Τρίτη, 15 Ιουνίου 2021

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ: «ΦΕΓΓΕ ΜΟΥ ΝΑ ΣΚΟΤΩΝΩ»


 Γύρω στα 1870 ζούσε ένας «καλοσεβγάμενος», ένας «μπενεστάντες», με το καροντσίνο του, το μετοχάκι του (χτηματάκι), μια σαράγια στον Άη Λάζαρο και μια νόστιμη θυγατέρα.

Ο αγαθός αυτός «σαραγιάντες» μπορεί κανείς να πει ότι ήταν η Γουζελική επινόηση[Ο Χάσης] ξαναζωντανεμένη και διορθωμένη. Λέγω διορθωμένη, γιατί ο αρχικός Χάσης ήταν ένας απλός μπαλωματής, ενώ ο «μπενεστάντες» μας, σαν «σαραγιάντες», ανήκε στη μεσαία αστική τάξη. (Σαράγια = αποθήκη σταφίδας. Σαραγιάντες =έμπορος που αγόραζε από τους χωρικούς τον σταφιδόκαρπο λιανικά, για να τον μεταπουλήσει στους μεγαλέμπορους εξαγωγείς en gros).

Έτσι ό ήρωάς μας (που δεν αναφέρω τ’ όνομά του γιατί σώζεται ακόμη η οικογένεια), ενώ είχε, θεωρητικά τουλάχιστον, για τη ζωή του πλησίον του την πιο απόλυτη περιφρόνηση, δεν καταδεχότανε για λόγους κοινωνικής αξιοπρέπειας να μεταχειρι¬στεί τα «τιμημένα του άρματα» στις καθημερινές του μικροπροστριβές.
Κάποια φορά όμως πού βρισκότανε στο χτήμα του για τη «βεντέμα» (τρύγο), του ήρθε η «τουβουλιά» ότι κάτι χωριάτες σκοπεύανε να του κλέψουνε την ωραία του θυγατέρα. το «κάζο» ήτανε «πενσάτο» και ο εμποράκος μας αποφάσισε να λάβει αμέσως όλα τα προφυλακτικά μέτρα.
Το πρώτο και κυριότερο ήταν να αποκτήσει έναν «γερό» φύλακα. Μια και δυο λοιπόν πάει σ’ έναν καφενέ τού Άμμου, όπου μαζευότανε η σάρα και η μάρα τού ζακυνθινού κουτσαβακισμού. Πλησίασε τον ιδιοκτήτη και του εμπιστεύθηκε σοβαρότατα την επιθυμία του με τ’ απλά λόγια:
«Θέλω ένα παλικάρι που να σκοτώνει».
Σέ πέντε λεπτά η δουλειά του ήταν καμωμένη. Έφυγε «συν αποκομίζων» στο καροντσίνο του τον Σπύρο Πατρινό, παλικαρά και «μαντσιαδώρο». Συμφωνία: Δεν θα το κουνάει από το χτήμα και θα παίρνει μια δραχμή, φαΐ τρεις φορές την ήμερα και κρασί όσο θέλει. Λίγα βράδια αργότερα, ενώ δειπνούσε με το σωματοφύλακα του, κάτι γάτες αναποδογυρίσανε στην κουζίνα έναν τέντζερη και ο σαραγιάντες μας, τρομοκρατημένος, τινάχτηκε από τη θέση του φωνάζοντας:
«Πατρινέ! Οι χωριάτες!»
Ο Πατρινός αρπάζει τον γκρά του και ορμάει έξω, βέβαιος ότι επρόκειτο για «μπούφα». Ο μπενεστάντες μας, για καλό και για κακό, αμπαρώνεται στην τραπεζαρία, αφήνοντας τον παλικαρά του έξω στα θεοσκότεινα. Για να μην προσβάλει τον αφεντικό του και ίσως για να δικαιολογήσει την τροφοδοσία του, ό Πατρινός «αμολάει δυο σμπάρα» στον αέρα. Ενθουσιασμένος από τον χαρμόσυνο αυτόν κρότο, ο ζακυνθινός μικρός Νέρων του φωνάζει από μέσα:
«Σπύρο! το νου σου! Σκότωνε! Σκότωνε!!»
Κι ό «μαντσιαδώρος» απέξω του δίνει την αμίμητη απάντηση: «Φέγγε μου, Αφέντη, να σκοτώνω!!»
'Ύστερα’ από λίγην ώρα ό Πατρινός ξαναμπαίνει στην τραπεζαρία να εξακολουθήσει το δείπνο του.
«Πόσους σκότωσες;» τον ρωτάει μ’ αγωνία ο σαραγιάντες μας. «Δεν τούς μέτρησα, αφέντη, γιατί ήτανε σκοτάδι. Ήρθανε κάτι άλλοι πού δεν τσού έβλεπα και κουβαλήσανε τα κουφάρια».

Το άλλο πρωί γινότανε, κατά σύμπτωση, κάποιο μνημόσυνο στην εκκλησία της Φανερωμένης και οι πένθιμες καμπάνες φθάσανε ως το μετόχι του μικροαστού Χάση μας. Σηκώθηκε αμέσως και πήγε να ξυπνήσει το δήμιό του.
«Σπύρο, του λέει, άκου! Στη Φανερωμένη τσου πήγανε! Μη κουνήσεις από δώθε. Πάω να ζέξω το καροντσίνο να πάω να πω του Λομπάρδου να σε αθωώσει!!»

Ολόκληρη η στάση του Ζακυνθινού της εποχής εκείνης απέναντι στην άξια τής ζωής του πλησίον και τής Δικαιοσύνης βρίσκεται κλεισμένη σ’ αυτή την αληθινή ιστοριούλα, πού βρήκα στο κιτρινισμένο παλιό μου χειρόγραφο.
’Όχι! Ζακυνθινοί έχουνε δίχως άλλο πια αλλάξει — και σας βεβαιώ όχι στο χειρότερο.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ(1906-1981) ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»

[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΣ 1787

πηγη 

Dionisis Vitsos

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only