Κυριακή, 24 Μαΐου 2020

ΓΛΥΠΤΙΚΗ



ΓΛΥΠΤΙΚΗ
 Η γλυπτική αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο της αρχαίας ελληνικής τέχνης και της πανανθρώπινης  καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η αρχαία ελληνική τέχνη ήταν έκφραση θρησκευτικότητας και πράξη ιερή, ένα συνταίριασμα μύθου και λόγου, μία προσέγγιση της αδιαίρετης ενότητας του αρχικού Είναι που ο καλλιτέχνης με δυναμισμό και ευαισθησία προσπαθούσε  να εντοπίσει και να αποτυπώσει. Αυτή είναι η αιώνια και αμετάβλητη αρχή της καλλιτεχνικής δημιουργίας των αρχαίων Ελλήνων. Τα οντολογικά αρχέτυπα, που επαναλαμβάνονται σε όλη τη διάρκεια της αρχαίας γλυπτικής τέχνης, υπόκεινται σε μια αέναη μεταβολή καλλιτεχνικών αποκλίσεων, αναδρομών και  αντιφατικών μαρτυριών.
    Στα πρώτα της βήματα η γλυπτική θα απεικονίσει θεούς και ήρωες με την ίδια απόκοσμη ακτινοβολία. Στη συνέχεια οι ήρωες και τα κατορθώματά τους θα αποτελέσουν τη βασική έμπνευση των καλλιτεχνών. Τέλος ο πολίτης, απογυμνωμένος από  οποιαδήποτε  ιδανική προσέγγιση, θα απεικονιστεί περιπτωσιακά αλλά εξίσου συναρπαστικά.
    Η αρχαία ελληνική γλυπτική τέχνη σε όλες της τις εκφράσεις μένει πάντοτε βαθύτατα ανθρωποκεντρική. Αφετηριακή της έκφραση είναι τα πρωτοελλαδικά και κυκλαδικά ειδώλια με τη σαφή αρχιτεκτονική δομή και την αφαιρετική σύλληψη στην απόδοση της πραγματικότητας. Μετά από την επαφή με την τέχνη της Ανατολής, οι Έλληνες τεχνίτες  επιδίδονται  με ζήλο στην πλαστική που δίνει έργα υψηλού επιπέδου. Η ιδιομορφία της ελληνικής τέχνης έγκειται στο γεγονός ότι ο Έλληνας τεχνίτης σκέπτεται και εκφράζεται με χειροπιαστές εικόνες και δημιουργεί έργα μέσα από τα οποία μπορούμε να ανιχνεύσουμε το «λόγο» που βλέπει η ελληνική σκέψη στον άνθρωπο και στη φύση.[1]
  
Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΥΠΤΙΚΗΣ

Α. Πρωτοκυκλαδική περίοδος[2]

    Η Πρωτοκυκλαδική περίοδος ΙΙ διακρίνεται σε δύο διαδοχικές φάσεις: τη φάση Κάμπου (από την περιοχή Κάμπος στην Πάρο) και τη φάση Σύρου (από το ομώνυμο νησί). Η διάκριση αυτή έγινε με κριτήριο την εξέλιξη της κεραμικής τέχνης, των μαρμάρινων αγγείων και των ειδωλίων. Από ανασκαφικές έρευνες μπορούμε να διακρίνουμε έναν νέο τύπο ειδωλίου, τον τύπο του Λούρου, ο οποίος μοιάζει να αποτελεί την αφηρημένη έκδοση του προκανονικού τύπου[3]. Παρόλο που τα μεταλλικά εργαλεία για την εποχή εκείνη περιορίζονται σε βελόνες και όπεις, η δημιουργία πολύπλοκων μορφών στο μάρμαρο δείχνει ότι υπήρχε σημαντική πρόοδος και στον τομέα της μεταλλουργίας. Η διάδοση των μορφών της φάσης Κάμπου αποκλείει τον τοπικό χαρακτήρα και ενισχύει την χρονολογική τους διαφοροποίηση.
    Η φάση Σύρου είναι η μεγαλύτερη στον Πρωτοκυκλαδικό πολιτισμό και χαρακτηριστικά της είναι η ποικιλία στα σχήματα των αγγείων αλλά και τους τύπους και τις παραλλαγές στα ειδώλια. Η φάση Σύρου διακρίνεται κυρίως για την ανάπτυξη της ειδωλογλυπτικής. Εξακολουθούν να υπάρχουν σχηματικά ειδώλια, παράλληλα όμως αποκρυσταλλώνεται και ο τύπος ειδωλίου με τους αναδιπλωμένους βραχίονες. Ένας επίσης τύπος ειδωλίου που απαντά στη φάση Σύρου είναι ο γνωστός «κανονικός» που δέχεται πολλές παραλλαγές συμπεριλαμβανομένων και κάποιων ασυνήθιστων μορφών  σε εικονική κίνηση. Τέτοια ειδώλια είναι ο «στοχαστής», η γυναίκα με το φίδι στο κεφάλι, ο αυλητής κ.α.
     Προς το τέλος της φάσης της Σύρου εμφανίζονται στα νησιά των Κυκλάδων νέοι οχυρωμένοι οικισμοί σε δυσπρόσιτες πλαγιές βουνών και σε απόμερες θέσεις. Οι οικισμοί αυτοί είναι γνωστοί ως ομάδα Κασρίου ή Λευκανιού, λόγω των τεχνικών χαρακτηριστικών και του σχήματος μερικών αγγείων που απαντούν στην Τρωάδα. Στα ειδώλια παρατηρούνται δύο νέες τάσεις: η πρώτη ακολουθεί χαρακτηριστικά από ειδώλια παραλλαγής της Χαλανδριανής με αποκλίσεις, που θα καταλήξουν στα μετακανονικά ειδώλια, δημιουργώντας έτσι ακόμα πιο περίπλοκες και ειδικές μορφές όπως είναι ο κυνηγός ή πολεμιστής. Η δεύτερη τάση παράγει μορφές άψυχες και συμπαγείς, που επιβεβαιώνουν τη φτώχεια της περιόδου. Τα ειδώλια αυτά στερούνται κάθε καλλιτεχνική πνοή και αποτελούν τις τελευταίες ακτινοβολίες μιας τέχνης που άνθησε για περίπου 1000 χρόνια στα νησιά των Κυκλάδων και εξαπλώθηκε και πέρα απ’ αυτά.[4]  
Επιστροφή στην αρχή της σελίδας
 
Β. Η Αρχαϊκή Εποχή[5]
     Οι θεμελιακές  μεταβολές του τέλους της Γεωμετρικής Εποχής, που επέφεραν οι πολιτικοκοινωνικές αναστατώσεις και οι περιβαλλοντικές αντιξοότητες, ανάγκασαν πολλούς Έλληνες να ιδρύσουν αποικίες σε όλα τα παράλια της Μεσογείου. Η μετακινήσεις αυτές στάθηκαν καθοριστικές για την εξέλιξη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Η επαφή με την Ανατολή έδωσε μια δυναμική ώθηση στην τέχνη. Οι καλλιτέχνες μαθαίνουν νέες τεχνικές και εμπνέονται από  τα ανατολικά πρότυπα. Σε καμία περίπτωση η μίμηση αυτών των προτύπων δεν είναι δουλική. Οι Έλληνες τεχνίτες με τη λιτή πλαστικότητα που χαρακτηρίζει τη γνήσια ελληνική δημιουργία σφραγίζουν τη μοναδικότητα της τέχνης τους. Αρχικά κυριαρχεί η μνημειακή απόδοση των μορφών. Βαθμιαία όμως οι Έλληνες γλύπτες  αποδεσμεύονται από τα πρότυπα αυτά  και αποκτούν αυτονομία αποτυπώνοντας στα δημιουργήματά τους την κίνηση, την έκφραση, την αναπτυγμένη αίσθηση της ατομικότητας και την αντίληψη του ωραίου.
Στην αρχαϊκή εποχή η γλυπτική τέχνη έχει μία εξελικτική πορεία που δεν είναι ενιαία αλλά διαφοροποιείται από αιώνα σε αιώνα. Συνοπτικά η πορεία αυτή μπορεί να αποδοθεί ως εξής:

7ος – 6ος αιώναςΤα αγάλματα δεν έχουν αποδεσμευτεί από τη στατικότητα και την προσκόλληση στα πρότυπα των κούρων και των κορών. Είναι μεγάλων διαστάσεων με κολλημένα τα χέρια στον κορμό, και μόνο το ένα πόδι παρουσιάζει κάποια κίνηση. Τα πρόσωπα δεν εκφράζουν συναισθήματα, απλώς διαγράφεται ένα  μειδίαμα. Οι βόστρυχοι καλύπτουν τα ζυγωματικά και καταλήγουν στους ώμους.
τέλος 6ου – αρχές 5ου αιώνα π.Χ.Γίνεται ανανέωση στην έκφραση και την κίνηση. Κάνει την εμφάνισή του ο «αυστηρός ρυθμός» και η κίνηση γίνεται ελεύθερη (Ηνίοχος Δελφών, Δίας ή Ποσειδώνας Αρτεμισίου).   
4ος αιώναςΣτα πρόσωπα οι εκφράσεις γίνονται έντονες και αποτυπώνονται τα ισχυρά  συναισθήματα (αγωνία, ανησυχία, πάθος, πόνος ή φόβος).
   Γεωμετρική περίοδος[6]
         Η πρώτη και παλαιότερη περίοδος, η λεγόμενη γεωμετρική, δεν έχει να παρουσιάσει αξιόλογα γλυπτά παρά μόνο κάποια συμπλέγματα με πρωτόγονο χαρακτήρα.

Ανατολίζουσα περίοδος[7]
Στην ανατολίζουσα περίοδο (720-650 π.Χ.) έχουμε τα πρώτα σπουδαία δείγματα ελληνικών γλυπτών. Στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ., λόγω των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών, οι Έλληνες ήρθαν σε επαφή με τους λαούς της Ανατολής, ανέπτυξαν εμπορικές σχέσεις μαζί τους και, εκτός από την ανταλλαγή αγαθών, αντάλλαξαν και πολιτιστικά στοιχεία.[8]  Στη γλυπτική τα δάνεια και οι επαφές με την Ανατολή οδήγησαν στη γέννηση της ελληνικής μνημειακής πλαστικής[9] και η περίοδος αυτή έχει να μας παρουσιάσει πολλά σπουδαία επιτεύγματα.[10]
Με την ανάπτυξη των πόλεων-κρατών και το β΄ αποικισμό οι Έλληνες ήρθαν πιο κοντά εγκαταλείποντας τις πολιτισμικές ανταλλαγές με τους κατοίκους της Ανατολής. Οι κάτοικοι της Ιωνίας στη Μ.Ασία ανέπτυξαν τη φιλοσοφία στη μορφή που τη γνωρίζουμε από τους σοφιστές και τους στωικούς της κλασικής εποχής και δημιουργήθηκαν νέα πανελλήνια ιερά και κοινές θρησκευτικές δοξασίες. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συντέλεσαν στη δημιουργία των θαυμάσιων αγαλμάτων της εποχής, τους κούρους και τις κόρες, που παριστάνουν νέους και νέες με αβρά χαρακτηριστικά.
Οι κούροι και κόρες είναι τα πολύ μεγάλα αγάλματα που κοσμούσαν τα ιερά[11]. Είναι στατικά γλυπτά, σχεδόν ακίνητα, εκτός από το δεξί πόδι που βρίσκεται σε θέση λίγο πιο μπροστά από το αριστερό. Στα βασικά χαρακτηριστικά τους περιλαμβάνονται το αινιγματικό  μειδίαμά τους, οι προσεγμένες λεπτομέρειές τους (σώμα, μαλλιά)[12] και η ευφορία και η χαρά που φαίνεται στα πρόσωπά τους. Από τα ελάχιστα υπολείμματα χρωμάτων που έχουν βρεθεί, συμπεραίνουμε ότι ήταν αγάλματα χρωματισμένα.
  Εκτός από τους κούρους και τις κόρες στην αρχαϊκή εποχή έχουμε και τα επιτύμβια και αναθηματικά γλυπτά,  που τα τοποθετούσαν πάνω στους τάφους επιφανών Ελλήνων (σπουδαίων πολεμιστών και ανθρώπων των γραμμάτων). Θέμα αυτών των γλυπτών ήταν συνήθως η ζωή του νεκρού. Υπήρχαν ωστόσο και περιπτώσεις που τα επιτύμβια γλυπτά είχαν ως θέμα τις Τιτανομαχίες, τη γέννηση της Αθήνας κτλ. Ανάλογα γλυπτά έχουν εντοπιστεί στην Ελλάδα, κυρίως στη Θεσσαλία και την Πελοπόννησο, ενώ και στο Μουσείο του Λούβρου μπορεί κανείς να δει μία τέτοια ελληνική επιτύμβια στήλη.[13]
 Επιστροφή στην αρχή της σελίδας
Γ. Κλασσική Εποχή
    Κλασική εποχή ονομάζουμε την περίοδο που αρχίζει το 480 π.Χ. και τελειώνει το 323 π.Χ., δηλαδή τα χρόνια από το τέλος των Περσικών Πολέμων έως  το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου. Κέντρο του πολιτισμού υπήρξε κυρίως η Αθήνα, όπου τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα ήταν πολλά (π.χ. οικοδόμηση σπουδαίων έργων στην Ακρόπολη).
  Πρώιμη Κλασική Περίοδος (480-450 π.Χ.)[14]
Τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου (Περσικοί Πόλεμοι, εγκαθίδρυση δημοκρατίας κτλ.) έχουν αντίκτυπο στις τέχνες και ειδικότερα στη γλυπτική. Τότε είναι που συντελούνται πολλές μεταβολές. Για παράδειγμα, το βάρος του σώματος μετατοπίζεται στα αγάλματα στο ένα σκέλος,  κάτι που έχει ως συνέπεια την αλυσιδωτή μετατόπιση και των λοιπών μελών. Στα γυναικεία αγάλματα προβάλλει ο δωρικός πέπλος και η ανάδειξη του σώματος γίνεται με τον περιορισμό των πτυχών του. Στις πολυπρόσωπες συνθέσεις, πάλι, οι μορφές δεν είναι πια παρατακτικές αλλά υποταγμένες σε μια κεντρομόλο σύνθεση. Η πιο σημαντική αλλαγή, όμως, είναι η αντικατάσταση του μειδιάματος με μία έκφραση που δείχνει ενδοστρέφεια και  περισυλλογή, ενώ όσα κατάλοιπα ζωομορφισμού επιζούσαν έως τότε σβήνουν. Πρωτοπόροι γλύπτες της περιόδου θεωρούνται ο Ονάτας, ο Νάξιος Αλξήνωρ, ο Αργείος Αγελάδας, ο Μύρων, ο Πυθαγόρας, που τις μορφές του χαρακτήριζε ρυθμός και συμμετρία, και ο Πολύγνωτος. Αυτοί έθεσαν τα θεμέλια της κλασικής φόρμας που θα ολοκληρώσει η γενιά του Φειδία και του Πολύκλειτου.
  
Ώριμη κλασική περίοδος (450-420 π.Χ.)
Την αυστηρότητα των πρώιμων μορφών έχουν τώρα πια διαδεχθεί η ηπιότητα και η ωριμότητα. Τα χαρακτηριστικά της κλασικής τέχνης έχουν αποκρυσταλλωθεί στα γλυπτά του Παρθενώνα, έργο του Φειδία. Σ’ όλα τα γλυπτά του Παρθενώνα εικονίζονται διάφορα γεγονότα της καθημερινής ζωής. Άλλοι γλύπτες αντάξιοι μαθητές του Φειδία είναι ο Αγοράκριτος, ο Αλκαμένης, ο Κολώτης, που ήταν ειδικευμένος στην κατασκευή χρυσελεφάντινων αγαλμάτων, ο Καλλίμαχος, που υπήρξε ο εφευρέτης του κορινθιακού κιονόκρανου, ο Κρησίλας, ο ανδριαντοποιός Πολύκλειτος που έγραψε και το πρώτο θεωρητικό κείμενο περί γλυπτικής κ.ά.

Πλούσιος Ρυθμός (430-390 π.Χ.)[15]
Η σύνθετη εικόνα της κλασικής μορφής είναι πλέον παρελθόν. Τώρα το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο σχεδιασμό ανάλαφρων καλλίγραμμων μορφών, που προβάλλουν τη γυμνότητα τους. Στους ανδριάντες και τις προτομές αποτυπώνονται τα ατομικά χαρακτηριστικά.

Ύστερη Κλασική Περίοδος: (390-323 π.Χ.)[16]
Η ευσέβεια προς τους θεούς παραμένει, αλλά τα αγάλματά τους διαφοροποιούνται σε σχέση με τα παλαιότερα χρόνια, ενώ στην τέχνη εισάγονται και θέματα ειδυλλιακού χαρακτήρα. Οι τάσεις που σηματοδοτούν τη γλυπτική τέχνη της περιόδου είναι η σπουδή της ανθρώπινης μορφής μέσα στον τρισδιάστατο χώρο, η απομάκρυνση από την ιδεαλιστική προσωπογραφία, η σπουδή της ιδιαίτερης υφής του γυναικείου γυμνού, η χειραφέτηση του ενδύματος και η μελέτη του φυσικού περίγυρου.
Σπουδαίοι γλύπτες θεωρούνται ο Κηφισόδοτος, ο Πραξιτέλης που έπλασε τον έφηβο του Μαραθώνα και την Αφροδίτη της Κνίδου, ο Ευφράνωρ, ο Τιμόθεος, ο Εκτορίδας, ο Θρασυμήδης, ο Βρύαξις, ο Λεωχάρης, ο Σιλανίων, ο Αντίφιλος, ο Σκόπας, που έργα του θεωρούνται το άγαλμα της Πανδήμου Αφροδίτης και ο ναός της Αλέας Αθηνάς, και ο Λύσιππος, ο τελευταίος γλύπτης της ύστερης κλασικής περιόδου και άνοιξε το δρόμο προς την ελληνιστική τέχνη.
Χαρακτηριστικά δείγματα της  γλυπτικής αυτής υπάρχουν στο ναό του Ασκληπιού (αετώματα και ακρωτήρια), στο ναό της Αρτέμις (ακρωτήρια – Νίκες), στο ναό της Αλέας Αθηνάς (αετώματα), καθώς και στο διάκοσμο του Μαυσωλείου της Αλικαρνασσού.[17]

Οι σημαντικότεροι γλύπτες της κλασσικής εποχής[18]

    5ος αιώνας - Ο Φειδίας[19] είναι ίσως ο σπουδαιότερος γλύπτης της αρχαίας Ελλάδας, εκείνος που φιλοτέχνησε όλα τα γλυπτά του Παρθενώνα και σμίλεψε και το άγαλμα του Δία στην Ολυμπία από χρυσό και ελεφαντόδοντο. Το άγαλμα συμπεριλαμβάνεται στα επτά θαύματα της αρχαιότητας και άγγιζε την τελειότητα.[20] Ο Πολύκλειτος είναι ο πιο γνωστός ανδριαντοποιός αθλητών. Τα γνωστότερα έργα του είναι ο Δορυφόρος και ο Διαδούμενος. Ο Αλκαμένης[21] και ο Αγοράκριτος[22] ήταν μαθητές του Φειδία με κλίση στη μεγαλοπρέπεια. Εισήγαγαν τον «πλούσιο ρυθμό» και δημιούργησαν μορφές καλυμμένες με ιμάτιο, που διαγράφονταν οι αναλογίες του σώματος (ανάγλυφα ναών και επιτύμβιων στηλών, θωράκια του περιβόλου της Απτέρου Νίκης).

    4ος αιώνας - Ο σημαντικότερος γλύπτης ήταν ο Πραξιτέλης[23], που κόσμησε πολλές περιοχές της Ελλάδας με τα αγάλματά του. Τα σπουδαιότερα έργα του ήταν ο Ερμής της Ολυμπίας, πασίγνωστο άγαλμα αλλά με αρκετές ατέλειες και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δεν κίνησε το ενδιαφέρον των αρχαίων Ελλήνων, η Κνιδία Αφροδίτη, το ωραιότερο άγαλμα του Πραξιτέλη, που παριστάνει τη θεά έτοιμη να λουστεί και ο Απόλλων Σαυροκτόνος (βλ. περιγραφή παρακάτω). Άλλοι γλύπτες ήταν ο Σκόπας[24] (ανάγλυφα από μάρμαρο) και ο Λύσιππος [25](ανδριαντοποιός με κύριο υλικό το χαλκό). [26]
Επιστροφή στην αρχή της σελίδας

Δ. Ελληνιστική Εποχή (323-31 π.Χ.) [27]

     Κατά την ελληνιστική εποχή η ελληνική αντίληψη για τη ζωή και την τέχνη θα διαδοθεί από τον Μ. Αλέξανδρο και τους διαδόχους του στα βάθη της Ανατολής και τις Ινδίες, θα επιβληθεί και θα επηρεάσει τις τοπικές δραστηριότητες. Οι  μεγαλύτερες πόλεις στολίζονται με εντυπωσιακά κτίρια, όλα διακοσμημένα με έργα  γλυπτικής, που τα θέματά τους οι καλλιτέχνες τα αντλούν από την παράδοση της κλασικής εποχής. Κυριαρχεί  το στοιχείο της φύσης, οι εικόνες της καθημερινής ζωής, η απεικόνιση της παιδικής ηλικίας κτλ. Οι μορφές εμφανίζονται τρισδιάστατες μέσα στο χώρο και οι καλλιτέχνες επιδιώκουν να αποδώσουν την κίνηση όσο πιο πιστά γίνεται.
    Τα έργα στα ιερά και τους δημόσιους χώρους εικονίζουν διάφορους θεούς (τον Απόλλωνα και το Διόνυσο που δύσκολα ξεχωρίζουν, γιατί οι δημιουργοί αποδίδουν ιδιότητες του ενός στον άλλο, την Αφροδίτη, τον Πάνα, Νύμφες και Σατύρους), ήρωες και ισχυρά πρόσωπα της εποχής (μονάρχες, πολιτικούς, ρήτορες, φιλοσόφους, ποιητές, αθλητές) αλλά και γυναίκες. Στις περισσότερες περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με προτομές, τις οποίες οι πολιτικοί τις θεωρούσαν ως μέσα προβολής, οι αθλητές ως ένδειξη φόρου τιμής και οι γυναίκες ως ένδειξη καταξίωσης λόγω υψηλής κοινωνικής θέσης.  Σημαντικά είναι ακόμη τα ανάγλυφα των επιταφίων μνημείων, τα αναθηματικά ανάγλυφα (προσφορές θνητών σε θεούς ή ήρωες) και τα αντίγραφα των κλασικών έργων.[28]
    Δημιουργοί των παραπάνω έργων ήταν οι γλύπτες Χαιρέστρατος (άγαλμα Θέμιδας), Ευτυχίδης (άγαλμα Τύχης στην Αντιόχεια), Χάρης (Κολοσσός της Ρόδου), Πολύευκτος (ανδριάντας Δημοσθένη), Δοιδάλσης (Λουόμενη Αφροδίτη), Φυρόμαχος (Ασκληπιός), Αντίγονος, Στρατόνικος, Επίγονος, Νικήρατος, Δαμοφών, Ευκλείδης, Βόηθος (παιδί με την χήνα), Ευβουλίδης, Αρχέλαος, Φιλίσκος, Απολλώνιος, Ταυρίσκος, Αγήσανδρος, Αθηνόδωρος, Πολύδωρος (Λαοκόων στο Βατικανό).
    Οι ελληνιστικοί χρόνοι δεν παρουσιάζουν ανάλογη με την αρχαϊκή ή την κλασική εποχή ανάπτυξη, όμως η παραγωγή γλυπτών έργων είναι αρκετά σημαντική. Παρ’ όλ’ αυτά  θεωρείται σκοτεινή περίοδος για τη γλυπτική, επειδή δεν έχουμε επαρκείς πληροφορίες για τους γλύπτες που έδρασαν τότε. Ο αριθμός των σωζόμενων αυθεντικών έργων είναι επίσης αρκετά μεγάλος, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι  πρόκειται πάντα για έργα μεγάλων δημιουργών. Των τελευταίων έχουν σωθεί ελάχιστα έργα, κυρίως ρωμαϊκά αντίγραφα.[29]
 Επιστροφή στην αρχή της σελίδας

Ε. Η ελληνική γλυπτική κατά τη Ρωμαϊκή Εποχή[30]


    Με την κατάλυση του τελευταίου ελληνιστικού βασιλείου ολοκληρώνεται το 31 π.Χ. η κατάκτηση της Ελλάδας απ’ τους Ρωμαίους. Την ίδια περίοδο η ρωμαϊκή κοινωνία, θαμπωμένη απ’ τα επιτεύγματα και την παιδεία των Ελλήνων, υιοθετεί πολλά στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού τόσο στην καθημερινή της ζωή όσο και στην τέχνη. Όλοι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, που έως το 2ο μ.Χ. αιώνα εξουσιάζουν την Ρώμη και φέρουν τον τίτλο του Αυγούστου, βαθιά επηρεασμένοι απ’ τις ελληνικές συνήθειες, έχουν ως πρότυπο τον Μ. Αλέξανδρο και την σπουδαία κληρονομιά που άφησε πίσω του. Η ελληνική παρουσία είναι ιδιαίτερα αισθητή και στην τέχνη, ειδικότερα μάλιστα στη γλυπτική. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού, της δυναστείας των Αντωνίνων, οι καλλιτέχνες στρέφονται προς τον κλασικισμό σε μία προσπάθεια αναβίωσης της λαμπρής ελληνικής τέχνης των κλασικών χρόνων, ενώ κυριαρχούν νέες αντιλήψεις περί ωραίου με ρίζες ελληνικές. Η ρωμαϊκή ειρήνη (pax romana) επιτρέπει τη γρήγορη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού σε όλους τους λαούς που κατοικούν στα παράλια της Μεσογείου και κυρίως στην Κεντρική Ευρώπη. Στις βάσεις αυτές γρήγορα θα αναπτυχθεί ο χριστιανισμός, του οποίου τα κείμενα και η τέχνη είναι καθαρά ελληνικά.[31]
Επιστροφή στην αρχή της σελίδας

Τη μελέτη αυτή είχαν αναλάβει μαθητές της Α΄και Β΄Λυκείου
Υπεύθυνοι καθηγητές:
Αριστοτέλης Αναγνώστου , Σόνια Γελαδάκη, Ιωάννα Κομνηνού






[1] Πρβλ. Νικ. Γιαλούρης, Αρχαία Γλυπτά, σ.8-15.
[2] Πρβλ. Α. Παπαγιαννοπούλου, …, Προϊστορική και Κλασσική Τέχνη, σ.21-27.
[3] Ο προκανονικός τύπος παρουσιάζει τα φυσιοκρατικά χαρακτηριστικά του τύπου του Πλαστηρά, με άλλα του λεγόμενου κανονικού τύπου της φάσης της Σύρου, και θα μπορούσε να θεωρηθεί δημιούργημα της φάσης του Κάμπου.
[4] Πρβλ. S. HoodΗ Τέχνη στην Προϊστορική Ελλάδα, σ.109-114.
[5] Πρβλ. Α. Παπαγιαννοπούλου, …, Προϊστορική και Κλασσική Τέχνη, σ.153-165.
[6] Πρβλ. Γ. Κοκκορού-Αλευρά, Η τέχνη της αρχαίας Ελλάδας, σ.33-36.
[7] Πρβλ. Α. Παπαγιαννοπούλου, …, Προϊστορική και Κλασσική Τέχνη, σ.221-226.
[8] Οι Έλληνες γνώρισαν τα γλυπτά και τα ανάγλυφα που οι κάτοικοι των ανατολικών χωρών άφηναν ώς αναθήματα στους δικούς τους τάφους ή δώριζαν στα πανελλήνια ιερά (Ολυμπία, Δελφοί, Δήλος). Μερικά απ’αυτά σώζονται μέχρι σήμερα.
[9] Η διαφορά μεταξύ ελληνικής και ανατολικής πλαστικής έγκειται στο ότι οι Έλληνες γλύπτες δημιουργούσαν με γνώμονα το τέλειο και το ιδανικό, ενώ οι ανατολικοί λαοί με βάση την επιβλητικότητα και τη μεγαλοπρέπεια, κατάλοιπο του παρελθόντος, όταν οι Φαραώ ήθελαν με τα τεράστια αγάλματα να δείξουν την παντοδυναμία τους.
[10] Το πιο σπουδαίο άγαλμα της εποχής «Η κυρία της Auxerre», βρίσκεται στο Λούβρο από το 1820 (βλ. παρακάτω).
[11] Πρβλ. Γ. Κοκκορού-Αλευρά, Η τέχνη της αρχαίας Ελλάδας, σ.76 και 170-3.
[12] Στις κόρες μεγάλη λεπτομέρεια δίνεται στους χιτώνες, στους οποίους διαγράφονται όλες οι πτυχές τους σαν να είναι αληθινοί.
[13] Πρβλ. Νικ. Γιαλούρης, Αρχαία Γλυπτά, σ.15-23.
[14] Πρβλ. Α. Παπαγιαννοπούλου, …, Προϊστορική και Κλασσική Τέχνη, σ.167-172.
[15] Πρβλ. Α. Παπαγιαννοπούλου, …, Προϊστορική και Κλασσική Τέχνη, σ.176-182.
[16] Πρβλ. Γ. Κοκκορού-Αλευρά, Η τέχνη της αρχαίας Ελλάδας, σ.186-195.
[17] Πρβλ. Νικ. Γιαλούρης, Αρχαία Γλυπτά, σ.23-26.
[18] Πρβλ. Α. Παπαγιαννοπούλου, …, Προϊστορική και Κλασσική Τέχνη, σ.241-246.
[19] Πρβλ. Γ. Κοκκορού-Αλευρά, Η τέχνη της αρχαίας Ελλάδας, σ.186-192.
[20] Για να δημιουργηθεί το άγαλμα, πολλοί έλεγαν πως είτε ο Δίας κατέβηκε στη Γη είτε ο Φειδίας ανέβηκε στον Όλυμπο.
[21] Πρβλ. Γ. Κοκκορού-Αλευρά, Η τέχνη της αρχαίας Ελλάδας, σ.191.
[22] Όπ.παρ.σ.192.
[23] Όπ.παρ.σ,200.
[24] Όπ.παρ.σ.203.
[25] Όπ.παρ.σ.204.
[26] Πρβλ. Νικ. Γιαλούρης, Αρχαία Γλυπτά, σ.26-28.
[27] Πρβλ. Α. Παπαγιαννοπούλου, …, Προϊστορική και Κλασσική Τέχνη, σ.192-213.
[28] Πρβλ. Γ. Κοκκορού-Αλευρά, Η τέχνη της αρχαίας Ελλάδας, σ.270-278.
[29] Πρβλ. Νικ. Γιαλούρης, Αρχαία Γλυπτά, σ.37-47.
[30] Πρβλ. Α. Παπαγιαννοπούλου, …, Προϊστορική και Κλασσική Τέχνη, σ.274-277.
[31] Πρβλ. Νικ. Γιαλούρης, Αρχαία Γλυπτά, σ.47.  



Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only