Δευτέρα, 25 Μαΐου 2020

ΜΑΝΤΕΙΑ ΤΑ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ



Μελέτη πάντα καθαιρεί» 


       Ανατολικότερα…

Πόσες ήταν οι καταγωγές του Απόλλωνα; Ο Κλήμης Αλεξανδρείας μας τις αραδιάζει: «όσο για τον Απόλλωνα, ο μεν Αριστοτέλης πρώτο» [αναφέρει] «τον γιο του Ηφαίστου και της Αθηνάς  –εδώ δεν είναι παρθένα η Αθηνά- [2] δεύτερο τον Κρητικό του Κύρβαντα, τρίτο» [το γιό] «του Δία και τέταρτο τον Αρκάδα,» [το γιό] «του Σιληνού. Επιπλέον, αναφέρει τον Λίβυο,» [το γιό] «του Άμμωνα. Ο δε Δίδυμος ο γραμματικός, μας φέρνει και» [το γιό] «του Μάγνητος».[3]
                                                                              Τρελλοκομείο, αλλά θα βάλουμε τάξη…
Ο Ορφικός ύμνος στον Απόλλωνα αναφέρει 35 επίθετα του θεού, από τα οποία τα 9 αφορούν τοπωνύμια, και από αυτά τα τρία είναι Ελληνικά, τα τέσσερα Μικρασιατικά, ένα είναι ουσιαστικά διπλό [το «Λυκωρέας», που είναι Ελληνικό και Μικρασιατικό, (Λυκώρεια[4] - Λυκία) και θυμίζει το «Λυκηγενής»] και ένα Αιγυπτιακό! (Μεμφίτης) Φαίνεται λοιπόν, πως ο Αιγύπτιος Ώρος – Απόλλων, ήρθε στην Ελλάδα κυρίως από την Μικρά Ασία.
Στην Οδύσσεια αναφέρεται βωμός του θεού στη Δήλο. [5] Η λατρεία του εκεί ήταν αρχαιότερη των Δελφών, όπως λέει και η Μυθολογία άλλωστε. Η αρχαιολογία βρίσκει ανατολική καταγωγή στη Δηλιακή λατρεία. Εκεί λατρεύονταν και καθαρά Φοινικικές θεότητες, όπως η Βριζώ και οι Πάταικοι. Το νησί είχε εποικιστεί από Κάρες, Λέλεγες και Φοίνικες. Σε αυτούς αποδίδονται τα πρώτα ιερά. Η Απολλώνια λατρεία εκεί. αρχίζει μόλις το 800 πΧ., σε ιερά που χτίστηκαν πάνω σε Μυκηναϊκά της «Ποτνίας Θηρών» - Άρτεμης. [6] Ο Μύθος πως ο Απόλλων και η Άρτεμη ήταν αδέλφια, διευκόλυνε την υιοθέτηση του θεού, γιατί η θεά είχε εισαχθεί νωρίτερα, αλλά και κύρια, επειδή είχε ταυτιστεί με την αρχαιότερη, Κρητομυκηναϊκή θεά. (βλέπε κεφ. «η μεγάλη θρησκευτική ανατροπή της προϊστορίας») Ακούστε τον Θουκυδίδη να περιγράφει την απομάκρυνση των νεκρών της Δήλου, που είχε διατάξει ένας χρησμός:
                 «…αποκαλύφθηκε πως οι μισοί τάφοι ανήκαν σε Κάρες. Αυτό διαπιστώθηκε από το είδος των όπλων που είχαν ταφεί μ’ αυτούς, και με τον τρόπο της ταφής, που ακόμα κρατάνε εκεί» [7] (στην Καρία) «αν βέβαια η Καρία δεν λέγονταν Φοινίκη», συμπληρώνει ο Αθήναιος[8]              
Συνεπώς, η λατρεία του Φοίβου μεταφέρθηκε στο νησί από αυτούς, γιατί αν οι Κάρες δεν ήταν οι αρχαιότεροι, ξεχασμένοι  κάτοικοι, οι τάφοι τους θα ήταν εκ των προτέρων γνωστοί. Ας θυμίσουμε πως ο Όμηρος τους αποκαλεί «βαρβαρόφωνους»(Θα επανέλθουμε στο θέμα, από άλλη σκοπιά.)
Ο Όμηρος επονομάζει τον Απόλλωνα «Λυκηγενή» Μια μετάφραση είναι «Γεννημένος / προερχόμενος / στο / από το / φως», που δεν ταιριάζει με την περιπέτεια της γέννησής του, αλλά σχετίζεται με το «φανέρωμα» της Δήλου, που σημαίνει «Φανερωμένη». Η άλλη ερμηνεία, «γεννημένος στη / προερχόμενος από τη Λυκία», [9] ταιριάζει με το Μύθο πως ο θεός ξεχειμώνιαζε στην πόλη Πάταρα αυτής της χώρας. Είχε και το επίθετο «Παταρεύς». Αν το «Λυκία» προέρχεται από το «λυκ-» = φως > ήλιος > ανατολή, τότε «Λυκηγενής» σημαίνει και «Ανατολίτης»Ένα από τα επίθετα του Απόλλωνα ήταν «Εώιος»,[10] παράγωγο του «Εώος», ανατολίτης (πχ, «Ύπαρχος εώας» = διοικητής της ανατολής) Υπάρχει Μύθος, όχι πολύ διαδεδομένος, πως ο θεός γεννήθηκε στην Έφεσο της Μ. Ασίας. Αγγίζουμε πάλι την Ασιατική καταγωγή αυτού του θεού.
Ο Λύκιος Απόλλωνας με τους... λύκους του


Ο Ομηρικός Ύμνος για τον Απόλλωνα τον παρουσιάζει εγκατεστημένο στην Μ. Ασία πριν ιδρυθούν οι Δελφοί:
   «Βασιλιά, εσύ την Λυκία και τη Μαιονία την πανέμορφη και τη Μίλητο [είναι περιοχές της Μ. Ασίας]  την πόλη την παράλια την ποθητή κατέχεις, ο ίδιος όμως στην πανένδοξη Δήλο λαμπρά βασιλεύεις. Πηγαίνει τότε ο σεβάσμιος γιος της Λητώς παίζοντας τη φόρμιγγα τη σκαλιστή στη βραχώδη Πυθώ…» [11]
             Ακολουθεί η ιστορία της ίδρυσης του Μαντείου εκεί, στην Πυθώ, που ονομάστηκε «Δελφοί», με αφηγηματικά κενά. (πχ, ενώ εδώ πηγαίνει κατ’ ευθεία στη Πυθώ, μετά ψάχνει που να κάνει το Μαντείο)
Την Μικρά Ασία την «κατέχει»(=την κάνει ότι θέλει, είναι ιδιοκτησία του) στη Δήλο «βασιλεύει» (ο βασιλιάς δεν είχε απόλυτη εξουσία στην αρχαία Ελλάδα πριν την Ελληνιστική εποχή, αλλά δεσμεύονταν από τη λαϊκή συνέλευση, αντίθετα με τους «Τυράννους») και στην Πυθώ = Δελφούς μόνο «πηγαίνει». Η  Ασιατική προέλευση του Απόλλωνα είναι προφανής. [12] 
Στη συνέχεια ο Ύμνος διαβεβαιώνει πως οι Δελφοί είναι το πρώτο μαντείο που ίδρυσε ο θεός αλλά, ταυτόχρονα, ο Απόλλων λέει:
 «εδώ θα μου προσφέρουνε σωστές εκατόμβες, όσοι στην πλούσια Πελοπόννησο κατοικούν και την Ευρώπη, και τα νησιά που ζώνει η θάλασσα, ψάχνοντας για χρησμό…»
Ξέχασε την Ασία που την «κατέχει»; Όχι βέβαια. Έτσι, ο ίδιος Ύμνος, «αλλάζει σκοπό» και ομολογεί έμμεσα πως Μαντεία του θεού υπήρχαν ήδη στην Ασία, πριν τους Δελφούς, που απευθύνονται στο Ευρωπαϊκό κοινό. Βέβαια, οι Δελφοί ξεπέρασαν τις προσδοκίες, και κέρδισαν και πιστούς από την Ασία.  Αυτό όμως, ούτε ο ίδιος ο θεός το έλπιζε σύμφωνα με τον Ύμνο του. Θα πείτε, ζητάω ορθογραφία από ένα «ποιηματάκι»; Φυσικά, αφού θέλουν να μου επιβάλλουν τον Απόλλωνα σαν πεμπτουσία του Ελληνισμού!
        Ακούστε και τον Ομηρικό Ύμνο στην Άρτεμη:
«κι ευθύς το ολόχρυσο το άρμα οδηγεί [η Άρτεμη] από τη Σμύρνη στην κατάφυτη μ’ αμπέλια Κλάρο [Μικρασιατικό μαντείο] όπου ο αργυρότοξος Απόλλων κάθεται και την καρτερεί…» Δεν πρόκειται για κάποιο περιστατικό της ζωής τους, αλλά περιγραφή μιας μόνιμης συνήθειας των δυο αδελφών. Φαίνεται πως ο Απόλλωνας είχε τη Μυσία σα πρόχειρη λύση για κάθε πρόβλημα. Χρησμοδοτούσε: «Επί τον έσχατον των Μυσών πλείν»[13] (να πλεύσετε μέχρι και τον τελευταίο των Μυσών) Η Μυσία ήταν δίπλα στην Τροία. Ο χρησμός δόθηκε τόσο  σε μια περίπτωση λοιμού, όσο και στον Τήλεφο, για να βρει τη μάνα του.
Ο Μύθος της ανταλλαγής ιερών με τον Ποσειδώνα, επίσης διαψεύδει την «πρωτιά» των Δελφών, ως ιερού του Απόλλωνα. Λέγονταν πως ο Ποσειδώνας κατείχε μέρος του Μαντείου των Δελφών μαζί με τη Γη, και αντάλλαξε το μερίδιό του με το ιερό του Απόλλωνα στην Καλαβρία. Άρα, οι Δελφοί είναι μεταγενέστεροι της Καλαβρίας, και όχι το «πρώτο» Μαντείο του θεού… Η αλήθεια είναι πως δεν έγινε καμιά ανταλλαγή, μα βίαιη κατάληψη της «Πυθούς» από τον Ασιάτη Απαλιούνας, που οι κατασκευασμένοι αντιφατικοί Μύθοι δεν μπορούν να κρύψουν.
Οι Δελφοί χρησμοδότησαν επίσης υπέρ της Λυδικής δυναστείας των Μερμνάδων και κατά της δυναστείας των Ηρακλειδών, που έλεγαν πως είναι απόγονοι του Ηρακλή και της Ομφάλης, κόρης του ντόπιου βασιλιά Ιάρδανου. (Ιορδανού) Σαν αντίδωρο, ο Λυδός βασιλιάς Γύγης αφιέρωσε πολύ χρυσό και ασήμι στο Μαντείο. Στη συνέχεια, επιτέθηκε κατά των Ελληνικών πόλεων στην Μ. Ασία! Το… σπορ συνεχίστηκε και από τους διαδόχους του, Σαδυάτη, Αλυάτη και Κροίσο.[14] Φυσικά, αυτοί συνέχισαν τα αφιερώματα στον Έλληνα θεό του Φωτός (…) και έτσι, όσο η Λυδία κατακτούσε τις Ελληνικές πόλεις στη Ασία, οι Δελφοί ανακύρηξαν τους Λυδούς επίτιμους πολίτες, με πρωτοκαθεδρία και προτεραιότητα έναντι των Ελλήνων στο Μαντείο [15] που ήθελε και να κυβερνά την πατρίδα μας μέσω των χρησμών του, σύμφωνα με τον Ιουλιανό τον Παραβάτη![16] Τόσο οι Δελφοί, όσο και οι Εβραίοι Προφήτες μιλάνε με τα καλύτερα λόγια για αυτόν τον λαό της Μικράς Ασίας, που ο Ιερεμίας τον θεωρεί «εκδικητή του Κυρίου»! [17] (ας θυμηθούμε τον βασιλιά τους -Ιορδανό- Ιάρδανο)
Τι μπορούμε να συμπεράνουμε για την καταγωγή της Απολλώνιας λατρείας;
Οι Μικρασιατικοί λαοί θεωρούνται εφευρέτες της Μαντείας. «Εισίν δε οι Κάρες την δι’ αστέρων πρόγνωσιν επινενοηκέναι λέγουσιν. πτήσεις δε ορνίθων παρεφυλάξαντο πρώτοι οι Φρύγες, και θυτικήν ηκρίβωσαν Τούσκοι, Ιταλίας γείτονες.» «Ίσαυροι δε και Άραβες εξεπόνησαν την οιωνιστικήν, ώσπερ Τελμισσείς την δι’ ονείρων μαντικήν.»[18] (Περίληψη: Οι Κάρες βρήκαν τη μαντική των άστρων, οι Φρύγες τη πρόγνωση του πετάγματος των πουλιών, τη μαντεία από τις θυσίες βρήκαν οι Τυρρηνοί [και αυτοί μάλλον προέρχονταν από την Φρυγία] οι Ίσαυροι και οι Άραβες τη μαντεία των οιωνών [σημαδιών] και οι Τελμισσείς την ονειρομαντεία) «…τον Αράβιον τρόπον ες ξύνεσιν της των ζώων φωνής/…/ άριστα γιγνοσκόντων /…/ και των ορνίθων ακούειν μαντευομένων»[19] Τίποτα δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα. Το… τουρμπάνι ακόμα είναι σύνεργο και έμβλημα του μάγου-αστρολόγου του 21ου αιώνα…
Ο Όμηρος θεωρεί τον Τρώα Μέροπα σαν το καλύτερο Μάντη του κόσμου.[20] Και στον Τρωικό κύκλο, που περιγράφει όσα δεν αναφέρει ο Όμηρος, οι Έλληνες δείχνουν απόλυτη πίστη στους Τρώες Μάντεις, για τον ίδιο λόγο. Ο Τρώας Έλενος, πχ, χρησμοδότησε πως η Τροία δεν θα έπεφτε χωρίς τον Φιλοκτήτη. [21] Αλλά και στην Ιλιάδα, οι Έλληνες αμφισβητούν τον… δικό τους Κάλχα! (:«μάντης κακών» κλπ) Άλλωστε, κι αυτός Τρώας ήτανε…

Ο Δαναός, που ήρθε από την Αίγυπτο, μόλις έγινε βασιλιάς του Άργους ίδρυσε ναό του Λύκιου Απόλλωνα. Ο Μύθος λέει πως το επίθετο του θεού προήλθε από ένα λύκο που έφαγε ένα βόδι. Ο λύκος θεωρούνταν ιερό ζώο του Απόλλωνα. Πέρα από τις λεπτομέρειες, ένας Αιγύπτιος, (έστω, ένας Έλληνας από την Αίγυπτο, μη σας μολύνω και τη ράτσα) έφερε τη λατρεία του «Λύκιου» Απόλλωνα, του Μεμφίτη που λέγαμε, στο Άργος,[22] Ταυτιζόμενος με ένα αρπακτικό ζώο…
Λύκιος όμως, σημαίνει και καταγόμενος από τη Λυκία της Μ. Ασίας. Οι Αθηναίοι έλεγαν πως η χώρα ονομάστηκε έτσι από τον δικό τους Λύκο, γιό του Πανδίονα. Όμως, ο Λύκος δεν ήταν γενάρχης των Λυκίων, που πριν από αυτόν ονομάζονταν Τερμίλες [23] και (Ιερο)Σόλυμοι,[24] αλλά πήγε εκεί καταδιωγμένος. Ο Μύθος προσπαθεί να Ελληνοποιήσει, όχι απόλυτα βέβαια, την Απολλώνια λατρεία που υιοθέτησαν οι Ίωνες στην Μ. Ασία.  (δες παρακάτω) Ούτε και η γλώσσα της Λυκίας ήταν Ελληνικά, όπως μαρτυρούν οι αρχαιότερες επιγραφές τους.[25]  Οι Λύκιοι έλεγαν πως ήρθαν από τη Κρήτη, «εκ Κρήτης τωρχαίον γεγόνασι, την γαρ Κρήτην είχον το παλαιόν πάσαν βάρβαροι», ξεκαθαρίζει ο Ηρόδοτος για όσους τους βαφτίζουν «Έλληνες» [26] Πάντως, ο λύκος λατρεύονταν στην Αίγυπτο, όπου υπήρχαν οι περίφημοι Λυκοπολίτες[27] Οι Λύκιοι, λοιπόν ίσως είναι, μέσω της τότε βαρβαροκρατούμενης Κρήτης, το κλειδί που συνδέει τους δύο Απόλλωνες-λύκους, τον Αφρικανό και τον Ασιάτη. Ο Λύκιος Ωλήνας έγραψε όλους τους αρχαίους ύμνους της Δήλου.[28] Είναι προφανής η αφετηρία της λατρείας στο νησί, λοιπόν. Μπερδεμένοι Μύθοι, μπερδεμένη Απολλώνια καταγωγή. [29]     

Τα Μικρασιατικά Μαντεία

Δελφοί = Πύθια θερμά - Πυθώ πετρόεσσα.

Ο Πύθωνας κυνήγησε τη μάνα του Απόλλωνα. Αυτός τον σκότωσε, και εγκατέστησε στη φωλιά του το Μαντείο των Δελφών. Η περιοχή ονομάζονταν Πυθώ, και έτσι την αναφέρει και ο Όμηρος. Πλησιέστερη στην αλήθεια είναι η παραλλαγή πως ο Πύθωνας ήταν φύλακας του ήδη υπάρχοντος Μαντείου, που ανήκε στη θεά Γη. Ο Απόλλων τον σκότωσε και οικειοποιήθηκε το Μαντείο. (Αναφερόμαστε πληρέστερα στο κεφάλαιο «Η αρχή της Απολλώνιας λατρείας»)
Υπάρχει μια μυστηριώδης βυζαντινή αφήγηση που εμπλέκει τον Απόλλωνα, τους Αργοναύτες, τον Μέγα Κωνσταντίνο, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ και την Παναγία. (!) Εδώ ανακαλύπτουμε πως ακόμα και το ιερατικό αξίωμα της «Πυθίας» και το αρχικό Δελφικό τοπωνύμιο, «Πυθώ», είναι Μικρασιατικά, από την περιοχή της Προποντίδας, κοντά στην Κύζικο:
«…και εισελθόντες» (οι Αργοναύτες) «νυκτός παρέλαβον τον Κύζικον, μητρόπολιν της Ελλησπόντου επαρχίας...» «...και απελθόντες οι Αργοναύτες εις το Μαντείον, ένθα λέγεται τα Πύθια θερμά, και ποιήσαντες θυσίαν επηρώτησαν...» «...και εδόθη αυτοίς χρησμός παρά της Πυθίας ούτος...» [30]
Μπορεί να αμφισβητήσουμε τον επακόλουθο χρησμό σαν Χριστιανική προπαγάνδα, μια που η Πυθία εμφανίζεται να προφητεύει για την... Παρθένο Μαρία. (Υπάρχουν ολόκληροι τόμοι με ανάλογους χρησμούς, βέβαια) Το μόνο που δεν έχει στο μυαλό του ο συγγραφέας όμως, είναι να μας αποδείξει πως η Πυθώ είναι Μικρασιατικό τοπωνύμιο..
             Αντίθετα, ένας βασικός και διαχρονικός μυθοπλαστικός κανόνας είναι η ένταξη γνωστών και αδιάσειστων στοιχείων, γεγονότων, τοπωνυμίων, μνημείων κλπ., στην πλοκή του Μύθου, ώστε να γίνουν ευκολότερα πιστευτά και τα φανταστικά στοιχεία.        
                Σύμφωνα με την αφήγηση, αυτά τα μέρη ήταν ακόμα γνωστά την Χριστιανική περίοδο, και ο Βυζαντινός συγγραφέας χρησιμοποιεί τα τοπωνύμια και τα εκεί αρχαία μνημεία σαν τεκμήρια του αληθούς των ισχυρισμών του...   
Αναφέρεται και το όνομα Πύθιος ως Λυδικό, και συνήθως ερμηνεύεται σαν δοσμένο από την σχέση Κροίσου – Δελφών. Μάλλον όμως, προέρχεται από το Μικρασιατικό τοπωνύμιο.[31]
Συνεπώς, ο Όμηρος, μιλώντας για την Πυθώ (στους Δελφούς) την προσδιορίζει ως «πετρόεσσα», προφανώς για να την αντιδιαστείλει με την Μικρασιατική Πυθώ, που λέγονταν «θερμή». Έτσι, η Πυθώ, η Πυθία, αλλά και η υπόγεια Μαντική(το προσωνύμιο «Θερμά» υποδηλώνει υπόγεια γεωθερμική δραστηριότητα, όπως και στους Δελφούς) προέρχονται από την Μικρά Ασία.
                                                                                                                 Έτσι, τάκα-τάκα…
Στην αφήγηση του Δάρη, που μνημονεύουμε παρακάτω, ο Αχιλλέας και ο Κάλχας συναντώνται στους Δελφούς, και αποφασίζουν να συνεργαστούν, μια που το διέταξε και ο Απόλλων. Αφού ο Κάλχας, εδώ, είναι Τρώας, αναρωτιέμαι σε ποιο Μαντείο ονόματι Πυθώ έγινε η συνάντηση…

Κάλχας

Μάντης των Ελλήνων ήταν ο Κάλχας. Στην Ιλιάδα, είναι ο μόνος μάντης που συμβουλεύονται οι Έλληνες. (Σε άλλες παραλλαγές, συμβουλεύονται και Τρώες μάντεις) Γενικά, θεωρείται εκπρόσωπος της Ελληνικής Μαντικής, σε αντίθεση με την Τρωική-Μικρασιατική Μαντική, που ο Όμηρος, άλλωστε, σέβεται απεριόριστα.  Στην αφήγηση του Δάρη, όμως, ακόμα και ο Κάλχας είναι Τρώας (=Φρύγας) και συμπαρατάσσεται με τους Έλληνες κατόπιν εντολής των Δελφών! [32] Το αίμα νερό δεν γίνεται. Η αφήγηση έχει στόχο να εξηγήσει γιατί οι Έλληνες δεν ρώτησαν τους Δελφούς πριν εκστρατεύσουν. Η απάντηση είναι πως ο Κάλχας ανέλαβε το ρόλο του Μάντη με εντολή των Δελφών. Είναι μια προσπάθεια ερμηνείας του θεολογικού αυτού κενού, και όχι πραγματικός Μύθος. Ο Όμηρος θυμάται πως οι Έλληνες [πρέπει να] ρώτησαν τους Δελφούς πριν τον πόλεμο της Ιλιάδας, στην… Οδύσσεια!
Η αλήθεια είναι πως ούτε Απόλλωνας, ούτε Δελφοί υπήρχαν την εποχή των Τρωικών στην Ελλάδα.

Δίδυμα

Ας περάσουμε όμως στα θεωρούμενα Ελληνικά Μικρασιατικά Μαντεία: Λέει ο Παυσανίας: «το ιερό και το μαντείο του Απολλωνα στα Δίδυμα (της Μ. Ασίας) είναι παλιότερο από τον αποικισμό των Ιώνων, και τα ιερά της Εφεσίας Αρτέμιδος είναι ακόμα πιο παλιά από τους (ίδιους τους) Ίωνες ./…/  Γιατί δεν ιδρύθηκαν ούτε καν από τις Αμαζόνες, αλλά από τον αυτόχθονα Κόρησο, και τον Έφεσο –που θεωρείται γιος του (Μικρασιατικού) ποταμού Καύστρου- αυτοί ίδρυσαν το ιερό» [33]
«Αυτόχθων» σημαίνει βγαλμένος από τη γη (=χθων) δηλαδή πιο ιθαγενής δεν γίνεται. Το ίδιο συμβαίνει και με τον γιό του ντόπιου ποταμού.
Γράφει ο Ηρόδοτος για το ίδιο Μαντείο, που λέγονταν και των Βραγχιδών, απόγονων του Απόλλωνα, στη Μίλητο: «Ήταν εκεί Μαντείο ιδρυμένο από παλιά, το οποίο όλοι οι Ίωνες και οι Αιολείς συνήθισαν να ρωτούν»[34]  
Ο Ηρόδοτος δεν λέει καθαρά ποιοι και πότε ίδρυσαν το Μαντείο. Είναι αδύνατο να εννοεί πως ιδρύθηκε από τους άποικους, με βάση την διατύπωση. Θα έπρεπε να πει: «οι Ίωνες ρωτούν το δικό τους Μαντείο», πχ, αν ήταν αυτοί οι ιδρυτές του, πράγμα που θα ήταν αυτονόητο. Ας το συνδυάσουμε και με όσα είπε ο Παυσανίας. Το πραγματικό νόημα της φράσης είναι: «δεν ρωτούσαν τους Δελφούς γιατί εκεί που πήγαν, στη Μικρά Ασία, υπήρχε παλιότερο μαντείο», κατά τη γνώμη μου, πάντοτε. Μόνο τέτοια μισόλογα μπορεί να περιμένουμε από τους αρχαίους συγγραφείς.
                   Οι ιερείς του Διδυμαίου Απόλλωνα στη Μίλητο, οι Βραγχίδες, είχαν προδώσει την πόλη στους Πέρσες, που την κατάστρεψαν μετά από προφητεία εντολή των Δελφών!
      Ακούστε τον χρησμό και ζυγίστε τον πατριωτισμό του:
«Και τότε εσύ Μίλητος, ένοχη γιατί  μηχανεύεσαι κακά έργα
θα γίνεις δείπνο για πολλούς και θα γεννήσεις πολλά καλά δώρα
οι κοπέλες σου θα πλύνουν πολλών μακρομάλληδων πόδια
και άλλοι θα φροντίσουν για τον ναό μας στα Δίδυμα»[35]
Είναι προφανές πως οι Δελφοί θεωρούσαν τους Έλληνες της Μιλήτου ένα είδος ενοικιαστών του Ιερού, που η απουσία τους δεν μπορούσε να επηρεάσει την αρχαιότερη από αυτούς λατρεία του θεού.
Ο Φρύνιχος έγραψε το δράμα «Μιλήτου Άλωσις», συγκινώντας τους Αθηναίους, και τιμωρήθηκε με πρόστιμο χιλίων δραχμών γιατί… στενοχώρησε το λαό. Δεν είμαστε τόσο ηλίθιοι. Ο Φρύνιχος πρέπει να τιμωρήθηκε γιατί ο θρήνος του για την καταστροφή της πόλης που ήταν «ένοχη κακών έργων» αντίφασκε με τον θεϊκό χρησμό που αναφέραμε!
                 Οι Βραγχίδες διαγωνίστηκαν με τους Δελφούς στην προδοσία, παραδώσανε τους θησαυρούς του ναού στους Πέρσες,[36]  και ίσα που γλύτωσαν. Ο Ξέρξης (Ή ο Δαρείος) τους μετοίκισε στα βάθη της Ασίας, για να τους ανταμείψει για την προδοσία τους, να είναι ασφαλείς από την εκδίκηση των Ελλήνων, και φυσικά, για να υπακούσουν στο χρησμό! Εκεί  έφτιαξαν νέα πόλη, και την ονόμασαν πάλι Δίδυμα. Αλλά τους καταδίωξε και τους βρήκε ο απόγονος του Αχιλλέα, του μεγάλου εχθρού του Απόλλωνα, ο Μεγαλέξαντρος, «για να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση»
     «και μισήσας αυτών την του γένους διαδοχήν απέκτεινε πάντας, κακούς είναι κρίνων τους των κακών εκγόνους, και την ψευδώνυμον πόλιν κατέσκαψε, και ηφανίσθησαν»[37] (και αφού μίσησε την καταγωγή τους, τους σκότωσε όλους, γιατί έκρινε πως σαν απόγονοι κακών είναι κι αυτοί κακοί, και την πόλη με το ψεύτικο όνομα ξεθεμέλιωσε, και αφανίστηκαν)
                Εννοείται πως ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο «Έλλην ειμί», ανακηρύχθηκε προφήτης του ξαναχτισμένου ναού των Διδύμων. [38] Δεν είναι περίεργο που αποκαλούσε τον Μεγαλέξαντρο «μέθυσον»[39] Άλλα είναι τα περίεργα…

Αχ, Έλληνες, αιώνια παιδιά θα μείνετε… «Έλληνες υμείς αιεί παίδές εστε, γέρων δε Έλλην ουδείς. ου γαρ έχετε μάθημα χρόνω πολιόν» [40](Ελεύθερη μετάφραση: «μια ζωή παιδιά θα μείνετε εσείς οι Έλληνες, ούτε ένας από σας δεν θα ωριμάσει, γιατί δεν παίρνετε μαθήματα από την Ιστορία σας…»)

Άλλα «Εθνικά» Μαντεία
                     
Λέγεται πως ο Μαρδόνιος έστειλε κάποιον Μυ από την Εύρωπο στο Μαντείο του Πτώου Απόλλωνα, στη Βοιωτία, και ο χρησμός δόθηκε στην Καρική γλώσσα. [41] Το αίμα νερό δεν γίνεται. Για το Μαντείο της Κλάρου, στην Μ. Ασία και πάλι, ο Παυσανίας λέει πως «εκ παλαιοτάτου γενέσθαι νομίζουσιν»,[42] (η φρασεολογία είναι παρόμοια) Όταν έκαναν εκτροπή του ποταμού Ορόντη, βρήκαν ένα τάφο γίγαντα. Ρώτησαν το Μαντείο της Κλάρου ποιος ήταν, και αυτό απάντησε, εθνικότατα, πως ήταν ο Ινδός Ορόντης…[43] Ιδέα δεν είχε για την «προϊστορική Μυκηναϊκή Αυτοκρατορία». Δεν χρειαζόμαστε άλλη μαρτυρία για να συμπεράνουμε πως ξεκίνησε και νεκρική λατρεία του… Τάφου του Ινδού, (υπάρχει ταινία με αυτό τον τίτλο) χάρη στο «Εθνικό» μας Μαντείο. Ο Ινδός Ορόντης ταιριάζει και επιβεβαιώνει την αφήγηση ότι ο «Βασιλεύς Ινδών» Μέμνων έφτασε στη Τροία με στόλο από την Φοινίκη…
Υπάρχει Μύθος πως η Μαντώ έφερε τα Απολλώνια Μαντεία από την Ελλάδα στην Ασία. Ο θεός είχε διατάξει τη μετανάστευση της μαζί με άλλους, και ο αρχηγός των Κρητών που ήταν ήδη εγκατεστημένοι εκεί, ο Ραίκιος «μαθαίνει από τη Μαντώ ποιοι ήταν και για ποιο λόγο είχαν έρθει και παίρνει τη Μαντώ γυναίκα του» (στο ίδιο) Η Μαντώ υπήρχε από την εποχή της Νιόβης, και έζησε στη Θήβα μέχρι την εποχή της εκστρατείας των Επιγόνων, δηλ. για πάνω από πέντε γενιές! Όταν την παντρεύτηκε ο Ραίκιος ήταν… εκατό χρονών! [44]. Άσε που οι Μάντισσες του Απόλλωνα έπρεπε να είναι παρθένες ή έστω, άγαμες! Θαύμα, θαύμα!   
                   Ας αφήσουμε τα γούστα του Ραίκιου, και ας δούμε τις σοβαρότερες αντιφάσεις του ΜύθουΑν οι Κρητικοί ήταν εγκατεστημένοι εκεί, και γνώριζαν ήδη τον Απόλλωνα (γι αυτό και καλοδέχτηκαν τη Μάντισσά του) περίμεναν από τη Μαντώ να ιδρύσει τα Μαντεία; Λογικό είναι να αποδεχτούμε πως ήδη υπήρχαν Απολλώνια ιερά, και η Μαντώ και οι άποικοι που ήρθαν μαζί της έγιναν δεκτοί όταν τους είπε ποια είναι, γιατί ήδη εκεί γνώριζαν την Απολλώνια λατρεία… Άρα, ο μύθος πως αυτή ίδρυσε τα Ασιατικά Μαντεία είναι ψευδής! Ανάλογος Μύθος αναφέρεται και για την ίδρυση των Δελφών, όπου πάλι εμπλέκονται Κρητικοί, που, εδώ, αγνοούσαν τον θεό.                                                                                                                    
               Μήπως τότε και ο Μύθος της υπέργηρης και ποθητής Μαντώς εννοεί πως οι Κρητικοί δεν γνώριζαν τον Απόλλωνα, αν και λέει το αντίθετο; Τεκμηριώνεται λοιπόν η πρόσφατη καθιέρωση αυτής της λατρείας στην Ελλάδα! Ο Μύθος είναι αντιφατικός, νόθος, και δημιουργήθηκε για να ελληνοποιήσει την Ασιατική λατρεία. Οι Απολλώνιοι ούτε ένα πλαστό Μύθο με λογική σειρά  δεν κατάφεραν να στήσουν. Ψέμα η Μαντώ, ψέμα οι Κρητικοί, ψέμα η [Ελληνική] Κρητική καταγωγή των Λυκίων.
                    Τα Μαντεία ιδρύθηκαν κάτω από Αιγυπτιακή επιρροή από τους «βάρβαρους» Τερμίλλες που ήρθαν από την Κρήτη, «την γαρ Κρήτην είχον το παλαιόν πάσαν βάρβαροι», ξεκαθαρίζει ο Ηρόδοτος,[45] ή, πιθανότερα, ήταν ήδη εγκαθιδρυμένα εκεί «εκ παλαιοτάτου», σα λατρεία που μετέφερε ο Φοινικικός αποικισμός. Η «Μαντώ» είναι μια Μάντισσα με πολλούς… πατεράδες,[46] μάλλον ιερατικός τίτλος, όχι πρόσωπο. Και επειδή οι πρώτοι Μάντεις ήταν γυναίκες,[47] είναι σίγουρο πως τα Μαντεία της Ασίας ιδρύθηκαν από μια Μαντώ…
Ο Ηρόδοτος μας δείχνει την εξάπλωση εθίμων σχετικών με τα Μικρασιατικά Μαντεία και τις προφήτισσες  του Απόλλωνα, φανερώνοντας την Ασιατική τους προέλευση: «Το ιερό» [του Βαάλ στη Βαβυλώνα] «δεν έχει στημένο άγαλμα, ούτε τη νύχτα παραμένει κανείς εκεί» … «εκτός από μόνο ντόπια γυναίκα» … «παρόμοια λένε και για την Αιγυπτιακή Θήβα, γιατί και εκεί κοιμάται μια γυναίκα στο ναό του Θηβαίου» [Αιγύπτιου] «Δία, και για τις δυο γυναίκες λένε πως με κανένα άντρα δεν μπορούν να έρθουν σε επαφή. Όπως και στα Πάταρα της Λυκίας η μάντισσα του θεού» [Απόλλωνα] «το ίδιο κάνει, γιατί το Μαντείο δεν λειτουργεί συνέχεια. Όταν είναι να χρησμοδοτήσει, τότε ξαπλώνει τις νύχτες στο ναό».[48]  Τα Πάταρα δεν ήταν απλό Μαντείο. Ο θεός έμενε –πίστευαν- εκεί το χειμώνα, και το καλοκαίρι πήγαινε στους Δελφούς. Έκανε, δηλαδή εκδρομή στην Ελλάδα, τουρισμό, που λέμε.
                     Ο Απόλλων είχε και το επίθετο «Τελμίσσιος». Η Τελμισσός ήταν Μικρασιατική πόλη, με μεγάλη φήμη στη μαντεία…  Ο ιδρυτής της Τελμισσός ήταν γιος του Απόλλωνα και της Κρινούς, κόρης του Τρώα Αντήνορα,[49] και απέκτησε τη φήμη του «τερατοσκόπου». Η πόλη ήταν Τρωϊκή αποικία. Οι Τελμισσείς ανακάλυψαν την τέχνη της ονειρομαντείας.[50] Ο Μάντης του Μεγαλέξαντρου, ο Αρίστανδρος, ήταν από εκεί, από το ιερατικό - μαντικό γένος της πόλης. Ήταν, δηλαδή, Τρωικής καταγωγής. Ο Αλέξανδρος θα έπαιρνε τον καλύτερο. Φυσικά, ήταν Μικρασιάτης και όχι… Δελφικός! Ο κατακτητής μιμήθηκε τους Μυθικούς προγόνους του, δείχνοντας εμπιστοσύνη στην Τρωική Μαντική τέχνη.
              Νομίζω πως αυτός ο Μικρασιάτης Μάντης ήταν ο σημαντικότερος της αρχαιότητας, σε ότι αφορά την Ελλάδα τουλάχιστον, γιατί παρακολούθησε τον Αλέξανδρο από τη σύλληψή του, την συνόδεψε με προφητείες, και έπαιξε σημαντικό ρόλο στις νίκες, εμψυχώνοντας το στρατό με τις προβλέψεις του. Λένε πως σκηνοθετούσε τα καλά σημάδια,[51] και περνούσε νύχτες με τον Αλέξανδρο κάνοντας μυστικές τελετουργίες. [52] Ο Αλέξανδρος, ως Βασιλιάς και Στρατηγός, είχε τη θέση του Αρχιερέα. Ο Αρίστανδρος φαίνεται πως είχε γράψει και βιβλίο Μαντικής. [53]
Ας ακούσουμε τι συνέβαινε στην Ταρσό της Κιλικίας και στο ποτάμι της, το Κύδνο:
             «Όσο για τον Κύδνο και το ιερό μαχαίρι του Απόλλωνα στην Ταρσό, /…/ ο Κύδνος δεν καθαρίζει άλλο σίδερο από αυτό, ούτε το μαχαίρι καθαρίζει σε άλλο νερό» [54]
             Τέτοιες παραδόσεις δεν μπορεί να ήρθαν από την Ελλάδα, αφού εμπλέκουν τοπικό ποτάμι. Κατάγονται από τον συνδυασμό της λατρείας του θεού με την πρώτη χρήση του «μαγικού» μετάλλου, του ατσαλιού, που χρησιμοποιήθηκε μαζικά για πρώτη φορά από την Χιττιτική Αυτοκρατορία στη Μικρά Ασία… Οι Χετταίοι γνώριζαν τον Απαλιούνας- Απόλλωνα, σύμφωνα με επιγραφές τους, αλλά και τον Εβραίο Ιεχωβά, σύμφωνα με την Βίβλο. Η παράδοση μπορεί όμως να αναχθεί και παλιότερα, στην εποχή του Χαλκού, ακόμα και στην εποχή του Λίθου, όπου τα πέτρινα μαχαίρια είχαν ανώμαλες επιφάνειες και καθαρίζονταν δύσκολα. Ίσως όμως συνδέεται και με την Ρωμαιο-Εβραϊκή προκατάληψη να μην εισάγεται σίδερο στους ναούς,[55] Το «ιερό» μαχαίρι μπορεί να ήταν θαυματουργή εξαίρεση.
Λέει ο Όμηρος για τον Μέροπα, που κατάγονταν από την πόλη της Μυσίας Περκώτη: «Απ’ όλους πιο πολύ τους άλλους της μαντικής της τέχνης κάτεχε» [56] Αναφέρει και τον γέροντα Ευρυδάμα, που εξηγούσε τα όνειρα.[57] Η κυριαρχία των Μικρασιατών, ειδικά των Τρώων, στη Μαντική είναι αναμφισβήτητη.
Ο Απόλλωνας είχε διατάξει τους Θηβαίους να λατρεύουν τον Τρώα Έκτορα, και μάλιστα να μεταφέρουν τα οστά του από την Τροία. Στον Τρώα Ήρωα θυσίαζαν μέχρι το 355 μΧ![58]
Για το Μαντείο των Μαλλών στην Κιλικία, ιδρυμένο μυθολογικά από τους απόγονους του Απόλλωνα Αμφίλοχο και Μόψο, μιλάμε στο κεφάλαιο για τον Οιδίποδα και τους «Επτά επί Θήβας». Απλά, ας σημειώσουμε εδώ πως στην Ελληνική αυτή αποικία λατρεύονταν και Φοινικικές θεότητες.[59] Γι’ αυτό, οι Έλληνες πίστευαν πως αυθεντίες στη λατρεία των Μαλλών αλλά και του πατέρα του Αμφίλοχου, του Αμφιάραου, στον… Ωροπό, ήταν οι… Φοίνικες, κατά τον Φιλόστρατο! [60]
Υπήρχε Τρώας «Άμφιος»[61] (=Αμφιάραος στην ιωνική διάλεκτο[62]), γιος του καλύτερου Μάντη του… πλανήτη, του Μέροπα, που αναφέραμε. Φαίνεται πως ήταν ο ίδιος Αμφιάραος που λατρεύονταν στους Μαλλούς μαζί με το γιο του. Πιθανώς αυτός ήταν και ο «Έλληνας» Αμφιάραος του Ωροπού, που ήταν «συμπτωματικά» συγγενής του «άλλου» καλύτερου Μάντη του πλανήτη, που στην Οδύσσεια λέγεται Πολυφείδης.[63]
              «Τα μυαλά του χταποδιού να ‘χεις παιδί μου, ηρωικέ Αμφίλοχε, να προσαρμόζεσαι σε κάθε λαό που πηγαίνεις, κάθε φορά να αλλάζεις για τον καθένα, και να ακολουθείς [τα έθιμα] του [κάθε] τόπου»[64] λέει ο Αμφιάραος στον Αμφίλοχο… Το πρόθεμα «αμφί» (=διμερής) στα συμβολικά ονόματά τους το εξηγεί καλύτερα από μένα.
                Στο ιερό του «Δαφναίου Απόλλωνα» στην Αντιόχεια, οι Ασσύριοι έλεγαν πως εκεί πρωτοφύτρωσε δάφνη και κυπαρίσσι, και εκεί συνέβη η περιπέτεια της Δάφνης με τον Απόλλωνα, που μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο φυτό. Υπήρχε εκεί και ποταμός Λάδων, που ήταν ο πατέρας της Δάφνης. Στις γειτονικές πηγές, λέγανε, έπαιρνε το μπάνιο του ο Απόλλων. Οι Έλληνες ισχυρίζονταν πως αυτά έγιναν στην Αρκαδία.[65] Στο ίδιο ιερό, οι πιστοί του Απόλλωνα επέτρεψαν να θαφτεί ένας… Χριστιανός μάρτυρας, ο Βαβύλας. Ο Ιουλιανός ο Παραβάτης πέταξε το λείψανο, και τότε οι πιστοί του Απόλλωνα, για να εξιλεωθούν απέναντι στους Χριστιανούς, τους επέτρεψαν να κάψουν το ιερό, προφανώς γιατί είχε μολυνθεί από την ασέβεια του Ιουλιανού. Μας τα διηγείται ο ίδιος!
            «Κάποιοι από σας» [τους Αντιοχείς] «για να εξιλεωθείτε προς τους θεούς, παραδώσατε το ναό του Δαφναίου θεού» [του Απόλλωνα] «στη διάθεση εκείνων που είχαν αγανακτήσει για το λείψανο του νεκρού» [τους Χριστιανούς] «και αυτοί, κατά λάθος ή επίτηδες, έβαλαν τέτοια φωτιά, που οι μεν ξένοι εφρίκιασαν, αλλά ο λαός γέμισε ηδονή, και ούτε η Βουλή ασχολήθηκε ή ασχολείται»[66]

Οι Δελφοί απέκτησαν διεθνή φήμη. Αυτό αντιφάσκει με το πρόσφατο του Μαντείου που δημιουργήθηκε μετά τα χρόνια του Ομήρου, που το αγνοεί. Δεν μιλάω για την εποχή των Τρωικών, αλλά για τον Όμηρο, γιατί ο ποιητής μεταφέρει τις θρησκευτικές αντιλήψεις της εποχής του στο παρελθόν που εξυμνεί. 
Η φήμη των Δελφών, δεν ξεκίνησε από την Ελλάδα, αλλά από την λατρεία του Απόλλωνα στην Ανατολή, πολύ πριν «μετακομίσει» στην Ελλάδα. Από εκεί ήρθαν οι πρώτες μεγάλες Δωρεές. [Κροίσος, Γύγης, Αλυάτης κλπ.] Ανάλογες δωρεές ήρθαν και από την Αίγυπτο, ειδικά τον φαραώ Άμασι. Οι Λυδοί ήταν επίτιμοι πολίτες της πόλης των Δελφών. [67] Από την Μικρά Ασία ήρθε, επίσης, η Σίβυλλα για να «διορθώσει» τα πράγματα στους Δελφούς, όπως θα δούμε.




Η Ελλάδα της Φρυγίας …

 «Εκείνοι που αμφισβητούν την αρχαιότητα των
 Αθηναίων και τα δώρα που λένε πως πήραν από
 τους θεούς,[68] είναι οι Αργείοι. Από τους βαρβάρους,
το ίδιο κάνουν οι Αιγύπτιοι με τους Φρύγες»
                                        Παυσανίας, Αττικά, 14, 2.


Οι Φρύγες, λοιπόν, ισχυρίζονταν πως ήταν αρχαιότεροι από τους Αιγύπτιους! Είδαμε πως οι Έλληνες θεωρούσαν την Μικρά Ασία πηγή της  Μαντικής, μιας τέχνης που προέρχονταν από τον Απόλλωνα. Οι περισσότεροι αρχαίοι συγγραφείς αποκαλούν τους Τρώες «Φρύγες». Για τους Έλληνες, η Φρυγία και η Αίγυπτος συγκρίνονταν σε παλαιότητα και θεολογική εγκυρότητα. Δεν πρόκειται για δυο διαφορετικές θρησκείες, αλλά για τρόπους ερμηνείας τους. Αν η Αίγυπτος είναι γνωστή παγκόσμια ως λίκνο του πολιτισμού, η Φρυγία, όσον αφορά την αρχαία Ελλάδα, δεν ήταν σε καμιά περίπτωση ο «πτωχός συγγενής» της Αιγύπτου. Οι επιρροές, αν και είχαν κοινή ρίζα, μοιράζονταν τουλάχιστον ισότιμα ανάμεσα στις δυο χώρες. Άλλωστε, οι δυο τόποι ήταν «συγκοινωνούντα δοχεία». Οι βασιλείς της Φρυγίας και της Τροίας ήταν Φοινικικής καταγωγής, και προέρχονταν αρχικά από την Αίγυπτο.[69] Φυσικά, οι Έλληνες ισχυρίζονταν πως όλα αυτά ξεκίνησαν από το… Άργος.
Γεωγραφικά, η Τροία ανήκει στη Μυσία, τη βορειοδυτική ακτή της Μικράς Ασίας. Οι Μυσοί θεωρούνται φυλετικά συγγενείς με τους Φρύγες και τους Θράκες. Η Φρυγία ήταν ουσιαστικά η ενδοχώρα της Τροίας. Τα Βορειοανατολικά της Τρωάδας, η μετέπειτα Βιθυνία, ονομάζονταν «Μικρή» ή «Ελλησπόντια» Φρυγία». (δες χάρτη)  Υπήρχε πολιτιστική συγγένεια, σχεδόν ταύτιση, αυτών των λαών. Θα δούμε, αλλού, πως στη μικρή Φρυγία υπήρχε η χώρα των Ασκανίων, που ταυτίζονται με τους Εβραίους Ασκεναζίμ και τους Φοίνικες της Ασκαλών. Το όνομα (πιθανά και αντίστοιχο γένος) Ασκάνιος υπήρχε και στην Τροία.
Αναφέρεται ο Ναννάκος, ένας Φρύγας βασιλιάς πριν τον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Υπήρχε και έκφραση για να ορίσει κάτι αρχαίο, «τα από Ναννάκου».[70] Οι Έλληνες νόμιζαν πως οι Φρύγες είναι ο αρχαιότερος λαός του κόσμου, ο πρώτος που ανακάλυψε την ομιλία. Λέγανε πως στην Αίγυπτο, δυο βρέφη που αποκλείστηκαν από την γλωσσική επικοινωνία με άλλους, είπαν την πρώτη λέξη τους στα Φρυγικά: «Βεκός» (=ψωμί) Φάνηκε έτσι πως ήταν η πρώτη γλώσσα του ανθρώπου. [71] Ο Μύθος είναι πλαστός, (οι άνθρωποι δεν μπορούν να μιλήσουν χωρίς να ακούσουν άλλους να μιλούν [72]) αλλά ήταν δημοφιλής. Δείχνει τι πίστευαν οι αρχαίοι για τον εαυτό τους. Δημιουργήθηκε για να εξηγήσει δικαιολογήσει τις Φρυγικές επιρροές στην Ελλάδα σαν πανάρχαιες, που όμως, ήταν πιο πρόσφατες.
Το επίθετο «βεκεσέληνος» [βεκός + Σελήνη] σήμαινε «πανάρχαιος», σαν τους Φρύγες, προ της δημιουργίας της Σελήνης, της ομιλίας και του ψωμιού, και συνέκδοχα «καθυστερημένος» αλλά και «σεληνιασμένος».[73]
                 «Βεκεσέληνε: αρχαίε, τουτέστιν ανοητότατε» [74]
Η φράση είναι ειρωνική. Θα το αναλύσουμε λίγο αργότερα. Άλλωστε, οι Έλληνες ειρωνεύονταν ανάλογα και τους Αιγύπτιους, χωρίς να εμποδίζονται να εισάγουν θεούς από εκεί.
«Εσείς» [οι Έλληνες] «που δεν σταματάτε να κοροϊδεύετε τους Αιγύπτιους καθημερινά»[75]
«Οι περισσότεροι Αιγύπτιοι λατρεύοντας τα ίδια τα ζώα και περιφέροντάς τα σα θεούς, όχι μόνο κάλυψαν τις ιερουργίες με γέλιο και κοροϊδία» [των άλλων λαών] «αλλά αυτό είναι το μικρότερο κακό της χαζομάρας τους».[76]  
Οι Αιγύπτιοι παρουσιάζονταν σαν έθνος αχθοφόρων:  «Μήτε εκατό Αιγύπτιοι δε το σηκώνουν»[77] «Κάλλιο να θελήσω να καταλήξω στην Αίγυπτο, παρά να…[78]» (βάλτε ότι κακό θέλετε)
Αν οι Έλληνες πίστευαν πως οι Φρύγες ήταν δημιουργοί της γλώσσας, κάτι ανάλογο πίστευαν και για τη θρησκεία.          
«Χαρακτηριστική ήτο η θρησκεία των ήτις σπουδαιότατα επέδρασεν επί της ελληνικής. Πολλοί αινιγματώδεις μύθοι των Ελλήνων αναμφιβόλως ανάγονται εις φρυγικάς πηγάς.  Κύριαι θεότητες της Φρυγίας ήσαν ο Μάνης,»[79] [ή Μήνης] «η Κυβέλη και παρά ταύτην ο Άττις…»[80]
Λέει ο Δαμάσκιος: «Γιατί, χωρίς τις διευκρινίσεις των φιλοσόφων και των ιερέων, δεν θα έμενε κάτι παραπάνω» [στη θρησκεία μας] «από αυτά που λένε οι Μυσοί και οι Φρύγες».[81] Δε νομίζω πως χρειάζεται άλλη μαρτυρία…  Αν την χρειάζεστε, όμως, ακούστε και το «Πάριο Χρονικό», ένα από τα αρχαιότερα και σπανιότατα κείμενα που σώθηκαν στο πρωτότυπο: «…και άγαλμα της θεών μητρός εφάνη εν Κυβέλοις» (βουνό της Μικράς Ασίας) «και Ύαγνιις ο Φρύξ αυλούς πρώτος ηύρεν εν Κελαιναίς της Φρυγίας και την αρμονίαν την καλουμένην Φρύγισι πρώτος ηύλισε, και άλλους νόμους Μητρός, Διονύσου, Πανός, και τον επιχωρίων θεών και Ηρώων, έτη ΧΗΗΔΔΔΔΙΙ» (1242 = 1506 π.Χ.) «βασιλεύοντος Αθηνών Εριχθονίου…»[82]
                  Η Φρυγική επίδραση γέννησε αντιδράσεις. Ο Καικίλιος Αρχάγαθος έγραψε το, χαμένο σήμερα, «Κατά Φρυγών». Αναφέρονται Φρυγικά κείμενα, που έδιναν διαφορετική εκδοχή της Ελληνικής Μυθολογίας.[83] Ο Πλούταρχος τα διαψεύδει. Αυτό σημαίνει πως πολλοί τα ενστερνίζονταν. Είναι φυσικό, γιατί αυτές ήταν οι γνήσιες αφηγήσεις για το Δωδεκάθεο.  Αυτές  οι αντιλήψεις  ήταν πλατιά διαδεδομένες, κοινή λαϊκή πεποίθηση.
Ανάλογες κριτικές γίνονταν κατά των Ορφικών, που ήταν φορέας διάδοσης της Θρακοφρυγικής λατρείας. Ο Ηρόδοτος αμφιβάλλει –πολύ σωστά- για την αρχαιότητα των κειμένων τους.[84] Ο Αριστοτέλης αμφισβητεί την ύπαρξη του Ορφέα, (τον εξόρισαν σαν «ασεβή» για να μάθει) ενώ ο Θεόφραστος και ο Πλάτων τους ειρωνεύονται.[85] Αυτά εντάσσονται στην προσπάθεια των Σοφών να εξανθρωπίσουν και να εξελληνίσουν την θρησκεία των Ολυμπίων, όπως αναφέραμε στην εισαγωγή.
                     Η γλώσσα αυτού του λαού είναι σημαντική για την ανάλυση της αρχαίας αλλά και της σύγχρονης θρησκείας. Ιερατική χρήση της Φρυγικής λέξης «βέδυ» (=νερό) γίνονταν στους Ορφικούς ύμνους και στη Μαντική, σύμφωνα με τον θύτη Δίωνα, όπως αναφέρει ο Κλήμης Αλεξανδρείας. [86] Ο Πλάτων λέει πως και το «ύδωρ» είναι Φρυγική λέξη. (δες παρακάτω) Ίσως εννοεί το βέδυ. Και η ευχή των Διονυσιακών τελετών «Ευοί σαβοί» είναι στη Φρυγική γλώσσα. [87]
Η χρήση ξένων λέξεων σε ιεροπραξίες σημαίνει πως οι τελετές προήλθαν από το λαό που μιλά αυτή τη γλώσσα. Χρησιμοποιούμε τις Εβραϊκές λέξεις «Αλληλούια», «Ωσαννά» κλπ., ως ιερές. Οι Βαβυλώνιοι ιερουργούσαν στη Σουμεριακή γλώσσα, οι Καθολικοί απαγγέλλουν Ελληνικά «Κύριε ελέησον Χριστέ ελέησον», κλπ. Συνεπώς, η Ελληνική Μαντική προήλθε από την Φρυγία. Αυτό συμφωνεί και με άλλες πηγές, που θέλουν τη Μικρά Ασία πρωτοπόρα σε αυτό τον τομέα.[88] Έτσι εξηγείται και η θρησκευτική ταύτιση Τρώων και Ελλήνων στην Ιλιάδα. Μόνο που ολοκληρώθηκε πολύ μετά την κατάρρευση των Μυκηνών, όπως θα αποδείξει η επόμενη… λέξη.
                        Η «μανία» είχε τη σημερινή έννοια, αλλά και θρησκευτική σπουδαιότητα. Σήμαινε έκσταση, ιερή τρέλα εμπνεόμενη από θεούς, πνευματική υπερδιέγερση. Υπήρχε «θεία» μανία, «ιερομανία»[89] που συνδέονταν κύρια με τη Διονυσιακή λατρεία, «μανία Μουσών»«φιλόσοφος μανία», κλπ. Τα Ομηρικά Έπη αναφέρουν τις Μαινάδες, αλλά όχι σαν θνητές πιστές του Διονύσου, μα σαν ακόλουθα πνεύματα -νύμφες- παραμάνες του. Η λέξη «μανία», όμως, είναι νεοφανής. Δεν την συναντάμε στον Όμηρο και στον Ησίοδο.[90] Ήταν μεταγενέστερος γλωσσικός και πάνω απ’ όλα θρησκευτικός δανεισμός από τις οργιαστικές Φρυγικές λατρείες. Αυτή η σημαντική για τη (νέα) αρχαία θρησκεία λέξη, ήταν Φρυγική, «αισχρόν γαρ όνομα Φρυγιακόν» [91] κατά τον Αθήναιο και τον Μάχωνα. Μανία, ήταν κύριο γυναικείο όνομα στην Ασία Το συναντάμε στην Τρωάδα. Έτσι λέγονταν η γυναίκα του τυράννου Ζήνιος.[92] Δεν είναι σίγουρο πως η λέξη είναι ξένη, (κατά τη γνώμη μου) αλλά η θρησκευτική της έννοια δεν είναι Ελληνική. Η Μανία δηλ. η θεοληψία, ήταν βασικό γνώρισμα της Φρυγικής θρησκείας.
Στην Ελλάδα, Μάνης ήταν κοινό όνομα για τους δούλους,[93] μάλλον παρατσούκλι, με σαφή υποτιμητική έννοια, αλλά και υποδείχνοντας ξένη καταγωγή. (όπως σήμερα λέμε «Αλβανός») «Μάνης: όνομα κύριον οικέτου (=δούλου)[94]» «…ανδράποδα,» (=δούλοι) «ηλιθίους, Μάνας» «Μεγαίνετος ο Μάνης».[95] Και οι Ασιάτισσες Βασσάρες, κάτι παρόμοιο με τις Μαινάδες, πήραν και την έννοια της πόρνης. («Βασσαρίς: εταίρα, πόρνη», «Βάσσαρος: αλώπηξ»[96])
Η Φρυγική λατρεία περιγράφεται ως «οργιαστική λατρεία μετά πολλών παρεκτροπών συνδεόμενη και ακολουθούμενη υπό παταγώδους μουσικής, εν τη οποία τύμπανα και αυλοί προεξείχον»[97] Ακούστε τον ποιητή Διογένη να την περιγράφει: «αν και ακούω πως οι γυναίκες των πλούσιων Φρυγών, φορώντας κορώνες, (μίτρες) χτυπούν με τα χέρια τους τούμπανα, ρόμβους, και χάλκινα κύμβαλα, για την Ασιατική Κυβέλη…» [98]
                        Ανάλογοι χοροί αναφέρονται και σαν χαρακτηριστικό των Τρώων: «γνώρισα και τους Φρύγες απεσταλμένους, όταν ακολουθώντας τον Πρίαμο ήρθαν να εξαγοράσουν το νεκρό του γιο. Κάνοντας» [χορευτικές] «κινήσεις, έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα…» [πολλά τοιαυτοί και τοιαυτί και δεύρο…] έλεγε ο Αισχύλος, σύμφωνα με τον Αριστοφάνη.[99]
Το οργιαστικό Φρυγικό είδος λατρείας που περιλάμβανε «ιερή μανία», με μουσική, χορό και έκσταση, υπήρχε και στο Ισραήλ, ακόμα και σπέρματα της λατρείας των Μαινάδων, συνδυασμένα με την Εβραιοσιβυλλική «προφητεία»«Λαβούσα δε Μαριάμ, η προφήτις, η αδελφή Αααρών, το τύμπανον εν τη χειρί αυτής, και εξήλθοσαν πάσαι αι γυναίκες οπίσω αυτής μετά τυμπάνων και χορών, εξήρχε δε αυτών Μαριάμ λέγουσα. άσωμεν τω Κυρίω, ενδόξως γαρ δεδόξασται. ίππον και αναβάτην έρριψεν εις θάλασσαν»[100]
Λέει ο Προφήτης Σαμουήλ στον Σαούλ: «…θα συναντήσεις λιτανεία (:χορόν) προφητών» /…/ «και μπροστά τους θα έχουν νάβλα, τύμπανο αυλό και κινύρα» (:μουσικά όργανα) /…/ «και να, λιτανεία προφητών απέναντί του» (του Σαούλ) «και τον τράβηξε πνεύμα Θεού, και προφήτεψε ανάμεσά τους»[101] Αν δεν φτάνει αυτό, ακούστε: «και Δαυίδ ανεκρούετο εν οργάνοις ηρμοσμένοις ενώπιον Κυρίου και ο Δαυίδ ενδεδυκώς στολήν έξαλλον. και Δαυίδ και πας ο οίκος Ισραήλ ανήγαγον την κιβωτόν Κυρίου μετά κραυγής και φωνής σάλπιγγος» /…/ «και είδε τον βασιλέα Δαυίδ ορχούμενον και ανακρουόμενον ενώπιον Κυρίου…» [102]
Είπαμε πως οι βασιλιάδες της Φρυγίας ήταν Φοίνικες, συγγενείς με τους Εβραίους. Την έξαλλον στολήν αναφέρει ο Απολλόδωρος στην Φρυγία: «αμέσως μετά» [Ο Διόνυσος] φτάνει στα Κύβελα της Φρυγίας και αφού εκεί τον εξάγνισε η Ρέα, [η ασιατική θεά Κυβέλη] του έμαθε τις τελετές και του έδωσε την στολή…»[103] [των τελετών] Πώς να μην πιστέψουν οι Έλληνες πως ο ναός του Σολομώντα ήταν Ναός του Διονύσου;[104] Σε άλλη παραλλαγή, ο Διόνυσος κατέφυγε στο βωμό της Ρέας-Κυβέλης, για να ξεφύγει από την καταδίωξη της Ήρας.[105]
Η κόρη του Κριτή του Ισραήλ Ιεφθάε πήρε τις «συνεταιρίδες» της και γύριζαν για δυο μήνες στα βουνά θρηνώντας, επειδή επρόκειτο να θυσιαστεί. Στη συνέχεια, αυτός ο θρήνος καθιερώθηκε εθιμικά. Και προηγουμένως, «εξεπορεύετο εν τυμπάνοις και χοροίς» για να υποδεχτεί τον πατέρα της.[106]
Υπαινιγμό για τον Φρυγικό τρόπο λατρείας και την «Ιερή» Φρυγική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες -και οι Εβραίοι ίσως- στις οργιαστικές τελετές τους, κάνει ο Απόστολος Παύλος«Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων,» [αυτή είναι η ιερή γλώσσα] «αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον» [107] [τα όργανα της φρυγικής –και ιουδαϊκής- λατρείας]
Ο Φρυγικός -και Εβραϊκός- τρόπος λατρείας ήταν τόσο προσβλητικός για τα μέχρι τότε ήθη, ώστε δημιουργήθηκε ο Μύθος πως εξόργισε τον Δία, που έστειλε έναν καταστροφικό κάπρο για να τιμωρήσει τους Λυδούς γι’ αυτήν. [108] Μην ξεχνάμε, όμως, πως ο προφήτης Ιερεμίας θεωρεί τους Λυδούς ως μαχητές του Κυρίου: «…και Λυδοί, ανάβητε, εντείνατε τόξον. και η ημέρα εκείνη Κυρίω τω Θεώ ημών ημέρα εκδικήσεως του εκδικήσαι τους εχθρούς αυτού…»[109] Και ο Απόλλων, με χρησμό του, θεωρεί πως οι Λυδοί βάδισαν τις οδούς των μακάρων, μαζί με τους Εβραίους και ένα σωρό άλλους γνήσιους Έλληνες: «…πολλάς και Φοίνικες οδούς μακάρων εδάησαν, Ασσύριοι, Λυδοί τε και Εβραίων γένος ανδρών…»[110] Ελληνικός θεός να σου πετύχει…  
                        Η Φρυγική επιρροή δεν ήταν λοιπόν πανάρχαια, όπως θέλανε να πιστεύουν οι πρόγονοί μας, από σεβασμό στη (νέα) θρησκεία τους. Υιοθετήθηκε πρώτα από τους πολιορκητές της Τροίας, αλλά κατόπιν και κύρια από τους Μικρασιάτες άποικους, πολύ αργότερα, και μεταφέρθηκε στην Ευρώπη. Υπήρχε και άλλη οδός διάδοσης, (και τρωικής εισβολής, όπως μαρτυρά ο Ηρόδοτος[111]) μέσω Ελλήσποντου και Θράκης. Έτσι ονομάστηκε ο δεύτερος Όλυμπος στα Τέμπη, από τον Μικρασιατικό Όλυμπο.
Ακόμα και η μυθική αφήγηση για τον Ορφέα, που εισήγαγε «τας τελετάς και τα μυστήρια»[112] της αρχαίας θρησκείας, τον τοποθετεί χρονικά ελάχιστα αρχαιότερο του Τρωικού πολέμου, σύγχρονο με το γιο του Πρίαμου Θειοδάμαντα, που τον δίδαξε την Μαντική τέχνη, και ξάδελφο (δηλαδή περίπου συνομήλικο) του Θράκα βασιλιά Ρήσου, που σκοτώθηκε στην Τροία.[113] (Ευριπίδης. Ρήσος, 951) «Ομόχρονος γαρ ουκ ήν ο Ορφεύς Ηρακλέους, αλλ’ επί των Τρωικών…»[114]
Ο Ηρόδοτος λέει πως η ορφική ποίηση είναι πολύ νεότερη από τον Όμηρο, και έχει δίκιο. Η θρησκεία του δωδεκάθεου, όμως, είναι αρχαιότερη από τη καταγραφή των ιερών της κειμένων, όπως και ο Χριστιανισμός.
Το «Πάριο Χρονικό» τοποθετεί τη ίδρυση των Ελευσινίων Μυστηρίων στα 1374 πΧ, δυο γενιές μετά τον Ορφέα,[115] δηλαδή χρονολογεί τον προφήτη δυο αιώνες νωρίτερα από την από την πιθανολογούμενη, σήμερα, εποχή των Τρωικών. (1200 πΧ.), αλλά πλησιάζει αρκετά την χρονολόγηση του Κλήμη Αλεξανδρείας, «από Τροίας αλώσεως επί την Αλεξάνδρου εις Ασίαν διάβασιν έτη χίλια».[116]
Ο Απολλόδωρος τοποθετεί την Γιγαντομαχία (δηλαδή την επικράτηση του Δωδεκάθεου) κατά την διάρκεια της ζωής του Πριάμου, βασιλιά της Τροίας, μετά την «πρώτη» άλωση της πόλης από τον Ηρακλή. [117]Αυτό είναι και το χρονικό όριο της κυριαρχίας της θρησκείας των Ολυμπίων, που υιοθετήθηκε απόλυτα στην Ελλάδα μετά τα Τρωικά. Διαδόθηκε από τους πολιορκητές της Τροίας και τους Τρώες κατακτητές ή πρόσφυγες ή/και σκλάβους, ανάλογα με τις τροπές του Τρωικού πολέμου, που κράτησε πολύ περισσότερο από δέκα χρόνια.                                    
«Από αυτούς, κανένα παλιότερο δεν γνωρίζουν, θα σας ομολογήσουν οι Έλληνες, πρώτος λοιπόν ο Ορφέας, μετά ο Μουσαίος, που έζησαν περίπου την εποχή των Τρωικών, ή λίγο πριν. Αλλά, σύμφωνα και μ’ αυτούς, τίποτα περισσότερο δεν εφάρμοσαν [δίδαξαν] από την παραπλανημένη θεολογία των Φοινίκων και των Αιγυπτίων.» [118] Είχε λοιπόν προηγηθεί μια Αιγυπτο-Φοινικική θρησκευτική εισβολή, [Κάδμος-Κέκροπας] που αν και απέτυχε, προετοίμασε το έδαφος. Ακολούθησε μια «άγνωστη» Τρωική εισβολή που έφτασε μέχρι τον Πηνειό και το Ιόνιο πέλαγος[119] ίσως και μέχρι την Αθήνα και το Άργος. Το κοινό σημείο Αιγύπτου – Φρυγίας ήταν οι Φοίνικες αποικιστές, που φαίνεται πως ίδρυσαν και το Ίλιον, που χτίστηκε με μια Μαντική Αγελάδα, όπως η Θήβα του Φοίνικα Κάδμου, και πιθανότατα και η Θήβη (=Θήβα) της Τροίας.
Αλλά και ο Διόνυσος, που γεννήθηκε –υποτίθεται- στη Θήβα του Κάδμου, έφτασε στην Πάτρα ως «ξένος θεός» (σύμφωνα με τους Δελφούς) Το άγαλμα του θεού ήρθε σαν λάφυρο από την Τροία, από τον Ευρύπυλο. Η άφιξή του συνδυάστηκε με την κατάργηση ενός αρχαίου εθίμου, (όπως πάντα) της θυσίας δυο νέων.[120]
Τι να πούμε και για τον Ερμή; Η Σίβυλλα Ηροφίλη «πέθανε στην Τρωάδα και το μνήμα της είναι στο άλσος του Σμινθέα [:Απόλλωνα των σμίνθων = ποντικιών] Το ελεγείο πάνω στη στήλη είναι το εξής: ‘/…../ είμαι όμως θαμμένη κοντά στις Νύμφες και τον Ερμή…’». [121] Νύμφες υπήρχαν παντού…  Ερμήδες όμως; Ο Παυσανίας διευκρινίζει πως εκεί κοντά στέκονταν αγάλματα του θεού και των Νυμφών. Αυτό, όμως, δεν είναι το πραγματικό νόημα του στίχου. Αλλού, μας λέει πως ο Πέλοπας, που ήταν Φρύγας ή Λύδιος –έστω, ήρθε από κει τελοσπάντων (μη χαλάσουμε και την Άρια ράτσα): «Ερμού τε εν Πελοποννήσω ναόν ιδρύσασθαι και θύσαι τω θεώ Πέλοπα έλεγον οι Ηλείοι πρώτον» [122] Δηλαδή, εισήγαγε την λατρεία του Ερμή, ερχόμενος από την Φρυγία, αφού πρώτος αυτός θυσίασε και έχτισε ναό στο θεό.
Ο Αθήναιος λέει πως ο Πέλοπας έφερε και την λατρεία της Φρυγικής «Μητέρας των θεών» Κυβέλης, καθώς και την Ασιατική μουσική των ύμνων που την συνόδευαν.[123]
                      Σύμφωνα με το Μύθο του Παλλάδιου,  η Αθηνά ήταν προστάτιδα της Τροίας, και, αν βοήθησε τους Έλληνες στις μάχες (με πολύ διπρόσωπο τρόπο, κατά τη γνώμη μου)  μετά καταδίωξε άπονα τους νικητές Έλληνες. «Κι αυτοί καθότανε άλαλοι  ν’ ακούσουν το τραγούδι για τον πικρό των Αχαιών το γυρισμό απ’ την Τροία, όπως η λιοπερίχυτη τον όρισε Παλλάδα»[124]  (παρ’ όλο που αλλού, ο Όμηρος την παρουσιάζει φιλέλληνα)
Η Αφροδίτη ήταν μια Φοινικική θεότητα που λατρεύονταν κύρια στην πόλη Ασκαλών της Παλαιστίνης,[125] από όπου φαίνεται πως κατάγονται οι Τρώες και οι Φρύγες του γένους των Ασκανίων. Έτσι η θεά συμμετέχει στη γενεαλογία του βασιλικού οίκου της πόλης, και μάχεται κατά των Ελλήνων, όσο η ερωτική φύση της το επιτρέπει, μαζί με τον εραστή ή σύζυγό της, Άρη. Άλλωστε, τα αρχαιότερα ξόανα της «θεάς του Έρωτα», την έδειχναν οπλισμένη! Είχε και το επώνυμο «Αρεία».[126] Η θεά δεν ξέχασε ούτε την Τρωάδα, ούτε και τους απόγονους των Τρώων, τους Ρωμαίους. Στον πόλεμο Ρώμης – Μιθριδάτη (όπου οι Έλληνες τάχθηκαν κατά των Ρωμαίων) η Θεά ειδοποίησε τον Ρωμαίο στρατηγό Λούκουλλο πως ο εχθρός του ήταν κοντά. Ο Λούκουλλος είχε στρατοπεδεύσει κοντά στο ιερό της, στην Τροία, όπου άκουσε τον εξής χρησμό: «τι κοιμάσαι μεγαλόκαρδο λιοντάρι; τα ελαφάκια είναι κοντά».[127]
                         Η Μαντική τέχνη και η Ιερή Μανία ήταν Φρυγικά προϊόντα. Ο Απόλλωνας ήταν προστάτης της Τροίας και ο κατ’ εξοχήν  Μάντης. Τι απομένει από την Ελληνική θρησκεία; Τα «Ελευσίνια Μυστήρια»; Εκεί συμμετείχε ο Διόνυσος, κατ’ εξοχήν θεός της μανίας. Άλλωστε, σοβαρότατες μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων (Ηρόδοτος, Πλούταρχος, Διόδωρος κλπ) τα ταυτίζουν με τα αντίστοιχα Αιγυπτιακά.

Είναι αλήθεια πως οι Έλληνες μετέδωσαν δικό τους χαρακτήρα σε αυτούς τους δανεισμούς. Είναι σχεδόν αδύνατο να διακρίνουμε τις ρίζες τους. Δεν θέλω και δεν μπορώ, άλλωστε, να αμφισβητήσω την εθνικότητα του πολιτισμού μας. Αλλά, αυτό το ιδιαίτερο χάρισμα του Έλληνα, να μεταπλάθει οτιδήποτε ξένο, αμφισβητείται όταν απομακρυνόμαστε από την αρχαιότητα…       



[1] Περίανδρος, κατά τον Κλήμη Αλεξανδρείας, «Στρωματείς», Α΄, XIV, σελ. 258.
[2] Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα «Αθηνά»: «η ιδέα της παρθενίας της Αθηνάς δεν επεκράτει πάντοτε και απανταχού. Παρ’ Ομήρω δεν καλείται παρθένος» … «εν επισήμω δ’ εγγράφω» … «αναφαίνεται μόλις κατά το έτος 420 πΧ»
[3] Κλήμης Αλεξανδρείας Προτρεπτικός προς Έλληνας ΙΙ σελ. 30. Ο παπάς αυτός, αν και αντίθετος με την αρχαία θρησκεία, είναι πάντα ακριβής, όπου μπορεί να διασταυρωθεί με άλλους αρχαίους συγγραφείς. Είναι μάλιστα πολύτιμη πηγή, όταν αναφέρει στοιχεία που δεν βρίσκονται αλλού.
[4] Λυκώρεια είναι μια πόλη στον Παρνασσό που συνδέεται με τον θεό.
[5] Οδύσσεια, ζ, 162.  
[6] Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα «Δήλος», συμπλήρωμα.
[7] Θουκυδίδης, Ιστοριών Α, 8
[8] Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, Δ΄, 76, σελ. 218
[9]  Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα «Απόλλων»
[10] Απολλόδωρος Ρόδιος, 2, 686
[11] Οι λεγόμενοι «Ομηρικοί Ύμνοι» δεν είναι του Ομήρου, αλλά μεταγενέστερων ποιητών.
[12]  Όσοι έχουν αντίρρηση θα πουν πως αυτός ο ύμνος είναι συγκόλληση πολλών μικρότερων, με παραλλαγές που δεν έχουν ενοποιηθεί. Αυτό το κομμάτι ίσως είναι ανεξάρτητο από την ιστορία της δημιουργίας των Δελφών που ακολουθεί, και απαριθμεί απλά τους τόπους λατρείας του θεού, γι’ αυτό υπάρχουν κενά στην αφήγηση. Όπως και να ‘χει, η σειρά της «συγκόλλησης» και η διαβάθμιση μέσα στο απόσπασμα είναι ενδεικτική, ακόμα και αν παραδεχτούμε την αυτονομία του.
[13] Σούδα, λήμμα «Έσχατος Μυσών πλειν»
[14] Ηρόδοτος, 1, 13-14
[15] Ηρόδοτος, 1, 54
[16] Ιουλιανού,  «Εις τους απαίδευτους κύνας», 8
[17] Παλαιά Διαθήκη, Ιερεμίας, ΚΗ΄, 27-28 και ΚΣΤ΄, 9-10
[18] Κλήμης Αλεξανδρείας, «Στρωματείς» Α XVI σελ. 265
[19] Φιλόστρατος, Τα ες Τυανέα Απολλώνιον, Α΄, ΧΧ
[20] Ιλιάς, Β, 831 και Λ 330.
[21] Η δικαιολογία μεταγενέστερων συγγραφέων είναι πως λόγω απόστασης οι Έλληνες υποχρεώθηκαν να ρωτήσουν τους Τρώες Μάντεις. Τελικά, είπαν πως χρησμοδοτούσε Μαντείο του Ορφέα στη Λέσβο. Σιγά – σιγά, η Τρωική μαντική «Ελληνοποιείται». (Φιλόστρατος, Ηρωικός, 703) «Φυσικά» ρωτούσαν και τη Δωδώνη και τους Δελφούς, αλλά η απόσταση, βλέπετε… Και στην Αυλίδα, δυο βήματα από τους Δελφούς, γιατί χρησμοδοτούσε ο Κάλχας;
[22] Παυσανίας, Κορινθιακά, 19, 4 Τα επίθετα του Απόλλωνα Λύκιος, Λυκηγενής, κλπ., προέρχονται: 1) από το ζώο λύκος 2) από τη ρίζα λυκ- (φώς) 3) από τον Αθηναίο Λύκο 4) από τις περιοχές  Λυκία, Λυκώρεια κλπ. Κλειδί του γρίφου είναι οι Ρωμαίοι, που κατάγονταν από Τρώες πρόσφυγες. Οι Τρώες λάτρευαν «πάνω από κάθε θεό» τον Απόλλωνα. Ιερό του ζώο ο λύκος. Τοτέμ της Ρώμης ήταν μια Λύκαινα που θήλαζε το Ρώμο και το Ρωμύλο. Μετά είπαν πως οι Ρωμαίοι ήταν Αρκάδες, που και αυτοί είχαν Λύκιο Δία. Οι Αρκάδες πίστευαν πως μπορούσες να μεταμορφωθείς σε λύκο και να επανέλθεις στην ανθρώπινη μορφή αν δεν έτρωγες άνθρωπο. Δηλ. το Τοτέμ ( = ζώο γενάρχης) των Αρκάδων ήταν ο λύκος, και γι’ αυτό ταυτίστηκαν με τους Ρωμαίους, σαν αδελφές Φυλές του Λύκου.  Φαίνεται πως αυτή ήταν η αρχική σημασία των επιθέτων του θεού, που κατά «ευτυχή» γλωσσική σύμπτωση ταυτίστηκαν και με το Φως, και με τη Λυκία. Το όνομα Λύκος και τα παράγωγά του (λύκειο κλπ) ήταν κοινό στην Ελλάδα, και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια από αυτά ήταν Απολλώνιας –δηλ. Ασιατικής- καταγωγής, ποια έχουν σχέση με το Δία και το γηγενές τοτέμ του Λύκου, όπως στην Αρκαδία, και ποια έχουν σχέση με τη ρίζα –λυκ- Φως.
[23] Παυσανίας, Αττικά 19, 3
[24] Στράβων, 12, VΙΙΙ, 5, σελ. 151, και  Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Ομηρικά σχόλια, Ραψ. Ζ΄, σελ 100: «…περί δε των ρηθέντων Λυκίων Σολύμων φασί ότι Σόλυμοι ούτοι Μινύαι από Μίνωος εκαλούντο» (λίγο απίθανο) «ού αδελφοί Σαρπηδών και Ραδάμανθυς. Λύκος δε ή Λύκων ο Πανδίονος» (ένας Αθηναίος άποικος στη Λυκία) «επελθών Λυκίους αυτούς προσηγόρευσεν»..
[25] Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα «Λυκία»
[26] Ηρόδοτος, Κλειώ, 173
[27] Πλούταρχος, περί Ίσιδος και Οσίριδος, 72
[28]Ηρόδοτος, Μελπομένη, 36
[29] Μην σκέφτεστε πολύ, Εβραίος ήταν, όπως θα αποδείξουμε αργότερα. Γι αυτό κατάγεται και από την Αίγυπτο και από την Ασία. Το πραγματικό του όνομα ήταν [προφήτης] Ηλίας, γι αυτό σχετίστηκε με τον Ήλιο
[30] Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, σελ. 77
[31] Ηρόδοτος, 7, 27, και υποσ. Αρ. 42.
[32] Δάρης, Ιστορία για την άλωση της Τροίας, 15, σελ. 216
[33] «το δε ιερόν το εν Διδύμοις» [στην Μικρά Ασία] «του Απόλλωνος και το Μαντείον εστίν αρχαιότερον ή κατά την Ιώνων εσοίκησιν πολλώ δε πρεσβυτέρα έτι ή κατά Ίωνας τα ες την Άρτεμιν την Εφεσίαν εστίν» /…/ «ου μην υπό Αμαζόνων γε ιδρύθη, Κόρησος δε αυτόχθων και Έφεσος –Καύστρου δε του ποταμού τον Έφεσον παίδα είναι νομίζουσιν- ούτοι το ιερόν εισίν οι ιδρυσάμενοι» Παυσανίας, Αχαϊκά, 2, 6-7.
[34]  «Ήν γαρ αυτόθι μαντήιον εκ παλαιού ιδρυμένον, τω Ίωνές τε πάντες και Αιολέες εώθεσαν χράσθαι»  Ηρόδοτος, Κλειώ, 157
[35] Ηρόδοτος, 6,1 9
[36] Στράβων, 14, σελ. 47
[37] Λεξικό Σούδας, λήμμα «Βραγχίδαι»
[38] Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα «Δίδυμα»,»Βράγχος», Βραγχίδαι» κλπ.
[39] Ιουλιανού, έργα, «Συμπόσιον ή Κρόνεια»
[40] Κλήμη Αλεξανδρείας Στρωματείς, Α΄, XV, σελ 262
[41] Παυσανίας Βοιωτικά, 23, 6.
[42] Παυσανίας, Αχαϊκά, 3, 1-2.
[43] Παυσανίας, Αρκαδικά, 29, 3
[44] Με άλλα λόγια, η Μαντώ ήταν ιερατικός τίτλος (=Σφίγγα, Σίβυλλα, Πυθία) και όχι υπαρκτό πρόσωπο.  Εκτός αν ισχύει το περί γριάς κότας απόφθεγμα… 
[45] Ηρόδοτος, Κλειώ, 173
[46] Τειρεσία, Πολυίδη,  Απόλλωνα, Ηρακλή…
[47] Παυσανία, Φωκικά 5, 5-8. Μια μόνο παραλλαγή λέει πως ο πρώτος Μάντης στους Δελφούς ήταν ο Υπερβόρειος Ωλήνας, αλλά μετά από αυτόν: «δεν θυμούνται να ανήκε η μαντεία σε άλλον άντρα» (στο ίδιο) Αλλού λένε πως ήταν ένας βοσκός που έπεσε κατά τύχη στις ναρκωτικές αναθυμιάσεις.
[48] Ηρόδοτος, Κλειώ 182
[49] Παυσανίας, Φωκικά, 27, 4, εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα «Τελμισσός» «Αρίστανδρος», «Μάκρη» «Αντήνωρ».
[50] Κλήμης Αλεξανδρείας, «Στρωματείς» Α XVI σελ. 265
[51] Αναφέρεται στο “The army of Alexander the Great” σελ. 7, του Nick Sekunda ως απόσπασμα του ιστορικού Φροντίνου. Είχε γράψει στο χέρι του «Νίκη για τον Αλέξανδρο» και το εμφάνισε αφού το βύθισε στα εντόσθια του σφάγιου της θυσίας. Η Τρωική Μαντική τέχνη και το Απολλώνιο φως στην κορύφωσή τους.
[52] Πλούταρχος, «Βίος Αλεξάνδρου», 31
[53] Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα «Αρίστανδρος»
[54] Πλούταρχος, περί των εκλελειπότων χρηστηρίων, 41
[55] Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα «ταβού» και «σίδηρος»
[56] Ιλιάς, Β, 831 και Λ 330
[57] Ιλιάς, Ε 144
[58] Μνεία του χρησμού και της λατρείας κάνει ο Παυσανίας, «Βοιωτικά» 18,5., και Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα «Έκτωρ»
[59] Το αποδείχνουν τα νομίσματα της πόλης. Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα «Μαλλός» Ακόμα, Ρισπέν, «Ελληνική Μυθολογία», αντίστοιχο κεφ., όπου ονομάζει τα Μαντεία «Δίδυμα».
[60]«Τον Αμφιάραο, που λένε πως βρίσκεται μέσα στη γη σε σοφό άδυτο, και το γιο του τον Αμφίλοχο πρέπει να τους γνωρίζεις καλύτερα από μένα, γιατί δεν είσαι μακριά από τη χώρα των Κιλίκων», λέει σε ένα Φοίνικα ο Φιλόστρατος, Ηρωικός, 8, 680
[61] Ιλιάδα, Β 828, Λ 328.
[62] Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα «’Αδραστος»
[63] Οδύσσεια, ο 253
[64] Κάκτου, «Ομηρικά – Επικός Κύκλος» σελ147
[65] Φιλόστρατος, τα ες Απολλώνιον Τυανέα, Α΄, XVI.
[66] Ιουλιανός, «Μισοπώγων» σελ 81-83
[67] Ηρόδοτος, 1, 13
[68] Σύμφωνα με τους Αθηναϊκούς Μύθους, όλα τα στοιχεία του πολιτισμού –εκτός από την γραφή ίσως,  (καλλιέργειες της ελιάς, αμπελιού, σιτηρών, κεραμική, μεταλλουργία, νόμισμα, άλογο, άρμα, καράβι, κλπ) δόθηκαν από τους θεούς Ποσειδώνα, Αθηνά, Ήφαιστο, Δήμητρα και Διόνυσο πρώτα στους Αθηναίους, κατά τη διάρκεια της βασιλείας των Ερεχθειδών. Επίσης, έλεγαν πως είναι οι μόνοι Έλληνες που δεν μετανάστευσαν ποτέ από τον τόπο καταγωγής τους.
[69] Ιωάννης Μαλάλας, βιβλίο 5, σελ. 96. «...Δαναού...» «...και Αγήνορος των Σιδωνίων» [Φοι­νίκων] «εκ Πλησιόνης...» «του Δαναού θυγατρός, εγεννήθη ο Άτλας» (όχι ο γνωστός Άτλας) « και η Ηλέκτρα, εξ ής ο Δάρδανος βασιλεύς, εξ ου ο Τρώος και οι του Ιλίου βασι­λείς. Και δια Φοίνικα, τον Αγήνορος υιόν, ούτινος εγένετο απόγονος Δύνας βασιλεύς, ο Εκάβης» (βασίλισσα της Τροίας, κόρη του Φρύγα βασιλιά) «πατήρ»
[70] Σούδα, λήμμα «τα από Ναννάκου», «Νάννακος» και «Τα Ναννάκου κλαύσομαι».
[71] Ηρόδοτος, Ευτέρπη, 2.
[72] Η λογική ερμηνεία που δίνει το λεξικό Σούδας είναι ότι τα παιδιά μιμούνταν τα βελάσματα των κατσικιών.
[73] Οι Αρκάδες πίστευαν πως υπήρχαν πριν τη δημιουργία της Σελήνης. Τους ονόμαζαν «προσέληνους». Και αυτό το επίθετο ήταν ειρωνικό.
[74] Λεξικό Σούδας, λήμμα «Βεκεσέληνε»
[75] «Οι τους Αιγυπτίους οσημέραι γελώντες ου παύεσθε». Κλήμης Αλεξανδρείας, «Προτρεπτικός προς Έλληνας», ΙΙΙ, σελ. 36
[76] Πλούταρχος, περί Ίσιδος και Οσίριδος, 71
[77] Αριστοφάνης, Βάτρ. 1406
[78] Αριστοφάνης, Νεφ. 1129
[79] Ήταν βασιλιάς τους. Πλούταρχος, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» 24.
[80] Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη λήμμα «Φρύγες»
[81] Σούδα λήμμα «Ουδέν ήττον»
[82] Πάριον Χρονικόν, 19-21
[83] Πλούταρχος, περί Ίσιδος και Οσίριδος 29
[84] Ηρόδοτος, 2.53
[85] Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμματα «Ορφεύς» και «Ορφισμός», Πλάτων «Πολιτεία» Β 364e (Ορφικά, τομ.4 σελ. 178) και αλλού.
[86] Κλήμης Αλεξανδρείας, Στρωματείς, Ε΄ VIII, σελ. 130 στ. 24
[87] Σούδα, λήμμα «Ευοί σαβοί»
[88] Κλήμης Αλεξανδρείας, «Στρωματείς» Α XVI σελ. 265 - Ιλιάς, Β 831 και Λ 330
[89] Κλήμης Αλεξανδρείας Προτρεπτικός προς Έλληνας ΙΙ σελ. 23. Οι άλλες εκφράσεις από το λεξικό Δημητράκου, λήμμα «μανία».
[90] Λεξικό Δημητράκου, λήμμα «μανία»
[91] Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, ΙΓ 578, σελ. 118 Υπήρχε μια Εταίρα στην Αθήνα που είχε ονομαστεί έτσι, Μανία, γιατί επαναλάμβανε συνεχώς τη λέξη, και ο ποιητής Μάχων το θεώρησε σκάνδαλο, γιατί μια γυναίκα, και μάλιστα μια εκλεπτυσμένη εταίρα, καύχημα του πολιτισμού μας, στο κέντρο της Ελλάδας, είχε Φρυγικό όνομα: «αισχρον γαρ όνομα Φρυγιακόν γυναίκ’ έχειν, και ταυθ’ εταίραν εκ μέσης της Ελλάδος» Αισχρό ήταν το όνομα, όχι η Εταίρα, προς θεού – Βαγαίου…
[92] Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα «Μανία»
[93] Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, ΙΑ΄, 76, σελ 174, ΙΕ΄, 4, σελ 21, και αλλού.
[94] Σούδα, λήμμα «Μάνης»
[95] Αριστοφάνης, Όρνιθες, 523 και Βάτραχοι, 964.
[96] Σούδα, λήμμα «Βασσαρίς» και «Βάσσαρος».
[97] Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη λήμμα «Φρύγες»
[98] Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, ΙΔ΄, 38, σελ. 119 «καίτοι κλύω Ασιάδος μιτρηφόρους Κυβέλας γυναίκας, παίδας ολβίων Φρυγών, τυπάνοισι και ρόμβοισι και χαλκοκτύπων βόιμβοις βρεμούσας αντίχερσι κυμβάλων…»
[99] Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, Α΄, 39, σελ. 120
[100] Παλαιά Διαθήκη, Έξοδος, ΙΕ΄, 20-21
[101] Παλαιά Διαθήκη, Βασιλειών Α΄, Ι’ 5-10
[102]Παλαιά Διαθήκη, Βασιλειών Β΄, ΣΤ΄, 14-16
[103] Απολλόδωρος,  Γ΄, V, 1
[104] Κάκτου, Ορφικά, τομ. Β΄, σελ. 242. Ιωάννης Λυδός
[105] Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, Ε΄, 33, σελ. 107
[106] Παλαιά Διαθήκη, Κριταί, ΙΑ΄, 34-39
[107] Προς Κορινθίους, Α΄, ΙΓ΄, 1
[108] Παυσανίας Αχαϊκά, 17, 9
[109] Παλαιά Διαθήκη, Ιερεμίας, ΚΗ΄, 27-28 και ΚΣΤ΄, 9-10
[110] Ευσέβιος Καισαρείας, Ευαγγελική προπαρασκευή, Θ΄, ι΄, σελ. 326
[111] Ηρόδοτος, 7, 20
[112] Κάκτου, Ορφικά, τομ 2 σελ185,Διόδωρος Σικελιώτης, Ε 64, 4
[113] Κάκτου, ορφικά, τομ Β σελ. 232.
[114] Κάκτου, ορφικά, τομ. Β σελ. 166. Τζέτζη, εξηγ. εις Ιλιάδ.
[115] Κάκτου, Ορφικά, τομ. Β σελ. 301 και υποσ, αρ. 87
[116] Κλήμη Αλεξανδρείας, Στρωματείς Α ΧΧΙ, σελ 290
[117] Απολλόδωρος, Β΄,  VII, 1-2
[118] Ευσέβιος Καισαρείας (Χριστιανός) Ευαγγελική προπαρασκευή, Α 6.4 και Ι 4,4
[119] Ηρόδοτος, 7, 20
[120] Παυσανίας, Αχαϊκά, 19, 1-10
[121] Παυσανίας, Φωκικά, 12, 6
[122] Παυσανίας, Ηλιακά Α΄, 1, 7
[123] Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, ΙΔ΄, 18, σελ. 63, 65, πργρ 20, σελ.71
[124]Οδύσσεια, α, 335
[125] Ηρόδοτος,. Κλειώ, 105
[126] Παυσανίας, Λακωνικά, 15, 10 και 17, 5
[127] Σούδα, λήμμα «κνώσσω». (Πλούτ. βι. Λευκ. 12)


Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only