Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2020

1.100-800 π.Χ. 4. Δωρική Περίοδος




4.0. Χαρακτήρες της περιόδου


Το χρονικό διάστημα από τον 12ο έως τον 9ο αιώνα είναι μία περίοδος μεταβατική, κατά την οποία σημειώθηκαν εξελίξεις, που διαμόρφωσαν μια νέα κατάσταση στον ελληνικό κόσμο. Η περίοδος είναι γνωστή ως «σκοτεινοί αιώνες» και «ομηρική εποχή», καθώς δεν υπάρχουν γι’ αυτή άμεσες ιστορικές πηγές, εκτός από τα ομηρικά έπη, αλλά και ως «γεωμετρική εποχή», λόγω των αλλαγών που παρατηρούνται στην τεχνοτροπία της κεραμικής από το 1050, και ταυτίζεται με την έναρξη της «εποχής του σιδήρου» στην Ελλάδα, καθώς από το 1100 γενικεύεται η χρήση του στην κατασκευή όπλων και οικιακών σκευών.

Η καταστροφή των μυκηναϊκών ανακτόρων από το 1150 π.Χ., δεν σήμανε το απότομο τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού, αλλά την απαρχή μίας προϊούσας παρακμής που διήρκεσε ολόκληρο τον 12ο αιώνα. Την εποχή αυτή και, συγκεκριμένα, μετά το 1150, παρατηρούνται για δεύτερη και τελευταία φορά εσωτερικές μετακινήσεις πληθυσμών, για τις οποίες πληροφορίες προκύπτουν από την μυθιστορική παράδοση και ιδιαίτερα από τον Θουκυδίδη. Οι μετακινήσεις αυτές, που είχαν γενική κατεύθυνση από βορρά προς νότο, γίνονταν κατά μικρές ομάδες σε μεγάλο χρονικό διάστημα και όταν τέλειωσαν φάνηκε το αθροιστικό τους αποτέλεσμα. Την περίοδο αυτή οι Θεσσαλοί εγκαταστάθηκαν από την Ήπειρο στην περιοχή στην οποία έδωσαν αργότερα το όνομά τους, ενώ πληθυσμοί από την περιοχή της θεσσαλικής Άρνης μετακινήθηκαν στα μέρη που έγιναν γνωστά ως Βοιωτία. Άλλα φύλα που μετατοπίστηκαν ήταν οι Αινιάνες, οι Ακαρνάνες, οι Λοκροί, οι Φωκείς, ενώ κάποιες πληθυσμιακές ομάδες, όπως οι Αθηναίοι, που υπερηφανεύονταν γι’ αυτό, οι Αρκάδες και οι Ίωνες, δεν άλλαξαν τόπο διαμονής. Άλλα ελληνικά φύλα κατευθύνθηκαν προς την Κύπρο, όπου ήδη υπήρχε ελληνική παρουσία από τη μυκηναϊκή εποχή, στο τέλος του 13ου και τις αρχές του 12ου αιώνα.

Οι Δωριείς, που όπως προαναφέρθηκε αρχικά είχαν εγκατασταθεί στην ανατολική Ήπειρο, στη βορειοδυτική Μακεδονία και στον κορμό της Πίνδου μέχρι τη Φωκίδα, ήταν το τελευταίο και πολυπληθέστερο φύλο που μετακινήθηκε μαζικά, ξεκινώντας  από τη βόρεια Πίνδο και φτάνοντας στη Στερεά Ελλάδα στην περιοχή που ονομάστηκε Δωρίδα, όπου πολλοί είχαν εγκατασταθεί από τα προηγούμενα χρόνια. Μια ισχυρή ομάδα κατευθύνθηκε νοτιότερα πέρασε στην Πελοπόννησο και, χωρίζοντας σε επιμέρους πατριές, εγκαταστάθηκε στην Αργολίδα, Λακωνία, Μεσσηνία, Μέγαρα, Κορινθία, Ακαρνανία και νοτιότερα στην Κρήτη και τη Ρόδο. Λίγο αργότερα (περί το 850) άλλες ομάδες Δωριέων μετακινήθηκαν από τη βορειοδυτική στην βορειοανατολική Μακεδονία όπου ίδρυσαν βασίλειο με έδρα τις Αιγές (στη σημερινή Βεργίνα), μετακίνηση που ολοκληρώθηκε περί τα μέσα του 8ου αιώνα. Με την έννοια ότι η μετακίνηση των Δωριέων και τα γεγονότα που συνδέονται με αυτήν είναι το κυρίαρχο θέμα των «σκοτεινών αιώνων», η περίοδος μπορεί να ονομαστεί Δωρική σε αντιδιαστολή με την προηγούμενη κατά την οποία το κυρίαρχο φυλετικό στοιχείο ήταν το Αχαϊκό. 



4.1. Η Κάθοδος των Δωριέων


4.1.1. Η Δωρική Τετράπολη


            Για τους βασιλείς των Δωριέων στα χρόνια που προηγήθηκαν της καθόδου στην Πελοπόννησο μπορούν να αναφερθούν τα εξής:

(1) Ο Δώρος (~1430, <δώρον [=χάρισμα] = ο έχων χαρίσματα, προικισμένος), επώνυμος ήρωας και γενάρχης των Δωριέων, ήταν γιος του γενάρχη Έλληνα και της νύμφης Ορσηίδος, εγγονός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας. Αδέλφια του ήταν ο Ξούθος, γενάρχης των Αχαιών και των Ιώνων, ο Αίολος, γενάρχης των Αιολέων και ο Φύτιος, θεμελιωτής της καλλιέργειας των αμπελιών στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, όταν βασίλευε ο Δευκαλίων, ο Δώρος και η πατριά του που απετέλεσε τη φυλετική βάση των Δωριέων, αρχικά κατοικούσαν μαζί με την ευρύτερη οικογένειά τους στην Φθία της Θεσσαλίας (που περιελάμβανε και μέρος της σημερινής Φθιώτιδας). Από εκεί ο Δώρος ηγήθηκε της μετακίνησης που κατέληξε στις πλαγιές της Όσσας και του Ολύμπου, στην περιοχή που ονομαζόταν Ιστιαιώτις (<εστία [=μέρος όπου ανάβει φωτιά, κατοικία] = κατοικήσιμη περιοχή). Η έλευση των Καδμείων τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν την περιοχή αυτή και να εγκατασταθούν στην Πίνδο, σε μια περιοχή που εκτείνεται από την περιφέρεια Καστοριάς, Γρεβενών, όπου ονομάστηκαν Μακεδνοί, και  στην ανατολική Ήπειρο μέχρι και την επαρχία Μετσόβου,. Από την Πίνδο και συγκεκριμένα από την περιοχή Λάκμου - Βοΐου, οι Δωριείς μέσω του περάσματος της Δεσκάτης, εγκαταστάθηκαν στην Δωρίδα, περιοχή της σημερινής Φωκίδας. Εκεί ίδρυσαν την Δωρική Τετράπολη, την μητρόπολη των δωρικών φύλων, που περιλάμβανε τις πόλεις Βόιο, Κυτίνιο, Ερινεός και Πίνδος.. Αυτή η εσωτερική μετανάστευση ήταν τμήμα της γενικότερης προσπάθειας των δυτικών φυλετικών ομάδων να κατακτήσουν νέες περιοχές. Οι Δωριείς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους τόπους εγκατάστασής τους, είτε διότι δέχτηκαν την πίεση άλλων φυλετικών ομάδων, είτε επειδή οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι δεν επαρκούσαν. Ήταν πολιτιστικά κατώτεροι των Αχαιών αλλά στρατιωτικά ισχυρότεροι, διότι κατείχαν και χρησιμοποιούσαν σιδερένια όπλα, σε αντίθεση με τους Αχαιούς, που μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν χάλκινα. Μιλούσαν μια δική τους Δωρική διάλεκτο της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας, της οποίας κυριότερη διαφορά από την Ιωνική-Αττική διάλεκτο, ήταν η διατήρηση του ινδοευρωπαϊκού 'α' αντί του 'η'. Μετά την επικράτηση των Δωριέων στη νότια Ελλάδα, η Δωρική διάλεκτος μιλιόταν στην Πελοπόννησο, την Κρήτη, τα νησιά του νοτίου Αιγαίου, στα νοτιοδυτικά παράλια της Μικράς Ασίας και στην Δωρίδα, ενώ οι βορειοδυτικές διάλεκτοι, στενά συγγενείς με την Δωρική, ομιλούνταν στην δυτική Στερεά Ελλάδα και στην βορειοδυτική Πελοπόννησο. Γιοι του Δώρου αναφέρονται ο Τέκταμος, που μετοίκησε στην Κρήτη και μετά στη Λήμνο, και ο Αιγιμιός, που τον διαδέχτηκε ως βασιλεύς των Δωριέων. Ως βασιλιάς – γενάρχης ο Δώρος, όπως ο Αίολος και ο Μίνως, πιθανώς  αποτελεί προσωποποίηση των παραδόσεων για τουλάχιστον δύο ηγεμόνες με το όνομα Δώρος ( και αντίστοιχα Αιγιμιός) που οδήγησαν τους Δωριείς επί σειρά ετών μέχρι τα χρόνια του Ηρακλή.

(2) Ο Τέκταμος (~1400, <τέκτων [<τεύχω =κατασκευάζω] + άμαθος [=άμμος] = κατασκευαστής με χρήση άμμου) ήταν γιος του γενάρχη Δώρου, που πήγε μαζί με τους Δωριείς, τους Πελασγούς και τους Αχαιούς στην Κρήτη, όπου πήρε ως σύζυγό του την κόρη του βασιλιά της Ιωλκού Κρηθέως, Μύρινα, και έγινε βασιλιάς της νήσου, δίνοντας το όνομα της συζύγου του στην ομώνυμη πόλη.

(2) Ο Αιγίμιος Α ο πρεσβύτερος (~1380) ήταν γιος του γενάρχη Δώρου και τον διαδέχτηκε ως ηγεμόνας των Δωριέων στα χρόνια που κατοικούσαν ακόμη στην Ιστιαιώτιδα της Θεσσαλίας.

(3) Ο Δώρος Β ο νεότερος (~1330) πιθανολογείται ότι ήταν γιος του Αιγιμιού Α, διάδοχός του ως ηγεμόνας των Δωριέων, πριν εγκατασταθούν στη Δωρική Τετράπολη. 

(4) Ο Αιγίμιος Β ο νεότερος (~1280) πιθανολογείται ότι ήταν γιος του Δώρου Β, απόγονος του γενάρχη Δώρου, βασιλεύς των Δωριέων στα χρόνια της μετακίνησής τους στην Δωρική Τετράπολη. Ο Αιγίμιος ζήτησε την βοήθεια του Ηρακλή σε πόλεμο εναντίον των Λαπίθων της Θεσσαλίας, αφού του υποσχέθηκε ότι θα του παραχωρήσει το ένα τρίτο του βασιλείου του. Οι Λαπίθες νικήθηκαν, αλλά ο Ηρακλής δεν πήρε το μερίδιό του από το βασίλειο, που το εμπιστεύθηκε στον Αιγιμιό, με σκοπό να δοθεί αργότερα στου απογόνους του Ηρακλείδες. Ο Αιγίμιος Β είχε δύο γιους τον Δύμαντα και τον Πάμφυλο, αλλά υιοθέτησε και τον Ύλλο, γιο του Ηρακλή από την Δηιάνειρα. Οι τρεις γιοι του (από τους οποίους ένας θετός) έγιναν γενάρχες τριών αντίστοιχων επιμέρους φυλών των Δωριέων, ως εξής:

 - Δυμάνες, αρχική εγκατάσταση περί την Άμφισσα και μετά το 1100 στη Μεσσηνία και Φωκίδα.

 - Πάμφυλοι, αρχική εγκατάσταση στην Ακαρνανία και μετά το 1100 στη Λακωνία και στην περιοχή της Παμφυλίας, στο σημερινό κόλπο της Αττάλειας της Μ.Ασίας.

 - Υλλείς, αρχική εγκατάσταση περί τον Αμβρακικό κόλπο και μετά το 1100 στην Κορινθία και Αργολίδα..

(5) Ο Ύλλος (~1210, <υγ-ρός [γ>λ {> υδ-ρηλός (δ>λ) = υδρόβιος) ήταν γιος του Ηρακλή και της Δηιάνειρας, επώνυμος ήρωας της δωρικής φυλής των Υλλέων. Μετά το θάνατο του πατέρα του υιοθετήθηκε από τον Αιγίμιο, βασιλιά των Δωριέων, με τον οποίο ο Ηρακλής είχε συμμαχήσει εναντίον των Λαπίθων, και εγκαταστάθηκε στην περιοχή περί τον Αμβρακικό κόλπο. Από τη στιγμή του θανάτου του Ευρυσθέα και της καταστροφής του στρατού του, οι απόγονοι του Ηρακλέους (οι Ηρακλείδες), ήθελαν να επιστρέψουν στην Πελοπόννησο, από όπου καταγόταν ο Ηρακλής, ο οποίος επιδίωκε  να γυρίσει εκεί όσο ζούσε. Ανάμεσα σε όλους τους αδελφούς του, ο Ύλλος είχε ζήσει τον περισσότερο καιρό μαζί του και ανατράφηκε κοντά του και έτσι αναγνωρίστηκε  από τους Ηρακλείδες αρχηγός τους στην πορεία προς την πατρική εστία τους. Με οδηγό τον Ύλλο, κατέλαβαν πολλές πόλεις της Πελοποννήσου, αλλά μετά από ένα χρόνο εμφανίσθηκε εκεί μία θανατηφόρα επιδημία και, υπακούοντας στη «θέληση των θεών», οι Ηρακλείδες εγκατέλειψαν την Πελοπόννησο και επέστραψαν στην Αττική, όπου εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Μαραθώνα. Όταν εξαφανίστηκαν τα ίχνη της επιδημίας, ο Ύλλος ρώτησε πάλι το Μαντείο των Δελφών για το πότε έπρεπε να ξαναγυρίσουν στην Πελοπόννησο. Του δόθηκε τότε ο χρησμός ότι ο κατάλληλος χρόνος θα ήταν «μετά τον τρίτο θερισμό». Μετά το χρησμό αυτόν, ο Ύλλος επικεφαλής των αδελφών του επεχείρησε να περάσει τον Ισθμό της Κορίνθου. Εκεί όμως συνάντησε παραταγμένο το στρατό του Εχέμου, βασιλιά της Αρκαδίας. Αντί για μάχη, προτιμήθηκε από τις δύο πλευρές μία μονομαχία ανάμεσα στους αρχηγούς τους. Σε αυτή σκοτώθηκε ο Ύλλος, και έτσι οι Ηρακλείδες γύρισαν για δεύτερη φορά πίσω. Ο τάφος του Ύλλου βρισκόταν κοντά στα Μέγαρα. Ηρώο του βρισκόταν και στην Αθήνα, βόρεια από την Ακρόπολη, κοντά στο ιερό του Αχελώου. Ο Ύλλος λατρευόταν επίσης στη Σπάρτη, στο Άργος και στην Τροιζήνα.

(6) Ο Κλεοδαίος (~1190, <κλέος [=δόξα] + δάϊος [=τρομερός] = φημισμένος από τον τρόμο που προκαλεί) ήταν γιος του `Υλλου και επομένως εγγονός του Ηρακλή, πατέρας του Αριστομάχου και παππούς του Τημένου και της Λεωνάσσης (ή Λανάσσης). Αναφέρεται και ως πρόγονος του ιδρυτή του μακεδονικού βασιλικού οίκου Καράνου. Η κόρη του Λάνασσα (<λαός + άνασσα = βασίλισσα του λαού) νυμφεύτηκε τον Νεοπτόλεμο και απέκτησε μαζί του πολλά παιδιά, ανάμεσα στα οποία και ο Πύρρος ο πρεσβύτερος. Ο Κλεοδαίος ηγήθηκε της τρίτης εκστρατείας για την κατάληψη των Μυκηνών, αλλά απέτυχε. Στη Σπάρτη υπήρχε ιερό του Κλεοδαίου.

(7) Ο Αριστόμαχος (~1150, <άριστος + μάχη = διακρινόμενος στον πόλεμο) ήταν δισέγγονος του Ηρακλή και της Δηιάνειρας, εγγονός του `Υλλου και γιος του Κλεοδαίου. Διάδοχος στην προσπάθεια των προγόνων του να επιστρέψουν στην Πελοπόννησο, ο Αριστόμαχος πήρε όπως και εκείνοι σχετικό χρησμό από το περιώνυμο Μαντείο των Δελφών. Ο χρησμός που του δόθηκε, όπως τουλάχιστον τον κατάλαβε ο ίδιος, έλεγε ότι οι θεοί θα του χάριζαν τη νίκη αν ακολουθούσε την «ευθεία οδό». Πίστεψε ότι η φράση σήμαινε τον Ισθμό και προσπάθησε να τον περάσει, αλλά σκοτώθηκε εκεί σε μάχη και οι Ηρακλείδες επέστρεψαν στη Στερεά Ελλάδα για μια ακόμα φορά. Η Πελοπόννησος κατακτήθηκε τελικά από τους γιους του, τον Τήμενο (πρωτότοκος), τον Κρεσφόντη και τον Αριστόδημο.

(8) Ο Δύμας (~ 1100, <δύω, δύομαι [=εισέρχομαι, επέρχομαι {>δύμα, ένδυμα} = επερχόμενος) ήταν γιος του Αιγίμιου, βασιλιά των Δωριέων, ιδρυτής και επώνυμος ήρωας της Αχαϊκής πόλης Δύμης, αδελφός των Δώρου Γ και Πάμφυλου και γενάρχης της δωρικής φυλής των Δυμάνων. Ο λαός του ήταν σύμμαχος των Ηρακλειδών και συμμετείχε μαζί τους στην κάθοδο στην Πελοπόννησο. Σκοτώθηκε σε μάχη μαζί με τον αδελφό του από τον Τισαμενό.

(9) Ο Πάμφυλος (~1100, <παν + φυλή = σχετιζόμενος με όλες τις φυλές) ήταν γιος του Αιγίμιου, απόγονος του γενάρχη Δώρου, και αδελφός των Δύμα και του Δώρου Γ, γενάρχης της δωρικής φυλής των Παμφύλων. Ο Πάμφυλος φέρεται να φονεύθηκε στο πόλεμο των συμμάχων του Ηρακλειδών κατά του Τισαμενού.

(10) Ο Τήμενος (~1100, <τη [=ιδού, ενταύθα] + μένος [= δύναμη, ισχύς, βία, πνεύμα, πόθος] = δυνατός, ισχυρός) ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Αριστομάχου και επομένως τρισέγγονος του Ηρακλή, αδελφός του Κρεσφόντη και του Αριστοδήμου, και ορίσθηκε αρχηγός της πέμπτης καθόδου των Ηρακλειδών στην Πελοπόννησο. Καταλαμβάνοντας και οχυρώνοντας στρατηγική θέση κοντά στην Λέρνη της Αργολίδας, νίκησε τον βασιλιά των Αχαιών Τισαμενό και κατόπιν οι τρεις αδελφοί μοίρασαν μεταξύ τους τη νότια Πελοπόννησο. Ο Τήμενος πήρε το Άργος και έγινε ιδρυτής της δυναστείας των Τημενιδών, ο Κρεσφόντης με δόλο την Μεσσηνία και τα παιδιά του Αριστόδημου, που είχε εν τω μεταξύ σκοτωθεί, ο Ευρυσθένης και ο Προκλής πήραν την Λακωνική. Ο Τήμενος έγινε έτσι μυθικός ιδρυτής της δυναστείας των Τημενιδών αλλά και πρώτος νομοθέτης του Άργους, αλλά τελικά σκοτώθηκε από τους γιούς του, Κείσο, Φάλκη, Κερύνη και Αργαίο, επειδή υποπτεύθηκαν ότι ήθελε να τον διαδεχθεί στο θρόνο με διαθήκη ο γαμπρός του Δηιφόντης σύζυγος της αδελφής τους Υρνηθώς που ο πατέρας τους αγαπούσε ιδιαίτερα. Στη συνέχεια οι 4 γιοί έδιωξαν την Υρνηθώ και ανακήρυξαν βασιλιά του Άργους τον μεγαλύτερο αδελφό τους, τον Κείσο. Από την θρυλική αυτή ιστορία εμπνεύσθηκε αργότερα ο Ευριπίδης την τραγωδία "Τήμενος".

(11) Ο Κρεσφόντης (~1100, <κρέας [=σάρκα, ανυπόληπτος άνθρωπος] + φόντης [=φονεύς] = φονιάς των ανυπόληπτων ανθρώπων) ήταν ένας από τους Ηρακλείδες, γιος του Αριστομάχου, εγγονός του Κλεοδαίου, δισέγγονος του Ύλλου και συνεπώς τρισέγγονος του Ηρακλή και της Δηιάνειρας. Ο Κρεσφόντης υπήρξε ένας από τους Δωριείς κατακτητές της Πελοποννήσου. Κατά τη μοιρασιά των περιοχών της, πέτυχε να του δώσουν την εύφορη Μεσσηνία με τέχνασμα. Συνεννοήθηκε με τον αδελφό του Τήμενο και του είπε να ρίξει τους κλήρους μέσα σε μία υδρία με νερό. Ο δικός του κλήρος ήταν φτιαγμένος από πηλό που είχε ψηθεί στη φωτιά, ενώ οι κλήροι των παιδιών του Αριστοδήμου ήταν από πηλό που είχε απλώς ξεραθεί στον ήλιο. Όταν το χέρι μπήκε στην υδρία για να τραβήξει στα τυφλά τον κλήρο, έπιασε τον κλήρο του Κρεσφόντη, επειδή μόνο αυτός υπήρχε πια μέσα, αφού οι άλλοι είχαν διαλυθεί από το νερό. Έτσι ο Κρεσφόντης πήρε τη Μεσσηνία και μετέφερε τα ανάκτορα στην Στενύκληρο αλλά βασίλευσε για λίγο χρόνο, αφού δολοφονήθηκε μαζί με τους δυο γιους του από τον Πολυφόντη, που του πήρε και τη σύζυγο, τη Μερόπη η οποία ήταν κόρη του Κύψελου βασιλιά της Αρκαδίας. Επιβίωσε όμως ο τρίτος γιος του Κρεσφόντη και της Μερόπης, ο Αίπυτος, που σκότωσε τον Πολυφόντη και έγινε βασιλιάς της Μεσσηνίας. Στους ιστορικούς χρόνους, όταν ο Επαμεινώνδας επανίδρυσε τη Μεσσήνη, ο Κρεσφόντης και ο Αίπυτος ανακηρύχθηκαν «ήρωες» της χώρας. Στη Μεσσήνη υπήρχε και άγαλμα του Κρεσφόντη, μέσα στον κεντρικό της ναό. Ο Ευριπίδης έγραψε τραγωδία με τον τίτλο «Κρεσφόντης», της οποίας το περιεχόμενο διασώζει μερικώς ο Υγίνος.

(12) Ο Αριστόδημος (~1100, <άριστος + δήμος = καταγόμενος από καλό δήμο) ήταν απόγονος του Ηρακλή και εγγονός του Ύλλου. Συμμετείχε στην κάθοδο των Δωριέων μαζί με τους αδελφούς του Τήμενο, Κρεσφόντη και τον Ιππότη ο οποίος στην πορεία εκδιώχθηκε. Μετά από χρησμό της Πυθίας, εκστράτευσαν από την Δωρίδα κατά των Αχαιών, ο Τήμενος κατέλαβε την Αργολίδα, ο Κρεσφόντης την Μεσσηνία και ο Αριστόδημος την Λακωνία, αμαχητί αφού περιόρισε τον βασιλιά της Λακωνίας Τισαμενό στις Αμύκλες και αργότερα με την βοήθεια προδότη τον έδιωξε και τις κατέλαβε. Αργότερα μοίρασε την Λακωνία στους δυο δίδυμους γιους του καθιερώνοντας και την συμβασιλεία. Στον Ευρυσθένη έδωσε την περιοχή των Λιμνών και στον Προκλή την Πιτάνη, περιοχές που αργότερα ήταν δύο από τις πέντε κώμες που αποτελούσαν το βασίλειο της Σπάρτης.



4.1.2. Η Κάθοδος στην Πελοπόννησο


Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδόσεις η αφετηρία της υπόθεσης που κατέληξε στην Κάθοδο των Δωριέων έχει σχέση με τον Ύλλο, γιο του Ηρακλή και της Δηιάνειρας, που εκδιώχτηκε από τον βασιλιά της Τίρυνθας Ευρυσθέα, γιο του Σθένελου και εγγονό του Περσέα και αναγκάστηκε να καταφύγει στη Δυτική Ελλάδα σε περιοχή περί τον Αμβρακικό Κόλπο, όπου εγκαταστάθηκαν οι απόγονοί του Ηρακλείδες. Ο Ύλλος επιχείρησε  από τη στεριά μέσω Αθηνών να ανακτήσει (περί το 1200) την πατρική γη, δύο φορές, αλλά απέτυχε την πρώτη φορά λόγω επιδημίας που έπληξε την Πελοπόννησο και τη δεύτερη αφού αποκρούστηκε από τον Έχεμο βασιλιά της Αρκαδίας. Την προσπάθειά του επανέλαβαν επίσης ανεπιτυχώς, οι διάδοχοί του Κλεοδαίος και Αριστόμαχος. Οι δισέγγονοι του Ύλλου Τήμενος, Κρεσφόντης και Αριστόδημος, με τη συνδρομή των γιων του Αιγιμιού, βασιλιά των Δωριέων (του Πάμφυλου, ηγεμόνα στην Ακαρνανία και του Δύμαντα, ηγεμόνα στην Άμφισσα) και με τη σύμπραξη του βασιλιά των Αιτωλών Όξυλου πέτυχαν το σκοπό αυτό (στην πέμπτη κατά σειρά προσπάθεια) εκατό χρόνια μετά τον προπάππο τους (~1100). Αφού ναυπήγησαν πλοία στη Ναύπακτο (που από τότε πήρε αυτό το όνομα <ναυς=πλοίο + πακτόω <πήγνυμι) πέρασαν στην αντίπερα παραλία του Αντίρριου και εξόρμησαν κατά του Τισαμενού, γιου του Ορέστη και εγγονού του Αγαμέμνονος, που ήταν τότε ηγεμόνας στο ενοποιημένο βασίλειο Άργους, Μυκηνών και Σπάρτης. Την ίδια εποχή στην Αθήνα βασίλευε ο Κόδρος, στην Πύλο ο εγγονός του Νέστορα Αλκμέων, ο οποίος μετά την κάθοδο των Δωριέων μετοίκησε στην Αθήνα και έγινε γενάρχης της αριστοκρατικής οικογένειας των Αλκμεωνίδων, στην  Τεγέα ο Ιππόθους Αγαπήνορος και στην Καλυδώνα της Αιτωλίας ο Αλυζεύς. Στην κρίσιμη μάχη που ακολούθησε στη Λέρνη της Κορινθίας ο Τισαμενός ηττήθηκε κατά κράτος, αλλά ταυτόχρονα σκοτώθηκαν ο Πάμφυλος και ο Δύμαντας, οπότε οι Ηρακλείδες με τους υπόλοιπους Δωριείς μοιράστηκαν την Πελοπόννησο, δίνοντας την Ήλιδα στον Αιτωλό Όξυλο και παίρνοντας ο Τήμενος το Άργος, ο Κρεσφόντης τη Μεσσηνία και οι γιοι του Αριστόδημου, που μόλις είχε πεθάνει, Ευρυσθένης και Προκλής, τη Σπάρτη, όπου έγιναν αρχηγέτες των δύο δυναστειών που βασίλεψαν εκεί στους επόμενους αιώνες.



4.2. Η γεωπολιτική κατάσταση μετά την Κάθοδο των Δωριέων


            Οι Αχαιοί που γύρισαν στις πατρίδες τους μετά τον Τρωικό Πόλεμο, στην πραγματικότητα δεν είχαν μπροστά τους πολύ μέλλον, αφού οι άμεσοι απόγονοί τους (παιδιά ή εγγόνια τους) έζησαν ουσιαστικά την πτώση του Αχαϊκού Κόσμου που προκλήθηκε από την Κάθοδο των Δωριέων.        Οι Αχαιοί βασιλείς, με εξαίρεση τον Κόδρο στην Αθήνα, δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στους Δωριείς, που ήταν καλύτερα εξοπλισμένοι αφού χρησιμοποιούσαν σίδηρο. Με τον τρόπο αυτό οι Δωριείς εγκαταστάθηκαν σε διάφορα μέρη της Νότιας Ελλάδας (στην Λακωνία, Μεσσηνία, Μέγαρα, Κόρινθο, Ακαρνανία, Αργολίδα και τέλος στη Ρόδο περί το 900) και, μετά από πολυετείς αγώνες, υπέταξαν τους τοπικούς κατοίκους. Αρκετοί από τους Αχαιούς, που έμεναν μέχρι τότε στα μέρη αυτά, συμπτύχθηκαν στην περιοχή του σημερινού νομού Αχαΐας και Αρκαδίας, ενώ άλλοι αναγκάστηκαν να εκπατριστούν κυρίως στην Κύπρο και στη Μικρά Ασία.

Μετά την ολοκλήρωση της Καθόδου των Δωριέων ο ελλαδικός χώρος ήταν διαιρεμένος σε περιοχές που αντιστοιχούσαν στους χώρους εγκατάστασης των ελληνικών φύλων, με αρκετές διαφοροποιήσεις συγκριτικά με την προηγούμενη Αχαϊκή Περίοδο. Οι περιοχές αυτές στις περισσότερες περιπτώσεις περιλάμβαναν πόλεις-κράτη, που διατηρούσαν μεταξύ τους φυλετικούς δεσμούς. Σε κάποιες περιπτώσεις οι πόλεις αυτές σχημάτιζαν ομοσπονδία ενώ σε άλλες περιπτώσεις η ισχυρότερη πόλη κατείχε ηγεμονική θέση.



4.2.1. Πελοπόννησος

α. Λακωνία



Στην Λακωνία κυριάρχησε η πόλη της Σπάρτης. Οι Δωριείς ιδρυτές της επικράτησαν σε ολόκληρη την περιοχή της Λακωνίας μετατρέποντας τους παλαιότερους κατοίκους σε περίοικους, στην περίπτωση που δεν πρόβαλαν αντίσταση σ’ αυτούς ή σε είλωτες, σε περίπτωση που πρόβαλαν αντίσταση. Το κράτος της Σπάρτης επεκτάθηκε αργότερα και στην Μεσσηνία και για μεγάλα διαστήματα αποτελούσε την ισχυρότερη δύναμη στον Ελλαδικό χώρο. Στη Σπάρτη ο Αριστόδημος πέθανε πριν προλάβει να βασιλέψει, οπότε οι δίδυμοι γιοι του, Ευρυσθένης και Προκλής  ήταν οι πρώτοι Δωριείς βασιλείς της Σπάρτης με διαδόχους ως εξής:

(1) Ο Ευρυσθένης (1104-1016, <ευρύς + σθένος = πολύ δυνατός) ήταν βασιλιάς της αρχαίας Σπάρτης, γιος του Αριστόδημου, ο οποίος κατά την κάθοδο των Δωριέων στην Πελοπόννησο κατέλαβε τη Λακωνία, και της Αργείας, κόρης του Αυτεσίωνα. Είχε ένα δίδυμο αδελφό, τον Προκλή. Ο Αριστόδημος μοίρασε την περιοχή που κατέκτησε στους δύο γιους του και ο Ευρυσθένης πήρε την περιοχή Λίμνες, μια από τις μετέπειτα πέντε κώμες που αποτελούσαν το κράτος των Λακεδαιμονίων. Επειδή και οι δύο γιοι ήταν ανήλικοι, όταν πέθανε ο Αριστόδημος, επίτροπος των δυο αδελφών ανέλαβε ο θείος τους και αδελφός της Αργείας, ο Θήρας. Παρόλο που ο Ευρυσθένης ήταν ο μεγαλύτερος από τους δυο, μετά την ενηλικίωση τους οι αδελφοί συμβασίλευσαν, όπως όριζε ο χρησμός της Πυθίας. Σύμφωνα με την παράδοση, αυτή η συμβασιλεία καθιέρωσε το θεσμό της διπλής βασιλείας των Λακεδαιμονίων. Γιος και διάδοχος του Ευρυσθένη ήταν ο Άγις, από τον οποίο πήρε και το όνομα της το γένος των Αγιαδών.

(2) Ο Προκλής (1104-1012, <προ + κλέος [=δόξα] = πρώτος σε φήμη) ήταν βασιλιάς της αρχαίας Σπάρτης, γιος του Αριστόδημου και της Αργείας, κόρης του Αυτεσίωνα, δίδυμος αδελφός του Ευρυσθένη. Ο Αριστόδημος μοίρασε την περιοχή που κατέκτησε στους δύο γιους του και ο Προκλής πήρε στην περιοχή Πιτάνης, μια από τις μετέπειτα πέντε κώμες που αποτελούσαν το κράτος των Λακεδαιμονίων. Επίτροπος των δυο αδελφών ανέλαβε ο θείος τους και αδελφός της Αργείας, ο Θήρας. Μετά την ενηλικίωση τους οι αδελφοί συμβασίλευσαν, όπως όριζε ο χρησμός της Πυθίας. Γιος και διάδοχος του Προκλή ήταν ο Σόος και γιος και διάδοχος αυτού ο Ευρυπών, από τον οποίο πήρε και το όνομα της η δυναστεία των Ευρυποντιδών.

(3) Ο Άγις Α΄ του Ευρυσθένους (1016-930, <άγω [=οδηγώ] = αρχηγός) ήταν βασιλιάς της αρχαίας Σπάρτης, γιος και διάδοχος του βασιλιά Ευρυσθένη. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Έφορου, μέχρι τα χρόνια του, υπήρχε ένα καθεστώς ισονομίας και ισοτιμίας ανάμεσα στους Σπαρτιάτες και τους περιοίκους. Ο Άγις κατάργησε αυτό το καθεστώς και τους υποχρέωσε στη καταβολή ειδικού φόρου. Οι περισσότεροι περίοικοι υπάκουσαν, όμως οι κάτοικοι του αρχαίου Έλους επαναστάτησαν. Όταν τελικά οι Σπαρτιάτες επικράτησαν, τους επέβαλαν ένα είδος διαρκούς δουλείας, τη λεγόμενη «ειλωτεία», που ιστορικά διατηρήθηκε μέχρι τη ρωμαϊκή περίοδο. Γενικά ο Άγις Α, αντίθετα από τον πατέρα του, βασίλευσε με σύνεση και δικαιοσύνη εξ ου και οι απόγονοί τους κλήθηκαν Αγιάδες από αυτόν και όχι από το όνομα του πατέρα του.

(4) Ο Σόος του Προκλή (1012-930, <σάος [=σωτηρία {<σάω =σώζω}= σωτήρας) ήταν βασιλιάς της Σπάρτης, που καταγόταν από τον οίκο των Ευρυποντιδών, γιος του Προκλή και εγγονός του Αριστόδημου. Συμβασίλεψε μαζί με τον Ευρυσθένη και τον Άγι από το οίκο των Αγιαδών, γιος του ήταν ο Ευρυπών, από τον οποίο ονομάστηκε και ο βασιλικός οίκος. Ο Σόος επεχείρησε να καταλάβει και να προσαρτήσει στην Σπάρτη την χώρα του Κλείτορα η οποία είχε πλούσια μεταλλεία χαλκού. Ο Σόος νίκησε στις πρώτες μάχες τους Αρκάδες, αλλά σε μάχη με τους Κλειτόριους ηττήθηκε και εγκατέλειψε την προσπάθεια. Από τότε κανένας Σπαρτιάτης βασιλιάς δεν εισέβαλε πάλι στην Αρκαδία. Κατάφερε επίσης να αντιμετωπίσει επανάσταση από τους Είλωτες.

(5) Ο Ευρυπών (ή Ευρυτίων, 930-865, <ευρύς + τίω[=τιμώ]= τιμητής πολλών ανθρώπων) ήταν γιος του Σόου και εγγονός του Προκλή, ο τρίτος βασιλιάς του οίκου αυτού στη Σπάρτη, που έκτοτε έφερε το όνομα των Ευρυποντιδών. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι χαλάρωσε τη βασιλική εξουσία και ότι έπαιξε ρόλο δημαγωγικό. Ο Πoλύαινoς αναφέρει έναν πόλεμο με τους Αρκάδες της Μαντίνειας υπό τις διαταγές του. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Πρύτανις, ο πατέρας του Πολυδέκτη.

Με τους βασιλείς αυτούς παγιώθηκε το σύστημα της δίδυμης σειράς Δωριέων βασιλέων της Σπάρτης που ονομάστηκαν Αγιάδες (από τον Άγι Α’) και Ευρυποντίδες (από τον Ευρυπώντα). Οι δύο βασιλείς ορίζονταν κληρονομικά ένας από καθεμιά από τις προαναφερόμενες δύο βασιλικές γενιές, ως αποτέλεσμα της γενικότερης φυλετικής οργάνωσης των Δωριέων. Μέχρι το 800 από τους Αγιάδες (μετά τον Άγι Α΄) βασίλεψαν οι ακόλουθοι:

(6) Ο Εχέστρατος (930-870, <έχω [=κατέχω]+ στρατός  = κάτοχος στρατού) ήταν γιος και διάδοχος του Άγι Α΄. Κατά τη βασιλεία του οι Λακεδαιμόνιοι επιτέθηκαν στους κατοίκους της περιοχής της Κυνουρίας, με το πρόσχημα ότι έκαναν επιδρομές στην Αργολίδα. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Λαβώτας.

(7) Ο Λαβώτας (ή Λεωβώτης 870-840, <λεώς [=λαός] + βώτης, βώτωρ [=βοσκός, τροφός {<βόσκω<βάω+χάσκω}] = τροφός του λαού) ήταν γιος και διάδοχος του βασιλιά Εχέστρατου και, κατά την αφήγηση του Ηροδότου, ανεψιός του νομοθέτη Λυκούργου, που μεταρρύθμισε το πολίτευμα των Σπαρτιατών όσο ήταν επίτροπος του Λαβώτα. Κατά τη διάρκεια της συμβασιλείας του Λαβώτα με τον Πρύτανι, από το γένος των Ευρυποντιδών, οι Λακεδαιμόνιοι πολέμησαν ενάντια στους Αργείους για την περιοχή της Θυρέας στην Κυνουρία και κατάφεραν να επικρατήσουν. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Δόρυσσος.

(8) Ο Δόρυσσος (840-815, <δόρυ + άριστος >δόρυστος >δόρυσσος = πολύ καλός στη χρήση δόρατος) ήταν γιος και διάδοχος του βασιλιά Λαβώτα και, σύμφωνα με τον Παυσανία, η βασιλεία του ήταν σύντομη. Μετά το θάνατο του, τον διαδέχθηκε ο γιος του, ο Αγησίλαος.

(9) Ο Αγησίλαος Α (815-786, (<άγω [> άγησις = οδήγηση] + λαός = ηγέτης του λαού) ήταν γιος και διάδοχος του Δορύσσου και σύμφωνα με τον Απολλόδωρο βασίλεψε 44 χρόνια. Ο Παυσανίας υποστηρίζει ότι στα χρόνια του εφαρμόστηκαν οι νόμοι του Λυκούργου. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Αρχέλαος (βλ. επόμενο κεφάλαιο)

Από τους Ευρυποντίδες αντίστοιχα (μετά τον Ευρυπόντα) βασίλεψαν οι κάτωθι:

(10) Ο Πρύτανις (865-835, <προ [=πρώτος] + άνω = ηγεμόνας, αρχηγός) ήταν γιος και διάδοχος του Ευρυπόντος γενάρχη του οίκου και συμβασίλεψε μαζί με τον Λαβώτα από το βασιλικό οίκο των Αγιαδών. Γιος του ήταν ο Πολυδέκτης ο οποίος τον διαδέχτηκε. Ο Πρύτανις μαζί με τον Λαβώτα αντιμετώπισε και νίκησε σε μάχη τους Αργείους, την πρώτη φορά στην ιστορία που βρέθηκαν σε πολεμική αντιπαράθεση Αργείοι και Λακεδαιμόνιοι, με αιτία την προσάρτηση της Κυνουρίας στην Σπάρτη. Η Κυνουρία ήταν μια περιοχή που οι Αργείοι την θεωρούσαν ιστορικά δική τους και ισχυρίζονταν ότι είχε αποικιστεί και ονομαστεί έτσι από τον Κύνουρα γιο του Περσέα.

(11) Ο Πολυδέκτης (835-805, <πολύ + δέκτης [=λήπτης {<δέχομαι}] = αυτός που έχει λάβει πολλά χαρίσματα) ήταν γιος και διάδοχος του Πρύτανη, πατέρας του Εύνομου, που τον διαδέχτηκε  και του νομοθέτη Λυκούργου, που υπηρέτησε ως αντιβασιλιάς μέχρι την ενηλικίωση του ανεψιού του Χαρίλαου (γιου του Εύνομου).

(12) Ο Εύνομος (805-775) ήταν γιός του βασιλιά Πολυδέκτη και βασίλεψε στη Σπάρτη, ως εκπρόσωπος των Ευρυποντιδών. Όταν πέθανε ο Εύνομος, η γυναίκα του πρότεινε στον αδελφό του Λυκούργο να την παντρευτεί και να σκοτώσει τον (ανεψιό του και γιο της) Χαρίλαο, ο οποίος ήταν ακόμα αγέννητος, για να μη μπορεί όταν μεγαλώσει να διεκδικήσει το θρόνο, αλλά ο Λυκούργος απέφυγε να εμπλακεί σε τέτοιο έγκλημα, ανακήρυξε τον Χαρίλαο βασιλιά, υπηρέτησε για μερικά χρόνια ως αντιβασιλιάς, κατά τη διάρκεια των οποίων έγραψε τους περίφημους νόμους του, και, όταν ο Χαρίλαος ενηλικιώθηκε, έφυγε από τη Σπάρτη (βλ. στο επόμενο κεφάλαιο).



β. Αργολίδα, Κυνουρία



Στην Αργολίδα επικράτησαν οι Δωριείς, οι οποίοι μετά την κατάκτηση του Άργους κυριάρχησαν σε ολόκληρη την περιοχή. Οι Δωριείς της Αργολίδας δεν διατηρήθηκαν ενωμένοι αλλά διασπάστηκαν σε μικρότερες πόλεις κράτη. Το ισχυρότερο από αυτά ήταν το κράτος του Άργους. Άλλα μικρότερα Δωρικά κράτη της Αργολίδας ήταν η Τροιζηνία, οι Κλεωνές, η Επιδαυρία και η Ερμιονίδα. Στο Άργος ο Τήμενος βασίλεψε περί το 1070 και τον διαδέχτηκαν οι απόγονοί του, με την εξής σειρά: 

(1) Ο Κείσος (~1040, <κείω [= σχίζω, κόβω, συντρίβω, μέλ. κείσω] = ικανός να συντρίβει τους εχθρούς ), ήταν ο μεγαλύτερος από τους γιους του Δωριέα βασιλιά του Άργους Τημένου. Σύμφωνα με τις τοπικές παραδόσεις ο Τήμενος παραμέρισε τον Κείσο και τα αδέλφια του και όρισε ως διάδοχό του τον γαμπρό του Δηιφόντη, σύζυγο της κόρης του Υρνηθούς. Ο Κείσος και οι αδελφοί του εξοργίσθηκαν και θέλησαν να σκοτώσουν τον πατέρα τους. Μετά από μία αποτυχημένη απόπειρα, ο Τήμενος τους εξόρισε. Αργότερα όμως φαίνεται ότι τουλάχιστον ο Κείσος επέστρεψε στο Άργος, καθώς αναφέρεται ότι διαδέχθηκε στο θρόνο τον Τήμενο. Ως παιδιά του Κείσου καταγράφονται οι Φλίας, Θέστιος, Μήδωνας και Μάρωνας.

(2) Ο Μήδων (~1000, <μήδω, μέδω, μηδέω [=άρχω, βασιλεύω, κυβερνώ] = ηγεμόνας) ήταν γιος του Κείσου.

(3) Ο Μάρων (~950, <μάρναμαι [= πολεμώ {> Μάρης > Μαρς < Άρης, το «μ» προτάσσεται  λόγω  συμπροφοράς  από  την  αιτιατική}] = πολεμικός ) ήταν γιος του Κείσου.

(4) Ο Θέστρος (~900, <θέσις [=τοποθέτηση, άποψη < τίθημι] + τηρώ = αυτός που τηρεί τις θέσεις του).

(5) Ο Άκοος (=υπάκουος, ~850, γνωστός και ως Μέροψ, <μείρομαι [=μοιράζω, συμμερίζομαι {>μερίς}] + έπος [=λόγος] = ο συμμεριζόμενος το λόγο, ομιλών ενάρθρως).

(6) Ο Αριστοδαμίδας (~800, <άριστος [<αρεστός] + δήμος [= δήμος] + είδος [<ιδείν] = καταγόμενος από καλό δήμο).

(7) Ο Φείδων (~760, <φείδομαι [= οικονομώ, κάνω μέτρια χρήση] = οικονόμος), ήταν γιος Αριστοδαμίδα, γνωστός ως ο πρώτος που έκοψε νομίσματα στην αρχαιότητα.

(8) Ο Λαεοκίδης (~720, <λαός + κοέω [=ακούω] + οίδα [<ιδείν] = απόγονος αυτού που υπακούει στο λαό).

(9) Ο Μέλτας (~700, <μελετάω [=φροντίζω, ενδιαφέρομαι] >μελέτωρ, μελέτας = αυτός που φροντίζει να πάρει εκδίκηση, εκδικητής).

(10 Ο Δαμοκράτης (~670, <δάμος [=δήμος] + κράτος [=δύναμη] = ο έχων την δύναμη του δήμου).

(11) Ο Αίσων (~650, <αΐσσω [= κινούμαι ορμητικά] = ορμητικός ) ήταν ο τελευταίος βασιλεύς του Άργους, μετά από τον οποίο επικράτησε τυραννικό πολίτευμα.

(12) Ο Αριστόμαχος (~630, <άριστος  [<αρεστός] + μάχη = διακρινόμενος στον πόλεμο) ήταν ο πρώτος μιας σειράς τυράννων του Άργους, μέχρι που το 472 π.Χ. καθιερώθηκε δημοκρατικό πολίτευμα.

Η Κυνουρία ήταν μικρό Δωρικό κράτος που σχηματίστηκε ανάμεσα στην Αργολίδα και την Λακωνία και συνήθως βρισκόταν υπό τον έλεγχο των ισχυρότερων γειτόνων της.



γ. Κορινθία



Στην Κορινθία κυριάρχησαν επίσης οι Δωριείς που μετά την κατάληψη του Αργολικού κάμπου επεκτάθηκαν βορειότερα. Διασπάστηκαν επίσης σε μικρότερα κράτη, την Κορινθία, την Σικυωνία και τον Φλειούντα. Ισχυρότερο ήταν το κράτος των Κορινθίων ενώ τα άλλα δύο κράτη ελέγχονταν για μία μεγάλη περίοδο από το Άργος και στην συνέχεια από την Σπάρτη. Στην Κόρινθο βασίλεψαν:

(1) Ο Αλήτης (~1100, <αλάομαι [=περιπλανιέμαι, {<ήλασα, αόρ. του ελαύνω}] = αναζητητής της περιπέτειας) ήταν γιος του Ιππότη, ενός από τους τέσσερις ηγέτες των Δωριέων που εισέβαλαν στην Πελοπόννησο και κατέλυσαν τα βασίλεια των Αχαιών. Μετά το θάνατο του Ιππότη, τον διαδέχτηκε στην θέση του αρχηγού και οδήγησε το τέταρτο τμήμα των Δωριέων στην Κορινθία, την οποία κατέλαβε, διώχνοντας την προηγούμενη δυναστεία των Σισυφιδών. Η κατάληψη της Κορινθίας έγινε 30 χρόνια μετά το πέρασμα των Δωριέων στην Πελοπόννησο. Ο Αλήτης ήταν ο ιδρυτής της δυναστείας των Βακχιάδων η οποία κυβέρνησε στην Κόρινθο μέχρι τα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ. ως εξής:

(2) Ο Ιξίων (~1050, <ιξύς [=ισχυρός] + ίω [=πηγαίνω] = αυτός που πορεύεται με δύναμη)

(3) Ο Αγέλας Α (~1010, <άγω + λαός [= αγέλαος] = αρχηγός του στρατού)

(4) Ο Προύμνις (~980, <πρυμνός [<προ, πριν πάρος > προ-μός > πρυμνός (ο>υ, μ>μν] = τελευταίος, το έσχατο μέρος κάποιου μέλους, η ρίζα = θεμελιωτής). 

(5) Ο Βάκχις (~950, <βα-βάκ-της [=κραύγασος, {<βάζω = ομιλώ}] + χεύω [=χύνω] = αυτός που βγάζει κραυγές) ήταν ο γενάρχης των Βακχιάδων.

(6) Ο Αγέλας Β (~920)

(7) Ο Εύδαιμος (~890, <ευ + δαΐμων [= ειδήμων, γνωρίζων {< δάω = αισθάνομαι, διδάσκω, γνωρίζω}])

(8) Ο Αριστομήδης (~860, <άριστος  [<αρεστός] + μήδω [=κυβερνώ] = διακρινόμενος στην διοίκηση)

(9) Ο Αγήμων (~830, <άγω [=οδηγώ] = αρχηγός)

(10) Ο Τελέστης (~800, <τελέω [=τελειώνω] >τέλεσις [=ολοκλήρωση] = αυτός που μπορεί να φέρει σε πέρας ό,τι αναλαμβάνει)

(11) Ο Αυτομήνης (~750, <αυτός + μένω [=αντέχω, υπομένω] = αυτός που μπορεί να αμύνεται μόνος του).

(12) Ο Αρχίας γιος του Ευαγνήτου από την Κόρινθο ήταν ο ιδρυτής των Συρακουσών στη Σικελία το 733 π.Χ..

(13) Ο Πατροκλίδης (~670, <Πατροκλῆς < πατῆρ + κλέος [=δόξα] = η δόξα του πατέρα, αυτός που δοξάζει τον πατέρα του) ήταν ο τελευταίος Βακχιάδης βασιλιάς της Κορίνθου. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ο ναυπηγός Αμεινοκλής κατασκεύασε  στην Κόρινθο την πρώτη τριήρη (πλοίο με τρεις σειρές κουπιών).

(14) Μετά τον Πατροκλίδη την εξουσία ανέλαβε ο τύραννος Κύψελος (657-627) για τον οποίο γίνεται λόγος στο επόμενο κεφάλαιο.



δ. Μεσσηνία 



Στην Μεσσηνία επικράτησαν επίσης οι Δωριείς. Το κράτος των Μεσσηνίων κατακτήθηκε από τους Σπαρτιάτες στα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ. και απελευθερώθηκε στα μέσα του 4ου αιώνα με την βοήθεια των Θηβαίων την εποχή του Επαμεινώνδα. Στην Πύλο, και τη Μεσσηνία γενικότερα, ο Κρεσφόντης (από τους αρχηγούς της μετοίκησης των Δωριέων στη Νότια Ελλάδα) βασίλεψε από το 1070, και τον διαδέχτηκαν:

(1) Ο Αίπυτος (~1030, <αιπύς [=απότομος,τραχύς] + ίτω [προστακτ. του είμι =έρχομαι] = αυτός που πηγαίνει ψηλά), ήταν γιος του Κρεσφόντη και της Μερόπης, από τον οποίο προήλθε η βασιλική γενιά των Αιπυτιδών. Επειδή ο Κρεσφόντης, που είχε κληρωθεί ως κάτοχος της Μεσσηνίας με δόλο, κυβερνούσε με συμπάθεια για τις λαϊκές τάξεις, οι πλούσιοι επαναστάτησαν με επικεφαλής τον Πολυφόντη και σκότωσαν αυτόν και τα παιδιά του. Μόνο ο Αίπυτος κατόρθωσε να σωθεί, γιατί τον είχε πάρει και τον ανέτρεφε ο παππούς του. Ο Αίπυτος αργότερα σκότωσε τον Πολυφόντη, τιμωρώντας και όσους άλλους τον είχαν βοηθήσει, και έγινε βασιλιάς της Μεσσηνίας. Κατάφερε να προσεταιρισθεί τους προύχοντες όσο και τον λαό, με διάφορες εξυπηρετήσεις και δωρεές. Μετά το θάνατο του Αιπύτου βασίλεψε ο γιος του, ο Γλαύκος. Στους ιστορικούς χρόνους, όταν ο Επαμεινώνδας επανίδρυσε τη Μεσσήνη, ο Κρεσφόντης και ο Αίπυτος ανακηρύχθηκαν «ήρωες» της χώρας.

(2) Ο Γλαύκος (~1000, <γλαυκός [<λαυκός <λευκός] = λαμπρός, αργυρόχρωμος, πρασινογάλανος), ήταν γιος του βασιλιά Αιπύτου και εγγονός του Κρεσφόντη και της Μερόπης και επομένως «πεντακισέγγονος» του Ηρακλή. Τον Γλαύκο τον θεωρούσαν ιδρυτή της λατρείας του Δία στην Ιθώμη. Ήταν ο πρώτος που πρόσφερε θυσίες στον γιο του Ασκληπιού Μαχάονα στη Γερήνια και γενικά ήταν περίφημος για τη μεγάλη ευσέβεια προς τους θεούς που τον χαρακτήριζε.

(3) Ο Ίσθμιος (~950, <ισθμός [=στενή διάβαση {<ίησθα υποτακτ. του είμι=έρχομαι}) ήταν γιος του Γλαύκου και απόγονος του Ηρακλή από την δυναστεία των Ηρακλειδών. Έκτισε στις Φαρές (σημερινή Καλαμάτα) το ιερό του Γοργάσου και του Νικόμαχου. Γιος του ήταν ο Δωτάδας.

(4) Ο Δωτάδας (~900, <δώτης [= δωρητής {δίδωμι}]) ήταν γιος του Ίσθμιου από την δυναστεία των Ηρακλειδών. Έκτισε την Μεθώνη και γιος του ήταν ο Συβότας

(5) Ο Συβότας (~800-750, <συς [=χοίρος, {<θύω=μαίνομαι}] + βότης [=βοσκός <βόσκω] = τροφεύς γουρουνιών) ήταν γιος του Δωτάδα από την δυναστεία των Ηρακλειδών. Καθιέρωσε τις ετήσιες θυσίες του βασιλιά στον ποταμό Πάμισο και τους εναγισμούς στην Οιχαλία προς τιμήν του Ευρύτου, γιου του Μελανέα, πριν από τα μυστήρια των Μεγάλων Θεών (Δήμητρα και Περσεφόνη), που τελούνταν ακόμη στην Ανδανία. Γιος του Συβότα ήταν ο Φίντας.

(6) Ο Φίντας (~750, <φύω [=φυτρώνω, {>ρίζα φυν- και φιν-] = νεαρός βλαστός >φιντάνι) ήταν γιος του Συβότα από την δυναστεία των Ηρακλειδών. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Φίντα συνέβη ή πρώτη διαμάχη με τους Λακεδαιμονίους στο ιερό της Λιμνάτιδας Αρτέμιδος που αργότερα οδήγησε στον Α' Μεσσηνιακό Πόλεμο. Γιοι του ήταν ο Ανδροκλής και ο Αντίοχος.

(7) Ο Ανδροκλής (<ανήρ [=άνδρας] + κλέος [=δόξα] = διάσημος για την ανδρεία του) και ο Αντίοχος (~700, <αντί [με την έννοια της αντικατάστασης] + έχω = ισάξιος με τους κατέχοντες, άξιος να κατέχει) ήταν γιοι του Φίντα.

(8) Ο Αριστομένης (~670, <άριστος  [<αρεστός] + μένος [=δύναμη, φρόνημα, ψυχική διάθεση] = διακρινόμενος για την ψυχική δύναμή του) ήταν ο διάσημος ήρωας του Δεύτερου Μεσσηνιακού Πολέμου (685-668), για τον οποίο γίνεται ιδιαίτερα λόγος στο επόμενο κεφάλαιο. Ο Αριστομένης είχε πολλές στρατιωτικές επιτυχίες, όμως η προδοσία του Αριστοκράτη, βασιλιά της Αρκαδίας, που απέσυρε τα στρατεύματά του σε μια κρίσιμη μάχη, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην έκβαση του πολέμου. Ο Αριστομένης μαζί με το στρατό του και του υπόλοιπους Μεσσήνιους κλείστηκε στο φρούριο της Εΐρας, όπου πολιορκήθηκε για 11 χρόνια (682-671 π.Χ.), οπότε και προδόθηκε για δεύτερη φορά από τον Αριστοκράτη. Οι πληροφορίες λένε πως ο Αριστομένης πέθανε στη Ρόδο, κοντά στον βασιλιά Δαμάγητο, ο οποίος ήταν γαμπρός του από την τρίτη κόρη του.



ε. Αρκαδία και Ηλεία 



Η Αρκαδία περιλάμβανε την ορεινή ενδοχώρα της Πελοποννήσου, οι κάτοικοί της ανήκαν στο φύλο των Αρκάδων και ήταν χωρισμένοι σε πολυάριθμες πόλεις κράτη που διατηρούσαν φυλετικούς δεσμούς, οι οποίες το 370 π.Χ. ενώθηκαν σε μία ομοσπονδία, το Κοινό των Αρκάδων. Στην Αρκαδία μετά τον Ιππόθου Αγαπήνορα (~1150-1100), βασίλεψαν οι Αίπυτος Β Ιππόθοου και Κύψελος Αιπύτου, χωρίς ιδιαίτερη παρενόχληση από τους Δωριείς που πέρασαν από την Αρκαδία και εγκαταστάθηκαν στη Μεσσηνία., οπότε η σειρά των βασιλέων συνεχίστηκε ως εξής:

(1) Ο Όλαϊς Κυψέλου (~1050, <ελαΐς [<ελεαίρω = οκτίρω] = οικτίρμων) ήταν ο 14ος βασιλιάς της Αρκαδίας, διάδοχος του πατέρα του.

(2) Ο Βουκολίων (~1050-1000, <βουκόλος [= βοσκός βοδιών {<βους + πολέω = περιφέρομαι, κατοικώ, συχνάζω}]), από την Τεγέα, ήταν ο 15ος βασιλιάς της Αρκαδίας, γιος του Όλαϊ, εγγονός του Κύψελου και πατέρας του Φιάλου.

(3) Ο Φίαλος (~960, <φιάλλω [=πέμπω, ρίπτω, τρέχω] = ικανός στο τρέξιμο) ήταν γιος και διάδοχος του Βουκολίωνα και πατέρας του επόμενου βασιλιά Σίμου. Όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, κατά την διάρκεια της βασιλείας του άλλαξε το όνομα της πόλης Φιγάλεια σε Φίαλος δίνοντας της το όνομα του. Η πόλη είχε ιδρυθεί και ονομαστεί από τον Φιγαλέα γιο του Λυκάονα. Βρισκόταν στην κοιλάδα του Νέδα και ήταν από τις σημαντικότερες Αρκαδικές πόλεις.

(4) Ο Σίμος (~920, <σιμός = ο έχων πλατιά μύτη {>σανίς, σελίς}) ήταν γιος και διάδοχος του Φίαλου. Κατά τη βασιλεία του κάηκε το ξόανο της Μελαίνης Δήμητρας, το οποίο τότε λογιζόταν αρχαίο, βρισκόταν στο ναό της θεάς έξω από τη Φιγαλεία στο όρος Ελάιο και είχε χτιστεί στο μέρος όπου βρισκόταν σπήλαιο, όπου, κατά την μυθολογία είχε καταφύγει η Δήμητρα μετά το χαμό της κόρης της Περσεφόνης. Γιος και διάδοχός του ήταν ο Πόμπος.

(5) Ο Πόμπος (~870, <πέμπω [= οδηγώ, συνοδεύω]) ήταν γιος του Σίμου και διάδοχος του στον Αρκαδικό θρόνο. Σύμφωνα με τον Παυσανία κατά την βασιλεία του άνοιξε εμπορικές σχέσεις με τους Αιγινήτες. Οι Αιγινήτες μετέφεραν τα εμπορεύματα με πλοία στο λιμάνι της Κυλλήνης και από εκεί τα φόρτωναν σε υποζύγια και τα πήγαιναν στην Αρκαδία. Γιος και διάδοχος του ήταν ο Αιγινήτης που τον ονόμασε έτσι εξαιτίας της εμπορικής συμφωνίας που είχε συνάψει με τους Αιγινήτες.

(6) Ο Αιγινήτης (~820)  ήταν από την Τεγέα, 19ος βασιλιάς της Αρκαδίας, γιος του Πόμπου και πατέρας του Πολυμήστορα. Όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, το όνομα Αιγινήτης του το έδωσε ο πατέρας του για τιμήσει τους Αιγινήτες για την εμπορική συμφωνία που είχε συνάψει μαζί τους.

(7) Ο Πολυμήστωρ (~780, <πολύ + μήστωρ [=γνώστης, έμπειρος] = πολύ έμπειρος) ήταν γιος και διάδοχος του Αιγινήτη. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ο βασιλιάς της Σπάρτης Χαρίλαος εισέβαλε στην Αρκαδία ακολουθώντας χρησμό του Μαντείου των Δελφών, που έλεγε ότι αν εισέβαλλαν στην Τεγέα θα μετρούσαν την γη με σχοινιά. Ο Χαρίλαος ερμήνευσε το χρησμό ότι θα νικήσει και θα μοιράσει τη γη με σχοινιά, όπως συνηθιζόταν τότε. Έγινε μάχη η οποία ήταν όμως αμφίρροπη. Τότε οι γυναίκες της Τεγέας επιτέθηκαν στους Σπαρτιάτες ενισχύοντας τους άντρες τους, με αποτέλεσμα να νικήσουν. Ο ίδιος ο Χαρίλαος πιάστηκε αιχμάλωτος από την Μάρπησσα, ενώ οι αιχμάλωτοι Σπαρτιάτες έζησαν την υπόλοιπη ζωή τους δεμένοι με σχοινιά οργώνοντας και καλλιεργώντας τα χωράφια των Τεγεατών. Έτσι ο χρησμός επαληθεύθηκε. Διάδοχος του Πολυμήστορα ήταν ο γιος του Αίχμις.

(8) Ο Αίχμις (~740, <αιχμή [=οξύ άκρο, φιλοπόλεμο πνεύμα] = πολεμιστής [αιχμητής]) ήταν ο 20ος μυθικός βασιλιάς της αρχαίας Αρκαδίας, γιος και διάδοχος του Πολυμήστορα. Κατά την βασιλεία του έγινε ο Α΄ Μεσσηνιακός Πόλεμος (743-720), όπου πήρε μέρος ως αρχηγός των Αρκάδων και σύμμαχος των Μεσσηνίων. Νικητές από τον πόλεμο βγήκαν οι Λακεδαιμόνιοι οι οποίοι κατέλαβαν όλη την αρχαία Μεσσηνία και έκαναν τους κατοίκους της είλωτες. Γιος και διάδοχος του ήταν ο Αριστοκράτης Α.

(9) Ο Αριστοκράτης Α ο Αίχμιδος (~700, <άριστος [<αρεστός] + κράτος [= δύναμη] = διακρινόμενος για τη δύναμή του) ήταν ο 21ος βασιλιάς της Αρκαδίας και έζησε κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα. Ήταν γιος του Αίχμιδα και τον διαδέχτηκε στο θρόνο. Όταν βίασε μια παρθένα ιέρεια του ναού της της Άρτεμης εκτελέστηκε με λιθοβολισμό.

(10) Ο Ικέτας (~680, <ίκω [=έρχομαι] + έχω [>-έτης] = φυγάς που ζητάει προστασία) ήταν ο 23ος βασιλιάς της Αρκαδίας, γιος του Αριστοκράτη Α΄ τον οποίο διαδέχθηκε στο θρόνο. Ο Ικέτας συμμάχησε με τους Μεσσήνιους και τους βοήθησε στον Β΄ Μεσσηνιακό Πόλεμο (685-668). Πέθανε κατά την διάρκεια του πολέμου και τον διαδέχτηκε ο γιος του Αριστοκράτης Β΄ ο οποίος ήταν και ο τελευταίος βασιλιάς της Αρκαδίας.

(11) Ο Αριστοκράτης Β΄ (~670) ήταν ο 23ος και τελευταίος βασιλιάς της αρχαίας Αρκαδίας. Διαδέχτηκε τον πατέρα του Ικέτα και έμεινε γνωστός στην ιστορία από την συμμετοχή του στον Β' Μεσσηνιακό Πόλεμο στο πλευρό των Μεσσηνίων, τους οποίους όμως πρόδωσε δύο φορές αφού χρηματίστηκε από τους Σπαρτιάτες. Οι Αρκάδες, μόλις έμαθαν τα κατορθώματα του, τον εκτέλεσαν με λιθοβολισμό όπως τον παππού του, επίσης Αριστοκράτη, και κατάργησαν την βασιλεία.



στ. Ηλεία και Αχαΐα

 Οι Ηλείοι ήταν συγγενικό φύλο των Αιτωλών. Κατέλαβαν την περιοχή της Ηλείας την ίδια εποχή που εισέβαλαν οι Δωριείς στην Πελοπόννησο. Ήταν χωρισμένοι σε τρία κράτη, την Κοίλη Ηλεία με κέντρο την Ήλιδα, την Πισάτιδα και την Τριφυλία. Στην Ηλεία μετά τον Ηλείο Αμφιμάχου (~1150-1100), για τον οποίο έγινε λόγος στο προηγούμενο κεφάλαιο, βασίλεψαν:

(1) Ο Όξυλος (~1100, <οξύς [=κοφτερός, γρήγορος, ευκίνητος, λαμπρός] + λαός = αυτός που εξεγείρει [παροξύνει] τον λαό), γιος του Αίμονα και της Γόργης, αδελφής της Δηιάνειρας, ήταν Αιτωλός συνεργάτης των Δωριέων. Με τον Όξυλο συνδέεται η παράδοση της επιστροφής των απογόνων του Αιτωλού στην Ήλιδα. Ο Όξυλος σκότωσε άθελά του τον αδελφό του Θέρμιο, οπότε αναγκάσθηκε να εκπατρισθεί και να πάει στην Ήλιδα, όπου παρέμεινε επί ένα έτος. Επιστρέφοντας όμως στη χώρα του, την Αιτωλία, συνάντησε στο δρόμο του τους Ηρακλείδες, οι οποίοι τον πήραν ως οδηγό για την επάνοδό τους στην Πελοπόννησο. Στη συνέχεια, ο Όξυλος κατέλαβε την Ήλιδα, όπου μετοίκησε Αιτωλούς. Διατήρησε τις τοπικές λατρείες της περιοχής, διοίκησε με σύνεση και στόλισε την πόλη με ωραία έργα. Πήρε ως σύζυγό του την Πιερία και απέκτησαν τρεις γιους, τον Αιτωλό τον νεότερο, τον Ανδραίμονα και τον Λαΐα, ο οποίος και τον διαδέχθηκε στο θρόνο της Ήλιδας. Ο Όξυλος αναφέρεται επίσης ως ιδρυτής ή επανιδρυτής των Ολυμπιακών Αγώνων.
(2) Ο Λαΐας (~1050, <λαός = καταγόμενος από τον λαό) ήταν μυθικός βασιλιάς της Πίσας στην αρχαία Ηλεία, γιος του Όξυλου, τον οποίο και διαδέχτηκε, και της Πιερίας και  εγγονός του Αίμονα και της Γόργης. Αδελφοί του ήταν οι Αιτωλός και Ανδραίμονας.
(3) Ο Αίμων (~1010, <δαίμων [το  δ  λόγω δασείας > δαήμων] = επιτήδειος, έμπειρος) ήταν γιος του Λαΐα.
(4) Ο Πραξωνίδης (~980, <πράττω + είδος = δραστήριος) ήταν γιος του Αίμονα.
(5) Ο Ίφιτος (~940, <ίφις -ίφιος [= ισχυρός, γενναίος] + ίτω [προστακτ. του είμι =έρχομαι] = ο επερχόμενος με γενναιότητα ήταν γιος του Πραξωνίδη και απόγονος του Οξύλου. Κατά την επικρατέστερη παράδοση αναδιοργάνωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες και καθιέρωσε την ολυμπιακή εκεχειρία: Ο Ίφιτος είχε ρωτήσει το Μαντείο των Δελφών με ποιο τρόπο μπορούσε η Ελλάδα να απαλλαγεί από τους λοιμούς και τις εμφύλιες διαμάχες. Πήρε την απάντηση ότι αυτός και οι Ηλείοι έπρεπε «τον ολυμπιακόν αγώνα ανανεώσασθαι», δηλαδή να επαναλάβουν τη διεξαγωγή των αγώνων. Σε αυτόν αποδίδεται επίσης η καθιέρωση της λατρείας του Ηρακλή από τους Ηλείους, ενώ προηγουμένως αυτοί είχαν αρνητική προδιάθεση απέναντί του. Μπροστά από το ναό του Δία στην Ολυμπία βρισκόταν άγαλμα του Ιφίτου «αγωνοθέτου» στεφανούμενου από την «Εκεχειρία».
(6) Ο Κλεοσθένης (~900-850, <κλέος [= δόξα, >κλεΐζω = δοξαζω] + σθένος = διάσημος για τη δύναμή του) ήταν βασιλιάς στην Πίσα της αρχαίας Ηλείας. Επί βασιλείας του καθιερώθηκε η Ολυμπιακή εκεχειρία, με αρχική πρωτοβουλία του βασιλιά της Ήλιδας Ίφιτου. Aπό ανάλογο χρησμό που πήραν από το μαντείο των Δελφών, οι Κλεοσθένης, Ίφιτος και Λυκούργος υπέγραψαν την πρώτη εκεχειρία η οποία από τότε καθιερώθηκε κάθε χρόνο στην διάρκεια των αγώνων.
Στην Αχαΐα εγκαταστάθηκαν Αχαιοί προερχόμενοι από τον Αργολικό κάμπο, που κατέφυγαν στην περιοχή μετά την κατάληψη της Αργολίδας από τους Δωριείς. Σχημάτισαν μικρές πόλεις - κράτη, που ενώθηκαν σταδιακά σε μία ομοσπονδία, το Κοινό των Αχαιών. Τον 3ο αιώνα π.Χ. δημιούργησαν την Αχαϊκή Συμπολιτεία που εξελίχθηκε στην ισχυρότερη δύναμη της Πελοποννήσου.

4.2.2. Στερεά Ελλάδα


α. Αττική

Στην Αττική οι Ίωνες κάτοικοί της, εγκατεστημένοι στην περιοχή από τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας (ή κατά άλλη άποψη πολύ νωρίτερα) κατάφεραν να αποκρούσουν τους Δωριείς εισβολείς και να διατηρηθούν στην περιοχή. Οι πόλεις της Αττικής σχημάτισαν ένα ομοσπονδιακό κράτος με κυρίαρχη την Αθήνα (στον πληθυντικό «Αθήναι» που δηλώνει ότι προήλθε από συνένωση πολλών οικισμών <α [επιτατ.] + τανύω, ταναός [= εκτεταμένος] > Ατάναι > Αθάναι [τ>θ] > Αθήναι [α>η]). Το Αθηναϊκό κράτος εξελίχθηκε σε ισχυρότατη δύναμη στον ελλαδικό χώρο και αποτέλεσε την κύρια εστία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Μετά τον ομηρικό Μενεσθέα Πετεού (1204-1181) βασίλεψε ο Δημοφών Θησέως (1181-1147), ο Μέλανθος Νηλείδης (1126-1089) και τελευταίος βασιλεύς ήταν ο Κόδρος (1089-1068) που θυσιάστηκε ηρωικά στον αγώνα κατά των Δωριέων. Μετά την κατάργηση της βασιλείας την Αθήνα κυβερνούσε μία τάξη αριστοκρατών, οι οποίοι ήταν γνωστοί ως Ευπατρίδες. Καθιερώθηκε πολίτευμα αριστοκρατικό, στο οποίο την εκτελεστική εξουσία ασκούσε ο «επώνυμος άρχων» που ήταν ισόβιος. Την νομοθετική εξουσία ασκούσε μία ομάδα αριστοκρατών, που είναι γνωστοί ως Θεσμοθέτες. Ισόβιοι Άρχοντες ήταν κατά σειρά οι εξής:
(1) Ο Μέδων (1068-1048, <μέδω, μήδω = κυβερνώ, φροντίζω, επινοώ) ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Κόδρου, που μάλωσε με τον αδελφό του Νηλέα για την εξουσία. Το Μαντείο των Δελφών έδωσε χρησμό που ευνοούσε τον Μέδοντα. Ο Μέδων αναφέρεται ως πρώτος άρχοντας των Αθηνών και γενάρχης των Μεδοντιδών, που, την περίοδο αυτή, είχαν την μεγαλύτερη πολιτική ισχύ και από τους οποίους ορίζονταν οι επώνυμοι άρχοντες μέχρι τα χρόνια του Διόγνητου (264 π.Χ.).
(2) Ο Άκαστος (1048-1012, <άκος [=θεραπεία] >ακέομαι [=θεραπεύω, αόρ. ηκέσθην] > ακεστής, άκαστος = θεραπευτής) ήταν γιος του Μέδωνα, πρώτου άρχοντα των Αθηνών. Μετά το θάνατο του πατέρα του, τον διαδέχτηκε στο θρόνο της Αθήνας. Οι άρχοντες στον καιρό του Άκαστου εκλέγονταν εφ’ όρου ζωής. Επί των ημερών του Άκαστου πραγματοποιήθηκε μεγάλη μετάβαση πληθυσμού από την Αθήνα στην Ιωνία. Σύμφωνα με τον αρχαίο ιστορικό Ιουστίνο (Marcus Junianius, ή Junianus, ή Justinus), ο Όμηρος ήταν ένας από εκείνους που πήραν μέρος στην μετοίκηση αυτή..
(3) Ο Άρχιππος (1012-993, <άρχω + ίππος = οδηγός των αλόγων [εννοείται του στρατού]) ήταν γιος του Άκαστου.
(4) Ο Θέρσιππος (993-952, <θέρσος [=θάρρος] + ίππος = θαρραλέος σαν άλογο) ήταν γιος του Αρχίππου.
(5) Ο Φόρβας (952-922, <φέρβω [< φέρω {>φορέω, φορώ} + βέομαι {=βόσκω, τρέφομαι, σώζω}] = αυτός που φέρνει σωτηρία, σωτήριος)  ήταν γιος του Θέρσιππου.
(6) Ο Μεγακλής ο πρεσβύτερος (922-892, <μέγα + κλέος [=δόξα] = ένδοξος) ανήκε στην οικογένεια των Αλκμεωνιδών, απόγονων του Αλκμέωνα (απόγονου του Ομηρικού Νέστορα) που έφυγε από την Πύλο μετά την έλευση των Δωριέων, οι οποίοι είχαν σημαντική επίδραση στην πολιτική κατάσταση της Αθήνας ήδη από την περίοδο αυτή.
(7) Ο Διόγνητος (892-864, <Δίας + ίγνης-ίγνητος-ίγνητες [=γνήσιοι, από το ίδιο γένος] = καταγόμενος από τον Δία) ήταν ο τελευταίος Μεδοντίδης άρχοντας των Αθηνών.
(8) Ο Φερεκλής (864-845, <φέρω + κλέος [=δόξα] = ένδοξος).
(9) Ο Αρίφρων (845-825, <αρι [=πολύ] + φρην [=στήθος, καρδιά, διάνοια, νους] = πολύ συνετός).
(10) Ο Θεσπιεύς (825-797, <θεός + είπον [έσπον] = αυτός που μεταφέρει τους λόγους του θεού).
(11) Ο Αγαμήστωρ (796-778, <άγαν [=πολύ} + μήστωρ [=γνώστης, έμπειρος] =πολύ έμπειρος).
(12) Ο Αισχύλος (778-755, <αίσχος [=δυσμορφία, ασχήμια, ατιμία, ντροπή] + ύλη [=περιεχόμενο, ουσία] = δύσμορφος).
(13) Ο Αλκμέων ο νεότερος (755-753, <άλκιμον [=αλκή, δύναμη] + έχω [>έχων>-έων] = δυνατός), ήταν ο τελευταίος ισόβιος άρχοντας των Αθηνών, αφού το 753 ο θεσμός αυτός καταργήθηκε και την εξουσία ανέλαβαν άρχοντες με δεκαετή ισχύ με πρώτο τον Χάροπα (753-743).  

β. Υπόλοιπη Στερεά Ελλάδα

• Μεγαρίδα: Η Μεγαρίδα ήταν Δωρικό κράτος, το δυτικότερο σημείο προέλασης των Δωριέων που είχαν εισβάλλει στην Πελοπόννησο. Κέντρο της ήταν η πόλη των Μεγάρων. Το κράτος αυτό εξελίχθηκε σε σημαντική ναυτική και αποικιακή δύναμη.
• Βοιωτία: Στην Βοιωτία εγκαταστάθηκαν οι Βοιωτοί, φύλο που προερχόταν από την Θεσσαλία. Μιλούσαν την Αιολική διάλεκτο. Οι ισχυρότερες πόλεις κράτη των Βοιωτών ήταν ενωμένες σε μία ομοσπονδία, το Κοινό των Βοιωτών, στο οποίο συχνά ηγεμονική θέση κατείχε η Θήβα.
• Φωκίδα: Η Φωκίδα κατά την αρχαιότητα ήταν η περιοχή γύρω από την κοιλάδα του Κηφισού και περιλάμβανε και τους ορεινούς όγκους του Παρνασσού, της Κίρφης, του δυτικού τμήματος του Καλλιδρόμου και του βόρειου τμήματος του Ελικώνα. Σ’ αυτή ήταν εγκατεστημένοι οι Φωκείς, φύλο που μιλούσε την Δωρική διάλεκτο. Οι πόλεις τους ήταν ενωμένες σε μία ομοσπονδία, το Κοινό των Φωκέων.
• Δωρίδα: Η Δωρίδα ήταν μικρή ορεινή περιοχή ανάμεσα στην Οίτη, τον Παρνασσό και την Γκιώνα. Περιλάμβανε τέσσερις πόλεις. Το κράτος αυτό ήταν το κατάλοιπο του κράτους που είχαν σχηματίσει οι Δωριείς πριν εισβάλλουν στην Πελοπόννησο (Δωρική Τετράπολη).
• Λοκρίδα: Οι Λοκροί ήταν φύλο που μιλούσε την Δωρική διάλεκτο και ήταν εγκατεστημένοι στο κέντρο της Στερεάς Ελλάδας σχηματίζοντας τρία διαφορετικά κράτη, τα οποία χωρίζονταν μεταξύ τους από την Φωκίδα. Τα κράτη αυτά ήταν των Οπούντιων Λοκρών και των Επικνημίδιων Λοκρών στα ανατολικά και των Οζολέων Λοκρών στα δυτικά.
• Αιτωλία: Στην Αιτωλία ήταν εγκατεστημένο το φύλο των Αιτωλών. Κατείχαν την πεδινή Αιτωλία και τις ορεινότερες περιοχές της σημερινής Ναυπακτίας και Ευρυτανίας, όπου ζούσαν τα συγγενικά τους υποτελή φύλα των Ευρυτάνων, των Απεραντών, των Αποδοτών και των Αγραίων. Τον τρίτο αιώνα σχημάτισαν ένα ισχυρό ομοσπονδιακό κράτος, την Αιτωλική Συμπολιτεία που εξελίχθηκε στην ισχυρότερη δύναμη της νότιας Ελλάδας μαζί με την Αχαϊκή Συμπολιτεία της Πελοποννήσου.
• Ακαρνανία: Αποτελούσε το δυτικότερο τμήμα της Στερεάς Ελλάδας και σε αυτή ζούσε το φύλο των Ακαρνάνων. Στην χώρα τους βρίσκονταν και οι Κορινθιακές αποικίες Οινιάδες, Αστακός και Ανακτόριο που αργότερα εντάχθηκαν στο Κοινό των Ακαρνάνων.
• Εύβοια: Στην Εύβοια οι Ίωνες κάτοικοί της διατηρήθηκαν χωρισμένοι σε πόλεις κράτη. Δύο από αυτά, η Χαλκίδα και η Ερέτρια, εξελίχθηκαν σε μεγάλες ναυτικές και αποικιακές δυνάμεις κατά την διάρκεια του 8ου και 7ου αιώνα π.Χ. Εξαιτίας του μεταξύ τους πολέμου, όμως, στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. εξασθένησαν. Στα νότια της Εύβοιας ήταν εγκατεστημένοι οι Δρύοπες οι οποίοι είχαν σχηματίσει κράτος με κυρίαρχη πόλη την Κάρυστο.
• Μαλίδα: Η Μαλίδα ήταν μικρό κράτος στην περιοχή της Φθιώτιδας που οικιζόταν από το φύλο των Μαλιέων. Ελεγχόταν για μεγάλο διάστημα από τους Θεσσαλούς. Πρωτεύουσα του κράτους ήταν αρχικά η Τραχίνα και αργότερα έγινε η Λαμία.
• Αινιανία: Οι Αινιάνες ήταν φύλο προερχόμενο από την Θεσσαλία που εγκαταστάθηκαν στην δυτική όχθη του Σπερχειού. Διατηρούσαν μαζί με τους γείτονες τους Οιταίους δύο ψήφους στην Δελφική Αμφικτυονία. Βρίσκονταν και αυτοί υπό τον έλεγχο των Θεσσαλών για μεγάλη χρονική περίοδο.
• Οιταία: Αποτελούσε περιοχή στον ορεινό όγκο της Οίτης όπου κατοικούσαν οι Οιταίοι. Οι Οιταίοι διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τους γείτονές τους Αινιάνες και εχθρικές με τους Μαλιείς κυρίως λόγω της επιθυμίας τους να αποκτήσουν διέξοδο προς την θάλασσα.

4.2.3. Θεσσαλία


            Στην Θεσσαλία εγκαταστάθηκαν οι Θεσσαλοί, οι οποίοι, προερχόμενοι από την περιοχή της Θεσπρωτίας, εκτόπισαν τα αρχαιότερα αιολόφωνα φύλα. Ίδρυσαν τέσσερα κράτη τα οποία σχημάτιζαν μία ομοσπονδιακή ένωση, την Πελασγιώτιδα, την Εστιαιώτιδα, την Θεσσαλιώτιδα και την Φθιώτιδα (ή Αχαΐα Φθιώτιδα). Ισχυρότερη ήταν η Πελασγιώτιδα στην οποία ανήκαν οι ισχυρότερες πόλεις της Θεσσαλίας, η Λάρισα και οι Φερές. Σε καιρό πολέμου εξέλεγαν έναν αρχηγό ανάμεσα στους τέσσερις βασιλείς που ονομαζόταν Ταγός. Οι Θεσσαλοί σταδιακά κυριάρχησαν στα γειτονικά κράτη των παλαιότερων λαών της Θεσσαλίας, των Μαγνήτων, των Περραιβών, των Αινιάνων, των Μαλιέων, των Οιταίων και των ορεινών Δολόπων. Η Θεσσαλία τότε απλωνόταν σε μία περιοχή από τον Όλυμπο, μέχρι την Οίτη. Στη Λάρισα βασίλευαν οι Αχαιοί διάδοχοι του Αλεύα του Πυρρού (από το 1300 π.Χ) που ονομάζονταν Αλευάδες και στην Τρίκκη (σημερινά Τρίκαλα) οι επίσης Αχαιοί διάδοχοι του Ομηρικού Μαχάωνα που ονομάζονταν Σκοπάδες. Στο μεγαλύτερο διάστημα της θεσσαλικής ιστορίας ο Ταγός προερχόταν από την αριστοκρατική οικογένεια των Αλευάδων της Λάρισας.

4.2.4. Ήπειρος


Στην Ήπειρο ήταν εγκατεστημένες οι φυλές των Μολοσσών, των Θεσπρωτών, των Τυμφαίων, των Δασσαρετών ή Δεξάρων, των Παραυαίων, των Χαόνων και των Αθαμάνων. Επίσης στην περιοχή υπήρχαν τα αποικιακά κράτη των Ηλείων στην περιοχή του ποταμού Αχέροντα και η Αμβρακία, αποικία των Κορινθίων. Σταδιακά στην Ήπειρο, κυριάρχησαν οι Μολοσσοί, ιδρύοντας το βασίλειο της Ηπείρου.

4.2.5. Μακεδονία


Στην Μακεδονία εγκαταστάθηκαν από το 2000 π.Χ. τα δωρικής καταγωγής ελληνικά φύλα των Μακεδνών ή Μακεδόνων και των Πελαγόνων, τα οποία, όταν τα υπόλοιπα δωρικά ελληνικά φύλα κατέβηκαν στην νότια Ελλάδα το 1100 π.Χ. αλλά και σε όλο το χρονικό διάστημα 1100-800, παρέμειναν στην περιοχή της αρχικής εγκατάστασής τους (σημερινές περιοχές κεντρικής και δυτικής Μακεδονίας). Σταδιακά επέκτειναν την κυριαρχία τους σε βάρος των γειτονικών ιλλυρικών και θρακικών φύλων δημιουργώντας ένα μεγάλο κράτος που από τον 4ο αιώνα π.Χ. κυριάρχησε στον Ελλαδικό χώρο. Οι εξελίξεις αυτές εξετάζονται σε επόμενα κεφάλαια όπου ανήκουν χρονικά.

4.2.6. Θράκη


Η αρχαία Θράκη (<θρέομαι [= ταράσσω, ξεφωνίζω] > θρόος, θρύλος, θρησκεία, {διότι ξεφώνιζαν άγρια στις θρησκευτικές τελετές τους}) συμπεριελάμβανε την σημερινή Βουλγαρία, την ευρωπαϊκή Τουρκία, τη βορειοανατολική Ελλάδα και τμήματα της ανατολικής Σερβίας και της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Τα όριά της ήταν μεταξύ του ποταμού Δούναβη στο Βορρά και του Αιγαίου στο νότο, στην ανατολή η Μαύρη Θάλασσα και η Προποντίδα (Θάλασσα του Μαρμαρά) και στη δύση οι ποταμοί Αξιός και Μοράβας. Ο ιθαγενής πληθυσμός της Θράκης ήταν μια ινδοευρωπαϊκή φυλή που ονομάζονταν Θράκες. Η φυλή που ο Όμηρος ονόμαζε Θράκες περιλάμβανε πολλές φυλές, διότι η αρχαία Θράκη ήταν τόπος διαμονής πατριών όπως οι Ηδωνοί που ζούσαν στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Στρυμόνα και Νέστου, οι Βισάλτες που ζούσαν στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Αξιού και Στρυμόνα, οι Κίκονες στην περιοχή της σημερινής Ροδόπης, οι Βίστωνες, οι Δόβηρες, οι Μύγδονες, οι Σάτραι, και οι Αψίνθιοι. Κατά την ελληνική μυθολογία, υπήρξε ένας προπάτορας που λεγόταν Θραξ και ήταν γιος του θεού του πολέμου Άρη, που λογιζόταν ότι διέμενε στη Θράκη. Η Θράκη, ως μυθική μορφή, ήταν κόρη του Ωκεανού και της Παρθενόπης, αδελφή της Ευρώπης.
Οι Θράκες εμφανίζονται στην Ιλιάδα ως σύμμαχοι των Τρώων με αρχηγούς τον Ακάμα και τον Πήρο (ή Πήρρο). Αργότερα στην Ιλιάδα έκανε την εμφάνιση του και ένας άλλος βασιλεύς, ο Ρήσος, ο οποίος σκοτώθηκε μετά από νυχτερινή επιδρομή που έκανε ο Διομήδης και ο Οδυσσέας στο στρατόπεδο των Τρώων. Ένας άλλος μυθολογικός βασιλεύς των Θρακών ήταν ο Κισσεύς, ο οποίος ζούσε στη δυτική τότε Θράκη και μετέπειτα Μακεδονία, ο οποίος ήταν πατέρας του Τρώα πρεσβύτερου Αντήνορα. Η ελληνική μυθολογία αναφέρει αρκετά άλλα ονόματα από Θράκες βασιλείς όπως οι: Διομήδης, Τηρέας, Λυκούργος, Φινέας, Εύμολπος, Πολυμνήστωρ, Οίαγρος (πατέρας του Ορφέα). Οι Θράκες δεν επηρεάστηκαν άμεσα από την Κάθοδο των Δωριέων, δέχτηκαν όμως από νωρίς την πολιτιστική επιρροή των Ελλήνων διατηρώντας για πολύ καιρό τη γλώσσα και τον πολιτισμό τους. Καθώς δε μιλούσαν καθαρά ελληνικά, θεωρούνταν από τους Έλληνες βάρβαροι. Οι πρώτες ελληνικές αποικίες στη Θράκη ιδρύθηκαν τον 6ο αιώνα π.Χ. Τα Άβδηρα, από τις σημαντικότερες αρχαίες πόλεις της Θράκης, υπήρξαν μεγάλο ιωνικό κέντρο καλλιτεχνικής δραστηριότητας και πατρίδα των φιλοσόφων Δημοκρίτου, Λευκίππου, Αναξάρχου, του σοφιστή Πρωταγόρα, του ιστορικού Εκαταίου και του επιγραμματοποιού Νικαινέτη.

4.3. Ο πρώτος ελληνικός αποικισμός


Η μετακίνηση των Δωριέων, σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα της Αργοναυτικής εκστρατείας και του Τρωικού Πολέμου, προκάλεσε γενικότερες  ανακατατάξεις στον ελληνικό κόσμο, των οποίων η σημαντικότερη συνέπεια ήταν ο λεγόμενος Πρώτος Αποικισμός των δυτικών ακτών της Μικράς Ασίας έως την Παμφυλία από φύλα προερχόμενα από την κυρίως Ελλάδα στο χρονικό διάστημα 1100-800π.Χ. Οι Αιολείς μετακινήθηκαν στο βόρειο τμήμα των δυτικών ακτών, γνωστό ως Αιολίδα, οι Ίωνες στην περιοχή που έγινε γνωστή ως Ιωνία και οι Δωριείς μέσω Κυκλάδων, Κρήτης και Δωδεκανήσων έφτασαν στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία. Οι πρώτοι Ίωνες έφτασαν και αποίκησαν στις περιοχές γύρω από τη Σμύρνη και την Έφεσο το 1000 π.Χ.. Στη Σάμο πήγαν το 950, ενώ από το 812 χρονολογούνται οι πρώτες αποικίες στα παράλια του Εύξεινου Πόντου όπως η Σινώπη, ενώ η Τραπεζούντα ιδρύθηκε το 755.

4.3.1. Αιολικός αποικισμός


Όπως προαναφέρθηκε, την ίδια περίοδο που οι Δωριείς κινούνταν προς την Πελοπόννησο, άλλη ομάδα Δωριέων προερχόμενοι από την περιοχή της Θεσπρωτίας μετακινήθηκε στην περιοχή της Θεσσαλίας εκτοπίζοντας παλαιότερα αιολόφωνα φύλα που κατοικούσαν εκεί. Από τους Αιολείς αυτούς μια ομάδα μετακινήθηκε νοτιότερα και εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Βοιωτίας, ενώ άλλοι πληθυσμοί καθώς και οι παλαιότεροι κάτοικοι της Βοιωτίας, μετά την απώλεια των περιοχών τους, κατέφυγαν στα μέρη του Βορειοανατολικού Αιγαίου και εγκαταστάθηκαν αρχικά στην Λέσβο (Μυτιλήνη, Μήθυμνα, Ερεσσός, Άντισσα), την Τένεδο και τις Εκατόννησους (Μοσχονήσια), ενώ τα επόμενα χρόνια αποίκισαν την απέναντι μικρασιατική ακτή που ονομάστηκε Αιολίδα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει την ίδρυση δώδεκα πόλεων στο τμήμα αυτό της Μικρασιατικής ακτής. Αυτές ήταν οι Αιγές, η Αιγειρόεσσα, η Γράνεια, η Κίλλα, η αιολική Κύμη, η αιολική Λάρισα, η Μύρινα Λήμνου, το Νέο Τείχος, το Νότιο, η Πιτάνη, η Πέργαμος, το Αδραμύτιον, η Τήμνος και η Σμύρνη που αργότερα συντάχθηκε με τις ιωνικές πόλεις στη Λυδία. Τον 7ο αιώνα π.Χ. οι Αιολείς επεκτάθηκαν και στην περιοχή της Τρωάδας ιδρύοντας πόλεις όπως Γάργαρα, Άσσος, Άνταδρος, Κεβρή, Σκήψις, Νεάνδρεια και Πιτύεια. Στην Αιολική μετανάστευση συμμετείχαν και Αχαιοί της Πελοποννήσου που ακολούθησαν τους αιολόφωνους με ηγέτη τον Ορέστη, τον οποίο η βασιλική οικογένεια των Πενθιλίδων της Μυτιλήνης αργότερα θεωρούσε γενάρχη της.

4.3.2. Ιωνικός αποικισμός


Οι Ίωνες, πριν από την κάθοδο των Δωριέων, ζούσαν στην βόρεια Πελοπόννησο, στην Μεγαρίδα, στην Εύβοια, στις Κυκλάδες και στην Αττική. Μετά την απώλεια των περιοχών τους από τους Δωριείς και Αχαιούς της Αργολίδας, μετακινήθηκαν ανατολικότερα και εγκαταστάθηκαν αρχικά στην Εύβοια, εκτοπίζοντας τους παλαιότερους της κατοίκους, τους Άβαντες. Στα μέσα του ενδέκατου αιώνα π.Χ αποίκησαν τις βόρειες Κυκλάδες και μαζί με Ίωνες της Αττικής αποίκησαν τα νησιά Σάμος και Χίος και το κεντρικό τμήμα των μικρασιατικών παραλιών της Λυδίας και Καρίας, που ονομάστηκε τα επόμενα χρόνια Ιωνία. Οι Ίωνες ίδρυσαν δώδεκα πόλεις που διατήρησαν φυλετικούς δεσμούς και παρέμειναν ενωμένες σε έναν είδος κοινοπολιτείας, το κοινό των Ιώνων. Οι πόλεις του κοινού ήταν η Μίλητος, η Μυούς, η Πριήνη, η Έφεσος, η Κολοφώνα, η Λέβεδος, η Τέως, οι Κλαζομενές, οι Ερυθρές, η Φώκαια και οι νησιωτικές πόλεις Χίος και Σάμος. Θρησκευτικό τους κέντρο ήταν ο ναός του Ποσειδώνα, στην περιοχή της Μυκάλης. Στην περιοχή της Ιωνίας εκτός από τους Ίωνες εγκαταστάθηκαν και άλλες φυλές όπως Αχαιοί της Πελοποννήσου, Αρκάδες, Άβαντες, Μινύες από τον Ορχομενό, Φωκείς και Μολοσσοί. Οι Άβαντες εγκαταστάθηκαν στην Χίο και προηγήθηκαν των Ιώνων που εγκαταστάθηκαν στο νησί αργότερα. Εγκατάσταση Αχαιών από την Πυλία αναφέρεται στην Κολοφώνα, ενώ εγκατάσταση Αχαιών από την Αργολίδα στην περιοχή των Κλαζομενών. Στην Τέω αναφέρεται εγκατάσταση Μινύων και στην Φώκαια εγκατάσταση Μινύων και Φωκέων. Οι περισσότερες παραδόσεις των Ιωνικών πόλεων θεωρούν ηγέτη της μετανάστευσης κάποιον απόγονο του Κόδρου και παρουσίαζαν ως αφετηρία τους την Αττική.

4.3.3. Δωρικός αποικισμός


Οι Δωριείς που κατέλαβαν το Άργος και την Κόρινθο επεκτάθηκαν σταδιακά σε ολόκληρη την βορειοανατολική Πελοπόννησο. Μετά την αποτυχία κατάληψης της Αττικής στράφηκαν προς την θάλασσα. Με αφετηρία τα δωρικά κράτη της Αργολίδας αποίκησαν την Αίγινα, τις νότιες Κυκλάδες, την Κύπρο την Κρήτη, τα Δωδεκάνησα (Σύμη, Κως, Κάλυμνος, Κάρπαθος) και την νοτιοδυτική ακτή της μικρασιατικής Λυκίας. Συγκεκριμένα Δωριείς από την Τροιζήνα αποίκησαν την Αλικαρνασσό, από την Επίδαυρο την Κω και από το Άργος την Ρόδο, την Κρήτη και τα νησιά των Κυκλάδων. Τα επόμενα χρόνια εγκαταστάθηκαν και Δωριείς από την Λακωνία στην Κρήτη, στην Θήρα (Σαντορίνη), στην Μήλο και στην Κνίδο. Οι Δωριείς άποικοι της περιοχής των Δωδεκανήσων και της Νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας, συνδέθηκαν με μία μορφή κοινοπολιτείας, την Δωρική Εξάπολη η οποία περιλάμβανε τις πόλεις Αλικαρνασσός, Κνίδος, Λίνδος, Ιαλυσός, Κάμειρος και Κως. Κέντρο των Δωριέων της Μικράς Ασίας ήταν ο ναός του Απόλλωνα στο ακρωτήριο Τριόπιο.
Μετά την ολοκλήρωση των μετακινήσεων των σκοτεινών χρόνων, οι Δωριείς, ταξινομημένοι σε πέντε φυλές (Υλλείς, Δυμάνες, Πάμφυλοι, Μακεδνοί και Ηπειρώτες) είχαν εξαπλωθεί σε ευρύτατη περιοχή στο γεωγραφικό χώρο της ηπειρωτικής Ελλάδας, της δυτικής Μικράς Ασίας και των στενών του Βοσπόρου, καθώς και στην κεντρική Μεσόγειο, από τη νότια Ιταλία και Σικελία μέχρι τις ακτές της σημερινής Λιβύης, όπως δείχνει ο παρακάτω πίνακας:

Μακεδνοί
Ηπειρώτες
Υλλείς
Πάμφυλοι
Δυμάνες
Ορέστες
Μακεδόνες
Ελιμιώτες
Μάγνητες
Άβαντες
Αφείδαντες
Χάονες
Βυλλίονες
Δέξαροι
Παραυαίοι
Θεσπρωτοί Κασσωπαίοι
Μολοσσοί
Σελλοί
Τυμφαίοι
Παρωραίοι
Αίθικες
Τάλαρες
Αθαμάνες
Αμφιλόχοι
Αργείοι
Κορίνθιοι
Μεγαρείς
Ρόδιοι
Κώοι
Αλικαρνασσείς
Λευκάδιοι
Άμβρακες

Κερκυραίοι
Συρακόσιοι
Γελώοι
Ακραγαντίνοι
Σελινούντιοι
Σπαρτιάτες
Κρήτες
Θηραίοι
Κυρηναίοι
Κνίδιοι
Ταραντίνοι
Μεσσήνιοι

4.4. Έναρξη χρήσης της αλφαβητικής γραφής


    Την ίδια περίοδο (από τον 11ο ως τον 9ο αιώνα) υιοθετήθηκε στην Ελλάδα η χρήση της αλφαβητικής γραφής, που έδωσε τη δυνατότητα αποτύπωσης της ελληνικής γλώσσας με τρόπο απλό και ευέλικτο. Σύμφωνα με μία άποψη, που βασίζεται σε μαρτυρίες του Ηρόδοτου και του Διόδωρου του Σικελιώτη, οι Έλληνες προσάρμοσαν το φοινικικό αλφάβητο στις ανάγκες της γλώσσας τους, προσθέτοντας τα διπλά σύμφωνα (Φ, Χ, Ξ, Ψ) και τα φωνήεντα, τα οποία ήταν εφεύρεση δική τους. Σύμφωνα με άλλες απόψεις, το ελληνικό αλφάβητο προήλθε από τη μυκηναϊκή γραμμική γραφή Β, μετά από συνδυασμό της συμφωνικής γραφής των Φοινίκων και της συλλαβικής γραφής της Κύπρου και με προσθήκη των διπλών συμφώνων και των φωνηέντων.

Η παλαιότερη επιγραφή της ελληνικής αλφαβητικής γραφής προέρχεται από μία οινοχόη που βρέθηκε στο Δίπυλο και χρονολογείται περί το 750-725π.Χ. Η δεύτερη αρχαιότερη υπάρχει σε ενεπίγραφο αγγείο, γνωστό ως ποτήρι του Νέστορα, χρονολογούμενο περί το 750-700 π.Χ. που βρέθηκε στην αποικία των Πιθηκουσών, όπου οι Χαλκιδείς και οι Ερετριείς εγκαταστάθηκαν εκείνα τα χρόνια, γεγονός που δικαιολογεί την άποψη ότι η χρήση της γραφής στις μητροπόλεις είχε αρχίσει παλιότερα πιθανώς από τον 9ο αιώνα.



4.5. Πολιτικοί θεσμοί


Το πολίτευμα που κυριαρχούσε κατά τη διάρκεια της Δωρικής Περιόδου ήταν η βασιλεία, που παρουσιάζεται ως ένα είδος φυλετικής οργάνωσης, όπου ο βασιλεύς προΐσταται μιας μεγάλης ομάδας ανθρώπων, που κατοικούν σε μεγάλους οικισμούς που δεν ονομάζονται ακόμη «πόλεις» αλλά «άστεα», που ήταν έδρα των θεσμών διοίκησης. Η «πόλις» είναι δημιούργημα της επόμενης περιόδου (μετά το 800 π.Χ.) και σχετίζεται με την κατάργηση της βασιλείας και την άσκηση της εξουσίας από τους ευγενείς, μετά από μία μακρόχρονη διαδικασία που ολοκληρώθηκε το πρώτο μισό του 7ου  π.Χ. αιώνα, όταν σχεδόν σε όλο τον ελληνικό κόσμο δεν υπήρχαν πλέον βασιλείς. Στο αξίωμα του «βασιλιά» (<βάσις + λεώς [= λαός] = στήριγμα του λαού) ήταν ενσωματωμένες τρεις εξουσίες: ήταν αρχηγοί του στρατού, είχαν ιερατικά καθήκοντα, απευθυνόμενοι εξ ονόματος της κοινότητας σε υπερβατικές δυνάμεις και επιπρόσθετα είχαν δικαστικά καθήκοντα με βάση το εθιμικό δίκαιο.

Στην άσκηση των καθηκόντων τους οι βασιλείς είχαν τη βοήθεια ενός συμβουλίου ευγενών, οι οποίοι στα ομηρικά έπη ονομάζονταν γέροντες, απ’ όπου προήλθε και η ονομασία «γερουσία» που χρησιμοποιούσαν στη Σπάρτη. Ο βασιλεύς των ομηρικών επών, στους σκοτεινούς αιώνες, συνομιλούσε και συναποφάσιζε με τους γέροντες για τα δημόσια θέματα. Με την πάροδο του χρόνου όμως οι ευγενείς, που είχαν ήδη εμπειρία στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων, άρχισαν να αμφισβητούν τη βασιλική εξουσία, η οποία σταδιακά εξασθένιζε, ενώ και οι ίδιοι αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερη ισχύ, αφού η αποτελεσματικότητά τους στη διοίκηση των κοινών και στον πόλεμο γινόταν διαρκώς εμφανέστερη.

Οι υπόλοιποι στρατεύσιμοι άνδρες αποτελούσαν την  «αγορά» (= συγκέντρωση του λαού, που αργότερα ονομάστηκε εκκλησία του δήμου), η οποία δεν ήταν επίσημα θεσμοθετημένη, αλλά τη συγκαλούσαν οι ευγενείς, όταν έπρεπε να ληφθεί απόφαση για κάποιο κρίσιμο ζήτημα. Η αγορά από τα ομηρικά έπη, όπου υπάρχει σχετική αναφορά στη ραψωδία β της Οδύσσειας, επιβίωσε ως την προκλασική πόλη. Η λήψη των αποφάσεων δια βοής επέζησε στην Απέλλα (<απελλάζω < από + είλλω [{ει>ε} = μαζεύω] = συνάγω, εκκλησιάζω) της Σπάρτης, ενώ και οι υπόλοιποι πολιτικοί θεσμοί της Δωρικής Περιόδου είναι πρόδρομες μορφές οργάνων διακυβέρνησης που έγιναν περισσότερο συγκεκριμένα στους επόμενους αιώνες.



4.6. Κοινωνική διαστρωμάτωση και οργάνωση


Η κύρια διαχωριστική γραμμή κοινωνικής διάκρισης ήταν αυτή που χώριζε τους ελεύθερους από τους δούλους που θεωρούνταν κατώτερα όντα. Η μετάπτωση από την μία κατάσταση στην άλλη μπορούσε να γίνει με αιχμαλωσία σε ένα πόλεμο, μετά την κατάληψη μιας πόλης ή σε μία μάχη, ή με απαγωγές από ναυτικούς, ενώ υπήρχαν και οικογενείς δούλοι. Στους σκοτεινούς αιώνες διαμορφώθηκε το σύστημα των ειλώτων και των πενεστών στη Σπάρτη.

Μία άλλη διαχωριστική γραμμή ήταν αυτή που χώριζε τους πολίτες από τους ξένους, τα εγχώρια μέλη μιας κοινότητας από τους παροίκους που προέρχονταν από άλλες περιοχές, οι οποίοι λίγο - πολύ υπάγονταν σε διαφορετικό νομικό καθεστώς. Η εξέλιξη των σχέσεων αυτών των δύο ομάδων έφτασε ως το σημείο να υπάρχουν διακρατικές συμφωνίες για ξένους την κλασική εποχή. Οι ξένοι προστατεύονταν τόσο από τη θρησκεία, εφόσον ήταν ικέτες, όσο και από το δίκαιο της φιλοξενίας. Στα ομηρικά έπη είναι έντονος ο θεσμός της ξενίας, φιλίας που δημιουργείται από τη φιλοξενία, η οποία συνεπάγεται αμοιβαίες υποχρεώσεις με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας.

Οι ελεύθεροι ήταν κοινωνικά και οικονομικά ιεραρχημένοι. Πρώτα οι θήτες ήταν όσοι κατείχαν λίγη ή καθόλου γη. Οι δημιουργοί ήταν οι ειδικευμένοι στην τέχνη της επεξεργασίας πολύτιμων υλών: μεταλλουργοί, κεραμείς, ξυλουργοί, βυρσοδέψες, αλλά και οι αοιδοί, οι μάντεις, οι κήρυκες και οι ιατροί. Οι θεράποντες, επιφανούς καταγωγής και οι ίδιοι, ήταν ακόλουθοι ή βοηθοί του βασιλιά ή άλλων ισχυρών προσώπων, ηνίοχοι και σύντροφοί τους στα συμπόσια. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού ήταν γεωργοί που ασχολούνταν με την καλλιέργεια της γης και χρησιμοποιούσαν το εισόδημά τους για τον οπλισμό, που αποκτούσαν με δικά τους έξοδα, και τη συντήρηση της οικογένειάς τους. Οι ευγενείς (που ονομάζονταν και «άριστοι») ήταν μία μικρή ομάδα ατόμων που αναλάμβαναν τη διακυβέρνηση, είχαν υπό την κατοχή τους μεγάλες εκτάσεις γης, αλλά είχαν έσοδα και από άλλες δραστηριότητες. Το ιδεώδες ενός ευγενούς εκφράζεται από το ομηρικό «έργων πρηκτήρ και λόγων ρητήρ», πολεμούσαν με άρματα και διακριτικά χαρακτηριστικά τους ήταν η ευγενής καταγωγή, την οποία ανήγαγαν σε θεούς και ήρωες, το αγωνιστικό φρόνημα με ανάλογα ιδεώδη, η κατοχή μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας, η καλλιέργεια του λόγου και η ενασχόληση με τη ρητορική.

Σε ό,τι αφορά την ιδιοκτησία της γης, στα ομηρικά έπη η κατάσταση φαίνεται ότι ήταν ίδια με αυτήν που επικρατούσε στην Πύλο, όπως συνάγεται από τις πινακίδες. Φαίνεται ότι η γη ήταν χωρισμένη στην καλλιεργήσιμη γη, ένα μέρος από την οποία ανήκε σε φυσικά πρόσωπα και ένα μεγάλο μέρος στο δήμο, και στην εσχατιά, που χρησίμευε για βοσκή, και ανήκε εξ ολοκλήρου στην κοινότητα. Σε μία εποχή πριν από την εφεύρεση του νομίσματος, όπου επικρατούσε ένας τύπος φυσικής, κτηματικής οικονομίας, μέσα ανταλλαγής και προσδιορισμού της αξίας των αντικειμένων, όπως προκύπτει από τα ομηρικά έπη, ήταν τα μέταλλα, είτε ως σκεύη είτε ως πρώτη ύλη, και τα ζώα, κυρίως τα βόδια.

Τα όπλα ήταν σε μεγάλο βαθμό ίδια με την προηγούμενη εποχή. Επιθετικά όπλα ήταν το ξίφος, το δόρυ, το τόξο και αμυντικά η περικεφαλαία, ο θώρακας και η ασπίδα.



4.7. Τέχνη, θρησκεία και αθλητικοί αγώνες


            Η Κάθοδος των Δωριέων προκάλεσε δυσκολίες και οπισθοδρόμηση σε όλες τις πλευρές της ζωής των κατοίκων της Ελλάδας, που είναι φανερή και στην κεραμική (ιδίως) τέχνη, που παρουσιάζεται κατώτερη από κάθε άποψη σε σύγκριση με την τέχνη της προηγούμενης περιόδου, και ονομάζεται γεωμετρική, επειδή κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η χρήση διακοσμήσεων με γεωμετρικά σχήματα (κυρίως ευθείες γραμμές, τρίγωνα, μαίανδροι, αγκυλωτοί σταυροί). Την εποχή αυτή γεννήθηκε και ο ελληνικός ναός, που αρχικά ήταν απομίμηση των πιο πλούσιων ανθρώπινων κατασκευών, των μεγάρων και των παλατιών. Οι ναοί ήταν κατασκευασμένοι κυρίως από ξύλο και άψητα τούβλα, αλλά από την περίοδο αυτή δεν έχει μείνει κανένας ολόκληρος, παρά μόνο απομεινάρια που αποκαλύφθηκαν από τις ανασκαφές, όπως ο ναός στο Θέρμο της Αιτωλίας, ο ναός της Όρθιας Άρτεμης στη Σπάρτη και ο ναός του Πρινιά στην Κρήτη.

            Σημαντικά στοιχεία της ζωής των ανθρώπων την εποχή εκείνη, ήδη από τα χρόνια των Αχαιών, είναι η διοργάνωση και η συμμετοχή σε Αθλητικούς Αγώνες και η ανάπτυξη της προφορικής παράδοσης της Επικής Ποίησης (ποίησης που περιέγραφε κατορθώματα θεών και ηρώων).

            Αθλητικοί αγώνες φαίνεται ότι διοργανώνονταν από τους Έλληνες από τα πολύ παλιά χρόνια με κάθε ευκαιρία, σε γιορτές, σε πανηγύρια και σε απλές υποδοχές ξένων. Μια τέτοια διοργάνωση αγώνων στη χώρα των Φαιάκων, περιγράφεται από τον Όμηρο στην Οδύσσεια, στην οποία πήρε μάλιστα μέρος και ο ίδιος ο Οδυσσέας, σε αγωνίσματα στίβου (δρόμου, ρίψεων, αλμάτων) και πάλης. Αναφέρεται ότι τους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες τους καθιέρωσε στην Ήλιδα ο ίδιος ο Ηρακλής (περί το 1220), όταν καθάρισε την περιοχή από τον Κόπρο του Αυγεία. Με την πάροδο του χρόνου οι Ολυμπιακοί αγώνες, επισημοποιήθηκαν και από το τέλος της περιόδου που εξετάζουμε (από το 776) άρχισαν να τηρούνται πλήρη πρακτικά όλων των αγώνων με όλα τα ονόματα των νικητών σε κάθε αγώνισμα (στίβος, πάλη και αρματοδρομίες). Παράλληλα την ίδια περίοδο, καθιερώθηκαν και άλλοι αγώνες πανελλήνιου χαρακτήρα, όπως τα Ίσθμια (στην Κόρινθο, παράλληλα με γιορτές προς τιμήν του θεού Ποσειδώνα), τα Νέμεα (στη Νεμέα, προς τιμήν του Διός που είχε εκεί ιερό) και τα Πύθια (στους Δελφούς, όπου υπήρχε ιερό του Απόλλωνα και το γνωστό Μαντείο). Οι Πανελλήνιοι αυτοί Αγώνες υπήρξαν ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας που σφυρηλάτησαν την κοινή εθνική συνείδηση των Ελλήνων, αποτελώντας τόπο συνάντησης ανθρώπων από όλες τις φυλές και όλη την Ελλάδα.



4.8. Τα Ομηρικά Έπη


            Τα πρώτα μικρά έπη απαγγέλλονταν στην Ελλάδα με συνοδεία κιθάρας, είτε από τον ίδιο τον ποιητή είτε από άλλον ειδικό στην επική απαγγελία. Αυτοί ήταν επαγγελματίες και λέγονταν αοιδοί (με τη σημερινή έννοια «τραγουδιστές»). Συνήθως μισθώνονταν στις αυλές των ηγεμόνων, όπου απολάμβαναν εξαιρετικές τιμές. Το έργο τους ήταν να ποικίλλουν τα συμπόσια των κυρίων τους απαγγέλλοντας επικά κομμάτια, που διάλεγαν οι ίδιοι ή υποδεικνύονταν από τους παριστάμενους. Πριν αρχίσει ο αοιδός, χτυπούσε για λίγο την φόρμιγγα (κιθάρα), για να γίνει σιωπή και να κανονίσει το ρυθμό της απαγγελίας. Τέλος άρχιζε να απαγγέλλει τους επικούς στίχους με την υπόκρουση του μουσικού οργάνου και με θερμή και εκφραστική φωνή με την οποία γοήτευε τους ακροατές του.

            Όσο τα έπη γίνονταν εκτενέστερα, οι αοιδοί εξέλεγαν ορισμένα μέρη απ’ αυτά και τα συνάρμοζαν με τη δική τους καλαισθησία. Όσοι απάγγελλαν με τον τρόπο αυτό, ονομάστηκαν ραψωδοί (από το ράπτω – ωδή, δηλαδή από τη συρραφή ωδών που έκαναν οι ίδιοι). Με τον καιρό εγκαταλείφτηκε εντελώς η χρήση μουσικού οργάνου στις επικές απαγγελίες και ο ραψωδός κρατούσε μόνο μικρή ράβδο για να κανονίζει το ρυθμό.

            Για πολλά χρόνια η ποίηση λειτουργούσε με τον τρόπο αυτό. Προς το τέλος της περιόδου αυτής, μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία ποιητικής πρακτικής, αναδείχτηκε μια μεγάλη ποιητική φυσιογνωμία, ο Όμηρος (<ομού + άρω = αρμόζω, συνάπτω, ράπτω), ο οποίος αναγνωρίζεται καθολικά όχι μόνο ως πατέρας της Ευρωπαϊκής ποίησης, αλλά και ως μία από σημαντικότερες προσωπικότητες της λογοτεχνίας όλων των εποχών. Αν δεχτούμε ως ακριβή, την πληροφορία του ιστορικού Ηρόδοτου (484 – 426) ότι ο Όμηρος έζησε 400 χρόνια πριν απ’ αυτόν, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Όμηρος άκμασε στο τέλος της περιόδου που εξετάζουμε (περί το 800). Γεννήθηκε (κατά την πιθανότερη εκδοχή) στη Σμύρνη ή στη Χίο και ήταν Ίωνας, γιος του Μαίονα (γι’ αυτό λέγεται Μαιονίδης) και της Κριθηίδας και πέθανε πιθανόν στην Ίο.

            Ο Όμηρος ήταν πιθανότατα και ο ίδιος ένας ραψωδός που χρησιμοποίησε στα έργα του προϋπάρχοντα στοιχεία από τη μέχρι τότε προφορική ποιητική παράδοση, που προέρχονταν από διάφορες εποχές του ελληνικού πολιτισμού. Είχε όμως τη θαυμαστή ικανότητα να συνενώσει σε συνεχή και τερπνή διήγηση δύο μεγάλα επικά θέματα, σε μία γλώσσα τεχνικά διαμορφωμένη, αποτελούμενη από αρχαιότερα γλωσσικά στοιχεία αλλά και από τύπους νεότερων ελληνικών διαλέκτων. Είναι γενικά αποδεκτό ότι η σύνθεση των επών σε ένα όλο, διαδικασία που συντελέστηκε πάνω στη βάση μίας μακρόχρονης προφορικής παράδοσης, έγινε προς το τέλος του 9ου αιώνα και ότι η Ιλιάδα συντέθηκε πριν από την Οδύσσεια. Η τοποθέτηση της Οδύσσειας σε χρονικό σημείο επόμενο της δημιουργίας της Ιλιάδας, στηρίζεται στην υπόθεση ότι στην Οδύσσεια έχουν ενσωματωθεί εμπειρίες της προαποικιακής δραστηριότητας που προηγήθηκε του δεύτερου  ελληνικού αποικισμού. Η Οδύσσεια, περιγράφοντας καταστάσεις μεταγενέστερες της Ιλιάδας, αποδίδει καλύτερα το μεταμυκηναϊκό χρονικό διάστημα.

            Στην Ιλιάδα, που κύριο θέμα της είναι η εξύμνηση του ηρωικού μεγαλείου, μέσα από την εξιστόρηση των τελευταίου έτους του Τρωικού Πολέμου, η δράση καλύπτει 51 ημέρες, ως εξής:

            Ραψωδία Α: Η μήνις του Αχιλλέα

            Ραψωδίες Β – Θ : Μάχες χωρίς τον Αχιλλέα

            Ραψωδία Ι : Πρεσβεία στον Αχιλλέα για επάνοδο

            Ραψωδίες Κ – Τ: Μάχες με τον Πάτροκλο

            Ραψωδίες Υ – Ω : Επάνοδος Αχιλλέα στις μάχες μέχρι την

      ταφή του Έκτορα.

            Στη σύνθεση υπάρχει ενότητα που έγκειται στην οργή του Αχιλλέα, τον τρόπο γέννησής της, τις κύριες φάσεις της, τα αποτελέσματά της και τον τρόπο κατευνασμού της. Κατά την εξιστόρηση του θέματος χρησιμοποιούνται, με εντυπωσιακή λαμπρότητα και ζωντάνια, μαγικό διάκοσμο και σοφή αναλογία, αφηγήσεις του ποιητή, περιγραφές μαχών, διάλογοι των ηρώων και αγορεύσεις των ηγεμόνων στις συνελεύσεις του στρατού, από τις οποίες αναδεικνύονται οι γενναιόφρονες και ορμητικοί χαρακτήρες των ηρώων, ο καθένας από τους οποίους εξαίρεται για ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ως εξής:

Ο Αχιλλέας για τη νεανική παραφορά και την ευγενική υπερηφάνεια,

Ο Αγαμέμνονας για το βασιλικό μεγαλείο,

Ο Οδυσσέας για την οξυδέρκεια και τη σταθερότητα συνοδευόμενη από σκέψη,

Ο Διομήδης για την ορμητική ανδρεία και την πολιτική ευφυΐα,

Ο Αίας ο Τελαμώνιος για την επιμονή και το θάρρος του,

Ο Νέστορας για την μετριοπάθεια και τη σωφροσύνη του,

Ο Έκτορας για την υποταγή του εαυτού του στο καθήκον και στο συναίσθημα τιμής.

Ο Πρίαμος για τη σεβάσμια γαλήνη της εγκαρτέρησής του.

            Στην Οδύσσεια, που αντικατοπτρίζει την τάση για κατάκτηση του αγνώστου και υποδηλώνει το όνειρο για μακρινές περιπέτειες, η υπόθεση εκτυλίσσεται σε 40 ημέρες σε τρία μέρη, ως εξής:

Εισαγωγή, Ραψωδία α : Συνέλευση των θεών για τον Οδυσσέα

Μέρος Α΄, Ραψωδίες β – δ : Αναζητήσεις Τηλεμάχου για τον Οδυσσέα 

Μέρος Β΄, Ραψωδίες ε – μ : Διηγήσεις Οδυσσέα ενώπιον των Φαιάκων

Μέρος Γ’, Ραψωδίες ν – ω : Επάνοδος και εκδίκηση του Οδυσσέα.

            Στη σύνθεση υπάρχει θαυμαστή ενότητα, που έγκειται στη διακαή επιθυμία του ήρωα για παλιννόστηση. Παρουσιάζονται οι εμφανιζόμενες δυσχέρειες που την αναβάλλουν ή την καθιστούν προβληματική, καθώς και οι προσπάθειες με τις οποίες κατορθώνεται η υπερνίκησή τους. Υπάρχει δραματική συμπύκνωση με τις παρεμβαλλόμενες διηγήσεις από τις οποίες πληροφορούμαστε προηγούμενες φάσεις της υπόθεσης.

            Στη διάρκεια της αφήγησης γίνεται με τρόπο έξοχα γλαφυρό αναπαράσταση των ηθών, με εξιστόρηση απλοϊκών συνομιλιών και με παράθεση άπειρων λεπτομερειών της καθημερινής ζωής και με υπέροχα ηθικά διδάγματα, όπως η θερμή φιλοπατρία, το θάρρος, η συνέπεια, η επιμονή και η υπομονή σε αντιξοότητες και κινδύνους, η ολόψυχη αφοσίωση στην οικογενειακή ζωή και τη συζυγική πίστη και ο στιγματισμός της αδικίας.

            Πολλά από τα καλολογικά, υφολογικά και συνθετικά ευρήματα του Ομήρου έχουν παραμείνει μνημειώδη υποδείγματα λογοτεχνικής γραφής για όλους τους μετέπειτα αιώνες μέχρι σήμερα. Ανάμεσα σ’ αυτά πρέπει να σημειωθούν ιδιαίτερα οι αστραφτερές παρομοιώσεις του, το πάθος του για δημιουργία φανταχτερών σύνθετων λέξεων (ιδίως επιθέτων), η αγάπη του για τη λεπτομέρεια, η χρήση εναλλαγών του υποκειμένου της αφήγησης (από πρώτο σε τρίτο και αντίστροφα) και η χρήση αναδρομικών παρουσιάσεων γεγονότων του παρελθόντος μέσα από αναπολήσεις ή αναμνήσεις των ηρώων του.



4.9. Άλλοι σύγχρονοι λαοί


4.9.1. Το κράτος της Αιγύπτου (1069-732/4000-30 π.Χ.)


Στην Αίγυπτο μετά την κατάρρευση του Νέου Βασίλειου (1550 – 1069) με πρωτεύουσα τη Θήβα, στη διάρκεια της Τρίτης Ενδιάμεσης Περιόδου (1069-732) επικράτησε αναρχία, εξαιτίας ποικίλων κοινωνικών ανταγωνισμών, που οδήγησαν σε διάσπαση της κρατικής εξουσίας, που οδήγησε σε κατάκτηση της χώρας από τους Λίβυους, Αιθίοπες και Ασσύριους. Το εμπόριο σημείωσε πρόοδο, αλλά η κυριαρχία της ιερατικής αριστοκρατίας ήταν πλήρης και το 1/5 της γης ανήκε σε ναούς. Διάκριση της ιστορικής πορείας σε περιόδους μπορεί να γίνει ως εξής:

-1069-732 Τρίτη Ενδιάμεση Περίοδος:

-1069-945, 21η Δυναστεία της Αιγύπτου, η λεγόμενη Τανιτική, κατά τη διάρκεια της οποίας η Βόρεια Αίγυπτος, όπου πρωτεύουσα ήταν η Τανίς στο Δέλτα του Νείλου, χώρισε από τη Νότια, όπου με πρωτεύουσα τη Θήβα βασίλευαν ιερείς. Οι φαραώ της Τανίδας ήταν οι εξής:

Σμένδης (Nesbanebdjed I) 1069-1043

Αμενεμνισού (Amenemnisu) 1043-1039

Ψυσένης Α (Psusennes I) 1039-991

Αμενεμοπέ (Amenemope) 991-984

Οσορκόν ο πρεσβύτερος (Osorkon the Elder) 984-978

Σιαμούν (Siamun) 978-959

Ψυσένης Β (Psusennes II) 959-942

-945-732, 22η Δυναστεία της Αιγύπτου, η λεγόμενη Λιβυκή, κατά τη διάρκεια της οποίας ενθρονίστηκαν Λίβυοι Φαραώ, και πρωτεύουσα ήταν η Βούβαστις (<βους + βαστώ [=φέρω, σηκώνω {<βάσις + τάσσω}] = τόπος που έχει βόδια) στο Δέλτα του Νείλου. Ο φαραώ Σεσόνκ Α όρισε το γιο του αρχιερέα του Άμμωνα-Ρα επανενώνοντας τη χώρα. Οι Λίβυοι Φαραώ υιοθέτησαν τη θεά Μπαστ ως κρατική θεότητα και προσπάθησαν να τη συγχωνεύσουν με τη Σεκμέτ, οικοδομώντας ιερό της Μπαστ στη Θήβα:

Σεσόνκ Α (Sheshonk A) 945-924

Οσορκόν Α (Osorkon I) 924-889

Σοσένκ Β (Shoshenq II) 889

Τακελότ Α (Takelot I) 889-874

Χαρσιέσης (Harsiese) 874-862

Οσορκόν Β (Osorkon II) 862-834

Σοσένκ Γ (Shoshenq III) 834-795

Σοσένκ Δ (Shoshenq IV) 795-782

Παμί (Pami) 782-776

Σοσένκ Ε (Shoshenq V) 776-740

-750-732, 23η και 24η Δυναστεία Αιγύπτου, για τις οποίες δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες.

Οσορκόν Δ (Osorkon IV) 740-720

-732-672 Νουβιανή Περίοδος

-672-525 Σαϊτική Περίοδος

-525-331 Περσική Περίοδος

(εξετάζονται στο επόμενο κεφάλαιο όπου ανήκουν χρονικά).



4.9.2. Το κράτος της Φοινίκης (1100-539)


            Την εποχή αυτή συνεχίστηκε η θαλασσοκρατορία των Φοινίκων που μετά τις πόλεις Ουγκαρίτ, Βύδο, Άραδο, Βύβλο και Σιδώνα (1600 – 1100) έφτασε στο απόγειό της κατά την εποχή της κυριαρχίας της Τύρου (1100 – 800, <Τύρσις, Τύρρις > γαλ. Τουρ, Τορίνο = πύργος),. Στο διάστημα αυτό οι Φοίνικες απαλλάχτηκαν από την αιγυπτιακή επιρροή και αναπτύχθηκαν σε αποικίες σε όλη της Μεσόγειο, παράλληλα με τον Α Αποικισμό των Ελλήνων που κύριο προορισμό, στη φάση αυτή, είχε τη Μ.Ασία. Οι φοινικικές πόλεις είχαν όλες εξαίρετα λιμάνια και ισχυρές οχυρώσεις. Τα πλοία τους ήταν διάσημα για την ισχυρή κατασκευή και τον πολεμικό εξοπλισμό τους με έμβολα για προσβολή αντίπαλων πλοίων και δύο σειρές κουπιών (διήρεις). Την εποχή αυτή μία αποστολή τους επισκέφτηκε τη δυτική ακτή της Αφρικής, πέρα από το Γιβραλτάρ και αργότερα (περί το 600 π.Χ.) μία άλλη έκανε τον πλήρη γύρο της Αφρικής επιστρέφοντας στη Φοινίκη από την Ερυθρά Θάλασσα.

Οι σημαντικότεροι βασιλείς της Φοινίκης, την περίοδο αυτή, με έδρα την Τύρο από τα χρόνια του Βάαλ Α, ήταν οι: Αμπι-Μιλκού (Abi-Milku 1350-1335), Αρίβας (Aribas 1230), Βάαλ-Τερμέγκ (Baal-Termeg 1220), Βάαλ Α (Baal Ι 1193), Πουμέι (Pummay 1163-1125), Αριβαάλ (Aribaal 993-981), Χιράμ Α ο Μέγας (Hiram Ι 970-936), Βαάλ-Εσέρ (Baal-Eser I 947-930), Αβδάσταρτος (Abdastartus 929-921), Άσταρτος (Astartus 920-901), Δελεάσταρτος (Deleastartus 900-889), Αστάρυμος (Astarymus 888-880), Ιθωβαάλ (Ithobaal I 878-847, του οποίου η κόρη Ζεζεμπέλ- Jezebel παντρεύτηκε τον Αχάβ του Ισραήλ το 875), Βαάλ-Εσέρ Β (Baal-Eser II 846-841), Ματτάν Α (Mattan I 840-832), Πυγμαλίων (831-785), Ιθωβαάλ Β (Ithobaal II 750-739), Χιράμ Β (Hiram II 739-730), Ματτάν Β (Mattan II 730-729), Ελουλαίος (Elulaios 729-694), Αμπντ-Μελκάρθ (Abd-Melqart 694-680), Βαάλ Β (Baal ΙI 680-660), Ιθωβαάλ Γ (Ithobaal III 591-573), στα χρόνια του οποίου η Τύρος υποτάχτηκε στους Βαβυλώνιους, για να επακολουθήσει, το 539, υποταγή στους Πέρσες μαζί με τη Βαβυλώνα.

            Οι αποικίες των Φοινίκων απλώθηκαν σε όλο το μήκος της βόρειας ακτής της Αφρικής δυτικά των αφρικανικών Σύρτεων της σημερινής Λιβύης (πόλεις Αδραμητός, Θάψος, Καρχηδών) και στη Σαρδηνία (πόλεις Θάρρος, Καραλίς, Νόρα). Από εκεί επεκτάθηκαν στη Σικελία (πόλεις Πάνορμος και Μότυα) και την Ιβηρική χερσόνησο όπου δημιούργησαν τα Γάδειρα και τη Μάλακα. Στον ελληνικό χώρο επωφελούμενοι από τις γεωλογικές αναστατώσεις του Αιγαίου μετά την κατάρρευση της θαλασσοκρατορίας των Αχαιών, επεκτάθηκαν στα νησιά του Αιγαίου, αρχικά ανατολικά της Κρήτης όπου έκτισαν την Ίτανον, για αναζήτηση κοχυλιών πορφύρας που αποτελούσε την πρώτη ύλη βαφικής των πορφυρών υφασμάτων που παρήγαγαν στη Σιδώνα και την Τύρο. Αποικίες τους στην Κύπρο ήταν το Κίτιο, το Κούριο, το Μάριο, η Αμαθούντα, που έγιναν σπουδαία θρησκευτικά κέντρα, καθώς και η Τάμασσος κοντά σε αρχαία μεταλλεία χαλκού. Οι αποικίες αυτές παρέμειναν φοινικικές περισσότερο από οκτώ αιώνες.

Σπουδαιότερη αποικία τους αναδείχτηκε στα επόμενα χρόνια η Καρχηδόνα, που φέρεται να ιδρύθηκε το 814 π.Χ. από Χαναναίους εκπατρισθέντες αριστοκράτες, οι οποίοι, σύμφωνα με την παράδοση ακολούθησαν τη Διδώ, κόρη του βασιλιά Μάτταν Α και αδερφή του μετέπειτα βασιλιά Πυγμαλίωνα, ο οποίος δολοφόνησε τον σύζυγό της και κατέλαβε το θρόνο της Τύρου. Η Διδώ, παρέλαβε τους θησαυρούς του νεκρού συζύγου της και επιβιβάσθηκε μαζί με μερικούς αφοσιωμένους της Τυρίους και δούλους της σε ένα πλοίο, που τους μετέφερε στη Νουμιδία, στις ακτές της Λιβύης. Εκεί ο βασιλεύς Ιάρβας αρχικά αρνήθηκε να τους δεχτεί ως αποίκους, όταν όμως η Διδώ του πρόσφερε πλούσια δώρα δέχθηκε, υπό τον όρο η πόλη που θα έκτιζαν να καταλαμβάνει έκταση όση ένα τομάρι βοδιού. Η πανέξυπνη Διδώ τότε έκοψε το τομάρι σε πολύ στενές λωρίδες και, ενώνοντας τη μία με την άλλη, περικύκλωσε τόσο χώρο, ώστε της έφθασε να κτίσει την Καρχηδόνα και την ακρόπολή της Βύρσα (βύρσος = δέρμα, τομάρι). Ο Ιάρβας τότε τη ζήτησε σε γάμο, η Διδώ όμως, πιστή στη μνήμη του συζύγου της, αρνήθηκε. Κατά την εκδοχή αυτή, για να αποφύγει τις συνέπειες από τον βάρβαρο βασιλιά, ανέβηκε σε μια πυρά και αυτοκτόνησε με ένα μαχαίρι. Μετά το θάνατό της τιμήθηκε ως θεά και ο ναός της κτίσθηκε στο λιμάνι της Καρχηδόνας.

Η Καρχηδόνα από αποικία των Φοινίκων εξελίχθηκε στη συνέχεια σε μητρόπολη αποικιών και κέντρο επικυριαρχίας. Για τη διατήρηση των αποικιών της συντηρούσε αρκετά αξιόλογες στρατιωτικές δυνάμεις υπό ικανούς αρχηγούς. Η στρατιωτική όμως αυτή εξάρτηση των αποικιών τις εμπόδισε να εξελιχθούν σε αξιόλογες πόλεις και έτσι είχαν μορφή εμπορικών πρακτορείων, που έκαναν επιδρομές στη Σικελία, Κορσική, Σαρδηνία, Βαλεαρίδες, στις ισπανικές ακτές, και στις ακτές της Β. Αφρικής καταλαμβάνοντας τις περισσότερες φορές παλαιότερες ελληνικές αποικίες και κάποιες φοινικικές και προκαλώντας σφαγές των κατοίκων και καταστροφές των πόλεων.



4.9.3. Το κράτος του Ισραήλ (1051-535)


Οι Φοίνικες διατηρούσαν καλές σχέσεις με τους Εβραίους που ζούσαν επίσης στη Χαναάν, από την εποχή που τους οδήγησε εκεί ο Μωυσής και ο διάδοχός του Ιησούς του Ναυί (περί το 1250). Εκεί οι Εβραίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους Παλαιστίνιους (Φιλισταίους) και αναγκάστηκαν να ορίσουν βασιλιά τον Σαούλ (1051-1007) για να ηγηθεί στον πόλεμο που ξέσπασε μεταξύ τους. Ήρωας του πολέμου αυτού αναδείχτηκε ο Δαυίδ, γιος του Ιεσσαί, που ακολούθησε στο θρόνο τον Ισμποσέτ (1007-1005), διάδοχο του Σαούλ, έκανε πρωτεύουσα του κράτους την Ιερουσαλήμ και βασίλεψε στο διάστημα 1000-967. Στα χρόνια του διαδόχου του Σολομώντα (967-931), που διατήρησε στενή φιλία με τον Χιράμ Α (970-936) βασιλιά των Φοινίκων στην Τύρο, οικοδομήθηκε με τη συνδρομή φοινίκων αρχιτεκτόνων, ο εβραϊκός Ναός της Ιερουσαλήμ, με στρογγυλές κολόνες από συμπαγή χαλκό στην είσοδο, του οποίου η αρχιτεκτονική μορφή επηρεάστηκε από τα σχέδια των ναών που κατασκευάζονταν μέχρι την εποχή εκείνη στην Χαναάν. Στα χρόνια αυτά στερεώθηκε ένα πολίτευμα ελέω θεού μοναρχίας, με έντονες κοινωνικές ανισότητες, οφειλόμενες στην ισχυρή γαιο-δουλοκτητική τάξη και το παντοδύναμο ιερατείο.

Μετά το θάνατο του Σολομώντα, την εποχή των προφητών (937-587, προφήτες Ηλίας ~850, Ελισαίος ~800, Ησαΐας 740-680 και Ιερεμίας ~660), που χαρακτηρίζεται από έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια εξαιτίας των σκληρών οικονομικών συνθηκών, παρά την ανάπτυξη του εμπορίου, το κράτος διασπάστηκε σε δύο βασίλεια (Ισραήλ και Ιούδα). Βασιλείς στο κράτος του Ιούδα την περίοδο αυτή ήταν οι:

Σολομών 967-931 (1)

Ροβοάμ 931-913 Ιούδα (2)

Αβιά 913-911 Ιούδα (3)

Ασά 911-870 Ιούδα (4)

Ιωσαφάτ 870-848 Ιούδα (5)

Ιωράμ 848-841 Ιούδα (6)

Οζίας του Αμαζία 767-740 Ιούδα (7)

Ιωάθαμ του Οζία 740-732 Ιούδα (8)

Αχάζ του Ιωάθαμ 732-716 Ιούδα (9)

Εζεκίας 716-687 Ιούδα (10)

Μανασσής 687-643 Ιούδα (11)

Αμών 643-641 Ιούδα (12)

Ιωσίας 641-609 Ιούδα (13) και

Ιεχονίας 598 Ιούδα (14).

Αντίστοιχα στο κράτος του Ισραήλ βασίλεψαν οι:

            Ιεροβοάμ 931-910 Ισραήλ

Ναδάβ 910-909 Ισραήλ

Βαασά 909-886 Ισραήλ

Ελάχ 886-885 Ισραήλ

Ζιμρί 885 Ισραήλ

Ομρί 885-874 Ισραήλ

Αχάβ 875-853 Ισραήλ και Ζεζεμπέλ από τη Φοινίκη

Αχαζία 853-852 Ισραήλ

Ιωράμ 852-841 Ισραήλ

Ιεχού (Ιηού) 841-814 Ισραήλ

Ιωσαφάτ 814 Ισραήλ

Ιωαχάζ 814-798 Ισραήλ

Ιωάς 798-782 Ισραήλ

Ιεροβοάμ Β 782-753 Ισραήλ

Ζαχαρίας 753 Ισραήλ

Σαλούμ 752 Ισραήλ

Μεναχέμ 752-742 Ισραήλ

Πεκαχίας 742-740 Ισραήλ

Πεκάχ 740-732 Ισραήλ

Χοσέα 732-722 Ισραήλ.

Το 722 το βασίλειο του Ισραήλ καταλύθηκε από τους Ασσύριους. Το βασίλειο του Ιούδα εξακολούθησε να υπάρχει επί δύο αιώνες ακόμα με τελική κατάληξη την Αιχμαλωσία Βαβυλώνας (587-538), κατά την οποία το κράτος υποτάχθηκε στους Βαβυλώνιους του Ναβουχοδονόσορα, που μετέφεραν και κράτησαν επί πενήντα χρόνια αιχμάλωτους στη Βαβυλώνα τους περισσότερους εύπορους γαιοκτήτες, τους βιοτέχνες και αρκετούς από το φτωχό λαό των Εβραίων. Η αιχμαλωσία τερματίστηκε το 538, όταν οι Πέρσες κατέλαβαν τη Βαβυλώνα και εγκατέστησαν εκεί τη δική τους κυριαρχία. Το 536 οι Εβραίοι επέστρεψαν στη Χαναάν, στα πλαίσια της ονομαζόμενης Μετοικεσίας Βαβυλώνας, και έζησαν εκεί υπό περσική κατοχή, αλλά σε καθεστώς ημιαυτονομίας με δικούς τους υποτελείς βασιλείς με πρώτο τον Ζοροβαβέλ (535-;). 



4.9.4. Τα Νεοχεττιτικά βασίλεια (1178-717)


Μετά την κατάλυση του βασιλείου των Χετταίων από τις επιδρομές των «Λαών της Θάλασσας» το 1178 οι απόγονοι των Χετταίων εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Συρίας, στην Καππαδοκία και την Κιλικία, δημιουργώντας τα Νεοχεττιτικά βασίλεια. Οι νεότεροι απόγονοι των Χετταίων αναφέρονται και από τη Βίβλο, ενώ είναι ιστορικά γνωστοί ως Νεοχετταίοι ή Συροχετταίοι. Τα Νεοχεττιτικά βασίλεια καταλύθηκαν από τους Ασσυρίους σταδιακά (τον 9ο-8ο αιώνα π.Χ.). Οι ασσυριακές κατακτήσεις ξεκίνησαν στις αρχές του 9ου αιώνα π.Χ. με τον βασιλιά Ασουρνασιρπάλ Β΄, ο οποίος κατέλαβε το βασίλειο του Παττίν στα παράλια της βόρειας Συρίας, στη θέση όπου αργότερα ο Σέλευκος έχτισε την πρωτεύουσα του βασιλείου του Αντιόχεια. Ο γιος και διάδοχος του Σαλμανασέρ Γ΄ αντιμετώπισε ένα συνασπισμό εναντίον του από Αιγυπτίους, Ισραηλίτες και Αμμωνίτες, υπό την ηγεσία του Νεοχιττίτη βασιλιά της Δαμασκού Ανταντεζέρ, τους οποίους συνέτριψε στη Μάχη του Καρκάρ (853 π.Χ.), και μετά το θρίαμβό του κατέλαβε τα περισσότερα από τα Νεοχεττιτικά βασίλεια, όπως το Ταμπάλ (Καππαδοκία), το Κουί (Κιλικία), και τα δύο μεγαλύτερα του Αμάθ και του Χαταρίκα Πουχούτι στη Συρία. Ο Ασσύριος βασιλεύς Τιγκλάθ Πιλεσέρ Γ΄ κατέλαβε το βασίλειο του Αρπάντ στο Χαλέπι (740 π.Χ.) ύστερα από τρία χρόνια πολιορκίας. Τελευταίο παρέμεινε το μεγαλύτερο βασίλειο του Καρχεμίς, που καταλήφθηκε από τον Ασσύριο βασιλιά Σαργών Β΄ το 717 π.Χ. Μετά την κατάληψη όλων των Νεοχεττιτικών βασιλείων από τους Ασσυρίους, οι απόγονοι τους ενσωματώθηκαν με τους γηγενείς πληθυσμούς. Εικάζεται ότι πληθυσμοί της σημερινής Τουρκίας στην Καππαδοκία είναι απόγονοι των Χετταίων, ενώ ανατολικότερα συνεχιστές τους είχαν τους Αλιζώνες (<Χαλυβώνες) ή Αλαρόδιους ή Ουραρτού (<Αραράτ), οι οποίοι με το όνομα Αρμένιοι έφτασαν σε αξιοπρόσεκτη ακμή σε επίπεδο οργανωμένου κράτους αρκετά αργότερα (570 π.Χ. – 12 μ.Χ.).



4.9.5. Το κράτος της Ασσυρίας (912-705/2600-605)


Το κράτος της Ασσυρίας συνέχισε τη μακρόχρονη ιστορική παρουσία του μετά από μια σκοτεινή περίοδο παρακμής που κράτησε 144 χρόνια (1056-912). Μετά τον Ασουρντάν Β (935-912), ιδρύθηκε η Νέα Αυτοκρατορία (921-605) κατά τη διάρκεια της οποίας το ασσυριακό κράτος γνώρισε νέα μεγάλη εδαφική επέκταση προς τα πλουτοφόρα μεταλλεία χαλκού της Φοινίκης και του Ισραήλ, που συνοδευόταν από λεηλασίες των κατακτημένων λαών, μετά από πλήρη επικράτηση της στρατιωτικής, ιερατικής και αστικής αριστοκρατίας..

Ιδρυτής της Νέας' Ασσυριακής Αυτοκρατορίας ήταν ο Αντάντ Νιραρί Β' (911-891), εγγονός του Ασουρνασιρπάλ Β΄, που έκανε τις πρώτες κατακτήσεις διαλύοντας με την βοήθεια των Κιμμερίων το κράτος των Φρυγών στην Μικρά Ασία. Ο γιος του Ασουρνασιρπάλ Σαλμανασέρ Γ΄ θεωρείται ο κορυφαίος βασιλεύς της Ασίας τον 9ο αιώνα π.Χ. Συντρίβοντας συνασπισμό εναντίον του στην μάχη του Καρκάρ (853 π.Χ.) κατέλαβε το Ισραήλ, την Συρία και την Βαβυλώνα, και είναι γνωστός από τον κύλινδρο του Σαλμανασέρ που παρουσιάζει τον βασιλιά του Ισραήλ Ιηού (841-814) να υποκλίνεται μπροστά του. Με τους απογόνους του Σαλμανασέρ ακολούθησε προσωρινή παρακμή ως την εποχή του σφετεριστή βασιλιά Τιγκλάθ Πιλεσέρ Γ΄ (745-727) ο οποίος κατέλαβε τα υπόλοιπα νέο - Χεττιτικά βασίλεια της Ασίας όπως το Αρπάντ, νίκησε τους Ουραρτού και αναδιοργάνωσε τον Ασσυριακό στρατό, εξοπλίζοντας τον με αιχμαλώτους πολέμου και έκανε τέλος τον βασιλιά του Ιούδα Οζία υποτελή του.

Η νεώτερη και πιο ένδοξη περίοδος της Νέας Ασσυριακής Αυτοκρατορίας και ολόκληρης της Ασσυριακής ιστορίας ξεκινά με τον Σαργών Β' (722-705) για τον οποίο δεν έχει ξεκαθαριστεί αν ήταν γιος του Τιγκλάθ Πιλεσέρ Γ' ή σφετεριστής. Ο ίδιος και οι απόγονοι του μετέτρεψαν την Ασσυρία σε κοσμοκράτειρα ως την κατάληψη της από την Βαβυλώνα.



4.9.6. Το κράτος της Βαβυλωνίας (1155-705/1894-538)


Η Κασσιτική Περίοδος του κράτους της Βαβυλώνας έληξε μετά από δύο ήττες των Κασσιτών βασιλέων Ζαμπαμπά-σουμά-ιντίν ~1158, που ηττήθηκε από τον Σουτρούκ-Ναχουντέ του Ελάμ και Ενλίλ-ναντίν-αχί (1157—1155), που νικήθηκε από τον Κουτίρ-Ναχουντέ Β του Ελάμ.

Μετά τις ήττες αυτές οι Ελαμίτες προερχόμενοι από το Ιράν κυριάρχησαν στη Βαβυλωνία, και ύστερα από αυτά οι Κασσίτες ανατράπηκαν στην Βαβυλώνα από μια τοπική δυναστεία της Ισίν την 5η δυναστεία της Βαβυλώνας.. Οι βασιλείς της Βαβυλωνίας της περιόδου αυτής ήταν οι ακόλουθοι:

-1155-705: Πέμπτη Δυναστεία της Βαβυλώνας (της Ισίν): Ο βασιλεύς της 5ης δυναστείας Ναβουχοδονόσορ Α΄ (1126-1103) ελευθέρωσε ολοκληρωτικά την Βαβυλώνα από τους Ελαμίτες και λεηλάτησε τα Σούσα μεταφέροντας πίσω τα πολύτιμα κλοπιμαία όπως το άγαλμα του Μαρδούκ και την στήλη του Χαμουραμπί. Για την επόμενη περίοδο δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, φαίνεται όμως ότι δημιουργήθηκαν συμμαχίες του Ελάμ με την Βαβυλώνα για να αντιμετωπιστεί η υπερδύναμη της Ασσυρίας. Ένας βασιλεύς της Βαβυλώνας ο Μαρ μπιτί απλά ουσούρ (985-979) ήταν ελαμικής καταγωγής. Βασιλείς της περιόδου ήταν οι εξής:

Μαρντούκ-καμπίτ-αχχεσού 1153-1146,

Ιττί-Μαρντούκ-μπαλατού 1146-1132,

Ναβουχοδονόσωρ Α (Nebuchadnezzar I) 1126-1103

Μαρντούκ-ναντίν-αχχέ 1100-1082,

Μαρντούκ-σαπίκ-ζερί 1082-1069,

Αντάντ-απλά-ιντινά 1069-1046

Μαρντούκ-ζερ-X 1046-1033,

Ναμπού-σουμ-λιμπούρ 1033-1025,

Σιμπάρ-σιπάκ 1025-1008        ,

Μαρ-μπιτί-απλά-ουσούρ 985-979, Ελαμίτης,

Εουλμά-σακίν-σουμί 1004-987,

Ναμπού-μουκίν-απλί 979-943

Σαμάς-μουνταμμίκ c.920-900,

Μαρ-μπιτί-αχχέ-ιντινά 943-c.920

Ναμπού-σουμά-ουκίν 900-888,

Ναμπού-απλά-ιντίνα 888-855

Μαρντούκ-ζακίρ-σουμί Α 855-819,

Μαρντούκ-μπαλασού-ικμπί 819-813,

5 βασιλείς 811-c.800

Νινουρτά-απλά-X c.800-c.790,

Μαρντούκ-μπλε-ζερί c.790-c.780,

Μαρντούκ-απλά-ουσούρ c.780-769

Εριμπά-Μαρντούκ 769-761,

Ναμπού-μουκίν-ζερί, 732-729,

Μαρντούκ Απαλιντινά 722-710 (Merodach-Baladan).

Η Ελαμική περίοδος έληξε με την επικράτηση των Ασσυρίων μετά από αλλεπάλληλους πολέμους, που προκάλεσαν εξάντληση των παραγωγικών τάσεων.

-705-626: Ασσυριακή Περίοδος.

-626-538: Χαλδαϊκή Περίοδος.

(εξετάζονται στα επόμενα κεφάλαια όπου ανήκουν χρονικά).



4.9.7. Το κράτος του Ελάμ (1100-616/3200-616)


Η χώρα του Ελάμ στη θέση του σημερινού Χουζιστάν, όπου και η αρχαία Σουσιανή, περιοχή της νοτιοδυτικής Περσίας, μετά την αρχική Πρωτοελαμκή περίοδο (3200-2700), κατά την οποία σχηματίστηκαν οι πρώτες συναθροίσεις κατοίκων στην περιοχή, διήλθε τρεις ιστορικές περιόδους ως εξής:

-2700-1600 Παλαιά Ελαμκή περίοδος: Σχηματισμός του κράτους.

-1600-1100 Μέση Ελαμική περίοδος: Μέγιστη ακμή του κράτους.

-1100-616 Νέα Ελαμική περίοδος

Κατά την νέα Ελαμική περίοδο εμφανίστηκε ενός λαός στα οροπέδια του Ιράν που μιλούσε την Ινδοευρωπαική γλώσσα, τον οποίο οι Ασσυριακές πηγές από το 800 π.Χ. ονόμαζαν «ισχυρούς Μήδους». Ανάμεσα στις φυλές των Μήδων υπήρχε η φυλή των Παρσί στις όχθες της λίμνης Ουρμιά, που καταγράφονται για πρώτη φορά το 844 π.Χ. και τον 7ο αιώνα π.Χ. ήταν υποτελείς των Ασσυρίων. Συμμάχησαν με τον σφετεριστή βασιλιά της Βαβυλώνας Μαρδούκ απλά Ιντινά Β' (722-710) στην επανάστασή του εναντίον του βασιλιά της Ασσυρίας Σαργκόν Β΄ (722 π.Χ.), και παρέμειναν σύμμαχοι του Μαρδούκ απλά Ιντινά Β' ως την εποχή που η Βαβυλώνα ανακαταλήφθηκε από τον Σαργκόν Β (το 710 π.Χ.). Ο γιος του Σαργκόν Β Σεναχερίμπ (705-681) συνέτριψε οριστικά τον Μαρδούκ απλά Ιντινά Β' (το 702 π.Χ.) και ο σφετεριστής Χαλδαίος βασιλεύς κατέφυγε στο Ελάμ όπου παρέμεινε επικηρυγμένος από τον Ασσύριο βασιλιά ως το θάνατο του. Οι Ελαμίτες κατέλαβαν την Βαβυλώνα (το 694 π.Χ.) δολοφονώντας τον βασιλιά Ασούρ ναδίν σουμί (700-694) γιό του Σεναχερίμπ, που είχε τοποθετηθεί στην θέση αυτή από τον πατέρα του και τοποθέτησαν βασιλιά τον Νεργκάλ ουσεζίμπ (694-693) που αιχμαλωτίστηκε την επόμενη χρονιά από τους Ασσύριους. Οι Ελαμίτες τοποθέτησαν στην συνέχεια βασιλιά τον Χαλδαίο πρίγκιπα Μουσεζίμπ Μαρδούκ (693-689), που παρέμεινε ως την χρονιά που ο Σεναχερίμπ κατέλαβε και ισοπέδωσε την Βαβυλώνα για να εκδικηθεί το θάνατο του γιου του (689 π.Χ.). Οι σχέσεις των Ελαμιτών με τους Ασσύριους βελτιώθηκαν μόνο την εποχή του βασιλιά Ουρτακού (676-664), όταν βασιλεύς της Ασσυρίας ήταν ο Σαρδανάπαλος (Ασουρμπανιμπάλ Γ 669-631), αλλά τελικά και ο Ουρτακού σκοτώθηκε από τους Ασσυρίους (το 664 π.Χ.). Οι εμφύλιες διαμάχες στην συνέχεια εξασθένησαν την χώρα, κάθε βασιλεύς έμενε στο θρόνο ελάχιστα και ο Σαρδανάπαλος βρήκε την ευκαιρία να καταλάβει και να ισοπεδώσει τα Σούσα, που έγιναν Ασσυριακή επαρχία (το 640 π.Χ.). Στην περιοχή κυριάρχησαν σύντομα οι Αχαιμενίδες πρόγονοι των Περσών μαζί με τους Μήδους που ζούσαν στην ίδια περιοχή και αρχικά ήταν υποτελείς των Ασσυρίων που εξασθένησαν σημαντικά μετά το θάνατο του Σαρδανάπαλου. Ο βασιλεύς των Μήδων Κυαξάρης (625-585) εκμεταλλεύτηκε την αναρχία στην Ασσυρία και κατέλαβε το Ελάμ συμμαχώντας το 616 π.Χ. με τον Χαλδαίο στρατηγό Ναβοπολάσαρ (625-605), ιδρυτή της Χαλδαϊκής αυτοκρατορίας. Η σειρά των βασιλέων του Ελάμ στο διάστημα αυτό είναι η εξής:

Κουμπανιγκάς Α (Khumbanigash I 743–717) Ελάμ

Σουτίρ-Νακχουντέ (Shuttir-Nakhkhunte 717–699) Ελάμ

Καλουσού (Khallushu 699–693) Ελάμ

Κουτίρ-Νακχουντέ (Kutir-Nakhkhunte 693–692) Ελάμ

Κουμά-Μανανού (Khumma-Menanu 692–689) Ελάμ

Κουμά-Καλντάς Α (Khumma-Khaldash I 689–681) Ελάμ

Κουμά-Καλντάς Β (Khumma-Khaldash II 681–680) Ελάμ

Ουρτακού (Urtaku 676–664) Ελάμ

Σιλχάκ-Ιν-Σουσινάκ (Shilhak-In-Shushinak) Ελάμ

Ατά-Κουμά-Ιν-Σουσινάκ (Atta-Khumma-In-Shushinak 653-651) Ελάμ

Ταμαριτού (Tammaritu 651-649) Ελάμ

Ινταμπιγκάς (Indabigash 649–647) Ελάμ

Κουμά-Καλντάς Γ (Khumma-Khaldash III 647–644) Ελάμ.
ΠΗΓΗ https://sites.google.com/site/nikosmpalaskasalimedon/istoria/archaias-elladas/4-dorike-periodos-1-100-800-p-ch





Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only