Πέμπτη, 7 Μαΐου 2020

Τα οχυρά του Μεταξα


Τα οχυρά του Μεταξα (Μέρος Α) : Το κατασκευαστικό θαύμα των ηρωικών οχυρων

Ή Γραμμή Μεταξά”, όπως έμεινε στην ιστορία από τον εμπνευστή της Ιωάννη Μεταξά, εκτείνεται στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα από το Μπέλλες έως την Ροδόπη, και θεωρείται το μεγαλύτερο τεχνικό έργο στην Ελλάδα του 20ου αιώνα. Την εποχή που κατασκευάστηκαν τα 21 οχυρά της “Γραμμής Μεταξά” (1936-1940), θεωρούνταν έργο τιτάνιο, ασύλληπτου κόστους και τεράστιας εθνικής σημασίας. Κύρια αποστολή του έργου, ήταν η απόκρουση αιφνίδιας εχθρικής προσβολής με παράλληλη εξασφάλιση προκάλυψης τμημάτων στρατού εκστρατείας. Στο μεσοπόλεμο η Βουλγαρία δεν είχε παραιτηθεί των αξιώσεών της επί ελληνικών εδαφών -δεν συμμετείχε στο Βαλκανικό Σύμφωνο Φιλίας- γεγονός που οδήγησε την Ελλάδα να ξεκινήσει ένα μεγαλόπνοο και πολυδάπανο σχέδιο κατασκευής μόνιμων οχυρώσεων στα βόρεια σύνορα, ακολουθώντας ανάλογες αμυντικές τακτικές άλλων χωρών της Ευρώπης. TA 21 ΟΧΥΡΑ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΜΕΤΑΞΑ : Ποποτλίβιτσα (Σέρρες), Ιστίμπεη (Σέρρες), Κελκαγιά (Σέρρες), Αρπαλούκι (Σέρρες), Παλιουριώνες (Σέρρες), Ρούπελ (Σέρρες), Καρατάς (Σέρρες), Κάλη (Σέρρες), Περσέκ (Δράμα), Μπαμπαζώρα (Δράμα), Μαλιάγκα (Δράμα), Περιθώρι (Δράμα), Παρταλούσκα (Δράμα), Ντάσαβλη (Δράμα), Λίσσε (Δράμα), Πυραμιδοειδές (Δράμα), Καστίλλο (Δράμα), Άγιος Νικόλαος (Δράμα), Μπαρτίσεβα (Δράμα), Εχίνος (Ξάνθη), Νυμφαία (Ροδόπη).

Ο στρατιωτικός σχεδιασμός του έργου έγινε από αξιωματικούς του Πεζικού και του Πυροβολικού, ενώ η κατασκευή ανατέθηκε σε αξιωματικούς του Μηχανικού. Ιδιαίτερα σημαντικός υπήρξε ο ρόλος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου για την αντοχή του τσιμέντου που τελικά χρησιμοποιήθηκε στα έργα. Το μέγεθος του έργου είναι δυσθεώρητο, ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψη ο χρόνος που απαιτήθηκε για την ολοκλήρωσή του: απαιτήθηκαν να διανοιχτούν υπόγειες στοές συνολικού μήκους 24 χλμ. και υπόγεια καταφύγια μήκους περίπου 13 χλμ., ενώ για την προσέγγιση στις περιοχές των οχυρών κατασκευάστηκαν 174 χλμ. οδικού δικτύου. Κάθε συγκρότημα αποτελείται από ένα ή περισσότερα υπόγεια δαιδαλώδη οχυρά, αθέατα εξωτερικά, με θαλάμους οπλιτών, γραφεία διοίκησης, μαγειρεία, αποθήκες πυρομαχικών κ.λπ. που επικοινωνούν μεταξύ τους με στενούς διαδρόμους και καταλήγουν σε πολυβολεία, πυροβολεία, παρατηρητήρια και άλλα επίγεια αμυντικά έργα. Γύρω από τα οχυρά αναπτύχθηκαν διπλές και τριπλές γραμμές ανάσχεσης, με δίκτυα αντιαρματικών τάφρων και εμποδίων. Αν και η Γραμμή Μεταξά, όπως έμεινε στην ιστορία από τον εμπνευστή της Ιωάννη Μεταξά, κύρια αποστολή είχε ν’ αποτρέψει πιθανή εισβολή της Βουλγαρίας σε ελληνικά εδάφη, κλήθηκε κατά τον Β΄ Π.Π. να αντιμετωπίσει την επίθεση της ισχυρής ναζιστικής Γερμανίας στη διάρκεια της επιχείρησης «Μαρίτα» στα Βαλκάνια, τον Απρίλιο του 1941. Στόχος της Γερμανίας ήταν ν’ απεγκλωβιστεί η σύμμαχη Ιταλία του Μουσολίνι -η οποία είχε περιέλθει σε αδιέξοδο στην Αλβανία από τις ελληνικές δυνάμεις (ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940-1941)- και παράλληλα να εξασφαλίσει τα νώτα της ενόψει της επικείμενης επίθεσης στη Ρωσία.
Η οχυρωματική αυτή γραμμή που έλαβε το όνομά της από τον σχεδιαστή και δημιουργό της, τον τότε πρωθυπουργό και υπουργό εθνικής Άμυνας της Ελλάδας Ιωάννη Μεταξά, αποτελούνταν κυρίως από υπόγειες σήραγγες που περιελάμβαναν επιμέρους επίγεια οχυρά συγκροτήματα, με παρατηρητήρια, πυροβολεία και πολυβολεία κ.λπ. καθώς και μία τεράστια ανάπτυξη αντιαρματικών τάφρων, ζωνών αντιαρματικών σιδηροπηγμάτων και σκυροδέματος σε διπλές και τριπλές γραμμές ανάσχεσης, που στο σύνολό του για την εποχή του και με τα τότε ελληνικά δεδομένα αποτέλεσε ένα τιτάνιο έργο. Την υλοποίηση του μεγαλόπνοου αυτού σχεδίου ανέλαβε η Διοίκηση Φρουρίου Θεσσαλονίκης, που την εποχή εκείνη αποτελούσε μεγάλο σχηματισμό, η οποία και συγκρότησε ειδική «επιτροπή Μελετών Οχύρωσης» στην οποία συμμετείχαν τοπογράφοι, γεωγράφοι, μηχανικοί, αρχιτέκτονες, με συμμετοχή και άλλων στρατιωτικών μονάδων, όπως Μηχανικού, αλλά και πολιτικών, όπως το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, πολλές βιομηχανίες Αθήνας και Πειραιά κ.λπ. Η Επιτροπή υπό την πίεση του χρόνου στη συνέχεια των εργασιών επιλογής των σημείων κατασκευής οχυρών και όλων των απαραίτητων άλλων έργων υπέβαλε σχετική έκθεση προτάσεων στο Υπουργείο Άμυνας όπου μετά από συσκέψεις αποφασίσθηκε η κατασκευή του έργου η οποία κάλυπτε οχυρωτικά από την Κεντρική Μακεδονία (όρος Μπέλες) μέχρι την Κομοτηνή καλύπτοντας τμηματικά μία ζώνη μήκους περίπου 300 χλμ., χωρίς να περιλαμβάνονται σ΄ αυτή οι επεκτάσεις αντιαρματικών ζωνών και άλλων συμπληρωματικών οχυρώσεων που έφθαναν μέχρι τον ποταμό Έβρο. Ιδιαίτερη μάλιστα βαρύτητα είχε δοθεί στον απόρρητο χαρακτήρα της κατασκευής και στην απόλυτη μυστικότητα των όλων εργασιών.
Κύριος σκοπός της κατασκευής της οχυρωματικής αυτής γραμμής δεν ήταν η συνεχής παθητική άμυνα, αλλά η απόκρουση μιας αιφνίδιας εχθρικής προσβολής με παράλληλη εξασφάλιση προκάλυψης τμημάτων στρατού εκστρατείας. Η «Επιτροπή Μελετών Οχυρώσεων» που συστάθηκε επί τούτου μελέτησε την κατασκευή μόνο για τις ανάγκες προκάλυψης οι οποίες και ήταν:
1. Η άμεση απόκρουση οποιασδήποτε αιφνίδιας εχθρικής εισβολής.2. Η εξασφάλιση τη απρόσκοπτης επιστράτευσης εκ των παραμεθορίων πληθυσμών.3. Η εξασφάλιση ταχείας συγκέντρωσης στρατού εκστρατείας στη παραμεθόριο περιοχή.4. Η εξασφάλιση εκ μέρους των στρατευμάτων προκάλυψης ορισμένης γραμμής υπέρ του στρατού εκστρατείας.
Συγκεκριμένα η Επιτροπή Μελετών ανέφερε στην έκθεσή της σχετικά:
«Δεν αποκλείεται σε κάποιους τομείς (της οχυρωτικής γραμμής), να πρόκειται να αμυνθούν οι κύριες δυνάμεις εκστρατείας, επί της τοποθεσίας των έργων, τα οποία θα μελετηθούν επιπρόσθετα, τα οποία πιθανόν, αν και επαρκή για τις ανάγκες της κάλυψης, να μην είναι επαρκή για τις θέσεις αντίστασης όλης της Στρατιάς. Η Επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούσε ν΄ ασχοληθεί με την εξέταση και της περίπτωσης αυτής. Στη Διοίκηση εναπόκειται να καθορίσει ποια σημεία θα είναι τα σημεία αυτά και αν θα πρέπει εκεί να κατασκευαστούν περισσότερα ή ισχυρότερα έργα».
Εκ της περικοπής αυτής συνάγεται καθαρά ότι όλο το έργο είχε προσωρινό αμυντικό και μόνο χαρακτήρα.
Τη «Γραμμή Μεταξά», αποτελούσαν είκοσι ένα (21) οχυρά. Τα οχυρά αυτά είχαν κατασκευασθεί, αποκλειστικά από ελληνικά χέρια, για την αμυντική θωράκιση της Ελλάδας από βουλγαρική επίθεση, επειδή την περίοδο εκείνη, 1936-1940, η Βουλγαρία ήταν έξω από το Βαλκανικό Σύμφωνο Φιλίας και επιζητούσε να ξαναπάρει τα ελληνικά εδάφη που είχε χάσει κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913). Το κάθε οχυρό αποτελούσε στο σύνολό του ένα περίκλειστο έργο από ένα ή περισσότερα στεγανά συγκροτήματα, ικανό να αμυνθεί προς κάθε κατεύθυνση. Περιλάμβανε σκέπαστρα, πυροβολεία, πολυβολεία, ολμοβολεία, βομβιδοβολεία, παρατηρητήρια, έργα παραλλαγής και παραπλάνησης, πολλαπλές εισόδους και εξόδους. Οι υπόγειες εγκαταστάσεις κάθε οχυρού περιλάμβαναν διοικητήριο, θαλάμους αξιωματικών, θαλάμους οπλιτών, τηλεφωνικό κέντρο, μαγειρείο, δεξαμενές νερού, χώρους υγιεινής, αποθήκες τροφίμων (για 15 μέρες), χειρουργείο, φαρμακείο, συστήματα αερισμού, φωτισμού (γεννήτριες, λάμπες πετρελαίου, φακούς κ.ά.), αποχέτευση, εξωτερικές θέσεις μάχης, αντιαρματικά κωλύματα, θέσεις αντιαεροπορικών όπλων κ.ά. Οι κατασκευές αυτές ήταν ιδιαίτερα ανθεκτικές, ενώ κάποιες εξ αυτών συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα. Το εσωτερικό των έργων αυτών φωτιζόταν κυρίως με λάμπες πετρελαίου, ενώ σε μερικά είχαν εγκατασταθεί και κάποιες ηλεκτρογεννήτριες, (Σήμερα τα οχυρά της γραμμής αυτής ηλεκτροφωτίζονται από το δίκτυο της Δ.Ε.Η., συνεχίζοντας όμως να διατηρούν και τις ηλεκτρογεννήτριες). Ο εξαερισμός τους επιτυγχανόταν τόσο με τεχνητές όσο και με φυσικές μεθόδους. Η δε παροχή νερού γινόταν από το δημόσιο δίκτυο. Όλα τα οχυρά διατηρούνται σε καλή κατάσταση και εν ενεργεία. Ορισμένα είναι ανοιχτά για το κοινό. Το καθένα από τα οχυρά αυτά έχει και την ιστορία του, τη γενναία αντίσταση των υπερασπιστών του. Πολλά οχυρά έμειναν απόρθητα και παραδόθηκαν στις 10 Απριλίου μετά την υπογραφή του σχετικού Πρωτοκόλλου Συνθηκολόγησης (9 Απριλίου 1941). Οι οχυρώσεις της Γραμμής Μεταξά αποτελούνται από 21 ανεξάρτητα συγκροτήματα και μέγα πλήθος αντιαρματικών τάφρων, χαρακωμάτων και σιδηροπαγών ζωνών ανάσχεσης.
Η αμυντική αυτή οχύρωση αποτελεί το μέγιστο τεχνικό έργο της Ελλάδας κατά τον περασμένο αιώνα, όπως αποδεικνύεται από ορισμένα συνοπτικά στοιχεία :
1) Έργα υποδομής
Διάνοιξη νέων οδών: 115 χλμ. Αξιοποίηση και επισκευή παλαιών οδών: 92 χλμ. Εκσκαφές επιφανειακών έργων: 16.000 κ.μ. Εκσκαφές υπόγειων έργων: 291.000 κ.μ. Εκσκαφές οδοποιίας: 927.000 κ.μ.
2) Κυρίως έργο
Σύνολο οπλισμένου σκυροδέματος 108.000 κ.μ. Σύνολο σκυροδέματος μη οπλισμένου: 68.000 κ.μ. Συνολικό μήκος εξωτερικών υδραγωγείων: 74 χλμ. Συνολικό μήκος εσωτερικών υδραγωγείων: 14 χλμ. Συνολικό μήκος τηλεφωνικών γραμμών εκτός οχυρών: 1.216 χλμ. Συνολικό μήκος τηλεφ. γραμμών εντός των οχυρών: περίπου 70 χλμ. Συνολικό μήκος ανάπτυξης συρματοπλέγματος: 90 χλμ.Συνολική ποσότητα τσιμέντου: 66.000 τόνοι. Συνολική ποσότητα σιδήρου οπλισμού σκυροδέματος: 12.000 τόνοι. Συνολικό μήκος υπόγειων στοών: 24.000 μέτρα, Συνολικό μήκος υπόγειων καταφυγίων - θαλάμων: 13.000 μέτρα, Συνολικό μήκος σωλήνων ύδρευσης: 88.000 μέτρα,
3) Κόστος - χρόνος
Σύνολο δαπάνης: 1,5 δισ. δραχμών (ίσο με 58,5 δις ευρώ (2002)), Σύνολο ημερομισθίων: 3.000.000, (2.900.000) Διάρκεια κατασκευής: 3,5 χρόνια, (Νοέμβριος 1936 - Ιούλιος 1940). Το έργο υπέστη κάποιες περικοπές, στις οποίες περιλαμβανόταν ένα ακόμα οχυρό και κάποια ακόμα ενισχυτικά έργα ανάσχεσης.
Την  εποχή που κατασκευάστηκαν (1936-1940) τα 21 οχυρά της «Γραμμής Μεταξά», στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα από τις Σέρρες έως την Κομοτηνή, θεωρούνταν έργο τιτάνιο, ασύλληπτου κόστους και τεράστιας εθνικής σημασίας. Το μέγεθος του έργου είναι δυσθεώρητο, ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψη ο χρόνος που απαιτήθηκε για την ολοκλήρωσή του: Απαιτήθηκαν να διανοιχτούν υπόγειες στοές συνολικού μήκους 24 χλμ. και υπόγεια καταφύγια μήκους περίπου 13 χλμ., ενώ για  την προσέγγιση στις περιοχές των οχυρών κατασκευάστηκαν 174 χλμ. οδικού δικτύου. Ο στρατιωτικός σχεδιασμός του έργου έγινε από αξιωματικούς του Πεζικού και του Πυροβολικού, ενώ η κατασκευή ανατέθηκε σε αξιωματικούς του Μηχανικού. Ιδιαίτερα σημαντικός υπήρξε ο ρόλος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Γύρω από τα 21 οχυρά αναπτύχθηκαν διπλές και τριπλές γραμμές ανάσχεσης, με δίκτυα αντιαρματικών τάφρων και εμποδίων. Κατά την «Μάχη των Οχυρών» (6-10/4/1941) οι Γερμανοί δεν κατάφεραν να καταλάβουν σημεία «κλειδιά» της γραμμής, με αποτέλεσμα να κινηθούν και να καταλάβουν την Θεσσαλονίκη, μέσω Γιουγκοσλαβίας. Τα περισσότερα οχυρά δεν έπεσαν ποτέ στα χέρια του εχθρού,  προκαλώντας την έκπληξη του εχθρού, αλλά και τον θαυμασμό των συμμάχων. Η απάντηση του Αντισυνταγματάρχη Γεώργιου Δουράτσου, διοικητή του οχυρού Ρούπελ- στους Γερμανούς : «Τα οχυρά δεν παραδίδονται αλλά καταλαμβάνονται» συνεχίζει να συγκινεί έως τις μέρες μας. Για την ιστορία οι Γερμανοί πλήρωσαν βαρύ τίμημα στην προσπάθεια τους να υπερκεράσουν την  «Γραμμή Μεταξά» καθώς είχαν τεράστιες απώλειες αναλογικά με τις δυνάμεις τους αλλά και τις δυνάμεις των αμυνομένων Ελλήνων.

Τα οχυρά του Μεταξα (Μέρος Β) : Η θρυλική αντίσταση των οχυρών που άλλαξε για πάντα την μοίρα του Β Παγκοσμίου πολέμου

Ή «Γραμμή Μεταξά» αποτελείται από 21 μόνιμα οχυρά και εκατοντάδες ημιμόνιμα και επιφανειακά, που φράσουν τις υποχρεωτικές διαβάσεις, από το Βουλγαρικό έδαφος προς την Ελλάδα.. Εκτείνονταν σε μήκος 215 χλμ. μεθοριακής γραμμής και έχουν τα ονόματα κατά σειρά από τα δυτικά προς τα ανατολικά, ξεκινώντας από την περιοχή του Μπέλλες είναι τα εξής: 1. Οχυρό Ποποτλίβιτσα 2. Οχυρό Ιστίμπεη 3. Οχυρό Κελκαγιά  4. Οχυρό Αρπαλούκι 5. Οχυρό Παληουριώνες  6. Οχυρό Ρούπελ  7. Οχυρό Καρατάς  8. Οχυρό Κάλη 9. Οχυρό Περσέκ 10. Οχυρό Μπμπαζώρα 11. Οχυρό Μαλιάγκα 12. Οχυρό Περιθώρι 13. Οχυρό Παρταλούσκα 14. Οχυρό Ντάσαβλη 15. Οχυρό Λίσσε 16. Οχυρό Πυραμιδοειδές 17. Οχυρό Καστίλλο 18. Οχυρό Άγιος Νικόλαος 19. Οχυρό Μπαρτισέβα 20. Οχυρό Εχίνος 21. Οχυρό Νυμφαία. Τα οχυρά έγιναν για να αντιμετωπίσει ο ελληνικός στρατός τους Βουλγάρους, που είχαν πάγια τακτική την κατάκτηση ελληνικής γης και την έξοδο τους στο Αιγαίο. Ο κίνδυνος θα μπορούσε να προέλθει επίσης και στην περίπτωση που θα επιτίθεντο στην Ελλάδα οι Γερμανοί, και οι Βούλγαροι επωφελούμενοι από την επίθεση του Αξονος. θα επετίθεντο και αυτοί. Δεν πρέπει να λησμονείται η ασαφής θέση της Βουλγαρίας κατά τον Β' Π. Πόλεμο, η γνωστή θέση της έναντι της Γερμανίας στον πρώτο Π.Πόλεμο και η τελική προσχώρησή της στον Αξονα, την 1 Μαρτίου 1941, δηλαδή 46 μέρες πριν επιτεθούν οι Γερμανοί στην Ελλάδα.

Ονομάσθηκε «Γραμμή Μεταξά» όχι μόνο γιατί στο μεγαλύτερο μέρος της κατασκευάστηκε στη διάρκεια της 4ης Αυγούστου, αλλά γιατί και ο ίδιος ο Μεταξάς, που είχε σχεδιάσει τις μάχες του Β' Βαλκανικού Πολέμου, το καλοκαίρι του 1913, είχε γνωρίσει από κοντά την φυσική μορφή της περιοχής και την αδυναμία των εκτεταμένων συνόρων της Ελλάδος προς την Βουλγαρία. Η κατασκευή τους είχε αρχίσει το 1914, με σχέδια του Αντισυνταγματάρχη τότε, Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος είχε εκπονήσει τη μελέτη τους, ως Διευθυντής της Β' Επιτελικής Διεύθυνσης.
(Ημερολόγιο 2 τόμος). Ο Μεταξάς για να παρακολουθήσει την εξέλιξη των εργασιών το 1939 που όταν άρχισαν τα έργα, επισκέφθηκε τα εργοτάξια ο ίδιος προσωπικά, με άκρα μυστικότητα. Ακόμα και οι εργάτες που τα έσκαψαν προέρχονταν από την Πελοπόννησο και άλλες μακρινές περιοχές ώστε να μην γνωρίζουν, σε ποιό σημείο της Ελλάδας γίνονταν τα οχυρά  και από αυτούς να διαρρεύσει το μυστικό της κατασκευής τους. Το σχέδιο επέτυχε και οι Γερμανοί βρέθηκαν προ εκπλήξεων. Τεράστιο όγκοι χώματος μετακινήθηκαν, χαράδρες εξαφανίστηκαν,  και το έδαφος έχασε την μορφή που είχε. Δύο -τρείς σειρές  συρματόπλεγμα κύκλωνε το κάθε οχυρό και καμουφλαρίστηκε. Ολο το έργο έγινε από ελληνικά χέρια, με ελληνικά υλικά τα τσιμέντα Τιτάν και από Ελληνες αξιωματικούς.

Οι ελληνικές δυνάμεις που θα αντιμετώπιζαν τα δύο γερμανικά Σώματα Στρατού στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη συγκροτούσαν το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ). Πριν από τη γερμανική επίθεση, την περίοδο Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1941, όταν γίνονταν συσκέψεις για την αποστολή βρετανικού εκστρατευτικού σώματος, η παραμονή του ΤΣΑΜ στην περιοχή ήταν αμφίβολη, καθώς οι Βρετανοί πίεζαν για τη σύμπτυξη των δυνάμεών του στη γραμμή Βέρμιο-Αλιάκμονας, ώστε να υπάρχουν μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας. Αντίθετα, ο Έλληνας αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος εξαρτούσε μια τέτοια απόφαση από τη στάση της Γιουγκοσλαβίας, ελπίζοντας ότι αν επιδεικνυόταν από την ελληνική πλευρά θέληση για αντίσταση στην περιοχή, θα επηρεαζόταν η απόφασή της να βγει στον πόλεμο με την πλευρά των Συμμάχων. Η διαφωνία των δύο πλευρών, που ήταν σοβαρή και λίγο έλειψε να οδηγήσει σε ρήξη, οδήγησε στη συμβιβαστική πρόταση του Παπάγου για κατάτμηση των ελληνοβρετανικών δυνάμεων και την παραμονή των δυνάμεων του ΤΣΑΜ στις αρχικές θέσεις τους. Οι δυνάμεις του ΤΣΑΜ, αν και είχαν υποστεί αφαίμαξη από τη μεταφορά μεγάλου μέρους τους στο μέτωπο της Αλβανίας, κατόρθωσαν να κρατήσουν ψηλά την τιμή του ελληνικού στρατού και ανάγκασαν τον Χίτλερ να αποδώσει εύσημα στον ελληνικό στρατό στο λόγο του στο Ράιχσταγκ στις 5 Μαΐου 1941. Ή γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στις 05:15 το πρωί της 6ης Απριλίου 1941, νωρίτερα δηλαδή από την 06:00 που αναφερόταν στη γερμανική διακοίνωση που επιδόθηκε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή από τον Γερμανό πρεσβευτή πρίγκιπα Έρμπαχ. Η υλική υπεροχή των Γερμανών «αντισταθμιζόταν» από την ελληνική οχύρωση, το υψηλότατο ηθικό των Ελλήνων στρατιωτών και την υποτίμηση των παραγόντων αυτών από τους Γερμανούς.

Στη Θράκη οι δυνάμεις των ταξιαρχιών Έβρου και Νέστου συμπτύχθηκαν με αποτέλεσμα τα οχυρά Νυμφαία και Εχίνος να περικυκλωθούν, ήδη από τις πρώτες ώρες της 6ης Απριλίου. Παρά τον σφοδρό βομβαρδισμό πυροβολικού και αεροπορίας και τις αλλεπάλληλες επιθέσεις του πεζικού, τα οχυρά άντεξαν όλη την ημέρα και ανάγκασαν τους Γερμανούς να τα παρακάμψουν και να κινηθούν νοτιότερα χρησιμοποιώντας ημιονικές οδούς. Δυτικότερα, στο οροπέδιο του Κάτω Νευροκοπίου, η επίθεση της 72ης γερμανικής Μεραρχίας επικεντρώθηκε κυρίως στα δυτικά της τοποθεσίας, όπου υπήρχαν οι κύριες οδεύσεις που οδηγούσαν προς Δράμα και Σέρρες. Την περιοχή υπεράσπιζαν οι δυνάμεις του Συγκροτήματος Καραντάγ της XIV Μεραρχίας και η VII Μεραρχία. Το κύριο βάρος της επίθεσης από τέσσερα γερμανικά τάγματα δέχτηκαν τα οχυρά Λίσσε, Πυραμιδοειδές (που ήλεγχαν την οδό προς Δράμα) και Περιθώρι, Μαλιάγκα (που ήλεγχαν την οδό προς Κάτω Βροντού - Σέρρες). Οι γερμανικές δυνάμεις πεζικού υποστηρίζονταν από πυροβόλα εφόδου και πυροβολικό, αλλά δεν είχαν αεροπορική κάλυψη. Όλες οι κατά μέτωπον επιθέσεις των Γερμανών και οι προσπάθειες διείσδυσης αποκρούστηκαν από τα πυρά των οχυρών και του ελληνικού πυροβολικού. Η κύρια προσπάθεια των Γερμανών εκδηλώθηκε στη στενωπό του Ρούπελ (οχυρά Παλιουριώνες, Ρούπελ, Καρατάς Κάλη) και στο Μπέλες. Στη στενωπό του Ρούπελ, που υπεράσπιζε το Συγκρότημα Σιδηροκάστρου της XIV Μεραρχίας, επιτέθηκε το ενισχυμένο 125ο Σύνταγμα Πεζικού (που είχε λάβει μέρος στις επιχειρήσεις στη «γραμμή Μαζινό») με την υποστήριξη πυροβόλων εφόδου, πυροβολικού και 120 περίπου αεροπλάνων στούκας και άλλων μονάδων. Δεν στάθηκε δυνατό πάντως να καταφθάσει ο λόχος από το Σύνταγμα των Βραδεμβούργιων που προβλεπόταν να καταλάβει τη γέφυρα Λουτρών Σιδηροκάστρου. Όπως στο Κάτω Νευροκόπι έτσι και εδώ η επίθεση του Συντάγματος κατέληξε σε πανωλεθρία. Παρά τους ανελέητους βομβαρδισμούς (αεροπορικούς και πυροβολικού), ελάχιστες ζημιές προκλήθηκαν στα οχυρά και το ηθικό των ελληνικών δυνάμεων συνέχισε να είναι ακμαίο. Ωστόσο, γερμανικό τμήμα αποτελούμενο από άνδρες του (αποδεκατισμένου) II/125ου τάγματος κατόρθωσε να διεισδύσει στα νώτα της τοποθεσίας και να οργανωθεί στο ύψωμα Γκολιάμα.

Οι αγώνες στην περιοχή που υπεράσπιζε η XVIII Μεραρχία έλαβαν δραματική μορφή από την πρώτη ημέρα. Μέχρι το τέλος της 6ης Απριλίου οι Γερμανοί της 5ης Ορεινής Μεραρχίας (που επιτέθηκε στην οχυρωμένη τοποθεσία) είχαν καταφέρει, έπειτα από σκληρούς αγώνες και σφοδρό βομβαρδισμό, να επικαθήσουν στα οχυρά Ιστίμπεη και Κελκαγιά, που ήταν κοντά στα σύνορα, και άρχισαν να εκτοξεύουν καπνογόνα αέρια στο εσωτερικό τους και να φράσσουν τα φατνώματα για να αναγκάσουν τη φρουρά τους να παραδοθεί. Η κατάσταση δεν βελτιώθηκε για τους αμυνόμενους ούτε από την εκτέλεση πυρών του ελληνικού πυροβολικού πάνω στα οχυρά εναντίον των ευρισκομένων στην επιφάνειά τους Γερμανών, ούτε από τις ηρωικές αντεπιθέσεις εφεδρικών τμημάτων των οχυρών. Δυτικότερα, η γερμανική 6η ορεινή Μεραρχία κατάφερε να κινηθεί μέσα από τεράστιους ορεινούς όγκους στο δυτικό τμήμα του όρους, όπου δεν υπήρχαν μόνιμες οχυρώσεις. Οι ολιγάριθμες ελληνικές δυνάμεις πολέμησαν με απαράμιλλο θάρρος – κυρίως οι φρουρές των διάσπαρτων πολυβολείων. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η φρουρά του πολυβολείου Π8 υπό τον λοχία Δημήτριο Ίτσιο αμύνθηκε έως τις 16:00 προκαλώντας τέτοια φθορά στο εχθρικό τμήμα που ο διοικητής του, εξοργισμένος, αφού συνεχάρη τον Ίτσιο, διέταξε στη συνέχεια την εκτέλεσή του. Στο τέλος της ημέρας οι Γερμανοί είχαν φθάσει στη Ροδόπολη και κατέλαβαν τον σιδηροδρομικό σταθμό, γεγονός που ανάγκασε την ηγεσία του Τμήματος Στρατιάς Ανατολής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) να διατάξει τη σύμπτυξη της XVIII Μεραρχίας ανατολικά του Στρυμόνα. Παράλληλα επιφόρτισε την XIX μηχανοκίνητη Μεραρχία με το έργο της άμυνας έναντι της 6ης Ορεινής Μεραρχίας στα δυτικά του Μπέλες, από τη λίμνη Δοϊράνη έως την κοιλάδα Ροδόπολης.

Την επόμενη ημέρα, 7 Απριλίου, οι αγώνες συνεχίστηκαν σε όλο το μέτωπο άρχισαν όμως να πραγματοποιούνται τα πρώτα ρήγματα στην ελληνική άμυνα. Στη Θράκη οι δυνάμεις της Ταξιαρχίας Έβρου πέρασαν στο τουρκικό έδαφος όπου αφοπλίσθηκαν, γεγονός που οδήγησε τον διοικητή της υποστράτηγο Ιωάννη Ζήση στην αυτοκτονία στις 9 Απριλίου στα Ύψαλα της Ανατολικής Θράκης. Το οχυρό Νυμφαία αναγκάστηκε να παραδοθεί στις 23:00, αφού υπέστη βομβαρδισμό από το σύνολο του πυροβολικού του XXX Σώματος Στρατού. Στο οροπέδιο του Κάτω Νευροκοπίου οι γερμανικές επιθέσεις εναντίον των οχυρών Λίσσε, Πυραμιδοειδές και Ντάσαβλι αποκρούσθηκαν εκ νέου. Ωστόσο οι Γερμανοί κατέλαβαν το ύψωμα Ουσόγια, βόρεια του Λίσσε και του Πυραμιδοειδούς, ενώ άλλο τμήμα κατέλαβε το ύψωμα Κρέστη, δημιουργώντας προϋποθέσεις για την εκβίαση της διάβασης Καλαποτίου και την περαιτέρω διείσδυση στα νώτα της τοποθεσίας. Για την αντιμετώπιση της απειλής συγκροτήθηκε το απόσπασμα Καλαποτίου. Στον τομέα της XIV Μεραρχίας η κατάσταση έγινε κρίσιμη καθώς οι Γερμανοί εισέδυσαν στα νότια της τοποθεσίας του Κέντρου Αντίστασης Σταυρός προκαλώντας πλήρη σύγχυση στα ελληνικά τμήματα. Την κατάσταση έσωσε η μοίρα πυροβολικού υπό τον ταγματάρχη Κουρούκλη η οποία, με εύστοχες βολές, κατόρθωσε να ανακόψει τη γερμανική προέλαση, ενώ στις 21:00 ελληνικό απόσπασμα με την υποστήριξη του πυροβολικού κατόρθωσε με τη λόγχη να απωθήσει τους Γερμανούς. Στο οχυρό Περιθώρι η διείσδυση γερμανικού τμήματος στις στοές του οδήγησε σε δραματικό αγώνα σώμα με σώμα και στην εξόντωση των Γερμανών που είχαν εισδύσει. Ταυτόχρονα εκδηλώθηκε αντεπίθεση από τμήμα εφόδου εναντίον των γερμανικών τμημάτων που είχαν επικαθήσει στην επιφάνειά του. Επιθέσεις εναντίον του οχυρού Μαλιάγκα δεν είχαν αποτέλεσμα.

Στη στενωπό του Ρούπελ οι Γερμανοί υπέστησαν εκ νέου πανωλεθρία, παρόλο που τα στούκας έκαναν χρήση βομβών των 500 κιλών. Η παρουσία όμως του γερμανικού τμήματος στην Γκολιάμα αποδείχθηκε επικίνδυνη καθώς υποδείκνυε στόχους στην αεροπορία, με αποτέλεσμα την καταστροφή μιας πυροβολαρχίας διαμετρήματος 6 δακτύλων (150 χιλ.). Οι δυνάμεις της XVIII Μεραρχίας, αφού ολοκλήρωσαν τη σύμπτυξή τους, κατέστρεψαν τις γέφυρες Λουτρών και Μεγαλοχωρίου. Στο Μπέλες, τα οχυρά Ιστίμπεη Κελκαγιά αναγκάστηκαν να παραδοθούν, το Αρπαλούκι εκκενώθηκε, και μόνο το οχυρό Ποποτλίβιτσα συνέχιζε την αντίστασή του. Μετά από αυτό δυνάμεις της 5ης Ορεινής Μεραρχίας προωθήθηκαν νοτιότερα φθάνοντας στο Νέο Πετρίτσι. Δυτικότερα, στο μέτωπο της XIX Μηχανοκίνητης Μεραρχίας δεν σημειώθηκαν ιδιαίτερα επεισόδια, αλλά η προέλαση της 2ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας στο γιουγκοσλαβικό έδαφος ήταν ραγδαία. Το απόγευμα της 7ης Απριλίου κατέλαβε τη Στρώμνιτσα αναγκάζοντας τους Γιουγκοσλάβους να συμπτυχθούν δυτικά του Αξιού, και δίνοντας τη δυνατότητα στους Γερμανούς να χρησιμοποιήσουν την κοιλάδα του ποταμού για να εισβάλουν στην Ελλάδα και να υπερκεράσουν την οχυρωμένη τοποθεσία. Για την αντιμετώπιση του κινδύνου διατάχθηκε η XIX Μηχανοκίνητη Μεραρχία να επεκταθεί προς αριστερά και να καλύψει τον διάδρομο του Αξιού – κίνηση απελπισίας περισσότερο, χωρίς πιθανότητα επιτυχίας.

Την 8η Απριλίου η φρουρά του οχυρού Εχίνος αναγκάστηκε να το εκκενώσει. Στο Κάτω Νευροκόπι οι Γερμανοί απέτυχαν και πάλι να καταλάβουν τα οχυρά Πυραμιδοειδές, Λίσσε και Ντάσαβλη, Μαλιάγκα και Περιθώρι. Το ίδιο όμως απέτυχαν και οι προσπάθειες ανακατάληψης του υψώματος Κρέστη από το ελληνικό απόσπασμα Καλαποτίου. Και τη μέρα αυτή διεξήχθησαν σφοδρές μάχες σώμα με σώμα στο Περιθώρι. Στη στενωπό του Ρούπελ, η κάθοδος δυνάμεων της 5ης Ορεινής Μεραρχίας στο Νέο Πετρίτσι και η παρουσία του τμήματος του 125 ΣΠ στο ύψωμα Γκολιάμα δημιουργούσαν σοβαρότατη απειλή στο αριστερό της XIV Μεραρχίας, η οποία ενισχύθηκε με διάφορες μονάδες. Στο Μπέλες παραδόθηκε το οχυρό Ποποτλίβιτσα. Ή 2η Τεθωρακισμένη Μεραρχία πέρασε τη μεθόριο κοντά στη Δοϊράνη και κατευθύνθηκε νότια προς Θεσσαλονίκη ανατρέποντας τα ασθενή ελληνικά τμήματα. Ταυτόχρονα, πέντε τάγματα της 6ης Ορεινής Μεραρχίας επιτέθηκαν κατά της τοποθεσίας Κρουσίων, πέτυχαν ρήγμα δυτικά του υψώματος Δοβά Τεπέ και προήλασαν νότια προς Κιλκίς. Έπειτα από αυτά δεν έμεναν πολλά περιθώρια αντίδρασης στον διοικητή του ΤΣΑΜ αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Μπακόπουλο. Δυνατότητα σύμπτυξης της στρατιάς δεν υπήρχε, και περαιτέρω συνέχιση των μαχών θα οδηγούσε σε άσκοπη αιματοχυσία. Έπειτα από δύο τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο αποφασίστηκε να προταθεί στον διοικητή της 2ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας, αντιστράτηγο Φάιελ, η σύναψη έντιμης συνθηκολόγησης. Η πρόταση έγινε δεκτή και η συνθηκολόγηση υπογράφηκε στις 14:00 της 9ης Απριλίου στη Θεσσαλονίκη. Σε παράρτημα του πρωτοκόλλου αναγνωρίστηκε ο ηρωικός αγώνας του ΤΣΑΜ και εκφραζόταν η επιθυμία να μη σταλούν αξιωματικοί και οπλίτες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ακόμα συμφωνήθηκε να παραμείνουν στη θέση τους οι πολιτικές Αρχές. Η απόφαση συνθηκολόγησης δυσαρέστησε τα μαχόμενα τμήματα και πολλοί θέλησαν να διαφύγουν προς τη μαχόμενη ακόμα Ελλάδα, σκέψη που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε λόγω αντικειμενικών δυσχερειών.

Κατά τα άλλα, οι μάχες συνεχίστηκαν και την 9η Απριλίου. Στον τομέα της Ταξιαρχίας Νέστου (περιοχή Ξάνθης) οι Γερμανοί απέτυχαν να διαβούν το Νέστο. Στο Κάτω Νευροκόπι, στον τομέα της VII Μεραρχίας, οι Γερμανοί στο ύψωμα Ουσόγια καθηλώθηκαν από τα σφοδρά πυρά του οχυρού Πυραμιδοειδές και του ελληνικού πυροβολικού, ενώ οι ελληνικές δυνάμεις του αποσπάσματος Καλαποτίου κατόρθωσαν έπειτα από σκληρή μάχη να ανακαταλάβουν το ύψωμα Κρέστη. Δυτικότερα, στο Συγκρότημα Καραντάγ (XIV Μεραρχία) σημειώθηκαν εντυπωσιακές ελληνικές επιτυχίες. Γερμανική δύναμη, μεγέθους τάγματος, που κατόρθωσε να διεισδύσει τη νύχτα 8-9 Απριλίου στα μετόπισθεν του Συγκροτήματος Καραντάγ διαμέσου των οχυρών Περιθώρι και Παρταλούσκα, καταδιώχθηκε κατόπιν θαρραλέας αντεπίθεσης μικτού τμήματος από εφεδρικές διμοιρίες, το οποίο συνέλαβε 102 Γερμανούς αιχμαλώτους. Επιπλέον, γερμανική διλοχία που κατάφερε να καταλάβει το ύψωμα Άγιος Κωνσταντίνος, αντιμετώπισε ελληνική αντεπίθεση που κατέληξε στην ανακατάληψη του υψώματος και την αιχμαλωσία 250 Γερμανών. Στη στενωπό του Ρούπελ, οι απόπειρες των Γερμανών να συντρίψουν την αντίσταση των οχυρών απέτυχαν εκ νέου. Όμως μεγάλη ελληνική επίθεση εναντίον του γερμανικού τμήματος στην Γκολιάμα είχε καταστροφικά αποτελέσματα: 48 νεκροί και περίπου 100 τραυματίες. Δυτικότερα, μόνο η φρουρά τριών πολυβολείων στο Ρουπέσκο συνέχισε την αντίστασή της. Οι ελληνικές απώλειες σε όλο το μέτωπο του ΤΣΑΜ ανήλθαν σε περίπου 1.000 νεκρούς και τραυματίες. Οι αντίστοιχες γερμανικές ανήλθαν σε 555 νεκρούς, 2.134 τραυματίες, 170 αγνοούμενους, αριθμός που αντιστοιχεί στο μισό των συνολικών απωλειών τους στη διάρκεια της επιχείρησης «Μαρίτα», γεγονός που καταδεικνύει το μέγεθος της ελληνικής αντίστασης. Οι εκδηλώσεις θαυμασμού των Γερμανών (τιμητικά αγήματα στα οχυρά, δηλώσεις προς Έλληνες αξιωματικούς) και το γεγονός ότι όλοι οι Έλληνες αιχμάλωτοι αφέθηκαν ελεύθεροι μετά το τέλος των επιχειρήσεων, αποτελούν αδιάσειστες αποδείξεις της μαχητικότητας που επέδειξαν οι ελληνικές δυνάμεις στη «μάχη των οχυρών».

Ο αγώνας κάμφθηκε μόνο όταν οι τεθωρακισμένες γερμανικές μεραρχίες, μετά την αστραπιαία κατάρρευση του νότιου Γιουγκοσλαβικού μετώπου, εισέβαλαν στα Σκόπια και από την κοιλάδα του Αξιού πέρασαν τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα στις 8/4/1941, παρακάμπτοντας ουσιαστικά τη Γραμμή Μεταξά. Τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας τα γερμανικά στρατεύματα μπήκαν στη Θεσσαλονίκη και κατέλαβαν την πόλη. Η Μάχη των Οχυρών, όπως έγινε γνωστή, διήρκησε από τις 6 έως τις 10 Απριλίου 1941 και έληξε με νίκη των Γερμανών, οι οποίοι όμως δεν κατάφεραν να καταλάβουν τα περισσότερα από τα 21 οχυρά της Γραμμής Μεταξά και τις κύριες διαβάσεις προς την ενδοχώρα. Τα Στενά του Ρούπελ στις Σέρρες και το Υψίπεδο του Κάτω Νευροκοπίου στη Δράμα. Αναμφισβήτητα, η Μάχη των Οχυρών αποτελεί μία από τις πιο ηρωικές στιγμές στην ιστορία του Ε.Σ. που έβαλε το δικό του λιθαράκι στην προσπάθεια των συμμάχων για επικράτηση κατά του Άξονα στη διάρκεια του Β΄ Π.Π. Οι γερμανικές απώλειες στα οχυρά ξεπέρασαν τις αντίστοιχες απώλειες από την κατάληψη ολόκληρων χωρών, όπως η Δανία και η Γιουγκοσλαβία. Μετά το τέλος της Μάχης των Οχυρών, οι Γερμανοί εκφράστηκαν με κολακευτικά λόγια τόσο για τα έργα, όσο και για τους Έλληνες υπερασπιστές τους. Η ισχυρή ελληνική αντίσταση, πρώτα έναντι των Ιταλών (Ελληνοϊταλικός Πόλεμος) και ύστερα έναντι των Γερμανών (Μάχη των Οχυρών, Μάχη της Κρήτης, κ.ά.) ήταν ένας σημαντικός παράγοντας για την καθυστέρηση της γερμανικής επίθεσης στην Σοβιετική Ένωση και την επακόλουθη ήττα του Άξονα.

Ο στρατηγός Σράιμπερ που εκ των υστέρων, μετά την παράδοση, διατάχθηκε να μελετήσει την κατασκευή τους, χαρακτήρισε την Γραμμή Μεταξά ανώτερη από την αντίστοιχη Γαλλική Μαζινό.  Παρείχαν σωστή θέση, άριστη κάλυψη και προσαρμογή πυρών από το έδαφος. Η πλήρη τους μορφή, έκταση και κατασκευή με εξαιρετικά ανθεκτικό τσιμέντο μεγάλου πάχους, έγινε ώστε να αντέχουν σε ισχυρές βόμβες,  κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.  Κάθε μόνιμο οχυρό αποτελείτο από πλήθος υπογείων χώρων που επικοινωνούσαν μεταξύ τους με διαδρόμους. Ενα οχυρό έπρεπε να εξασφαλίζει αυτάρκεια και να μπορούν να ζήσουν οι υπερασπιστές του ακόμη και όταν είχε κυκλωθεί. Συνήθως περιλάμβανε πολυβολεία, πυροβολεία, αντιαεροπορικά πυροβολεία, ολμοβολεία, παρατηρητήρια, προβολείς, χειρουργείο, υπόγειους θαλάμους ανδρών, χώρος τροφίμων, ύδρευση και αποχέτευση, υπόγειες αποθήκες πυρομαχικών, σταθμό διοικήσεως, εγκαταστάσεις αερισμού, ασύρματο και υπόγειο τηλεφωνική υπηρεσία με άλλα οχυρά, μυστικές εξόδους για ενέργεια αντεπιθέσεως εκ μέρους της φρουράς του οχυρού. Τα οχυρά προσβλήθηκαν από τα Γερμανικά στρατεύματα και κράτησαν αντίσταση με τους 7000 ήρωες υπερασπιστές τους. Στην Μάχη των Οχυρών οι Γερμανοί έχασαν 679 αξιωματικούς και 10.489 στρατιώτες. Τα οχυρά παραδόθησαν μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς.  Δεν έπεσαν. Οι ηρωικοί υπερασπιστες απέσπασαν τον παγκόσμιο έπαινο εχθρών και συμμάχων. Η συνθηκολόγηση δεν ήταν απόρροια ήττας αλλα οφειλόταν στην κατάρρευση του γιουγκοσλαυικού μετώπου. Το Ρούπελ που σήμερα είναι επισκέψιμο ως Μουσείο είχε 6.500 χιλιόμετρα υπογείων χώρων και διαδρόμων, το Ιστίμπει σε απόσταση 250 μέτρα από τα σύνορα είχε 2.300 υπογείες στοές.

ΠΗΓΗ http://greekhistoryandprehistory.blogspot.com/2020/04/blog-post.html


Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only