Κυριακή, 14 Ιουνίου 2020

Των Ατρειδών Ο Οίκος




Ο Ατρέας, γενάρχης των Ατρειδών. Γλυπτό της συλλογής Φαρνέζε

Ατρείδες αποκαλούνταν οι γιοι του Ατρέα Αγαμέμνων και Μενέλαος, οι οποίοι παντρεύτηκαν δύο αδελφές, την Κλυταιμνήστρα και την Ελένη αντίστοιχα. Ανάλογα με το πόσο βαθιά ήθελε να πάει κανείς στο γενεαλογικό δέντρο, ονομάζονταν επίσης Πελοπίδες, Τανταλίδες ή και Πλεισθενίδες.
Σύμφωνα με την Ανδρομάχη του Ευριπίδη το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας από την πλευρά των γυναικών είναι το εξής:
Το συνολικό γενεαλογικό δέντρο των Ατρειδών, όπως αυτό προκύπτει από τη σειρά διαδοχής και των υιών μέχρι τον πρόγονο Τάνταλο, βασιλιά της πόλης Σίπυλος στη Λυδία είναι το ακόλουθο:

Πρώτη εκδοχή του μύθου


Πρωτότοκος γιος του Πέλοπα ήταν ο Ατρέας, στον οποίο νόμιμα παραχωρήθηκαν τα σύμβολα της εξουσίας, το ηφαιστότευκτο σκήπτρο και η χρυσή προβιά. Εκείνος το παραχώρησε στον αδελφό του Θυέστη, μέχρι να ενηλικιωθούν τα ανήλικα παιδιά του Αγαμέμνων και Μενέλαος, κι εκείνος με τη σειρά του τα επέδωσε στον πρωτότοκο Αγαμέμνονα. Η ειρηνική αυτή διαδοχή (Ιλ., Β 100-108) αντανακλά τον θεσμό των δύο βασιλέων στη Σπάρτη, που επιβίωσε μέχρι την κατάκτηση της πόλης από τους Ρωμαίους.

Δεύτερη εκδοχή του μύθου


Η πρώτη εκδοχή δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον για έναν τραγικό ποιητή αλλά ούτε εξυπηρετούσε πολιτικά τη μεταμυκηναϊκή εξουσία. Γι’ αυτό διαμορφώθηκε μια δεύτερη εκδοχή που εμπεριέχει κατάρες (Πέλοπας, Θυέστης), ενδογαμίες(Θυέστης, Αγαμέμνων), ενδοοικογενειακές μοιχείες (Θυέστης, Κλυταιμνήστρα), αιμομιξίες (Θυέστης), αδελφοκτονίες (Ατρέας, Θυέστης), εγκατάλειψη ή απομάκρυνση παιδιών από την πατρική γη (Αίγισθος, Ορέστης), αναγνωρίσεις (Αίγισθος, Ορέστης), παιδοκτονίες, διαμελισμούς και παιδοφογίες (Τάνταλος, Ατρέας, Αγαμέμνων), συζυγοκτονίες (Κλυταιμνήστρα) και μητροκτονίες(Ορέστης) που οδηγούν στην καταστροφή του οίκου και την πολιτική μεταβολή. Βασική αιτία του ξεκληρίσματος ήταν η απόκτηση της εξουσίας και η διαδοχή σε αυτήν, ήταν ο αγώνας για την απόκτηση των συμβόλων της εξουσίας μέσω της οικειοποίησης της γυναίκας του νόμιμου κατόχου (Αερόπη, Κλυταιμνήστρα). Η απαρχή των καταπατήσεων και των υπερβάσεων των ορίων ανάγεται στην παιδοκτονία και τον διαμελισμό του σφαγμένου παιδιού από τον προπάτορα του οίκου Τάνταλο, πατέρα του Πέλοπα, παππού του Ατρέα και του Θυέστη, προπάππου του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου, και ολοκληρώνεται με μια μητροκτονία, τη δολοφονία της Κλυταιμνήστρας από τον γιο της Ορέστη. Χαρακτηριστικά του μύθου, ήταν, ακόμη, η ισχυρή παρουσία γυναικών (Αερόπη, Κλυταιμνήστρα, Ηλέκτρα), που παραπέμπει σε ισχυρά μητριαρχικά πρότυπα, και η μετατροπή τους σε μοιχαλίδες, συζυγοκτόνους και ηθικούς αυτουργούς φόνων (Ηλέκτρα), δηλαδή σε στοιχεία ενοχλητικά για την πατριαρχική κοινωνία, κάτι που μάλλον αντανακλά τη δωρική εξάπλωση και ιδεολογική κυριαρχία. Τέλος, ο βιασμός (Πελοπία) και η θυσία θυγατέρων (Ιφιγένεια) αντανακλούν εποχές με ήθη άγρια -πάντως, ο βιασμός αντανακλά μια εποχή με ηπιότερα ήθη απ’ ό,τι η θυσία!
Η ενασχόληση των τραγικών με τον οίκο των Ατρειδών δεν μπορεί παρά να σχετίζεται και με την επικράτηση του θεσμού της πόλεως-κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, προϋπόθεση των οποίων ήταν η διάλυση των οίκων, που αποτελούσαν τη βάση παλαιότερων πολιτικών συστημάτων, και ο περιορισμός του ρόλου των γυναικών και της φυσικής τους παρουσίας στους χώρους όπου σύχναζαν άνδρες. Σε μια προσπάθεια αποδυνάμωσης των οίκων ο Σόλων (639-559 π.Χ.) είχε απαγορεύσει με νόμο τις υπερβολικές εκδηλώσεις θρήνου των γυναικών· διότι η συνοχή των οίκων έναντι των άλλων οίκων ενισχυόταν και από τις έντονες εκδηλώσεις πένθους των γυναικών, καθώς κρατιόταν ζωντανή η ανάμνηση του νεκρού και η επιθυμία για εκδίκηση για τον θάνατό του, σε περίπτωση που αυτός είχε προκληθεί από μέλος άλλου οίκου. Η κληρονομική αρά και οι Ερινύες, που ζητούν νέο αίμα για το παλαιό που χάθηκε και τιμωρία, ακόμη και ανεξέλεγκτη, αντικαθίσταται από την αρχή ότι κάθε πράξη και ο δράστης της πρέπει να κρίνονται. Από την εκδίκηση περνούμε στην κατανόηση και σε μια Δίκη, υπό την αιγίδα του Δία, που συγχωρεί κάτω από το φως του θείου νόμου· από την τυφλή ορμή της ψυχής περνούμε στην ελεύθερη βούληση και απόφαση. Στην τραγωδία η «πρώταρχος άτη» ήταν τα Θυέστεια δείπνα, όχι ο Τάνταλος, επομένως ο Ατρέας δεν ήταν παραλήπτης κληρονομικής κατάρας αλλά πρόξενος κατάρας. Επιπλέον, ο βεβαρημένος από κληρονομική κατάρα ήταν δυνατό να αποφύγει την άτεγκτη εκδίκηση του Αλάστορα και των Ερινύων αν ακολουθούσε δρόμο ηθικό, με μέτρο και σωφροσύνη ή, σε αντίθετη περίπτωση, να τους ξυπνήσει, όπως το έπραξε ο Αγαμέμνων με την πρόθυμη, από πλευράς του, θυσία της κόρης του και την καταστροφή των ιερών της Τροίας.

ΠΛΕΙΣΘΕΝΗΣ


Συγκεχυμένες είναι οι πληροφορίες για τον Πλεισθένη. Θεωρείται γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας (ή κάποιας άλλης γυναίκας), επομένως αδελφός του Θυέστη και του Ατρέα, ή γιος του Ατρέα, ενίοτε και πατέρας του Μενέλαου και του Αγαμέμνονα. Σε αυτήν την τελευταία περίπτωση πιστεύεται ότι πέθανε νέος και τους γιους του τους ανέθρεψε ο παππούς τους Ατρέας. Κάποτε θεωρείται γιος του Θυέστη και αδελφός του Τάνταλου, είναι δηλαδή ένα από τα παιδιά που έσφαξε και μαγείρεψε ο Ατρέας (Υγίνος). Τέλος, θεωρείται γιος του Ατρέα, τον οποίο ανέθρεψε ο θείος του και αδελφός του πατέρα του, ο Θυέστης, νομίζοντας ότι είναι δικό του παιδί. Τον σκότωσε ο πραγματικός του πατέρας, ο Ατρέας, όταν εκείνος, ο Πλεισθένης, αποπειράθηκε να του αφαιρέσει τη ζωή κατ’ εντολή του θετού του πατέρα Θυέστη. Αργότερα ο Ατρέας έμαθε την αλήθεια.

ΑΤΡΕΑΣ


Πρωτότοκος γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας είναι ο Ατρέας, δευτερότοκος ο Θυέστης.
Τα δύο αδέλφια, και η μητέρα τους, συνωμότησαν και σκότωσαν τον νόθο γιο του πατέρα τους Χρύσιππο από τη Νύμφη Αξιόχη, επειδή φοβήθηκαν ότι, από αγάπη για αυτόν τον νόθο γιο, ο Πέλοπας θα του παραχωρούσε την εξουσία. Ο Πέλοπας καταράστηκε τους γιους του και τους έδιωξε. Αυτοί κατέφυγαν στις Μυκήνες, στον βασιλιά Ευρυσθέα, ανεψιό του Ατρέα, ή στον πατέρα του Ευρυσθέα, τον Σθένελο, άνδρα της αδελφής τους Νικίππης. Αυτός παραχώρησε την περιοχή της Μίδειας ή Μιδέας στα δυο αδέλφια, αφού πρώτα απομάκρυνε τον ανεψιό τους Αμφιτρύωνα, γιο της αδελφής τους Αστυδάμειας από τον Αλκαίο, βασιλιά της Τίρυνθας. Όταν ο Ευρυσθέας πέθανε άκληρος, χρησμός των Δελφών συνέστησε στους Μυκηναίους να επιλέξουν για βασιλιά τους έναν από τους δυο γιους του Πέλοπα. Αυτοί όφειλαν να επιδείξουν τις ικανότητες και τους τίτλους τους για το βασίλειο.
Στην κατοχή του ο Ατρέας είχε ένα ηφαιστότευκτο σκήπτροκαι μια χρυσή προβιά, που του είχε δοθεί από τον ίδιο τον Ερμή, σύμβολο του ποιμένα βασιλιά σε εποχές που πηγή πλούτου για τον βασιλιά ήταν τα κοπάδια και η κλοπή ζώων που επαύξανε την περιουσία του. Επίσης, η χρυσή προβιά παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο συλλεγόταν ο χρυσός από τα νερά ποταμών, έριχναν, δηλαδή, γιδοπροβιές στα νερά των ποταμών και αγκίστρωναν τα ψήγματα του πολύτιμου μετάλλου στην τριχωτή πλευρά τους. Όπως και να έχει, το δέρας αυτό ήταν σύμβολο εξουσίας και αποδεικτικό πλούτου. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή με θρησκευτικές προεκτάσεις, το δέρας προέκυψε ως εξής: Αν και ο Ατρέας είχε τάξει το ωραιότερο ζώο του κοπαδιού του στην Άρτεμη, ωστόσο, όταν βρήκε στο κοπάδι του ένα αρνί με χρυσόμαλλο δέρας, θυσίασε τα ζώο αλλά δεν προσέφερε το δέρας στη θεά, μόνο το κράτησε για λογαριασμό του και το φύλαξε μέσα σε λάρνακα.
Κρυφά το παρέδωσε η σύζυγός του Αερόπη, η κρητικιά βασιλοπούλα και μητέρα των παιδιών του, στον εραστή της Θυέστη, (Εικ. 1) ο οποίος το ανέδειξε σε σύμβολο εξουσίας, καθώς πρότεινε να ανακηρυχθεί βασιλιάς των Μυκηνών αυτός που θα παρουσίαζε ένα χρυσόμαλλο δέρμα. Ο Ατρέας, μη γνωρίζοντας την κλοπή του δέρατος από τη γυναίκα του, δέχτηκε. Ο Θυέστης νίκησε. Με παρέμβαση του Δία μέσω του Ερμή, ο Ατρέας συμφώνησε να κρατήσει την εξουσία ο Θυέστης, εκτός αν ο ήλιος έδυε στην Ανατολή. (Εικ. 2) Το θαύμα συντελέστηκε, ο Ατρέας διατήρησε την εξουσία του με τη βοήθεια του Δία, τιμώρησε τη γυναίκα του ρίχνοντάς την στη θάλασσα, όπου και πνίγηκε, και εξόρισε τον Θυέστη.

Η εξορία δεν ήταν αρκετή για τον Ατρέα. Θέλησε να εκδικηθεί περαιτέρω τον αδελφό του, όχι τόσο γιατί του διαφιλονικούσε τον θρόνο όσο για τις παράνομες σχέσεις που ανέπτυξε με τη γυναίκα του Αερόπη. Προσποιήθηκε ότι συμφιλιώθηκε με τον αδελφό του και τον κάλεσε πίσω στις Μυκήνες. Έτσι, έσφαξε -αν και είχαν προσπέσει ικέτες στον βωμό του Δία- και διαμέλισε τα παιδιά του και του πρόσφερε σε γεύμα τις ψημένες σάρκες τους. Τα κεφάλια και τα χέρια των παιδιών, που ο Ατρέας είχε διαφυλάξει και τα οποία παρουσίασε στον Θυέστη μετά την παιδοφαγία, αποκάλυψαν την αποτρόπαιη πράξη. (Εικ. 34567) Ο Θυέστης αντέδρασε με τον τρόπο του Δία σε αντίστοιχο δείπνο από τον βασιλιά Λυκάονα της Αρκαδίας: αναποδογύρισε με μια κλωτσιά το τραπέζι κι έφυγε τρέχοντας, αφού πρώτα εξέφερε βαρεῖαν άράν, δηλαδή καταράστηκε τους Ατρείδες. Αυτά ήταν τα περίφημα θυέστεια δείπνα, εξαιτίας των οποίων ο ήλιος, όπως διηγούνταν κάποιοι, απέστρεψε το πρόσωπό του και άλλαξε πορεία. Όπως ακριβώς είχε δύσει στην ανατολή, σύμφωνα με τη βούληση του Δία, προκειμένου ο Ατρέας να ξανακερδίσει το βασίλειό του, που το είχε χάσει όταν ο Θυέστης απέκτησε με δόλιο τρόπο το σύμβολο της εξουσίας, τη χρυσή προβιά.
Εξόριστος από τη γη της Αργολίδας στη Σικυώνα ο Θυέστης ενώθηκε με την κόρη του Πελοπία, είτε βιάζοντάς την είτε αγνοώντας ο ένας την ταυτότητα του άλλου. Την προστασία της γυναίκας και το μεγάλωμα του παιδιού της ανέλαβε ο Ατρέας, χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητα των δύο προσώπων, ότι δηλαδή ήταν η κόρη του αδελφού του και ο γιος του αδελφού του από την ίδια του την κόρη. Στο μεταξύ, ο Ατρέας ζήτησε από τους νεαρούς γιους του να του βρουν τον Θυέστη και να τον φέρουν στις Μυκήνες. Εκεί τον φυλάκισε και έβαλε τον Αίγισθο να τον σκοτώσει· όμως Θυέστης και Αίγισθος αναγνωρίστηκαν έγκαιρα ως πατέρας και γιος, ο Αίγισθος σκότωσε τον Ατρέα που τον είχε μεγαλώσει, αποκατέστησε τον φυσικό του πατέρα στον θρόνο και έδιωξε τους δυο γιους του, οι οποίοι κατέφυγαν στη Σπάρτη, όπου και παντρεύτηκαν τις δύο κόρες του Τυνδάρεου, ο Αγαμέμνονας την Κλυταιμνήστρα, ο Μενέλαος την Ελένη. (Εικ. 89101112)
Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, ο Αίγισθος εκδικήθηκε τον θάνατο των αδελφών του εξυφαίνοντας τη δολοφονία του Αγαμέμνονα, γιου του Ατρέα, όντας εραστής της Κλυταιμνήστρας. (Εικ. 131415161718192021222324252627) Οι δομικές αντιστοιχίες είναι εμφανείς: Ατρέας – Αερόπη – Θυέστης, Αγαμέμνων – Κλυταιμνήστρα – Αίγισθος· δολοφονία των παιδιών του Θυέστη από τον αδελφό του πατέρα τους και θείο τους Ατρέα – δολοφονία του γιου του Ατρέα Αγαμέμνονα από τον εξάδελφό του Αίγισθο. Στο μεταξύ, είχε προηγηθεί η δολοφονία του ετεροθαλούς αδελφού των Πελοπιδών Θυέστη και Ατρέα με τη βοήθεια της μητέρας τους Ιπποδάμειας.
Μια άλλη εκδοχή του μύθου δεν μιλά για κανένα από αυτά τα εγκλήματα που ήταν άγνωστα και στα ομηρικά έπη. Πάντως, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η διαδοχή στην εξουσία έγινε ομαλά, τα σύμβολα της εξουσίας, το ηφαιστότευκτο σκήπτρο και η χρυσή προβιά, δόθηκαν στον πρωτότοκο Ατρέα. Εκείνος τα παραχώρησε στον αδελφό του Θυέστη, μέχρι να ενηλικιωθούν τα ανήλικα παιδιά του Αγαμέμνονας και Μενέλαος, κι εκείνος με τη σειρά του τα επέδωσε στον πρωτότοκο Αγαμέμνονα. Η ειρηνική αυτή διαδοχή (Ιλ., Β 100-108), που αντανακλά τον θεσμό των δύο βασιλέων στη Σπάρτη και επιβίωσε μέχρι την κατάκτηση της πόλης από τους Ρωμαίους, δεν εξυπηρετούσε πολιτικά τη μεταμυκηναϊκή εξουσία ούτε παρουσίαζε ενδιαφέρον για τους τραγικούς ποιητές του 5ου αι. π.Χ. Γι’ αυτό διαμορφώθηκε μια δεύτερη εκδοχή, όπου η διαδοχή στην εξουσία γίνεται με τρόπο ανώμαλο· σε αυτό συμβάλλουν και γυναίκες.

ΘΥΕΣΤΗΣ


Ο Θυέστης είναι δευτερότοκος γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας, αδελφός του Ατρέα.
Τα δύο αδέλφια, και η μητέρα τους, συνωμότησαν και σκότωσαν τον νόθο γιο του πατέρα τους Χρύσιππο από τη Νύμφη Αξιόχη, επειδή φοβήθηκαν ότι, από αγάπη για αυτόν τον νόθο γιο, ο Πέλοπας θα του παραχωρούσε την εξουσία. Ο Πέλοπας καταράστηκε τους γιους του και τους έδιωξε. Αυτοί κατέφυγαν στις Μυκήνες, στον ανεψιό τους βασιλιά Ευρυσθέα ή στον πατέρα του Σθένελο, άνδρα της αδελφής τους Νικίππης. Αυτός παραχώρησε την περιοχή της Μίδειας ή Μιδέαςστα δυο αδέλφια, αφού πρώτα απομάκρυνε τον ανεψιό τους Αμφιτρύωνα, γιο της αδελφής τους Αστυδάμειας από τον Αλκαίο, βασιλιά της Τίρυνθας. Όταν ο Ευρυσθέας πέθανε άκληρος, χρησμός των Δελφών συνέστησε στους Μυκηναίους να επιλέξουν για βασιλιά τους έναν από τους δυο γιους του Πέλοπα. Αυτοί όφειλαν να επιδείξουν τις ικανότητές και τους τίτλους τους για το βασίλειο.
Στην κατοχή του ο Ατρέας είχε ένα ηφαιστότευκτο σκήπτροκαι μια χρυσή προβιά, που του είχε δοθεί από τον ίδιο τον Ερμή στον Ατρέα, σύμβολο του ποιμένα βασιλιά σε εποχές που πηγή πλούτου για τον βασιλιά ήταν τα κοπάδια και η κλοπή ζώων που επαύξανε την περιουσία του. Επίσης, η χρυσή προβιά παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο συλλεγόταν ο χρυσός από τα νερά ποταμών, έριχναν, δηλαδή, γιδοπροβιές στα νερά των ποταμών και αγκίστρωναν τα ψήγματα του πολύτιμου μετάλλου στην τριχωτή πλευρά τους. Όπως και να έχει, το δέρας αυτό ήταν σύμβολο εξουσίας και αποδεικτικό πλούτου. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή με θρησκευτικές προεκτάσεις, το δέρας προέκυψε ως εξής: Αν και ο Ατρέας είχε τάξει το ωραιότερο ζώο του κοπαδιού του στην Άρτεμη, ωστόσο, όταν βρήκε στο κοπάδι του ένα αρνί με χρυσόμαλλο δέρας, θυσίασε τα ζώο αλλά δεν προσέφερε το δέρας στη θεά, μόνο το κράτησε για λογαριασμό του και το φύλαξε μέσα σε λάρνακα.
Κρυφά το παρέδωσε η σύζυγός του Αερόπη, η κρητικιά βασιλοπούλα και μητέρα των παιδιών του, στον εραστή της Θυέστη, (Εικ. 1) ο οποίος το ανέδειξε σε σύμβολο εξουσίας, καθώς πρότεινε να ανακηρυχθεί βασιλιάς των Μυκηνών αυτός που θα παρουσίαζε ένα χρυσόμαλλο δέρμα. Ο Ατρέας, μη γνωρίζοντας την κλοπή του δέρατος από τη γυναίκα του, δέχτηκε. Ο Θυέστης νίκησε. Με παρέμβαση του Δία μέσω του Ερμή, ο Ατρέας συμφώνησε να κρατήσει την εξουσία ο Θυέστης, εκτός αν ο ήλιος έδυε στην Ανατολή. (Εικ. 2) Το θαύμα συντελέστηκε, ο Ατρέας διατήρησε την εξουσία του με τη βοήθεια του Δία, τιμώρησε τη γυναίκα του ρίχνοντάς την στη θάλασσα, όπου και πνίγηκε, και εξόρισε τον Θυέστη.
Η εξορία δεν ήταν αρκετή για τον Ατρέα. Θέλησε να εκδικηθεί περαιτέρω τον αδελφό του, όχι τόσο γιατί του διαφιλονικούσε τον θρόνο όσο για τις παράνομες σχέσεις που ανέπτυξε με τη γυναίκα του Αερόπη. Προσποιήθηκε ότι συμφιλιώθηκε με τον αδελφό του και τον κάλεσε πίσω στις Μυκήνες μαζί με τα παιδιά του που είχε αποκτήσει από μια παλλακίδα. Τα παιδιά αυτά άλλοτε είναι τρία -ο Αγλαός, ο Καλλιλέοντας, ο Ορχομενός-, άλλοτε δύο -ο Τάνταλος και ο Πλεισθένης. Ο Ατρέας τα έσφαξε, αν και είχαν προσπέσει ικέτες στον βωμό του Δία, τα διαμέλισε και πρόσφερε σε γεύμα τις ψημένες σάρκες στον πατέρα τους Θυέστη. Τα κεφάλια και τα χέρια των παιδιών, που ο Ατρέας είχε διαφυλάξει και τα οποία παρουσίασε στον Θυέστη μετά την παιδοφαγία, αποκάλυψαν την αποτρόπαιη πράξη. (Εικ. 34567) Ο Θυέστης αντέδρασε με τον τρόπο του Δία σε αντίστοιχο δείπνο από τον βασιλιά Λυκάονα της Αρκαδίας: αναποδογύρισε με μια κλωτσιά το τραπέζι κι έφυγε τρέχοντας, αφού πρώτα εξέφερε βαρεῖαν άράν, δηλαδή καταράστηκε τους Ατρείδες. Αυτά ήταν τα περίφημα θυέστεια δείπνα, εξαιτίας των οποίων ο ήλιος, όπως διηγούνταν κάποιοι, απέστρεψε το πρόσωπό του και άλλαξε πορεία. Όπως ακριβώς είχε δύσει στην ανατολή, σύμφωνα με τη βούληση του Δία, προκειμένου ο Ατρέας να ξανακερδίσει το βασίλειό του, που το είχε χάσει όταν ο Θυέστης απέκτησε με δόλιο τρόπο το σύμβολο της εξουσίας, τη χρυσή προβιά.
Ο Θυέστης κατέφυγε τότε στον βασιλιά Θεσπρωτό στη Σικυώνα, όπου ενώθηκε με την ίδια του την κόρη Πελοπία. Λεγόταν ότι αυτή η ένωση ήταν αποτέλεσμα βιασμού, καθώς ο Θυέστης είχε πάρει χρησμό ότι η εκδίκηση θα ερχόταν από γιο που θα αποκτούσε με αιμομικτική ένωση· Άλλοτε πάλι ότι η ένωση έγινε χωρίς να γνωρίζει ο ένας την ταυτότητα του άλλου.
Την προστασία της γυναίκας και το μεγάλωμα του παιδιού της ανέλαβε ο Ατρέας, χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητα των δύο προσώπων, ότι δηλαδή ήταν η κόρη του αδελφού του και ο γιος του αδελφού του από την ίδια του την κόρη. Στο μεταξύ, ο Ατρέας ζήτησε από τους νεαρούς γιους του να του βρουν τον Θυέστη και να τον φέρουν στις Μυκήνες. Εκεί τον φυλάκισε και έβαλε τον Αίγισθο να τον σκοτώσει· όμως Θυέστης και Αίγισθος αναγνωρίστηκαν έγκαιρα ως πατέρας και γιος, ο Αίγισθος σκότωσε τον Ατρέα που τον είχε μεγαλώσει , αποκατέστησε τον φυσικό του πατέρα στον θρόνο και έδιωξε τους δυο γιους του, οι οποίοι κατέφυγαν στη Σπάρτη, όπου και παντρεύτηκαν τις δύο κόρες του Τυνδάρεου, ο Αγαμέμνονας την Κλυταιμνήστρα, ο Μενέλαος την Ελένη. (Εικ. 89101112)
Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, ο Αίγισθος εκδικήθηκε τον θάνατο των αδελφών του εξυφαίνοντας τη δολοφονία του Αγαμέμνονα, γιου του Ατρέα, όντας εραστής της Κλυταιμνήστρας. (Εικ. 131415161718192021222324252627) Οι δομικές αντιστοιχίες είναι εμφανείς: Ατρέας – Αερόπη – Θυέστης, Αγαμέμνων – Κλυταιμνήστρα – Αίγισθος· δολοφονία των παιδιών του Θυέστη από τον αδελφό του πατέρα τους και θείο τους Ατρέα – δολοφονία του γιου του Ατρέα Αγαμέμνονα από τον εξάδελφό του Αίγισθο. Στο μεταξύ, είχε προηγηθεί η δολοφονία του ετεροθαλούς αδελφού των Πελοπιδών Θυέστη και Ατρέα με τη βοήθεια της μητέρας τους Ιπποδάμειας.

Μια άλλη εκδοχή του μύθου δεν μιλά για κανένα από αυτά τα εγκλήματα που ήταν και άγνωστα στα ομηρικά έπη. Πάντως, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η διαδοχή στην εξουσία έγινε ομαλά, τα σύμβολα της εξουσίας, το ηφαιστότευκτο σκήπτρο και η χρυσή προβιά, δόθηκαν στον πρωτότοκο Ατρέα. Εκείνος τα παραχώρησε στον αδελφό του Θυέστη, μέχρι να ενηλικιωθούν τα ανήλικα παιδιά του Αγαμέμνονας και Μενέλαος, κι εκείνος με τη σειρά του τα επέδωσε στον πρωτότοκο Αγαμέμνονα. Η ειρηνική αυτή διαδοχή (Ιλ., Β 100-108), που αντανακλά τον θεσμό των δύο βασιλέων στη Σπάρτη και επιβίωσε μέχρι την κατάκτηση της πόλης από τους Ρωμαίους, δεν εξυπηρετούσε πολιτικά τη μεταμυκηναϊκή εξουσία ούτε παρουσίαζε ενδιαφέρον για τους τραγικούς ποιητές του 5ου αι. π.Χ. Γι’ αυτό διαμορφώθηκε μια δεύτερη εκδοχή, όπου η διαδοχή στην εξουσία γίνεται με τρόπο ανώμαλο· σε αυτό συμβάλλουν και γυναίκες.

ΑΕΡΟΠΗ


Κόρη του βασιλιά Κατρέα και της Φρονίας.


Και από αυτή την κόρη προσπάθησε ο Κατρέας να απαλλαχτεί, όπως και από τα άλλα τρία παιδιά του, την Κλυμένη, την Απημοσύνη και τον Αλθαιμένη, όταν πήρε χρησμό ότι κάποιο από τα παιδιά ή τα εγγόνια του θα τον σκότωναν. Έδωσε την Αερόπη, μαζί με την αδελφή της Κλυμένη, στον περαστικό από το νησί ναυτικό Ναύπλιο, για να τις πουλήσει σαν δούλες μακριά από την Κρήτη ή για να τις πετάξει στη θάλασσα και να πνιγούν. Η μεταστροφή του Ναύπλιου τους έφερε και τους τρεις στο Ναύπλιο, όπου ο ίδιος παντρεύτηκε την Κλυμένη και η Αερόπη τον Πλεισθένη, από τον οποίο απέκτησε δύο γιους, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο. (Απολλόδωρος 3.12-16) Άλλη εκδοχή του μύθου αποδίδει την απομάκρυνση της Κλυμένης από το νησί του πατέρα της στο γεγονός ότι την είχε ατιμάσει ένας δούλος, γι’ αυτό και ο Κατρέας ζήτησε από τον Ναύπλιο να την πνίξει. Ή ότι δεν ήταν σύζυγος του Πλεισθένη αλλά του Ατρέα. Γι’ αυτό και ο Αγαμέμνων και ο Μενέλαος αποκαλούνται Πλεισθενίδες ή Ατρείδες. Αποτέλεσμα συμβιβασμού είναι η παράδοση που θέλει τον Πλεισθένη πατέρα των παιδιών της Αερόπης αλλά μετά τον θάνατό του να αναλαμβάνει την ανατροφή τους ο γιος του (ή πατέρας του) Ατρέας.
Στη διάρκεια του γάμου της με τον Ατρέα ερωτεύτηκε τον αδελφό του άνδρα της και κουνιάδο της Θυέστη και υπήρξε ερωμένη του. Πείστηκε από τον Θυέστη, ή με δική της πρωτοβουλία, και του έδωσε τη χρυσή προβιά, που αποτελούσε το σύμβολο εξουσίας που εξασφάλιζε τη βασιλεία στον Ατρέα. (Εικ. 1) Έτσι, με δόλο το βασίλειο περιήλθε στην εξουσία του. Όμως ο Ατρέας διατήρησε την εξουσία του με τη βοήθεια του Δία και τιμώρησε τη γυναίκα του ρίχνοντάς την στη θάλασσα. Η Αερόπη τελικά πνίγηκε, αφού είχε αποφύγει τον πρώτο πνιγμό από τον Ναύπλιο φεύγοντας από την Κρήτη.

ΑΙΓΙΣΘΟΣ


Πατέρας του Αίγισθου ήταν ο Θυέστης.


Μητέρα του ήταν η κόρη του Θυέστη Πελοπία· το όνομα της μητέρας της δε μαρτυρείται. Μετά την απομάκρυνση της οικογένειας του Θυέστη από την Αργολίδα, όταν ο Ατρέας κέρδισε τον θρόνο, η κόρη βρήκε προστασία στον βασιλιά Θεσπρωτό της Σικυώνας. Εκεί κατέφυγε και ο Θυέστης μετά τη δολοφονία των αγοριών του από τον Ατρέα, τον διαμελισμό τους και το συμπόσιο που του πρόσφερε ο Ατρέας με τα κρέατα των σφαγμένων παιδιών του. (Εικ. 34567) Εκεί, στη Σικυώνα, ο Θυέστης ενώθηκε με την ίδια του την κόρη Πελοπία. Λεγόταν ότι αυτή η ένωση ήταν αποτέλεσμα βιασμού, και μάλιστα στον βωμό της Αθηνάς την ώρα που η Πελοπία τελούσε θυσία, καθώς ο Θυέστης είχε πάρει χρησμό ότι η εκδίκηση θα ερχόταν από γιο που θα αποκτούσε με αιμομικτική ένωση. Την ώρα του βιασμού έπεσε το σπαθί του, ή του το απέσπασε η Πελοπία. Και στις δύο εκδοχές η Πελοπία φύλαξε το ξίφος και το παρέδωσε στον γιο της ως κάτι που θα μπορούσε να συντελέσει στην αναγνώριση πατέρα και γιου αργότερα, όπως και έγινε. Άλλοτε εκδοχή του μύθου θέλει η ένωση πατέρα και κόρης να έγινε χωρίς να γνωρίζει ο ένας την ταυτότητα του άλλου.
Όσο ακόμη ήταν έγκυος η Πελοπία, την παντρεύτηκε ο Ατρέας χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητά της. Στην εκδοχή που θέλει την ένωση αποτέλεσμα βιασμού, η μητέρα εγκατέλειψε το βρέφος αμέσως μόλις γεννήθηκε στο βουνό, όπου το έθρεψε με το γάλα της μια αίγα, γι’ αυτό και οι βοσκοί ονόμασαν το παιδί Αίγισθο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή η ένωση έγινε, ανεπίγνωστα για την ταυτότητα των δύο εραστών, στο παλάτι του βασιλιά Θεσπρωτού. Σε άλλη εκδοχή το παιδί μεγάλωσε μέσα στο παλάτι σαν θετός γιος του βασιλιά. (Εικ. 89101112)
Ο Ατρέας ζήτησε από τους γιους του, ή από τον Αίγισθο, να του βρουν τον Θυέστη και να τον φέρουν στις Μυκήνες. Εκεί τον φυλάκισε και έβαλε τον Αίγισθο να τον σκοτώσει· όμως Θυέστης και Αίγισθος αναγνωρίστηκαν έγκαιρα ως πατέρας και γιος από το σπαθί με το οποίο ήταν έτοιμος να σκοτώσει ο γιος τον πατέρα και το οποίο ήταν το σπαθί που έπεσε από τον Θυέστη, ή του το άρπαξε η Πελοπία, την ώρα του βιασμού. Μάλιστα, κάλεσαν και την Πελοπία, και τότε ο Θυέστης αποκάλυψε σε εκείνην και τον Αίγισθο την πραγματική τους ταυτότητα και τους δεσμούς συγγένειας που τους ένωναν. Η Πελοπία άρπαξε το σπαθί και αυτοκτόνησε. Με αυτό το γεμάτο αίμα σπαθί ο Αίγισθος αναζήτησε τον Ατρέα που τον βρήκε να τελεί ευχαριστήριες θυσίες στους θεούς για τον θάνατο του αδελφού του, που νόμιζε ότι είχε εκτελεστεί. Τον σκότωσε, εξόρισε τους δύο νεαρούς Ατρείδες Αγαμέμνονα και Μενέλαο και βασίλευσε μαζί με τον πατέρα του στις Μυκήνες.
Όσο μαινόταν ο Τρωικός πόλεμος, ο Αίγισθος βάλθηκε να γοητεύσει την Κλυταιμνήστρα. Για αρκετό καιρό μετά την αποχώρηση του Αγαμέμνονα, η Κλυταιμνήστρα του έμεινε πιστή. Εξάλλου, ο σύζυγος είχε προνοήσει να αφήσει δίπλα της, σύμβουλό της και πληροφοριοδότη του, τον αοιδό Δημόδοκο. Εκείνη, όμως, γρήγορα υπέκυψε στην πολιορκία του Αίγισθου, ίσως γιατί είχε πληροφορηθεί τη σχέση του άνδρα της με τη Χρυσηίδα, ίσως από εκδίκηση για τη θυσία της Ιφιγένειας, ίσως από προτροπή του Ναύπλιου που είχε βάλει σκοπό της ζωής του να διαφθείρει τις γυναίκες των Ελλήνων στρατηγών, προκειμένου να εκδικηθεί τον θάνατο του γιου του Παλαμήδη. Κλυταιμνήστρα και Αίγισθος έμειναν μαζί μέχρι την επιστροφή του Αγαμέμνονα, οπότε και, σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, εκδικήθηκε τον θάνατο των αδελφών του από τον Ατρέα εξυφαίνοντας τη δολοφονία του Αγαμέμνονα, γιου του Ατρέα
Πράγματι, στο ταξίδι της επιστροφής μετά την άλωση της Τροίας, ο Αγαμέμνονας ταλαιπωρήθηκε πολύ. Καθυστέρησε να ξεκινήσει από την Τροία, προκειμένου να εξιλεώσει, μάταια, τη θεά Αθηνά για τις καταστροφές που επέφεραν οι Αχαιοί στα ιερά των θεών. Με καιρό ευνοϊκό αναχώρησε από την Τρωάδα, έφτασε στην Τένεδο και από εκεί έβαλε πλώρη για την Εύβοια. Στον Καφηρέα πολλά πλοία βούλιαξαν και πολλοί Αχαιοί πνίγηκαν από αναπάντεχη θύελλα. Χάρη στην εύνοια της Ήρας ο Αγαμέμνονας και τα πλοία του διασώθηκαν. Αλλά τρικυμία τον έσπρωξε στα Κύθηρα, όπου παλιά βασίλευε ο Θυέστης και τώρα ο γιος του και εραστής της Κλυταιμνήστρας Αίγισθος, ο οποίος εκείνη την εποχή βρισκόταν στις Μυκήνες και ενημερώθηκε για την επιστροφή του Αγαμέμνονα από φρουρό που ήταν στημένος σε ύψωμα. Έτσι, προτού ο Αγαμέμνων προλάβει να πληροφορηθεί οτιδήποτε σχετικό με το βασίλειό του, ο Αίγισθος τον υποδέχτηκε και τον κάλεσε στο σπίτι του για συμπόσιο. Εκεί τον δολοφόνησε, μαζί με τους είκοσι ακολούθους του, ενώ η κρυμμένη την ώρα του φονικού Κλυταιμνήστρα εμφανίστηκε και με σπαθί σκότωσε την Κασσάνδρα, το σώμα της οποίας παρέμεινε άταφο και γυμνό σε χείμαρρο δίπλα στον τάφο του Αγαμέμνονα. (Εικ. 1314151617181920212223242526272829)
Σύμφωνα με τον Αισχύλο (Αγαμέμνων, 458 π.Χ.), ο οποίος μάλλον ακολουθεί τον Πίνδαρο (Πυθ. 11.17 κ.ε.) και τον παλαιότερο Στησίχορο (7ος-6ος αι. π.Χ.), τη δολοφονία οργάνωσε και εκτέλεσε η Κλυταιμνήστρα, ενώ ο Αίγισθος, άβουλος και δειλός, καυχιέται ότι κατέστρωσε το σχέδιο έχοντας ως κίνητρο την ύβρι που είχε διαπράξει ο πατέρας (ή παππούς) του Αγαμέμνονα, ο Ατρέας, σκοτώνοντας τα παιδιά του αδελφού του Θυέστη και παραθέτοντάς τα ως δείπνο στον πατέρα τους. Για επτά χρόνια βασίλευσε μαζί με την Κλυταιμνήστρα. Σύμφωνα με την τραγωδία Ηλέκτρα του Ευριπίδη, ο Αίγισθος, προκειμένου η γενιά του Ατρέα να μην έχει απογόνους, προσπάθησε να σκοτώσει τον Ορέστη και κράτησε την Ηλέκτρα κοντά του χωρίς να την δίνει σε κανέναν. Τον σκότωσε τελικά ο Ορέστης, την ώρα που τελούσε θυσία στους θεούς -σε παρόμοια στιγμή είχε σκοτώσει ο Αίγισθος τον Ατρέα. Η Ηλέκτρα του Ευριπίδη θα χαρεί με το γεγονός. (Εικ. 303132333435363738394041424344454647)

ΠΕΛΟΠΙΑ


Η Πελοπία είναι κόρη του Θυέστη, ενώ το όνομα της μητέρας δεν μαρτυρείται.


Μετά την απομάκρυνση της οικογένειας του Θυέστη από την Αργολίδα, όταν ο Ατρέας κέρδισε τον θρόνο, η κόρη βρήκε προστασία στον βασιλιά Θεσπρωτό της Σικυώνας. Εκεί κατέφυγε και ο Θυέστης μετά τη δολοφονία των αγοριών του από τον Ατρέα, τον διαμελισμό τους και το συμπόσιο που του πρόσφερε ο Ατρέας με τα κρέατα των σφαγμένων παιδιών του. (Εικ. 34567) Εκεί, στη Σικυώνα, ο Θυέστης ενώθηκε με την ίδια του την κόρη Πελοπία. Λεγόταν ότι αυτή η ένωση ήταν αποτέλεσμα βιασμού, και μάλιστα στον βωμό της Αθηνάς την ώρα που η Πελοπία τελούσε θυσία, καθώς ο Θυέστης είχε πάρει χρησμό ότι η εκδίκηση θα ερχόταν από γιο που θα αποκτούσε με αιμομικτική ένωση. Την ώρα του βιασμού έπεσε το σπαθί του, ή του το απέσπασε η Πελοπία. Και στις δύο εκδοχές η Πελοπία φύλαξε το ξίφος και το παρέδωσε στον γιο της ως κάτι που θα μπορούσε να συντελέσει στην αναγνώριση πατέρα και γιου αργότερα, όπως και έγινε. Άλλοτε εκδοχή του μύθου θέλει η ένωση πατέρα και κόρης να έγινε χωρίς να γνωρίζει ο ένας την ταυτότητα του άλλου. (Εικ. 89101112)
Όσο ακόμη ήταν έγκυος η Πελοπία, την παντρεύτηκε ο Ατρέας χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητά της. Στην εκδοχή που θέλει την ένωση αποτέλεσμα βιασμού, η μητέρα εγκατέλειψε το βρέφος αμέσως μόλις γεννήθηκε στο βουνό, όπου το έθρεψε με το γάλα της μια αίγα, γι’ αυτό και οι βοσκοί ονόμασαν το παιδί Αίγισθο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή η ένωση έγινε, ανεπίγνωστα για την ταυτότητα των δύο εραστών, στο παλάτι του βασιλιά Θεσπρωτού. Σε άλλη εκδοχή το παιδί μεγάλωσε μέσα στο παλάτι σαν θετός γιος του βασιλιά.
Στο μεταξύ, ο Ατρέας ζήτησε από τους νεαρούς γιους του, ή από τον Αίγισθο, να του βρουν τον Θυέστη και να τον φέρουν στις Μυκήνες. Εκεί τον φυλάκισε και έβαλε τον Αίγισθο να τον σκοτώσει· όμως Θυέστης και Αίγισθος αναγνωρίστηκαν έγκαιρα ως πατέρας και γιος από το σπαθί με το οποίο ήταν έτοιμος να σκοτώσει ο γιος τον πατέρα και το οποίο ήταν το σπαθί που έπεσε από τον Θυέστη, ή του το άρπαξε η Πελοπία, την ώρα του βιασμού. Μάλιστα, κάλεσαν και την Πελοπία, και τότε ο Θυέστης αποκάλυψε σε εκείνην και τον Αίγισθο την πραγματική τους ταυτότητα και τους δεσμούς συγγένειας που τους ένωναν. Η Πελοπία άρπαξε το σπαθί και αυτοκτόνησε. Με αυτό το γεμάτο αίμα σπαθί ο Αίγισθος σκότωσε τον Ατρέα που τον βρήκε να τελεί ευχαριστήριες θυσίες στους θεούς για τον θάνατο του αδελφού του, που νόμιζε ότι είχε ήδη εκτελεστεί

Ο Οίκος των Ατρειδών – Δεύτερο Μέρος

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Ι. Πριν τα Τρωικά

Γιος (ή εγγονός) του Ατρέα ή του Πλεισθένη (Ησίοδος, απ. 194), και της Αερόπης, κόρης του Κατρέα από την Κρήτη, δεύτερος σύζυγος της Κλυταιμνήστρας, μεγαλύτερης κόρης του Τυνδάρεου και της Λήδας, πατέρας τεσσάρων κοριτσιών και ενός γιου, του Ορέστη. Οι κόρες του στην Ιλιάδα ονομάζονται Χρυσόθεμη, Λαοδίκη (στην τραγωδία αντικαθίσταται από την Ηλέκτρα), η Ιφιάνασσα (Ι 144 κ.ε.), ενώ η Ιφιγένεια, η κόρη που εμπνέει τους τραγικούς, αποσιωπάται.
Ανάλογα με την έμφαση που ήθελε κανείς να δώσει στο παρελθόν και στο γενεαλογικό δέντρο του Αγαμέμνονα αποκαλούνταν Ατρείδης, Πελοπίδης, Τανταλίδης, Πλεισθενίδης.
Για τον γάμο του με την Κλυταιμνήστρα παραδίδεται ότι την πόθησε και ότι, για να την αποκτήσει, σκότωσε τον πρώτο σύζυγό της και γιο του Θυέστη Τάνταλο, καθώς και το παιδί τους χτυπώντας το στο έδαφος. Τα αδέλφια της Κλυταιμνήστρας, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, οι Διόσκουροι, (Εικ. 48) καταδίωξαν το ζεύγος θέλοντας να απαλλάξουν την αδελφή τους από τον ανεπιθύμητο γάμο, μέχρι που ο Αγαμέμνονας κατέφυγε στον πατέρα τους και πεθερό του, τον Τυνδάρεο, ο οποίος και αποδέχθηκε τον γάμο (Ευρ., Ιφιγένεια εν Αυλίδι 1148-1156· Απολλόδ., Επιτομή 2.15 κ.ε.). Έπειτα, και ενώ ο Μενέλαος έγινε βασιλιάς της Σπάρτης, ο Αγαμέμνονας, με τη βοήθεια του Τυνδάρεου, ξαναπήρε τον θρόνο του Άργους από τον Θυέστη ως νόμιμος κληρονόμος, εξόρισε αυτόν και τον γιο του Αίγισθο στα Κύθηρα και σε λίγα χρόνια έγινε ο ισχυρότερος ηγεμόνας των Αχαιών.

ΙΙ. Τα Τρωικά


Αρχή του πολέμου


Η επικράτεια της πολυχρύσου Μυκήνης όπου βασίλευε ο Αγαμέμνονας (Ιλ., Η 180), (Εικ. 49) δύσκολα προσδιορίζεται, καθώς ο γεωγραφικός όρος Άργος δήλωνε ή την ομώνυμη πόλη ή την Αργολίδα ή ολόκληρη την Πελοπόννησο.
«[…] και την εκστρατείαν ακόμη κατά της Τροίας τότε μόνον επεχείρησαν από κοινού [οι Έλληνες], όταν είχαν ήδη αποκτήσει αξιόλογον εμπειρίαν της θαλάσσης.» (Θουκ. 1.3)
«Και ο Αγαμέμνων, ως φρονώ, κατώρθωσε να συγκεντρώση την ναυτικήν εκστρατείαν εναντίον της Τροίας, διά τον λόγον ότι υπερείχε κατά την δύναμιν από τους άλλους ηγεμόνας, και όχι τόσον διότι οι μνηστήρες της Ελένης, των οποίων υπήρξεν αρχιστράτηγος, είχαν δεσμευθή με τους όρκους που τους επέβαλεν ο Τυνδάρεος. […] Τα δύο […] σκήπτρα [του Πέλοπος και του Περσέως] αφού ήνωσεν εις χείρας του ο Αγαμέμνων, υιός του Ατρέως, και έγινε συγχρόνως ισχυρότερος από τους άλλους κατά την ναυτικήν δύναμιν, κατώρθωσεν, όπως εγώ νομίζω, να συγκεντρώση την εκστρατείαν, διότι οι ηγεμόνες τον ηκολούθησαν, όχι κατά χάριν, αλλ’ από φόβον. Διότι εις την εκστρατείαν προσήλθεν έχων ο ίδιος τα περισσότερα πλοία και συγχρόνως εφωδίασε με τοιαύτα τους Αρκάδας, εάν η περί τούτου μαρτυρία του Ομήρου πρέπη να ληφθή υπ’ όψιν. Και εις τους στίχους, άλλωστε, όπου ομιλεί περί της διαδοχής του σκήπτρου, αναφέρει περί αυτού ο Όμηρος ότι εβασίλευσεν εις πολλάς νήσους και ολόκληρον το Άργος. Εν τούτοις, εάν δεν είχεν αξιόλογον ναυτικήν δύναμιν, δεν θα ημπορούσε με τον στρατόν της ξηράς να βασιλεύη εις νήσους, εκτός των εγγύς της παραλίας κειμένων, αι οποίαι όμως δεν ημπορούσαν να είναι πολλαί.» (Θουκ. 1.9· μετ. Ε. Βενιζέλος)

Θυσία Ιφιγένειας


Όταν ο στόλος συγκεντρώθηκε στην Αυλίδα, εγκλωβίστηκε εκεί από την άπνοια ή, σύμφωνα με άλλη εκδοχή, από ενάντιους ανέμους. Η αιτία γι’ αυτό, σύμφωνα με τον μάντη Κάλχαντα, ήταν ο θυμός της Άρτεμης. Οι αιτίες για τον θυμό της ποικίλουν:
  1. Ο πατέρας (ή παππούς) του αρχιστράτηγου, ο Ατρέας, δεν είχε θυσιάσει το αρνί με το χρυσόμαλλοδέραςστη θεά.
  2. Ο Αγαμέμνονας υπερηφανεύτηκε για τις κυνηγετικές του ικανότητες συγκρίνοντάς τες με της θεάς του κυνηγιού.(Εικ. 50)
  3. Ο Αγαμέμνονας αθέτησε την υπόσχεση του να προσφέρει στη θεά το καλύτερο προϊόν της χρονιάς, που έτυχε να είναι η κόρη του Ιφιγένεια. (Ευρ.,Ιφ. Τ.19 κ.ε.)
Ο Αγαμέμνονας δέχτηκε να τελέσει τη θυσία είτε από φιλοδοξία (Αισχύλος, Αγαμέμνων) είτε για το κοινό καλό (Ευριπίδης, Ιφιγένεια εν Αυλίδι). (Εικ. 515253545556575859606162636465666768697071727374757677787980818283848586878889909192939495)

Δράση στον πόλεμο


Στην Ιλιάδα ο Αγαμέμνονας εμφανίζεται με όλες τις αρετές αλλά και την αλαζονεία του αρχιστράτηγου. (Εικ. 96)Συγκρούστηκε φραστικά με τον Αχιλλέα, όταν απαίτησε από εκείνον να του δώσει το δικό του γέρας (=τιμητικό λάφυρο), τη Βρισηίδα, σε αντάλλαγμα του δικού του λάφυρου, της Χρυσηίδας, την οποία αναγκάστηκε να επιστρέψει στον πατέρα της και ιερέα του Απόλλωνα Χρύση μετά από σκληρή παρέμβαση του ίδιου του θεού. (Εικ. 979899100101102103104105) Με τη σειρά του ο Αχιλλέας εκφράζεται τελείως αρνητικά για τον Αγαμέμνονα, τον αποκαλεί πανουργότατο, μ΄ αναίδεια ενδυμένο,αναίσχυντο, σκυλοπρόσωπο, μέθυσο, σκυλόματο, με καρδιάν ελάφου (Ιλ., Α 149 κ.ε.)· τον κατηγορεί για έπαρση, ότι στη μοιρασιά παίρνει τρανό δώρο, αν και δεν μάχεται στην πρώτη γραμμή (Α 225-231). (Εικ. 106107108109100111112113114115116117118119)
Ωστόσο, η Ελένη περιγράφει στον Πρίαμο τον αδελφό του άνδρα της ως αγαθό βασιλιά και δυνατό πολεμιστή (Γ 179). Ξεχωρίζει από τους άλλους βασιλιάδες σε ομορφιά και αρχοντιά (Γ 166 κ.ε.) και σε χάρες θεϊκές (Β 477 κ.ε.), εμψυχώνει ή μαλώνει άνδρες απρόθυμους στον αγώνα (Δ 231 κ.ε.), δείχνεται γενναίος στη μάχη, στην οποία ξαναρίχνεται αν και τραυματισμένος (Ξ 27 κ.ε.), και αυτό αναγνωρίζεται από τους στρατιώτες του (Η 179 κ.ε.), ενώ η ραψωδία Λ είναι σε μεγάλο μέρος αφιερωμένη στην αριστεία του. Ανάμεσα στα θύματά του είναι ο Ιππόλοχος, με το σπαθί τα χέρια του ‘κοψε, του πήρε το κεφάλι / και το κορμί του σπρώχνει, ως κούτσουρο να κυλιστεί στ’ ασκέρι (Λ 146-7), και ο Κόων, αδελφός του Ιφιδάμαντα, τον οποίο αποκεφάλισε (Λ 261). Ως και ο Αχιλλέας τον αναγνώρισε, μετά τον θάνατο του Πατρόκλου και τη συμφιλίωσή τους, ως πρώτο στη δύναμη και στα άρματα (Ψ 890 κ.ε.)
Οι συνέπειες από την απουσία του Αχιλλέα στο πεδίο της μάχης ώθησαν τον Αγαμέμνονα σε μια συμφιλίωση με τον αρχηγό των Μυρμιδόνων τάζοντάς του δώρα που, όπως λέει ο διαμεσολαβητής Νέστορας, δεν είναι μικρά (Ιλ. Ι 165· βλ. Ιλ. Ι 121-161)· αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα, άλογα ικανά να προσφέρουν πλούτο στον ιδιοκτήτη τους από τα βραβεία σε αγώνες, γυναίκες (ανάμεσά τους και τη Βρισηίδα), ένα καράβι λάφυρα από την Τροία, όταν θα την πορθήσουν, και γυναίκες της Τροίας, μία από τις κόρες του για γυναίκα, και για προίκα πλούσιες χώρες και θεϊκές τιμές από τους κατοίκους τους. (Εικ. 120121122123124125126127128129130131132133134135)

ΙΙΙ. Μετά τα Τρωικά


Η επιστροφή του Αγαμέμνονα στις Μυκήνες δεν ήταν εύκολη. Καθυστέρησε να ξεκινήσει από την Τροία, προκειμένου να εξιλεώσει, μάταια, τη θεά Αθηνά για τις καταστροφές που επέφεραν οι Αχαιοί στα ιερά των θεών. Με καιρό ευνοϊκό αναχώρησε από την Τρωάδα, έφτασε στην Τένεδο και από εκεί έβαλε πλώρη για την Εύβοια. Στον Καφηρέα πολλά πλοία βούλιαξαν και πολλοί Αχαιοί πνίγηκαν από αναπάντεχη θύελλα. Χάρη στην εύνοια της Ήρας ο Αγαμέμνονας και τα πλοία του διασώθηκαν. Τρικυμία τον έσπρωξε στα Κύθηρα, όπου παλιά βασίλευε ο Θυέστης και τώρα ο γιος του και εραστής της Κλυταιμνήστρας Αίγισθος, ο οποίος εκείνη την εποχή βρισκόταν στις Μυκήνες και ενημερώθηκε για την επιστροφή του Αγαμέμνονα από φρουρό που ήταν στημένος σε ύψωμα. (Εικ. 136) Έτσι, προτού ο Αγαμέμνων προλάβει να πληροφορηθεί οτιδήποτε σχετικό με το βασίλειό του, ο Αίγισθος τον υποδέχτηκε και τον κάλεσε στο σπίτι του για συμπόσιο. Εκεί τον δολοφόνησε, μαζί με τους είκοσι ακολούθους του, ενώ η κρυμμένη την ώρα του φονικού Κλυταιμνήστρα εμφανίστηκε και με σπαθί σκότωσε την Κασσάνδρα, το σώμα της οποία παρέμεινε άταφο και γυμνό σε χείμαρρο δίπλα στον τάφο του Αγαμέμνονα. Την τύχη της είχε προφητέψει η ίδια η Κασσάνδρα (Ευρ., Τρωάδες 448-450). (Εικ. 1314151617181920212223242526272829)
Σύμφωνα με τον Αισχύλο (Αγαμέμνων, 458 π.Χ.), ο οποίος μάλλον ακολουθεί τον Πίνδαρο (Πυθ. 11.17 κ.ε.) και τον παλαιότερο Στησίχορο (7ος-6ος αι. π.Χ.), τη δολοφονία οργάνωσε και εκτέλεσε η Κλυταιμνήστρα, ενώ ο Αίγισθος, άβουλος και δειλός, καυχιέται ότι κατέστρωσε το σχέδιο έχοντας ως κίνητρο την ύβρι που είχε διαπράξει ο πατέρας (ή παππούς) του Αγαμέμνονα, ο Ατρέας, σκοτώνοντας τα παιδιά του αδελφού του Θυέστη και παραθέτοντάς τα ως δείπνο στον πατέρα τους. Τα κίνητρα της Κλυταιμνήστρας ήταν η θυσία της κόρης της Ιφιγένειας, την οποία ο Αγαμέμνων εκτέλεσε χωρίς πολλούς ενδοιασμούς, αλλά και το γεγονός ότι ο σύζυγός της είχε φέρει στο παλάτι την ερωμένη του Κασσάνδρα, και μάλιστα της είχε ζητήσει να δεχτεί με συμπάθεια τη νεαρή σκλάβα. Στον Στησίχορο η Κλυταιμνήστρα φονεύει τον Αγαμέμνονα με τσεκούρι (πρβ. και Ευρ., Τρωάδες 361-362), ενώ στον Αισχύλο η τον παγιδεύει με ένδυμα από το οποίο δεν υπάρχει διέξοδος: τα μανίκια και ο λαιμός ήταν ραμμένα.
Η κόρη τους Ηλέκτρα απέδωσε αγριότητα στην Κλυταιμνήστρα την ώρα του φόνου, που προκαλεί τρόμο: η μητέρα της πετσόκοψε το νεκρό σώμα του άνδρα της και πατέρα των παιδιών της και στη συνέχεια καθάρισε από πάνω της τα αίματα με τα μαλλιά του νεκρού (Σοφ., Ηλ. 442-446).

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ


Κόρη του Τυνδάρεου και της Λήδας, αδελφή της Ελένης και των Διοσκούρων, και της Τιμάνδρας, της Φοίβης και της Φιλονόης, που σπάνια αναφέρονται.
Για τον γάμο της με τον Αγαμέμνονα παραδίδεται ότι έγινε, γιατί εκείνος την πόθησε, αφού πρώτα σκότωσε τον πρώτο σύζυγό της και γιο του Θυέστη Τάνταλο, καθώς και το παιδί τους χτυπώντας το στο έδαφος. Τα αδέλφια της Κλυταιμνήστρας, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, οι Διόσκουροι, (Εικ. 48) καταδίωξαν το ζεύγος θέλοντας να απαλλάξουν την αδελφή τους από τον ανεπιθύμητο γάμο, μέχρι που ο Αγαμέμνονας κατέφυγε στον πατέρα τους και πεθερό του Τυνδάρεο, ο οποίος και αποδέχθηκε τον γάμο (Ευρ., Ιφιγένεια εν Αυλίδι 1148-1156· Απολλόδ., Επιτομή2.15 κ.ε.).
Είχε τεράστια γαλάζια μάτια και ο άνδρας της παίνευε την ομορφιά, τη λυγερή κορμοστασιά, την επιδεξιότητά της στα γυναικεία έργα. Αν δεν ήταν η ομορφιά της αδελφής της Ελένης, θα αναδεικνυόταν περισσότερο η δική της θεϊκή ομορφιά που την έκαμνε μοναδική.
Με τον Αγαμέμνονα απέκτησε τέσσερα κορίτσια και ένα γιο, τον Ορέστη. Οι κόρες στην Ιλιάδα ονομάζονται Χρυσόθεμη, Λαοδίκη (στην τραγωδία αντικαθίσταται από την Ηλέκτρα), Ιφιάνασσα (Ι 144 κ.ε.), ενώ η Ιφιγένεια, η κόρη που εμπνέει τους τραγικούς, αποσιωπάται. Η Κλυταιμνήστρα ανέθρεψε και την ανεψιά της Ερμιόνη, την κόρη του Μενέλαου και της Ελένης, που την εποχή της απαγωγής της μητέρας της ήταν εννέα χρονών.

Θυσία Ιφιγένειας


Όταν ο στόλος συγκεντρώθηκε στην Αυλίδα, εγκλωβίστηκε εκεί από την άπνοια ή, σύμφωνα με άλλη εκδοχή, από ενάντιους ανέμους (για τις αιτίες βλ. Αγαμέμνων). Η θυσία της κόρης του στρατηγού, της Ιφιγένειας, θα απεγκλώβιζε τον στόλο από την απραξία. Ο Αγαμέμνονας δέχτηκε να τελέσει τη θυσία είτε από φιλοδοξία (Αισχύλος, Αγαμέμνων) είτε για το κοινό καλό (Ευριπίδης, Ιφιγένεια εν Αυλίδι). Με δόλο ζήτησε από τη γυναίκα του να έρθει στην Αυλίδα, ισχυριζόμενος αρραβώνα της κόρης τους με το πρωτοπαλίκαρο των Ελλήνων, τον Αχιλλέα. Κρυφά τέλεσε τη θυσία και μετά έστειλε την Κλυταιμνήστρα πίσω στο Άργος. Από εκείνη τη στιγμή η Κλυταιμνήστρα εξύφαινε σχέδια εκδίκησης, ενώ στα υπόλοιπα παιδιά τους δεν φερόταν καλά· τον Ορέστη τον έδιωξε μακριά, την Ηλέκτρα την είχε σαν δούλη. Ο Ευριπίδης της φόρτωσε και το γεγονός ότι ο Τήλεφος χρησιμοποίησε τον μικρό Ορέστη ως όμηρο, προκειμένου να πείσει τους Αχαιούς να του γιατρέψουν την παλιά πληγή από το δόρυ του Αχιλλέα. (Εικ. 515253545556575859606162636465666768697071727374757677787980818283848586878889909192939495)

Τα Τρωικά


Για αρκετό καιρό μετά την αποχώρηση του Αγαμέμνονα, η Κλυταιμνήστρα έμεινε πιστή στον άνδρα της. Εξάλλου, ο σύζυγος είχε προνοήσει να αφήσει δίπλα της, σύμβουλό της και πληροφοριοδότη του, τον αοιδό Δημόδοκο. Εκείνη, όμως, γρήγορα υπέκυψε στην πολιορκία του Αίγισθου, ίσως γιατί είχε πληροφορηθεί τη σχέση του με τη Χρυσηίδα, ίσως από εκδίκηση για τη θυσία της Ιφιγένειας, ίσως από προτροπή του Ναύπλιου που είχε βάλει σκοπό της ζωής του να διαφθείρει τις γυναίκες των Ελλήνων στρατηγών, προκειμένου να εκδικηθεί τον θάνατο του γιου του Παλαμήδη.

Ο φόνος του Αγαμέμνονα


Σύμφωνα με τον Αισχύλο (Αγαμέμνων, 458 π.Χ.), ο οποίος μάλλον ακολουθεί τον Πίνδαρο (Πυθ. 11.17 κ.ε.) και τον παλαιότερο Στησίχορο (7ος-6ος αι. π.Χ.), τη δολοφονία οργάνωσε και εκτέλεσε η Κλυταιμνήστρα, ενώ ο Αίγισθος, άβουλος και δειλός, καυχιέται ότι κατέστρωσε το σχέδιο έχοντας ως κίνητρο την ύβρι που είχε διαπράξει ο πατέρας (ή παππούς) του Αγαμέμνονα, ο Ατρέας, σκοτώνοντας τα παιδιά του αδελφού του Θυέστη και παραθέτοντάς τα ως δείπνο στον πατέρα τους. Τα κίνητρα της Κλυταιμνήστρας ήταν η θυσία της κόρης της Ιφιγένειας, την οποία ο Αγαμέμνων εκτέλεσε χωρίς πολλούς ενδοιασμούς, αλλά και το γεγονός ότι ο σύζυγός της είχε φέρει στο παλάτι την ερωμένη του Κασσάνδρα και μάλιστα της είχε ζητήσει να τη δεχτεί με συμπάθεια. Στον Στησίχορο η Κλυταιμνήστρα σκοτώνει τον Αγαμέμνονα με τσεκούρι (πρβ. και Ευρ., Τρωάδες 361-362), ενώ στον Αισχύλο η Κλυταιμνήστρα παγιδεύει τον Αγαμέμνονα με ένδυμα από το οποίο δεν υπάρχει διέξοδος: τα μανίκια και ο λαιμός ήταν ραμμένα. Με σπαθί θα σκοτώσει και την Κασσάνδρα. (Εικ. 2829)
Η κόρη τους Ηλέκτρα απέδωσε αγριότητα στην Κλυταιμνήστρα την ώρα του φόνου, που προκαλεί τρόμο: η μητέρα της πετσόκοψε το νεκρό σώμα του άνδρα της και πατέρα των παιδιών της και στη συνέχεια καθάρισε από πάνω της τα αίματα με τα μαλλιά του νεκρού (Σοφ., Ηλ. 442-446). (Εικ. 131415161718192021222324252627)

Ο φόνος της Κλυταιμνήστρας


Επτά χρόνια μετά, ο Ορέστης εμφανίζεται στο παλάτι ως απεσταλμένος του Στρόφιου, βασιλιά της Φωκίδας, προκειμένου να αναγγείλει τον θάνατο του Ορέστη και να ρωτήσει αν η στάχτη του νεκρού θα έπρεπε να μεταφερθεί στο Άργος ή να μείνει στην Κίρρα (της Φωκίδας). Η Κλυταιμνήστρα, απαλλαγμένη από τον φόβο της εκδίκησης του γιου της, κάλεσε τον Αίγισθο να επιστρέψει στο παλάτι, καθώς εκείνος απουσίαζε. Τότε τον σκότωσε ο Ορέστης. Τις κραυγές του άκουσε η βασίλισσα, η οποία εμφανίστηκε με σπαθί στο χέρι. Όταν ο γιος σήκωσε το δικό του σπαθί για να τη σκοτώσει, η Κλυταιμνήστρα επικαλέστηκε την ιδιότητά της ως μητέρας και του έδειξε γυμνό τον μαστό, απ’ όπου τον είχε θηλάσει. Ο δισταγμός του Ορέστη υπερνικήθηκε, όταν ο Πυλάδης του θύμισε την εντολή του Απόλλωνα, επομένως τον θεϊκό χαρακτήρα της τιμωρίας. (Εικ. 2829303132333435363738394041424344454647)

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ


Τα ομηρικά έπη αναφέρουν μιαν Ιφιάνασσα ως κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας. Οι τραγικοί την αγνοούν, ενώ αφιερώνουν έργα τους στην Ιφιγένεια. Άλλοτε πάλι θεωρείται κόρη του Θησέα και της Ελένης και ότι ανατράφηκε από την Κλυταιμνήστρα σαν να ήταν δική της κόρη. Τέλος, μια ακόμη εκδοχή τη θέλει κόρη του Αγαμέμνονα και της Χρυσηίδας και ότι βρέθηκε στην Ταυρίδα, όταν κατά την επιστροφή στην Ελλάδα μαζί με τον πατέρα της μετά τον Τρωικό πόλεμο την απήγαγαν Σκύθες πειρατές.
Πάντως, στην κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας αναγνωρίζονται τρεις βασικοί σταθμοί στη ζωή της: Αυλίδα, Ταυρίδα, Αττική. Στη Αυλίδα τελέστηκε η θυσία της. Στην Ταυρίδα παρέμεινε ως ιέρεια της Άρτεμης· εκεί τη συνάντησε ο αδελφός της Ορέστης και μαζί ταξίδεψαν προς τα πάτρια εδάφη. Τέλος, στην Αττική, συγκεκριμένα στη Βραυρώνα, μετέφεραν το άγαλμα της Άρτεμης από την Ταυρίδα, και εκεί παρέμεινε η Ιφιγένεια ως ιέρεια της θεάς. Το επεισόδιο συμβάλλει στη δόξα της Αθήνας, καθώς συνδέει την πόλη με μια παλιά ηρωίδα και με μια παλιά λατρεία.

Η θυσία της Ιφιγένειας


Όταν ο στόλος συγκεντρώθηκε στην Αυλίδα, εγκλωβίστηκε εκεί από την άπνοια ή, σύμφωνα με άλλη εκδοχή, από ενάντιους ανέμους. Η αιτία γι’ αυτό ήταν, σύμφωνα με τον μάντη Κάλχαντα, ο θυμός της Άρτεμης. Οι αιτίες για τον θυμό της ποικίλουν:
  1. Ο πατέρας (ή παππούς) του αρχιστράτηγου, ο Ατρέας, δεν είχε θυσιάσει το αρνί με το χρυσόμαλλοδέραςστη θεά.
  2. Ο Αγαμέμνονας υπερηφανεύτηκε για τις κυνηγετικές του ικανότητες συγκρίνοντάς τες με της θεάς του κυνηγιού.(Εικ. 50)
  3. Ο Αγαμέμνονας αθέτησε την υπόσχεση του να προσφέρει στη θεά το καλύτερο προϊόν της χρονιάς, που έτυχε να είναι η κόρη του Ιφιγένεια. (Ευρ.,Ιφ. Τ.19 κ.ε.)
Η θυσία της κόρης του στρατηγού, της Ιφιγένειας, θα απεγκλώβιζε τον στόλο από την απραξία. Ο Αγαμέμνονας δέχτηκε να τελέσει τη θυσία είτε από φιλοδοξία (Αισχύλος, Αγαμέμνων) είτε για το κοινό καλό (Ευριπίδης, Ιφιγένεια εν Αυλίδι). Με δόλο ζήτησε από τη γυναίκα του να έρθει στην Αυλίδα, επικαλούμενος αρραβώνα της κόρης τους με το πρωτοπαλίκαρο των Ελλήνων, τον Αχιλλέα. Όταν ο αρχηγός των Μυρμιδόνων πληροφορήθηκε τον δόλο και την εμπλοκή του ονόματός του, προσπάθησε να σταματήσει τη θυσία, όμως όλο το στράτευμα -και οι δικοί του στρατιώτες- επιθυμούσαν την απεμπλοκή από το τέλμα· ο Αχιλλέας κινδύνεψε με λιθοβολισμό.
Ο Αγαμέμνονας τέλεσε τη θυσία κρυφά από την Κλυταιμνήστρα, την οποία, αμέσως μετά, έστειλε πίσω στο Άργος. Στο μεταξύ, στη διάρκεια της θυσίας η Άρτεμη αντικατέστησε την κόρη με ένα ελάφι ως θύμα, ενώ την ίδια την οδήγησε στην Ταυρίδα, όπου και την έκανε ιέρειά της.
Δεν λείπουν παραλλαγές του μύθου της θυσίας, τόσο ως προς τον τόπο όσο και ως προς την αντικατάσταση. Λεγόταν, λοιπόν, ότι η Ιφιγένεια μεταμορφώθηκε σε ταύρο ή δαμάλα ή αρκούδα ή σε γριά γυναίκα ή ότι η θυσία διακόπηκε από την αιφνίδια άφιξη ενός ζώου ή της γριάς και ότι τα σημεία αυτά ερμηνεύτηκαν από τον ιερέα ως ενδείξεις πως οι θεοί δεν ήθελαν πια τη θυσία. (Εικ. 515253545556575859606162636465666768697071727374757677787980818283848586878889909192939495)

Η Ιφιγένεια στην Ταυρίδα


Με την Ιφιγένεια στην Ταυρίδα ο Ευριπίδης προσέθεσε ένα ακόμη κεφάλαιο στη διαδικασία θεραπείας του Ορέστη από την τρέλα των ενοχών και δημιούργησε τις προϋποθέσεις της συνάντησης με την αδελφή του Ιφιγένεια. Σύμφωνα με χρησμό που πήρε ο Ορέστης θα έπρεπε να φέρει το άγαλμα της θεάς Άρτεμης από την Ταυρίδα. Όμως, έθιμο του τόπου ήταν η θυσία των ξένων που κάποιο ναυάγιο έφερνε στη χώρα. Την προετοιμασία για τη θυσία τους έκαμνε η ιέρεια της θεάς, η Ιφιγένεια (Ευρ., Ιφ. Τ., 1456-1461). Πυλάδης, λοιπόν, και Ορέστης φυλακίστηκαν, προκειμένου να θυσιαστούν. Όμως, στο μεταξύ συντελέστηκε η αναγνώριση των δύο αδελφών. Μόλις η Ιφιγένεια πληροφορήθηκε και τον σκοπό του ταξιδιού τους, μηχανεύτηκε τέχνασμα, για να μπορέσει ο Ορέστης να πάρει το άγαλμα της Άρτεμης από την Ταυρίδα και να το πάει στην Αττική, να γλιτώσει από τη θυσία και να καταφέρουν όλοι μαζί -Ορέστης, Πυλάδης, Ιφιγένεια- να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Προφασίστηκε στον βασιλιά Θόαντα ότι τα υποψήφια θύματα ήταν μολυσμένα και, επειδή άγγιξαν το άγαλμα της θεάς με τα χέρια τους, έπρεπε να εξαγνιστούν και να πλυθεί στη θάλασσα και το άγαλμα της θεάς (ό.π., 1033-1040). Απομάκρυνε τους φρουρούς με το πρόσχημα της μυστικότητας της τελετής, επιβιβάστηκαν στο καράβι και απέπλευσαν, αλλά ο Ποσειδώνας έριξε το καράβι στην ακτή. Σώθηκαν από την εκδικητική μανία του Θόαντα με την παρέμβαση της θεάς της Αθήνας και η οποία οδήγησε με ασφάλεια το πλοίο στην Αττική, όπου οι δραπέτες έκτισαν ναό στην Άρτεμη. (Εικ. 137138139140141142143144145146147148149150151152153154155156157158159)
Σοφόκλεια παραλλαγή του μύθου (από τη χαμένη τραγωδία Χρύσης) σπρώχνει τους δραπέτες στην πόλη Σμίνθιο της Τρωάδας, όπου ιερέας του Απόλλωνα ήταν ο συνονόματος εγγονός του Χρύση, γιος της Χρυσηίδας και του Αγαμέμνονα. Ο νεότερος Χρύσης συνέλαβε τους δραπέτες για να τους παραδώσει στον Θόαντα, ο παππούς του όμως του αποκάλυψε την πραγματική τους ταυτότητα. Τότε εκείνος σκότωσε τον βασιλιά της Ταυρίδας και έφυγε με τα αδέλφια του για τις Μυκήνες. (Εικ. 160)

Η Ιφιγένεια στην Αττική


Κατ’ εντολή του Απόλλωνα, ο Ορέστης έκτισε ιερό της Αρτέμιδος στις Αλές, κοντά στη Βραυρώνα, όπου και εναπόθεσε το άγαλμα. Η Ιφιγένεια παρέμεινε ιέρεια της θεάς και εκεί την έθαψαν, όταν πέθανε. Εκεί της αφιέρωναν τα φορέματα των γυναικών που πέθαιναν στη γέννα. Εξάλλου, στην ίδια θέση (Αλές και Βραυρώνα) λατρευόταν παλιά η Ιφιγένεια ως θεά του τοκετού. Αργότερα, εξέπεσε σε θνήσκουσα ηρωίδα και τον ρόλο της ανέλαβε η Άρτεμη, η οποία σε ιερό της αργολικής Ερμιόνης αποκαλούνταν Άρτεμη Ιφιγένεια (Παυσ. 2.35.1). Και αλλού στην Πελοπόννησο (Αίγειρα Αχαΐας, Παυς. 7.26.5) στεκόταν άγαλμα της Ιφιγένειας σε ναό της Άρτεμης που όμως πρέπει να ανήκε αρχικά στην Ιφιγένεια.
Την ημέρα της γιορτής της θεάς Άρτεμης στις Αλές ο ιερέας τελούσε συμβολικά μιαν ανθρωποκτονία, καθώς πλήγωνε ελαφρά με το σπαθί τον λαιμό ενός άνδρα, απ’ όπου έτρεχε λίγο αίμα.

ΗΛΕΚΤΡΑ


Λαοδίκη ονομαζόταν μία από τις κόρες του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας στον Όμηρο. Αυτή η Λαοδίκη στους μεταγενέστερους ποιητές δεν υπάρχει, ενώ εμφανίζεται ως αδελφή, με εξέχοντα ρόλο στο δράμα των Ατρειδών, η Ηλέκτρα. Μετά τον θάνατο του πατέρα της γίνεται σχεδόν σκλάβα στο πατρικό σπίτι. Σύμφωνα με μια εκδοχή, σώζει τον Ορέστη και τον εμπιστεύεται στον γέρο παιδαγωγό. (Εικ. 161) Μένει άκληρη, καθώς ο Αίγισθος, προκειμένου να προφυλαχθεί ο ίδιος από μελλοντικό εκδικητή του φόνου του Αγαμέμνονα, την πάντρεψε με χωρικό εγκατεστημένο μακριά από την πόλη. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές κρατήθηκε φυλακισμένη στο παλάτι των Ατρειδών και πάντως χώρια από τον Ορέστη, με τον οποίο αναγνωρίστηκε στον τάφο του Αγαμέμνονα. (Εικ. 162163164165166167168169170171172173174175176) Μαζί προετοιμάζουν την εκδίκηση για τον φόνο του πατέρα τους, δηλαδή τη δολοφονία του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας. (Εικ. 163037) Μετά τον φόνο, συμπαραστέκεται στον αδελφό της τόσο από την επίθεση των Ερινύων όσο και από την έχθρα του λαού που θέλει να καταδικάσει τους δολοφόνους σε θάνατο. Στη χαμένη τραγωδία Αλήτης του Σοφοκλή, η Ηλέκτρα πληροφορείται τον, σκηνοθετημένο, θάνατο του αδελφού της και του φίλου του Πυλάδη στην Ταυρική από την ίδια τους την αδελφή, την Ιφιγένεια, ιέρεια στον ναό της Άρτεμης. Ως συνέπεια του θανάτου του διαδόχου του θρόνου, αναλαμβάνει την εξουσία ο γιος του Αίγισθου Αλήτης. Η Ηλέκτρα τότε πηγαίνει στους Δελφούς, όπου συναντά την Ιφιγένεια και θέλει για τιμωρία να την τυφλώσει με αναμμένο δαυλό από τον βωμό. Όμως εκεί είναι και ο Ορέστης. Γυρνούν μαζί στις Μυκήνες, σκοτώνουν τον Αλήτη, ο Ορέστης παντρεύεται την Ερμιόνη και η Ηλέκτρα τον Πυλάδη από τον οποίο αποκτά δύο παιδιά, τον Μέδονα και τον Στρόφιο.

ΟΡΕΣΤΗΣ


Παιδικά χρόνια – Εκδίκηση για τον φόνο του Αγαμέμνονα


Ο Ορέστης είναι γιος του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας. Στον Όμηρο εμφανίζεται ως εκδικητής του φόνου του πατέρα του, όχι όμως και ως φονιάς της μητέρας του Κλυταιμνήστρας. Αυτό θα συμπληρωθεί από τους τρεις τραγικούς.
Στην ήδη βεβαρυμένη με τον φόνο του Αγαμέμνονα Κλυταιμνήστρα, ο Ευριπίδης θα φορτώσει και το γεγονός ότι ο Τήλεφος χρησιμοποίησε τον μικρό Ορέστη ως όμηρο στον βωμό, όπου είχε προσπέσει ικέτης, προκειμένου να πείσει τους Αχαιούς να του γιατρέψουν την παλιά πληγή από το δόρυ του Αχιλλέα. Το επεισόδιο αυτό τοποθετείται στην Αυλίδα, όταν ο στρατός των Αχαιών είχε συγκεντρωθεί για δεύτερη φορά μετά την αποτυχημένη πρώτη φορά, που είχαν καταλήξει στο βασίλειο του Τήλεφου στη Μυσία, αντί για την Τροία. Εκεί και τότε τον είχε τραυματίσει ο Αχιλλέας. Ο Ευριπίδης, πάλι, θέλει τον Ορέστη στην Αυλίδα, όταν με δόλο έφερε ο Αγαμέμνονας τη γυναίκα του και την κόρη τους Ιφιγένεια, προκειμένου να τη θυσιάσει στην Άρτεμη. (Εικ. 177178179180181182183184)
Νήπιο ο Ορέστης είχε μεταφερθεί στη Φωκίδα, όπου και ανατράφηκε. Σύμφωνα με τον 11ο Πυθιόνικο του Πινδάρου (στ. 16-37) ο Ορέστης σώθηκε χάρη στην πιστή τροφό του Αρσινόη, η οποία τον απέσυρε από τη σκηνή του φόνου του Αγαμέμνονα και της Κασσάνδρας και τον έστειλε στον Στρόφιο, βασιλιά της Φωκίδας. Σύμφωνα με τους τραγικούς η Ηλέκτρα έσωσε τον Ορέστη και τον παρέδωσε στον παιδαγωγό και εκείνος στον Στρόφιο που τον μεγάλωσε με τον γιο του Πυλάδη. (Εικ. 161)
Ο Απόλλωνας διέταξε τον Ορέστη να πάρει εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα του, ενώ σύμφωνα με άλλες εκδοχές η Ηλέκτρα τον παρακίνησε και ο θεός έδωσε την άδεια.
Η αναγνώριση του Ορέστη από την Ηλέκτρα γίνεται στον τάφο του πατέρα τους Αγαμέμνονα. Σημεία αναγνώρισης ήταν ο κομμένος βόστρυχος του Ορέστη και το χρώμα των μαλλιών, κοινό στους Ατρείδες (Αισχ., Χοηφ., στ. 176· πρβ. Σοφ., Ηλ., στ. 900-909), και ένα υφαντό με παράσταση κυνηγιού που είχε κεντήσει η Ηλέκτρα και το είχε δώσει στον Ορέστη (Αισχ., Χοηφ., στ. 230-232). Στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή (στ. 1222) ο Ορέστης αναφέρει ως σημείο αναγνώρισης σφραγῖδα πατρός, δαχτυλίδι με σφραγιδόλιθο. Στον Ευριπίδη μεσολαβεί ένας γέροντας για την αναγνώριση. (Εικ. 162163164165166167168169170171172173174175176)
Όταν ήρθε η ώρα της εκδίκησης, εμφανίζεται στο παλάτι ως απεσταλμένος του Στρόφιου, προκειμένου να αναγγείλει τον θάνατο του Ορέστη και να ρωτήσει αν η στάχτη του νεκρού θα έπρεπε να μεταφερθεί στο Άργος ή να μείνει στην Κίρρα (της Φωκίδας). (Εικ. 185186187188) Η Κλυταιμνήστρα απαλλαγμένη από τον φόβο της εκδίκησης του Ορέστη, καλεί τον Αίγισθο να επιστρέψει στο παλάτι, καθώς εκείνος απουσίαζε εκείνη την περίοδο. Τότε τον σκοτώνει ο Ορέστης. Τις κραυγές του ακούει η βασίλισσα, η οποία εμφανίζεται με σπαθί στο χέρι. Όταν εκείνος σήκωσε το δικό του σπαθί για να τη σκοτώσει, η Κλυταιμνήστρα επικαλέστηκε την ιδιότητά της ως μητέρας και του έδειξε γυμνό τον μαστό, απ’ όπου τον είχε θηλάσει. Ο δισταγμός του Ορέστη υπερνικήθηκε, όταν ο Πυλάδης του θύμισε την εντολή του Απόλλωνα, επομένως τον θεϊκό χαρακτήρα της τιμωρίας. (Εικ. 303132333435363738394041424344454647)
Σύμφωνα με την ευριπίδεια εκδοχή, ο Ορέστης σκότωσε τον Αίγισθο την ώρα που πρόσφερε θυσία στις Νύμφες στον κήπο του. Οι φύλακες του βασιλιά διστάζουν να επιτεθούν στον δολοφόνο Ορέστη, τον γιο του Αγαμέμνονα.

Καθαρμός από τον φόνο


Όπως οι περισσότεροι φονιάδες, ο Ορέστης τρελαίνεται, πολύ περισσότερο που ως φονιάς της μητέρας του τον κυνηγούν οι Ερινύες, ήδη από την ημέρα της ταφής της. Όπως κάθε φονιάς, θα πρέπει και αυτός να καθαρθεί.
Οι στίχοι του Αισχύλου στις Χοηφόρες «Και τα ποτάμια αν θα ‘σμιγαν / όλα τους σ’ ένα τρέξιμο / μάταια τα χέρια θα ‘πλεναν / τα που λερώνει φονικό» (72-74) φανερώνουν τη δυσκολία να γίνει ο καθαρμός του Ορέστη, που τελέστηκε με διάφορα μέσα. Πιο συγκεκριμένα: Όταν ο Ορέστης έφτασε στην Τροιζήνα, τιμωρημένος από τον Απόλλωνα με ένα χρόνο εξορία, αφού παρέμεινε αρκετές μέρες σε σκηνή μπροστά από το ιερό του θεού, καθάρθηκε από τους Τροιζήνιους με νερό από την πηγή τους Ιπποκρήνη πάνω στον Ιερό Βράχο· μόνο τότε του επέτρεψαν να μπαίνει στα σπίτια τους (Παυσ. 2.31.4. και 31.8-9. Αισχύλ., Ευμενίδες 235 και 445). Ωστόσο, επειδή το έγκλημα ήταν βαρύ, χρειάστηκε να επιχειρηθεί καθαρμός και με αίμα.
Ικέτης στον Απόλλωνα ο Ορέστης, προσπέφτει στον ομφαλό των Δελφών, προκειμένου να απαλλαγεί από τις Ερινύες. Ο χορός στις Χοηφόρες του Αισχύλου λέει στον Ορέστη:
«Ένας ο καθαρμός σου, ν’ αγγίξεις τον Λοξία
και θα σ’ ελευθερώσει απ’ αυτά τα μαρτύρια
» (στ. 1059-60),
εννοώντας τις Ερινύες. Νωρίτερα ο Ορέστης είχε πει:
«Και τώρα κοιτάξτε με πώς μ’ αυτό το κλαδί ελιάς
το στολισμένο με μαλλί θα ξεκινήσω
για τον μεσόμφαλο ναό, την κατοικία του Λοξία,
όπου λαμπυρίζει το άφθαρτο φέγγος της πυράς,
για να ξεφύγω απ’ το αίμα της μητέρας·
» (Αισχ., Χοηφ., 1034-1038).
Η ίδια η Κλυταιμνήστρα [ Εικ. 189], το φάντασμά της, προσπαθεί να αφυπνίσει τις Ερινύες που, καθώς ο Ορέστης προσπέφτει ικέτης στον ομφαλό, αποκοιμιούνται, και να καταδιώξουν τον δολοφόνο γιο της. Ο ίδιος ο Απόλλωνας θα σφάξει ένα γουρουνάκι και με το αίμα του νεοσφαγμένου ζώου θα περιλούσει τον Ορέστη, πιθανόν σε μια σκηνή αναπαράστασης του φόνου μέσω της οποίας επέρχεται η παραδοχή της πράξης. Στη συνέχεια, το αίμα θα ξεπλυθεί με νερό της πηγής σε ένα πραγματικό αλλά και συμβολικό λουτρό απαλλαγής από τους πραγματικούς ρύπους αλλά και τους ρύπους της ενοχής που τρέλαιναν τον Ορέστη:
«το μητροκτόνο αίμα ξεπλύθηκε και φεύγει·
ήταν νωπό όταν το έδιωξα με χοιροκτόνους καθαρμούς
που προσέφερα στον βωμό του θεού Φοίβου·
» (Ευμ., στ. 280-283).
Θα χρειαστεί και προσφορά θυσίας από τον ίδιο τον Ορέστη, πράξη και αυτή συμβολική για την επαναφορά του στην κανονική ζωή, τη θρησκευτική και την κοινωνική:
«είναι νόμος να μη μιλάει ο ένοχος φόνου
μέχρι να σφάξει κάποιος νεογέννητο βόσκημα
και με το αίμα του καθαρίσει το άλλο αίμα
» (στ. 448-450).
(Εικ. 189190191192193194195196197198199200201202203204205206)
Η τραγωδία Χοηφόροι τελειώνει, όμως στις Ευμενίδες φαίνεται ότι για τον καθαρμό του Ορέστη δεν ήταν αρκετό το άγγιγμα του Λοξία. Θα χρειαστεί και ένα πολιτικό σώμα να αποφανθεί για την αθώωση του Ορέστη, ο Άρειος Πάγος, απόφαση που σφραγίζει το τέλος της σειράς των εκδικήσεων μέσα στους οίκους και την ανάληψη της ευθύνης για την απονομή της δικαιοσύνης από όργανα της πόλεως. Ήταν η πρώτη δικαστική απόφαση του Αρείου Πάγου. (Εικ. 207)


Η συνέχεια του δράματος


Σύμφωνα με τον Ευριπίδη ο μητροκτόνος θα ταλαιπωρηθεί, μέχρις εξαντλήσεως, από τις Ερινύες. Η Ηλέκτρα του συμπαραστέκεται, χωρίς όμως να μπορεί να απαλύνει την επίθεση που δέχεται ο Ορέστης από τις τύψεις του. Τη φυσική αποστροφή των Αργείων για τον φόνο της μητέρας συνδαυλίζει ο παππούς του Ορέστη και πατέρας της Κλυταιμνήστρας Τυνδάρεος. Η πιθανή τιμωρία που θα τους επιβληθεί από το δικαστήριο που θα τους δικάσει είναι θάνατος με λιθοβολισμό, ώστε κανένας Αργείος να μην μολυνθεί από την επαφή με τα δύο αδέλφια, τα οποία εναποθέτουν τις ελπίδες τους στον θείο τους Μενέλαο που μόλις είχε προσαράξει με τα πλοία του στο Ναύπλιο. Πρώτη μέριμνα του Σπαρτιάτη βασιλιά είναι νύχτα να στείλει την Ελένη στο παλάτι του Αγαμέμνονα, για να την προφυλάξει από την πιθανή εκδικητική μανία κάποιου πατέρα που θα ήθελε να εκδικηθεί τον θάνατο του γιου του στην Τροία εξαιτίας της. Στις ικεσίες των δύο αδελφών στέκεται διστακτικός, πόσο μάλλον που σκέφτεται ότι με τον παραμερισμό του Ορέστη μπορεί να επεκταθεί η εξουσία του και στο Άργος. Υπόσχεται μόνο να ζητήσει την επιείκεια των Αργείων, κάτι όμως που, την ώρα της δίκης, δεν έπραξε. Οι Αργείοι αποφασίζουν τον θάνατο των δύο αδελφών, όμως με το δικό τους χέρι. Ακολουθώντας την πρόταση του Πυλάδη, και στη συνέχεια ακόμη μία της Ηλέκτρας, ο Ορέστης αποφασίζει να μπουν στο παλάτι και να σκοτώσουν την Ελένη ή να βάλουν φωτιά στο παλάτι· στη συνέχεια, να πιάσουν αιχμάλωτη την Ερμιόνη και να απειλήσουν τον πατέρα της, ώστε αυτός με τη σειρά του να ζητήσει από τους Αργείους να τους αφήσουν ελεύθερους. Και είναι ο Απόλλωνας, που με προσταγή του Δία, σώζει την Ελένη από τα σπαθιά των δύο φίλων, την υψώνει στους αιθέρες, όπου η Ελένη θα ζήσει αθάνατη δίπλα στα αδέλφια της τους Διόσκουρους, παραστέκοντάς τους στο έργο τους για την προστασία των ταξιδιωτών της θάλασσας. Ο Απόλλωνας, πάλι, θα δώσει λύση στο αδιέξοδο, καθώς οι δυο φίλοι και η Ηλέκτρα κρατούν αιχμάλωτη την Ερμιόνη, εκβιάζοντας τον Μενέλαο για τη μεσολάβησή του στους Αργείους, και αποφασίζουν το κάψιμο του παλατιού. Ο θεός ανακοινώνει την τύχη της Ελένης, προστάζει τον Ορέστη να μείνει εξόριστος στην Αρκαδία για ένα χρόνο, μετά να πορευτεί στην Αθήνα, όπου θα δικαστεί από τους θεούς και θα αθωωθεί. Η τελική εντολή αφορά στον γάμο του Ορέστη και του Πυλάδη, με την Ερμιόνη και την Ηλέκτρα. Έτσι, ο ένοχος εντάσσεται και πάλι στο κοινωνικό σύστημα, καθαρμένος από το έγκλημα αλλά και προσφέροντας απογόνους, επομένως συνέχεια, στην κοινότητα.

Ορέστης και Ιφιγένεια


Με την Ιφιγένεια στην Ταυρίδα ο Ευριπίδης προσθέτει ένα ακόμη κεφάλαιο στη διαδικασία θεραπείας του Ορέστη από την τρέλα των ενοχών. Σύμφωνα με χρησμό που πήρε ο Ορέστης θα έπρεπε να φέρει το άγαλμα της θεάς Άρτεμης από την Ταυρίδα. Όμως:
«[…] Και ο λαός εδώ και πέρα
την Άρτεμη ας δοξάζει την Ταυριώτισσα.
Και τη γιορτή της ο λαός όταν γιορτάζει,
για της σφαγής σου ξαγορά, τάξε, ιερέας
ν’ αγγίζει με σπαθί το λαιμό κάποιου
και να ματώνει τον έτσι για τη χάρη
για προσκύνημα της θεάς
» (Ευριπίδης, Ιφιγένεια εν Ταύροις, 1456-1461).
Πυλάδης, λοιπόν, και Ορέστης φυλακίστηκαν, προκειμένου να θυσιαστούν στη θεά. Ιέρεια όμως εκεί ήταν η Ιφιγένεια που βρήκε την ευκαιρία να ρωτήσει τους ξένους για την πατρίδα της και έτσι να αναγνωριστούν. Μόλις πληροφορήθηκε και τον σκοπό του ταξιδιού τους, η Ιφιγένεια μηχανεύεται τέχνασμα για να μπορέσει ο Ορέστης να πάρει το άγαλμα της Άρτεμης από την Ταυρίδα και να το πάει στην Αττική, να γλιτώσει από τη θυσία και να καταφέρουν όλοι μαζί -Ορέστης, Πυλάδης, Ιφιγένεια- να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Θα προφασιστεί στον βασιλιά Θόαντα ότι τα υποψήφια θύματα είναι μολυσμένα και, επειδή άγγιξαν το άγαλμα της θεάς με τα χέρια τους, πρέπει να εξαγνιστούν και να πλυθεί στη θάλασσα και το άγαλμα της θεάς (1033-1040). Απομακρύνει τους φρουρούς με το πρόσχημα της μυστικότητας της τελετής, επιβιβάζονται στο καράβι αλλά ο Ποσειδώνας ρίχνει το καράβι στην ακτή. Θα σωθούν από τον Θόαντα με την παρέμβαση της θεάς της Αθήνας και η οποία θα οδηγήσει με ασφάλεια το πλοίο στην Αττική, όπου οι δραπέτες θα κτίσουν ναό στην Άρτεμη. (Εικ. 137138139140141142143144145146147148149150151152153154155156157158159208)

Γάμος και θάνατος


Αρραβωνιασμένος από τον πατέρα του Αγαμέμνονα με την εξαδέλφη του Ερμιόνη από παιδιά, χρειάστηκε να την απαγάγει όταν γύρισε από την Ταυρίδα, γιατί ο Μενέλαος στην Τροία αθέτησε τον λόγο του και έδωσε την κόρη του στον Νεοπτόλεμο. Σκότωσε μάλιστα τον Νεοπτόλεμο στους Δελφούς, με προτροπή της Ερμιόνης. Απέκτησαν ένα γιο, τον Τισαμενό και βασίλεψε εβδομήντα χρόνια. Πέθανε ενενήντα χρονών και έδειχναν τον τάφο του στην Τεγέα, όπου του απέδιδαν θεϊκές τιμές, αφού πρώτα έστειλε αποίκους στη Μικρά Ασία για να αποκαταστήσουν τις κατεστραμμένες από τον Τρωικό πόλεμο πόλεις και τα ιερά τους. Και τούτο γιατί λοιμός κατέστρεψε το βασίλειό του λίγο καιρό πριν πεθάνει. Με τον τελευταίο αυτό μύθο σηματοδοτείται η παρακμή του μυνηναϊκού πολιτισμού και η απαρχή του αποικισμού. (Εικ. 209210211212213)

Ο Οίκος των Ατρειδών – Τρίτο Μέρος

ΜΕΝΕΛΑΟΣ


Καταγωγή – Οικογενειακή κατάσταση

Στην Ιλιάδα ο Μενέλαος περιγράφεται ξανθός, με φαρδιούς ώμους, λιγόλογος, γνωστικός, καλόκαρδος (Γ 210, 214, 284). Έτσι, χαρίζει τη ζωή στον Tρώα ήρωα Άδραστο (Ζ 37) και συγχωρεί τον γιο του Νέστορα Αντίλοχο, που προσπάθησε να τον ξεπεράσει στην αρματοδρομία με όχι έντιμα μέσα (Ψ 602). Για την καλοσύνη του επιπλήττεται από τον αδελφό του Αγαμέμνονα (Ζ 37).
Όσο για την καταγωγή του, ό,τι ισχύει για τον Αγαμέμνονα ισχύει και για τον μικρότερο αδελφό Μενέλαο.
Θεωρούνταν γιος (ή εγγονός) του Ατρέα ή του Πλεισθένη (Ησίοδος, απ. 194), και της Αερόπης, κόρης του Κατρέα από την Κρήτη. Ανάλογα με την έμφαση που δινόταν στο παρελθόν και στο γενεαλογικό δέντρο του Μενελάου, αποκαλούνταν Ατρείδης, Πελοπίδης, Τανταλίδης, Πλεισθενίδης. Ήταν σύζυγος της Ελένης, κόρη του Τυνδάρεου και της Λήδας, αδελφή της Κλυταιμνήστρας και των Διοσκούρων, πατέρας της Ερμιόνης, ενός γιου από άλλη γυναίκα, σκλάβα, του Μεγαπένθη, που ήταν και το στερνοπαίδι του κατά την ομηρική παράδοση (Οδ., δ 10-14) και του Ξενόδαμου από την κρητικιά Κνωσσία. Μεταγενέστεροι συγγραφείς αναφέρουν και άλλα παιδιά του Μενέλαου και της Ελένης.
Όταν ήταν νέοι ο Μενέλαος και ο Αγαμέμνονας, ο πατέρας τους Ατρέας ζήτησε να του βρουν τον Θυέστη και να τον φέρουν στις Μυκήνες. Εκεί τον φυλάκισε και έβαλε τον Αίγισθο να τον σκοτώσει· όμως Θυέστης και Αίγισθος αναγνωρίστηκαν έγκαιρα ως πατέρας και γιος, ο Αίγισθος σκότωσε τον Ατρέα που τον είχε μεγαλώσει και έδιωξε τους δυο γιους του, οι οποίοι κατέφυγαν στη Σπάρτη, όπου και παντρεύτηκαν τις δύο κόρες του Τυνδάρεου, ο Αγαμέμνονας την Κλυταιμνήστρα, ο Μενέλαος την Ελένη.

Γάμος με την Ελένη


Ως ένας από τους μνηστήρες της Ελένης τη διεκδίκησε και την κέρδισε ως ο πλουσιότερος αλλά και ως αδελφός του Αγαμέμνονα, άνδρα της μεγαλύτερης αδελφής της Ελένης, της Κλυταιμνήστρας. Γι’ αυτούς τους λόγους ήταν ο εκλεκτός του Τυνδάρεου, πατέρα της Ελένης, ο οποίος δέσμευσε τους μνηστήρες με κοινό όρκο να σεβαστούν την όποια απόφαση και επιπλέον να συνδράμουν στον σύζυγο της Ελένης, όποιος κι αν ήταν, σε περίπτωση που η Ελένη γινόταν θύμα αρπαγής. (Εικ. 214215)
Ο γάμος έγινε ομαλά και όταν ο Τυνδάρεος έχασε τα αγόρια του, και διαδόχους στον θρόνο του, τους Διόσκουρους, ζήτησε από τον Μενέλαο να αφήσει το Άργος και να βασιλέψει στη Σπάρτη. Με την Ελένη έζησε ήσυχα τουλάχιστον εννιά χρόνια.

Αρπαγή της Ελένης


Η έλευση του γιου του βασιλιά της Τροίας Πριάμου, του Πάρη, στη Σπάρτη, με πλοία που είχαν φτιαχτεί αποκλειστικά για αυτό το ταξίδι, μια και οι Τρώες δεν ήταν λαός θαλασσινός, διέκοψε τον ήρεμο γάμο. Άλλη εκδοχή αποδίδει την έλευση του Πάρη στον Μενέλαο. Διότι ο Μενέλαος είχε κάποτε φιλοξενηθεί στην Τροία από τον Πάρη, όταν χρησμός τον έφερε στην περιοχή για να θυσιάσει στους τάφους των γιων του Προμηθέα και να εξευμενίσει τους θεούς, ώστε να απαλλαχτεί η Σπάρτη από την ξηρασία που την έπληττε. Αργότερα, ο Μενέλαος ανταπέδωσε τη φιλοξενία στον Πάρη και τον καθήρε από ακούσιο φόνο που είχε διαπράξει, οπότε και είχε αναγκασθεί να εγκαταλείψει την Τροία.
Δέκα μέρες μετά την έλευσή του ο Μενέλαος ειδοποιήθηκε για τον θάνατο του Κατρέα, παππού του από την πλευρά της μητέρας του και έφυγε αμέσως για την Κρήτη, για να τον κηδέψει, αφήνοντας εντολή στην Ελένη να περιποιηθεί τον ξένο τους, ο οποίος από την πρώτη στιγμή της είχε προσφέρει πλούσια δώρα. Εκμεταλλευόμενος την απουσία του Μενέλαου, ο Πάρης έφυγε με την Ελένη, με σκλάβες και θησαυρούς από το παλάτι του οικοδεσπότη. (Εικ. 216217218219220221222223224225226227228229230231232233234235236237238239240241242243244245246247248249250251252253254255256257258259260261262263264265266267268269270271272273)
Η θεά Ίριδα ειδοποίησε αμέσως τον Μενέλαο που επέστρεψε στη Σπάρτη και ευθύς αναχώρησε για τις Μυκήνες, ζητώντας από τον αδελφό του Αγαμέμνονα να συγκεντρώσει τους ηγεμόνες της Ελλάδας και τους παλιούς μνηστήρες της Ελένης, ώστε με τον στρατό και τον στόλο τους να πάρουν πίσω την Ελένη. Τα επιχειρήματα γι’ αυτή την πανελλήνια εκστρατεία ήταν και η δέσμευση των μνηστήρων αλλά και ότι, αν η πράξη αφηνόταν ατιμώρητη, τότε μπορεί να κινδύνευαν και οι γυναίκες και των υπολοίπων.
Ο Μενέλαος ξεκίνησε μια σειρά ταξιδιών για να πείσει διάφορους ηγεμόνες, πρώτα τον ηλικιωμένο Νέστορα της Πύλου και πατέρα γενναίου γιου και στη συνέχεια μαζί, για να πείσουν τον Οδυσσέα και τον Αχιλλέα, αδέσμευτοι από τον όρκο προς τον Τυνδάρεο, ο πρώτος γιατί δεν είχε διεκδικήσει σοβαρά την Ελένη, μια και ήξερε την προτίμηση του Τυνδάρεου, και ο δεύτερος γιατί, λόγω ηλικίας, δεν την είχε καν διεκδικήσει. Μαζί με τον Αγαμέμνονα ταξίδευσαν στην Κύπρο και μετά πήγαν στους Δελφούς για χρησμό, που όρισε στον Μενέλαο να αφιερώσει ένα περιδέραιο της Ελένης, δώρο της Αφροδίτης, στην Αθηνά.

Ο Μενέλαος στην Τροία


Με εξήντα καράβια έφθασε ο Μενέλαος στην Τροία (Ιλ.,Β 586). (Εικ. 274275276) Από την Τένεδο, όπου άραξε καταρχάς ο στόλος των Ελλήνων, οι Αχαιοί τον έστειλαν αντιπροσωπεία μαζί με τον Οδυσσέα, για να δοκιμάσουν να βρουν λύση διπλωματική στο πρόβλημα. Οι Τρώες αρνήθηκαν κάθε συμβιβασμό και επιδίωξαν να δολοφονήσουν τους δύο άνδρες παραβιάζοντας τους νόμους της φιλοξενίας. Όμως ο Αντήνορας, ανιψιός του Πριάμου, στο σπίτι του οποίου φιλοξενήθηκαν, τους φυγάδευσε κρυφά, καθώς δεν θέλησε να προστεθεί στην πρώτη αδικία, την αρπαγή της Ελένης, και μια δεύτερη, η δολοφονία πρεσβευτών (Ιλ., Γ 205-208). (Εικ. 277)

Έχει την προστασία της Ήρας και της Αθηνάς, είναι δεινός πολεμιστής, όμως είναι λιγότερο βίαιος από τους άλλους Αχαιούς, μάλιστα ο Αγαμέμνονας τον κατηγορεί για έλλειψη πρωτοβουλίας (Ιλ., Κ 119-123). Μονομαχεί με τον Πάρη (Ιλ., Γ 340 κ.ε.) και τον νικά, όμως η Αφροδίτη σώζει τον προστατευόμενό της. (Εικ. 278279280281282) Αλλά και η Αθηνά σώζει τον Μενέλαο, όταν ο Πάνδαρος τον τοξεύει ύπουλα σε στιγμή που ίσχυαν σπονδές (Ιλ.,Δ 104 κ.ε.). Το βέλος του εχθρού δεν πληγώνει την κοιλιά του Μενέλαου και ο Μαχάονας τον γιατρεύει εύκολα.
Προτείνει να μονομαχήσει αυτός με τον Έκτορα, καθώς κανένας Αχαιός δεν το τολμά, όμως τον σταματά ο Αγαμέμνονας υπενθυμίζοντάς του τις δυνατότητές του, δυσανάλογα μικρές και λίγες με εκείνες του Έκτορα (Ιλ.,Η 94-122). (Εικ. 283)
Στη μάχη σκοτώνει και τραυματίζει αρκετούς, υπερασπίζεται το νεκρό σώμα του Πατρόκλου (Ρ 1 κ.ε.) αλλά στη συνέχεια αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια του Αίαντα, του μεγάλου και μετά του μικρού, του Ιδομενέα, του Μηριόνη και άλλων. Ειδοποιεί με τον Αντίλοχο τον Αχιλλέα για τον θάνατο του Πατρόκλου, και ύστερα φορτώνεται το νεκρό σώμα και υποχωρεί προστατευόμενος από τους δύο Αίαντες. (Εικ. 284285286287288289290291)
Μπαίνει και αυτός στον Δούρειο ίππο και στην τελική μάχη, μετά την είσοδο των Ελλήνων στην Τροία, σκοτώνει τον νέο σύζυγο της Ελένης, τον Δηίφοβο. Όταν συναντά την Ελένη, επιχειρεί να τη σκοτώσει αλλά σταματά μπροστά στο στήθος της που αμίλητη είχε ξεγυμνώσει. Άλλες εκδοχές θέλουν την Ελένη να προσπέφτει ικέτισσα στον οικιακό βωμό και μέσα στην αταξία των ενδυμάτων της φάνηκε το γυμνό στήθος της που άναψε ξανά τον πόθο στον Μενέλαο. Ο Βιργίλιος πάλι θέλει την Ελένη να καλεί η ίδια τον Μενέλαο και τον Οδυσσέα στο σπίτι της, όπου και έκρυψε όλα τα όπλα, εξασφαλίζοντας τη νίκη στον Μενέλαο. Την ημέρα της καταστροφής της Τροίας την παίρνει κρυφά και την οδηγεί στα πλοία του. (Εικ. 292293294295296297298299300301302303304305306307308309310311312313314315316317318319320)
Σε πηγές μετά την Ιλιάδα αναφέρεται ότι ο Μενέλαος φέρθηκε βάναυσα στο νεκρό σώμα του Πάρη.

Επιστροφή


Ο Μενέλαος θέλησε μετά την άλωση της Τροίας να ξεκινήσουν για το ταξίδι της επιστροφής, όμως ο Αγαμέμνονας παρέμενε, για να εξιλεώσει με θυσίες την Αθηνά για τις καταστροφές των ιερών στην Τροία. Στη συνέλευση που συγκάλεσαν οι Ατρείδες δεν στάθηκε δυνατό να παρθεί κοινή απόφαση. Έτσι, Μενέλαος, Νέστορας, Οδυσσέας, Διομήδης και άλλοι βασιλιάδες φόρτωσαν στα καράβια τους τα λάφυρα και έφυγαν, ενώ ο Αγαμέμνονας περέμεινε στην Τρωάδα. Εκεί επέστρεψαν ο Οδυσσέας και άλλοι αρχηγοί, γιατί στην Τένεδο προέκυψε νέα σύγκρουση μεταξύ των αρχηγών, την οποία προκάλεσε ο Δίας.
Μενέλαος, Νέστορας και Διομήδης συνέχισαν το ταξίδι της επιστροφής. Και στη Λέσβο όμως προέκυψε ζήτημα μεταξύ τους για τον δρόμο που θα έπρεπε να ακολουθήσουν. Σημάδι από τον Δία τους υπέδειξε το ανοιχτό πέλαγος προς της Γεραιστό, το νοτιοανατολικό ακρωτήρι της Εύβοιας. Με πρίμο αέρα έφτασαν στον προορισμό τους, όπου θυσίασαν στον Ποσειδώνα. Λίγες μέρες μετά, Νέστορας και Διομήδης βρίσκονταν πια στις πατρίδες τους, όχι όμως και ο Μενέλαος που αναγκάστηκε να αποβιβαστεί στο Σούνιο για να θάψει τον κυβερνήτη του καραβιού του, τον γιο του Ονήτορα Φρόντη που πέθανε ξαφνικά πάνω στο τιμόνι. Στον Μαλέα τα εξήντα καράβια του Μενέλαου αντιμετώπισαν ενάντιους ανέμους που τους έριξαν νότια. Το μεγαλύτερο μέρος του στόλου τσακίστηκε στον ανοιχτό κόλπο της Φαιστού. Με πέντε μόνο καράβια πια, ο Μενέλαος παρασύρθηκε στην Αίγυπτο, όπου βρήκε την ευκαιρία να μαζέψει καινούρια πλούτη, ενώ ο βασιλιάς της Θήβας Πόλυβος του χάρισε πολύτιμα δώρα. Το ίδιο και η βασίλισσα Αλκάνδρα στην Ελένη, ενώ η αιγύπτια Πολύδαμνα, γυναίκα του Θώνα, την προμήθευσε με βότανα, θεραπευτικά ή φαρμακερά. (Εικ. 321) Ο Μενέλαος περιπλανήθηκε και στη Σιδώνα, την Κύπρο, τη Φοινίκη, την Ερεμβία (;), τη Λιβύη, γενικότερα στα παράλια της νοτιοναταλικής Μεσογείου, σε αντίθεση με τον Οδυσσέα που περιπλανήθηκε στις δυτικές και βορειοδυτικές θάλασσες και, μερικώς, στις βορειοανατολικές.
Απρονοησία τον έκανε να μην θυσιάσει στους θεούς φεύγοντας από την Αίγυπτο. Αυτοί τον τιμώρησαν ρίχνοντάς τον στο νησάκι Φάρος, απέναντι από την Αλεξάνδρεια. Ενάντιοι άνεμοι τον δέσμευσαν εκεί για είκοσι μερόνυχτα. Αλλά όπως ο νεκρός Τειρεσίας υπέδειξε στον Οδυσσέα τον τρόπο του γυρισμού, έτσι και μια νεαρή κοπέλα, η Ειδοθέα, κόρη του γέροντα της θάλασσας Πρωτέα, συμβούλεψε τον Μενέλαο να αναζητήσει τον πατέρα της και να τον ρωτήσει για τον γυρισμό του. Ακολουθώντας της οδηγίες της Ειδοθέας, ο Μενέλαος με τρεις συντρόφους μπήκαν σε μια έρημη σπηλιά. Εκεί η κοπέλα τους σκέπασε με δέρματα από τέσσερις φώκιες που η ίδια μόλις είχε ξεγδάρει και, για να μην πνιγούν οι τέσσερις άνδρες από την άσχημη μυρωδιά, τους έσταξε αμβροσία στα ρουθούνια. Σε λίγο βγήκαν οι φώκιες από τη θάλασσα και ο Πρωτέας που τις μέτρησε και τις βρήκε εντάξει – μαζί και τις τέσσερις που η κόρη του είχε σκοτώσει. Εδώ η μυθική περιγραφή συνταιριάζει την πραγματική συμπεριφορά στις κοινότητες που δημιουργούν οι φώκιες με το φανταστικό στοιχείο – ό,τι ακριβώς κάνει ο ποιητής της Οδύσσειας με την περιγραφή της κοινότητας των Κυκλώπων που παραπέμπει σε κοινωνίες κτηνοτροφικές με καθαρά ποιμενικό χαρακτήρα.
Ο Πρωτέας αποκοιμήθηκε και τότε ο Μενέλαος και οι σύντροφοί του τον άρπαξαν. Ο γέροντας μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι, φίδι, λεοπάρδαλη, κάπρο, νερό, δέντρο, όπως η Θέτιδα όταν προσπαθούσε να την πιάσει ο Πηλέας. Όποια μορφή κι αν έπαιρνε, οι άνδρες τον κρατούσαν σφιχτά. Αποκαμωμένος πήρε την αρχική μορφή του και συμβούλευσε τον Μενέλαο να επιστρέψει στον Νείλο και να θυσιάσει στον Δία και τους άλλους θεούς. Τον πληροφόρησε ακόμη για την τύχη των άλλων ηρώων, του Λοκρού Αίαντα, του αδελφού του Αγαμέμνονα, του Οδυσσέα που χρόνια τον κρατούσε η Καλυψώ στο νησί της και προφήτευσε τον θάνατο του Μενέλαου και τη μετάβασή του στα Ηλύσια πεδία, σε τόπο ευλογημένο, με κυβερνήτη τον Ραδάμανθυ, χωρίς βροχές, χιόνια, βαρυχειμωνιές (Οδ., δ 382-570).
Ο Μενέλαος ενήργησε σύμφωνα με τις υποδείξεις του Πρωτέα και επιπλέον ύψωσε κενοτάφιο στον Αγαμέμνονα, για να μείνει το όνομά του και στα ξένα. Με ούριο άνεμο έφτασε τελικά στην πατρίδα του ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια απουσίας.
Στη Σπάρτη Μενέλαος και Ελένη έζησαν αρμονικά. Στο παλάτι υποδέχτηκαν και τον Τηλέμαχο, μάλιστα την ημέρα που πάντρευαν την κόρη τους Ερμιόνη. Ο νέος είχε φύγει από την Ιθάκη σε ένα ταξίδι αναζήτησης πληροφοριών για τον πατέρα του. Πρώτα επισκέφτηκε την Πύλο και στη συνέχεια τη Σπάρτη. Η Ελένη, με ασχολίες και συμπεριφορά που θυμίζουν Πηνελόπη, όμως και αξιοποιώντας τις γνώσεις που απέκτησε στην Αίγυπτο για μαγικά βότανα, κατάφερε να κατάφερε να ηρεμήσει τον άνδρα της και τον φιλοξενούμενό τους από τη θλίψη που τους προκάλεσε η ανάμνηση του Οδυσσέα (Οδ. δ 136-154, 169-185). (Εικ. 322323)

Ο Μενέλαος στην Αίγυπτο


Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις, τις οποίες αξιοποίησε ο Ευριπίδης, η Ελένη δεν απάτησε τον άνδρα της και ούτε ποτέ πήγε στην Τροία. Αυτό που άρπαξε ο Πάρης ήταν ένα ομοίωμά της, φτιαγμένο από σύννεφο από την ίδια την Ήρα, που με αυτόν τον τρόπο εκδικήθηκε τον Πάρη για την επιλογή του της Αφροδίτης ως θεάς της ομορφιάς. Ο Ερμής οδήγησε κρυφά την Ελένη στην Αίγυπτο, όπου έμενε προστατευμένη από τον βασιλιά Πρωτέα, μέχρι που εκείνος πέθανε. Ο γιος του Θεοκλύμενος πόθησε την Ελένη, η οποία αναγκάστηκε να προσπέσει στον τάφο του Πρωτέα ως ικέτισσα προκειμένου να σωθεί από τις ορέξεις του νέου βασιλιά.
Η άφιξη του Τεύκρου στην Αίγυπτο, ενδιάμεσος σταθμός πριν φτάσει στην Κύπρο μετά την άλωση της Τροίας, έφεραν την Ελένη σε απελπισία, καθώς πληροφορήθηκε από αυτόν τον θάνατο της μητέρας της και το γεγονός ότι στην ουσία αγνοούνταν η τύχη των αδελφών της· τις κατάρες των Ελλήνων που τη θεωρούσαν υπεύθυνη για τους τόσους θανάτους· το γεγονός ότι η τύχη του άνδρα της αγνοούνταν επτά χρόνια μετά την άλωση της Τροίας. Η πληροφορία που της έδωσε η μάντισσα Θεονόη, αδελφή του Θεοκλύμενου, ότι ο άνδρας της ζει αλλά περιπλανιέται, την απέτρεψε από το να εκτελέσει την απόφασή της να θέσει τέρμα στη ζωή της. Τότε ήταν που κατέφτασε ο Μενέλαος ναυαγός με λίγους συντρόφους και με το είδωλο της Ελένης να το έχει τοποθετήσει σε μια σπηλιά.
Μετά τη συνάντηση και την αναγνώριση του ζεύγους, την αποκάλυψη της αλήθειας και την αφήγηση των παθών τους, Μενέλαος και Ελένη κατέστρωσαν σχέδιο απόδρασης από την Αίγυπτο, που πολύ θυμίζει το σχέδιο απόδρασης της Ιφιγένειας, του Ορέστη και του Πυλάδη από τη γη των Ταύρων.
Όπως και ο Θόας της Ταυρίδας, έτσι και ο Θεοκλύμενος της Αιγύπτου σκότωνε κάθε Έλληνα που έφτανε στα αιγυπτιακά ακρογιάλια. Και φυσικά, ο Αιγύπτιος βασιλιάς δεν θα δεχόταν να παραχωρήσει την Ελένη στον άνδρα της. Το ζεύγος εξασφάλισε καταρχάς τη σιωπή της Θεονόης και μετά ο Μενέλαος εμφανίζεται ρακένδυτος στον βασιλιά, ως σύντροφος του Μενέλαου, για να αναγγείλει στην Ελένη τον θάνατο του άνδρα της στις λιβυκές ακτές. Ο «θάνατος» του Μενέλαου, τον οποίο η Ελένη φροντίζει να θρηνήσει με όλα τα έθιμα – κόβει τα μαλλιά της, ντύνεται στα μαύρα – ανοίγει τον δρόμο για τον γάμο της Ελένης με τον βασιλιά της Αιγύπτου, ο οποίος της δίνει την άδεια να τελέσει τις τελευταίες τιμές, κυρίως να πετάξει στη θάλασσα όλα τα υπολείμματα θυσιών προς τιμή ενός νεκρού της θάλασσας που δεν βρέθηκε το πτώμα του. Ο Θεοκλύμενος της παραχωρεί ένα καράβι με αιγύπτιους σκλάβους, για να κουβαλήσουν τα κτερίσματα, και με συνοδούς τους έλληνες ναυαγούς, οι οποίοι στα ανοιχτά σκοτώνουν τους σκλάβους και τραβούν κατά την Ελλάδα. Τότε ήταν που οι Διόσκουροι ανακοινώνουν στην αδελφή τους ότι μετά τον θάνατό της θα αποθεωθεί και ο Μενέλαος θα κατοικήσει στο νησί των Μακάρων. Στο μεταξύ κατευνάζουν και τον θυμό του Θεοκλύμενου.

Ο Μενέλαος στον Ορέστη και την Ανδρομάχη του Ευριπίδη


Στον Ορέστη του Ευριπίδη ο Μενέλαος έφτασε στο Ναύπλιο λίγες μέρες μετά την κηδεία της Κλυταιμνήστρας. Πρώτη μέριμνα του Σπαρτιάτη βασιλιά ήταν νύχτα να στείλει την Ελένη στο παλάτι του Αγαμέμνονα για να την προφυλάξει από την πιθανή εκδικητική μανία κάποιου πατέρα που θα θελήσει να εκδικηθεί τον θάνατο του γιου του στην Τροία εξαιτίας της. Ωστόσο, είχε να αντιμετωπίσει και τα ανίψια του, τον Ορέστη και την Ηλέκτρα, τους οποίους δικαστήριο των Αργείων είχε καταδικάσει σε θάνατο με λιθοβολισμό, ώστε κανένας Αργείος να μην μολυνθεί από την επαφή με τα δύο αδέλφια. Στις ικεσίες των δύο αδελφών ο Μενέλαος στέκεται διστακτικός, πόσο μάλλον που σκέφτεται ότι με τον παραμερισμό του Ορέστη μπορεί να επεκταθεί η εξουσία του και στο Άργος. Η μόνη υπόσχεση που έδωσε ήταν να μεσολαβήσει στους Αργείους για να δείξουν επιείκεια, κάτι όμως που, την ώρα της δίκης, δεν έπραξε. Για να εκβιάσουν τον θείο τους, τα δύο αδέλφια και ο Πυλάδης συνωμοτούν για να σκοτώσουν την Ελένη, να βάλουν φωτιά στο παλάτι, να κρατήσουν όμηρο την Ερμιόνη. Στο δράμα δίνουν λύση οι θεοί που παίρνουν την Ελένη στους αιθέρες, όπου και θα ζει αθάνατη, δίνουν εντολή στον Ορέστη να μείνει εξόριστος στην Αρκαδία για ένα χρόνο, μετά να πορευτεί στην Αθήνα, όπου θα δικαστεί από τους θεούς και θα αθωωθεί, και τέλος να παντρευτεί την Ερμιόνη. Ο Μενέλαος σε όλα αυτά μένει παθητικός και άβουλος παρατηρητής, όπως περίπου τον είχε κατηγορήσει ο Αγαμέμνονας στην Ιλιάδα.
Και στην Ανδρομάχη ο ποιητής παρουσιάζει τον Μενέλαο κυνικό και αδίσταχτο να αποφασίζει τον θάνατο της Ανδρομάχης και του γιου της, όμως να δειλιάζει μπροστά στον γέροντα Πηλέα και να προφασίζεται αποστασίες γειτόνων του στη Σπάρτη, για να μπορέσει να φύγει από τη Φθία, εγκαταλείποντας την κόρη του Ερμιόνη.

Το τέλος του Μενέλαου


Ο Μενέλαος κέρδισε πολλά πλούτη, κανένα γιο όμως από την Ελένη, οπότε και κανένα διάδοχο. Την κόρη του Ερμιόνη, αν και ήταν αρραβωνιασμένη με τον εξάδελφό της Ορέστη από παιδιά, την έδωσε τελικά στον Νεοπτόλεμο, τον γιο του Αχιλλέα, στη Φθία. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, την Ερμιόνη είχε παντρέψει ο Τυνδάρεος με τον Ορέστη και, για να κρατήσει τον λόγο του ο Μενέλαος, τη χώρισε και την έδωσε στον Νεοπτόλεμο. Μετά τον θάνατο του Νεοπτόλεμου στους Δελφούς, η Ερμιόνη ξαναγυρνά στον Ορέστη. (Εικ. 209210211212213)
Αν και θα καταλήξει στα Ηλύσια πεδία, ωστόσο, πριν πεθάνει, βιώνει τη θλίψη από τα βάσανά του, τα προσωπικά του, του αδελφού του και των συντρόφων του και δηλώνει ότι θα έδινε τα δύο τρίτα της περιουσία του, φτάνει να ήξερε ότι οι σύντροφοί του στον πόλεμο είναι ακόμη ζωντανοί.

ΕΛΕΝΗ


Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις


Ποια είναι η γυναίκα για την οποία γνωρίζουμε ότι:
  1. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές του μύθου της, κάτι το οποίο προκαλεί σύγχυση για την ταυτότητα της Ελένης.
  2. Υπήρχαν ιερά αφιερωμένα σε εκείνη, ένα στηΘεράπνη(Ηρ. 6.61, Ισ. 10.63, Παυσ. 3.19.9), ένα στον Πλατανιστά (Παυσ. 3.15.2), στη Λακωνία.
  3. Υπήρχε γιορτή προς τιμή της, ταΕλένεια(Ησύχιος, λ. Ελένη).
  4. Υπήρχε φυτό που λεγότανελένειον.
  5. Λατρευόταν στη Σπάρτη ιερός πλάτανος με την επιγραφή:σέβου μ’, Ελένας φυτόν ειμι. (Θεόκρ.,Ειδύλλια 18.39 κ.ε.).
  6. Λατρευόταν στη Ρόδο η Ελένη Δενδρίτις.

ΙΙ. Καταγωγή Ελένης


Α) Κόρη του Δία είτε από τη Λήδα είτε από τη Νέμεση.
«Όταν ο Δίας πλάγιασε με τη Λήδα παίρνοντας τη μορφή του κύκνου, την ίδια νύχτα που εκείνη βρέθηκε ερωτικά με τον Τυνδάρεω, από τον Δία γεννήθηκε ο Πολυδεύκης και η Ελένη, από τον Τυνδάρεω ο Κάστορας <και η Κλυταιμνήστρα>. Ωστόσο, κάποιοι διηγούνται ότι η Ελένη είναι κόρη της Νέμεσης και του Δία. Αυτή δηλαδή, προκειμένου να αποφύγει την επαφή με τον Δία, μεταμορφώθηκε σε χήνα, αλλά ο Δίας πήρε τη μορφή του κύκνου και ενώθηκε μαζί της· από το σμίξιμό τους αυτή γέννησε ένα αυγό που κάποιος βοσκός βρήκε στα δάση και το έφερε και το έδωσε στη Λήδα· και αυτή το έβαλε σε ένα κιβώτιο και το φύλαξε και όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή γεννήθηκε η Ελένη που την ανέθρεψε σαν να ήταν δική της κόρη.» (Απολλόδ. 3.10.5-7)
Οι δυο αυτές εκδοχές παραδίδονται με διάφορες παραλλαγές, όπως ότι και η Λήδα γέννησε ένα αυγό, το οποίο κρεμόταν με ταινίες από τον ναό της Ιλαείρας και της Φοίβης στη Σπάρτη (Παυσ. 3.16.1-2). Γι’ αυτό και ο Παυσανίας (1.33.7-9) περιγράφει ένα ανάγλυφο του Φειδία στον ναό της Νέμεσης στον Ραμνούντα της Αττικής, μια και εκεί είχε γίνει η ένωσή τους (αυτή είναι η αττική εκδοχή του μύθου), που απεικονίζει τη Λήδα να οδηγεί την Ελένη στη μητέρα της Νέμεση. Ακόμη, παραδίδεται πως είχε γεννήσει δύο αυγά, από το ένα βγήκαν η Ελένη και ο Πολυδεύκης, από το άλλο η Κλυταιμνήστρα και ο Κάστορας. Άλλη εκδοχή θέλει μόνο την Κλυταιμνήστρα να γεννιέται φυσιολογικά και τα άλλα τρία αδέλφια από το ίδιο αυγό.
Β) Κόρη του Δία και μιας Ωκεανίδας.
Γ) Κόρη του Ωκεανού ή της Αφροδίτης.
(Εικ. 324325326327328329330331332333334335336337338339340341342343344345346347348349350351352353354355356357358359360361362363364365366367368369370371372373374375376377378379380381382383384385386387388389390391392)

ΙΙΙ. Αρπαγές/εθελοντικές φυγές, γάμοι Ελένης


Αρπαγή από τον Θησέα


Λέγεται (Σχόλ. Ευρ. Ορ. 249) ότι η Αφροδίτη, για κάποιο λόγο, είτε από θυμό προς τον Τυνδάρεο ή από ζήλεια για την ομορφιά των θυγατέρων του, καταράστηκε τις τρεις κόρες του -Τιμάνδρα, Κλυταιμνήστρα, Ελένη – να κάνουν πολλούς γάμους και να μην μείνουν πιστές στους άνδρες τους.
Έτσι, η Ελένη, μόλις δώδεκα χρονών, απήχθη από τον Θησέα και τον φίλο του Πειρίθοο, την ώρα που θυσίαζε στην Άρτεμη, στη Σπάρτη. Στον κλήρο που έριξαν οι δυο φίλοι, την κέρδισε ο Θησέας που την πήγε στις Αφίδνες της Αττικής, γιατί οι Αθηναίοι δεν ήθελαν να δεχτούν την Ελένη στην πόλη από τον φόβο πολέμου με τους Σπαρτιάτες. Εκεί την εμπιστεύτηκε στη μητέρα του Αίθρα. Όσο όμως ο Θησέας έλειπε στον Κάτω Κόσμο μαζί με τον Πειρίθοο για να απαγάγουν την Περσεφόνη, την ελευθέρωσαν τα αδέλφια της, οι Διόσκουροι, οι οποίοι πληροφορήθηκαν τον τόπο όπου ήταν κρυμμένη η αδελφή τους από τους κατοίκους της Δεκέλειας ή από τον ήρωα Ακάδημο. Επιτέθηκαν στο χωριό, απήγαγαν την αδελφή τους μαζί με την Αίθρα και τις έφεραν στη Σπάρτη παίρνοντας τη μητέρα του αττικού ήρωα για δούλα της Ελένης (Απολλόδ. 3.10.7). Λέγεται ότι είτε ο Θησέας σεβάστηκε την κοπέλα, επειδή ήταν ακόμη μικρή, είτε ότι η Ελένη απέκτησε από εκείνον μια κόρη, την Ιφιγένεια, την οποία παρέδωσε στην Κλυταιμνήστρα, ήδη παντρεμένη με τον Αγαμέμνονα, και η οποία την παρουσίασε σαν δική της κόρη.
Από το Άργος, όπου η Ελένη γέννησε και ίδρυσε και ναό στη θεά του τοκετού Ειλείθυια, πήγε στη Σπάρτη, όπου ο πατέρα της σχεδίαζε τον γάμο της. (Εικ. 393394395396397398399400401)

Γάμος με τον Μενέλαο


Πολλοί ήταν οι υποψήφιοι μνηστήρες της Ελένης, εκλεκτοί νέοι, βασιλιάδες και άρχοντες. Από το Άργος (3), την Αιτωλία (1), τη θεσσαλική Φυλάκη (2), Αθήνα (1), Κρήτη (2), Εύβοια (1), Σαλαμίνα (1), Ιθάκη (1). Ο Ησίοδος απαριθμούσε περισσότερα ονόματα, ο Απολλόδωρος 31 (3, 129 κ.ε.) και ο Υγίνος 36 (81). Άλλοι φτάνουν μέχρι τον αριθμό ενενήντα εννέα.
Όλοι τους άνδρες ισχυροί, που έφεραν πολλά δώρα για να κερδίσουν τη νύφη (μέταλλα, σκεύη από πολύτιμα μέταλλα, γυναίκες, κοπάδια κτλ.), και γενναίοι. Ο αριθμός των μνηστήρων και τα δώρα που προσφέρουν τονίζουν την ομορφιά της Ελένης. Επιθυμία του Τυνδάρεου ήταν η κόρη του να παντρευτεί τον Μενέλαο, και γιατί ήταν πλουσιότερος απ’ όλους τους μνηστήρες και γιατί ήταν αδελφός του Αγαμέμνονα, άνδρας της μεγάλης του κόρης, της Κλυταιμνήστρας. Ωστόσο, υπήρχε κίνδυνος να συγκρουστούν οι μνηστήρες μεταξύ τους ή να ενωθούν όλοι εναντίον του Τυνδάρεου και αυτού που θα είχε διαλέξει για γαμπρό του. Γι’ αυτό και, πριν την εκλογή, δέσμευσε με όρκο τους μνηστήρες, ύστερα και από προτροπή του Οδυσσέα, να σεβαστούν την όποια απόφαση και επιπλέον να συνδράμουν στον σύζυγο της Ελένης, όποιος κι αν ήταν, σε περίπτωση που η Ελένη γινόταν θύμα αρπαγής. Σε επικύρωση του όρκου ο Τυνδάρεος θυσίασε ένα άλογο -στη Λακεδαίμονα υπήρχε τοποθεσία που ονομαζόταν Ίππου μνήμα (Παυσ. 3.20.9).
«Μόλις είδε το πλήθος όλων αυτών ο Τυνδάρεος φοβήθηκε μήπως η προτίμηση σε έναν προκαλέσει την εξέγερση των υπολοίπων. Αλλά ο Οδυσσέας του υποσχέθηκε ότι αν τον βοηθήσει να παντρευτεί την Πηνελόπη, θα του υποδείξει κάποιο τρόπο, ώστε να μη γίνει καμία εξέγερση· και όταν ο Τυνδάρεος του υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθήσει, εκείνος του είπε να δεσμεύσει με όρκο τους μνηστήρες να βοηθήσουν τον γαμπρό που θα επιλεγόταν, σε περίπτωση που κάποιος θα τον έβλαπτε στον γάμο του. Μόλις το άκουσε αυτό ο Τυνδάρεος όρκισε τους μνηστήρες, διάλεξε τον Μενέλαο για γαμπρό και ζήτησε από τον Ικάριο την Πηνελόπη για τον Οδυσσέα.» (Απολλόδ. 3.10.7-9)
Ο γάμος, λοιπόν, έγινε ομαλά και μάλιστα ο Τυνδάρεος, όταν έχασε τα αγόρια του, ζήτησε από τον Μενέλαο να αφήσει το Άργος και να βασιλέψει στη Σπάρτη. Από την ένωση του ζεύγους γεννήθηκε η Ερμιόνη.

Αρπαγή από τον Πάρη


Η έλευση του γιου του βασιλιά της Τροίας Πριάμου, του Πάρη, στη Σπάρτη, με πλοία που είχαν φτιαχτεί αποκλειστικά για αυτό το ταξίδι, μια και οι Τρώες δεν ήταν λαός θαλασσινός, διέκοψε τον ήρεμο γάμο. Η ίδια η θεά Αφροδίτη οδήγησε τον Πάρη μέχρι τις Αμύκλες, όπου φιλοξενήθηκε από τους Τυνδαρίδες και μετά στη Σπάρτη, όπου φιλοξενήθηκε από τον Μενέλαο, με σκοπό να του χαρίσει ως έπαθλο την ωραιότερη γυναίκα, ανταμοιβή στον Τρώα για την επιλογή της ως της ωραιότερης θεάς.
Άλλη εκδοχή αποδίδει την έλευση του Πάρη στον Μενέλαο και όχι σε θεϊκή παρέμβαση. Λεγόταν ότι ο Μενέλαος είχε κάποτε φιλοξενηθεί στην Τροία από τον Πάρη, όταν χρησμός τον έφερε στην περιοχή για να θυσιάσει στους τάφους των γιων του Προμηθέα και να εξευμενίσει τους θεούς, ώστε να απαλλαχτεί η Σπάρτη από την ξηρασία που την έπληττε. Αργότερα, ο Μενέλαος ανταπέδωσε τη φιλοξενία στον Πάρη και τον καθήρε από ακούσιο φόνο που είχε διαπράξει, οπότε και είχε αναγκασθεί να εγκαταλείψει την Τροία.
Δέκα μέρες μετά την έλευσή του ο Μενέλαος ειδοποιήθηκε για τον θάνατο του Κατρέα, παππού του από την πλευρά της μητέρας του και έφυγε αμέσως για την Κρήτη, για να τον κηδέψει, αφήνοντας εντολή στην Ελένη να περιποιηθεί τον ξένο τους, ο οποίος από την πρώτη στιγμή της είχε προσφέρει πλούσια δώρα.
Εκμεταλλευόμενος την απουσία του Μενέλαου, ο Πάρης έφυγε με την Ελένη, με σκλάβες και θησαυρούς από το παλάτι του οικοδεσπότη. Για άλλους συγγραφείς η απαγωγή της Ελένης έγινε με τη συγκατάθεσή της -σαγηνεύτηκε από την ομορφιά του νέου και τα πλούτη του-, άλλοι θεωρούν ότι έγινε με τη βία, άλλοι ότι τον γάμο αυτό ενθάρρυνε ο ίδιος ο Τυνδάρεος, ο θνητός πατέρας της Ελένης, και άλλοι ότι έγινε με την παρέμβαση της Αφροδίτης και εν αγνοία της Ελένης, καθώς η θεά έδωσε στον Πάρη τη θωριά του Μενέλαου.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (2.117) το καράβι των δύο εραστών έφτασε στην Τροία μέσα σε τρεις ημέρες. Άλλοι παραδίδουν πως τους βρήκε κακοκαιρία -την προκάλεσε η Ήρα- που τους έριξε στη Σιδώνα, τη Φοινίκη, την Κύπρο. Αργότερα, πρόσθεσαν σε αυτή την εκδοχή και άλλες λεπτομέρειες· ότι ο Πάρης κατέλαβε τη Σιδώνα, αν και είχε γίνει φιλικά δεκτός από τον βασιλιά, λεηλάτησε το παλάτι και έφυγε κυνηγημένος από τους Φοίνικες. Άλλη παραλλαγή θέλει τον Πάρη να καθυστερεί στη Φοινίκη και την Κύπρο για να αποφύγει το κυνηγητό του Μενέλαου.
Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις ο Ερμής άρπαξε την Ελένη και την πήγε στην Αίγυπτο υπό την προστασία του βασιλιά Πρωτέα και ο Πάρης μετέφερε στην πόλη του ένα ομοίωμα της Ελένης καμωμένο από νέφος. Ήταν η Ήρα που προκάλεσε αυτή την αντικατάσταση, για να εκδικηθεί τον Πάρη για την εκλογή της Αφροδίτης ως της ωραιότερης θεάς (Απολλόδ., Επ. 3.4-5). (Εικ. 214215216217218219220221222223224225226227228229230231232233234235236237238239240241242243244245246247248249250251252253254255256257258259260261262263264265266267268269270271272273)

Γάμος με τον Δηίφοβο


Μετά τον θάνατο του Πάρη, ο Πρίαμος όρισε την Ελένη ως έπαθλο για τον γενναιότερο. Παρουσιάστηκαν ο Δηίφοβος, ο Έλενος και ο Ιδομενέας. Υπερίσχυσε ο πρώτος, τον οποίο σκότωσε ο Μενέλαος.

Γάμος με τον Αχιλλέα


Μία παράδοση, άγνωστη στην Ιλιάδα, θέλει τον Αχιλλέα να ποθεί να γνωρίσει την ωραία γυναίκα. Θέτιδα και Αφροδίτη κανονίζουν συνάντησή τους -άλλοι θέλουν να γίνεται πριν την αρχή του πολέμου, άλλοι λίγο πριν τον θάνατο του Αχιλλέα. Και επειδή διάφοροι μυθογράφοι μιλούν για πέντε συζύγους της Ελένης, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η συνάντηση κατέληξε σε ένωση. Κατά άλλους ο γάμος τελέστηκε μετά «θάνατο», στη Λευκή νήσο, στις εκβολές του Δούναβη στη Μαύρη θάλασσα. Τον γάμο γιόρτασαν ο Ποσειδώνας και άλλοι θεοί, όχι όμως θνητοί.

Τα παιδιά της Ελένης


Από τον γάμο της Ελένης με τον Μενέλαο γεννήθηκε, πριν από τα Τρωικά, η Ερμιόνη, μόνο παιδί του ζεύγους σύμφωνα με τον Όμηρο (δ 13-14). Σύμφωνα με άλλες πηγές, μετά την επιστροφή της στη Σπάρτη γέννησε τον Νικόστρατο και τον Αιθιόλα (ή Δίαιθο ή Μαράφιο). Ακόμη, αναφέρονται οι: Σωσιφάνης, Θρόνιος, Πλεισθένης και η Μελίτη.
Από τον Πάρη απέκτησε μία κόρη που ονομάστηκε Έλενα και η οποία λέγεται ότι σκοτώθηκε από την Εκάβη και τέσσερις γιους, τους Κόρυθο (ή Έλενο), Άγανο, Βούνικο, Ιδαίο, που χάθηκαν κάτω από μια στέγη που έπεσε, όταν κυριεύτηκε η Τροία.
Από τον Αχιλλέα απέκτησε τον φτερωτό Ευφορίωνα που τον ερωτεύτηκε ο Δίας.

IV. H Ελένη στην Τροία


Σύμφωνα με τον Όμηρο η Ελένη έζησε όλα τα χρόνια του πολέμου στην Τροία. Την ομορφιά της θαύμασαν και παίνεψαν η Εκάβη και ο Πρίαμος και άλλοι Τρώες. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η σκηνή πάνω στα τείχη, όπου οι γέροντες Τρώες εκφράζουν τον θαυμασμό τους για την Ελένη. Ως εκ τούτου οι πρεσβείες που έστειλαν οι Έλληνες για ειρηνική επίλυση της διαφοράς (Μενέλαος και Οδυσσέας, Ακάμαντας και Διομήδης) δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Οι Τρώες τη θεωρούν αιτία του πολέμου και τη μισούν, Πρίαμος και Έκτορας γνωρίζουν πως η Ελένη είναι μόνο ένα όργανο στο θέλημα των θεών. (Εικ. 402403404)
Ποιους υποστηρίζει τελικά η Ελένη; Τους Έλληνες ή τους Τρώες; Ξέροντας τι κρύβεται στην κοιλιά του Δούρειου ίππου, μιμείται τις φωνές των συζύγων των αρχηγών των Ελλήνων για να προκαλέσει την απάντησή τους. Αυτό κάνει την πλάστιγγα της προτίμησής της να γέρνει προς τους Τρώες. Ωστόσο, δύο φορές η Ελένη αναγνώρισε τον Οδυσσέα, όταν εκείνος είχε μπει κρυφά στην πόλη, την πρώτη φορά ντυμένος ζητιάνος και παραμορφωμένος στο πρόσωπο από ζωγραφισμένες ουλές ή επειδή έβαλε τον Θόαντα να τον κακοποιήσει. Τη δεύτερη, όταν μπήκε μαζί με τον Διομήδη για να κλέψουν το παλλάδιον, το ξόανο της Αθηνάς, χωρίς το οποίο δεν θα κέρδιζαν τον πόλεμο οι Έλληνες, όπως είχε προβλέψει ο Έλενος, ο γιος του Πρίαμου. Η Ελένη όχι μόνο σιώπησε αλλά και τον βοήθησε (Απολλόδ., Επ. 5.10, 5.13, 5.21).
Επιπλέον, τη νύχτα της άλωσης, ύστερα από συμφωνία με τον Οδυσσέα, από την ακρόπολη κάνει σινιάλο στον ελληνικό στόλο που παρέμενε κρυμμένος στην Τένεδο, για να επιστρέψει. Επιπλέον, άδειασε το σπίτι του Δηίφοβου από τα όπλα. Εκεί μπήκε ο Μενέλαος, σκότωσε τον Δηίφοβο έχοντας την πρόθεση να σκοτώσει και την Ελένη. Κάμφθηκε όμως μπροστά στη θέα του μισόγυμνου κορμιού της ή επειδή είχε προσπέσει ικέτισσα στον ναό της Αφροδίτης. Όταν οι άλλοι Έλληνες θέλησαν να τη λιθοβολήσουν, τα χέρια τους παρέλυσαν μπροστά στην ομορφιά του προσώπου και του κορμιού της. (Εικ. 292293294295296297298299300301302303304305306307308309310311312313314315316317318319320)

V. Το ταξίδι της επιστροφής


Μετά από οκτώ χρόνια περιπλανήσεων έφτασε η Ελένη με τον άνδρα της στη Σπάρτη. Οι περιπλανήσεις του ζεύγους στην Ανατολική Μεσόγειο, κυρίως στην Αίγυπτο, μετά από ένα ναυάγιο, συνδέονται και με την εμπειρία που απέκτησε η Ελένη σε βότανα που θεραπεύουν, φαρμακώνουν, απαλύνουν τον πόνο. Τα βότανα αυτά χρησιμοποίησε στη Σπάρτη, όταν τους επισκέφτηκε ο Τηλέμαχος για να μάθει για τον πατέρα του (Οδ., δ 19-32).
Για δεύτερη φορά, λοιπόν, η Ελένη βρέθηκε στην Πύλο, μία με τον Πάρη, τώρα με τον Μενέλαο. Εκεί έθαψαν τον κυβερνήτη του πλοίου τους, τον Κάνωπο (ή Κάνωβο) που πέθανε από τσίμπημα φιδιού και θα γίνει ο ήρωας της Κανώπης στις εκβολές του Νείλου. Στο μεταξύ η Ελένη σκότωσε το φίδι και πήρε το δηλητήριό του.
Για την παραμονή τους ζεύγους στην Αίγυπτο διηγούνται ότι, ενώ ο βασιλιάς Θων ή Θώνης τους φιλοξένησε, πόθησε την Ελένη και γι’ αυτό ο Μενέλαος τον σκότωσε. Κατά άλλους, ο Μενέλαος έφυγε σε εκστρατεία στην Αιθιοπία και η γυναίκα του βασιλιά, η Πολυδάμνα, την έστειλε στο νησί Φάρος, για να την απομακρύνει από τον σύζυγό της. Της έδωσε όμως το βότανο ελένιον για να την προφυλάσσει από τα φίδια του νησιού. Κατά άλλους, η Ελένη έφυγε από μόνη της από την Τροία, γιατί νοσταλγούσε τον Μενέλαο. Με ένα καράβι που ο καπετάνιος του λεγόταν Φάρος έφυγε από την Τροία αλλά τρικυμία τους έριξε στην Αίγυπτο. Στο νησάκι φίδι τσίμπησε τον καπετάνιο και η Ελένη το ονόμασε προς τιμή του Φάρο. Η παραλλαγή αυτή, αξιοποιώντας τον μύθο για το ναυάγιο στην Αίγυπτο, δημιουργεί έναν αιτιολογικό μύθο -αιτιολογείται η ονομασία του νησιού-, και, επιπλέον, εμφανίζει την Ελένη με αρχές που πρέπουν σε γυναίκα. Μετά το τέλος του πολέμου ο Μενέλαος βρήκε τη γυναίκα του στην Αίγυπτο.
Για το ταξίδι της επιστροφής της Ελένης από την Τροία στη Σπάρτη βλ. και Μενέλαος, Επιστροφή

VI. Η Ελένη στην Αίγυπτο


Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις, τις οποίες αξιοποίησε ο Ευριπίδης, η Ελένη δεν απάτησε τον άνδρα της και ούτε ποτέ πήγε στην Τροία. Αυτό που άρπαξε ο Πάρης ήταν ένα ομοίωμά της, φτιαγμένο από σύννεφο από την ίδια την Ήρα, που με αυτόν τον τρόπο εκδικήθηκε τον Πάρη για την επιλογή του της Αφροδίτης ως θεάς της ομορφιάς. (Σύμφωνα με άλλους συγγραφείς η αντικατάσταση με είδωλο έγινε από τον Πρωτέα, τον βασιλιά της Αιγύπτου που είχε μαγικές ιδιότητες.) Ο Ερμής οδήγησε κρυφά την Ελένη στην Αίγυπτο, όπου έμενε προστατευμένη από τον βασιλιά Πρωτέα, μέχρι που εκείνος πέθανε. Ο γιος του Θεοκλύμενος πόθησε την Ελένη, η οποία αναγκάστηκε να προσπέσει στον τάφο του Πρωτέα ως ικέτισσα προκειμένου να σωθεί από τις ορέξεις του νέου βασιλιά.
Η άφιξη του Τεύκρου στην Αίγυπτο, ενδιάμεσος σταθμός πριν φτάσει στην Κύπρο μετά την άλωση της Τροίας, έφεραν την Ελένη σε απελπισία, καθώς πληροφορήθηκε από αυτόν τον θάνατο της μητέρας της και το γεγονός ότι στην ουσία αγνοούνταν η τύχη των αδελφών της, τις κατάρες των Ελλήνων που τη θεωρούσαν υπεύθυνη για τους τόσους θανάτους και το γεγονός ότι η τύχη του άνδρα της αγνοούνταν επτά χρόνια μετά την άλωση της Τροίας. Η πληροφορία που της έδωσε η μάντισσα Θεονόη, αδελφή του Θεοκλύμενου, ότι ο άνδρας της ζει αλλά περιπλανιέται, την απέτρεψε από το να εκτελέσει την απόφασή της να θέσει τέρμα στη ζωή της. Τότε ήταν που κατέφτασε ο Μενέλαος ναυαγός με λίγους συντρόφους και με το είδωλο της Ελένης να το έχει τοποθετήσει σε μια σπηλιά.
Μετά τη συνάντηση και την αναγνώριση του ζεύγους, την αποκάλυψη της αλήθειας και την αφήγηση των παθών τους, Μενέλαος και Ελένη κατέστρωσαν σχέδιο απόδρασης από την Αίγυπτο, που πολύ θυμίζει το σχέδιο απόδρασης της Ιφιγένειας, του Ορέστη και του Πυλάδη από τη γη των Ταύρων.
Όπως και ο Θόας της Ταυρίδας, έτσι και ο Θεοκλύμενος της Αιγύπτου σκότωνε κάθε Έλληνα που έφτανε στα αιγυπτιακά ακρογιάλια. Και φυσικά, ο Αιγύπτιος βασιλιάς δεν θα δεχόταν να παραχωρήσει την Ελένη στον άνδρα της. Το ζεύγος εξασφάλισε καταρχάς τη σιωπή της Θεονόης και μετά ο Μενέλαος εμφανίζεται ρακένδυτος στον βασιλιά, ως σύντροφος του Μενέλαου, για να αναγγείλει στην Ελένη τον θάνατο του άνδρα της στις λιβυκές ακτές. Ο «θάνατος» του Μενέλαου, τον οποίο η Ελένη φροντίζει να θρηνήσει με όλα τα έθιμα -κόβει τα μαλλιά της, ντύνεται στα μαύρα- ανοίγει τον δρόμο για τον γάμο της Ελένης με τον βασιλιά της Αιγύπτου, ο οποίος της δίνει την άδεια να τελέσει τις τελευταίες τιμές, κυρίως να πετάξει στη θάλασσα όλα τα υπολείμματα θυσιών προς τιμή ενός νεκρού της θάλασσας που δεν βρέθηκε το πτώμα του. Ο Θεοκλύμενος της παραχωρεί ένα καράβι με αιγύπτιους σκλάβους, για να κουβαλήσουν τα κτερίσματα, και με συνοδούς τους έλληνες ναυαγούς, οι οποίοι στα ανοιχτά σκοτώνουν τους σκλάβους και τραβούν κατά την Ελλάδα. Τότε ήταν που οι Διόσκουροι ανακοινώνουν στην αδελφή τους ότι μετά τον θάνατό της θα αποθεωθεί και ο Μενέλαος θα κατοικήσει στο νησί των Μακάρων. Στο μεταξύ κατευνάζουν και τον θυμό του Θεοκλύμενου.
Ο πρώτος που υιοθέτησε την άποψη ότι η Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία ήταν ο Στησίχορος, ο οποίος απέδωσε την τύφλωση που τον βρήκε στο γεγονός ότι κατηγόρησε την Ελένη για απιστία. Την όρασή του ξαναβρήκε όταν αναίρεσε σε ένα νέο ποίημα, την Παλινωδία, όσα είχε γράψει παλαιότερα: «Δεν είναι αληθινός αυτός εδώ ο λόγος· / ούτε μπήκες στα καλοφτιαγμένα πλοία με τα γερά κουπιά, / ούτε έφθασες στα τείχη της Τροίας» (Πλάτ. Φαίδρ. 243a).
Σχετικά με την παραμονή της Ελένης στην Αίγυπτο, ο Ηρόδοτος (2.112-120) γράφει πως η Ελένη έφτασε μαζί με τον Πάρη στην Αίγυπτο, αλλά όταν ο Πρωτέας πληροφορήθηκε την ανόσια πράξη του Πάρη, τον έδιωξε, ενώ εκείνη την κράτησε φυλακισμένη μέχρι να την αναζητήσει ο σύζυγός της Μενέλαος.

VII. Η Ελένη στη Σπάρτη μετά τα Τρωικά


Μετά το τέλος του πολέμου ο Μενέλαος πήρε την Ελένη από την Τροία ή από την Αίγυπτο και έζησαν αρμονικά στη Σπάρτη (Οδ., δ 120 κ.ε.). Εκεί υποδέχτηκε το ζευγάρι τον Τηλέμαχο, που ζητούσε πληροφορίες για τον πατέρα του, την ημέρα που πάντρευαν την κόρη τους Ερμιόνη. Στη Σπάρτη η Ελένη εμφανίζεται με χαρακτηριστικά που θυμίζουν Πηνελόπη, τουλάχιστον από την άποψη των ενασχολήσεων και της παραμονής στον χώρο που της ορίστηκε με τον γάμο της (δ 120-139), όμως και αξιοποιώντας τις γνώσεις που απέκτησε στην Αίγυπτο για τα μαγικά βότανα. (Εικ. 321322323)

VIII. «Θάνατος» Ελένης


Ο Απολλόδωρος παραδίδει ότι η Ελένη μεταφέρθηκε στα Ηλύσια πεδία, όπου έζησε με τον Μενέλαο. Ο Ευριπίδης (Ορ.1629 κ.ε.) την είχε ανεβάσει στους ουρανούς με παρέμβαση του Απόλλωνα, που με προσταγή του Δία, σώζει την Ελένη από τα σπαθιά των δύο φίλων, Ορέστη και Πυλάδη, την υψώνει στους αιθέρες, όπου η Ελένη θα ζήσει αθάνατη δίπλα στα αδέλφια της τους Διόσκουρους, παραστέκοντάς τους στο έργο τους για την προστασία των ταξιδιωτών της θάλασσας.
Τέλος, ο Παυσανίας (3.19.9-11) αναφέρει ότι η Ελένη μετά τον θάνατο του Μενέλαου εξορίστηκε από τους γιους του Μενέλαου και μετέβη στην αργολική αποικία της Ρόδου, στη φίλη της Πολυξώ, συζύγου του Τληπόλεμου. Όμως εκείνη, για να εκδικηθεί τον θάνατο του ανδρός της και άλλων στην Τροία, έντυσε τις δούλες του παλατιού Ερινύες. Έτσι εμφανίστηκαν στην Ελένη την ώρα που έπαιρνε το λουτρό της, για να την τρομάξουν. Τελικά την κρέμασαν σε ένα δέντρο ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή τη βασάνισαν τόσο πολύ που η ίδια κρεμάστηκε. Γι’ αυτό υπάρχει στη Ρόδο το ιερό της Ελένης Δενδρίτιδος.
Άλλοτε πάλι λέγεται ότι η Ιφιγένεια τη θυσίασε στην Ταυρίδα ή ότι η Θέτιδα τη σκότωσε στο ταξίδι της επιστροφής για να εκδικηθεί τον θάνατο του Αχιλλέα.

ΙX. Επιλογικές παρατηρήσεις


Αθώα ή ένοχη η Ελένη; Υπεύθυνη για ό,τι έγινε ή όργανο ενός πεπρωμένου ανεξάρτητου και πέρα από τη θέλησή της; Οι διάφορες παραλλαγές που θέλουν την Ελένη να πηγαίνει με τη θέλησή της στην Τροία ή με τη βία ή να μην πηγαίνει καθόλου η ίδια ή να φεύγει από εκεί για να επιστρέψει στον σύζυγό της, θέτουν στην ουσία αυτό το ερώτημα. Το ίδιο και οι παραλλαγές του θανάτου της -θνητή ή αθάνατη η Ελένη; Ωστόσο, ο αρχικός πυρήνας του μύθου προδηλώνει αυτό που προκύπτει από τις εισαγωγικές επισημάνσεις: ότι η Ελένη είναι μια παλαιά, προ- ή παλαιοελληνική, θεότητα της βλάστησης -εξού και η σχέση της με δέντρα και βότανα, όπως και των κοντινών της ανθρώπων, του Μενέλαου με πλάτανο στις Καρυές της Αρκαδίας (Παυσ. 8.23.4), των αδελφών της Διοσκούρων με αγριαχλαδιά στη Μεσσηνία (Παυσ. 4.16.5). Και ακόμη: οι μύθοι των αρπαγών της δεν είναι παρά η συμβολική μεταφορά της πραγματικότητας μιας αγροτικής διαδικασίας, του κρυψίματος του σπόρου στη γη ή της φύλαξής του σε σκοτεινές αποθήκες. Επομένως, οι παραστάσεις της Ελένης ανάμεσα σε δύο άνδρες μπορεί να είναι της παλαιάς θεότητας της βλάστησης και της γονιμότητας μαζί με τους παρέδρους της. Ακόμη και η θεοποίηση του Μενελάου και των Τυνδαρίδων, των Διοσκούρων, οφείλεται σε αυτή τη γυναικεία και κυριαρχούσα θεότητα, κάτι που υποστηρίζει την πρωταρχικότητά της.
Οι ίδιες αυτές παραστάσεις και οι ίδιοι μύθοι στα μυκηναϊκά χρόνια αξιοποιήθηκαν προς όφελος των αξιών και των ιδεωδών της νέας εποχής και των νέων κοινωνιών που στήριζαν τον πλούτο τους στις αρπαγές (κοπαδιών και γυναικών) από τους κυρίαρχους άνδρες. Η Ελένη του Θησέα και η Ελένη της Σπάρτης, η Ελένη σπόρος και η Ελένη ποθητή γυναίκα, δεν είναι σίγουρο ότι αποτελούσαν το ίδιο πρόσωπο αρχικά. Οι μύθοι, όμως, κατάφεραν να τις συνδέσουν, όχι πάντοτε με επιτυχία, γι’ αυτό και προκύπτουν συγχύσεις.

ΕΡΜΙΟΝΗ


Μονάκριβη κόρη του Μενέλαου και την Ελένης, η Ερμιόνη ήταν εννέα χρονών την εποχή της απαγωγής της μητέρας της και ανατράφηκε από τη θεία της Κλυταιμνήστρα. Οι υπόλοιπες πληροφορίες γύρω από την Ερμιόνη αφορούν σχεδόν αποκλειστικά στους γάμους της με τον Ορέστη και τον Νεοπτόλεμο και το πώς και από ποιους αυτοί κανονίστηκαν. Με το θέμα του γάμου της καταπιάστηκαν κυρίως οι τραγικοί.
Στην Οδύσσεια ο Μενέλαος κανόνισε τον γάμο της κόρης του με τον Νεοπτόλεμο στην Τροία, ο οποίος τελέστηκε, όταν γύρισε στη Σπάρτη (Οδ., δ 5-9).
Οι τραγικοί θέλουν τον Μενέλαο να αρραβωνιάζει την κόρη του με τον Ορέστη, προτού φύγει για την Τροία, αλλά να την παραχωρεί στον Νεοπτόλεμο για να εξασφαλίσει τη συνεργασία του στο πάρσιμο της Τροίας. Ο Ορέστης αναγκάστηκε να την παραχωρήσει, αν και, σύμφωνα με ορισμένους μυθογράφους, ήταν ήδη παντρεμένος μαζί της, και μάλιστα εν αγνοία του Μενέλαου, με προτροπή του παππού της Ερμιόνης Τυνδάρεου. Αυτός ο πρώτος αρραβωνιαστικός ή σύζυγος σκότωσε τον δεύτερο, ή έβαλε τους κατοίκους της περιοχής να τον σκοτώσουν, όταν ο Νεοπτόλεμος πήγε στους Δελφούς για να ζητήσει χρησμό για τον άγονο γάμο του με την Ερμιόνη. Έπειτα, ο Ορέστης παντρεύτηκε, ή ξαναπαντρεύτηκε την Ερμιόνη με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Τισαμενό. (Εικ. 209210211212)
Ο Ευριπίδης σε δύο έργα του την εμφανίζει ως θύμα και ως θύτη. Στον Ορέστη είναι θύμα του Ορέστη, του Πυλάδη και της Ηλέκτρας, καθώς τη συνέλαβαν αιχμάλωτη, για να εκβιάσουν τον πατέρα της Μενέλαο να μεσολαβήσει στους Αργείους για να δείξουν επιείκεια για τον μητροκτόνο και τους συνεργάτες του. Στο νέο δράμα που παίχτηκε στο παλάτι του Αγαμέμνονα δίνουν λύση οι θεοί που παίρνουν την Ελένη στους αιθέρες, σώζοντάς την από το σπαθί των συνωμοτών, δίνουν εντολή στον Ορέστη να μείνει εξόριστος στην Αρκαδία για ένα χρόνο, μετά να πορευτεί στην Αθήνα, όπου θα δικαστεί από τους θεούς και θα αθωωθεί, και τέλος να παντρευτεί την Ερμιόνη.
Στην Ανδρομάχη η Ερμιόνη είναι σύζυγος του Νεοπτόλεμου, γιου του Αχιλλέα, ο οποίος γύρισε στη Φθία έχοντας στο πλάι του λάφυρο την Ανδρομάχη, από την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Μολοσσό -ή και άλλους δυο, τον Πέργαμο και τον Πίελο. Άκληρη η Ερμιόνη, περήφανη για τα πλούτη της αλλά και δυστυχισμένη με την ατεκνία της, κατηγόρησε την Ανδρομάχη ότι της πλάνεψε τον άνδρα και ότι με μαγικά βότανα την έκανε άτεκνη. Με τη βοήθεια του πατέρα της Μενέλαου, συνωμότησε εναντίον της Ανδρομάχης και του γιου της, τον οποίο η άτυχη μητέρα έκρυψε για λίγο στον ναό της Θέτιδας. Τον ανακάλυψε όμως η Ερμιόνη και ήταν έτοιμη να σκοτώσει μητέρα και παιδί, που τελικά σώθηκαν με τη μεσολάβηση του Πηλέα, παππού του Νεοπτόλεμου, όχι όμως και ο ίδιος ο Νεοπτόλεμος που πέφτει θύμα της συνωμοσίας του Ορέστη και ο οποίος έσωσε την Ερμιόνη που ήθελε να αυτοκτονήσει, την πήρε και έφυγαν.



Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only