενώ οι μεγαλύτεροι, καθισμένοι κάτω από δέντρα, έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια, παρόμοια με το σκάκι. Οργάνωναν επίσης εκδρομές για κυνήγι πτηνών και ζώων, όπως ιπποπόταμων, και ψαρέματα στο Νείλο, στα οποία μετείχε με βάρκες όλη η οικογένεια, κανονίζοντας όλα τα αναγκαία για ένα υπαίθριο εξοχικό γεύμα. Γυναίκες και άντρες χρησιμοποιούσαν καλλωπιστικά είδη, λάδια αρώματα, βαφές για τα χείλια και τα μάτια και στολίδια όλων των ειδών, ανάλογα με τα σημερινά.







2.5.6. Το κράτος της Φοινίκης (3000- 1600/3000-574)



Από το 3.000 άρχισε να αναπτύσσεται το ναυτικό κράτος των Φοινίκων. Οι Φοίνικες ή Σιδώνιοι ή Χαναανίτες ήταν σημιτικός λαός που έζησε στην παραλιακή πεδιάδα μήκους περ. 200 χλμ του σημερινού Λιβάνου και φαίνεται ότι προήλθαν από την Ερυθρά θάλασσα. Η χώρα που κατοικούσαν, που ονομάζεται επίσης Χαναάν, ήταν πλούσια και σχημάτιζε ένα σημαντικό σύνδεσμο ανάμεσα στη Ασία και την Αφρική. Μέχρι το 1500 υπήρχαν αρκετές καλά οχυρωμένες πόλεις-κράτη στη Χαναάν, καθεμία από τις οποίες είχε δική της βασιλική οικογένεια και παλάτι, ενώ οι αντιπαλότητες και οι πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ των πόλεων ήταν συχνές.



Οι Φοίνικες αυτοονομάζονταν «bani kan'an» (Παιδιά της Χαναάν), αλλά έγιναν γνωστοί με το όνομα «Φοίνικες» με το οποίο τους αποκαλούσαν οι Έλληνες. Η ονομασία αυτή, σχετίζεται με τις λέξεις φοίνιξ και φοινός (<φοινός = κόκκινος σαν αίμα, αιμοχαρής # φένω=φονεύω), που σημαίνουν πορφυρός και πορφύρα και χαρακτηρίζουν το χρώμα, τη χρωστική ουσία και το ύφασμα που βαφόταν με αυτή. Οι Φοίνικες ήταν δεινοί παραγωγοί τόσο του πορφυρού χρώματος από το θαλάσσιο όστρακο της πορφύρας, όσο και των πορφυρών υφασμάτων, που ήταν πολύτιμα και περιζήτητα στη Μεσόγειο. Οι Φοίνικες μιλούσαν τη Φοινικική γλώσσα και με αυτούς συνδέεται η ανάπτυξη και διάδοση της χαναανικής παράδοσης αλφαβητικών συστημάτων γραφής, με τα οποία καταγράφονταν φθόγγοι αντί συλλαβών ή ολόκληρων λέξεων. Οι Φοίνικες επινόησαν την διήρη (πλοίο με δύο σειρές κουπιών) και διατήρησαν μακρόχρονη σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό, από ένα σημείο και μετά ως εμπορικοί ανταγωνιστές του, Οι εξελικτικές περίοδοι του κράτους τους (για την περίοδο που εξετάζουμε) μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:



- 3000-2000, Περίοδος ακμής της Γκεμπάλ: Σχηματισμός πόλεων - κρατών με μοναρχικό πολίτευμα, ιερατείο, αστική τάξη και δούλους και ανάπτυξη πλουτοκρατικής οικονομίας με βάση το εμπόριο, τη γεωργία και τη βιοτεχνία.



-2000-1600, Περίοδος ακμής της Ουγκαρίτ: Ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυσιπλοΐας. Οι τοπικοί βιοτέχνες κατασκεύαζαν αντικείμενα από χρυσάφι και ελεφαντόδοντο (δίσκους, βάζα, δοχεία, μαχαίρια) που τα πουλούσαν σε άλλες χώρες μαζί με άλλα προϊόντα όπως κρασί, ξυλεία από κέδρους που αφθονούσαν στην περιοχή, λάδι ελιάς, σιτάρι γυαλί και προϊόντα από γυαλί, αλάτι και μέταλλα όπως χαλκό, χρυσό, άργυρο και μόλυβδο. Το ονομαστότερο προϊόν τους ήταν το δικής τους κατασκευής χρώμα της πορφύρας, που παρασκευαζόταν από θαλασσινά κοχύλια, με το οποίο μπορούσαν να βάφουν τα υφάσματα σε ποικίλους τόνους από ανοιχτό ρόδινο μέχρι σκούρο κόκκινο.



-1600-1100 Περίοδος ακμής της Σιδώνας. Υποτέλεια της Φοινίκης στους Αιγυπτίους (εξετάζεται στο επόμενο κεφάλαιο, όπου ανήκει χρονικά).


ΠΗΓΗ https://sites.google.com/site/nikosmpalaskasalimedon/istoria/archaias-elladas/2-protoellenike-periodos-3-315-1-450-p-ch

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only