Κυριακή, 14 Ιουνίου 2020

Στην Ελλάδα Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η ανατολίζουσα περίοδος και η αρχή της μνημειακής τέχνης




2.4. Η εξέλιξη της αρχιτεκτονικής και τα πρώτα μνημειακά κτήρια με πλαστικό και γραπτό διάκοσμο
Στη διάρκεια της ανατολίζουσας περιόδου η ελληνική αρχιτεκτονική γνωρίζει μια πραγματική μεταμόρφωση με την οικοδόμηση των πρώτων μνημειακών κτηρίων. Και σε αυτή την περίπτωση τα πρότυπα ήρθαν από την Εγγύς Ανατολή και από την Αίγυπτο. Ένα τέτοιο παράδειγμα από το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. είναι ο ναός Α του Πρινιά στην κεντρική Κρήτη, που ήταν αφιερωμένος στον Απόλλωνα. Ο ναός αυτός δεν έχει κοινά στοιχεία με τους μεταγενέστερους ελληνικούς ναούς· είναι ένα μονόχωρο ορθογώνιο οίκημα με επίπεδη στέγη και μια χαμηλή εστία (εσχάρα) ανάμεσα σε δύο στύλους στο εσωτερικό του. Μπροστά στην είσοδο ανοίγεται ένα προστώο, που στηρίζεται σε δύο παραστάδες και σε έναν κεντρικό πεσσό. Η πρόσοψη του ναού του Πρινιά ήταν διακοσμημένη με λίθινα αρχιτεκτονικά γλυπτά, ανάμεσα στα παλαιότερα γλυπτά που γνωρίζουμε από την Ελλάδα. Στο επάνω μέρος, αμέσως κάτω από τη στέγη, υπήρχε μια ανάγλυφη ζωφόρος με εννέα οπλισμένους ιππείς, που προχωρούν προς τα αριστερά. Στο κάτω μέρος, δεξιά και αριστερά από την είσοδο, στέκονταν δύο αντικριστές ανάγλυφες σφίγγες. Αλλά το πιο εντυπωσιακό κομμάτι του γλυπτού διακόσμου βρίσκεται στο υπέρθυρο και στις παραστάδες της εισόδου. Στο υπέρθυρο δύο ολόγλυφες αντικριστές καθιστές γυναικείες μορφές, ντυμένες με μακρύ χιτώνα και επενδύτη, πατούν επάνω σε ζωφόρο με ζώα (πάνθηρες), ενώ στο κάτω μέρος εικονίζονται όρθιες γυναίκες με την ίδια ενδυμασία. Η εσωτερική πλευρά των παραστάδων της εισόδου διακοσμείται με ανάγλυφες όρθιες γυμνές γυναίκες. Όλες οι γυναικείες μορφές φορούν ψηλό καπέλο (πόλο), που δείχνει ότι πρέπει να τις ερμηνεύσουμε ως θεότητες. Η κάτοψη του ναού και η θέση του γλυπτού διακόσμου θυμίζουν περισσότερο αιγυπτιακά παρά ανατολικά πρότυπα, αν και κάποιες από τις μορφές (όπως η όρθια γυμνή θεά με τον ψηλό πόλο) καθώς και οι ζωφόροι με τα ζώα στη σειρά έχουν ενδεχομένως συριακή προέλευση. Ο ναός του Πρινιά είναι δείγμα των πρώτων προσπαθειών για δημιουργία μνημειακής αρχιτεκτονικής βασισμένης σε ξένα πρότυπα. Προσπάθειες όπως αυτή δεν είχαν, ωστόσο, συνέχεια.
Στο δεύτερο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. δημιουργούνται και επικρατούν συγκεκριμένοι και σταθεροί τύποι δόμησης για τα μεγάλα μνημειακά κτίσματα και ειδικότερα για τους ναούς. Αυτοί οι τύποι δόμησης, που τους ονομάζουμε αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, καθόρισαν τη μορφή των αρχαίων ελληνικών μνημειακών κτηρίων. Οι ρυθμοί είναι δύο: ο δωρικός και ο ιωνικός. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο αρχιτέκτονα Βιτρούβιο (De architectura 4.1.3-7), συγγραφέα του μόνου αρχαίου συγγράμματος για την αρχιτεκτονική που μας σώζεται, ο δωρικός ρυθμός, που δημιουργήθηκε στην Πελοπόννησο (συγκεκριμένα μάλιστα στο Άργος) και διαδόθηκε αργότερα και στη Μικρά Ασία, διεκδικεί τα πρωτεία από τον ιωνικό, όπως ο άνδρας από τη γυναίκα. Στην πραγματικότητα δεν αποκλείεται ο δωρικός ρυθμός να προήλθε από την εξέλιξη στοιχείων της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής. Πάντως τα πρώτα γνωστά παραδείγματα εντοπίζονται στη βόρεια Πελοπόννησο και δεν είναι παλαιότερα από το τέλος του 8ου ή τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ.
Ο δωρικός ρυθμός επικράτησε στην ηπειρωτική Ελλάδα και στις δυτικές αποικίες. Ένα πρώιμο παράδειγμα δωρικού κτηρίου, που σώζεται σχετικά καλά, είναι ο δεύτερος ναός του Απόλλωνα στον Θέρμο της Αιτωλίας, έργο πιθανότατα Κορίνθιων τεχνιτών, που χρονολογείται μεταξύ 630 και 610 π.Χ.. Ο ναός είναι περίπτερος, που σημαίνει ότι περιβάλλεται από ένα πτερόν, δηλαδή μια σειρά από κίονες, στους οποίους στηρίζεται η εξωτερική πλευρά της στέγης (πέντε στις στενές και δεκαπέντε στις μακρές πλευρές· εξωτερικές διαστάσεις 12 m x 38 m περίπου). Οι κίονες, που δεν σώζονται, ήταν ξύλινοι και πατούσαν απευθείας στον λίθινο στυλοβάτη, δηλαδή στην επιφάνεια έδρασης· ο κορμός τους είχε κάθετες ραβδώσεις με οξεία ράχη. Επάνω στους κορμούς των κιόνων πατούσαν πλατιά κιονόκρανα, ώστε να βαστάζουν σταθερά την ανωδομή του ναού, που ονομάζεται θριγκός. Τα δωρικά κιονόκρανα αποτελούνται από ένα στρογγυλό κομμάτι, τον εχίνο, που ενώνεται κάτω με τον κορμό του κίονα και ανοίγει έντονα προς τα επάνω, και ένα τετράγωνο, τον άβακα, που στηρίζεται επάνω του. Ο δωρικός θριγκός (που αρχικά ήταν ξύλινος, στα μεταγενέστερα όμως χρόνια σχεδόν πάντοτε λίθινος) αποτελείται από τα εξής επάλληλα τμήματα: (α) Το πρώτο είναι το επιστύλιο, μια σειρά από οριζόντια δοκάρια που πατούν επάνω στα κιονόκρανα, (β) Το δεύτερο είναι μια ζώνη που σχηματίζεται από τις απολήξεις των εγκάρσιων δοκαριών της στέγης, στις οποίες έκαναν τρεις κάθετες χαράξεις (γλυφές) και γι᾽ αυτό ονομάζονται τρίγλυφοι. Τα κενά ανάμεσα στις τριγλύφους καλύπτονταν με πήλινες πλάκες που ονομάζονται μετόπες. (γ) Το τρίτο είναι το γείσο, δηλαδή το προεξέχον τμήμα της στέγης που στηρίζεται στα εγκάρσια δοκάρια, δηλαδή στη ζώνη με τις τριγλύφους και τις μετόπες. Τα ξύλα του γείσου στερεώνονταν με ορθογώνια κομμάτια ξύλου, που καρφώνονταν επάνω τους. Τα κομμάτια αυτά λέγονται πρόμοχθοι και τα κεφάλια των καρφιών που προεξέχουν κανόνες. (δ) Επάνω στο γείσο στηρίζεται μια κοίλη υδρορρόη που λέγεται σίμη και έχει κατά διαστήματα οπές για την απορροή του νερού της βροχής. Οι οπές έχουν συχνά τη μορφή λεοντοκεφαλής. Ο κύριος χώρος του ναού του Απόλλωνα στον Θέρμο, ο σηκός, είναι μακρόστενος, με ανοιχτή τη μία στενή πλευρά του και έχει στο μέσο μια σειρά από κίονες, που στηρίζουν τη στέγη. Στο πίσω μέρος υπάρχει ένας μικρότερος στεγασμένος χώρος, ο οπισθόδομος. Ο σηκός μαζί με τον οπισθόδομο έχουν μήκος περίπου 32 m, δηλαδή 100 πόδια, και για τον λόγο αυτό μπορούμε να ονομάσουμε τον ναό εκατόμπεδο.
Ο δεύτερος αρχιτεκτονικός ρυθμός, ο ιωνικός, εμφανίζει περισσότερες παραλλαγές και τοπικές ιδιομορφίες από τον δωρικό. Σύμφωνα με τον Βιτρούβιο (De architectura 4.1.6), οι Ίωνες δημιούργησαν τον ιωνικό ρυθμό όταν αποφάσισαν να χτίσουν έναν ναό για την Άρτεμη, στους κίονες του οποίου θέλησαν να δώσουν τις αναλογίες του γυναικείου σώματος. Έτσι ο ιωνικός κίονας είναι πιο λεπτός από τον δωρικό, ο οποίος απηχεί τις αναλογίες του ανδρικού σώματος.
Στην πραγματικότητα όμως ο ιωνικός ρυθμός φαίνεται να ξεκινάει, όπως και ο δωρικός, από ξύλινες κατασκευές. Οι ιωνικοί κίονες πατούν πάντοτε σε βάση που αποτελείται από ένα κυρτό στοιχείο (σπείρα) και ένα κοίλο στοιχείο (σκοτία). Τα στοιχεία αυτά μπορούν να συνδυάζονται με διάφορους τρόπους ανάλογα με τις εποχές και τις περιοχές: στη Μικρά Ασία συναντούμε συνήθως δύο σκοτίες επάνω σε μία ραβδωτή σπείρα, ενώ στην Αττική μία σκοτία ανάμεσα σε δύο λείες σπείρες. Το ιωνικό κιονόκρανο μοιάζει να προέκυψε από μιαν απλή ξύλινη κατασκευή με εχίνο και άβακα (όμοια με το δωρικό κιονόκρανο), ο οποίος αργότερα διακοσμήθηκε εξωτερικά με μετάλλινα ελάσματα. Έτσι εξηγείται ικανοποιητικά η παρουσία των ελίκων, που δεν υπάρχουν στα πιο πρώιμα παραδείγματα. Ο ιωνικός θριγκός αποτελείται: (α) από ένα τριταινιωτό επιστύλιο και (β) από μικρές ορθογώνιες προεξοχές (γεισίποδες), που στηρίζουν το γείσο. Τα στοιχεία αυτά, ειδικά μάλιστα οι γεισίποδες, προέρχονται σαφέστατα από ξύλινες κατασκευές που χρησίμευαν για τη στήριξη της στέγης. Ανάμεσα στο επιστύλιο και τους γεισίποδες συναντούμε σε μερικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα στην Αττική, μια ζωφόρο με ανάγλυφες παραστάσεις. Η ζωφόρος αυτή κατάγεται πιθανόν από τις πήλινες επενδύσεις που κοσμούσαν τους τοίχους μνημειακών κτηρίων της Ανατολής.
Ο πρώτος περίπτερος ιωνικός ναός που γνωρίζουμε χτίστηκε στο μεγάλο ιερό της Ήρας στη Σάμο. Παλαιότερα οι αρχαιολόγοι πίστευαν ότι στον αρχικό μακρόστενο εκατόμπεδο ναό της Ήρας, που χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 8ου αιώνα π.Χ. και είναι ένας από τους παλαιότερους της Ελλάδας, είχε προστεθεί αργότερα μια εξωτερική περίσταση (πτερόν) από ξύλινους κίονες. Οι νεότερες έρευνες έδειξαν όμως ότι ο ναός αυτός αντικαταστάθηκε στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. από έναν μεγαλύτερο (εξωτερικές διαστάσεις 11,70 m x 37,70 m) που ήταν περίπτερος, αφού περιβαλλόταν από τετράγωνους ξύλινους στύλους (έξι στις στενές πλευρές και δεκαοκτώ στις μακρές). Ο σηκός δεν είχε εσωτερική κιονοστοιχία· τα στηρίγματα της οροφής ήταν τοποθετημένα κατά μήκος των τοίχων, αφήνοντας ελεύθερο τον χώρο, στο βάθος του οποίου στεκόταν το λατρευτικό άγαλμα. Η οροφή και η στέγη ήταν από ξύλο και δεν γνωρίζουμε την ακριβή μορφή τους. Στο επάνω μέρος των τοίχων υπήρχε, όπως φαίνεται, μια ζωγραφιστή ζωφόρος.




Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only