Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2021

Από την Συλλογή του Βερνάρδου Σμιτ. ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

 





Εάν κάθε ψηφίδα για το αλλοτινό Τζάντε είναι πολύτιμη για εμάς τους νεώτερους νοσταλγούς του, ειδικά μετά το '53, στα “Φιλολογικά Ανάλεκτα” του ποτέ Αρχιεπισκόπου Ζακύνθου Νικολάου Κατραμή αναγνωρίζουμε ένα πραγματικό θησαυρό [Φιλολογικά Ανάλεκτα Ζακύνθου, Ζάκυνθος: Τυπογρ. “Η Αυγή” Ν. Κοντόγιωργα, 1880]. Στο αγκωνάρι αυτό για την ανοικοδόμηση μιας αλλοτινής Ζάκυθος, ο ερευνητής θα βρει συγκεντρωμένα από τον λόγιο κληρικό ετερόκλητα στοιχεία: περίγραμμα της αρχαίας και της μεσαιωνικής ιστορίας του νησιού, καταλόγους επισκόπων και πρωτοπαππάδων, βιογραφικά τόσο των εκπαιδευτικών που έδρασαν στο νησί, όσο και άλλων λογίων, “διαπρεψάντων περί τα γράμματα, τας επιστήμας και την βιομηχανίαν Ζακυνθίων” [σ. Ιβ'], περιγραφές κωδίκων, άλλων χειρογράφων και παλαιών εκδόσεων, αλλά και βραχύτερες ή εκτενέστερες αναφορές σε αξιόλογα κατά τον συγγραφέα κτήρια, μονές, αγαθοεργά ιδρύματα, παραγωγικό πλούτο, συντεχνίες, δημοτικά άσματα, σεισμούς και επιδημίες με χρονολογική διάταξη ...

Λέγοντας δημοτικά άσματα, ο Κατραμής αφιερώνει ιδιαίτερο κεφάλαιο στη δημοτική ποίηση [Ανάλεκτα, σσ. 469479]. . Εκεί τονίζει τη σημασία των δημοτικών για τη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας στον τόπο, αλλά και για τις πτυχές του καθημερινού βίου που διαφωτίζουν. Παραθέτει μάλιστα σχετική βιβλιογραφία με τους “επισημοτέρους των ξένων” λαογράφων και αναδημοσιεύει δεκατέσσερα δημοτικά τραγούδια της Ζακύνθου. Από εκεί τα γνωρίζουμε οι περισσότεροι των μεταγενέστερων του λόγιου αρχιεπισκόπου, ο οποίος φαίνεται να πιστώνεται την καταγραφή.

Διαβάζοντας, όμως, καλύτερα, ο Κατραμής δεν πρωτοδημοσιεύσει τα τραγούδια αυτά, αλλά μάλλον τα αναδημοσιεύει. Ο ίδιος ο τίτλος Φιλολογικά Ανάλεκτα υποδηλώνει τον ερανικό τρόπο που εργάστηκε ο λόγιος κληρικός. Όμως συχνά, κατά πρακτική όχι και τόσο άγνωστη επί των ημερών του, και, φευ, όχι μόνο των ημερών του, ξεχνάει να μνημονεύσει την πηγή του. Ο πραγματικός καταγραφέας των περισσότερων από αυτά δεν είναι άλλος από έναν παλιό γνώριμο της Ζακύνθου “εξ Εσπερίας” που θα έλεγε και ο συγγραφέας των Αναλέκτων, τον Βερνάρδο Σμιτ. Κατά τα άλλα, ο Κατραμής τον γνωρίζει, καθώς τον παραθέτει πέμπτο και τελευταίο στη σχετική βιβλιογραφία του ως Σχμιθ. Συγκεκριμένα αναφέρεται στο πόνημα εκείνου το δημοσιευμένο στη Λειψία του 1877, ως: Bernhard:Schmidt, Griechische Märchen, Sagen und Volkslieder. Leipzig: Teubner, 1877 [Ανάλεκτα, σ. 469].





* * * * * 



* * * * * 




Κάνω λόγο για παλιό γνώριμο μιας και το ζακύνθιο και φιλοζακύνθιο αναγνωστικό κοινό [ξανα]εγνώρισε τον Βερνάρδο Σμιτ εδώ και κάμποσα χρόνια, όταν οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων θέλησαν να δημοσιεύσουν τη μετάφραση ενός άλλου έργου του, ως Η Νήσος Ζάκυνθος: Εντυπώσεις και Εμπειρίες, από τον Σπύρο Α. Κάπαρη – Πλανύτερο [τίτλος πρωτοτύπου: Die Insel Zakynthos: Erlebtes und Erforschtes,Freiburg i.Br. : , 1899]. Στην έκδοση αυτή κανείς αποκτά μια σφαιρική εικόνα για τη Ζάκυνθο στην κυριολεξία στο τέλους του 19ου αιι., γραμμένη μάλιστα από καταρτισμένο επιστήμονα, ο οποίος ταυτόχρονα:

συναναστράφηκε τους Ζακυνθινούς σαν ίσος προς ίσους, τους ψυχολόγησε, τους αγάπησε, τους έκρινε. Υπάρχει “εγώ” στο βιβλίο του Γερμανού, ένα “εγώ”που εκπλήσσεται, που συγκινείται, που αππορίπτει, που κάνει χιούμορ, που κάνει μορφασμούς. Η υποκειμενικότητα του είναι χαριτωμένη, αλλά όχι παραμορφωτική”. [Η Νήσος Ζάκυνθος, σ. xxv]

Έτσι το θέλει και έτσι είναι στον Πρόλογό του ο Νίκιας Λούντζης. Από το κείμενό του αυτό μαθαίνουμε πως ο Βερνάρδος Σμιτ καταγόταν από το Schwaben, την καθ' ημάς Σουηβία. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του από το Πανεπιστήμιο του Βερολίνου [αναγορεύτηκε διδάκτορας της κλασσικής Φιλολογίας υποστηρίζοντας τη διατριβή του De emendandarum Senecae tragoediarum rationibus prosodiacis et metricis], και κατόπιν εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο ως παιδαγωγός του Δημητρίου Λούντζη Σολωμου, στο σπίτι του πατέρα του κόμη Νικολάου Λούντζη. Παρέμεινε στο νησί για μια τριετία περίπου, μεταξύ 1861 και 1863, και εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να συλλέξει πλούσιο υλικό από τη λαογραφία του τόπου. Αυτό το έκανε, καθώς πίστευε πως από το υλικό αυτό, θα προέκυπταν στοιχεία της Αρχαιότητας που επιβιώνουν, και ότι τα στοιχεία αυτά θα συνέβαλαν στην “ανακατασκευή του συνολικού πνευματικού βίου των αρχαίων Ελλήνων” με απώτερο στόχο την “ενατένιση της Αρχαιότητας” [Η Νήσος Ζάκυνθος,σ. XVIII].



To Freiburg i.B. περ. 1900


Αναχωρώντας από τη Ζάκυνθο ο Schmidt υπέβαλε την habilitation του στο Πανεπιστήμιο της Ιέννας [1865, Observationes criticae in Senecae tragoedias]. Κατόπιν, το 1872 διορίστηκε τακτικός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Albert Ludwig του Freiburg i.Br., όπου εργάστηκε μέχρι την συνταξιοδότησή του (1911). Ακολουθώντας στα χνάρια των δικών του δασκάλων , υποστήριξε το δόγμσ της Realphilologie. Σύμφωνα με αυτή, κόντρα στην ουμανιστική αντίληψη που προσέγγιζε την Αρχαιότητα μέσα από τους κλάσσικούς, και έδινε έμφαση στις περιόδους που άνθισαν αυτοί, ο ερευνητής πρέπει να διευρύνει τους ορίζοντές του στη ζώσα παράδοση και επί τόπου να αναζητήσει συνδέσμους του αρχαίου με το νεώτερο κόσμο [Λούντζης, σσ. XVI  XVII].

Την εφαρμογή της θεωρίας της Realphilologie μπορεί κανείς να διαπιστώσει στις δύο σχετικές δημοσιεύσεις του Schmidt, αρχικά το 'Das Volksleben der Neugriechen und das hellenische Alterthum’ [Ο λαϊκός βίος των Νεοελλήνων και η αρχαία ελληνική Αρχαιότητα, Λειψία: Teubner, 1871, σε δύο τόμους] και κατόπιν στο Griechische Maerchen, Sagen und Volkslieder [Ελληνικά Παραμύθια, Θρύλοι και Δημοτικά Τραγούδια, Λειψία: Teubner, 1877]. Ο ίδιος ο Schmidt στον Πρόλογο του δεύτερου βιβλίου γράφει πως το θεωρεί συμπλήρωμα του πρώτου [Die Volkslieder, σ. 1].

Όπως μαρτυρεί και ο τίτλος, εκτός από τα δημοτικά τραγούδια, τα οποία καταγράφει στην νεοελληνική γλώσσα, ο Καθηγητής από το Schwaben παραθέτει ευάριθμα παραμύθια, καθώς και θρύλους από τη Ζάκυνθο. Πληροφοριοδότης του υπήρξε ο ίδιος ο μαθητής του Δημήτριος Λούντζης, τον οποίο αναφέρει ονομαστικά ως Dimitrios Lountsis. Λέει σχετικά πως ο Λούντζης βρισκόταν “στο τέλος της παιδικής ηλικίας” και πως ως παιδί είχε έρθει σε επαφή με γυναίκες του από τις κατώτερες τάξεις, τις κατ' εξοχήν κατόχους της δημοτικής ποίησης. Η καταγραφή από τον Σμιτ έγινε αρχικά στα ελληνικά [Die Volkslieder, σ. 1].

Ο ίδιος επισημαίνει πως τα παραμύθια αυτά σε σύγκριση με αντίστοιχα άλλων ελληνόφωνων περιοχών, όπως εκείνα της εκτενούς συλλογής του Προξένου J. G. von Hahn, Griechische und albanesische Märchen, 2 Theile, Leipzig 1864 [Ελληνικά και αλβανικά παραμύθια, 2 μέρη, Λειψία 1864], ο οποίος συνέλλεξε υλικό κυρίως από την Ήπειρο, μαρτυρούν ένα υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο για τους κατοίκους των Ιονίων, απ' ότι άλλοι συνΕλληνες. Τα παραμύθια τους “είναι πιο ευαίσθητα και πιο ηθικά από εκείνα του Hahn, τα οποία όχι μόνο επιδεικνύουν πολλή ρυπαρότητα, αλλά εμφανίζονται σαφώς πιο χοντροκομμένα και με πρωτόγονα συναισθήματα” [Die Volkslieder, σ. 5, σημ. 1].

Τα Ζακυθινά αυτά παραμύθια και τους θρύλους κατά την έκδοσή τους τα παραθέτει μεταφρασμένα στη γερμανική. Στις γερμανικές του μεταφράσεις προσπάθησε, όπως θα περίμενε κανείς, να μείνει πιστός στο κείμενο που κατέγραψε, χωρίς να το εξωραΐσει, με περισσότερη ελευθερία στην απόδοση των έμμετρων τεμαχίων που περιέχουν, τα οποία όμως παραθέτει όλα στο νεολληνικό πρωτότυπο σε υποσημειώσεις. Για να βελτιωθεί η ροή του κειμένου έκανε μικρές προσθήκες, όπου χρειαζόταν, ή αντίθετα, παρέλλειψε κάποιες περιττές επαναλήψεις. Οι μικρές επεμβάσεις αυτές δεν αλλοιώνουν το περιεχόμενο και το νόημα των κειμένων [Die Volkslieder, σ. 2].

Προς το παρόν παρατίθενται εδώ οι τίτλοι των παραμυθιών και των θρύλων με τον αύξοντα αριθμό της έκδοσης Schmidt: Οι περισσότεροι από τους τίτλους αυτούς είναι δοσμένοι από τον Σμιτ, ο οποίος δηλώνει σχετικά πως τα περισσότερα παραμύθια και οι θρύλοι δεν είχαν εξ αρχής τίτλους [Die Volkslieder, σ. 2]. ]


Α. Παραμύθια [Märchen]


1. Η ακαμάτρα. Die faulenzerin. σσ. 65

4. Ο βασιλιάς με τα τράγινα αυτιά, Der König mit den Bocksohren, σσ. 70 – 72.

5. Τα τρία λεμόνια. Die drei Citronen. σσ. 71 – 76

6. Η κόρη του μαγεμένου βασιλιά ή Μαγεμένος πύργος, Die verzauberte Königstochter oder der Zauberthurm, σσ. 76 – 79.

7. Η κυρά τση γης και τση θάλασσας, Die Herrin über Erde und Meer, σσ. 79 – 82.

8. Το χρυσό μήλο του αθάνατου πουλιού, 'Der goldne Apfel des unsterblichen Vogels, σσ. 82 – 83.

9. Ο Πρίγκηπας Κάβουρας, Das Prinz Krebs, σσ. 83 – 88.

11. Ο καπιτάνος Δεκατρείς, Der Capitän Dreizehn, σσ. 91 – 93.

12. Ο δράκος, Der Drache, σσ. 94 – 98.

13. Ο γίγαντας του βουνού, Der Diese vom Berge, σσ. 98 – 104.

14. Ήλιος και Μαρούλα, Helios und Maroula, σσ. 104 – 105

15. Ο πύργος του Ήλιου, Das Schloss des Helios, σσ. 105 – 109.

16. Η μάνα του Έρωτος, Die Mutter des Erotas, σ. 109 – 110.

17. Η Μαρούλα και η μάνα του Έρωτος, Maroula und die Mutter des Erotas, σ. 110 – 112

18. Το περιβόλι του Έρωτα, Der Garten des Erotas. σ. 113 – 14.

19. Το τουβαλίθι και η χρυσή κότα, Tischtuch und Goldhuhn. σ. 114 – 115.

20. Ο θαυμαστός αυλός, Die Wunderpfeife, σσ. 115 – 116.

21. Το περιβόλι του Χάροντα, Der Garten des Charos, σσ. 116 – 117.

23. To φίδι το 'φτακέφαλο. Die siebenköpfige Schlange. σσ. 118 – 122.
.
24. Ο διάβολος και η κόρη του ψαρά, Der Teufel und des Fischers Tochter, σσ. 122 – 125.



II. Θρύλοι [Sagen]

1. Ο Θεός και οι γίγαντες, Gott und die Riesen, σ. 131.

9. Ο γδικιωμός της Λάμνισσας, Die Rache der Lamnissa, σσ. 141.


Σταχυολογώντας από τον εκτενή Πρόλογο [Vorrede] του Schmidt [Die Volkslieder, σσ. 1 – 72], εξ αρχής υπογραμμίζει πως όταν του δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσει τα ελληνικά λαϊκά παραμύθια στο νησί της Ζακύνθου, δεν το έκανε από την η άποψη του ειδικού στα παραμύθια []Märchenforscher] ή του συγκριτικού μυθολόγου [vergleichenden Mythologen]. Ήταν ένα αρχαιολογικό ενδιαφέρον που τον ώθησε στην καταγραφή αυτή, ως φιλόλογο, με απώτερο στόχο να αντιληφθεί κατά πόσο λείψαν της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας επιβιώνουν στα σύγχρονά του παραμύθια της ελληνικής υπαίθρου [Die Volkslieder, σ. 5].

Θα ήμουν προσωπικά επιφυλακτικότερος να αναγνωρίσω αρχαία κατάλοιπα στα δημοτικά τραγούδια. Είναι όντως μια αρχαία ελληνική συνέχεια που επιβιώνει στα τραγούδια αυτά, οπότε μιλάμε για βάθος χιλιετιών, ή ο αναγεννησιακός τους, ή έστω βυζαντινός τους απόηχος, όπως αναπλάστηκε από τη δημοτική Μούσα, οπότε μιλάμε για βάθος λίγων αιώνων; Είναι πολύ δύσκολο να αποδειχθεί.

Μπορεί κάποια από τα παραμύθια αυτά να είχαν μικρό ενδιαφέρον από αυτή την άποψη, ενώ για κάποια άλλα ο Γερμανός φιλόλογος αναφέρει πως “εκπλήσσουν με την ηχώ των αρχαίων ελληνικών θρύλων”. 'Οσο περισσότερο γνώριζε τον τρόπο ζωής των νέων Ελλήνων, τόσο περισσότερο πειθόταν ότι αρχαίο υλικό επιβίωνε στα παραμύθια αυτά και αναπαράγονταν από στόμα σε στόμα. Ο “πράκτοράς” του [γράφει “Erzähler”, αφηγητήςτον διαβεβαίωσε επανειλημμένα ότι τα είχε ακούσει από το στόμα ανθρώπων του λαού, κυρίως από αγρότισσες. Παρά ταύτα εκφράζει μια κάποια επιφύλαξη για τυχόν, προφανώς αθέλητες, επιδράσεις της εκπαίδευτικής διαδικασίας του μαθητή του που να μπλέκονταν με τις παιδικές του αναμνήσεις [ , σ. 6].

Όσον αφορά τα δημοτικά τραγούδια που δημοσιεύονται εδώ, είναι κατηγορηματικός πως τα έχει καταγράψει σε μεγάλο βαθμό κατευθείαν από το στόμα του λαού στο νησί της Ζακύνθου, όσο και της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης. Μικρό μόνο μέρος παρέλαβε μέσω γραπτής επικοινωνίας. [σ. 40].

Επικεντρώθηκε στις πτυχές εκείνες του καθημερινού βίου, όπου το αρχαιολογικό του ενδιαφέρον ήταν πιθανότερο να ικανοποιηθεί. Δύο κατηγορίες τραγουδιών είχαν ιδιαίτερη σημασία γι' αυτόν, συγκεκριμένα τα γαμήλια τραγούδια και ακόμη πιο πολύ τα λεγόμενα μοιρολογία [γράφει myrologi, myrologia, myrologien, μυρολόγια]και όσα είχαν γενικότερα σχέση με το θάνατο [σ. 40].

Από τις δυσκολίες που αντιμετώπησε στην καταγραφή των δημοτικών της ορεινής Ζακύνθου, παραθέτει δύο εμπειρίες. Στο χωρίο Κοιλιωμένο, όπου κατέλυσε στο σπίτι του παππά, όταν ήλθε μια γυναίκα που όντως θα μπορούσε να πει μυρολόγια για χάρη του, εκείνη, μαθαίνοντας την πρόθεσή του, δεν το δέχτηκε αρχικά. Επρεπε να απομονωθεί με τον παππά, και σε εκείνον είπε τα τραγούδια της χωρίς δισταγμό. Ο ιερέας τα κατέγραψε με πένα και χαρτί για χάρη του Schmidt [Volkslieder, σ. 41]. Μια ακόμα πιο επώδυνη εμπειρία είχε στο χωρίο Κερί, λόγω της καλής πρόθεσης του αγωγιάτη του [γράφει agogiaten]. Ο μάλλον απλοικός άνθρωπος αυτός όταν θέλησε να κάνει γνωστές σε έναν κάτοικο του χωριού τις προθέσεις του μισθωτή του, παρεξηγήθηκε. Ο χωριάτης εξαγριώθηκε βάνοντας κατά νου τι δουλειά είχε ο ξένος με τις γυναίκες του χωρίου, και απειλούσε να ξεσηκώσει όλους τους συγχωριανούς του εναντίον τους [Volkslieder, σ. 41]. Ακόμα κι εκεί που ήταν βολετό για τον Schmidt να συναναστραφεί γυναίκες του λαού, και να καταγράψει από το στόμα τους τραγούδια, δεν ήταν βέβαιο το θετικό αποτέλεσμα. Κι αυτό επειδή δεν ήταν ασυνήθιστο για τις γυναίκες που θρηνολογούσαν, να σταματούν να εκτελούν τα τραγούδια τους, να μπερδεύονται ή να ανακετεύουν το ένα με το άλλο [Die Volkslieder, σσ. 41  42].





Με όλες τις αντιξοότητες, κατάφερε να συγκεντρώσει ικανό αριθμό τραγουδιών από τα λεγόμενα Βουνά τις Ζακύνθου, συγκεκριμένα το Κοιλιωμένο, τις Μαριές, το Πλεμοναρίο και τη Λούχχα. Ένα στιχούργημα προέρχεται από τις Ορθονιές.

Να σημειωθεί πως στο άλλο του πόνημα, το Die Insel Zakynthos, o Scbmidt μνημονεύει τα κατά τα άλλα περιφρονημένα χωριά αυτά των ορεινών της Ζακύνθου με ιδιαίτερα θετικό χρώμα. Περιγράφει το τοπίο τους, το οποίο μεριέςμεριές, για κάποιον από το Βορρά, μπορεί να θυμίσει την πατρίδα [Η Νήσος Ζάκυνθος, σ. 66]. Λίγοι, τόσο ξένοι, όσο και ντόπιοι θα μπορούσαν να το κάνουν, μιας και τα βουνά αυτά σπάνια προξενούσαν το ενδιαφέρον. Δύσβατα μονοπάτια συνέδεαν τα χωριά μεταξύ τους, όσο και με τον Κάμπο [Η Νήσος Ζάκυνθος, σ. 65]. Κι όμως ο Σμιτ αποφάσισε να τα περιηγηθεί, τον Απρίλιο του 1863.

Τις εντυπώσεις του περιγράφει σε ιδιαίτερο κεφάλαιο [“Οδοιπορώντας στα ορεινά”, σσ. 67  80]. Εκεί φιγουράρουν όλα τα χωριά, απ' όπου κατέγραψε τα δημοτικά του τραγούδια. Συγκεκριμένα, κάνει λόγο για το μικρό και χαριτωμένο χωριό του Πλεμοναρίου, κρυμμένο μέσα στις ελιές και τα κυπαρίσσια” και για τις εξ ίσου γοητευτικές Μαριές [σ. 73]. Με τον οικοδεσπότη του από τις Μαριές, μέσω Οξωχώρας, πορεύτηκαν προς τη Λούχχα, την οποία επιμένει να ονομάζει Λούκκα, ως ορθότερο. Στο σπίτι που κατέλυσε στο χωριό αυτό ένα νεαρό κορίτσι συμμετείχε ενεργά στη συζήτηση, ενάντια στις περιοριστικές συνθήκες του τόπου και της εποχής. Λέει χαρακτηριστικά ότι: “[ε]δώ είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω πώς, ακόμη και σε ένα απομονωμένο από τον υπόλοιπο κόσμο ελληνικό χωριό, οι εμφυτες πνευματικές ικανότητες και χαρίσματα, μπορούν να επιβληθούν ακόμη και στα αυστηρά, κληρονομημένα από παλαιότερες εποχές, ήθη” [σ. 74]. Στο κορίτσι έκανε εντύπωση το ενδιαφέρον του νεαρού Γερμανού στα μυρολόγια που του έλεγαν δύο γερόντισσες που κάλεσαν για το λόγο αυτό. 




Κατόπιν κατευθύνθηκε στο χωριό Κοιλιωμένο, όπου, όπως έχει ήδη γίνει λόγος, κατέλυσε στο σπίτι του παππά του χωριού. Του παρουσίασαν μάλιστα για δείπνο τσαλαπετεινούς, γεγονός που του προξένησε δυσάρεστη έκπληξη [Die Insel Zakynthos, σ. 74.].




Αμέσως μετά το Κοιλιωμένο, ο φιλόλογός μας πορεύτηκε στο Κερί [Die Insel Zakynthos, σ. 75.], όπου για τους λόγους που αναφέρει αλλού, δεν κατάφερε να συγκεντρώσει λαογραφικό υλικό [Griechische Märchen, Sagen und Volkslieder, ό.π. σ. 41].

Εκτός από τα παραπάνω χωριά, φαίνεται πως ο ευκαιριακός αυτός λαογράφος είχε στη διάθεσή του και άλλο υλικό, το οποίο τελικά δεν έκρινε σκόπιμο να δημοσιεύσει. Έτσι κάνει λόγο για δύο αποσπάσματα που του είπε ένα αγόρι από τις Βολίμες, το οποίο όμως δεν τα ήξερε επαρκώς. Στα αποσπάσματα αυτά ο Γερμανός διέκρινε να απηχούνται οι ιστορίες της Νιόβης και του Ηρακλή με την Λερναία Ύδρα [Griechische Märchen, Sagen und Volksliederσ. 8]. Μπορεί να προστεθούν τα θετικά σχόλια που κάνει για τις Βολίμες, και ιδιαίτερα για την σωματική ομορφιά των κατοίκων, με τα ληγερόκορμα κορίτσια με τις μακρυές μαντήλες να πέφτουν στους ώμους τους [Die Insel Zakynthosσ. 72].



Σε άλλο κεφάλαιο του ίδιου βιβλίου αναφέρεται στους ίδιους τους καθ' ημάς Βουνίσιους. Υποστηρίζει πως οι κάτοικοι της απομακρυσμένης και κλεισμένης στον εαυτό της ορεινής περιοχής έχουν περισσότερους λόγυς να ισχυρίζονται πως η καταγωγή τους είναι αμιγώς ελληνική από ότι οι υπόλοιποι κάτοικοι του νησιού. Στη γλώσσα τους που είναι διαφορετική από των άλλων Ζακυνθινών έβλεπε να επιβιώνουν αρχαιοελληνικά στοιχεία. Μια δυνατή ράτσα κατοικεί τα χωριά αυτά και το κάλος ανδρών και γυναικών είναι συχνά αξιοσημείωτο. Υπογραμμίζει πως στα χωριά αυτά επιβιώνουν τοπωνύμια με αρχαίες ρίζες. Δεν χωρεί αμφιβολία για αυτόν πως εκμεταλλευόμενο την φυσική προστασία που παρείχαν τα βουνά τους, ένα σημαντικό τμήμα του αρχαίου πληθυσμού διατηρήθηκε, ενώ αντίθετα ο Κάμπος ερήμωσε, όντας εκτεθειμένος σε επιδρομές [Die Insel Zakynthos, σ. 164]. Δεν διστάζει να χαρακτηρίσει τους κατοίκους των απομακρυσμένων αυτών περιοχών “πιο έντιμους και πιο αγνούς” από τους κατοίκους του Κάμπου [Die Insel Zakynthos, σ. 208].

Κάτι που αξίζει να ερευνηθεί, είναι κατά πόσο το υλικό αυτό αποτελεί προϊόν και κτήμα των χωρικών της Ζακύνθου, που διατηρούσαν ζεστές παραδόσεις που είχαν, όντας ελληνικής καταγωγής, διατηρήσει οι ίδιοι, ή αν ήταν υλικό που μετέφεραν, λόγω της συχνότερης απ' ότι οι άλλοι Ζακυθινοί επικοινωνίας τους με τις απέναντι ηπειρωτικές ακτές της Ελλάδας. Όπως γράφει αλλού και ο Σμιτ, οι αγροτικοί πληθυσμοί της Ζακύνθου περνούσαν απέναντι για να συμβάλλουν με την εργασία τους στη συγκομιδή των σιτηρών, κυρίως στην Αχαϊα και την Ηλεία. Το ίδιο συνέβαινε με τους κατοίκους των χωριών Κεφαλλονιάς, Ιθάκης και Λευκάδας, που περνούσαν στην Αιτωλία, την Ακαρνανία και πέρα στη Ρούμελη [Schmit, Die Volksleben, σ. 19]. Τι έφερναν πίσω από τα ταξείδια τους αυτά, εκτός από στάρι και γρόσια; Συγκριτικό υλικό είναι διαθέσιμο πλέον στον ερευνητή για να επιχειρήσει το δύσκολο κατά τα άλλα έργο να εντοπίσει τις ρίζες ορισμένων τραγουδιών.


Τα δημοτικά τραγούδια που ακολουθούν, μεταφέρθηκαν πιστά από την έκδοση Σμιτ. Έμοιαζε μάλλον αναπόφευκτη η μεταγραφή τους με τη σύγχρονη ορθογραφία, αλλά κατά τ' άλλα τα αντιγράψαμε πιστά. Να σημειωθεί ότι ο Σμιτ για το ευφωνικό νι [ν] προ των κ, π, τ, μεταγράφει κατά την ηχητική του αξία, σε μι [μ], π.χ. αντί για την Πόλη, τημ Πόλη. Επίσης την άρνηση δεν καταγράφει σταθερά ως δε, χωρίς τελικό νι. Κατά την αντιγραφή αυτά διατηρήθηκαν ως είχαν.

Όπου στο πρωτότυπο των σχετικών σχολίων του Schmidt, τα οποία επίσης μεταγράψαμε και εδώ, απαντάται ελληνική λέξη ή φράση, αυτή αποδόθηκε με χαρακτήρες bold.

Υπογραμμίζεται πως εκτός από τα τραγούδια της Ζακύνθου που καταγράφει, ο Schmidt αξιοποιεί το γλωσσολογικό υλικό του νησιού που διέθεται, καθώς σχολιάζει τραγούδια άλλων περιοχών. Τις σύντομες αυτές αναφορές δεν μεταφέραμε στην παορύσα φάση εδώ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχουν ενδιαφέρον για τον μελετητή της Ζακύνθου.

Προτού τα παραθέσουμε, ας υπογραμμιστεί ότι όταν κατέγραφε τα δημοτικά τραγούδια των ορεινών της Ζακύνθου, ο νεαρός Σμιτ, ήταν ο πρώτος που έκανε κάτι τέτοιο. Παρ' όλο που η τοπική λογιοσύνη είχε αρκετά δημοσιεύματα στο ενεργητικό της, κανείς δεν είχε ασχοληθεί με τον τομέα αυτό της Ζακύνθου. Ο Αρχιδούκας Σαλβατόρ με παρόμοια ενδιαφέροντα δεν έχει αράξει ακόμα με τη Nixe του στο Πόρτο του Τζάντε, και δεν έχει καταγράψει, ή μάλλον συλλέξει το υλικό του, που θα δημοσίευε το 1904 στο πολύτιμο ΖΑΝΤΕ του. Ένα πλεονέκτημα του Αρχιδούκα έναντι του Σμιτ είναι ότι αυτός δημοσιεύει και το σκοπό των τραγουδιών που προσφέρει σε μας τους μεταγενέστερους. Θαρρώ πως ο σκοπός των περισσότερων, αν όχι όλων των δημοτικών του Σμιτ, έχει λησμονηθεί πια ανεπιστρεπτί.

Από τους ντόπιους, μόνον η Μαριέττα Μινώτου θα επιδείξει παρόμοιο συστηματικό ενδιαφέρον για την προφορική παράδοση του τόπου, αρκετά χρόνια μετά. Κατέγραψε 54 παραμύθια της Ζακύνθου, από τα οποία δημοσίευσε τα επτά στο περιοδικό Λαογραφία (Θεσσαλονίκη, 1931). Όμως, ενώ ο Σμιτ τονίζει πως έμεινε πιστός στο ελληνικό πρωτότυπο, όπως του το αφηγήθηκε ο Μίμης Λούντζης, η Επτανησία, ως λογοτέχνης, και όχι ως φιλόλογος, θέλησε να διασκευάσει τα δικά της παραμύθια. Η Μινώττου επίσης κατέγραψε και δημοσίευσε, αρχικά στο περιοδικό "Ιόνιος ανθολογία" του Σπύρου Μινώττου, (τεύχ. 78-80, Δεκ. 1933 – Μάρ. 1934), και ύστερα αυτόνομα, “Τραγούδια από τη Ζάκυνθο" [Αθήνα 1934]. Η δική της δημοσιευμένη συλλογή αριθμεί πάνω από πεντακόσια τραγούδια, μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης. Και εκτός από το δημοσιευμένο υλικό, η ίδια συγκέντρωνε πλήθος λαογραφικών στοιχείων της Ζακύνθου, που θα έφτανε τις 1.000 σελίδες, αν ποτέ δημοσιευόταν ... [Πρβλ. «Ο ρόλος της ζακυνθίας λογίας Μαριέττας Γιαννοπούλου - Μινώτου (1900-1962) στην καταγραφή προφορικών μαρτυριών για το λαϊκό πολιτισμό», Oμιλία της Λέκτορος Μαριέττας Μινώτου του Ιονίου Πανεπιστημίου με αφορμή τον εορτασμό της Διεθνούς Ημέρας Αρχείων, σε επιστημονική ημερίδα, που διοργανώθηκε στη Σπάρτη από τα τοπικά ΓΑΚ και τον εκεί Δήμο, 14.6.2019, https://notospress.gr/article.php?id=42289 ].

Θα ήταν παράλειψη να μην μνημονευτούν και οι αντίστοιχου περιεχομένου καταγραφές του ακάματου Λεωνίδα Χ. Ζώη. Ειδικά στον δεύτερο τόμο του πολύτιμου Λεξικού του, μπορεί κανείς να βρει πληθώρα σύντομων ή εκτενέστερων στιχουργημάτων από το νησί.

Ολοκληρώνοντας, ας επιτραπεί μια εντελώς προσωπική σκέψη. Είμαι πολύ επιφυλακτικός στις σύγχρονες αναβιώσεις που έχουν μάλλον αμφίβολα, αν όχι καταστροφικά αποτελέσματα, αντίστοιχα με το εγχείρημα του διάσημου [αντι]ήρωα της Mary Shelley και τα επακόλουθά του. Όμως ανακαλύπτοντας ένα λησμονημένο κατά τα άλλα παρελθόν, μπορούμε να ατενίσουμε καλύτερα το Άλλοτε, ένα άλλοτε που έχει περάσει ανεπιστρεπτί και για τη Ζάκυνθο. Δεν περιμένει κανείς από τους σύγχρονους Μαριώτες, Κοιλιωμενιάτες και Λουχιώτες να τραγουδήσουν τα δημοτικά που καταγράφει ο Σμιτ, στους γάμους και τις κηδείες τους. Αυτό που ίσως περιμένει από αυτούς και από όλους όσους γοητεύονται από τον ντόπιο λαϊκό πολιτισμό είναι να αφουγκραστούν την παράδοσή τους, να δουν τι μπορούν χειροπιαστά να περισώσουν από αυτήν, από τα στόματα παλαιοτέρων που σύντομα θα σωπάσουν για πάντα. Nα σταματήσουν να περιορίζονται στη μικρή κατά τα άλλα γκάμα γνωστών στιχουργημάτων από πολύ πιο πρόσφατες καταγραφές [στην πραγματικότητα οι καταγραφές του Σίμωνα Καρά κατά την διασκευή του Δημήτρη Λάγιου και κάποια άλλα δίστιχα, τραγουδησμένα από τον τελευταίο] και στην παραγωγή αμφιβόλου ποιότητας λαϊκών θεατρικών τύπου Ομιλίας [με τούρκικες λέξεις και προφορά είτε Κρητικού ριμαδόρου, είτε ... καραγκιοζοπαίχτη]. Ίσως τότε να πάψουν να μοστράρουν παραδοσιακά κατά τα άλλα τοπικά συγκροτήματα, να χορεύουν σε σκοπούς αιγαιοπελαγίτικους, μωραϊτικους και μακεδονίτικους, και να στραφούν στη δική μας, κατάδική μας δημοτική παράδοση. Ίσως ...

Και μια αυτοαναίρεση. Η πρόσφατη έκδοση του βιβλίου των Διονύση Π. Αρκαδινού και Μαρίνου Δ. Γιαννούλη, Δημοτικά Τραγούδια και Χοροί των Χωριών της Ζακύνθου, Αθήνα : χ.ε., 2018, έρχεται να σταθεί απέναντι σε αυτό το “ίσως”. Οι δυο αυτοί νέοι ερευνητές, με ευσυνηδεισία, κατέγραψαν ακριβώς υλικό από τα Χωριά της Ζακύνθου. Με μέσα που τόσο η Μινώτου, πόσο δε μάλλον ο ίδιος o Schmidt, δεν θα μπορούσαν να φανταστούν, τους ήταν βολετό εκτός από τους στίχους των δημοτικών τραγουδιών να καταγράψουν και τη μουσική τους. Με επιμέλεια του γνωστού μουσικού της Ζακύνθου Αντρέα Σταμίρη η μουσική αυτή δημοσιεύεται στο πεντάγραμμο και για τους αναγνώστες του παραπάνω βιβλίου. Για τα τραγούδια των παλαιότερων λαογράφων οι σκοποί είναι στο μεγαλύτερο βαθμό άγνωστοι. Επίσης, ενώ οι παλαιότεροι δεν έκριναν σκόπιμο, στις δημοσιευμένες τουλάχιστον, εργασίες τους να διασώσουν τα ονόματα ανδρών και κυρίως γυναικών που τραγούδησαν για χάρη τους, οι Αρκαδινός και Γιαννούλης μας σώζουν αναλυτικά τα ονόματα των λαϊκών κυρίως ευκαιριακών τραγουδιστών τους, αλλά και παρέχουν στοιχεία για τους οργανοπαίχτες και τους μουσικούς των δημοτικών τραγουδιών. Το έργο τους που πρόσφατα βραβεύτικε από την Ακαδημία Αθηνών [https://www.imerazante.gr/ 2019/12/20/214760 ], ξεπερνάει σε όγκο κατά πολύ το τελικά δημοσιευμένο υλικό. Με αγάπη για τον τόπο και διάθεση να διασώσουν το κομμάτι αυτό της ουσιαστικά άγνωστης παράδοσης της Ζακύνθου, από το 2011, ξεκίνησαν να καταγράφουν σκοπούς και τραγούδια. Είναι δύσκολο σε συντομία να αποτιμήσει κανείς τα γόνιμα αποτελέσματα της πάνω από αξιέπαινης προσπάθειάς τους [Βλ. την βιβλιοπαρουσίαση από τον Εκδότη Διονύση Βίτσο στην ΗΜΕΡΑ ΤΣΗ ΖΑΚΥΘΟΣ, https://www.imerazante.gr/2019/01/17/189030]. Μπορεί με βεβαιότητα να ειπωθεί ότι χάρις στο ενδιαφέρον των δύο αυτών νέων ανθρώπων, θα είμαστε σε θέση να ακούμε δημοτικά τραγούδια και χορούς από τη Ζάκυνθο, ανάμεσα στους άλλους τόπους.

Caveat lector...

= = =


από το 
ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΝ ΤΕΥΧΟΣ ΕΠΙ ΤΗι ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ
ΑΠΟ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ
ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ,
Εν Αθήναις: Τύποις Παρασκευά Λεωνή, 1902
[anemi.lib.uoc.gr]



III. Δημοτικά τραγούδια [Volkslieder]


Α. Μοιρολόγια με τη στενότερη έννοια.


1.
Ζάκυνθος [Χωρίο Λούχχα].

Καλό που είναι, το σύγενο ν' είναι συμμαζωμένο,
Και σε καλό και σε κακό ν' είναι συντροφευμένο!

2.
Αύτοθι.
'Ογοιος δεν έχει θάνατο, δεν κλαίει τσου πεθαμένους,
Κι όγοιος δεν έχει σκοτωμό, δεν κλαίει τσου σκοτωμένους,
Κι όγοιος δεν έχει πνιμμό, δεν τσου πνιμμένους.



3.
Αύτοθι.

Πρέπει η γης να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει,
Πρέπει να τήνε σπέρνουνε κλονιά μαργαριτάρι.
Πρέπει να την σκαλίζουνε με χρυσά σκαλιστήρια·
Που τρώγ' αϊτούς και σταυραϊτούς και νιες με τα στολίδια,
Που τρώγει και μικρά παιδιά με το βυζί στο στόμα.


152


7.
Ζάκυνθος [Χωρίο Λούχχα].

Κανίστρι μυριοπλούμιστο, γαρούφαλα γιομάτο,
Σε τι καράβι θα βρεθείς και σ' τι πόρτο θ' αράξης,
Για νάρθει η μανούλα σου να σε ξαναγοράση;



8.
Αύτοθι.

Α δεν αστράψει, δεν βροντάει, α δε βροντάει, δε βρέχει,
Κι α δε φωνάσει όποιος όποιος πονεί, δεν τρέχει ο κόσμος όλος.
Οπού έχει μάνα, ας χλίβεται, και αδρεφή, ας λυπάται,
Κι οπού ειν' καλό αντρόγυνο, να τον ψυχοπονάται!



9.
Ζάκυνθος [Χωρίο Κοιλιωμένο].

Πλάκα χρυσή, πλάκ'αργυρή, πλάκα μαρμαρωμένη,
Π' όλους τους νέους εμάρανες κι όλαις τες νιες μαραίνεις,
Και τούτονε τον νιούτσικο να μην τονε μαράνης!” 


153


9, 2. Το νέους με το νιους είναι προφανές πως πρέπει να αλλάξει, αλλά δεν θα το συμβούλευα. Πρβλ. 10, 2 και 5· 22, 3·, 23, 2, κ.α.



154


Κ' η πλάκα απηλογήθηκε,τον τέτοιον λόγον είπε:
Μηγάρις είμαι μάνα του, μηγάρις αδερφή του,
μηγάρις είμαι πρωτοθειά, να μην τονε μαράνω;”



10.
Αύτοθι.

Βαρκούλες που μισεύετε, βαρκούλες, σταματίστε
Κι αυτόν τον νέο που επήρετε τάχα μην τομ πουλήτε!
Χίλι' έδινα να τον ιδώ, χίλια να του μιλήσω,
Χίλι' έδινε η μάνα του και χίλι' η αδερφή του!”
Κι' ο νέος απηλογήθηκε, με το γλυκό του στόμα:
“ Έχετε γρόσια, φάτε τα, φλωριά, φυλάξετέ τα!”
Κι όταν ασπρίσει ο κόρακας και γένει περιστέρι,
Τότε κι εσύ, μανούλα μου, εμένα ακαρτέρει.”


156


14.
Ζάκυνθος [Χωρίο Λούχχα].

Να μορογάρει ο σταυρός, να μαζωχτεί τ' ασκέρι,
Να ιδεί το ποιός τον χλίβεται, και ποιός τον κλαίει!
Τον κλαίει το έμπα του σπιτιού, το έμπας της αυλής του,
Τον κλαίν' τ' ακροκεράμιτα που στάνε το φαρμάκι!


158


Άνοιξε τα ματάκια σου κ' ιδές μια μπάντα κι άλλη
Κι άφες υγειά στο σπίτι σου κ' υγειά στους εδικούς σου,
Και σήκω πάρε μίσεψε, σηκώσου πάρε φεύγα,
Πριτά σου σύρουν θυμιατό, σε ψάλλουν οι παπάδες,
Πριτά σε περιλάβουνε τση γης οι κλερονόμοι!” 


B. Τραγούδια του Χάρου και του Κάτω Κόσμου.


164


21.
Ζάκυνθος [Χωρίο Κοιλιωμένο].
Αποσπασματικά;

Στους ουρανούς σημαίνουνε, στον άδην κάνουν γάμον.
Και φρόνιμον εκαλέσανε, να πάει να στεφανώσει.
Μαύρη λαμπάδα του γαμπρού κι άσπρο κερί τση νύφης.
Στην ρούγαν όπου πήγαινε τον θέον επερικάλει,
Να του εχόλια ο γαμπρός, ν'ερχότουνα στη νύφη.



23.
Ζάκυνθος [Χωρίο Κοιλιωμένο].
Του Χάρου του εβουλήθηκε να κάμει περιβόλι.
Πέρνι τσοι νιές για λεμονιές, τσου νέους για κεπαρίσσια,
Παίρνει και τα μικρά παιδιά, τα βάνει κωλορίζια.
Νάηξρα, αϊτέ και σταυραϊτέ, πού θα μου σε φυτέψουν,
Για νάρχουμαι συχνά συχνα΄να σε μισοποτίζω,
Να κάμεις κλώνους και κλαριά και να ξεβλασταρώσεις,
Πάνω στα φύλλα να πατείς, τσοι κλώνους να βαστιέσαι·
Για να βαστιέσαι, μάτια μου, νάρθεις στομ πάνω κόσμο,
Να ιδείς το ποιός σε χλίβεται, το ποίος πονεί για σένα.


166


25.
Ζάκυνθος [Χωρίο Λούχχα].

Κλαίγε με, μάνα, κλαίγε με αυγή και μεσημέρι,
Και μεσ' τ ' ανάγυρμα του ηλιού ποτέ σου μη με κλάψεις,
Γιατί δειπνάει ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του.” 
Κράτει κερί και φέγγε τους, ποτήρι και κέρνα τους.” 
Μου ξαμολυέται το κερί, κι ο Χάρντας με δέρνει.” 


170


30.
Ζάκυνθος [Χωρίο Κοιλιωμένο].

Εχτές βράδυ επέρασα αφ' τσ' εκκλησιάς τημ πόρτα.
Και μου άρεσε να προβατώ, τη ρούγα να πηγαίνω.
Κι εκάθισα κι εμέτρησα τα μνήματα πόσα είναι·
Βρίσκω τα μνήματα εκατό, τα μάρμαρα διακόσια.
Κι εκεί επαραπάτησα εις ανστρειωμένου μνήμα.
Κι ακούω το μνήμα και βογκάει, το νέο κι αναστενάζει.
Μνήμα μου, τι έχεις και βογκάς, νιέ μου, κι αναστενάζεις;
Μην είν' το χώμα σου βαρύ κ' η πλάκα σου μεγάλη;”
Δεν είν' το χώμα μου βαρύ κ' η πλάκα μου μεγάλη,
Αλλ' ήρθες και μ' επάτησες απάνου στο κεφάλι.
Πίνω του άδη το νερό, είναι πικρό φαρμάκι,

–––

30. Αυτό το τραγούδι δεν φαίνεται να είναι πλήρως και πιστά καταγεγεγραμμένο. Έτσι η πηγή μου προσέφερε τους στ. 6 και 7: Κι ακούω το μνήμα και βογκάει και βαρυαναστενάζει. “Μνήμα μου, τι έχεις και βογκάς και ”


171


βαρυαναστενάζεις;” Ωστόσο, δεδομένου ότι ο νεαρός άνδρας που βρίσκεται στον τάφο εισάγεται στο εξής να δίνει την απάντηση στις ερωτήσεις στους στ. 7 και 8, οι δύο αποστροφές μετατράπηκαν κατά τα Νο. 29, 7–8.



172


Το πίνουν νέοι, θλίβονται, και νιές κι αναστενάζουν ·
Μα εγώμαι βασιλιώς παιδί κ' είμαι και ρήγα γγόνι.” 
Και πάλι εματαπέρασα τση εκκλησιάς τημ πόρτα
Κι ακούω τη Χαρόντισσα, μαλώνει με το Χάρο:
Ούλους τους νέους που μού έφερες ούλους τους ημερώνω,
Μα ετούτονε το νιούτσικον – ημερωμούς δεν έχει,
Χωρίς νερό δε γεύγεται, χωρίς κρασί δε τρώγει.



30, 15. Στο παρόν κείμενο του τραγουδιού αυτού, το οποίο μου έγινε γνωστό εγγράφως, έτσι διαβαζεται ο στίχος αυτός: Κι ακούω το Χάρο και μάλωνε με τη Χαρόντισσά του. Όμως δεν είναι η Χαρόντισσα, αλλά ο Χάρος που μεταφέρει τους νεκρούς στον Κάτω Κόσμο· μετά από σύγκριση με τα 27, 4 και 28, 5 έδειξε πως πρέπει να μεταβληθεί.

Το Τραγούδι 32 είναι επίσης γνωστό στη Ζάκυνθο. Αλλά ακόμα κι εκεί δεν κατάφερα να κάνω κτήμα μου ολόκληρο το τραγούδι · στο Χωρίο Λούχχα εγώ κατέγραψα


173


από το στόμα μιας γυναίκας, το ακόλουθο απόσπασμά του που αντιστοιχεί στα παραπάνω:

Και σκάψε με τα νύχια σου σαν αγριογερακίνα.
Κη αν είμαι σαμ πως ήμουνα, σκύψε και φίλησέ με!
Κι αν είμαι μαύρος και χλωμός, τράβα, κουκουλωσέ με.


Αυτοί οι στίχοι ανακατεύτηκαν μη ορθά από την πηγή μου με μια παραλλαγή των τραγουδιών 29 και 30 .


174


35.
Ζάκυνθος [Χωρίο Μαριές].

Χριστέ, και να με βάνανε πραγματευτή στον άδη,
Να βάλω στην κανίστρα μου κάθε λογής λογάδι,
Νάχω του νέου πουκάμισα, τση λυγερής βελέσια,
Νάχω και του μικρού παιδιού φασκιές και σπαργανίδες.



36.
Ζάκυνθος [Χωρίο Κοιλιωμένο].

Χριστέ, και να μου λέγανε πως έρχουνται αφ' τον άδη,
Κι α δεν έτρεχα γλήγορα, τα πόδια να μου κόβαν,
Κι α δεν εγνώριζα καλά, τα μάτια να μου βγάζαν,
Κι α δεν αγκάλιαζα σφιχτά, τα χέρια να μου κόβαν,
Κι α δεν εφίλουνα γλυκά, το στόμα να μου πέσει!


176


37.
Ζάκυνθος.

Πλέει του Χάρου το πανί, πλέει τσοι μαύρες μοίρες,
Εκεί που είναι ψυχές πολλές, γέροι και κορασίδες.
Μαύρο είν' το καράβι του, και μαύρα τα πανιά του,
(Μαύρο είν' το σκαφίδι του και μαύρα τα κουπιά του.)
Τρέχουν γυναίκες και παιδιά, άντρες και καλογέροι,
Τρέχουν εις το καΐκι του, τσοι αρπάχνει από το χέρι.
Κρύα ειν' τα κρηάτα του, άσπρα είν' τα μαλλιά του,
Δραπάνι έχει στα χέρια του, πέφτουν τα κόκκαλά του.
Κι εκεί που πέφτουν πιάνουνε καίοντας σα φωτία,
Σα να ήτουνα εκεί κοντά μεγάλη φουγγαρία,
Τρέχα, βρε Χάρε, πέρνασ' τους, κ' είναι άλλοι που προσμένουν.” 
Αρπάχνει εκείνος το κουπί και τους κυττάει και φεύγει.
Και πάλι εματαγύρησε και πάλι εματαπείρε,
Άντρες, γυναίκες και παιδιά, γέρους, παιδιά και χήρες.



38.
Αύτοθι.

Αφ΄ το ποτάμι το άπατο ο Χάρος επερνούσε,
Και μία ψυχή ευρέθη εκεί και τον εχαιρετούσε:
Ω Χάρε μου πολύχρονε και πολυαγαπημένε,
Πάρε με και εμέ κοντά, πάρε με εσύ καϋμένε!
Φτωχού ψυχή εγώ ήμουνα, φτωχού και διακονιάρη,
Μ' αφήσανε κι εχάθηκα για ένα κλωνί κριθάρι
Σπερνά εμέ δε μούδωκαν, δε μούδωκαν τση καϋμένης,
Μήτε λεφτό στο στόμα μου για σε που περιμένεις.
Φτωχά ήτουν τα παιδάκια μου, φτωχά κι απελπισμένα,
Τ' αφήκανε, πεθάνανε, άθαφτα, τα καϋμένα.
Εσύ τα πήρες, Χάρε μου, εσύ τα πείρες, σ' είδα,
Τόμου το κρύο χέρι σου τσ' άρπαξε τη πλεξίδα.
Πάρε με, Χάρο, πάρε με, πάρε με, τη καϋμένη,
Πάρε μ' εκεί, πάρε μ' εκεί, που άλλος δε σε προσμένει!”


Ο 37, 4 φαίνεται να αναπληρώνει τον στ. 3.


178.


Έτσι του είπ' εκειού η ψυχή, κι ο Χάρος τση αποκρίθη:
Έλα, ψυχή, είσαι καλή κι ο θέος σε εσπλαχνίσθη.” 
Την άρπαξε, την έρριξε στην άλλη του μερία,
Κι απλώνοντας τότες το πανί φεύγει απ' εκεί μακρύα.



39.
Αύτοθι.

Ο Χάρος εδιάβαινε με τη Χαρόντισσά του,
Κι ευρήκανε ένα γέροντα ποτ έκλαιγε τα παιδιά του.
Τι έχεις, γέροντα, και κλαις; έχασες τα παιδιά σου;
Σώπα και μη μαραίνεσαι, κάθουνται εδώ κοντά σου.” 
Έχασα, Χάρε, τα καλά, χάνοντας τα παιδιά μου,
Χάνοντας τη γυναίκα μου κι ούλη τη φαμελιά μου.
Συ μου τα πείρες, Χάροντα! Δος μου τα ούλα οπίσω
Και γύρησε και έλα εδώ, έλα να σε φιλήσω!
Φίλος σου εγώ θε να γενώ, εγώ και τα παιδιά μου.,
Εγώ και η γυναίκα μου κι ούλη η φαμελιά μου.” 
Να μπόρια, γέρο, σ' τώκανα, σούκανα εγώ τη χάρη,
Μα δε μπορώ, δε δύναμαι, έχω οχτρό λιοντάρι,
Έχω οχτρό εγώ σκυλί, π' ούλους μας μάς φυλάει,
Κι όντας με ιδεί, ταράζεται και θέλει να με φάει.
Έχω σκυλί τρικέφαλο, που καίει σα φωτία,
Έχει τα νύχια πουντερά και την ωρά μακρύα.
Βγάνει φωτιά 'φ' τα μάτια του, από το στόμα λάβρα,
Η γλώσσα του είναι μακρυά, τα δόντια του είναι μαύρα.
Κι όντας πεινάει, τα δόντια του τ' ένα με τ' άλλο σκάνε,
Σαν να ήτουνα εκεί κοντά φάβροι που πελεκάνε.
Έχω πουλί εγώ οχτρό, ψηλό σα μία λελέκα,


180


Πώχει τα νύχια ξέμυτα κ' είναι μισό γυναίκα.
Μ' α θέλεις, γέρο, να τα ιδείς, έλα στην αγκαλιά μου!
Και θα σε πάω εδώ κοντά, που είναι η κατοικιά μου.”
Και έσφυξε το γέροντα σφιχτά στην αγκαλιά του,
Κι εκάναν κι επήγανε νάβρουνε τα παιδιά του.
Και κλαίοντας ο γέροντας τον κόσμο χαιρετάει,
Και τη ψυχή που έφευγε το μάτι ακλουθάει.
Άμε, ψυχή μου, στο καλό και στην καλή την ώρα,
Και να γιομίσει η ρούγα σου τριαντάφυλλα και ρόδα!” 
Ο Χάρος εκίνησε με τη Χαρόντισσά του,
Ο γέροντας ξαπλώθηκε τραβώντας τα μαλλιά του.




Δ. Τραγούδια της αγάπης.


184


D. Τραγούδια της αγάπης.

44. Ζάκυνθος.

Κεφαλονίτισσα όμορφη και Πατρινιά κυρά μου,
Μα εσύ, Ζακυνθινούλα μου, μώκαψες την καρδιά μου.



45.
Αύτοθι.

Στο παραθύρι, που είσαι συ, είναι κι άλλες κοντά σου,
Μα εσύ 'σαι το γαρούφαλο κ' οι αλλες τα κλαδιά σου.



46.
Αύτοθι.

'Ο,τι μου πεις, αγάπη μου, ό,τι μου πεις, θα κάμω.
Θα κάθουμαι και θα μετρώ κλονί κλονί τον άμμο.



47.
Αύτοθι.

Σε τούτηνε τη γειτονιά, σε τούτα τα σπιτάκια,
Κάθουνται δυο μελαχροινές με τα πουκαμισάκια.



48.
Αύτοθι.

Ήθελα να γενότουνα η θάλασσα στρατώνι,
Να ερχόμουνα, Μαρίνο μου, να ιδώ, ποίος σου στρώνει.



49.
Αύτοθι.

Θέλω να σ' αλησμονήσω, κ' η καρδιά μου σε πονεί·
Σύ 'σαι η πρώτη μου αγάπη, σύ 'σαι κ' η παντοτινή.


185


50.
Ζάκυνθος [Χωρίο Πλεμοναρίο].

Άρχισε, γλώσσα ταπεινή, τσι ρίμνες ν' αραδιάσεις,
Την κόρη απ' την περγουλιά να τηνε καταβάσης.
Άρχισε, γλώσσα ταπεινή, γλώσσα βασανισμένη,
΄Όπου τση αγάπηςτο σπαθί σ' έχει βαθεία κομμένη·


186


Άρχισε, γλώσσα ταπεινή, κύτταξε να μη σφάλες,
Γιατί εδώ μέσα κάθονται όλοι πρωτοδασκάλοι. 
Καλή σου νύχτα, μάτια μου, καλή σου αυγή ψυχή μου,
Καλά σου ξημερώματα, δαχτυλιδόστομή μου!



51.
Ζάκυνθος.

Κυράτσα πλυστροπούλα,
Κάμε μου ένα καλό·
Πλύνε μου ένα μαντήλι,
Κι εγώ σ' ευχαριστώ.” 

Δεν είμαι εγώ πλυστροοπύλα,
Δεν είμαι, όπως με λές,
Παρά είμαι μαυρομάτα,
Που ψένω τσι καρδιές.” 



52.
Αύτοθι.

Καλημέρα σου, κυρά μου! Στην ατένα τη χρυσή
Τι φυτεύεις, τι ποτίζεις, και δε βγαίνεις να με ιδείς;” 
Ρόδα κι άνθια πλουμισμένα για το νέον που αγαπώ.” 
Μπάσε τη γαστρούλα μέσα, που έχεις το βασιλικό,
Μην περάσει τ' αηδονάκι και σου φάει τον ανθό.” 
Τ' αηδονάκι κι α περάσει και μου φάει τον ανθό,
Έχω άνθια μαγεμένα για το νέο που αγαπώ.” 



53.
Ζάκυνθος [Χωρίο Πλεμοναρίο].
Του χορού.

Κόρη Μαριανή, κόρη Μαριανούλα,
Που απαιθύμησε το ξένο, 
Πες μου, φως μου, τι να γένω 


51, 8. Αντί που ψένω τις καρδιές επίσης που μαραίνω τις καρδιές.


188


Που απαιθύμησε κάτου γιαλό να πλύνει.
Και τα εμάζωξε – το ξένο,
Πές μου, φώς μου, τι να γένω 

Και τα εμάζωξε τα λιγδομάσχαλά τση,
Και τα εφόρτωσε – καλέ μου,
Τρίκλινε βασίλικέ μου –

Και τα εφόρτωσε στο κάλλιο τση μουλάρι
Κι εκαταίβηκε, κάτου γιαλό να πλύνει.
Κι ο άνεμος φυσά – το ξένο,
Πές μου, φώς μου, τι να γένω 

Κι ο άνεμος φυσά, μαΐστρος, τραμουντάνα
Και τση σήκωσε, τον, τομ ποδόγυρό τση
Και εφάνηκε – το ξένο,
Πές μου, φώς μου, τι να γένω –

Κι εφάνηκε το στραγαλόποδό τση,
Κι έλαψ' ο γιαλός – το ξένο,
Πές μου, αγάπη, τι να γένω –
Κί άλαψ' ο γιαλός, κι άλαψ' ούλος ο κόσμος.


192


56.
Ζάκυνθος [Χωρίο Πλεμοναρίο].
Του χορού.

Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια,
Τώρα η πέρδικα, τώρα λαλούν και λένε:
Ξύπνα, αφέντη μου, ξύπνα, καλέ μου αφέντη!
Ξύπνα, να φιλείς δύο μάτια ζαχαρένια,
Και άσπρο κορμί, βυζιά σα δύο λεμόνια!” 
Μα άστε με να κοιμηθώ, τον ύπνο να χορτάσω,
Γιατ' ο αφέντης μου στη βάρδια μ' έχει απόψε,
Στη βάρδια και στομ πόλεμο, κι όλο μπροστά με βάνει,
Ή να σφαώ, να σκοτωθώ ή σκλάβο να με πάρουν.
Κι έκαμ' ο Θεός κ' η Παναγιά κ' η δέσποινα του κόσμου,
Κι επολέμησα με Τούρκους, μ' Αρβανίτες.
΄Χίλιους έκοψα, χίλιους και δύο χιλιάδες,
Κι ένας μούμεινε κι εκείνος λαβωμένος.
Κάστρο εγύρευε, χωριό, να πάει να μείνει.
Μα μήτε κάστρο ηύρηκε, μήτε χωριό να μείνει,
Παρ' ένα δέντρο ψηλό σαν κυπαρίσσι.
Δέξου με, δέντρο, δέξου με, κυπαρίσσι!” 
Μα ε κ' οι ρίζες μου, και δέσε τ' άλογό σου,
Ε κ' οι κλώνοι μου, και κρέμασ' τ' άρματά σου,
Ε κι ο ίσκιος μου, και πέσε και κοιμήσου!
Και στο μισεμό το νοίκι νε πλερώσεις,
Τρία σταμνιά νερό τσι ρίζες να ποτίσεις.
“ Άκου', ουρανέ, κ' η γης μην το βαστάξεις!
Ως και το δέντρο το νοίκι μου γυρεύει,
Τρία σταμνιά νερό τσι ρίζες να ποτίσω!”–



57.
Ζάκυνθος [Χωρίο Ορθονιές].
Του χορού.

Γύρισμα: τ' αηδόνι τ' αηδόνι και τ' αηδόνι τ' αηδονάκι.

Ένα πραγματευτόπουλο στημ Πόλι κατεβαίνει,
Με το μαντήλι στο λαιμό, με το λουλά στο χέρι.
Την άκρην άκρη προβατεί, την άκρην άκρη πάει.
Να μη το πάρει ο κουρνιαχτός, να μη το κάψει ο ήλιος.


57, 4. Μια ελαφρώς διαφορετική παραλλαγή αυτού του τρα


193


γουδιού, που μου είχε κάνει γνωστή ένας αγρότης από το χωριό Πλεμοναρίο, εισάγει τους ακόλουθους δύο στ. μετά από αυτόν εδώ:

Στον δρόμον όπου επήγαινε, στον δρόμο όπου πάει,
Εδίψασε να πιει νερό, εκειός και τ' άλογό του.


194


Βρέσκει κοράσιο πούπλαινε σε μαρμαρένια βρύση.
Δός μου, κόρη, να πιώ νερό, εγώ και τ' άλογό μου.” 
Σαράντα τάσια έβγαλε, στα μάτια δε την είδε,
Και στα σαράντα τέσσερα βαρυά αναστενάζει.
Τι έχεις, κόρη, και χλίβεσαι, τι έχεις κι αναστενάζεις;” 
Έχω άντρα εις στη ξενιτειά, και λείπει δέκα χρόνια,
Κι άλλοι μου λένε, απέθανε, κι άλλοι μου λένε, εχάθη” –
Κι αλήθεια, κόρη, απέθανε, κι αλήθεια, κόρη, εχάθη.
Κερί, λιβάνι τούβαλα, κ' ήρθα να μου το δώσεις.” –
Κερί, λιβάνι α τούβαλες, έλα να σου το δώσω!” –
Του εδάνησα κι ένα φιλί, κ' ήρθα να μου το δώσεις.” 
Φιλί κι α του εδάνησες, σύρε να σου το δώσει!” –
Εγώ είμαι, κόρη, ο άντρας σου κι ο αγαπητικός σου.”
Πές μου σουσούμια του σπιτιού, τότες να το πιστέψω.” 
Έχεις μηλιά στημ πόρτα σου και κλήμα στην αυλή σου
Και μέσ' τη μέση του σπιτιού έν' ολόχρυσο καντήλι.” 
Κάτι διαβάτης ήσουνα κι επέρασες και τά ειδες.
Πές μου σουσούμια του κορμιού, τότες να σ' το πιστέψω”. 
Έχεις ελιά στο μάγουλο κι ελιά στην αμασκάλη,
Ανάμεσα στα δυο βυζιά έχεις του ήλιου τα κάλλη.” 
Συ είσαι, λέει, ο άντρας μου κι ο αγαπητικός μου.”–



58.
Ζάκυνθος [Χωρίο Πλεμοναρίο].
Του χορού.

Ένας κοντός κοντούτσικος έχει όμορφη γυναίκα.
Τόνε ζουλεύουν τα χωριά, τόνε ζουλεύει η χώρα,
Τόνε ζουλεύει ο βασιλιάς, πολλά χρέη του ρίχνει.
Τρέχει ο κοντός, στοχάζεται το χρέος του να βγάλει.


196


Ντύσου, στολίσου, λυγερή, να πάω να σε πουλήσω.”
Μη με πουλείς, λεβέντη μου, κι εγώ να σ' ορμηνέψω. 
Εμείς αμπέλια έχουμε, αμπέλια κι ελιοστάσια.
Στιμάρισ' τα και πούλησ' τα, το χρέος σου να βγάλεις.” 
“”Μα ούλα τα στιμάρισα, το χρέος μου δε βγάνω.
Ντύσου, στολίσου, λυγερή, να πάω να σε πουλήσω.” 
Μη με πουλείς, λεβέντη μου, κι εγώ να σ' ορμηνέψω. 
Εμείς ανώγια ν έχουμε κι αυλές με περιβόλια.
Στιμάρισ' τα και πούλησ' τα, το χρέος σου να βγάλεις.” 
“”Μα ούλα τα στιμάρισα, το χρέος μου δε βγάνω.
Ντύσου, στολίσου, λυγερή, να πάω να σε πουλήσω.” 
Εντύθηκε, στολίστηκε, σαν το πιτσούνι εγίνη,
Βάνει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι ακάλλη
Και του κοράκου τα φτερά τα βάνει μαύρα φρύδια.
Κι από το χέρι την κρατεί και στο μπαζάρι πάει
Και διαλαλίτσα έβαλε τσι τρεις μερίες τση χώρας·
Τρακόσια γρόσια το φιλί και χίλια το παιγνίδι,
Κι όποιος θα πάρει λυγερή, άμετρα θαν τα δώσει.” 
Κανένας δεν εμίλησε, κανένας δεν μιλάει.
Ένας μούτσος παλιόμουτσος, παλιός καραβουσιάνος:
Βγάλε, κοντέ, το φέσι σου, άμετρα να τα πάρεις.” 
Κι από το χέρι την κρατεί και στο καράβι πάει.
Και τότες την ερώτησε και τότες τη ρωτάει
Και τότες την γλυκοφιλεί και τη ξαναρωτάει.
Χρυσός αϊτός επέρασε και γλυκοκιλαϊδούσε:
Φιλεί ο αδρεφός την αδρεφή και δε τήνε γνωρίζει!” 


198


Μωρή, πούθ' είναι η μάνα σου και πούθενε οι γονείς σου;” 
Η μάνα μου αφ' την Πρέβεζα κι ο κύρις μου αφ' τημ Πόλη,
Κ' είχα και πρώτον αδερφόν, παληοκαραβουσιάνο.”
Και τότες την εγνώρισε, πως ήτο η αδρεφή του.
Κι από το χέρι την κρατεί και του κοντού τημ πάει:
Λάβε, κοντέ, την κόρη σου, λάβε την αδρεφή μου,
Γιατί προικιό σου χρώσταγα, για να σου το πλερώσω!” 


204


Ε. Τραγούδια για διάφορες περιπτώσεις


60.
Ζάκυνθος.
Του χορού.

Η κόρη ετραγούδησε τση Τρίχας το γιοφύρι.
Και το γιοφύρι ερράγισε, κι ο ποταμός εστάθη,
Και το λιοντάρι τ' άκουσε κι εστάθη κι αφουγκράστη.
Η κόρη που ετραγούδησε να ματατραγουδήσει!” 
Μα εγώ κι αν ετραγούδησα, σε μυρολόγι τό είπα,
Που έχω αδερφό στη ξενιτειά και ταίρι στα κατάρτια.” 



61.
Ζάκυνθος [Χωρίο Πλεμωναρίο].

Πέρδικά μου πλουμισμένη, που στα δάση περπατείς,
Βράχια και βεργιά θα στήσω, να περάσεις να πιαστείς.
Κι α περάσεις και σε πιάσω, ωραιότατη κυρά,
Θα σου φτιάσω ένα κλουβάκι με ολόχρυσα βεργιά·
Θα σου φτιάσω ένα σπιτάκι, όλο μάρμαρα χτιστό,
Εκεί μέσα να σου βάλω το κλουβάκι το χρυσό·
Θα σου φτιάσω περιβόλι με ολόχρυσα δεντρά,
Τσαντσαμίνια και μοσκούλες, διάφορα μυριστικά·
Κι εγώ νάρχουμαι ν' ανοίγω την πορτούλα του κλουβιού,
Για να βγαίνεις να μαζώνεις τ' άνθια του περιβολιού.


61, 5. Ίσως μαρμαρόχτιστο.
.

206


62.
Ζάκυνθος.
Ναννάρισμα.

Νάννα νάννα νάννα του,
Όσο νάρθει η μάνα του,
Να του φέρει πέντ' αυγά,
Πέντε αυγά, κοκά
Και τση γάτας την ωρά
Και του ποντικού τ' αυτιά.
Κουκουλομάτη, έλα,
Τραλά λαρά λαρά,
Κλείσε του τα μάτια του,
Τα μάτια τα σγουρά!



63.
Αύτοθι.

Ανοίξετε τον κλήδονα στου άη Γιαννιού τη χάρη!
Και πού είναι καλορίζικος, σήμερα ριζικάρει.
Ανοίξετε τον κλήδονα, νάβγει ο χαριτωμένος,
Π' ούλα τα κάστρα πολεμά, για νάβγει κερδεμένος!


210


67.
Ζάκυνθος [Χωρίο Κοιλιωμένο].

Βρίζε με, μάνα, βρίζε με, κι εγώ να φύγω θέλω,
Να πάω με τα κάτρεγα, με τα χοντρά καράβια,
Να κάμω μήνες να διαβώ, και χρόνους να γυρίσω,
Να βαρεθούν τα μάτια σου τηράζοντας τσοι στράτες,
Και να μαλλιάσει η γλώσσα σου ρωτώντας τσοι διαβάταις:
Διαβάτες που διαβαίνετε, καλοί μου στρατηλάταις,
Μην είδετε τον Έρωτα κι εμένα το παιδί μου;” 
Πες μου σουσούμια του κορμιού, να σ' τονε σουσουμιάσω.” 
Μα ήταν ψηλός, μα ήταν λυγνός, μα ήταν κεπαρισσένιος,
Μα είχε κορμί για τ' άρματα και μέση για πατρώνα,
Μα είχε και νώμους τορνευτούς, για τα τουφέκια εκάνα·”
Μα είχε την κεφαλή χρυσή και τα μαλλιά μετάξι,
Και τα φτερά του λείπανε του γιού μου να πετάξει.” 
Κι εκείνοι απηλοηθήκανε, τον τέτοιο λόγο λένε:
Εμείς εψές τον είδαμε στον άμμο ξαπλωμένο·
Κ' είχε τα θύκια πάπλωμα, τον άμμο ματαράτσι


67, 13. Αντί και ας επιτραπεί μόν', τ.ε. μόνον, να γραφεί.


212


Και τα ξαθά του τα μαλλιά για προσκεφαλάκι.
Μαύρα πουλιά τον τρώγανε κι άσπρα τον τρογυρίζαν·
Μα ένα πουλί, καλό πουλί, δεν ήθελε να φάει.
Φάε και συ, μωρέ πουλί, φάε κι εσύ απ' εμένα,
Φα από πόδια γλήγορα και χέρια προκομμένα,
Φάει κι από τη γλωσσούλα μου την αηδονολαλούσα!
Μα θε να κάμω μια γραφή σιδεροβουλωμένη,
Να στείλω τση μανούλας μου της πολυοπικραμένης!” 


69.
Ζάκυνθος [Χωρίο Μαριές ].

Τα βάσανά μου είναι πολλά, τση πέτρας να τα λέω,
Κ' η πέτρα να τα λέει εμέ, να κάθουμαι να κλαίω!




ΙΙΙ. Σημειώσεις για τα δημοτικά τραγούδια.
[σσ. 253 εξ.]


1.
Αυτοί οι στίχοι πρέπει να θεωρηθούν ως μια εισαγωγή στο θρήνο.
Στ. 1. το σύγενο αντί για το σύγγενο, τ. ε. οι συγγενείς όλοι.
Στ. 2. συντροφεμένο αντί για συντροφευμένο.



2.
Στ. 1. όγιος αντί οίος, για το οποίο βλ. σχετικά Κοραής, Άτακτα, V, 1, σελ. 259.
Στ. 3. πνιμμός και πνιμμένος αντί για πνιγμός και πνιγμένος.



3.
Ειδικά για νεκρούς νέους, νέες ή μικρά παιδιά.
Στ. 1 γης γενικά στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά αντί για γη (επίσης στην αιτ. τη γης παράλληλα με το τη γη). Επίσης εντροπής είτε ντροπής μπορεί να ακούσει κανείς στο πρώτο νησί παράλληλα με το εντροπή. Παρεμπιπτόντως, η χρήση αυτού του τύπου απαντά επίσης αλλού, ε.π. στην Ήπειρο (βλ. Χασιώτη σελ. 169 όπ. π.), στην Κρήτη (βλ. Άσματα Κρητικά του Γιανναράκη, σελ. 328).

Ασματα Κρητικά μετά διστίχων και παροιμιών = Kretas volkslieder nebst distichen und sprichwortern in der ursprache mit glossar hrsg. von Anton Jeannaraki, Leipzig: F. A. Brockhaus, 1876.

Στ. 2. κλονιά: κλονί (επίσης στους 38, G και 46, 2), τ.ε. στάρι, νομίζω πως δεν αναφέρονται ούτε από τον Du Cange ούτε πουθενά αλλού.
Στ. 4. αϊτός και σταυραϊτόςαϊτός (τ.ε. αετός) και σταυραϊτός να ιδιαίτερο είδος αετού, επίσης στα Passow Can. Pop, 8, 3 και 70, 32) χρησιμοποιούνται συχνά σε δημοτικά τραγούδια για δυνατούς και θαρραλέους νέους. Ομοίως 23, 4 και 26, 5 της συλλογής μου.

Τραγούδια ρωμαίικα = Popularia carmina Graeciae recentioris / edidit Arnoldus Passow. Lipsiae: In Aedibus B. G. Teubneri, MDCCCLX [=1860].



7.
Αποχαιρετισμός για ένα νεκρό παιδί, το οποίο ο ποιητής συγκρίνει με ένα όμορφα στολισμἐνο καλάθι λουλούδια.
Στ. 2 βασίζεται στην αρχαία ιδέα του περάσματος στον Άδη. Βλέπε παρακάτω άσμα αριθ. 10 και Volksl. der Neugr. Ι, σ. 237 εξ. Ας προστεθεί ένα ηπειρώτικο δημοτικό τραγούδι με τα στοιχεία που παρέχονται εκεί, στο Legrand, Recueil de chansons populaires Grecques αριθ. 125, σ. 254, όπου ο Χάρος εμφανίζεται ως ο βαρκάρης του θανάτου [Todtenschiffer], και η παραλλαγή αυτού του τραγουδιού από το Ραζέλου σ. 6.


Émile Legrand, Recueil de chansons populaires Grecques, Paris: Maisonneuve, 1873.

Στ. Π. Ραζέλου, Προοίμια Μοιρολογιών Λακωνικών, Αθήναι, 1870.

Στ. 3 θα αλλάξει, κατά περίπτωση, σε: Για νάρθει η αδερφούλα σου να σε ξαναγοράσει, και αντίστοιχα.


8.
Στ. 1. Βλ. την ηπειρώτικη έκφραση: Αν δεν αστράψει, δεν βροντάει στο Αραβαντινού, Παροιμιαστήριον, σ. 18, αρ. 62.

Παροιμιαστήριον ή συλλογή παροιμιών εν χρήσει ουσών παρά τοις Ηπειρώταις : Μετ' αναπτύξεως της εννοίας αυτών και παραλληλισμού προς τας αρχαίας / υπό Π. Αραβαντινού, Εν Ιωαννίνοις: Τυπογραφείον Δωδώνης, 1863.

Στ. 3. χλίβεται αντί θλίβεται. Ομοίως 23, 9. 57, 9. Για τη μεταβολή σε δασύ σύμφωνο [aspiraten]βλ. Ulrichs, Reisen und Forschungen II, S. 236 f., Ross, Inselreisen IV, S. 210.

Heinrich Nikolaus Ulrichs, Reisen und Forschungen in Griechenland, τόμ. 2, Τopographische und archäologische Abhandlungen, εισαγ. Α. Passow, Berlin:
Weidmannsche Buchhandlung, Heyse, 1863.


L(udwig) Ross, Inselreisen. (Reisen auf den griechischen Inseln des ägäischen Meeres), τόμ. 2, σε δύο τεύχη [ΙΙΙ IV], Halle: Niemeyer, 1913.

9.
Ένα παρόμοιο τραγούδι από την Ραζέλου σ. 31 και εξής. Βλ. επίσης Passow, αριθ. 354.
Στ. 4. απηλογήθηκε, από το απαιλογιούμαι και απαιλογούμαι, τ.ε. απολογούμαι.
Στ. 5. Σχετικά με τον ερωτηματικό τύπο μηγάρις βλ. Κοραής, Άτακτα Ι, σ. 150.  Όσον αφορά το νόημα βλ. επιπροσθέτως Passow αριθ. 384, 12 και Λελέκου, Δημ. Ανθολ. σ. 36.

Δημοτική Ανθολογία / υπό Μιχαήλ Σ. Λελέκου, Εν Αθήναις: Εκ των Πιεστηρίων Νικολάου Ρουσοπούλου, 1868.



10.
Βλέπε γενικά τη σημείωση 7, 2.
Στ. 2. τάχα, που χρησιμοποιείται αλλιώς σε ερωτήσεις με την έννοια του “ίσως, άραγε” για να δηλώσει έμφαση. Ή μήπως οι λέξεις πρέπει να εννοηθούν ως ερώτηση: δεν θέλετε άραγε να πουλήσετε;
Στ. 7 8. Το ίδιο νόημα σε πολλαπλές παραλλαγές στo Ραζέλου σ. 11 και εξής, ε.π. επίσης Όντες στερέψει η θάλασσα, και βγει μηλιά με τ' άνθη, Τότε κι αυτός που χάθηκε πίσω θε να ματάρθει, και Αν βγάλουν οι ελιές κρασί και τα σταφύλια λάδι, Τότε να τον προσμένωμε πως θάβγει απ' τον άδη. Επιπροσθέτως στο Λελέκου, Δημοτική Ανθολογία, σ. 35 όπου ο Χάρος μιλάει με μία κοπέλα στον Κάτω Κόσμο: Όταν να στύψ' η θάλασσα να γίνει περιβόλι, Όταν ν' ασπρίσ' ο κόρακας να γίνει περιστέρι, Τότε να σε παντέχουνε και να σε καρτερούνε. Μια στερεότυπη διατύπωση των γονιών πάνω από τον τάφο του νεκρού παιδιού τους στη Σαξωνία της Τρανσυλβανίας, είναι “Wonäo wirsch täo weder kun? Won de schworz röwen wais fädercher hun.” [σε διάλεκτο: Για πόσο θα λοιώνεις ΧΧΧ ; Μέχρι που το μαύρο κοράκι άσπρα φτερά να κάνει.] (G. Schüller Volksthüml. Glaube und Brauch bei Tod und Begräbniss im Siebenb. Sachsenl. II, σ. 31).
G. Schuller, Volkstümlicher Glaube und Brauch bei Tod und Begräbnis im Siebenbürger Sachsenlande [Schafsburger Gymnasialprogramm 1863 und 1865], τόμ. 2, Κρονστάνδη, 1865.



14.
Στ. 1. μορογάρει: μορογάρω, συνώνυμο με το βραδύνω, καθυστερώ, έχω δισταγμό, βραδυπορώ, χρησιμοποιείται κατά προτίμηση στην Πελοπόννησο γενικά και στην Αρκαδία ειδικά (Εφημ.ερίς των Φιλομο.ύσων1864, σ. 405), μπορεί να προέρχεται από το λατινικό moror. Από την άλλη, ο Κοραής, ο οποίος το συγκαταλέγει στα Άτακτα ΙV, 1, σελ. 330 ως μοργάρω, και που είχε ακούσει αυτό το ρήμα στην Πελοπόννησο με την έννοια του βραδύνω, θα το ήθελε να προέρχεται από μια αρχαία μη επιβεβαιωμένη λέξη μοργαίρωσχετική με το αναφερόμενο στις Γλώσσες του Ησυχίου μοργυλλεί· χρονουλκεί — ασκέρι, τούρκικη λέξη (asker), συνήθως για το “στράτευμα”, εδώ “άνθρωποι”, “πλήθος”— Το νόημα του στίχου είναι: η πομπή της κηδείας με τον κομιστή του Σταυρού επικεφαλής δεν θα έπρεπε ακόμα να ξεκινήσει.
Στ. 3 — 4. Παρόμοια με τo Ραζέλου, σ. 11: Μάτια μου, κλαίει το σπίτι σου, μυρολογά η αυλή σου, Στάζουν τα κεραμίδια σου εννεά λογιών φαρμάκι.
Στ. 4. κλαιν τ.ε. κλαίνε — τα ακροκεράμιτα σχηματίζεται από το κέραμος, οι υδρορροές, μια ασυνήθιστη έκφραση — στάνε αντί για στάουνε, από το στάω, μια άλλη μορφή του στάζω. Πρβλ. κυττάω (37, 12) αντί για κυτάζω — φαρμάκι εδώ, ακριβώς όπως στο Ραζέλου, ό.π.όπως και φαρμακερά δάκρυα.



21.
Η ποιήτρια ξεκινάει να λέει ότι ο νεκρός, στον οποίο αφιερώνει το τραγούδι της, είχε καλεστεί στον Κάτω Κόσμο για να παντρέψει ένα αντρόγυνο εκεί, και κατά τη διάρκεια του δρόμου του προς τα εκεί τον έβαλε να ζητάει από τον Θεό να μην αφήσει να βγει κάτι από αυτόν τον γάμο, ώστε, απαλλαγμένος από την υποχρέωσή του, να μπορούσε να παραμείνει στον Πάνω Κόσμο. Μέχρι στιγμής το τραγούδι είναι απόλυτα σαφές, αλλά σε λεπτομέρειες προσφέρει σημαντικές δυσκολίες. Ενδεχομένως πρόκειται για ποίηση για έναν νεκρό ιερέα, οπότε στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε κανείς να προσθέσει στο στ. 2, όπως πρότεινα με αμφιβολία, κάτω από το κείμενο: εκαλέσανε παπά να στεφανώσει, διότι δεν θεωρώ ούτε αυτή την υπόθεση να είναι βέβαιη, αν και ένας Έλληνας, με τον οποίον την μοιράστησα, το χαρακτήρισε ως μια αναμφισβήτητη αλλαγή, αφού είναι βέβαιο ότι το ρήμα στεφανώνω δεν χρησιμοποιείται μόνο για τον ιερέα αλλά και για τον κουμπάρο, τ. ε. τον παρά /σ. 260/ νυμφο χρειάζεται (Αναλυτικότερα σχετικά στο δικό μου Volkslebenτόμ. 3).
Στ. 1. Στους ουρανούς σημαίνουνε. Ποιό είναι το νόημα αυτών των λέξεων; Το να τις σχετίσει κανείς με τον πένθιμο ήχο των κωδώνων της εκκλησίας, κάτι που θα έμοιαζε προφανές, το απαγορεύει η φράστη στους ουρανούς. Βλ. Γιανναράκη, σ. 143, αριθ. 144, 1 κ.ε.: Στον ουρανό χορεύγουνε, στο Νάδη γάμον κάνου Κ' εμπέψα κ' εκαλέσανε ούλους τσοι πρικαμμένους.
Στ. 3. “Μαύρο” αποκαλείται το κερί του γαμπρού, γιατί ο γαμπρός είναι νεκρό πρόσωπο. Η νύφη, με την οποία πρόκειται να ενωθεί, μπορεί να κατανοηθεί ως η γη
(Volksleben Ι, σ. 233, ό.π.)., της οποίας το κερί αποκαλείται “άσπρο”, εν αντιθέσει με το κερί του γαμπρού, γιατί πρόκειται για χαρούμενο γι' αυτούς γεγονός. Πρβλ. αριθ. 3, 1 και 4, 1 της δικής μου συλλογής τραγουδιών.
Στ. 4. επήγαινε και επερικάλει, ενν. ο φρόνιμος— θεόν: με το 15, 2.
Στ. 5. εχόλια (παράλληλα με το εχόλιαε) μη τετελ. του χολιάω, παράλληλη μορφή του χολιάζω, τ.ε. θυμώνω πραγματικά (χολή, χόλος), αλλά κατ' επέκταση επίσης απορρίπτω κάτι με απροθυμία, αποτρέπω και τα συναφή. Έτσι και εδώ.



23.
Η αλληγορία του περιβολιού του Χάρου, η οποία μαρτυρείται εδώ, εντοπίζεται επίσης σε τραγούδια με θέμα τον Κάτω Κόσμο. Παραλλαγές των τριών πρώτων στίχων του τραγουδιού μας μπορεί να βρεθούν στο Passow αριθ. 434 (όπου διαφορετικά τραγούδια έχουν παρατεθεί μαζί), και στο Ραζέλου σ. 4 και 7. Πρβλ. επίσης αριθ. 21 των παραμυθιών μου μαζί με την σημείωση. Επιπλέον, Χασιώτης σ. 172 κ.ε., αριθ. 2 ανάμεσα στα άλλα, και Γιανναράκη αριθ. 113. Ακόμη αριθ. 435 pass.
Στ. 1. Του Χάρου του βουλήθηκε, αντί για το πλέον κοινό Ο Χάρος εβουλήθηκε (έτσι στο Passow αριθ. 434, 1 και στο Ραζέλου σσ. 3 και 4). Η απρόσωπη χρήση του ρήματος βούλομαι επίσης στο αριθ. 24, 1 της [εδώ] συλλογής μου.
Στ.2. κεπαρρίσια αντί για κυπαρίσσια.
Στ. 3. κωλορίζια, από το κώλον (το οποίο λέγεται ήδη στην αρχαία γλώσσα για τις έλικες και τα κλαριά) και το ρίζα σχηματίζεται, παραφυάδες, φυτράδια, παραπούλια.
Στ. 4. νάηξρα τ.ε. να ήξευρα. — αϊτέ και σταυραϊτέ: όπως στο 3, 4.
Στ. 6. ξεβλασταρώσεις: ξεβλασταρώνω άλλος τύπος του ξεβλαστάω.
Στ. 7. Μια παράξενη μεταβολή της κατάστασης: πρώτα ο ίδιος ο νέος γίνεται κυπαρίσσι, τώρα αυτό γίνεται το μέσο για την απελευθέρωσή του από τον άδη. Ότα το κυπαρίσσει έχει ψηλὠσει αρκετά, ο νἐος θα βγει έξω από αυτό όπως η δρυάδα από το δικό της δέντρο και θα αναρριχηθεί στον Πάνω Κόσμο.



25.
Διάλογος μεταξύ ενός νεκρού παιδιού και της μάνας του (στην οποία ανήκει μόνο ο στ.4). Πρβλ. τα δύο ακόλουθα τραγούδια Volksleben, I, σ. 245 κ.ε.
Στ. 2. ανάγυρμα, ο χρόνος κατά τον οποίο ο ήλιος πλησιάζει τη δύση του: λένε ο ήλιος έγυρε, με αυτήν την έννοια (ιδιωματ. ο ήλιος έχει γύρει). Πρβλ. Κοραή, Άτακτα II, σ. 101.
Στ. 5. ξαμολυέται (σύνθετ. από το λύω), τ.ε. καθώς και πίπτει απροσδοκήτως.



30.
Στ. 10. απάνου αντί για επάνω.
Στ. 14. πάλι εματαπέρασα,
Στ. 17 ετούτονε τ.ε. τούτον — δεν έχει δηλαδή ο νιούτσικος. Ο διάλογος αποτελεί ανακολουθία.
Στ. 18. Πρβλ. 27, 6 κ.ε. και 28, 7 κ.ε.



35.
Στ. 2. κάθες λογής αντί για κάθε λογής (σχετικά με την άκλιτη αντωνυμία
κάθε πρβλ. Mullach Gramm. σ. 216), τ.ε. οποιουδήποτε είδους.
— λογάδι, προφανώς “Επιλεγμένα', πολύτιμα πράγματα”. Πρβλ. την αρχαία ελληνική λέξη λογάς που δεν πρέπει να συγχέεται με το πολύ πιο κοινό λογάρι, που σημαίνει “χρυσός, χρήμα, θησαυρός” (σ. 59, 29 της εδώ συλλογής, περαιτέρω Passow αρίθ. 163, 15; 436, 3. Πρβλ. Κοραή, Άτακτα II, σ. 296. Χουρμούζης Κρητικά σ. 111. Χασιώτη, Συλλογή, σ. 232. Γιανναράκη, σελ. 345).

F. W. A. Mullach, Grammatik der griechischen Vulgarsprache in historischer Entwicklung, Berlin: F. Dümmler, 1856.
Κρητικά / συνταχθέντα και εκδοθέντα υπό Μ. Χουρμούζη Βυζάντιου.
Εν Αθήναις : Εκ της του Ηλία Χριστοφίδου Τυπογραφίας “Η Αγαθή Τύχη”, 1842.

Στ. 3. πουκάμισα τ.ε. υποκάμισα  βελέσια μεσοφόρια, σύμφωνα με την εξήγηση που μου δόθηκε στη Ζάκυνθο. Ο Κοραής Άτακτα V, 1, σ. 166 εξηγεί το λινοβέλεζον με το “ύφασμα από λινάριον και μαλλίον”, και το συγκαταλέγει με το ζεστό υφαντό από αγνό μαλλί, τη βελέντζα (couverture de laine [μάλλινο κλινοσκέπασμα])· και κατανοεί τη λέξη αυτή ότι προέρχεται από το λατ. vellus.
Στ. 4. φασκιές (lat. fascia) και σπαργανίδες (τ.ε. σπάργανα) είναι συνώνυμα.



36.
Στ. 5. εφίλουναακριβώς όπως στο 17, 9.



37.
Αυτό και τα δύο επόμενα τραγούδια, τα οποία μοιράστηκε μαζί μου ο Ζακυνθινός Δημήτριος Λούντζης, δεν ήθελα να τα αποκλείσω από τη συλλογή μου, αν και είναι πολύ αμφίβολο αν πρέπει να θεωρηθούν ως δημοτικά τραγούδια με την αληθινή έννοια της λέξης, όπως ήδη ανέφερα στο Volksleben I, σ. 236 και 245, σημ. 2; όπου έχω εκφράσει επιφυλάξεις σχετικά με αυτόΧωρίς αμφιβολία η γλώσσα τους είναι εξ ολοκλήρου εκείνη της δημοτικής ποίησης και επίσης σο μέτρο, το οποίο απαντάται και στα τρία στιχουργήματα, δεν μπορεί να θεωρηθεί προβληματικό, διότι αν και το ίδιο δεν χρησιμοποιείται γενικά στα τραγούδια για το Χάρο και άλλους θρήνους [] είναι συνηθισμένα, και έτσι εντοπίζεται διάσπαρτα, ακόμα και σε εκτενέστερα κομμάτια (Πρβλ. ε.π. το μανιακό μυρολόγι στο Wachsmuth D. a. Gr. σ. 112), και σε άλλα είδη δημοτικής ποίησης, ειδικά σε τραγούδια του γάμου και της αγάπης, χρησιμοποιείται ακόμη και συχνά· επιπροσθέτως μπορεί να παρατηρηθεί ότι το μέτρο των αριθ. 37 και 39 δεν έχει αποδοθεί πλήρως, γιατί το ίδιο μπορεί να παρατηρηθεί και σε πολλά άλλα ομοιοκαταληκτικά δημοτικά τραγούδια, βλ. ε.π. τους αριθ. 41, 43, 50, 52, 61 της συλλογής μου, Passow 290, 301, κ.λπ. Από την άλλη, αυτά τα τρία τραγούδια, όπως μου φαίνεται, δεν δείχνουν την απλότητα και τη φυσικότητα που είναι χαρακτηριστική της πραγματικής δημοτικής ποίησης, και σίγουρα όχι την στερεότυπη συντομία τους. Επίσης σε επιμέρους στοιχεία τους
είναι /σ. /


Curt Wachsmuth, Das alte Griechenland im neuen, Bonn: M. Cohen, 1864

πολύ προβληματικά, ειδικά το αριθ. 38, όπως θα επιδειχθεί στα αντίστοιχα σημεία. Ο Κρέμος, στον οποίον παρουσίασα και τα τρία, δεν συμμεριζόταν καμμία από τις αμφιβολίες μου όσον αφορά το αριθ. 37, ενάντια στις οποίες θεώρησε τα αριθ. 38 και 39 ως αληθινές δημιουργίες της δημοτικής ποίησης (επίσης θυμήθηκε αμυδρά ένα παρόμοιο τραγούδι παρόμοιο με το αριθ. 38). Όσον αφορά εμένα, θεωρώ πως ο αριθ. 38 είναι το πιο προβληματικό. Ενδεχομένως να έχουμε αναθεωρήσεις [Ueberarbeitungen] δημοτικών τραγουδιών.

Κρέμος: Ως Hern Georgios Kremos [Εισαγωγή, σ. 1και αλλού Dr Kremos [], μνημονεύεται ερευνητής που εξασφάλισε υλικό για άλλες, εκτός Ζακύνθου, περιοχές στον Schmidt, και τον οποίο εκείνος συμβουλεύτηκε. Πρόκειται για τον Γεώργιο Π. Κρέμο (1839-1926), συγγραφέα, ερευνητή και ιστορικό από το Στείρι Βοιωτίας, γιος του Αραχωβίτη Πανάγου Γ. Κρέμου, με σπουδές στη Λειψία, όπου πήγε το 1865, και παρέμεινε για επτά χρόνια [http://viotikoskosmos.wikidot.com/kremos-georgios-p ]. Προφανώς κατά το διάστημα αυτό συνδέθηκε και με τον Βερνάρδο Σμιτ.

Στ. 1. τσοι [αντί για στοιμαύρες μοίρες, προφανώς “στη μαύρη [καταστροφική] Μοίρα”. Αντί για τον πληθυντικό, θα περίμενε κανείς να χρησιμοποιείται ενικός.
Στ. 2. κορασίδες: κορασίδα τ.ε. κοράσιον του ασυνήθιστου κορασίς που επίσης αναφέρεται από τον Κοραή, Άτακτα IV, 1, σ. 243.
Στ. 5. άντρες, εδώ «συζύγους», σε αντίθεση με τους καλογέρους που αναφέρονται παρακάτω.
Στ. 6 αρπάχνει: αρπάχνω άλλη μορφή στην καθομιλουμένη του αρπάζω. Επίσης στο στ. 12.
Στ. 7. κρειάτα, πληθ. του κρείας τ.ε. κρέας.
Στ. 8 δραπάνι αντί για δρεπάνι (υποκοριστικό του δρέπανον).
Στ. 9. φουγγαρία: Πυρκαγιά, φωτιά, ίσως σχετίζεται με το φέγγος. Πρβλ. φεγγάρι, σελήνη.
Στ. 11  14. Αυτοί οι στίχοι μαζί με τους προηγούμενους 5 και 6 θυμίζουν τον Βιργίλιο Aen. VI, 305 κ.ε.: VI, 305 κ.ε.: Huc ornnis turba ad ripas effusa ruebat, Matres atque viri,   pueri innuptaeque puellae, και 313 κ.ε.: Stabant orantes prime transducer cursum Tendebantque manus ripae ulterioris amore. Navita sed tristis nunc hos nunc accipit illos, όπως και στο Sil. Ιtal. [Σίλιος Ιταλικός] XIII, 759 κ.ε. Nullo non tempore abundans Umbrarum huc agitur torrens, vectatque capaci Agmina mole Charon, nec (αντί για 'et’ σύμφωνα με τον Luc. Müller de re metr. σ. 174) sufficit improba puppis.

Lucianus Müller, De re metrica poetarum latinorum praeter Plautum et Terentium libri septem, Lipsiae: In aedibvs B.G. Tevbneri, 1861.

Πρβλ. επίσης τα πολύ παρόμοια χαρακτηριστικά μιας γερμανικής ιστορίας από τον J. Grimm, D.eutsche Mythol.ogie σ. 792 ανωτέρω.

Jacob Grimm, Deutsche Mythologie, Göttingen: Dieterich, 1835.


Στ. 11. τρέχα: πρβλ. όπως στο 5, 15.  βρε και μπρε, επιφώνημα, αντίστοιχο με τα δικά μας “he! holla! auf!”, από τα οποία προέκυψε η κλητική μωρέ. Πρβλ. Κοραή, Άτακτα V, 1, σελ. 33 κ.ε., που δεν θα έπρεπε να σκεφτεί πως παράγεται ταυτόχρονα από το βρέφος περνάς τ.ε. πέρνασε, όπως λέγεται στη Ζάκυνθο παράλληλα με το πέρασε (ενεστ. περνάω).
Στ. 12. κοιτάει: πρβλ. με το 14, 4.
Στ. 13. και πάλι εματαγύρησε κ.ο.κ: με τα 30, 14 και 15, 12.



38.
Πρβλ. τα σχόλια του προηγούμενου τραγουδιού.
Στ. άπατο, τ.ε. χωρίς πυθμένα (πάτος), αμέτρητα βαθύ, όπως λέγεται στη Ρόδο άπατα νερά για τα βαθύτερα τμήματα της θάλασσας (Εφημερίδα των Φιλομαθών 1862, σ. 2125).
Στ. 3. πολύχρονε, στην κυριολεξία “μακρόβιε”. Αλλά σε αυτό το χαιρετισμό πρέπει επίσης να εμπεριέχεται μια ευχλη για μια μακρά ζωή, όπως ήδη το εχαιρετούσε στο στ. 2 δηλώνει, έτσι το πολύχρονε λίγο πολύ ισοδυναμεί με την κοινή αυτή προσφώνηση σε αρκετές περιοχές της Ελλάδας πολύχρονος (ενν. να είσαι) σχετικά με την οποία βλ. Volksleben. 1, σ. 18, σημ. 3 και Κοραή, Άτακτα IV, 1, σ. 445.
Στ. 4. πάρε με και εμέ: μία έκφραση που εμφανίζεται συχνά στον προφορικό λόγο. Πρβλ. στ. 7.  καϋμένε πρβλ. ανωτέρω σ. 134., σημ. 2.
Στ. 5. ήμουνα: προξενεί έκπληξη, καθώς θα περίμενε κανείς τη χρήση του ενεστώτα.
Στ. 6. γι' ένα κλονί κριθάρι, κυριολεκτικά: “εξ αιτίας ενός κόκκου κριθαριού”
(τον οποίο αρνήθηκαν να μου δώσουν).
Στ. 7. σπερνά: βλ. Volksleben I, σ. 56 κ.ε.
Στ. 8. που περιμένειςΑυτές οι λέξεις δεν είναι πολύ σαφείς. Το νόημά τους υποτίθεται ότι είναι πως περιμένεις εδώ για να έρθουν οι ψυχές.
Στ. 10. πεθαίνανε άθαφτα. Σχήμα προς εντυπωσιασμό.
Στ. 11 εξ. στ. Ο Χάρος, ο οποίος σε αυτό το ποίημα παρουσιάζεται διαφορετικά μόνο ως πορθμέας πέρα από το ρέμα στα σύνορα του Κάτω Κόσμου, παρουσιάζεται επίσης εδώ ως ο θεός του θανάτου. Σχετικά με αυτό το δυϊσμό βλέπε Volksleben Ι, σ. 237.
Στ. 12. τόμου, χρονικό μόριο, συνώνυμο με το όταν, δημιουργήθηκε σύμφωνα με τον Κοραή, Άτακτα II, σ. 355 από το το ομού πλεξίδα, πλεγμένα μαλλιά, σε συνάρτηση με αυτό το “παιδάκια” (στ. 9) μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο κορίτσια. Παρεμπιπτόντως, κάποιος αναμένει στη πλεξίδα, αν διαφορετικά το αρπάζω εδώ δεν σημαίνει “αδράχνω”, αλλά μάλλον “συγκρατώ, συγκεντρώνω”, πράγμα που πρέπει κανείς να αποδεχθεί σε σχέση με την κρατούσα λαϊκή πεποίθηση (πρβλ. Volksleben I, σ. 230).
Στ. 14. που  προσμένει. Το νόημα των λέξεων αυτών δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο. Αλλά αφού το που μπορεί δύσκολα να κατανοηθεί με άλλον τρόπο, επειδή συσχετίζεται με το εκει, είναι κατά πάσα πιθανότητα βέβαιο ότι είναι μια παράφραση για την άλλη πλευρά του ποταμού πάνω στα σύνορα ή για τον Κάτω Κόσμο.
Στ 16. θέος: όπως στο 15, 2.



39.
Πρβλ. τα σχόλια στο αριθ. 37. Το τραγούδι μας περιέχει μια μεταφορική εικόνα της αγωνίας του θανάτου και βασίζεται στην ιδέα ότι ο Χάρος χρησιμοποιεί μερικές φορές πειθώ και όχι βία για να πάρει την ψυχή του ανθρώπου. Πρβλ. Volksleben Ι, σ. 228 εξ.
Στ. 3. κλαις αντί για κλαίεις.
Στ. 4. σώπα, όπως στο 27, 9, αντί για σιώπα (28, 11).
Στ. 12. λιοντάρι πρέπει να αναφέρεται στον σκύλο της κόλασης που μνημονεύεται στον ακόλουθο στίχο, ο οποίος συγκρίνεται με ένα λιοντάρι λόγω της δύναμης και του φόβου που προξενεί.
Στ. 13. ούλους  φυλάει: το εγκλιτικό μας ανήκει στο ούλους ως γενική, το τονισμένο μάς είναι το αντικείμενο του ρήματος.
Στ. 14. άντας τ.ε. όταν, πιθανώς ταυτόσημο με το όντας. Ομοίως στ. 19.
Στ. 16. πουντερά, αιχμηρά, κοφτερά, από το πούντα (ιταλ. punta).  ωρά, σε διάλεκτο αντί για ουρά. Ομοίως 62, 5.
Στ. 17. λάβρα, η, τ.ε. όπως ο Κοραής, Άτακτα IV, 1, p. 27, επεξήγησε, υπερβολική θέρμη ή καύσις, εξαιρέτως του ηλίου, από το αρχαιοελλ. λάβρος.
Στ. 19. τ' ένα  σκάνε (αντί για σκάουνε πρβλ. στ. 20 και 14, 4) τ.ε. τρίβονται το ένα με τ' άλλο, ακούγονται σαν να γρατζανίζουν. Το ρ. σκάω δεν έχει συνήθως αυτή τη σημασία.
Στ. 20 φάβροι τ.ε. σιδηρουργοί, από το ιταλ. fabbro ή το λατ. faber. Ως εκ τούτου το πελεκάω εδώ πρέπει να γίνει κατανοητό από την επεξεργασία του σιδήρου.
Στ. 21 εξ. Ίσως μια ανάμνηση των αρπιών ή των σφιγγών.
Στ. 21. Λελέκα θηλ. τύπος του πελαργός από το λέλεκας (τούρκικη λέξη σύμφωνα με τον Κοραή, Άτακτα IV, 1, σ. 287).
Στ. 22. ξύμυτα: ξύμυτος κοφτερός, μυτερός, επίσης από τον Δημήτ.ριο Ζήν. Παράφρ.αση Βατραχομυομ.αχίας, σ. 456, χρησιμοποιείται, που προφανώς συντμήθηκε αντί για οξύμυτος· το δεύτερο συνθετικό της σύνθετης λέξης πρέπει σε κάθε περίπτωση να αναχθεί πίσω στο μύτη, τη μύτη, την αιχμή, όπως ο Mullach (Comment. zu Demetr. Zen. σ. 143 εξ.) σκέφτεται, αλλά που γράφει, παρόλα ταύτα, ξύμητος, ακριβώς όπως ο Κοραής, Άτακτα Ι, σ. 85. Στη Ζάκυνθο χρησιμοποιούν επίσης ένα ρήμα ξυμυτάω, που σημαίνει (π.χ. ένα μολύβι).


F. G. A. Mullachius [Mullach], Demetrii Zeni Paraphrasis Batrachomyomachiae vulgari Graecorum sermone scripta, Berolini: Apud G. Finckium, 1837.

Στ. 29  30. Πολύ παρόμοια σε ένα δημοτικό τραγούδι θρήνου στο Ραζέλου, σ. 27: Σύρε, πουλί μου, στο καλό και στην καλή την ώρα, Και να γεμίσει η στράτα σου τριαντάφυλλα και ρόδα.
Στ. 29. άμε, προστακτική (πληθ. αμέτε), συνώνυμο με το πήγαινε. Πρβλ. Κοραής, Άτακτα ΙΙ, σ. 37 εξ., που παρεμπιπτόντως στον πληθυντικό και το άμετε και το αμείτε (;) αναφέρει. Πρβλ. αύτοθ. σ. 197 και IV, 1, σελ. 214.
Στ. 30. γιομίσει αντί για γεμίσει τριαντάφυλλα και ρόδα: πρβλ. 15, 3.
Στ. 32. τραβώντας τα μαλλιά του, ξερίζωνε τα μαλλιά του, βρισκόταν σε αγωνία.



44.
Στ. 1. όμορφη αντί για εύμορφη. Πρβλ. 17, 6. 58, 1. — κυρά μου είναι κατηγορούμενο, όπως το όμορφη.
Στ. 2. μώκαψες τ.ε. μου έκαψες (έκαυσες).



45.
Στ. 1. παρεθύρι τ.ε. παραθύρι.



47.
Στ. 2. μελαχροινέςμελαχροινός ή μελαγχροινός τ.ε. χρώμα έχων υπόμαυρον καφετί, καφεμαύρο, αρχαιοελλ. μελάγχροος, μελαγχμής, μελαγχοιής. Πρβλ. Κοραής, Άτακτα IV1, σ. 317 εξ. — πουκαμισάκια τ.ε. υποκαμισάκια. Πρβλ. 35, 3.



48.
Στ. 1. στρατώνι πιθανώς από το ιταλ. stradone.



49.
Τροχαϊκό μέτρο.



50.
Στ. 1. ρίμνες τ.ε. ρίμες, ομοιοκατάληκτα δίστιχα [reime]. Στη γερμανική μετάφραση έπρεπε να ειπωθεί “στίχος” [vers], επειδή δεν αντανακλά την ομοιοκαταληξία.
Στ. 2. πέργουλο, από το λατ. pergula ή από το ιταλ. pergola. Πρβλ. Du Gange, Gloss. ad script. med. et inf. Graec. σ. 1149.

Carοlus Du Fresne, domino Du Cange [Charles du Fresne, sieur Du Cange], Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis, Lugduni: Apud Anissonios, 1688 (2 τόμ.).

Στ. 6. πρωτοδασκάλοι τ.ε. πρωτοδιδάσκαλοι.
Στ. 7 — 8 περιέχουν το πραγματικό τραγούδι προς το αγαπημένο πρόσωπο, όλα τα προηγούμενα είναι μόνο η εισαγωγή.
Στ. 8. ξημερώματα, πληθ. του ξημέρωμα, που προέρχεται από το απρόσωπο ρήμα ξημερώνει (αντί για εξημερώνει) “θα γίνει ημέρα”, και δηλώνει το χάραμα της μέρας. — δαχτυλιδόστομη (χ αντί για κ)που έχει στόμα στρογγυλό σαν ένα δαχτυλίδι. Σε ένα κρητικό τραγούδι του γάμου που επαινεί την ομορφιά της νύφης στο Γιανναράκη αρ. 303, 15 εξ. λέγεται: έχει μύτη σαν κοντύλι, Στόμα σαν το δαχτυλίδι.



51.
Στ. 1. κυράτσα, χαϊδευτικό (από το κυρά).
Στ. 6. λες, τ.ε. λέγεις.



52.

Ένα παρόμοιο τραγούδι στο Νεοελλ.ηνικά Ανάλ.εκτα I, σ. 110, αριθ. 53.

Νεοελληνικά Ανάλεκτα : περιοδικώς εκδιδόμενα υπό του φιλολογικού συλλόγου Παρνασσού, επιστασία πενταμελούς επιτροπής, τόμ. 1, 1870, [Ν.Γ.Π. Νικόλαος Πολίτης] “Δημοτικά Άσματα”, σσ. 65 — 128.

Στ. 1. ατένα κατά πάσα πιθανότητα δηλώνει το παρτέρι των λουλουδιών. Δεν γνωρίζω τίποτε για την προέλευση της λέξης.
Στ. 3. τι σε γνοιάζει, τ.ε. τι ενδιαφέρον έχεις εσύ: το ρήμα προέρχεται από το έγνοια τ.ε. έννοια, το οποίο έχει την σημασία του φροντίςμέριμνα στην σύγχρονη γλώσσα. Πρβλ. Κοραή, Άτακτα II, σελ. 124.
Στ. 4. πλουμισμένα εδώ προφανώς “πολύχρωμα” (στην κυριολεξία “κεντημένα”, βλ. Κοραή, Άτακτα ΙΙ, σ. 278). Ομοίως 61, 1. Κατανοεί εύκολα κανείς πώς θα μπορούσε να αναπτυχθεί αυτό το νόημα.
Στ. 5. μπάσε προστ. του μπάζω, τ.ε. εμβάζω — γαστρούλα υποκοριστ. του γάστρα, ανθοδοχείo. Πρβλ. αρχοελλ. γαστήργάστρα.
Στ. 6. τον ανθό: ο ανθός αντί για το άνθος λέει ο λαός της Ζακύνθου. αν θέλει ειδικά να αναφερθεί στο μπουμπούκι, το άνθος (πληθ. τα άνθια, σ. V, 4 και 8) το φυτό του λουλουδιού σημαίνει για αυτόν γενικά.
Στ. 8. μαγεμένα αντί για μαγευμένα.



53.
Τραγούδι για το χορό “λεβαντίνικο στα τρία”. Το ίδιο αποτελείται από μακρύτερους και βραχύτερους τροχαϊκούς στίχους (ακατάλικά τρίμετρα και δίμετρα) και έχει μια εκλεπτυσμένη σύνθεση: τρεις στροφές τριών στίχων, καθεμμιά από έναν μακρύτερο και δύο βραχύτερους στίχους, ακολουθούνται από τρεις στίχους τεσσάρων γραμμών, οι δύο πρώτοι από τους οποίους είναι κατασκευασμένοι κατά τέτοιο τρόπο ώστε τους δύο μακρύτερους στίχους να ακολουθούν δύο βραχύτεροι στίχοι, ενώ στην τελευταία στροφή οι δύο βραχύτεροι στίχοι περικλείονται από τους μακρύτερους. — Στην αρχή, το τραγούδι στο Passow αριθ. 447 είναι παρόμοιο με το δικό μας.
Στ. 1. απαιθύμησε (η γραφή αυτή είναι ορθότερη από το απεθύμησε), ουσιαστικά όμοιο με το επεθύμησε — το ξένο προφανώς πρέπει με το τί να γένω να συνδεθεί: τι να γένω, εγώ το ξένο (εννοείται παιδί)· και ξένος εδώ φαίνεται να είναι κάτι σαν “φτωχός, κακότυχος”, ένα νόημα που έχει συχνά το έρημος στη δημοτική ποίηση.

Στ. 4. κάτου γιαλό τ.ε. κάτω εις τον αιγιαλόν. Ομοίως στ. 11.
Στ. 5. τα εμάζωξε ενν. τα λιγδομάσχαλα (στ. 7).
Στ. 7. τα λιγδομάσχαλα, τ.ε. λιγδωμένα ρούχα, βρώμικα ενδύματα, ειδικότερα πουκάμισα. Επειδή το λίγδα σημαίνει: 1) λιπαρή ουσία, 2) βρωμιά. Πρβλ. το Ησύχ.ιου. III, σ. 38, εκδ. Schmidtλίγδα· η ακόνη. και η κονία (τ.ε. εδώ: “στάχτη”). Για το δεύτερο συνθετικό της σύνθετής μας λέξης, βλ. Ησύχ. αύτοθ. σ. 76: μασχαλόν· τον χιτώνα.

Hesychii Alexandrini lexicon, ed. Moritz Schmidt, Sumptibus Hermanni Dufftii (Libraria Maukiana), Jenae:1867. Ελλ. τιτλ. “Λεξικόν Ησυχίου” ή “Συναγωγή Πασῶν Λέξων κατά Στοιχεῖον έκ των Άριστάρχου και Άπίωνος και Ηλιοδώρου”.

Στ. 9. τρίκλωνε βασιλικέ μου, βασιλικέ μου με τα τρία στελέχη. Αυτός είναι ένας τρόπος, με τον οποίο απευθύνετε κάποιος σε ανθρώπους στην ποιητική γλώσσα που θέλει να ονομάσει όμορφους. Παρεμπιπτόντως, η ίδια ομοιοκαταληξία στο Passow αριθ. 637.
Στ. 14. μαΐστρος, νοτιοδυτικός άνεμος, ιταλ. maestro και πιο συνηθισμένα maestrale, γαλλ. maestral και mistral, συχνά στη νεοελληνική γλώσσα μαεστράλι. Πρβλ. F. Liebrecht στο Gött. gel. Anz. του έ.τους 1861, I, σ. 571. — τρεμουντάνα, από το ιταλ. tremontana, βόρειος άνεμος. Σε ένα δημοτικό τραγούδι από τα Αντικύθηρα στο Βρετός, Εθνικόν Ημερολόγιον, του έτους 1865, εμφανίζεται η σύνθετη λέξη μαϊστροτρεμουντάνα.

Göttingische gelehrte Anzeiger.

Στ. 15. τομ ποδόγυρο, σύμφωνα με το οποίο η ονοναστ. ποδόγυρος πρέπει να αντιστοιχεί. Ο Κοραής, Άτακτα IV, σ. 441, παραπέμπει στο ουδέτερο ποδογύρι στο Somavera και στο Du Cange και το εξηγεί ως “frange, falbala”, όπως ήδη έπραξε στα δικά του Άτακτα I, σ. 314, επεξηγώντας το ως “bordure du bas d’ une robe” [παρυφή του κάτω μέρους ενός φορέματος]. Είναι αυτό που οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν κράσπεδον (βλ. την επεξήγηση αυτής της λέξης στο Ησυχ. II, σ. 531, έκδ. Schmidt). Το συνθετικό μας απαρτίζεται από τα 1) γύρος (βλ. 59, 12), 2) πους ή περισσότερο πιθανόν πόδια, η οποία λέξη δεν σημαίνει πάντα τα “πόδια” [κάτω άκρα], αλλά και το “κράσπεδο”, (“το κάτω άκρον το προς τους πόδας του επανωφορίου”, Κοραή, Άτακτα Ι, σ. 256). Πρβλ. το αρχαιοελλ. ποδεών.
Στ. 18. στραγαλόποδο αντί για αστραγαλόποδο, που σχηματίζουν μαζί τα αστράγαλος και πους.
Στ. 19. άλαψε τ.ε. έλαμψε. — Σχετικά με το νόημα πρβλ. Passow αριθ. 447, 7 και Liebrecht ό.π. σ. 578, που παρουσιάζει μια παρόμοια εικόνα από την Έδδα.

Έδδα Edda, σώμα της αρχαίας γραμματείας της Ισλανδίας που περιέχουν δύο κείμενα του 13ου αι., ευρέως γνωστα ως Πεζή Edda, ή Νεώτερη, και Ποιητική Edda, ή Πρεσβύτερη. Πρόκειται για την πληρέστερη και λεπτομερέστερη πηγή της γερμανικής μυθολογίας. Σύμφωνα με τη Βρεταννική Εγκυκλοπαιδεία https://www.britannica.com/topic/Edda



56.
Για τον χορό “ο σταυρωτός”. Σε αυτό το τραγούδι και πάλι τροχαϊκοί και ιαμβικοί στίχοι εναλλάσσονται: αρχίζει με πέντε τροχαϊκά ακατάλικτα τρίμετρα, μετά τα οποία ένα ιαμβικό καταλικτικό τετράμετρο, ένα τροχαϊκό ακατάλικτο τρίμετρο και πάλι τρία ιαμβικά τετράμετρα και τέσσερα τροχαϊκά τρίμετρα του ίδιου τύπου ακολουθούν· ο στ. 15 είναι ξανά ένα ιαμβικό καταλικτικό τετράμετρο, ενώ δέκα τροχαϊκά τρίμετρα απαρτίζουν τον επίλογο. — Πιο σύντομες εκδοχές αυτού του τραγουδιού στο Passow αριθ. 597 (μετρικώς όχι εντελώς σωστές) και 637. Πρβλ. επίσης το Pass.ow αριθ. 596. Νεοελλην.ικά Ανάλεκτα Ι, σ. 102 εξ., αριθ. 42.
Στ. 1. χιλιδόνια, τ.ε. χελιδόνια.
Στ. 6. άστε, τ.ε. αφήσετε.
Στ. 7. βάρδια, βενετ. vardia, ιταλ. guardia, επίσης συνηθισμένο στην Κρήτη (βλ. Γιανναράκη σ. 325 κ.ο.κ.).
Στ. 9. σφαώ αντί για σφαγώ. — πάρου αντί για πάρουν.
Στ. 16. δέντρο, τ.ε. δένδρον. Ομοίως 16, 7. Ωστόσο, αυτή η έμφαση δεν ήταν, όπως θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί, υπό την επίδραση της ρυθμικής προφοράς, διότι χρησιμοποιείται επίσης και σε ελεύθερο λόγο (όπως π.χ., vevTpd σε παραμύθι Νεοελλ.ηνικά Ανάλεκτα ΙΙ, σ. 124, g. E .).
Στ. 18. ε όμοιο με το ιδού. Ίσως να προήλθε από το αρχαιοελλ. ήν;
Στ. στο μισεμό, τ.ε. εις τον μισευμόν, — νοίκι, τ.ε. ενοίκιον.
Στ. μην το βαστάξεις, εννοείται κρυφό, όπως και το φανέρωσέ.



57.
Ένα δημοτικό τραγούδι εξαιρετικά δημοφιλές στους Ζακυνθινούς αγρότες και πολύ διαδεδομένο στην Ελλάδα. Παραλλαγές στο Passow αρ. 441- 446, Λουκάς, Φιλολ. Επετ. Ι, σ. 94 εξ. Γιανναράκη αριθ. 127 (πρβλ. επίσης αριθ. 261 και 300). Σχετικά

Γ. Λουκάς, Φιλολογικαί Επισκέψεις των εν τω βίω των νεωτέρων Κυπρίων μνημείω των αρχαίων, Εν Αθήναις: Τυπ. Ρουσοπούλου, 1874

με παρόμοιο υλικό σε άλλους λαούς βλ. Liebrecht στο d. Gott. Anz. 1861, Ι, σ. 576. Άκουσα αυτό το τραγούδι να το τραγουδάει στο νησί της Ζακύνθου για το χορό των γύρων·ο αγρότης, από το στόμα του οποίου το κατέγραψα, ονόμαζε το χορό “λεβαντίνικο στα τρία”· εάν αυτή η πληροφορία είναι ορθή, θα είναι δύσκολο να είναι ορθό ότι το τραγούδι αριθ. 53 είναι επίσης τραγουδισμένο γι' αυτό το χορό, επειδή το τραγούδι μας έχει ιαμβικό, το άλλο τροχαϊκό μέτρο. Μεταξύ κάθε δύο ημιστιχἰων, που δεν σχετίζονται με το περιεχόμενο του τραγουδιού, στερεότυπα λόγια που χρησιμεύουν μόνο για την ολοκλήρωση του μέτρου τ' αηδόνι τ' αηδόνι (σε λόγο τριών συλλαβών) και τ' αηδόνι τ' αηδονάκι (τεσσάρων συλλαβών) είναι τοποθετημένα εναλλάξ, έτσι ε.π. Ένα πραγματευτόπουλο  τ' αηδόνι τ' αηδόνι — στημ Πόλι κατεβαίνει, — τ' αηδόνι τ' αηδονάκι — Με το μαντήλι στο λαιμό, κ.ο.κ.
Στ. 2. λουλά, πούρο [cigarre] σύμφωνα με την εξήγηση που μου δόθηκε στη Ζάκυνθο. Η λέξη συνδέεται αναμφισβήτητα με το λουλές που αποτελεί ταυτόχρονα δάνειο από τα τουρκικά, τ.ε. πίπα καπνού.
Στ. 3. προβατεί: όπως στο στ. 29, 13.
Στ. 4. κουρνιαχτός: όπως στο στ. 15, 10.
Στ. 5. βρέσκει τ.ε. βρίσκειευρίσκει. — κοράσιο και κόρη (βλ. στ. 6 και ειδ. στ. 12 και 17) επίσης για τις νεαρές γυναίκες. Ακριβώς όπως το κόρη στα Αρχαία Ελληνικά και το puella στα Λατινικά.
Στ. τάσια τ.ε. κύπελλα, δοχεία για πόση (επίσης στο Γιανναράκη αρ. 132, 7 και στο Passow V.L. στο αριθ. 441, σ. 322).
Στ. 11. λένε τ.ε. λέγουνε.
Στ. 18. πες, στην καθομιλουμένη αντί για ειπέ. — σουσούμια: όπως στο 17, 2.
Στ. 21. κάτι διαβάτης: βλ. Mullach, Gr. S., ό.π. 214, 4.
Στ. 23. αμασκάλη, τ.ε. μασχάλη.
Στ. 25. λέει, τ.ε. λέγει.



58.
Άλλες παραλλαγές αυτού του τραγουδιού, αλλά πολύ βραχύτερες και λιγότερο χαριτωμένες, στο Passow αριθ. 483 και 484, Χασιώτης σ. 140, αριθ. 12, Γιανναράκη, αριθ. 268. Ένα άλλο με πολύ διαφορετική εισαγωγή από τον Ζαμπέλιο στο κείμενό του “Πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ” (Αθήνα 1859), σ. 41 κ.ε., ανήκει στον ίδιο κύκλο.

Σπ. Ζαμπέλιος, Πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ; : Σκέψεις περί ελληνικής ποιήσεως, Αθήναι: Τύποις Π. Σούτσα και Κ. Κτενά, 1859.

Στ. 1. κοντούτσικος, υποκορ. του κοντός, όπως μικρούτσικος, του μικρός.
Στ. 2. ντύσου, τ.ε. ενδύσου. — πουλήσω, τ.ε. πωλήσω.
Στ. 6. ορμηνέψω, τ.ε. ερμηνεύσω.
Στ. 8. στιμάρισεστιμαρίζω, από το ιταλ. stimare.
Στ. 12. Σχετικά με τον εμβόλιμο στ. βλ. στο 17, 4.
Στ. πιτσούνι, από το ιταλ. piccione. Στη Ζάκυνθο παράλληλα σε χρήση με το περιστέρι.
Στ. 17 — 18. Παρόμοια είναι κοινά στην ελληνική δημοτική ποίηση. Βλ. ε.π. Νεοελλ.ηνικά Ανάλ.εκτα Ι, σ. 82.
Στ. 17. ακάλλη αντί για κάλη (πρβλ. 57, 24).
Στ. 20. διαλαλίτσα, που σχηματίστηκε από το διαλαλιά, δημόσια ανακοίνωση.
Στ. 22. τρακόσια αντί για τριακόσια. — παιγνίδι, αγαπημένο παιχνίδι, εδώ ευφημιστική έκφραση για τη συνουσία, όπως οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν το ρήμα παίζειν, οι Ρωμαίοι ludere και ludus με αυτή την έννοια.
Στ. 23. θαν αντί για τα πιο κοινά θα ή θέ να. — τα, ενν. τα γρόσια.
Στ. 25. μούτσος, κυριολεκτ. ναυτόπαις (μουτσόπουλα Passow αριθ. 391 a,
18), γαλλ. mousse, ιταλ. mozzo, ισπαν. mozo. Πρβλ. Κοραής, Άτακτα V, σ., ο οποίος ανάγει το ισπαν. mozo στο αρχαιοελλ. μόσχος (;). — καραβουσιάνος, σχηματίζεται από το καράβι. — Προς ολοκλήρωση του στ. αυτού, χρειάζεται ένα ρήμα, όπως το λέγει.
Στ. 30. γλυκοκιλαϊδούσεγλυκοκιλαϊδώ, από το γλυκός (γλυκύς) και κιλαϊδώ, τ.ε. αρχαιοελλ. κελαδώ, αποτελείται. — Για την κατάλιξη πρβλ. 68, 25 κ.ε.
Στ. 31. αδρεφός, τ.ε. αδερφόςαδελφός. Με τον ίδιο αναγραμματισμό το αδρεφή σχηματίστηκε.
Variante bei Passow Nr. 513 und vollständiger bei Iatridis CuXX.
br)pox. dcpaxtuv S. 79.Στ. 32. μωρή, εδώ όχι με την πραγματική του έννοια, αλλά περισσότερο ως επιφώνημα, πολύ παρόμοιο με το βρε (βλ. στο 37, 11). — πούθ', τ.ε. πούθε από το πόθεν. Ομοίως στα παρακάτω πούθενε.— οι γονείς σου, κάτι αξιοσημείωτο, επειδή το η μάνα σου προηγείται, πιθανότατα μόνο προς ολοκλήρωση του στίχου, καθώς ούτε το πατέρας ούτε το κύρης ταιριάζουν στο μέτρο. Ή μήπως θα μπορούσε να μετατραπεί στο ο γονιός σου (γονιός αντί για γονέος, καθώς η τελευταία μορφή της οποίας χρησιμοποιείται στη Ζάκυνθο αντί για το γονεύς);
Στ. 33. κύρης τ.ε. κύριος.
Στ. 38. χρώσταγα αντί για χρώσταα, αορ. του χρωστάω, τ.ε. χρεωστέω.



60.
Παραλλαγή στο Passow αριθ. 513 και πλήρες στο Ιατρίδης, Συλλ.ογή δημοτ.ικών Ασμάτ.ων, σ. 79. Εν μέρει παρόμοιο είναι επίσης το Pass.ow αριθ. 447.

Α. Ιατρίδου, Συλλογή δημοτικών ασμάτων. Παλαιών και νέων: Μετά διαφόρων Εικονογραφιών, Εν Αθήναις: Τυπογραφείον Δ. Αθ. Μαυρομμάτη, 1859.

Στ. 1. κόρη: όπως στο 57, 5. — τση, αντί για στση (εις της). — Ποια γέφυρα εννοείται και αν το Τρίχα είναι τοπωνύμιο, δεν γνωρίζω. Σύμφωνα με τον Ιατρίδη, ό.π., σ. 16, μια στενή γέφυρα οδηγεί πάνω από τον Μόρνο στη Λοκρίδα, με το όνομα τρίχινο γεφύρι: κάποιου το μυαλό θα μπορούσε να ανατρέξει σε αυτό.
Στ. 3. αφουγκράστη αντί για αφουγράσθη, αορ. του αφουγκράζομαι, το οποίο φαίνεται να είναι παραφθορά του απακροάζομαι (ακροάομαι). Επίσης απαντώνται οι τύπι αφουκράζομαι και αφρουκάζομαι: βλ. Passow στους καταλόγους ρημάτων [ind.ices verb.um], σ. , Γιανναράκη, στο Γλωσσάριο [ενν. του Άσματα Κρητικά], σ. 324. (Άλλως ο M. Deffner Neograeca, σ. 72 εξ.).

Michael Deffner, Neograeca dissertatio philologica quam ad summos in philosophia honores ab amplissimo philosophorum ordine in Universitate Lipsiensi rite impetrandos scripsit Michael Deffner Novardensis, Lipsiae: Hundertstund & Pries, 1871.

Στ. 6. ταίρι, πιθανώς αντί για εταίρι, υποκορ. του έταιρος, αν και θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε ως παράγωγο του έτερος (οπότε θα έπρεπε να γράφεται τέρι). Πρβλ. Κοραής, Άτακτα II, σ. 346, ο οποίος αναφέρει και τις δύο ετυμολογίες και τις επεξηγεί σωστά: “το μεταχειρίζονται πάντοτε εις δήλωσιν πράγματος ή προσώπου όχι μόνον ομοίου την φύσιν μ' άλλο πρόσωπον ή πράγμα, αλλά συζευγμένου φυσικώς ή τεχνικώς μ' εκείνο, ώστε να νομίζετε κολοβόν χωριζόμενον απ' εκείνο”.



61.
Τραγούδι του κυνηγού ή τραγούδι της αγάπης, επειδή η πέρδικα μπορεί πολύ καλά να γίνει κατανοητή ως ένα κορίτσι.
Στ. 1. πλουμισμένη: όπως στο 52, 4.
Στ. 4. κλουβάκι, υποκορ. του κλουβί, τ.ε. κλωβίον.
Στ. 7. δεντρά: όπως στο 56, 16.
Στ. 8. τσαντσαμίνια: πρβλ. Passow, [ό.π.], στους Ind. Verb., σ. 636. — μοσκούλες αντί για μοσχούλες (όπως στο 59, 33). Στη Ζάκυνθο έτσι λέγονται τα λευκά ρόδα. Βλ. γενικά το Κοραή, Άτακτα V, 1, σ. 216 εξ.



62.
Νανναρίσματα ή τραγούδια της κούνιας [Wiegenlieder] έχουν δημοσιευθεί σε περιορισμένο αριθμό. Βλ. Passow, αριθ. 273 — 274. Χασιώτης, σ. 29 — 33 και 191— 194. Σακελλάριος, Κυπριακά ΙΙΙ, σ. 121 εξ. σ. 26. Εφημερίς των Φιλομαθών, έτος 1858. Γιανναράκη, αριθ. 308.

Τα Κυπριακά : Ήτοι Γεωγραφία, Ιστορία και Γλώσσα της Κύπρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον / υπό Αθανασίου Α. Σακελλαρίου Αγιοπετρίτου,
Εν Αθήναις: Τύποις και αναλώμασι Π. Δ. Σακελλαρίου, 1868, τομ. 3. Η εν Κύπρω γλώσσα.

Στ. 2. νάρθ', τ.ε. να έρθει, έλθει.
Στ. 3. κοκά, στη γλώσσα των παιδιών [Kindersprache] το ίδιο με το αυγά, το κακάρισμα της κότας. Βλέπε επίσης Volksl. σ. 120, σημ. (στη συνέχεια, Passow, in Ind. Verb.). Στο Baden Oberland, το αυγό καλείται ομοίως στη γλώσσα των παιδιών “Gacka”.
Στ. 5. ωρά: όπως στο 39, 16.
Στ. 7. κουκουλομάτη: (κουκουλώνω καλύπτω, μάτι οφθαλμός). προσφώνηση του προσωποποιημένου Ύπνου.
Στ. 10. σγουρά: το σγουρός δηλώνει τον σκουρόχρωμο, τον μαυριδερό στην Ζάκυνθο, όπως και στο μεσαιωνική ελληνόφωνο κόσμο (βλ. Du Gange κ.α.), και υπό αυτή την έννοια προέρχεται πιθανότατα από το λατινικό obscurus. Αλλού, ε.π. στην Κρήτη, λέγεται σγουρός “κατσαρομάλλης” (βλ. Γιανναράκη, σ. 366), που φαίνεται να σχετίζεται με το λατινικό cirrus.



64.
Το τραγούδι αυτό τραγουδιέται καθώς αρχίζουν να ανοίγουν τον κλήδωνα, ένα ιδιαίτερο είδος ερωτήσεων για την τύχη την εορτή του Αγίου Ιωάννη [Johannistage], για την οποία εγώ στο δεύτερο μέρος της νέας έκδοσης του Volksl.eben προτίθεμαι να αναφερθώ με περισσότερες λεπτομέρειες, γι 'αυτό περιορίζομαι εδώ στα απολύτως απαραίτητα για την κατανόηση. Το βασικό είναι ότι οι συμμετέχουσες έχουν η κάθε μία ένα αντικείμενο που τους ανήκει, ε.π. ένα δαχτυλίδι, το οποίο ρίχνουν σε ένα δοχείο γεμάτο με νερό, το οποίο καλύπτεται και ανοίγει την εορτή του Αγίου Ιωάννη: όταν τραβούν καθένα από τα αντικείμενα που έχουν ριχτεί σε αυτό, λένε ένα — κατά κανόνα ερωτικό — δίστιχο [Distichon], από το περιεχόμενο του οποίου μπορεί κανείς να συμπεράνει τη μελλοντική μοίρα του προσώπου, στο οποίο ανήκει το αντικείμενο. Το δοχείο αυτό ονομάζεται επομένως κλήδονας, και οι εισαγωγικές λέξεις του τραγουδιού μας εμπεριέχουν την πρόσκληση για να ανοίξουμε αυτό το αντικείμενο. Η κρητική έκδοση στο Passow Δίστι.χο αριθ. 85 και στο Γιανναράκη, αριθ. 309. Πρβλ. επίσης Guys, Voyage litteraire de la Grece, 3η εκδ. (Παρίσι 1783), Ι, σ. 220, και Νεοελλην. Ανάλεκτα I, σ. 334.

Pierre-Augustin, Guys, Voyage littéraire de la Grèce, ou Lettres sur les grecs, anciens et modernes, avec un parallèle de leurs moeurs, Tome premier, ParisChez la Veuve Duchesne, 1783.

Στ. 1. άη [γράφει άϊ], από το άης, τ.ε. άγιος. Πρβλ. 11, 3. 29, 15. 55, 1. 65, 7.
Στ. 2. ριζικάρει, από το ιταλ. risicare (rischiare), αλλά εδώ με την έννοια του καλοριζικάρει (πρβλDu Cange, σ. 128), καθώς το ριζικάρεις είναι συνώνυμο του είσαι ευτυχής, τυχερός [felix, fortunatus].
Στ. 4. κερδεμένος, τ.ε. κερδημένος.




67.
Ένα διαδεδομένο τραγούδι που μερικές φορές συγκαταλέγεται στα μυρολογία και μου μεταδόθηκε ως τέτοιο, αλλά δεν μπορεί πραγματικά να θεωρηθεί ως κάτι τέτοιο. Παραλλαγές στα Passow, αρ. 343 — 349, Χασιώτης, σ. 83, αριθ. 18, Legrand, Racueil, αριθ. 123, οι οποίες φέρουν όλες τον τίτλο “Η κακή μάνα, επίσης στο Γιανναράκη, αριθ. 195. Είναι επίσης στενά συνδεδεμένο με το αριθ. 68 της Συλλογής μου, για το οποίο μπορείτε να συγκρίνετε τις σχετικές σημειώσεις.
Στ. 1. βρίζε, τ.ε. ύβριζε.
Στ. 2. κάτρεγα αντί για κάτεργα.
Στ. 5. μαλλιάσειμαλλιάζω (μαλλί) κυριολεκτ. βγάζω μαλλιά, γίνομαι τραχύς. Επίσης για τη γλώσσα βλ. στα Passow αριθ. 343, 9. 348, 7. — ρωτώντας αντί για ερωτώντας. Ομοίως 68, 11.
Στ. 7. Αυτός ο στίχος δεν σημαίνει ότι ο Έρως είναι πάντα με τον γιο, αλλά ότι ο ίδιος ο γιος ονομάζεται Έρως.  εμένα χρησιμεύει μόνο προς έμφαση του παρακάτω μου.
Στ. 8. πες: όπως στο 57, 18 — σουσούμιαόπως στο 17, 2.
Στ. 9. κεπαρισσένιος αντί για κυπαρισσένιος.
Στ. 11. νώμους, τ.ε. ώμουςνώμος δημιουργήθηκε από το γεγονός ότι το v της αιτιατικής του άρθρου μεταφέρθηκε στο ουσιαστικό ως αποτέλεσμα μιας αδυναμίας της ακοής, χάρις στο οποίο, αντί να ακούει τον ώμον, νόμιζε πως άκουγε τον νώμον. Το νοικοκύρις και το νοικοκυρά οφείλουν την προέλευσή τους στην ίδια αδυναμία. Το αντίθετο έλαβε χώρα στο Αξιά για το Ναξιά, τ.ε. Νάξος. Σχετικά με αυτό ο Κοραής στα Άτακτα I, σ. 183 έχει ήδη διατυπώσει μιαν εντελώς σωστή κρίση.
— εκάνα αντί για εκάνανέκαναν (έκαμναν) τ.ε. εδώ, ήταν κατάλληλοι (οι ώμοι).
Στ. 14. απηλοηθήκανε αντί για απηλογηθήκανε. Πρβλ. με το 9, 4.
Στ. 16. θύκια, τα, καλούνται στη Ζάκυνθο τα φυτά και τα φύλλα που ξεβράζονται από τη θάλασσα.
Στ. 17. ξαθά αντί για ξανθά— γιά κατ' εξαίρεση σε αυτό το στίχο πρέπει να διαβαστεί ως δισύλλαβο.
Στ. 18. τρογύριζαν αντί για τριγύριζαν.
Στ. 20. μωρέ: πρβλ. όπως στο 37, 11.
Στ. 24. πολυοπικραμένης αντί για πολυπικραμένης.



69.
Παραλλαγή στο Passow, Distich. αριθ. 1101. — Σχετικά με το σκεπτικό πρβλ.
Grimm, D.eutsche Mythol.ogie, σ. 613 σημ.


—   

Τα παραπάνω βιβλία του Σμιτ μπορεί να βρει κανείς ως googlebooks.
Αξιοποιήθηκε επίσης η ψηφιοποιημένη έκδοση του ZANTE.



Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only