Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2021

«Αίγυπτος: Απόρροια του Αρχαίου, Ελληνο-Πελασγικού Πολιτισμού»

 




Τα πελασγικά κυκλώπεια τείχη της Ανσεδονίας Τοσκάνης! Κτισμένα από Χιώτες-Λημνιούς-Τρώες, πριν 6.000 χρόνια

100-eik2

Κατόπιν των δημοσιεύσεων της ιστορικής μελέτης  σε δέκα (10) συνέχειες, του Αριστέα Προκονήσιου, αλλά και τηςέρευνας μελέτης σε, επίσης, τέσσερα (4) ιστορικά άρθρα, θα συνεχίσουμε το ταξίδι μας στα βάθη των ιστορικών χρόνων και την αδιάψευστη αλήθεια με την παράθεση αποδεικτικών στοιχείων περί της προϊστορικής, οικιστικής και πολιτισμικής επεκτάσεως των Ελλήνων προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος.

Στην καινούργια ιστορική έρευνα μου παραθέτω τα αποδεικτικά στοιχεία για την προς Νότο προϊστορική και πολιτισμική επέκταση των Ελλήνων και δη προς Αίγυπτο και Λιβύη.

Πριν όμως παραθέσω τα στοιχεία που αντλούνται από την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, αλλά και από σύγχρονους μελετητές, θα αναφερθώ πρώτα στις ιστορικές διαστρεβλώσεις της καταγωγής των αρχαίων προγόνων μας και δη των Μινωιτών και Μυκηναίων, οι οποίοι πρώτοι αποίκησαν κατά τα προϊστορικά χρόνια στην Αίγυπτο και την Λιβύη.

Οι ιστορικές ρίζες των Ελλήνων Μινωιτών και Μυκηναίων

Ένα «μεγάλο» δήθεν «πρόβλημα» για μερικούς από τους ιστορικούς, γλωσσολόγους και λοιπούς ασχολούμενους με τη καταγωγή των λαών ήτο από πολύ παλαιά η καταγωγή των Ελλήνων Πελασγών. Το πρόβλημα, τους, βεβαίως, δεν ήτο το ποιοι ήσαν οι Πελασγοί, καθόσον αυτό πολύ εύκολα το είχαν ανακαλύψει σε όλα τα αρχαία συγγράμματα. Δεν τους συνέφερε, όμως, το αποτέλεσμα των ερευνών τους και έτσι φρόντισαν να το αποκρύψουν και ν' αρχίσουν να ψάχνουν όπου αλλού ήτο δυνατόν, αλλά πάντοτε εκτός Ελλάδος και της περιοχής της. Το πρόβλημά τους στην πραγματικότητα ήταν το, ότι ήθελαν οπωσδήποτε να προωθήσουν την αρχαιότητα άλλων λαών έναντι της αρχαιότητος των Ελλήνων, γι' αυτό θα έπρεπε πρώτον να περιορίσουν την ιστορία των (ή μάλλον να την αφανίσουν τελείως), ακόμη και αυτήν την ύπαρξη των και δεύτερον να προωθήσουν την αρχαιότητα των άλλων λαών, όπως σωστά αναφέρουν οι Δ. Λιακόπουλος και Μάριο Γκαττόνι. Δεν θα πρέπει δε να ξεχνούμε ότι η επίσημη ιστορία της Ευρώπης αρχίζει από την εποχή του Κάρλου Μάγνου (Karolus Magnus), αν είναι δυνατόν!

Εάν λοιπόν τα σαΐνια αυτά φανέρωναν τα συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία σήμερα υπάρχουν σχετικά με την αρχαιότητα των Ελλήνων - με όποιο όνομα. και εάν τους αναφέρουμε - η ιστορία των Ελλήνων θα έφθανε σε χρονικό βάθος, που κανένας άλλος λαός δεν ήτο δυνατόν να φθάσει. Και αυτό, διότι οι Έλληνες είναι οι ίδιοι Πελασγοί ή μάλλον τμήματα των Πελασγών ήσαν οι Μινωίτες, Μυκηναΐοι Αιολείς, Ίωνες, Δωριείς, Μακεδόνες ή Μακέδνοι (δωρικό φύλο και αυτοί, εκτός εάν ακολουθήσομε τη θεωρία, ότι οι Δωριείς ήταν μακεδονικό φύλο, πράγμα ενα και το αυτόν), οι Θράκες, οι Ιλλυροί κ.α., οι οποίοι αργότερα και μέχρι σήμερα έλαβαν και ακόμα διατηρούν το συνοπτικό όνομα Έλληνες. Ας μην στεκόμεθα, λοιπόν, στην ονομασία και μόνον Έλληνες.

Είναι γνωστό ότι στο διάβα της Ιστορίας πολλοί λαοί, χωρίς ν' αλλάξουν σε τίποτε άλλο, άλλαξαν όνομα, όπως π.χ. οι Κέλτες, οι Κελτοί, οι Ρωμαίοι, οι Πέρσες. Ακόμη και οι Έλληνες επί Βυζαντίου δεν τολμούσαν να παραδεχθούν ότι είναι Έλληνες, αφού η πανένδοξη αυτή ονομασία θεωρήθηκε επικίνδυνη για τον Χριστιανισμό, καθόσον έφερε τις αναμνήσεις του μεγάλου Πολιτισμού, του οποίου ούτε καν η μνεία δεν τους συνέφερε.

Οι Έλληνες ήσαν αυτοί οι ίδιοι, τους οποίους ο Όμηρος ονομάζει Δαναούς, Αργείους ή Αχαιούς. Είναι, ακόμη, και οι Τρώες, οι Παίονες οι Λέλεγες, οι Μυσοί, οι Φρύγες, οι Θράκες, οι Λύκιοι, οι Κάρες και, προχωρώντας ακόμη μακρύτερα, είναι οι Κέλτες και Κελτοί, οι Ίβηρες οι Κελτήβιρες, και γενικώς ολόκληρος η λευκή φυλή. Αυτοί οι τελευταίοι, βεβαίως, σε κάπως μεγάλο ποσο­στό αναμεμιγμένοι με λαούς ντόπιους ή και επιδρομείς, όπως συνέβη και πολύ αργότερα με τους Έλληνες όλων των μακρινών αποικιών, π.χ. στη σημερινή Ρωσία, την Μεσοποταμία, την Ινδία, την Αίγυπτο, την Λιβύη.

Είναι, ακόμη, αυτοί οι ίδιοι οι Διογενείς ήρωες των Ομη­ρικών Επών, αλλά και άλλοι επώνυμοι. Είναι οι ασύγκριτοι Έλληνες φιλόσοφοι, οι Μαραθωνομάχοι και Σαλαμινομάχοι, οι οποίοι έσωσαν τον δυτικό πολιτισμό από τον Μηδοπερσικό δεσποτισμό. Και οι Μήδοι και οι Πέρσες, βεβαίως, απο­τελούσαν κλάδους της πελασγικής ομοφυλίας ή τουλάχιστον συγγενείς των, αλλά είχαν ήδη διαβρωθεί από τον ασιατικό τρόπο ζωής, είχαν καταστεί δηλαδή θέσει Ασιάτες, Βόρειο-Αφρικανοί.

Όσο αφορά για τη καταγωγή των Μινωιτών, η πιο παλαιά, ίσως, μελέτη εκπονήθηκε από τον ανθρωπολόγο Άρη Πουλιανό, ο οποίος με συγκριτικό στοιχείο τα γεωμετρικά μεγέθη των κρανίων των σκελετών Μινωϊτών και συγχρόνων Κρητικών, είχε τεκμηριώσει την άρρηκτη γενετική τους συνέχεια και την Ελληνικότητα τους, με ανεπαίσθητη επιρροή από τις κατά καιρούς αναπόφευκτες επιμιξίες από ξένα φύλα που κατάκτησαν το πολύπαθο νησί μας.

Γνωρίζουμε επίσης από την Ιστορία της Κρήτης του καθηγητή κ. Θεοχάρη Δετοράκη, ότι οι Μινωϊτες δεν έχουν σχέση, ούτε με τους Άραβες, ούτε με τους Σημίτες αλλά μόνο με τους Αιγιείς. Επίσης, η Ελληνική μυθολογία, έχει δώσει, από αρχαιοτάτων χρόνων, τις δικές της πληροφορίες για το θέμα, όπως:

α) Ο Μίνωας ήταν, κατά την παράδοση γιος του Δία και της Ευρώπης και γεννήθηκε κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο της Γόρτυνας κατά το λεξικό Σούδα. Αν λοιπόν ο γιος του Θεού των Θεών των αρχαίων Ελλήνων δεν θεωρείται Έλληνας ποιος άραγε μπορεί να θεωρείται Έλληνας;

β) Πως είναι δυνατόν να μην είναι Έλληνας ο Κρητογενής Δίας, όταν ο Κλύμενος ο γιος του Κάρδυ ο Κυδωνιεύς, απόγονος του Ιδαίου Δάκτυλου Ηρακλή (του Αρχηγού των Κουρητών φρουρών & τροφών του νεογέννητου Δία, του Κρηταγενούς, που γεννήθηκε στην Κρήτη από την Ρέα που κατέφυγε εκεί για να τον γλυτώσει από την οργή του πατέρα του Κρόνου, ο οποίος έτρωγε τα παιδιά του.( Ιλιάδα, Ι, 381 -384).

γ) Το λεξικό Σούδας στο λήμμα Κόμβη, ο Κέκροπας, σύμφωνα με άλλο Μύθο, ήταν σύγχρονος με τη γέννηση του Δία. Περιμάζεψε και προστάτεψε τους Κουρήτες – Κορύβαντες, αυτούς που ανάθρεψαν τον Δία στην Κρήτη ή στην Ίδη της Τροίας, φονεύοντας τον ξετρελαμένο πατέρα τους, τον Σώκο, που κυνήγαγε τη μητέρα τους την Κόμβη. Η Κόμβη ήταν κόρη του Ασωπού. Τα ονόματα των Κουρήτων – Κορυβάντων ήταν Πρυμνεύς, Μίμας, Άκμων, Δαμνεύς, Ωκύθοος, Ιδαίος και Μελισσεύς. Αν γεννήθηκαν στην Αιτωλία η την Χαλκίδα, (το άλλο όνομα της μητέρας τους) από πού πήραν τα ονόματα «Ιδαίος» και «Μελισσεύς»; Φυσικά, από την Φρυγική πόλη Μέλισσα και το Τρωικό βουνό Ίδη, από τον τόπο της γέννησής τους, μια που δεν ήταν Κρητικοί, αλλά Αιτωλοί. Όμως Φρύγες, Τρώες, Αιτωλοί δεν ήσαν Έλληνες; Πως λοιπόν ο Πατέρας των θεών και ο υιός του δεν ήσαν 'Ελληνες.

δ) Ο καθηγητής Μάνφρεντ Μπιέτακ έφερε στο φως κατά την διάρκεια ανασκαφών στο Δέλτα του Νείλου στην σημερινή πόλη Τελ Ελ Ντάπα, ανάκτορο με Μινωικές τοιχογραφίες, μάλλον Κνωσιακού εργαστηρίου. ΗΣημερινή πόλη Τελ Ελ Ντάπα οικοδομήθηκε επάνω στα ερείπια της αρχαίας Ελληνικής πόλεως Άβαρις. Η Άβαρις αποτελεί όχι απλά μια σημαντική αρχαία πόλη, αλλά και ένα κορυφαίο δεσμό μεταξύ Αιγύπτου και μινωικής Κρήτης.

ε) Ο Πλούταρχος εξηγεί ότι άλλοι λαοί προέβαιναν στην ανάπλαση των Ελληνικών ονομάτων, επειδή οι Έλληνες ήσαν εκείνοι που μεθίσταντο και τα μετέφεραν στις άλλες χώρες όπου συνεκπεσόντα παρέμειναν(Περί Ίσιδος και Οίριδος 61).

Παρά τις θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για την προέλευση του Μινωικού πολιτισμού, μια πρόσφατη ανάλυση DNA από αρχαία λείψανα που βρέθηκαν στην Κρήτη έδειξε, ότι ο λαμπρός αυτός πολιτισμός γεννήθηκε και άνθισε στην Ελλάδα. Οι Μινωίτες ως φορείς σύνθετης κουλτούρας και πολιτισμού είναι γέννημα θρέμμα της γης της Κρήτης, όπως αποφαίνονται οι Δημήτριος Σαρρής και ο αρχαιολόγος Άρθουρ Έβανς.

Οι Μινωίτες και οι Μυκηναίοι είχαν μεγάλες γενετικές συγγένειες μεταξύ τους παρά τις όποιες διαφορές τους, κατάγονταν και οι δύο κυρίως από τους πρώτους νεολιθικούς γεωργούς στην περιοχή του Αιγαίου, ενώ οι σημερινοί Έλληνες είναι γενετικά παρόμοιοι σε πολύ μεγάλο βαθμό με τους Μυκηναίους, όπως απέδειξε η αρχαιογενετική μελέτη, με επικεφαλής δύο Έλληνες γενετιστές του εξωτερικού: τον Ιωσήφ Λαζαρίδη του Τμήματος Γενετικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ της Βοστώνης και τον Γιώργο Σταματογιαννόπουλο του Πανεπιστημίου Ουάσιγκτον του Σιάτλ.

Όπως λοιπόν σήμερα θεωρείται αυτονόητη η ενσωμάτωση στην Ελληνική ιστορία του Μινωικού και Μυκηναϊκού κόσμου έτσι και σήμερα πρέπει να αποδεχθούν όλοι μια αλήθεια: «στην Προϊστορία έχουν τεθεί οι βασικές καταβολές του ελληνικού Έθνους και τα κύρια συστατικά του Ελληνικού Πνεύματος.» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Α', σελ. 9, Εκδοτικη Αθηνων)

Αν η Ελλάδα έχει πολύ μεγάλη Ιστορία, τότε όπως θα αποδειχθεί στη συνέχεια έχει ακόμα μεγαλύτερη προϊστορία και οι διάφοροι πολιτισμοί των λαών της Μεσογείου και της Ασίας και όχι μόνο, γονιμοποιήθηκαν από τον προϊστορικό πολιτισμό των Ελλήνων «Διογενών».

Γνωστό είναι στους αδέσμευτους ερευνητές - μελετητές ότι, δια μέσου των αιώνων, έχουν όπως ήδη αναφέρθηκε, έχουν επέλθει απαλοιφές, αλλοιώσεις, επεμβάσεις ακόμα και σκόπιμες αφαιρέσεις γεγονότων σε ιστορικά κείμενα των Ελλήνων Εθνικών, και αυτό διότι ενοχλούν με τις αποκαλυπτόμενες αλήθειες και τα πραγματικά γεγονότα που είχαν λάβει χώρα, τις διάφορες πολιτικές αλλά κυρίως θρησκευτικές ηγεσίες διαφόρων θρησκευτικών δογμάτων ανά τους αιώνες.

Γεγονός είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες, από τα πανάρχαια, προϊστορικά χρόνια μέχρι την πρωτοβυζαντινή περίοδο, θεωρούσαν τους εαυτούς τους απογόνους όχι μόνον των ηρώων της Μινωικής και Μυκηναϊκής εποχής, αλλά και των Διογενών «θεών» που έζησαν πριν τους κατακλυσμούς και ήσαν οι γενάρχες τους. Ορισμένοι δε ιστορικοί, όπως οι: Νόννος, Δαμάχος, Διόδωρος, μεταθέτουν χρονικά την καταγωγή των Ελλήνων ακόμα ποιο πίσω, αναφερόμενοι στους θεούς του πρώτου δωδεκάθεου των Ττάνων δηλαδή του Ουρανού, του Κρόνου.

Τα στοιχεία, τα οποία αντλούνται από τα γραπτά κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, ο μυθικός και ο μαθηματικός λόγος1, όλα, οδηγούν πως η αληθινή μας ιστορία δεν είναι αυτή που διδασκόμαστε ή που αναφέρει η δημόσια ιστορία. Είναι πολύ ενδοξότερη και αρχαιότερη, όπως προκύπτει από ενδελεχή μελέτη των αρχαίων ελληνικών πηγών. Ο Ελληνικός πολιτισμός έχει ένα πανάρχαιο παρελθόν, το οποίο ξεκινά πολύ πριν τον «Κατακλυσμό του Ωγύγου».

Οι προϊστορικές μαθηματικές και γεωμετρικές γνώσεις στον ελληνικό χώρο κατά την προϊστορική εποχή στην Ελληνική Μητρόπολη, το Ελληνικό Αιγαίο και την Μεσόγειο, ως χώρες ,διασποράς: τον Πελασγών, των Μινωιτών. και των Μυκηναίων και στην συνέχεια των ιστορικών αρ­χαιοελληνικών φυλών, αναγνωρίζονται ήδη στις κατα­σκευές των προϊστορικών οι­κισμών στην Μακεδονία, την Θεσσαλία, την Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου, στις κατασκευές των οικοδομών και στα διακοσμητικά στοιχεία της πρώτης ελληνικής κεραμικής και βέβαια των μνημεί­ων,των ναών, των πυραμίδων τα οποίοι αποκαλύπτουν τις θεωρητικές μαθηματικές και γεωμετρικές γνώσεις των προγό­νων μας, ως αναλογίες, ως ομοιότητες και ως συμβολικές παραστάσεις.

Επανερχόμενοι στο κυρίως θέμα του άρθρου, θα πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι οι σχέσεις Αιγαίου και Αιγύπτου στην εποχή του Χαλκού στρέφονταν αδιάκοπα γύρω από το γεωγραφικό και πολιτιστικό άξονα της Κρήτης όπως ομολογεί ο Όμηρος. Στην Πρώιμη και τη Μέση εποχή του Χαλκού η Κρήτη ήταν το μοναδικό Αιγαιακό κέντρο το οποίο βρισκόταν σε επαφή με την Αίγυπτο.

Δύο δε από τα 7 θαύματα του κόσμου, η μεγάλη Πυραμίδα2 της Γκίζας και η Σφίγγα3, αντανακλούν αυτόν ακριβώς τον πανάρχαιο εξαφανισθέντα ελληνικό πολιτισμό, οποίος είχε αναπτύξει όχι μόνο θεο-φιλοσοφία, ποίηση και δραματουργία αλλά και ιλιγγιώδη επιστημονική πρόοδο. Αυτά υποστηρίζει ο Άραβας ιστορικός Αμπού Μπάχλι μεταφράζοντας τις επιγραφές που βρίσκονται στο εσωτερικό της μεγάλης πυραμίδας, συμπεραίνει πως η μεγάλη πυραμίδα και η Σφίγγα κατασκευάστηκαν την εποχή που ο αστερισμός της Λύρας βρισκόταν στον αστερισμό του Καρκίνου, δηλαδή γύρω στο 73.000 π.Χ., την εποχή του θεού Ουρανού. Ένας άλλος Άραβας ιστορικός ο Ιμπ Μπαλούσι τοποθετεί την κατασκευή της μεγάλης πυραμίδας και της Σφίγγας το 25.000 π.Χ., εποχή του θεού Κρόνου, με αρχιτέκτονα τον θεό Ερμή (και οι δύο ήσαν Έλληνες). Είναι γνωστή δε η λατρεία των Αιγυπτίων προς τον Έλληνα θεό. Επίσης ο Ηρόδοτος αναφέρει πως οι πυραμίδες γενικά κατασκευάστηκαν πολύ πριν το 11.000 π.Χ..

Τα υποστηριζόμενα των Αράβων ιστορικών δεν αποτελούν καμία παραδοξότητα, διότι η θεμελιωθεΐσα στην 'Αρχαία Ελληνική Φιλοσο­φία, επιστημονική, Γεωμετρική και Μαθημα­τική σκέψη, ανάλυση και διερεύνηση, έθεσε τέρμα στην πρωτόγονη και εμπειρική θεώ­ρηση των λεγομένων κατ' επίφαση Αιγυπτια­κών ή Βαβυλωνιακών ή και Σινογενών Μαθη­ματικών, τα οποία τώ όντι αποτελούσαν εμ­πειρική και πρακτική επανάληψη και η οποία αναβίωσε ως επιστημονική αρχή και βάση στην Αναγέννηση και τήν νεότερη εποχή, ως εξειδίκευση των γνώσεων και διαπιστώσεων τής Αρχαίας ελληνικής σκέψης, αφού, όπως διαπιστώνεται, εάν ερμηνευθούν και μελετη­θούν ορθά και υπό την σύγχρονη αντίληψη τα διασωθέντα σχετικά κείμενα, περιέχουν τις βάσει για οιαδήποτε μεταγενέστερη αυ­τών ανακάλυψη. Κατά τα άλλα δεν υπήρχαμε!

Π α ρ α π ο μ π έ ς :

1) Ή αρχαία ελληνική μαθηματική σκέψη είναι αμιγώς επιστη­μονική, καθ' όσον εξιδέασε και ανέλυσε θεωρητικά τις εμπειρί­ες από την παρατήρηση και την δια των αισθήσεων προσέγγι­ση. Η τάση υποταγής στην αρχαία ελληνική λογική και φιλοσοφική απεικόνιση του σύμπαντος και των λειτουργιών του στον αριθμό, ως ποιότητα, ποσότητα, έκταση και μετρήσεις, ιδιότητες και χαρακτηριστικά και τους συνδυασμούς τους, αναζητώντας τις πρώτες αρχές των πραγμάτων, επέτρεψε στην αρχαία ελληνική επιστήμη να εμβαθύνει στην ουσία των θεμάτων που επεξεργάσθηκε. Η σημασία που δόθηκε στα θεμέλια της μαθηματικής και Γεωμετρικής σκέ­ψης για την ανάδειξη τής καθαρότητας του θεωρητικού στο­χασμού και λογισμού απέβλεπε ουσιαστικά στην απαλλαγή τους από την υπέρμετρη ανάπτυξη του τεχνικού μέρους και βεβαίως πρωτίστως στον παραμερισμό τού εμπειρισμού και τής έλλειψης αποδείξεων και συμπερασμάτων από αναλύσεις, θεωρητική βάσανο και νοητική επεξεργασία.

2). Η ετυμολογία της λέξης «Πυραμίδα» είναι ελληνική πυρ+ αμίς= το δοχείο της φωτιάς. Άλλοι επιστήμονες λένε ότι προέρχεται από την λέξη Πυραμίς ή Πύραμους ή Πύραμος: ήταν ο πλακούντας καθώς και γλύκισμα τριγωνικό από Πύρο = Σίτο. Ο Ησύχιος αναφέρει: Πυραμίδες = Οικοδομήματα Γεωμετρικά επί τα κάτω κατερχόμενα.

3). Η ονομασία «Σφίγγα» δόθηκε στο άγαλμα κατά την Κλασική εποχή της αρχαιότητας, δηλαδή περίπου 2.000 χρόνια μετά την θεωρητική χρονολογία κατασκευής της. Αιτία ήταν τα κοινά χαρακτηριστικά του αγάλματος με την Αρχαιο Ελληνική σφίγγα. Δεν αναφέρεται πουθενά ο τρόπος κατασκευής ή ο αρχικός σκοπός ανέγερσης της. Μετά την εγκατάλειψη της Νεκρόπολης, η Σφίγγα σταδιακά θάφτηκε στην άμμο, σχεδόν ολοκληρωτικά (έως τους ώμους).

Εκτός από μορφές ανθρώπων, θεών και ζώων, η αρχαία ελληνική τέχνη απεικονίζει επίσης φανταστικά όντα. Ανάμεσα σε αυτά σημαντική θέση έχουν οι σφίγγες, που αρχικά φαίνεται ότι θεωρούνταν δαιμονικές μορφές του κάτω κόσμου. Οι σφίγγες είναι φτερωτά τέρατα με σώμα λιονταριού και κεφάλι γυναίκας. Το ίδιο όνομα έδιναν οι Έλληνες και στις απεικονίσεις του Φαραώ με σώμα λιονταριού (αλλά χωρίς φτερά) Στην ελληνική μυθολογία η σφίγγα συνδέθηκε με τη Θήβα και τον μύθο του Οιδίποδα, όπου εμφανίζεται ως ανθρωποφάγο τέρας που κατασπαράζει όσους δεν μπορούν να λύσουν το αίνιγμά της. Όπως και για την μεγάλη πυραμίδα έτσι και για την Σφίγγα υπάρχουν σοβαρές αντιρρήσεις και ισχυρές ενδείξεις, τόσο από ερευνητές της λεγόμενης «απαγορευμένης αρχαιολογίας», όσο και από την «εσωτερική παράδοση».


100-exon-egypt-2



«Προϊστορικά στοιχεία τού Αρχαίου Ελληνικού Βασιλείου της Αιγύπτου»


Η αιγυπτιακή ιστορία χωρίζεται συμβατικά σε δύο μεγάλες περιόδους, τη Προδυναστική (προϊστορία) που περιλαμβάνει :

1. Την προ Δυναστική περίοδο που περιλαμβάνει α) το αρχαίο Ελληνικό βασίλειο β) την προ Φαραωνική δυναστική περίοδο που περιλαμβάνει διάφορα αυτόνομα βασίλεια, με ξεχωριστές θεότητες, διαφορετικά σύμβολα, αλλά κοινή τη χρήση βασικών ιερογλυφικών στοιχείων.

2. Την Δυναστική ή Φαραωνική περίοδο (ιστορική) η οποία σηματοδοτείται από την καθιέρωση της θεοκρατικής μοναρχίας, όπου ο Φαραώ, ως απόλυτος μονάρχης ταυτίζεται με τον θεό Ώρο, και θεωρείται ενσάρκωσή του θεού στη Γη. Παράλληλα, εδραιώνεται η τάξη των ευγενών και εξελίσσονται τα ιερογλυφικά. (Lloyd 2010, 25), με σημείο τομής το 4.000 - 3500 π.Χ., δηλαδή την χρονική στιγμή κατά την οποία θεωρείται ότι ενοποιήθηκε η Άνω και η Κάτω Αίγυπτος (Lloyd 2010, 49). Η περίοδος προ του 3.500 π.Χ. ονομάζεται συμβατικά Αρχαίο Βασίλειο. Ως αρχή της ορίζεται συνήθως το 7.000 - 6.000 π.Χ., αν και ως προς αυτό δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των ερευνητών.

Σε όσους δεν υποστηρίζουν τα ανιστόρητα περί «παναρχαιότητος» και «προτεραιότητος» των Αιγυ­πτίων, είναι γνωστό, τόσο από τις αρχαίες πηγές (Πλάτων, Απολλόδωρος, Νόννος), ότι η Αίγυπτος ουσιαστικά ήταν τμήμα του Ελληνικού χώρου από εποχές πανάρχαιες, όταν δεν είχαν εμφανισθεί ακόμη άνθρωποι στην Αίγυπτο και οι μόνοι κάτοικοι ήσαν οι προϊστορικοί Έλληνες,. Αναφέρει σχετικά ο Α.Σ. Αρβανιτόπουλος το 1926, στην «Σύγχρονη Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη»): «Μέχρι προ τίνων δεκαετηρίδων εθεωρείτο βέβαιο, ότι οι ελληνικές αποικίες άρχονται από της μεγάλης μεταναστεύσεως.» Προσέξετε τον όρο: των Δωριέων, ήτοι από το 1.100 π.Χ..

Την θεωρία όμως αυτή ανέτρεψαν οι μεγάλες ανασκαφές οι οποίες πραγματοποιήθησαν από τούς αιγυπτιολόγους Φλίνδερς Πήτρι, Ρόμπερτ. Μποβάρ. και Μανφρεντ Μπίντακ. Οι ανασκαφές αυτές έφεραν στο φως ευρήματα τα οποία αποδεικνύουν ότι και αυτό το Δέλτα του Νείλου, δηλαδή η σημερινή Αίγυπτος, «κατοικείτο και κατείχετο» από τους προϊστορικούς Έλληνες αποίκους προ της εμφανίσεως των παλαιών Αιγυπτίων, δηλαδή πριν το 6.000 π.Χ.. Οι ίδιοι ανασκαφείς βεβαιώνουν ότι οι παλαιοί Αιγύπτιοι ήταν επιδρομείς από τη Νουβία και μέσω μακρών αγώνων, από της Α' μέχρι της Δ' δυναστείας, κατόρθωσαν να εκδιώξουν ή να υποτάξουν τους παλαιούς εκείνους Έλληνες, οι οποίοι κατείχαν το Δέλτα..

Ο αρχαιολόγος καθηγητής Μάνφρεντ Μπίντακ διαπίστωσε κατά τη διάρκεια των ανασκαφών της αρχαίας Αβαρίδας, ότιοι τοιχογραφίες στα ανάκτορα της τρίτης φαραωνικής πε­ριόδου, ήταν Μινωικές! Βρέθηκαν ακόμα και αναπαραστάσεις ταυροκαθαψίων όμοιες με αυτές της Κνωσού.

Θολή ανάμνηση ακόμα και για τους αρχαίους Αιγυπτίους η «θεϊκή απόβαση» των Ελλήνων διασώθηκε σε πολλά θρησκευ­τικά τους δρώμενα όπως στην πόλη Βούβαστη όπου την μέρα της μεγάλης γιορτής άνδρες και γυναίκες έμπαιναν πολλοί μαζί σε βάρκες και ταξίδευαν από πόλη σε πόλη κατά μήκος του Νεί­λου παίζοντας αυλούς και χτυπώντας τις παλάμες τους.


Ο Ιωάννης Τσασμανής με βάση τα ευρήματα τα οποία ανεβρέθησαν κατά τις διάφορες ανασκαφές των ανωτέρω αρχαιολόγων (αμφορείς, ερείπια κατοικιών, τοιχογραφίες ανακτόρων, πήλινες και μαρμάρινες πινακίδες, αγγεία, είδη ατομικής χρήσεως), επιβεβαιώνει την ελληνική παράδοση και φυσικά ανατρέπει τις θεωρίες περί του υψηλού πολιτισμού των Αιγυπτίων ή την περί «Ινδοευρωπαίων θεωρεία», καθώς και την θεωρεία περί της «καθόδου» των Ελλήνων το 2.000 π.Χ.. Διότι, .αν οι Έλληνες κατήλθαν το 2.000 π.Χ. ή το 3.000 π.Χ., ποιοι είχαν αποικήσει την Αίγυπτο 3.000 χρόνια πριν και. περισσότερο; Μα φυσικά οι «Έλληνες και όχι οι Προέλληνες»;

Ο Άγγλος αιγυπτιολόγος Πήτρι ομιλεί περί «προϊστορικών Ελλήνων» και όχι περί ανύπαρκτων «Προελλήνων». Ταυτόχρονα διαπιστώνεται και το άλλο μεγάλο ψεύδος, περί της δήθεν μεταναστεύσεως Ασιατών στην Ελλάδα το 6.000 π.Χ.. Το αντίθετο συνέβη όπως απέδειξα στα προηγούμενα άρθρα.

«...Είναι φανερό για όποιον άνθρωπο έχει παρατηρητικό­τητα και νοημοσύνη, ότι η Αίγυπτος, στην οποία οι Έλληνες τα­ξιδεύουν με καράβια, είναι επίκτητη γη για τους Αιγυπτίους», αναφέρει ο Ηρόδοτος ο οποίος επίσης συμπληρώνει τον μακρύ κατάλογο αιγυπτιακών πόλεων, ναών και θεών με ελληνικά ονόματα: «στην Ατάρβηχι υπάρχει ο σπουδαίος ναός της Αφρο­δίτης, στη Βούβαστη τιμούν την Άρτεμη, στη Βουτού τη Λητώ και στην Πάπρημι τον Άρη.. Υπάρχει ακόμη και η πόλη του Αρχάνδρου που νομίζω ότι πήρε το όνομά της από το γαμπρό του Δαναού Άρχανδρο, γιο του Φθίου και εγγονό του Αχαιού. Μπορεί να υπήρξε και κανένας άλλος Άρχανδρος, αλλά πάντως το όνο­μα δεν είναι αιγυπτιακό».

Όσον αφορά τις πυραμίδες, ο Ηρόδοτος αναφερόμενος στον λαβύρινθο της Αιγύπτου λέει ότι: «τις πυραμίδες τις έκτισαν Έλληνες αρχιτέκτονες.»
Είναι φανερό λοιπόν ότι αυτοί οι Έλληνες άποικοι είναι οι εμπνευστές και οι κατασκευαστές των πυραμίδων, αφού όλα όσα αργότερα. αποτέλεσαν την «Αιγυπτιακή Σοφία», ήταν στην ουσία κατάλοιπα των γνώσεων που οι εισβολείς αντέγραψαν από τους εκδιωκομένους Έλληνες. Ακόμα και αν δεχτούμε την επίσημη άποψη, ότι οι πυραμίδες άρχισαν να οικοδομούνται κατά την Γ' δυναστεία, πάλι το συμπέρασμα είναι το ίδιο.

Πρέπει να αντιληφθούμε, ότι οι πρώτοι Αιγύπτιοι, που κατ΄ ουσία προήλθαν από την Νουβία, δεν διέθεταν τότε ούτε την απαραίτητη θεωρητική υποδομή, ούτε την τεχνογνωσία για να κατασκευάσουν μία πυραμίδα. Αυτό φαίνεται ακόμα και στα μεταγενέστερα έτη, όταν ο Θαλής αποδεικνύει την έλλειψη μαθηματικών και γεωμετρικών γνώσεων των Αιγυπτίων σοφών, υπολογίζοντας το ακριβές ύψος της μεγάλης Πυραμίδας.

Ό Θαλής ο Μιλήσιος, όπως υποδεικνύει ο Πλούταρχος, ως ο θεμελιωτής της ελληνικής Γεωμετρίας, γνωρίζει τα πρώτα μεγάλα γεωμετρικά προβλήματα τα οποία και ανέπτυξε. Το γεγονός ότι κατόρθωσε πράγματι να μετρήσει το ύψος των πυραμίδων της Αιγύπτου, συγκρίνοντας το μήκος της σκιάς της προς το μήκος σκιάς ράβδου ορισμένου μήκους, μας οδη­γεί μονοσήμαντα να δεχθούμε ότι ο Θαλής είχε μελετήσει τα προβλήματα της ομοιότητας των τριγώνων και ότι ήταν γνώ­στης των αντιστοίχων θεωρημάτων και αποδείξεων. Αποδεικνύεται ακόμα σε σχέση με τον υποτιθέμενο αρχαίο Αιγυπτιακό πολιτισμό ότι η 'Ελληνική επιστήμη της Γεωμετρίας και των Μαθηματικών κινείται μέσα στις αρχές της αποκάλυψης και χρήσης της γνώσης και τής εφαρμογής τής επιστημονικής μεθόδου, με τις όποιες είναι αδιάρρηκτα και απόλυτα συνασμένη η επιστήμη, που και ή ίδια αποτελεί αρχαίο ελληνικό γλωσσικό όρο και έννοια.

Το ανωτέρω παράδειγμα όπως ορθά αποφαίνονται οι: Κ. Σπετσιωτάκη και Κ. Χατζηγιάννη, καταδεικνύει επίσης ότι τα 'Ελληνικά Μαθηματικά και η 'Ελληνική Γεωμετρία ασχολήθηκαν με θέματα της 'Επιστήμης, του Λο­γισμού και της αναζήτησης της γνώσης δια της μαθηματικής οδού και ανάπτυξης της λογικής σκέψης, τού λογισμού και του συλλογισμού και γι' αυτό τον λόγο συνδέονται εννοιολογικά με ακρίβεια με τήν ελληνική γλώσσα καταγωγής και δημιουργίας τους (μάθησις, μανθάνω, Μαθηματικά). Και συγ­χρόνως αναγνωρίζουμε στο προαναφερθέν παράδειγμα την αποδεικτική διεργασία στην διατύπωση γενικής αρχής θεωρημάτων (προτάσεων συνοδευόμενων από απόδειξη) τό­σο της Γεωμετρίας, όσο και της Αριθμητικής (ή θεωρίας των αριθμών).

Οι πάπυροι που αναφέρονται σε μαθηματι­κές ή κατασκευαστικές επιδόσεις των Αιγυ­πτίων, δεν διεκδικούν παρά εμπειρική γνώση, χωρίς οιαδήποτε θεωρητική θεμελίωση κα\ οι σχέσεις που χρησιμοποιούσαν π.χ. στον υπολογισμό των εμβαδών, είναι στοιχειώδεις και προσεγγιστικές.


Συνδυάζοντας οι: Φ. Πήτρι και Ρ. Μποβάρ όλα τα αρχαιολογικά στοιχεία και γεγονότα, επιβεβαιώνουν για ακόμη μια φορά τη πρωτοπορία των Ελλήνων. Και, αν κάποιος επιθυμεί να επιβεβαιώσει το γεγονός της πανάρχαιας, προκατακλυσμιαίας αποικίσεως της γης του Νείλου από τους Έλληνες, δεν έχει παρά να ανατρέξει στο Β' βιβλίο του Απολλόδωρου (κεφ. VI παρ. 3).

Η Αίγυπτος στην ουσία όπως αναφέρει και η Ιουλία Πιτσούλη, αποτελούσε τμήμα του Ελληνικού Αιγιακού χώρου (Ύπτία Αιγιής) από πανάρχαιες εποχές όταν δεν είχαν εμφανιστεί ακόμη άνθρωποι στην Αίγυπτο και οι μόνοι κάτοικοι ήσαν οι προϊστορικοί Ελληνοπελασγοί. 'Όμως, μεγάλης έκτασης γεωφυσικά γεγονότα, όπως πιθανόν της αντιστροφής των πόλων, των σεισμών και των πλημμυρών Ωγύγου, Δευκαλίωνος Δαρδάνου, που επακολούθησαν κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος της γνώσηςκαι των επιτευγμάτων των Ελλήνων της απώτατης εκείνης περιόδου. Παρ' όλα αυτά, κάποια τμήματα διασώθηκαν σκορπισμένα σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ένα από αυτά βρίσκεται στην Αίγυπτο.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (Ε,57,3-5) αναφέρει: «εις Αίγυπτον απάρας έκτισε την Ηλιούπολιν ονομαζομένην από του πατρός. Οι δ' Αιγύπτιοι έμαθον παρ' αυτού τα περί την Αστρολογίαν (Αστρονομίαν) θεωρήματα. Ύστερον δε παρά τοις Έλλησι γενομένου Κατακλυσμού, και δια την επομβρίαν των πλείστων ανθρώπων απολομένων, ομοίως τούτοις και τα δια των Γραμμάτων υπομνήματα συνέβη φθαρήναι.... Ομοίως δε και Αθηναίοι κτίσαντες εν Αιγύπτω την πόλιν την ονομαζομένην Σάιν (γενική της Σάιδος), της ομοίας έτυχον αγνοίας δια τον Κατακλυσμόν».

Ο Πλούταρχος επίσης κάνει δυο αξιοπρόσεκτες παρατηρήσεις αναφέροντας: «οι Αιγύπτιοι ονομάζουν Αμένθη τον τόπο στον οποίο πηγαίνουν οι ψυχές όταν πεθαίνουν και πως η λέξη αυτή είναι μια από τις μεταφερθείσες παλαιά από την Ελλάδα, και ότι «τον παλαιό καιρό η Αίγυπτος ήταν θάλασσα, γι' αυτό στα μεταλλεία και στα βουνά ευρίσκονται κοχύλια μέχρι σήμερα». Πίσω από αυτές τις επισημάνσεις διαφαίνεται επίσης και πάλι ένα απώτατο ελληνικό παρελθόν αλλά και γεωφυσικές, πλανητικές μεταβολές.

Επομένως δεν έμειναν γραπτά στοιχεία στους Έλληνες που να θυμίζουν ότι αυτές οι γνώσεις και οι πόλεις της Αιγύπτου ήσαν Ελληνικές, διότι έτυχον αγνοίας εξ αιτίας του Κατακλυσμού.

Οι συνεχείς καταστροφές στο Ελλαδικό έδαφος επιτείνουν την σύγχυση των μετέπειτα Κλασικών ιστορικών συγγραφέων, που επιχειρούν να θέσουν μία σειρά στα γεγονότα. Πχ: ο γνωστός Τρωικός Πόλεμος, που όπως δεικνύουν οι Κ. Κουτρουβέλης στο βιβλίο: «Η Αναχρονολόγηση της Προϊστορίας» και Σ. Παπαμαρινόπουλος στο βιβλίο: «Η Αστρονομική Χρονολόγηση του Τέλους του Τρωικού Πολέμου», συνέβη, τελικά το 3.150 π.Χ. και εσφαλμένα έχει μετατοπισθεί το 1.200 π.Χ., διότι η τελευταία ισχυρότατη καταστροφή από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας (το 3.150 π.Χ.) επέφερε άγνοια πολλών αιώνων και ταύτιση όλων των προηγουμένων καταστροφών με αυτήν χωρίς να αναφέρεται από κανέναν συγγραφέα η έκρηξη του ηφαιστείου.

Οι κάτοικοι γενικά των Ελληνικών πόλεων (Κρατών) και κατ΄ επέκταση της Κρήτης, της εποχής εκείνης, ήσαν αναγκασμένοι λόγω της σταδιακής αυξήσεως του πληθυσμού τους και της μη επάρκειας του ζωτικού χώρου τής κάθε πόλεως κράτους, να αποικίσουν όχι μόνο τα διάφορά νησιά του Αιγαίου αλλά και τις ακτές της Μεσογείου. Το αρχαίο βασίλειο της Αιγύπτου κατοικείτο από τους προϊστορικούς Έλληνες αποίκους και δει από τους Μινωίτες προ της εμφανίσεως των παλαιών Αιγυπτίων, δηλαδή πριν το 7.000 - 6.000 π.Χ.

Οι παλαιοί Αιγύπτιοι ήσαν επιδρομείς από τη Νουβία και μέσω μακρών αγώνων, κατόρθωσαν να εκδιώξουν ή να υποτάξουν τους παλαιούς εκείνους Έλληνες, οι οποίοι κατείχαν την περιοχή που σήμερα ονομάζεται Αίγυπτος. Η Αιγυπτιακή σοφία και θρησκεία ήσαν στην ουσία κατάλοιπα των γνώσεων που οι εισβολείς αντέγραψαν από τους εκδιωκομένους Έλληνες.

Στα Αιγυπτιακά ιερά όπως αναφέρει ο Δημήτριος Μαντές, υπήρχαν πανάρχαια αρχεία ενός καταγεγραμμένου προκατακλυσμιαίου πολιτισμού στην Αίγυπτο. Το πιο εκπληκτικό γεγονός όμως είναι, ότι σε αυτούς τους καταλόγους της προκατακλυσμιαίας δυναστείας στην Αίγυπτο τα μισά ονόματα ανήκουν σε πασίγνωστα πρόσωπα της Ελληνικής Προϊστορίας, όπως: Ουρανός, Ερμής, Μιν - Μήνης Μίνωας, Αθώδης - Άθωθις, Βήλος, Πένδωρ, Ερεσιμένης, Βέκτρος Βούσιρις, όπως διασώζει ο Νόννος στο τρίτο βιβλίο του. Είναι λοιπόν δικαιολογημένη η άποψη ότι από την Ελλάδα μεταφέρθηκε στη Αίγυπτο και ήκμασε ο Ελληνικός προκατακλυσμιαίος πολιτισμός.

Οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι ιερείς (στην αρχαία Αίγυπτο) θεωρούν το γένος των Ελλήνων όχι μόνο ανώτερο και παλαιότερο όλων, αλλά και προερχόμενο από τους θεούς. Σύμφωνα με τα γραπτά αρχεία των Αιγυπτιακών ιερατείων, επιβεβαιώνεται η ταύτιση της Ίσιδας με τη θεά Αθηνά ή της θεοποιημένης Ιούς, καθώς και η ελληνικότητα των ριζών του Αιγυπτιακού πολιτισμού.

Επιπρόσθετα οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι οφείλουν την ονομασία τους από τον Αίγυπτο, αδελφό του Δαναού, καθώς και την αποκάλυψη των διάσημων μυστηρίων σε δυναστεία Ελλήνων βασιλέων, η οποία διέθετε ρίζες θεϊκές και δίδαξε στους λαούς, τους θεούς να σέβονται και θυσίες να προσφέρουν. Να σημειωθεί ότι η πνευματική ηγεσία της Αιγύπτου έτρεφε ευγνωμοσύνη προς τους Έλληνες ιδρυτές του κράτους τους.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει στο Β΄ βιβλίο του, καθώς και ο Ευήμερος, ότι ο Αίγυπτος ήτο γιος του Βήλου και της Αγχινόης και δίδυμος αδελφός του Δαναού. Από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από τον Ποσειδώνα, ενώ από της μητέρας του από τον ποταμό Νείλο. Ο Βήλος, ο οποίος επίσης βασίλευε στις αφρικανικές χώρες, εγκατέστησε τον Δαναό στη Λιβύη και έδωσε την Αραβία στον Αίγυπτο. Ο Αίγυπτος όμως κατέλαβε για λογαριασμό του τη χώρα των Μελαμπόδων (αυτών που έχουν μαύρα πόδια), που την ονόμασε από το όνομά του Αίγυπτο.


Οι Ιερείς της Αιγύπτου δίδασκαν βασιζόμενοι στα εδάφια που προερχόταν από την «Βίβλο των Νεκρών» (αποσπάσματα του οποίου διέσωσε ο Ευσέβιος και τα οποία φυλάσσονται στην βιβλιοθήκη του Βατικανού). Όσον αφορά τη προέλευσή της οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι γράφτηκε μέσω του δακτύλου του Θεού Θώθ, του οποίου το πρόσωπο ταυτίζεται με τον Έρμη τον Τρισμέγιστο, 9.000 έτη π.Χ, για τον οποίο θα αναφερθώ σύντομα σε συνέχεια της μελέτης και έρευνας.

Κατά την προϊστορική, επίσης, εποχή σύμφωνα με τους Αιγύπτιους ιερείς, εμφανίστηκαν γύρω στα 40 βασίλεια στην κοιλάδα του Νείλου και στις οάσεις. Στο τέλος δε της 5ης χιλιετηρίδας τα μικρά αυτά βασίλεια ενώθηκαν σε δυο μεγάλα ενιαία κράτη το βασίλειο της Άνω Αιγύπτου, το οποίο περιελάμβανε τις περιοχές γύρω από το νότιο τμήμα του Νείλου ως την Ερυθρά Θάλασσα και το βασίλειο της Κάτω Αιγύπτου, το οποίο εκτεινόταν στο βόρειο τμήμα του Νείλου ως τη Μεσόγειο. Γύρω στο 4.500 - 4.000 π.Χ. τα δυο βασίλεια ενώθηκαν και αποτέλεσαν ενιαίο κράτος. Πρώτος δε βασιλεύς της Αρχαίας Αιγύπτου όπως αναφέρεται από τους Μανέθωνα, Ηρόδοτο, Διόδωρο και λοιπούς ιστορικούς αναφέρεται ο Μιν ή Μήνης, ιδρυτής της πρώτης δυναστείας του αρχαίου βασιλείου. Ο Μίνωας αναφέρεται από νεότερους ιστορικούς ως ο ιδρυτής της δεύτερης δυναστείας του αρχαίου βασιλείου. Γενικότερα η σημερινή επιστημονική κοινότητα έχει την άποψη ότι τα δύο αυτά ιστορικά πρόσωπα είναι υπαρκτάκαι οι διάδοχοί τους έφεραν το ίδιο όνομα ως κάτοχοι του αξιώματος.

Οι ανωτέρω επισημάνσεις μαρτυρούν ένα απώτατο ελληνικό παρελθόν αλλά και γεωφυσικών πλανητικών μεταβολών, οι πληροφορίες των οποίων φθάνουν μέχρι σήμερα όχι μόνο από τους αρχαίους Έλληνες ιστορικούς, αλλά και από τους σημερινούς επιστήμονες. Ας παραθέσουμε λοιπόν τις αναφορές λεπτομερώς των ανωτέρω αρχαίων Ελλήνων και Αιγυπτίων ιστορικών καθώς και των σημερινών επιστημόνων, ότι: «οι Θεοί και ο πολιτισμός της Αιγύπτουοφείλονται στον προϋπάρχοντα ελληνικό Θεο- πολιτισμό».

Όποιους ισχυρισμούς λοιπόν και αν προβάλλουν οι σύγχρονοι ιστο­ρικοί για τον αιγυπτιακό πολιτισμό, ότι, δηλαδή, προηγήθηκε του ελλη­νικού, έχουν απέναντί τους, όχι μόνο τους Αρχαίους ιστορικούς: Όμηρο, Πλάτωνα, Ηρόδοτο, Νόννο, Ευήμερο, Διόδωρο Σικελιώτη, Ιώσηπο, Στοβαίο, Πλούταρχο, αλλά και τους αρχαίους Αιγύπτιους ιερείς ιστορικούς όπως: οι Μανέθων, Νεσουναμούν, και Ναρμοχτέπ, οι οποίοι από τα βάθη του χρόνου, τους διαψεύδουν και τους καταγγέλλουν ως πλαστογράφους της αλήθειας,. Οι τελευταίοιαναφέρουν πως στην προϊστορική Αίγυπτο κυβερνούσαν οι θεοί κι ύστερα ακολούθησαν οι γενιές των ημίθεων, που ονομάζονταν οπαδοί ή λατρευτές του Ώρου.

101a-exon-3-egypt



«Η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία ομιλεί περί της προϊστορικής Ελληνικότητας της Αιγύπτου»


Σύμφωνα με τους σημερινούς επιστήμονες: Ρόμπερτ, Μπάλαρντ, Ντέιβιτ Μίντελ, Παν. Μαρίνι, Κων. Χασάπη, πριν από 140.000.000 χρόνια ολόκληρη η Γη είχε περίπου τη μορφή μιας «πανθάλασσας». Κάποια στιγ­μή και σύμφωνα με την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της «Εκ­δοτικής Αθηνών»: μια γιγαντιαία ανοδική ορογενετική κίνη­ση ανύψωσε επάνω από τα κύματα τη λεγομένη Πελαγονική οροσειρά, μια στενή ζώνη ξηράς που περιλάμβανε την βορειό­τερη Μακεδονία (Πελαγονία), τον Όλυμπο, την ανατολική Θεσ­σαλία και την βόρεια Εύβοια. Προέκταση της οροσειράς αυτής θεωρείται η λεγομένη Αττικοκυκλαδική μάζα: η Αττική, η νό­τιος Εύβοια και τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων.

Πριν από 35.000.000 χρόνια, όταν η τάφρος της Πίνδου είχε πια γεμίσει από ιζήματα, σημειώνονται νέες κοσμογονικές αναστατώσεις. Ύστερα από μια πανίσχυρη ανοδική ώθηση πτυχώθηκαν τα υλικά της τάφρου και ανυψώθηκαν σχηματίζοντας την επιβλη­τική οροσειρά της Πίνδου. Έτσι αναδύθηκε η Αιγαιίς μια ενιαία μάζα ξηράς. που κάλυπτε περίπου τον σημερινό ελληνικό χώρο από το Ιόνιο ως τη Μικρά Ασία και τα νότια της Κρήτης. Την ίδια περίπου περίοδο αναφαίνονται οι υψηλότεροι ορεινοί όγκοι της Γης, οι Άλπεις, τα Πυρηναία, τα Ιμαλάια.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Πως εδώ, στην Ελλάδα, στην περιοχή της Αιγηίδος η ζωή είχε την ευκαιρία να εκδηλωθεί πολύ νωρίτερα από τις άλ­λες περιοχές του πλανήτη οι οποίες αναδύθηκαν 100.000.000 χρόνια αργότερα. Έτσι, μοιραία η φυλή που θα εμφανιζόταν σε αυτή την περιοχή θα είχε το προβάδισμα αναπτύσσοντας πρώτη πολιτισμό. Αυτή φαίνεται να είναι η εξήγηση στο «γιατί» οι Έλληνες σημάδεψαν με την παρουσία τους τον πλανήτη στο απώτατο και μακρινό παρελθόν.

Την εποχή που το Αιγαίο ήταν ακόμη βουνό, η Αίγυπτος ήταν η θάλασσα που βρισκόταν «ξαπλωμένη» στα πόδια του. Βρι­σκόταν «υπτίως της Αιγηίδος» και έτσι όταν αναδύθηκε διατήρησε και ως ξηρά το σύνθετο από τις λέξεις Αιγηίς + υπτίως (Αιγαίο+Υπτιο) δηλαδή Αίγυπτος.

Όμως, η κυοφορούσα μάνα - γη γεννούσε και κατάπινε στε­ριές. Έτσι, κάποια στιγμή ένα μεγάλο τμήμα της Αιγηίδος κα­ταποντίστηκε σχηματίζοντας το Αιγαίο, ενώ οι κορυφές των βου­νών που κατάφεραν να κρατηθούν πάνω από τα νερά σχημάτι­σαν τα ελληνικά νησιά. Αυτή η πλανητική «εισπνοή - εκπνοή» συνεχίστηκε και αργότερα αφανίζοντας ανθρώπους, θεούς, πόλεις, πολιτι­σμούς και μνήμες. Γι' αυτό και ο Αιγύπτιος ιερέας επεσήμανε στον Σόλωνα πως οι Έλληνες θυμούνται μόνο έναν Κατακλυ­σμό ενώ είχαν γίνει περισσότεροι.

Πόσο πίσω πηγαίνουν, όμως, οι μνήμες των «οικιστών θεών» που βα­σίλεψαν κάποτε στην Αίγυπτο; «Οι ιερείς των Αιγυπτίων υπο­λογίζοντας τον χρόνο από την εποχή της Βασιλείας του Όσιρι μέχρι τη διάβαση του Αλεξάνδρου στην Ασία, λένε ότι φτάνει περίπου τις είκοσι τρεις χιλιάδες χρόνια», μας πληροφορεί στο Α' Βιβλίο του ο Διόδωρος Σικελιώτης, επισημαίνοντας επίσης, πως οι ιερείς έλεγαν ότι από τα αρχεία τους βρήκαν σαράντα επτά βασιλικούς τάφους αλλά ως την εποχή του Πτολεμαίου Α' του Λάγου είχαν διασωθεί μόνο δεκαεπτά.
Πριν από 35.000.000 χρόνια, όταν η τάφρος της Πίνδου είχε πια γεμίσει από ιζήματα, σημειώνονται νέες κοσμογονικές αναστατώσεις.


Μία απάντηση για το πόσο πίσω πηγαίνουν οι μνήμες για τους αρχαίους Έλληνες οικιστάς θεούς μας δίνει ο Διογένης Λαέρτιος: «Αιγύπτιοι μεν γαρ Νείλον γενέσθαι παίδα Ήφαιστον, ον άρξαι φιλοσοφίας, της τους προεστώτας ιερέας είναι και προφήτας από δε τούτου εις Αλέξανδρον τον Μακεδόνα ετών είναι μυριάδας τέσσαρας και οκτακισχίλια οκτακόσια εξήκοντα τρία, εν οις ηλίου μεν εκλείψεις γενέσθαι τριακοσίας εβδομήκοντα τρεις, σελήνης δε οκτακοσίας τριάκοντα δύο».

Δηλαδή, ο γιος του Νείλου ο Ήφαιστος εισήγαγε τη φιλοσοφία στην Αίγυπτο και από την εποχή που έζησε μέχρι το πέρασμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου πέρασαν τέσσερις δεκάδες χιλιάδων και οκτακόσιες χιλιάδες και οκτακόσια εξήντα τρία έτη. Δηλαδή 48.863 χρόνια πριν το Μ. Αλέξανδρο και 51.200 χρόνια περίπου πριν από σήμερα. Ο δε Μανέθωνας στα «Αιγυπτιακά» του αναφέρει τον Ήφαιστο ως πρώτο βασιλιά πριν από τον κατακλυσμό της πρώτης δυναστείας των Αιγυπτίων, ο οποίος βασίλευσε 727 και ¾ έτη.

Ο Διόδωρος όπως αναφέρουν οι: Ιουλία Πιτσούλη, Δημήτριος Μεντές και Νιοκόλαος Μαργιώρης μας πληροφορεί πως στην Αίγυπτο υπάρχουν πολλές πόλεις χτι­σμένες από τους αρχαίους Έλληνες «θεούς», από τον Δία η Διόσπολις, από τον Ήλιο η Ηλιούπολις, από τον Πάνα η Πανόπολις, από τον Απόλλωνα η Απολλωνόπολις από τον Ερμή η Ερμούπολις, η Θωνής ήΗράκλεια την οποία οικοδόμησαν σύμφωνα με τον μύθο ο Πάρις και η Ελένη κατά δεύτερη εκδοχή από τον Ηρακλή, η Κάνοπος επί βασιλείας του Έπαφου, η Τανίς, η Ουρανούπολις από τον Ουρανό, η Φιλοτέρη, η Νύσα, η Κόπτος1 , Θήβες2.

Τι άλλο από ελληνικές αποικίες να δηλώνουν τα αρχαιότατα ελληνικά ονόματα των αρχαιο-αιγυπτιακών πόλεων; Άλλωστε και τα ονόματα Αίγυπτος και Νείλος ανήκουν στην ελληνική μυθολογία. Όμως η λέξη μυθολογία προέρχεται επίσης και από την μυη-ολογία. Πρόκειται λοιπόν για μύηση σε αληθινά γεγονό­τα που διασώθηκαν συχνά με τον μανδύα του συμβολισμού, αλλά βέβαια υπέστησαν και αλλοιώσεις στην παρέλευση των χιλιε­τηρίδων. Ποιοι γνώριζαν την αλήθεια; Σίγουρα οι ιερείς και οι μυημένοι γι' αυτό και δεν είναι τυχαία η ομοιότητα αιγυπτια­κών και ελληνικών Μυστηρίων.

Επανειλημμένως οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρονται στους Έλληνες ως οικιστές πολλών αιγυπτιακών πόλεων. «Εις Αίγυπτον Ακτίς ο Ρόδιος έκτισε την Ηλιούπολιν οι δ' Αιγύπτιοι έμαθον παρ' αυτού τα περί την αστρολογίαν θεωρήματα, ύστερον δε παρά τοις Έλλησι γενομένου κατακλυσμού... τα διάτων γραμμάτων υπομνήματα συνέβη φθαρήναι» αναφέρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης στο 5ο βιβλίο του, όπου επίσης επισημαίνει «...οι Αθηναίοι κτίσαντες εν Αιγύπτω πόλιν την ονομαζομένην Σαϊν της οποίας έτυχον αγνοίας δια τον κατακλυσμόν».

Π α ρ α π ο μ π έ ς:

1) Ένα ερώτημα που τίθεται συχνά είναι, τι απέγιναν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι; Είναι οι σημερινοί Αιγύπτιοι απόγονοι του αρχαίου λαού που κατοικούσε κάποτε τη γη του Νείλου; Μερικοί απαντούν καταφατικά αvαφέρovτας πως πρόκειται για το κράμα φυλών που προέκυψε στην πάροδο των ετών και των αλλεπάλληλων κατακτήσεων της χώρας. Μερικοί άλλοι όμως διατυπώνουν μια διαφορετική άποψη σύμφωνα με την οποία αυθεντικοί απόγονοι των αρχαίων Αιγυπτίων είναι οι χριστιανοί Κόπτες.

Το σχετικό επιχείρημα που χρησιμοποιούν είναι, πως οι Άραβες Μουσουλμάνοι ήρθαν στην Αίγυπτο το 642 μ.Χ. φέρνοντας μαζί τους τη δική τους θρησκεία την οποία και διατήρησαν. Εκείνη την εποχή όμως ήδη υπήρχαν χριστιανοί Κόπτες στην Αίγυπτο. Ήταν γηγενείς που είχαν ασπαστεί τον χριστιανισμό εγκαταλείποντας την πατρογονική τους θρησκεία. Πολλοί από αυτούς διατήρησαν το χριστιανικό θρήσκευμά τους και μετά την Αραβική επέλαση. Έτσι, λαμβάνοντας υπ' όψιν και κάποιες μεταπηδήσεις από το ένα θρησκευτικό στρατόπεδο στο άλλο, καταλήγουν κάποιοι ερευνητές, πως σε γενικές γραμμές οι σημερινοί Κόπτες είναι απόγονοι του αρχαίου εξελληνισμένου λαού της Αιγύπτου. Τον ισχυρισμό αυτόν, μάλιστα, τον ενισχύουν επισημαίνοντας πως οι Κόπτες έχουν ένα δικό τους γλωσσικό ιδίωμα.

Η αρχαία Κόπτος είναι το σημερινό Κουφτ και η κοπτική γλώσσα ήταν η εθνική γλώσσα της Αιγύπτου κατά την εποχή που οι ντόπιοι εκχριστιανίστηκαν. Κατά συνέπεια, η κοπτική γλώσσα δεν είναι παρά η αρχαία αιγυπτιακή κατά την τελευταία της περίοδο. Η γλώσσα είναι πάντα μια ταυτότητα. Όμως, ενώ η λέξη Κόπτης προσδιορίζει σήμερα κυρίως μια θρησκευτική ταυτότητα ωστόσο και φυλετικά οι Κόπτες μπορούν να θεωρηθούν ως οι πλέον αυθεντικοί απόγονοι του πληθυσμού της αρχαίας Αιγύπτου για έναν επιπλέον λόγο: την άρνηση των Κοπτών για μικτούς γάμους.

Μέσω της θρησκευτικής μετεξέλιξης μπορούμε να αντλήσουμε άλλο ένα επιχείρημα: οι αρχαίοι Αιγύπτιοι λάτρευαν τον Θεό Άνουβι που είχε σώμα ανθρώπου και κεφάλι τσακαλιού ή σκύλου. Οι απόγονοι τους - όταν έγιναν χριστιανοί - μετεξέλιξαν τον Άνουβι στον Άγιο Χριστόφορο τον Κυνοκέφαλο. Η όψη του δεν διαφέρει από τον αρχαίο Θεό παρά μόνο στα ενδύματα και στα σύμβολα, που από αιγυπτιακά μετατράπηκαν σε βυζαντινά. Στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας υπάρχει μια χαρακτηριστική παλιά εικόνα του Αγ. Χριστοφόρου του Κυνοκεφάλου και μπορεί κανείς να κάνει εύκολα τις συγκρίσεις.

Σύμφωνα με τον μύθο που συνοδεύει τον Αγ. Χριστόφορο τον Κυνοκέφαλο, αυτός ήταν, λέει, ένας ευσεβής νέος αλλά πολύ όμορφος και έτσι έμπαινε σε πειρασμό από τις γυναίκες που τον πολιορκούσαν επίμονα. Ένα βράδυ, λοιπόν, προσευχήθηκε στο Θεό να τον απαλλάξει από τη δοκιμασία του πειρασμό*. Το επόμενο πρωί ξύπνησε με κεφάλι σκύλου. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή ο Αγ. Χριστόφορος απεικονίστηκε με κεφάλι σκύλου γιατί ήταν υπερβολικά άσχημος. Και οι δυο ισχυρισμοί είναι μάλλον αφελείς, ο πρώτος για ευνόητους λόγους ο δεύτερος γιατί δεν φτάνεις ποτέ να ζωγραφίσεις έναν άγιο με κανονικό κεφάλι σκύλου ακόμα κι αν ήταν «σκυλομούρης» από την ασχήμια Απλώς, πίσω από τις σχετικές παραδόσεις διακρίνει κανείς το σημείο συνάντησης δυο θρησκειών. Όταν η παλιά πίστη είναι ζωντανή και ισχυρή η νέα πίστη αναγκάζεται να την «υιοθετήσει» και κατόπιν να την μεταλλάξει.

Πάντως και πίσω από τον Αγ. Χριστόφορο τον Κυνοκέφαλο και πίσω από τον Άνουβι αλλά και τον Κέρβερο και τον Λύκειο Απόλλωνα κρύβεται, αναφέρουν οι μελετητές, το Άστρο του Κυνός. Ο Σείριος.

2) Θήβα, Θήβαι, Θήβη, δεν βρίσκονταν μόνο στη Βοιωτία και την Αίγυπτο. Υπήρχε Θήβα και στη Θεσσαλία (Οι Καδμείοι της Θήβας είχαν εκδιωχθεί στη Θεσσαλία), καθώς και στη Μικρά Ασία, που ήταν σύμμαχος της Τροίας, και «ιερή». Θήβηςυπήρχε και στην Παλαιστίνη, η Μικρασιατική Θήβα που κατοικούνταν από Κίλικες. Η γυναίκα του Έκτορα, η Ανδρομάχη, κατάγονταν από εκεί. Οι μυθικοί Κίλιξ και Σύρος ήταν αδελφοί του Κάδμου. Φυσικά λοιπόν υπήρχαν Θήβες όπου αυτοί έδρασαν, Αίγυπτος, Παλαιστίνη, Τροία, Ελλάδα. Ο Απολλόδωρος πιστεύει, πως και η Κιλικία της Συρίας, «Φοινίκης πλησίον», εποικίστηκε από αυτόν τον Κίλικα.

Νότια από το Κάιρο, στο μέσον περίπου της αιγυπτιακής διαδρομής του Νείλου, υπάρχει μια ακόμη αρχαία πόλη. Το σημερινό της όνομα είναι Λούξορ στην αρχαιότητα όμως ονομαζόταν Θήβαι και στην «εποχή των θεών» Διόσπολις, ονόματα που μας ειδοποιούν για την ελληνική καταγωγή των κτιστών της.

«Τα. πλούτη αν μου 'δινε και της Αιγύπτιας Θήβας που θησαυρούς κει πέρα αρίφνητους το κάθε σπίτι κρύβει κι είναι κι αυτή της εκατόπορτη, κι από την κάθε πόρτα διακόσιοι πολέμαρχοι χύνονται με αμάξια ομάδι και άτια».

Έτσι μνημονεύει τις αρχαίες Θήβες ο Όμηρος και ο Διόδωρος Σικελιώτης συμπληρώνει: «...απόδειξη της παρουσίας του Ομήρου στην Αίγυπτο επικαλούνται διάφορα τεκμήρια και κυρίως το φάρμακο που φέρνει τη λήθη των περασμένων συμφορών το οποίο έδωσε η Ελένη στον Τηλέμαχο. Γιατί ακόμη και σήμερα οι γυναίκες αυτής της πόλης συνηθίζουν να χρησιμοποιούν αυτό το δυνατό νηπενθές φάρμακο και από τα παλιά τα χρόνια, λένε, ότι μόνο ανάμεσα στις γυναίκες της Διόσπολης είχε ανακαλυφθεί φάρμακο που να θεραπεύει την οργή και τη λύπη. Αλλά, Θήβα και Διόσπολη είναι η ίδια πόλη».

Στην αρχαιότητα οι Θήβες ήταν κτισμένες αποκλειστικά στην ανατολική όχθη του Νείλου, ενώ στην αντίπερα δυτική όχθη. εκεί όπου ο ήλιος δύει, ήταν η κατοικία των νεκρών.

Ο Άγιος Χριστόφορος ως Κυνοκέφαλος σε φορητή εικόνα του 1681 από την Καππαδοκία.


Οι Ευμπολπίδες και οι Κήρυκες - επιφανή ιερατικά γένη της Αττικής - ορκίζονταν στην Ίσιδα της οποίας η λατρεία, ανα­φέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς, ήταν ομοιότατη με εκείνη της Δήμητρας ενώ του Όσιρι ήταν ολόιδια με τη λατρεία του Διονύ­σου.

Το όνομα Ίσις μεθερμηνευόμενο στα Ελληνικά σημαίνει «παλαιά» όπως αναφέρει ο Διόδωρος Σικελιώτης. Άραγε πόσο «πα­λαιά», ώστε να ανήκει στο προκατακλυσμιαίο γένος του Διός, του Κρόνου και των άλλων θεοποιημένων Ελλήνων; Η απάντη­ση βρίσκεται στον Α' τόμο του Διοδώρου, ο οποίος αναφερόμε­νος σε μια στήλη με ιερογλυφική επιγραφή που υπήρχε στη Νύσα γράφει, πως μεταξύ άλλων αναφερόταν: «εγώ είμαι η Ίσις, η βασί­λισσα κάθε χώρας που μορφώθηκα από τον Ερμή. Εγώ είμαι η μεγαλύτερη θυγατέρα του νεότατου Κρόνου».

Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει πωςη καταγωγή της Ίσιδας ήταν από το Άργος και ότι την συνέ­δεαν με την Ιώ, αλλά και ότι υπήρχε κάποια διαφωνία γιατί. «...την ίδια θεά άλλοι την ονομάζουν Ίσιδα, άλλοι Δήμητρα, άλλοι Θεσμοφόρο, άλλοι Σελήνη, άλλοι Ήρα και άλλοι της απο­δίδουν όλα αυτά τα ονόματα».

Όμως δεν είναι τυχαία η σύνδεση της Ίσιδας με την Ιώ. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία η Ιώ ενώθηκε ερωτικά με τον Δία προκαλώντας την οργή της Ήρας. Ο Δίας για να απαλ­λάξει την Ιώ από την εκδικητική μανία της γυναίκας του την μεταμόρφωσε σε αγελάδα. Ο Ηρόδοτος παρατηρεί ότι η Ίσις και η Ιώ απεικονίζονταν με κέρατα αγελάδας. Μια αλογόμυγα άρχισε τότε να την τσιμπάει και εκείνη τρέχοντας συνεχώς έφτα­σε στην Αίγυπτο. Εκεί γέννησε τον Έπαφο ο οποίος αργότερα παντρεύτηκε την Μέμφιδα, την κόρη του Νείλου.

Ο Απολλόδωρος επίσης μας πληροφορεί πως η Αργεία Ιώ, η θυγατέρα του πρώτου βασιλιά του Άργους Ινάχου, γέννησε στην Αίγυπτο τον Έπαφο, ο οποίος έκτισε τη Μέμφιδα. Ακόμη, ότι ο Άπις, επίσης από το Άργος, έκτισε αποικία στην Αίγυπτο όπου μετά το θάνατο του θεοποιήθηκε. Μία μία βλέ­πουμε να ξεπροβάλουν, λοιπόν, οι λέξεις Νείλος και Μέμφις για να βαφτίσουν τον ποταμό της Αιγύπτου και την αρχαία της πρωτεύουσα.

Αυτά είναι και τα ονόματα που έμειναν στην ιστο­ρία. Αν η μυθολογία δεν περιείχε στοιχεία αλήθειας θα είχαν άραγε τόση ισχύ αυτά τα τοπωνύμια; Θα εξακολουθούσαμε μέχρι σήμερα να λέμε Αίγυπτο την Αίγυπτο και Νείλο τον Νεί­λο;

Εικονική αναπαράσταση της αρχαίας, αιγυπτιακής Μέμφιδος

Ο Ηρόδοτος παρουσιάζει τους Αιγυπτίους να έχουν έρθει από το Νότο προς την Μεσόγειο θάλασσα. Είναι πιθανό να είχαν έρθει από την Ινδία μέσω Αιθιοπίας. Άλλωστε τους Αιγύπτιους, όσο και τους Αιθίοπες, οι Έλληνες τους αποκαλούσαν αδιακρίτως «Αιθίοπες». Ο Ηρόδοτος μάλιστα ονομάζει και τους Ινδούς «ἀπὸ ἡλίου ἀνατολέων Αἰθίοπες», ενώ ο Όμηρος ομιλεί για «Αιθίοπες χωρισμένους στα δύο, στο δυτικό και στο ανατολικό άκρο της γης». Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα πράγματι των Αιθιόπων, αλλά και των κατοίκων της Μαδαγασκάρης, είναι και σήμερα έντονα ινδικά, αν εξαιρέσει κανείς τις μείξεις με νεγρικά στοιχεία.

Ο ίδιος μας αναφέρει επίσης τον Μήνα ως ιδρυτή της Μέμφιδας, που βρισκόταν στα παλιά σύνορα των δύο βασιλείων και έγινε η νέα πρωτεύουσα της Αιγύπτου. Του πιστώνεται δε η ίδρυση πολλών ναών και κατασκευές φραγμάτων. Ο Μήνης καταγόταν από την Θίνιδα, γι αυτό αναφέρεται και ως Θινίτης, ενώ η περίοδος των δύο πρώτων δυναστειών του αρχαίου βασιλείου ονομάζεται και θινιτική. Αναφέρει επίσης την Ναύκρατην, την Κάνωβον (Ευτέρπη). Ο δυτικός βραχίονας του Νείλου ελέγετο Καννωβικός από τον Έλληνα Κάνωβον που πέθανε εκεί. Ο δε Πίνδαρος (10ος Νεμεονικός) γράφει στο Δέλτα του Νείλου υπήρχε η Άρχανδρος, πόλις την οποία ίδρυσε ο Άρχανδρος εγγονός τουΑχαιού (Ηρ 2. 98).

Ο Ηρόδοτος, στο Β' βιβλίο του «Ιστορίας Απόδειξις», μας πληροφορεί ότι, οι ιερείς των Θηβών της Αιγύπτου, κατά την εκεί επίσκεψή του, του έδειξαν 341 ξύλινα αγάλματα που αναπαράσταιναν διαδοχικά, από πατέρα σε γιό, τους προηγούμενους αρχιερείς μέχρι και πριν από 11.000 χρόνια, πράγμα που αποδείχνει την μακρά παράδοση του ιερατείου. Επίσης του ανέφεραν ότι, πριν από τις 341 αυτές γενιές των ιερέων, οι οικιστές θεοί ζούσαν μαζί με τους ανθρώπους, αλλά μετά δεν τους επισκέφθηκε πλέον κανένας θεός με ανθρώπινη μορφή, «Μανέθωνος Αιγυπτιακά»: «…Θεόν ανθρωποειδέα ουδένα γένεσθαι».

Τα Αιγυπτιακά του Μανέθωνα μας οδηγούν στην προϊστορική ελληνική Αίγυπτο. Την χώρα που βρίσκεται «υπτίως του Αιγαίου». Ο Μανέθων μας πληροφορεί, ότι οι πρώτοι Βασιλείς της Αιγύπτου ήσαν οι οικιστές Θεοί, Ήφαιστος, Ήλιος, Αγαθοδαίμων, Κρόνος, Ερμής Όσιρις-Ίσις, και Τυφών. Ακολούθησαν οι Ημίθεοι ως Βασιλείς της Αιγύπτου, Ωρος, Αρης, Άνουβις, Τιθόης Σώθος και Ζεύς.

Ανασκαφές στη νεκρόπολη της Σακκάρας στη Μέμφιδα έχουν φέρει στο φως τάφους της εποχής της 1ης δυναστείας, του αρχαίου βασιλείου, ενώ τάφοι ή, κατά μία άποψη, κενοτάφια των βασιλιάδων της έχουν βρεθεί στη νεκρόπολη της Αβύδου, κοντά στην περιοχή όπου εκτιμάται ότι βρισκόταν η αρχαία Θίνις.

Ο πατέρας της Ιστορίας επίσης αναφέρει, ότι 11.340 χρόνια πριν απ' αυτόν κυβερνούσαν την Αίγυπτο οι «θεοί»: «Αιγύπτιοι τε και ιρέες έλεγον, αποδεικνύντες από του πρώτου βασιλέως τον τελευταίο βασιλεύσαντα.... Ούτω εν μυρίοισί τε έτεσι και χιλίοισι και τριηκοσίοισί τε και τεσσαράκοντα έλεγον θεόν ανθρωποειδέα ουδένα γενέσθαι» (Β",142), δηλαδή από τότε κανένας θεός δεν πήρε ανθρώπινη μορφή.

Γάμος στην Αρχαία Αίγυπτο: Το Αιγυπτιακό Οικογενειακό Σύστημα (εικ.: Matrioshka-Shutterstock)


Υπάρχουν όμως και άλλα ονόματα που συνδέουν την Ελλά­δα με την Αίγυπτο: της Περσεφόνης που επίσης συνδέεται στην Ίσιδα αλλά και τον Ηρακλή, που ως στρατηγός έμεινε να προ­στατεύει την Αίγυπτο όταν ο Όσιρις αναχώρησε για μια εκστρα­τεία παίρνοντας μαζί του και τους δυο γιους του: τον Άνουβι και τον Μακεδόνα, όπως μας πληροφορεί ο Διόδωρος. Από τον ίδιο συγγραφέα μαθαίνουμε επίσης ότι ο Ηρακλής, ο γιος της Αλκμήνης γεννήθηκε δέκα χιλιάδες χρόνια αργότερα από τον «παλαιό Ηρακλή».

Τελικά, ονόματα και χρονολογίες που επικαλύπτουν το ένα το άλλο και που εξαπλώνονται πέρα από τα όρια της Ελλάδας, και των ιστορικών χρόνων οδηγούν τους μελετητές στο συμπέ­ρασμα πως: «οι Αρχαιοέλληνες αλλά και οι απόγονοι τους εκκινούντες από τον χώρο του Αιγαίου είχαν επεκταθεί και εισχω­ρήσει προς όλες τις κατευθύνσεις, από την απώτατη αρχαιότη­τα, αφυπνίζοντας και διαφωτίζοντας τους άλλους λαούς με τους οποίους έρχονταν σε επαφή».

Πρόσθετα στοιχεία για τον Ηρακλή μας δίνει και πάλι ο Ηρόδοτος στο «Περί της Αιγύπτου», αν και στο τέλος αυτοαναιρείται: «...για τον Ηρακλή των Αιγυπτίων άκουσα πως ήταν ένας από τους πρώτους δώδεκα θεούς. Για τον άλλο Ηρακλή, αυτόν που ξέρουν οι Έλληνες, πουθενά στην Αίγυπτο δεν μπόρεσα να ακούσω τίποτα. Το ότι όμως δεν είναι οι Αιγύ­πτιοι που πήραν το όνομα Ηρακλής από τους Έλληνες αλλά οι Έλληνες έδωσαν το όνομα Ηρακλής στον γιο της Αλκμήνης λένε ότι αποδεικνύεται και από το εξής: ότι και οι δυο γονείς τον Ηρακλή, ο Αμφιτρύων και η Αλκμήνη ήταν αιγυπτιακής κατα­γωγής. Αλλά όμως ο Ηρακλής είναι ένας αρχαίος οικιστής θεός των Αι­γυπτίων. Όπως λένε οι ίδιοι, δεκαεπτά χιλιάδες χρόνια πριν από την βασιλεία του Άμασι, οι οχτώ θεοί έγιναν δώδεκα, και ο ένας ήταν ο Ηρακλής.».

Επίσης, ο ισχυρισμός των Αιγυπτίων, περί του «Αιγύπτιου Ηρακλή» δεν ευσταθή γιατί το ίδιο το όνομά του ετυμολογούμενο μας δείχνει την ελληνική καταγωγή του. Η λέξη Ηρακλής: είναι σύνθετη και προέρχεται από την Ήρα και το κλέος (δόξα;). Το ελληνικότατο αυτό όνομα λοιπόν ανήκει προφανώς σε κά­ποιον από τους προκατακλυσμιαίους Έλληνες που οι Αιγύπτιο, ονόμασαν «οικιστάς θεούς».

002020-fffu-34



«Η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία ομιλεί περί της προϊστορικής Ελληνικότητας της Αιγύπτου»

Ο Νόννος, βασιζόμενος σε αρχαία αιγυπτιακά στοιχεία, συνέγραψε τον 5ο αιώνα μ.Χ. το τεράστιο βιβλίο με τον τίτλο: «Διονυσιακά». Στον τόμο Β΄ βιβλίο 26ο στιχ. 60-61, στον τόμο Α΄ βιβλίο 13 στιχ. 425-426», περιγράφει την προϊστορική εισβολή των Ινδών στην Αίγυπτο και στην Αραβία, την οποία εισβολή κατανίκησε ο προελληνικός στρατός υπό τον Διόνυσο τον β. με εντολή του Διός. Η εισβολή περιγράφεται ότι έλαβε χώραν από τον νότο (Αιθιοπία)«Αιθίοπες από Ινδού ποταμού αναστάντες προς την Αίγυπτον ώκησαν Δηριάδης Αραβίης επί πέζον και Βλέμυς ωκύς ίκανεν (επιστράτευσε) επί επταπόρου στόμα Νείλου…»

Οι Αιθίοπες είχαν φθάσει στην Αίγυπτο και ο κίνδυνος να επιδράμουν και προς την Μεσόγειο ήταν όχι απλά μπροστά αλλά ήδη ορατός. Από την Αίγυπτο οι ορδές εκείνες θα ξεχύνονταν προς τις γειτονικές πόλεις, τις ελληνικές κτήσεις της Βορείου Αφρική, περιοχές με πολιτισμό ανεπτυγμένο που τώρα φαινόταν να κινδυνεύει άμεσα από αφανισμό. Αρχιστράτηγος των Πανελλήνων ήταν ο Διόνυσος ο Β΄ γιος της Σεμέλης κόρης του Κάδμου, και του Διός. Ο αρχηγός των εισβολέων λεγόταν Δηριάδης και τα αρχαία ινδικά κείμενα τον αναφέρουν ως Νταριοντάνα.

Ο αρχηγός των Υξώς Δηριάδης είχε επιστρατεύσει όλους εκείνους τους βάρβαρους λαούς της Άπω Ανατολής, τους διάφορους νομάδες των βορειοανατολικών περιοχών της Ασίας, αλλά και της Ινδίας και Ινδονησίας ( Κεϋλάνη). Επέτυχε όμως να ξεσηκώσει εναντίον των Ελλήνων, γιατί οι Έλληνες ήσαν οι πολιτισμένοι, και αυτοί ήσαν που είχαν βρεθεί σε κάθε γωνιά της γης και είχαν δημιουργήσει κτήσεις εν είδη εκπολιτιστών κατακτητών, άρα οι ιθαγενείς που ήσαν επί τη κυριαρχία τους λογικό ήταν να δεχθούν εύκολα, κατά κάποιο τρόπο την «απελευθερωτική» κίνηση των Υξώς και να ενωθούν μαζί τους.

Ο Πλάτων στο βιβλίο του «Τίμαιος» ανα­φέρει την εξής διήγηση: «...υπάρχει στην Αίγυπτο, στο Δέλτα, εκεί που χωρίζεται στην κορυφή του το ρεύμα του Νεί­λου, μια περιοχή που ονομάζεται Σαϊτική. Ιδρυτής της πόλης ήταν η Αθηνά. Γι' αυτό και οι κάτοικοι της αγαπούν πολύ τους Αθηναίους και ισχυρίζονται ότι είναι συγγενείς τους.

Όταν λοι­πόν πήγε εκεί ο Σόλων τον τίμησαν εξαιρετικά. Και όταν ζήτη­σε πληροφορίες για την αρχαία ιστορία τους από τους ιερείς, που κατ' εξοχήν γνώριζαν αυτά τα πράγματα, ο πιο ηλικιωμέ­νος από αυτούς του είπε:

α) «Σόλων, Σόλων εσείς οι Έλληνες είστε αιωνίως παιδιά. Είστε όλοι νέοι στην ψυχή γιατί δε θυμά­στε τις αρχαίες σας παραδόσεις. Εσείς θυμάστε μόνο έναν κατακλυσμό αν και προηγουμένως έγιναν πολλοί.»

β) «Δεν ξέρετε επί­σης ότι στη δική σας χώρα γεννήθηκε το πιο όμορφο και ευγενικό ανθρώπινο γένος, από το οποίο κατάγεσαι και εσύ και όλοι οι συμπολίτες σου. Αυτό το αγνοείτε γιατί μετά τους κατακλυ­σμούς, επί πολλές γενιές οι επιζήσαντες πέθαναν χωρίς να γνω­ρίζουν να γράφουν.»

γ) «Κάποτε, Σόλων, πριν γίνει ο μεγάλος κατακλυσμός, αυτή που σήμερα είναι η πολιτεία των Αθηναίων ήταν πολύ γενναία στον πόλεμο και εξαιρετικά ευνομούμενη από κάθε άποψη. Λέγεται μάλιστα, ότι εκεί έγιναν τα πιο σημα­ντικά έργα και τα καλύτερα πολιτεύματα από όσα τώρα έχουμε ακούσει πως υπήρξαν στον κόσμο. Η θεά προστάτευσε, ανέ­θρεψε και εκπαίδευσε τον δικό σας και μετά τον δικό μας τόπο, αρχίζοντας από σας χίλια χρόνια νωρίτερα».

Ο Πλάτων συνεπώς αναφέρει, σαφώς, ότι ο ελληνικός πολι­τισμός είναι κατά μια χιλιετία αρχαιότερος το αιγυπτιακού. Σύμφωνα με τη διήγηση του ιερέα, ο ελληνικός πολιτισμός πριν καταστραφεί από γεωφυσικές αναταραχές, κατακλυσμούς και πολέμους μεταδόθηκε στην Αίγυπτο όπου και δια­σώθηκε. Αργότερα, οι Έλληνες που μετέβαιναν στη γη του Νεί­λου για σπουδές ξανά έλαβαν την απολεσθείσα γνώση τους και βαθμιαία πέτυχαν την πολιτισμική αναγέννησή τους κατά την προκλασσική και κλασσική περίοδο.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει στο Α΄ βιβλίο του, ότι οι Πυθαγόρας, ο Λυκούργος,ο Θαλής,ο Ηρόδοτος,ο Δη­μόκριτος,ο Αναξαγόρας,ο Εύδοξος, ο Πλάτων, ο Μελάμπους, ο Φερεκύδης,ο Οινοπίδης ο Χίος είναι μερικοί από τους φημισμένους αρχαίους Έλληνες που ταξίδεψαν στην Αίγυπτο όχι για λόγους περιηγητικούς αλλά για λόγους σπου­δών. Για την ακρίβεια προκατακλυσμιαίων ελληνικών γνώσεων που είχαν διασωθεί από το Αιγυπτιακό ιερατείο, όπως τουλάχιστον αναφέρει και ο Αιγύπτιος ιερέας Ιχταστχματούς, αποσπάσματα του οποίου διασώζει ο Ευσέβιος της Καισάρειας στο βιβλίο του: «Οι Παλαιοί Θεοί». που φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού.

Η επίσημη ιστορία βέβαια έχει άλλη άποψη, όπως και στην περίπτωση του προκατακλυσμιαίου Έλληνα Ορφέα τον οποίο θέλει μαθητή των Αιγυπτίων ιερέων ενώ συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Όπως σαφώς αναφέρεται στους στίχους 44 και 102 των «Ορφικών» και της «Αργοναυτικής Εκστρατείας»: «ηδ' όσον Αιγύπτω ιερόν λόγον εξελόχευσα Μέμφιν ες ηγαθέην πελάσας, ιεράς τε πόληας Άπιδος ας περί Νείλος αγάροος εστεφανώται... ή δη γαρ μοι άλις καμάτων, άλις έπλετο μόχθων, ων ικόμην επί γαίην απείριτον ηδέ πόληας Αιγύπτω, Λιβύη τε βροτοίς άνα θέσφατα φαίνων». Δηλαδή: «επίσης και ιερά λόγια διεκήρυξα στην Αίγυπτο, όταν πήγα στην ιερή Μέμφιδα και τις ιερές πόλεις του Άπιδος τις οποίες στεφανώνει ο Νείλος με τα πολλά νερά... αλλά τώρα πλέον μου είναι αρκετοί οι κόποι και οι ταλαιπωρίες που πέρα­σα διερχόμενος την απέραντη γη και τις πόλεις, αποκαλύπτων στους ανθρώπους στην Αίγυπτο και στη Λιβύη τους χρησμούς».

Ο Ευσέβιος επίσης διασώζει στο ίδιο βιβλίο, ότι οι Ορφικοί ομιλούν για μια κοσμογονία, μία γένεση και εξέλιξη του Σύμπαντος, η οποία ακολουθεί μια Μαθηματική Σειρά και ο Πυθαγόρας κατά τον οποίον το σοφότερο των όντων είναι ο Αριθμός και οι μαθηταί του (ο Φιλόλαος, ο Ίππασις και άλλοι), θα βασισθούν στα μαθηματικά για να τεκμηριώσουν την Σκέψη των Ορφικών και να αποδείξουν τις αλήθειες του Απείρου, οι οποίες ευρίσκονται εις συνεχή και εις αέναη εξέλιξη και έχουν ως αρχή των το ΑΕΙ, εξ 'ού και το Πυθαγόρειο απόφθεγμα «Αεί ο Θεός ο Μέγας Γεωμετρεί».

Ο Νόννος στην ΙΒ΄ Ραψωδία μας αναφέρει τα εξής αποσπάσματα για τους οικιστές θεούς της Αιγύπτου τους Ορφέα και Διόνυσο:

«Ο Ορφέας εχθρός της βίας, προσεταιριζόταν υπό το σκήπτρο του, τη μία χώρα μετά την άλλη, με μοναδικό όπλο την πραότητα και τη μουσική. Λέγεται πως αφόπλιζε τους κατοίκους με άσματα και μουσική από διάφορα μουσικά όργανα. Επέστρεψε στην Αίγυπτο, έχοντας διατρέξει ολόκληρη τη γη και διαδίδοντας παντού τον πολιτισμό: «Τον Διόνυσο προσκαλώ, τον θορυβώδη και ενθουσιώδη, τον πρωτογενή, πού έχει δύο φύσεις, και γεννήθηκε τρεις φορές, τον Βακχικό βασιλέα, τον ζώντα στους αγρούς, τον ανέκφραστον τον απόκρυφον, που έχει δύο κέρατα και δυο μορφές τον γεμάτο από κισσό, πού έχει πρόσωπο ταύρου, τον πολεμικό τον βακχικό, τον αγνό πού τρώει ωμά κρέατα, τον τριετή, πού τρέφει τα σταφύλια και έχει για πέπλο βλαστάρια. Ω Ευβουλέα, πολυμήχανε, πού γεννήθηκες στα απερίγραπτα κρεβάτια του Διός και της Περσεφόνης αθάνατε δαίμονα (θεέ) άκουσε, μακάριε, τη φωνή μου και σπεύσε με γλυκύτητα και με προσήνεια, έχων ευμενή διάθεση μαζί με τις συντρόφους σου, τις Μαινάδες και τις Βάκχες»». (Ορφικός Ύμνος προς τον Διόνυσο).

Οι προκατακλυσμιαίοι Έλληνες που αποίκησαν την Αίγυ­πτο μεταφέροντας τη γνώση στην υποανάπτυκτη, τότε, εκείνη περιοχή, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, θεοποιήθηκαν. Αυτό μαρτυρεί ένας άλλος Αιγύπτιος ιερέας, ο Μανέθων, ο οποίος αναφέρεται στους «θεούς» που βασίλε­ψαν κάποτε στην Αίγυπτο. Η Δυναστεία των Θεών, όπως την προσδιορίζει ο Μανέθων, διήρκεσε από το 30.544 π.Χ. έως το 16.644 π.Χ. οπότε άρχισε η Δυναστεία των Ημιθέων - Ηρώων που το 15.389 π.Χ. έδωσε τη θέση της Βασιλείς και αυτή ακο­λουθήθηκε από τη «Δυναστεία των πνευμάτων των Νεκρών» (πιθανώς να αναφέρεται στη περίοδο του κατακλυσμού του Ωγύγου).

Συνεχίζοντας τη διήγηση ο Μανέθων επισημαίνει ότι ένας από τους «θεούς» που βασίλευσαν στο απώτατο πα­ρελθόν στην Αίγυπτο ήταν ο προκατακλυσμιαίος Έλληνας Κρό­νος και μαζί του δε ήταν και ο Ερμής ο Τρισμέγιστός που ονομάστηκε από τους Αιγυπτίους Thoth (ή Θωθ) και θεοποιήθηκε: «Ελθον δε Κρόνος εις Νότον χώραν άπασαν την Αίγυπτον έδωκε Θωθ ίνα βασιλεία αυτού γίνεται», αναφέρει ο Φίλων ο Βύβλιος.

Αλλά και ο Κύριλλος ο Αλεξανδρεύς, ο Απολλόδωρος και ο Ευσέβιος επιβεβαιώνουν την ίδια πληροφορία αναφέροντας: «ο Ερμής διοίκησε την Αίγυπτο ως αντιβασιλέας του Κρόνου. οργανώνοντας για πρώτη φορά τη χώρα και διδάσκοντας τους κατοίκους αστρονομία, ιατρική, γραφή και πολλές ακόμα επιστήμες και τέχνες».

Ο Ερμής, ο προκατακλυσμιαίος αυτός Έλληνας, πέρασε όπως ήταν φυσικό στο χώρο του μύθου. Έγινε θεός, προστάτης των γραμμάτων και των τεχνών. Η παράδοση τον θέλει με το πρόσωπο το πουλιού ίμπις, που «εκκόλαψε το κοσμικό αυγό», να παρίσταται πάντα στο ζύγισμα της ψυχής μετά την αποχώρηση του έμψυχου από τα γήινα. Αυτός, λοιπόν ο άνθρωπος, ο Έλληνας, απέκτησε ναούς και ιερα­τείο που βρισκόταν στην περιοχή που σήμερα είναι γνωστή ως Ασμουντίν. Τότε, λεγόταν Ερμούπολη.

«The Vision of Hermes Trismegistus» (Το Όραμα του Ερμή του Τρισμέγιστου)», φιλοτεχνημένο το 1972, έργο του Ολλανδού εικαστικού Johfra Bosschart (1919 -1998)


Η κυριότερη πηγή μελέτης της Αιγυπτιακής πίστης και σκέψης, για το σύγχρονο ερευνητή, είναι χωρίς αμφιβολία Ο Ερμής ο Τρισμέγιστος. Λέγεται, ότι τα γραπτά αυτά τα είχε υπαγορεύσει ο ίδιος ο Θώθ. Μία ερμηνεία της προσωνυμίας «Ερμής ο Τρισμέγιστος» είναι η σπουδαιότητα του αριθμού τρία, στην αριθμολογία. Ένα μεγάλο μέρος της Τρισμέγιστης φιλολογίας έχει παρθεί από αρχαία Ελληνικά κείμενα και αργότερα δέχθηκε επιδράσεις που ήταν τρεις, η Ελληνική, η Εβραϊκή και η Αιγυπτιακή. Η Ιουδαϊκή επίδραση ήταν η θεραπευτική, που θεωρείται πιο πολύ Ελληνική παρά Εβραϊκή. Πάντως όλες οι μελέτες που έγιναν με τον Ερμή τον Τρισμέγιστο καταλήγουν στο ότι ο Ερμής είναι ο Θωθ που η Ελληνική μυθολογία τον αναφέρει ως «Κύριο της Σοφίας και Δάσκαλο του ανθρωπίνου γένους». Ο Τρισμέγιστος ή Θωθ μας διδάσκει το μέτρο, τον αριθμό και την τάξη του Σύμπαντος.

Η Ιουλία Πιτσούλη στο βιβλίο της αναφέρει ότι το προσωνύμιο «Τρισμέγιστος» το απέκτησε ο Ερμής επειδή ήταν εκείνος που δίδαξε στους Αιγυπτίους την τρισυπόστατη έννοια του «θείου». Πολλοί μελετητές μάλιστα, όπως ο Ed. Schure, διατυπώνουν την άποψη, πως η Γένεση, το πρώτο κεφά­λαιο της Βίβλου, που πραγματεύεται τη δημιουργία του κόσμου είναι η ελληνική θεογονία του Ερμή από τον οποίο εμπνεύστη­κε αργότερα ο Μωυσής, μελετητής των βιβλίων του στην Αίγυπτο. Άλλοι ερευνητές αναφέρουν ότι η τρισυπόστατη έννοια «του Θείου που δημιούργησε το σύμπαν» είναι οι 3 θεμελιώδεις συ­μπαντικές δυνάμεις της σύγχρονης αστροφυσικής δηλαδή η ηλεκτρομαγνητική, η ισχυρή και η ασθενής πυρηνική δύναμη.

Στην ουσία ο Ερμής διατύπωσε πρώτος το: «εκ πάντων εν, εξ ενός τα πάντα» του Ηράκλειτου, προσεγγίζοντας την ουσιαστι­κή έννοια του Θείου που είναι ένα, μέσα από τα πολλαπλά του πρόσωπα. Δίκαια λοιπόν πολλοί ερμηνευτές χαρακτηρίζουν θεόπνευστο τον λόγο του Ερμή. Σύμφωνα με την παράδοση που έχει διασώσει ο Στοβαίος: «δύο μεν και τεσσαράκοντα γεγόνασι Ερμή βίβλοι, ων μεν τριάκοντα έξη την πάσαν Αιγυπτίων περιεχούσας και Ινδών φιλοσοφίαν». Προφανώς οι ιδέες του Ερμή είχαν διαδοθεί και πέρα από τα σύνορα της Αιγύπτου.

Ο ρόλος του Ερμή ως «αγγελιαφόρου των θεών» είναι κατά αυτή την έννοια δικαιολογημένος. Άλλωστε όχι μόνο οι Έλλη­νες αλλά και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι του απέδιδαν αυτή την ιδιό­τητα όπως στην περίπτωση της παρθένας ιέρειας Ματεμουά στην οποία ο Θωθ αναγγέλλει ότι σύντομα θα κάνει παιδί, όταν θα μπει μέσα στο σώμα της ο θεός Νέφτι.

Κεντρικό σημείο της διδασκαλίας του Ερμή του Τρισμέγι­στού ήταν η ανυπαρξία του θανάτου και η αθανασία της ψυχής. Αυτά ήταν τα κορυφαία μυστικά που αποκαλύπτονταν σε όσους μετείχαν των Αιγυπτιακών μυστηρίων και μυήσεων. Ιδού, τι δί­δασκε σχετικά ο Ερμής, όπως το αναφέρει στο βιβλίο του «Ερ­μής ο Τρισμέγιστος», ο Π. Ιωαννίδης: «...θα σου πω κάτι για την ψυχή και το σώμα, και με ποιο τρόπο δρα η αθάνατη ψυχή στη σύσταση του σώματος και στη διάλυσή του, που τη μεταβολή αυτή ο άνθρωπος την ονομάζει θάνατο. Ο θάνατος δεν είναι καταστροφή. Κάτω από το προσωπείο του κρύβεται ο αθάνα­τος άνθρωπος η αθανασία. Τίποτε παιδί μου δεν χάνεται στον κόσμο. Όλα τα πράγματα είναι μέρη του αθάνατου ζώου και φυσικά και ο άνθρωπος που είναι το μόνο λογικό ζώο στον κό­σμο, ως μέρος του αθάνατου ζώου - κόσμου είναι αθάνατος

Η μοίρα πάντως φρόντισε για την «αθανασία» του ίδιου του Ερμή του Τρισμέγιστου αφού και οι άνθρωποι τον κατέταξαν μεταξύ των αθάνατων θεών. Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο που κάνει σχετικά με παρόμοιες θεοποιήσεις θνητών, Διόδω­ρος: «...υπάρχουν λένε, και άλλοι επίγειοι θεοί που κάποτε υπήρ­ξαν θνητοί, αλλά για τη σοφία τους και τις ευεργεσίες που πρό­σφεραν σε όλους τους ανθρώπους κέρδισαν την αθανασία. Μερικοί από αυτούς μάλιστα υπήρξαν και βασιλείς της Αιγύπτου. Τα ονόματά τους, μεθερμηνευόμενα στην ελληνική μερι­κά συμπίπτουν με τα ονόματα των ουρανίων θεών, ενώ άλλα έχουν ένα ξεχωριστό όνομα, όπως Ήλιος, Κρόνος και Ρέα, επί­σης Ζευς που μερικοί τον ονομάζουν Δία και τέλος Ερμής... και όταν βασίλεψε ο Κρόνος, που πήρε γυναίκα του τη Ρέα γέννησε σύμφωνα με μερικούς μυθογράφους τον Όσιρι και την Ίσιδα, σύμφωνα όμως με τους περισσότερους γέννησε τον Δία και την Ήρα».

Για άλλη μια φορά καταλήγει η Ιουλία Πιτσούλη διαπιστώνουμε πως πίσω από τα ονόματα των θεών υπήρχαν κάποιοι ένδοξοι θνητοί με σάρκα και οστά. Σε αυτό δεν επιμένει μόνο μια μερίδα σύγχρονων ιστορικών - που όλο και διογκώνεται - αλλά και ο Ευήμερος, ο μεγάλος φιλόσοφος του 3ου π.Χ. αιώνος, που στην «Ιερά Αναγραφή» του ισχυρίζεται, ότι «οι Έλληνες θεοί εί­ναι απλώς θεοποιημένοι ήρωες και εξέχουσες προσωπικότητες περασμένων εποχών τόσο για τον Ελλαδικό όσο και για τον Αιγυπτιακό χώρο».

Παρόμοιες απόψεις διατυπώνουν και οι Ρώσσοι επιστήμο­νες της Ακαδημίας Επιστημών της Μόσχας: «Οι αρχαίοι θεοί ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Ερμής - τον οποίο οι Αιγύ­πτιοι ονόμαζαν Θώθ - ήταν σύμβολα φυσικών δυνάμεων. Ερ­μής είναι ένα συμβολικό όνομα που αντιπροσωπεύει συγχρό­νως ένα θεό και έναν άνθρωπο. Ως άνθρωπος είναι ένας μεγά­λος μύστης, θεματοφύλακας απόκρυφο, ον παραδόσεων».

Ερμής ο Τρισμέγιστος (Θώθ)


Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει, ότι: «ο Ερμής κατασκεύασε λύρα με τρεις χορδές υιοθετώντας τον οξύ, το βαρύ και το μέσο τόνο και δίδαξε τους Έλληνες την ερμηνεία των σκέψεών τους γι' αυτό και ονομάστηκε Ερμής». Βέβαια το ερώτημα που εγείρεται είναι πώς είναι δυνατόν να ήταν γνωστές αυτές οι πληροφορίες σε ένα τόσο μακρινό παρελθόν, όσο εκείνο του Ερμή του Τρισμέγιστου. Πολλοί ωστό­σο είναι οι σύγχρονοι επιστήμονες που υποστηρίζουν πως μια μεγάλης έκτασης πλανητική καταστροφή θα μπορούσε να κα­ταστρέψει ακόμα και έναν υπερεξελιγμένο πολιτισμό βυθίζο­ντας την ανθρωπότητα στο πνευματικό σκοτάδι.

Αλήθεια, αν κάτι τέτοιο συνέβαινε τώρα πώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε στα παιδιά που θα γεννιόντουσαν αύριο τι είναι η τηλεόρα­ση ή το τηλέφωνο; Τι θα τους λέγαμε; Για ένα κουτί με εικόνες που μιλάνε και κινούνται ή για μια φωνή που μπορεί να ακου­στεί ως την άκρη της Γης; Και τα παιδιά, που δε θα είχαν την άμεση εμπειρία, πώς θα αντιλαμβάνονταν αυτά τα αντικείμενα και πώς θα τα περιέγραφαν στα δικά τους παιδιά και εκείνα στα δικά τους;

Τέτοιου είδους «αναμνήσεις» ενός υπερεξελιγμένου πολιτισμού φαίνεται ότι έχει διασώσει και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης όταν αναφέρει ότι στην εποχή των λεγομένων «θεών» υπήρχαν ακό­μη και τρόποι τεχνητών ατμοσφαιρικών μεταβολών «...και παράγειν ότι βούλοντο, νέφη και όμβρους και χαλάζας, ομοίως δε και χιόνας» αναφέρει στο 5ο βιβλίο του.

Ένας τόσο εξελιγμέ­νος πολιτισμός θα μπορούσε να είχε λοιπόν στη διάθεσή του όλες εκείνες τις πληροφορίες και τις γνώσεις για την ανέγερση τεράστιων μνημείων όπως π.χ. την Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας, τη Σφίγγα, που κάνουν εμάς τους μεταγενέστερους να απορούμε κάθε φορά που τις συναντάμε.

Ο Δρ. Γκοχέντ, του Πανεπιστημίου του Καΐρου ισχυρίζεται ότι έχουμε να κάνουμε με ένα μυστήριο που βρίσκεται πέρα από την κοινή λογική. Πότε κατασκευάστηκαν και από ποιον; Με τι υλικά και μέσα ; Και τέλος, ποιος ο λόγος κατασκευής τους; 

ezon1




Η Μεγάλη Πυραμίδα της Αιγύπτου και η Σφίγγα


Αρκετοί αρχαιολόγοι, ερευνητές και συγγραφείς, έχουν διατυπώσει άπειρες φορές τα παραπάνω ερωτήματα σχετικά με τις πυραμίδες της Αιγύπτου. Τα πράγματα ίσως είναι πολύ πιο πολύπλοκα απ' ότι αρχικά φαίνεται. Και ξεκινάω με το πρώτο ερώτημα: πότε πραγματικά κατασκευάστηκαν; Πολλοί ερευνητές πιστεύουν πως οι πυραμίδες (μαζί με την Σφίγγα) κατασκευάστηκαν γύρω στο 2.800 π.Χ. και από τις δυναστείες των Φαραώ. Είναι όμως έτσι; Μάλλον όχι, αφού πλήθος από ευρήματα και αποκαλύψεις, μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως οι πυραμίδες είναι παλαιότερες απ' όσο νομίζουμε.


α) Η Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας με όλα τα αστρονο­μικά, μαθηματικά και ενεργειακά δεδομένα της, έχει ως σημείο αναφοράς τον προκατακλυσμιαίο, ελληνικό πολιτισμό και τις υπερεξελιγμένες γνώσεις του, καταλήγει η Ιουλία Πιτσούλη. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν επίσης, πολλοί μελετητές αλλά και ιστορικοί, όπως ο Άραβας Ιμπ Μπαλούσι, που βεβαιώνει ότι η Μεγάλη Πυραμίδα βασίστηκε σε σχέδια του Έλληνα Ερμή του Τρισμέγιστου και προορισμός της ήταν η διαφύλαξη της γνώσης εν όψει του επερχόμενου κατακλυσμού, που οι τότε σοφοί είχαν προβλέψει.

Κατ' αρχήν αξίζει να αναφερθεί ότι σε κανένα κείμενο των Αιγυπτίων, δεν αναφέρεται τίποτα για τον τρόπο κατασκευής των πυραμίδων. Οι Αιγύπτιοι - αν υποθέσουμε πως ήταν οι κατασκευαστές - δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να εξηγήσουν τον τρόπο κατασκευής των πυραμίδων; Προσωπική μου γνώμη είναι πως δεν μπορούσαν να τον εξηγήσουν, αφού οι πυραμίδες προϋπήρχαν των Αιγυπτίων όπως αναφέρει και ο Ηρόδοτος.

Υπάρχει διασύνδεση των πυραμίδων της Αιγύπτου με τις πυραμίδες που υπάρχουν στην Ελλάδα Η Ελλάς είναι κατάσπαρτη από πυραμίδες, γεγο­νός το οποίο αποκρύπτεται και δεν προβάλλεται και από συγχρόνους ιστορικούς, Οι Ελληνικές πυραμίδες υπάρχουν σε διάφορα μέρη της Ελλάδος και σύμφωνα με τις μελέτες που έχουν γίνει, η χρονολόγησή τους ξεπερνά αυτές των Αιγυπτίων κατά χίλια χρόνια. Είναι βέβαιο πως έγιναν από αυτόχθονες. Στον ελληνικό χώρο, έχουν επίσημα καταγραφεί πάνω από είκοσι και βρίσκονται ανάμεσα στην Φθιώτιδα, στον Παρνασσό και στην Εύβοια. Η πιο γνωστή πυραμίδα, είναι φυσικά «η πυραμίδα του Ταϋγέτου» που βρίσκεται σε μεγάλο υψόμετρο στο ομώνυμο βουνό. Το τέλειο γεωμετρικό της σχήμα δεν αφήνει καμιά αμφιβολία πως πρόκειται για τεχνητό έργο. Και, για όσους δεν το γνωρίζουν, πρέπει να σημειώσω, ότι και ο Παρθενών έχει κατασκευα­σθεί έτσι, ώστε οι πλευρές του (οι οποίες έχουν κλίση) προεκτεινόμενες να σχηματίζουν πυραμίδα, κάτι που θα μας απασχολήσει εκτενέστερα παρακάτω.

Ο αρχαιολόγος Καρλ Μπιγκτον αναφέρει ότι η Μεγάλη Πυραμίδα, κακώς και σκοπίμως ονομάστηκε «του Χέοπος» από κάποιον Άγγλο, τον Χάουαρντ Βάιζ, ο οποίος, όπως αποδείχθηκε, αποπειράθηκε να πλαστογραφήσει επι­γραφή εντός της Μ. Πυραμίδας. Αλλά ούτε αυτή την απάτη ήταν άξιος να διεκπεραιώσει. Βέβαια ο ίδιος έκανε και άλλους βανδαλισμούς (έβαλε να γράψουν με κόκκινη μπογιά το όνομα του Γουέλλινγκτον μέσα στα δωμάτια της Μ. Πυραμίδας, γκρέμισε εσωτερικούς τοίχους με δυναμίτη και άλλα, που μας θυμίζουν τον άλλο συμπατριώτη του Έλγιν), αλλά κάποτε η απά­τη του αποκαλύφθηκε και ο ίδιος ξεσκεπάστηκε.

Δυ­στυχώς, οι σημερινοί «ειδικοί», που κόπτονται για την «επιστημονική» τους αλήθεια, συνεχίζουν την απάτη αυτή ονομάζοντας το οικοδόμημα αυτό «του Χέοπος». Ουδέποτε ο Χέοψ έκτισε την Μ. Πυραμίδα, διότι απλώς δε θα μπορούσε κανείς να κτίσει κάτι που προϋπήρχε!


Στην Ελλάδα κυκλοφορούν διάφορα βιβλία, που πραγματεύονται το θέμα της Μ. Πυραμίδας. Στην αγορά υπάρχουν, όπως γνωρίζω, σοβαρά βιβλία Ελλήνων ερευνητών, του Θ. Μανιά και του Ιππ. Δάκογλου, του Χρ. Γιόλβα, που αποδεικνύουν με επιχειρήματα μαθη­ματικής φύσεως την ελληνικότητα και της Μ. Πυραμίδος. Ωστόσο κυκλοφορεί και ένα άλλο βιβλίο, «Το μυ­στήριο της Μεγάλης Πυραμίδας», του Τομ Βαλεντάιν. Ο εν λόγω ξένος ιστορικός, παρ' ότι είναι αρκετά σημιτόφιλος και παρά τις ανακρίβειες που αναφέρει γενικά για τις γνώσεις των Ελλήνων, πλην όμως παραδέχεται, πως «οι άνθρωποι που έκτισαν την Πυραμίδα, γνώριζαν τον πλανήτη μας πολύ καλύτερα και από εμάς τους ίδιους», καθώς και ότι «οι πυραμίδες γενικά, και η Μεγάλη Πυραμίδα γενικότερα, είναι πολύ παλαιότερες από τα άλλα στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα της ιστορι­κής Αιγύπτου. Η Μεγάλη Πυραμίδα υπήρχε χιλιάδες χρόνια πριν τον Αχενατόν και τη Νεφερτίτη, πριν τον Μωϋσή και την Έξοδο, πριν τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα». Αναφερόμενος δε στον τέλειο προσανα­τολισμό του μνημείου αναφέρει, ότι «οι αρχαίοι Αιγύ­πτιοι πρέπεινα αγνοούσαν την έννοια των πόλων και του βόρειου πόλου ειδικότερα». Αναφέρει επίσης, ότι «πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν, ότι η Μεγάλη Πυ­ραμίδα έχει τοποθετηθεί στο κέντρο της μάζας της στε­ριάς της Γης, και από το σημείο που βρίσκεται χωρίζει σε τέσσερα ίσα μέρη τη μάζα αυτή». Φυσικά οι μόνοι που θα μπορούσαν να έχουν τέτοιες γνώσεις ήταν οι Έλληνες. Ας μην ξεχνάμε και τον μεταγενέστερο Ερα­τοσθένη, ο οποίος κατασκεύασε παγκόσμιο χάρτη και υπολόγισε με ακρίβεια την περιφέρεια της γης.

Γεγονός είναι, ότι η Μ. Πυραμίδα περικλείει μέ­σα της γνώσεις γεωμετρικές, μαθηματικές και αστρο­νομικές, που οι Αιγύπτιοι οπωσδήποτε δε διέθεταν. Για παράδειγμα ο αριθμός - όρος «π» ή ο έτερος αριθμός - όρος «φ» και πολλοί αστρονομικοί συνδυα­σμοί και υπολογισμοί, που εμπεριέχονται στη Μεγά­λη Πυραμίδα, απέχουν από τις εμπειρικές και ατελείς γνώσεις των Αρπεδοναπτών, οι οποίοι μόνο χωράφια μπορούσαν να οριοθετούν, αλλά ουδέποτε κατόρθω­σαν να δημιουργήσουν κάτι τόσο τέλειο, όσο η ελληνι­κή Μ. Πυραμίδα.

Όσον αφορά στην ετυμολογία της λέξεως «πυραμίς», ο Θ. Μανιάς στο βιβλίο του «Το ελληνικό πνεύμα στις πυραμίδες της Αιγύπτου» καταθέτει την άποψη ότι: «Η λέξις"πυραμίς" είναι γνησίως Ελληνική, πιθα­νώς προερχομένη εκ τον όρου "περεμούς", όστις κατά τον μαθηματικόν πάπυρον τον Α.Η. Rhind εκφράζει τον άξονα της πυραμίδος, ή εκ τον ονόματος ενός πλακούντος κωνικού σχήματος εκ σίτου και μέλιτος προσφερομένου υπό των Ιώνων εις τους νεκρούς, υπό το όνομα "πυράμους"».

Ο Θ. Μαντάς αναφέρει επίσης άτι την ετυμολόγηση αυτή ανέπτυξε ο Δ.Φ. Αντωνιάδης στο βιβλίο τον «Αι πυραμίδες και οι ιδρυταί αυτών». Ο ίδιος ο Θ. Μανιάς, αναλύοντας λεξαριθμικώς τη λέξη «πυραμίς» καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι: «Το όνομα "πυραμίς" είναι Ελληνικό και εμπεριέχει ως λεξάριθμος Ελληνικές θρησκευτικές δοξασίες, φι­λοσοφικές πεποιθήσεις και μαθηματικές γνώσεις». Ο Τομ Βαλλεντάιν στο βιβλίο του «Το μυστήριο της Μεγάλης Πυραμίδας» δέχεται, ότι: «Η ετυμολογία της λέξης "πυραμίδα "'στα αρχαία ελληνικά σημαίνει: "φωτιά στη μέση;"»

Θα πρέπει εδώ να αναφερθεί, ότι ο όρος «στη μέση» είναι ενδεικτικός του ότι οι Έλληνες κατασκευαστές της Μ. Πυραμίδας είχαν κατανοήσει την σημασία της τοποθεσίας, όπου θα την έχτιζαν. Και φυσικά οι Έλληνες της προϊστορικής εκείνης εποχής διάλεξαν το «αείζωον πυρ», ως πρώτο συνθετικό της λέξεως. Αλλά προεκτείνοντας νοηματικά την ερμηνεία «φωτιά στη μέση» και συνδυάζοντάς την με τη σαφώς αστρονομική ερμηνεία ορισμένων στοι­χείων της Μ. Πυραμίδας, θα μπορούσαμε να υποστηρί­ζουμε, ότι υπάρχει αναφορά στο ηλιακό σύστημα, καθότι όχι ο Αρίσταρχος, αλλά πριν απ' αυτόν, οι πανάρχαιοι Ορφικοί δίδασκαν, ότι οι πλανήτες κινούν­ται γύρω από ένα «κεντρικό πυρ», αναφερόμενοι στον Ήλιο. Έτσι «πυραμίς» μπορεί να αποκαλείται αλληγορικά το μνημείο, ως μνεία για την περιφορά των πλανητών γύρω από τον Ήλιο και την κεντρική θέση που κατέχει ο τελευταίος στο σύστημα. Να σημειωθεί, ότι στον Ερμητισμό το πυρ συμβολίζεται από ένα όρθιο τρίγωνο: Δ, το οποίο σαφώς παραπέμπει στο σχήμα της πυραμίδος. Να αναφέρουμε ακόμα την ομοιότητα των ελληνικών γραμμάτων Α, Δ, Λ με το πυραμιδικό σχήμα (πλευρά) και ότι το σύμβολο του αέρος στον Ερμητισμό είναι Α, το οποίο μας θυμίζει το Α, που ο Η. Λ. Τσατσόμοιρος έχει συνδέσει επίσης με τον αέρα. Αλλά ο προαναφερθείς συνδέει το Α και με το αέλιος δηλαδή ήλιος.


Υπάρχει επίσης ένας γρανίτης βάρους 600 τόνων που διασώζεται μέχρι σήμερα, ό οποίος μεταφέρθηκε από το Ασουάν στην πυραμίδα της Γκίζας. Αν διαβάσουμε τη λέξη Ασουάν ανάποδα, από τα δεξιά προς τα αριστερά, θα διαπιστώσει ότι εμφανίζεται η λέξη «Νάουσα», δηλαδή λέξη ελληνική. Διαβάζοντας ανάποδα τις παρακάτω λέξεις θα διαπιστώσουμε ότι οι Αιγυπτιακές αυτές λέξεις είναι Ελληνικές. π.χ. το Σάιδ είναι ο Δίας, το Σουέζ είναι ο Ζέους, Ζευς. Χέοψ από το λιμένα Κωφό ή Χοφό της Νάξου.

Αναφερόμενος στην μεγάλη πυραμίδα του Χέοπα ο ίδιος ιστορικός μας διηγείται πως πήρε αυτό το όνομα. Γύρω στο 3000 π.Χ. Νάξιοι λιθοξόοι από λιμένα Κωφό ή Χοφό μαζί με τους Μινωίτες πήγαν στην Αίγυπτο και έκτισαν την πυραμίδα του Χέοπος. Ο ίδιος ο Χέοπας οφείλει το όνομά του στον Χοφό, όπως επίσης αναφέρουν οι Απολλόδωρο και ο Νόννος. Γύρω στο 2500 π.Χ. υπήρχε η δυναστεία των Ναξίων στην Αίγυπτο. Ένας από αυτούς ήταν και ο Χέοπας. Δεν αποκλείεται μαζί με τους Νάξιους λιθοξόους να ήταν μαζί τους και Κορίνθιοι, γιατί στην Κόρινθο υπάρχει ομώνυμη πόλη με την Πέτρα της Αραβίας. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες έκτισαν τις πυραμίδες. Επίσης ο Max Nordau αναφέρει ότι αυτοί που έχτισαν την πυραμίδα του Χέοπα ήταν Φιλισταίοι, δηλαδή Έλληνες από την Κρήτη. Οι Αιγύπτιοι χρησιμοποίησαν Έλληνες λιθοξόους, που έμεναν μόνιμα στην Πέτρα της Αραβίας όπου υπήρχε ο ναός του Ιάκχου στους πρόποδες του όρους Έρεβος ή Ερέμιτ στα εβραϊκά. Ο ναός είναι σκαλιστός και έχει κολόνες κορινθιακού ρυθμού. Στην είσοδο της πυραμίδος του Χέοπος υπάρχει ελληνική επιγραφή που γράφει «ΦΞΘΥ». Μπορούμε να διαβάσουμε «ΦΙΞ ΘΥΡΑ» (Είσοδος δηλαδή της Σφίγγας). Δηλαδή θύρα της σοφίας.

Ο αρχαιολόγος Μάξ Νόρντα μετά την ανεύρεση μιας μαρμάρινης πινακίδας στην βάση της μεγάλης πυραμίδος μας αναφέρει, ότι στην πινακίδα αυτή αναγράφεται ως κατασκευαστής της εν λόγω πυραμίδος ο Αίμων, αλλά Αίμων είναι ελληνικότατο όνομα. Το όνομα αυτό έφερε ο υιός του Πελασγού, πατέρας του Ιππέμονος και επώνυμος Αιμόνιων (Αίμος) όπως αναφέρει ο Απολλόδωρος.

Ο ανωτέρω αρχαιολόγος θεωρεί, ότι η μεγάλη πυραμίδα οικοδομήθηκε το 3.800 - 4.00 π. Χ. και είναι έργο των Πελεστίνων Κρητών άρα των Πελασγών Ελλήνων.

Απεικόνιση του εσωτερικού χώρου της Μεγάλης Πυραμίδος


β) Στην περιοχή της Γκίζας βρίσκεται επίσης ένα από τα αινιγματικότερα κτίσματα: η Σφίγγα. Λέγεται πως η ηλικία της ξεπερνά αυτήν την Μεγάλης Πυραμίδας φτάνοντας στα 14.000 χρόνια. Αν είναι έτσι, τότε η Σφίγγα πρέπει σίγουρα να είναι προκατακλυσμιαίο οικοδόμημα, εφόσον ο κατακλυσμός του Δευκαλίω­να τοποθετείται γύρω στο 9.000 - 12.000 π.Χ. Έτσι, αποκτά λογι­κή η παράδοση που αναφέρει πως μπροστά στα πόδια της δεν απλωνόταν η έρημος, όπως τώρα, αλλά η θάλασσα, σημάδι ότι το τοπίο άλλαξε εξ αιτίας μεγάλων γεωλογικών ανακατατάξεων. Παράλληλα, πρόσφατες επιστημονικές μελέτες αναφέρουν πως το σώμα της Σφίγγας έχει υποστεί διάβρωση εξ αιτίας του νε­ρού. Η παράδοση αναφέρει εξάλλου ότι στην κορυφή του κε­φαλιού της πάνω από τα δυο στέμματα, ένα κόκκινο και ένα λευκό, που έφερε κάποτε, ήταν αναμμένη μια άσβεστη φωτιά που έπαιζε το ρόλο φάρου για τα πλοία, ενώ ήταν παράλληλα και η συμβολική έκφραση του πνεύματος.

Η πέτρινη μορφή που βλέπουμε σήμερα όπως αναφέρει η Ιουλία Πιτσούλη, δεν έχει ούτε τα γαλάζια μάτια, από μπλε λάπις λάζουλις που είχε κάποτε, ούτε τα έντονα κόκκινα και λευκά χρώματα και την ιερή κόμπρα στο κάλυμμα του κεφαλιού, ούτε τα τεράστια χρυσά ενώτια, ούτε καν το «ιερό γένι» της που βίαια αποσπασμένο από δυτικούς; «βαρβάρους» βρίσκεται στο Βρεττανικό Μουσείο. Μαζί με τα Ελγίνεια!

Ακόμη όμως και χωρίς τα στολίδια της η γιγάντια αυτή μορ­φή, μήκους 57,60 μέτρων, που το σώμα της αποτελείται από έναν και μοναδικό ογκόλιθο, κατάφερε να νικήσει το χρόνο και να παραμείνει πιστή στην αποστολή της, που απ' ότι λέγεται είναι η μεταφορά ενός συγκλονιστικού μηνύματος. Ποιό είναι λοιπόν το μυστικό της μυστηριώδους πέτρινης Σφίγγας με το αινιγματι­κό βλέμμα;

Αυτό που μπορεί να δει οποιοσδήποτε οξυδερκής παρατη­ρητής είναι πως στη μορφή της συναντιούνται ο άνθρωπος, το λιοντάρι, ο ταύρος και ο αετός. Σύμφωνα με όσα έχει διασώσει ο Ευσέβιος της Καισάρειας από τους λόγους του Μανέθωνα, συμβολίζουν τα 4 στοιχεία τη; φύσης, τα 4 ζώδια του «σταθερού σταυρού» και σηματοδοτούν τις τέσσερις βασικές περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας. Εκεί­νες που αντιστοιχούν σε αυτό, που οι αστρονόμοι ονομάζουν «Μεγάλες Αστρονομικές Εποχές» του Ταύρου, του Λέοντα, του Σκορπιού (που συμβολίζεται επίσης με τον αετό) και του Υδροχόου (που μαζί με την Παρθένο είναι οι ανθρωπόμορφές μορ­φές του ζωδιακού). Παράλληλα, η Σφίγγα συμβολίζει τη σχέση του ανθρώπου με το ζώο - υλικό κόσμο.

Ο Πλούταρχος στο περί Ίσιδος και Οσίριδος μας διευκρινίζει: «Εκείνο που κυριαρχεί στη Σφίγγα της Γκίζας είναι το λιονταρίσιο σώμα και το ανθρώπινο κεφάλι που ανατρέχοντας κανείς στις αντίστοιχες Αστρονομικές Εποχές, (του Λέοντα και του Υδροχόου), συναντά την προκατακλυσμιαία ανθρωπότητα και τη σημερινή - της εποχής της Υδροχόου.»

Όπως αναφέρει ο Απολλόδωρος στο δεύτερο βιβλίο του, κάτω από το δεξί πέλμα της Σφίγγας βρίσκονται υπόγειοι θάλαμοι που οδηγούν στην «Αίθουσα των Αρχείων» εκεί δηλα­δή όπου λέγεται ότι έχει αποθηκευτεί η γνώση των προκατακλυσμιαίων πολιτισμών και οι πληροφορίες για την προέλευση και το πεπρωμένο του ανθρώπου.

Η «Αίθουσα των Αρχείων» με τις χρονοκάψουλές της λέγεται ότι περικλείεται από μια δική της υπόγεια πυραμίδα που βρίσκεται μεταξύ της Σφίγγας και της Μεγάλης Πυραμίδας. Κάποια νύξη για αυτό κάνει και ο Ηρόδοτος, ο οποίος ανα­φέρει, πως όπως πληροφορήθηκε από τους Αιγύπτιους ιερείς κάτω από την Πυραμίδα υπάρχουν μυστικοί υπόγειοι θάλαμοι τους οποίους, όμως, δεν του επέτρεψαν να επισκεφθεί.

Ο Απολλόδωρος και ο Ευσέβιος αναφέρουν, ότι ο Ερμής ο Τρισμέγιστος προβλέποντας την επικείμενη καταστροφή απευθύνει στη Σφίγγα την προφητεία και τη θλίψη του με αυτά τα λόγια: «ω ταλαίπωρη θεά, θα μείνεις στο μέλλον μόνη, εν όψει του Νείλου. Πετρωμέ­νη έτσι όπως υψώνεσαι εδώ θα παρακολουθείς στην πορεία των αιώνων τη μοίρα της θεϊκής μας φυλής, θλιβερό απομεινάρι μια; επικείμενης καταστροφής...» Και η καταστροφή ήρθε και ότι άφησε πίσω της σχολιάζεται σ' ένα πάπυρο 3.000 ετών: «αν σκέφτεσαι ταφή αυτή είναι θλί­ψη καρδιάς που ταράζει τους θνητούς γιατί εκείνοι για τον: οποίους κατασκευάστηκαν θάλαμοι μέσα στην πυραμίδα, οι οποίοι κατόρθωσαν έργα θαυμαστά, οι οικοδόμοι που έγιναν θεοί, χάθηκαν. Οι τράπεζες προσφοράς τους είναι άδειες, όπως εκείνες των αφρόντιστων νεκρών. Τα τείχη τους καταστράφηκαν, οι τόποι τους δεν υπάρχουν πια. Σα να μην υπήρξαν ποτέ...»


Ο Αιγύπτιος ιερέας Νεσουναμούν, όπως αναφέρει η Ιουλία Πιτσούλη, αποκάλυψε στον Σόλωνα ότι γεωλογικές αναστατώσεις τρομακτικής ισχύος σάρωσαν τον προκατακλυσμιαίο ελληνικό πολιτισμό. Ακολούθησαν πολλές εκατοντάδες χρόνια οπισθοδρόμησης. Κατάτη 5η - 4η χιλιετηρίδα π.Χ. ιδρύεται ξανά στην Αίγυπτο η πρώτη μετακατακλυσμιαία δυναστεία της χώ­ρας η λεγόμενη του Μιν, όπως ιστορεί ο άλλος Αιγύπτιος ιε­ρέας ο Μανέθων. Ο επονομασθείς από τους Αιγυπτίους Μιν, Μήνας, ή Μένες είναι και πάλι ένας Έλληνας: ο Μίνωας ο Α'.

Η εποχή του τοποθετείται από το μεγάλο αιγυπτιολόγο Μάριετ γύρω στο 6.000 με 5.000 π.Χ. Σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς δεν υπήρξε μόνο ένας Μί­νωας αλλά περισσότεροι, γιατί η λέξη «Μίνως» είναι τίτλος όπως «Φαραώ». Άλλες ιστορικές απόψεις πάντως θεωρούν ότι ο Μί­νως ήταν ο πρώτος μεγάλος θαλασσοπόρος ο οποίος ίδρυσε πολλές αποικίες. Γι' αυτό και «Μινώα» λέγονται πολλά λιμανά­κια της Μεσογείου. Δεν αποκλείεται λοιπόν στο απώτατο παρελθόν ο πρώτος Μίνως να έφτασε στην Αίγυπτο μεταφέρο­ντας στη γη του Νείλου ένα «θαύμα»: τον ελληνικό πολιτισμό. «Εις την Αίγυπτον εβασίλευσαν τρόπον οι Θεοί, έπειτα οι Ήρωες και μετά οι άνθρωποι οι θνητοί και ο Μήνας ήταν ο πρώτος βασιλεύς των θνητών ανθρώπων» αναφέρει ο Ηρόδο­τος.

Μαζί με τον Μίνωα φτάνουν στην Αίγυπτο και πολλοί άλλοι Έλληνες και μαζί τους ο Βούτης, ο αρχιερέας των ναών της Αθη­νάς και του Ποσειδώνα των Αθηνών και ο περίφημος αρχιτέ­κτων Δαίδαλος ο οποίος είχε υψώσει στην Κρήτη τα πρώτα ανάκτορα της Κνωσού τα αναφερόμενα ως Λαβύρινθος.

Ο Βούτης ανέλαβε τη συγκέντρωση όλων των διασωθέντων από τον κατακλυσμό αρχαίων κειμένων. Όλα τα εναπομείνα­ντα συγγράμματα αστρονομικού, φιλοσοφικού, ιατρικού και επιστημονικού περιεχομένου που είχαν διασωθεί συγκεντρώ­θηκαν και μεταγράφηκαν από την ιερογλυφική στην ιερατική γραφή. Οι γνώσεις που περιείχαν έδωσαν ραγδαία πολιτισμική ώθηση στην Αίγυπτο της εποχής εκείνης. Κυριολεκτικά την ανα­γέννησαν. Η σύνδεση του Μίνωος του Α' με αυτή τη νέα περίοδο ακμής και αναγέννησης οδήγησε αργότερα στη θεοποίηση του και, μάλιστα, ως θεός Μιν συνδέθηκε με τη γονιμότητα - ο Διό­δωρος Σικελιώτης αναφέρει το Μήνα ως αποκαλύψαντα τους καρπούς στους ανθρώπους - γι' αυτό και παριστάνεται με υπερ­μεγέθη φαλλό.

Ο Ιώσηπος και ο Στοβαίος αναφέρουν ότι ο Βούτης ήταν εκείνος που ανακάλυψε τα κείμενα του Ερμή του Τρισμέγιστου σε κάποιες κρύπτες των Πυραμίδων, ενώ ο άλλος συνοδός του Μίνωα στην Αίγυπτο, ο Δαίδαλος αναφέρεται ως αρχιτέκτονας του περίφημου ναού του Ηφαίστου στην Μέμφιδα. «Το δε κάλλιστον προπύλον εν Μέμφει Δαιδάλω αρχιτεκτονήσω», αναφέ­ρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης συμπληρώνοντας τον Ηρόδοτο που χαρακτηρίζει το ναό «μέγα έργον και άξιον διηγήσεως».

Ο Αθανάσιος Σταγειρίτης αναφέρει επίσης στην «Ωγυγία» του, ότι η πόλη του Κροκοδείλου, όπου υπάρχει και ομώνυμος ναός, κτίστηκε από τον Μίνωα ο οποίος διωκόμενος από άγρια σκυλιά κατάφυγε στη λίμνη του Μοίριδος όπου «αρπάσας αυτόν, παραδόξως, είς κροκόδειλος διεπέρατεν εις το άντικρυ μέρος. Ο Μήνας προς ευγνωμοσύνην, έκτισεν εκεί πόλιν και ωνόμασεν αύτην, πόλιν των Κροκοδείλων είτα ετίμησεν αυτούς και αφιέρωσε και τη λίμνη τούτην ως τροφή αυτών επειδή εις τη λίμνη ταύτη εφύλαττον και έτρεφον ύστερον τους ιερούς κρο­κόδειλους». «Ητο δε και άλλοι ναοί της Αιγύπτου αξιόλογοι» συνεχίζει ο Σταγειρίτης, «ως του Διός εις την Διόσπολιν, του Πρωτέως εις την Μέμφιν, της Αθηνάς εις την Σαΐν».

Μια εντυπωσιακή πληροφορία μας δίνει και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης ο οποίος αναφερόμενος στον Μίνωα κάνει την εκπληκτική επισήμανση πως αυτός «τάφον εαυτώ κατασκευάσας, πυραμίδα τετράπλευρον επιστήσαντα», ότι δηλαδή έκτισε τάφο και πάνω του έστησε πυραμίδα.

Αυτός, λοιπόν, ο θαλασσοπόρος από την Κρήτη και ιδρυτής της πρώτης ή κατ΄ αλλους της δεύτερης δυναστείας του αρχαίου βασιλείου, συνδέθηκε πριν απ' όλους με τα αινιγματικά κτίσματα των πυραμίδων. Αλλά η σχέση του με τη θάλασσα και η μακρινή ανάμνηση της έλευσής του στην Αίγυπτο με πλοίο έμειναν επίσης στην ιστορία όταν ο Μίνωας θεοποιήθηκε. Πάνω στο ιερό του υπήρχε μια λεπτή κολόνα και στην κορυφή της ένα ζευγάρι κέρατα και ένα κατάρτι.

Τα μινωικά ταυροκαθάψια, γιορτή αφιερωμένη στον θεό Ποσειδώνα και μια άμεση σύνδεση με το βασίλειο της Αιγύπτου και του συμβολισμού του Ταύρου-Άπις, του ενδιάμεσου θεού ανθρώπων και θεοτήτων. Ο ταύρος ποτέ δεν φονευόταν.


Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Έλληνα Μί­νωα του Α' ήταν η ένωση των δυο βασιλείων της Αιγύπτου. Γι' αυτό το σκοπό ήταν αναγκαία μια νέα πρωτεύουσα όπου η Άνω και η Κάτω Αίγυπτος θα είχαν κοινό σημείο αναφοράς. Έτσι ύψωσε το μεγαλείο της η Μέμφις που έγινε γνωστή και με το όνομα «Λευκό τείχος». Ναοί και αγάλματα, μεγάλα και πολυ­τελή κτίρια στόλισαν αυτό το εμπορικό και θρησκευτικό κέντρο της Αιγύπτου που για περισσότερα από 3.000 χρόνια έπαιξε σημαντικό ρόλο στη χώρα. Όμως, η Μέμφις όπως αναφέρει η Ιουλία Πιτσούλη δεν υπάρχει πια. Έπεσε θύμα του φανατι­σμού, της άγνοιας και της λησμονιάς. Ο περίλαμπρος ναός του Ηφαίστου, (Πταχ το Αιγυπτιακό του όνομα) που είχε κτίσει ο Δαίδαλος γκρεμίστηκε και ότι απομένει από αυτόν είναι σκόρ­πιες βάσεις κιόνων. Εκεί όπου κάποτε υψωνόταν μια λαμπρή μητρόπολη μεγέθους 150 σταδίων - όπως αναφέρει ο Διόδω­ρος - απλώνεται σήμερα η σιωπή, η λησμονιά και οι φοινικιές, οι καλαμποκιές και τα ζαχαροκάλαμα που καλλιεργούν οι ντό­πιοι χωρικοί, οι φελάχοι.

Εκτός από λίγες αρχαίες πέτρες, σπαρμένες εδώ και εκεί, από την αλαβάστρινη Σφίγγα και το γιγαντιαίο άγαλμα του Ραμσή Β' ότι απομένει σήμερα για να μας θυμίζει το παλιό με­γαλείο είναι σι περιγραφές του Ηρόδοτου, του Πλούταρχου, του Διόδωρου και του Στράβωνος, όπως παραδέχονται και οι Αιγύ­πτιοι ιστορικοί.

Λίγο μακρύτερα από την αρχαία Μέμφιδα βρισκόταν η νε­κρόπολη της, η σημερινή Σακκάρα. Η Σακκάρα δεν πρέπει να συγχέεται με την σημερινή έρημο Σαχάρα γιατί η νεκρόπολις παίρνει το όνομά της από το θεό Σόκκερ.

Εδώ λοιπόν στη Σακκάρα βρίσκεται η αρχαιότερη πυραμί­δα της Αιγύπτου. Είναι η περίφημη κλιμακωτή πυραμίδα που από πολλούς θεωρείται το αρχαιότερο λίθινο κατασκεύασμα στον κόσμο. Ονομάζεται «κλιμακωτή» γιατί αποτελείται από 6 φαρδιά σκαλοπάτια. Το ύψος της είναι 60 μέτρα και το βάρος της έχει υπολογιστεί στους 850.000 τόνους. Αρχιτέκτονας της θεωρείται ο Ασκληπιός που το αιγυπτιακό του όνομα είναι Ιμχοτέπ. Πρόκειται, όπως υποστηρίζεται, για άλλη μια μορφή της εποχής του κατακλυσμού, Έλληνας βέβαια, ο οποίος εκτός από αριχτέκτων είχε και μια δεύτερη ιδιότητα: ήταν φημισμένος γιατρός.

Στην περιοχή της Σακκάρα βρίσκεται και η μικρή πυραμίδα Ούνας της οποίας οι τοίχοι είναι καλυμμένοι με ιερογλυφικά σε βαθύ γαλάζιο χρώμα. Η οροφή της είναι, επίσης, καλυμμένη με άστρα που συμβολίζουν την επάνοδο της ψυχής, στον ουρα­νό. Η μικρή αυτή πυραμίδα έκρυβε μέσα της έναν μεγάλο θη­σαυρό: τις πρώτες «σελίδες» των πυραμιδικών κειμένων που είναι γνωστές ως η «Αιγυπτιακή Βίβλος των Νεκρών» και αναφέ­ρονται στις διαδοχικές επανενσαρκώσεις της ψυχής μέχρι να φτάσει στην «ανάληψη» δηλαδή στην τελειότητα και την οριστι­κή απαλλαγή της από την ύλη.

Στη Σακκάρα, κατά το Μανέθωνα υπήρχε και κάτι άλλο επίσης αξιοσημείωτο: τον «Ναό της ομορφιάς» που στην ουσία ήταν ένα είδος νοσοκομείου και εκπαιδευτικού κέντρου που δημιούργησαν οι Άτλαντες πρόσφυγες, όταν ο τόπος τους καταποντίστηκε και η Ατλαντίδα, χάθηκε για πάντα στα βάθη της θάλασσας.

Το ενδιαφέρον συγκριτικό στοιχείο είναι ότι στην ίδια πε­ριοχή τοποθετείται ο κατά τον Απολλόδωρο ο ναός του Ασκληπιού που πέρασε στη μνή­μη των ανθρώπων ως θεός της ιατρικής. Παρά τις προσπάθειες των αρχαιολόγων μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί ακόμη. Άλλωστε μόνο ένα μικρό μέρος της περιοχής Μέμφιδας - Σακκάρα έχει ανασκα­φεί. μόλις το δέκα τοις εκατό. Ωστόσο η μνήμη παρέμεινε και οι αρχαιολό­γοι γνωρίζουν πως στην Σακκάρα βρισκόταν ένα μεγάλο θερα­πευτικό κέντρο όπου συνέρρεαν χιλιάδες ασθενείς. Έτσι, μπο­ρεί κανείς να αντιληφθεί γιατί πολλοί τοποθετούν το νοσοκομείο των Ατλάντων που επλήγησαν από τον κατακλυσμό σε αυ­τήν την περιοχή.

Σήμερα, η άλλοτε υπέρλαμπρη Σακκάρα της Αιγύπτου


Οι σύγ­χρονοι ιστορικοί, όσοι τολμούν να αντιμετωπίσουν την μυθολο­γία ως πηγή προϊστορικών πληροφοριών και γεγονότων, βλέ­πουν να ανοίγεται μπροστά τους μια πραγματική πύλη γνώσης, που οδηγεί κατευθείαν στο απώτατο προκατακλυσμιαίο παρελ­θόν της ανθρωπότητας και της ελληνικής φυλής. Πόσο μακρινό όμως είναι αυτό το παρελθόν; Κάποιοι το τοποθετούν πριν από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα που υπολογίζεται μεταξύ 9.000 και 12.000 π.Χ., και κάποιοι ακόμα παλαιότερα πριν και από τον κατακλυσμό του Ωγύγου ο οποίος προηγήθηκε του Δευκαλίωνα και δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί χρονολογικά.

Όπως μας πληροφορεί ο Δημήτριος Μεντές, η καταγραφή των γενεών των θεών και ημιθέων, που έδρασαν στην Αίγυπτο, μας δείχνει ότι τα περισσότερα ονόματα -αν όχι όλα- είναι ελληνικά (π.χ. Οσιρις, Τυφών, Ισις). Ο Όσιρις έχει το όνομά του σύνθετο από τις λέξεις όσιος και ιερός (ΟΣ-ΙΡΙΣ), δηλαδή άσπιλος, αμόλυντος και καθαρός από κάθε επιδεχόμενη καταστροφή και θάνατο. Λέγεται, ότι ο Οσιρις είναι ο θεός Διόνυσος, ο δε Ώρος είναι ο θεός Απόλλων.

Υπάρχει μια αναφορά στους Σολυμίτες (κανείς μέχρι σήμερα δεν αμφισβήτησε την Ελληνικότητά τους), από τους οποίους οι Αμμώς (κατά το λεξικό Λίντελ Σκότ σημαίνει ημέτερος, ομογενής), ζήτησαν βοήθεια ως ομογενείς, όταν η άρχουσα τάξη των Αιγυπτίων, φοβούμενη κάποια στιγμή μήπως χάσει την εξουσία, στράφηκε από τους Έλληνες εναντίον τους. Πρέπει να θυμηθούμε ότι ο αρχαιότερος θεός των Αιγυπτίων ονομάζεται Άμμων που κατά το Λίντελ Σκοτ σημαίνει άσπιλος - αμόλυντος. Και εδώ έρχεται ο Πλούταρχος να μας θυμίσει πως «ορθό­τατα οι φιλόσοφοι λένε ότι όσοι δεν μαθαίνουν να ακούνε ορθά την έννοια των λέξεων, σφάλλουν και στα πράγματα».

Ποια όμως είναι η ορθή έννοια των λέξεων; Την απάντηση μας την δίνει ο ίδιος ο Πλούταρχος στο «περί Ισιδος και Οσίριδος» των «Ηθικών» του. Απευθυνόμενος στην Κλέα, την ιέρεια του Διο­νύσου στους Δελφούς, της λέει για την άλλη κορυφαία μορφή της Αιγυπτιακής θρησκείας, τον Όσιρι, πως «...είναι ο Διόνυσος, και βέβαια, ποιος άλλος πρέπει να το ξέρει καλύτερα από σένα ω Κλέα, ανέκαθεν ήσουν στους Δελφούς από τις Θυιάδες και από τους γονείς σου μυημένη στα Οσιρικά Μυστήρια;. Όσα δε φανερά τελούν οι ιερείς στην Αίγυπτο αυτά από τις Βακχείες δεν διαφέρουν σε τίποτα». Ο Πλούταρχος συνεχίζει: τονίζοντας πως ο Αιγύπτιος Σέραπις δεν είναι άλλος από τον Πλούτωνα, η Ίσις είναι η Αθηνά, ο Σηθ είναι ο Τυφώνας, ο Άνουβις είναι η Εκάτη και ο Ώρος ο Απόλλων.

Με βάση τα ανωτέρω οι ερευνητές καταλήγουν πως τα ιερά του Άμμωνος Διός στην Αίγυπτο ήσαν ναοί του «ημετέρου» του δικού μας Δία οικοδομημένα από τους Έλληνες που αποίκησαν τη χώρα. Το ιερό του Άμμωνος Διός, βρίσκεται στην έρημο, στα σύνορα με τη Λιβύη, ήταν δηλαδή το ιερό ενός «ημετέρου» Διός, όπως ακριβώς και σήμερα οι Έλληνες παίρνουν μαζί τους τις τοπικές λατρείες τους, π.χ. Παναγία Σουμελά κλπ.

Οι ιστορικοί Δαμάχος, Νόνος, Δίον ο Προυσεύς και Οινοπίδης μας πληροφορούν ότι ο Άπις, βασιλιάς του Άργους, όταν αναγκάσθηκε να το εγκαταλείψει, κατέφευγε στην Αίγυπτο, όπου εγκατέστησε και αποικία. Μετά το θάνατό του ο Άπις θεοποιήθηκε από τους Αιγυπτίους και κατετάγει μεταξύ των μεγαλυτέρων θεών του Αιγυπτιακού πανθέου.

Επίσης οι Στίλπων, Τιμίσθεος, Ηρόδοτος, Σαουγθανιάθων, Νόννος, Οινοπίδης, και άλλοι μας πληροφορούν τα κάτωθι :


1ον) Η Θεά Αθηνά των κλασικών χρόνων ως και τα αντίστοιχα αυτής μυστήρια, κατά την έναρξη της πελασγικής – πελαγονικής περιόδου, έφερε το όνομα Αθιής. Εν συνεχεία έλαβε το όνομα Ανιήθ (μετέπειτα Νιήθ) μετά την αποίκηση υπό ελλήνων των παραλίων της Σαρμάτης και Αιγύπτου κατά την 7η προς 6η χιλιετηρίδα. Επίσης κατά την 4η προχριστιανική χιλιετηρίδα, μετά την αποίκηση των Βορσσίπων υπό Δαναών αναφέρεται ως Αθηντάτ, η μετέπειτα Βαβυλώνια Ανάτ, τα δε σύμβολά της παρέμειναν τα ίδια σε όλες τις επιτόπου εκφάνσεις και διανθίσεις της, δηλαδή η περικεφαλαία, το δόρυ η ασπίδα, το πτηνό και ο όφις.

2ον) Ο θεός Ερμής ελατρεύετομετά την πρώτη χιλιετία της παρουσίας των Ελλήνων στην Αίγυπτο με το όνομα Εθμήθ στην άνω Αίγυπτο και Εθμώθ στην κάτω Αίγυπτο, ο μετέπειτα ονομαζόμενος Θώθ ή Θεύθ.

3ον) Η θεά Ιώ η οποία κατά τον μύθο κατέφυγε στην άνω Αίγυπτο στο κράτος της Θίνις (Θίνις – Νακάντια – Νέκχεν), περί το τέλος του αρχαίου βασιλείου επί Σκορπιού (4.000 – 3.700 π.Χ.) με αρχές της πρώτης Φαραωνικής δυναστείας (3.000 – 2.350 π.Χ.) ελατρεύετο ως Ιώ, η μετέπειτα ονομασθείσα Ιώσις κατά την δεύτερη Φαραωνική δυναστεία επί Φαραώ Σεθένη (2.780 – 2.660 π.Χ.), η μετέπειτα ονομασθείσα Ίσις πιθανώς επί Φαραώ Νεκτανεμός. Τα μυστήρια της Ιούς ή Δήμητρας κατά άλλους συγγραφείς περιελάμβαναν τα εξής μέρη: Εξαγνισμός βάπτιση, θάνατος δια της καθόδου στον κάτω κόσμο, την μεταμόρφωση σε Ήλιο, μυστήρια ομοιάζοντα με τα μυστήρια της Ίσιδος. Τόσο η Ιώ όσο και η Ίσις απεικονίζονται με κέρατα της αγελάδας. Σύμφωνα δε με τον Ισοκράτη (Α Ολινθ. 15) αναφέρει ότι ο Πυθαγόρας είναι ο πρώτος που μετέφερε την νέα Φιλοσοφία από την Αίγυπτο, μια φιλοσοφία αναγεννημένη από την προηγούμενη ελληνική που έφθασε στην Αίγυπτο με τον Ερμή.

Η δημόσια ιστορία μας αναφέρει ότι κατά την 4η μεταναστευτική περίοδο των Αιγαιών (1500 -1000) προς Αίγυπτο, οικοδομείται η Απολλωνόπολις όπου ελατρεύετο ο θεός Απόλλων ο μετέπειτα ονομασθείς Ώρος, καθώς και η πόλις Εντφού. Η αλήθεια είναι ότι κατά την δευτέρα μεταναστευτική περίοδο (4ης προχ. χιλιετηρίδος), ο βασιλεύς της Τροιζίνας Ώρος, μετά την εκθρόνησή του από τον εγγονό του Άλθηπου, μετέβει στην άνω Αίγυπτο και ίδρυσε την πόλη Απολλλωνόπολη. Αργότερα επί Φαραώ Ναρμέρ ελατρεύθηκε ως ταυτόσημος θεός με τον Απόλωνα, όπως μαρτυρείται από τους Μανέθωνα, στήλης του Παλέρμο, Παυσανίας (ΙΙ.27.4), Κείμενα Πυραμίδων (2.300 - 2600 π.Χ. πίνακας 4 αρ 1.123 4ος στίχος), Διόδωρου Σικελιώτη Αιγυπτιακά κλπ. Στο άδυτο του θεού Απόλλωνα - Ώρου περιγράφουν οι ανωτέρω συγγραφείς υπήρχε ένα το μουσικό όργανο το σείστρο και όπως ο Πλούταρχος και Μανέθων λέγουν «και το σείστρο φανερώνει, ότι όλα τα όντα πρέπει να σείωνται και δεν πρέπει ποτέ να παύουν να κινούνται αλλά να εξεγείρωνται από τον ύπνο», γιατί έλεγαν, ότι «ο ήχος των σείστρων αναγκάζει σε φυγή το κακό», δηλαδή τον Τυφώνα.

Ίσις, Όσιρις και Ώρος, τοιχογραφία που ανακαλύφθηκε στον ναό της Ίσιδος στην Φιλαδέλφεια της Κάτω Αιγύπτου.


Συμπεράσματα:

Κουραστικές ίσως, πλην σαφείς οι πληροφορίες που αναφέρθησαν στα πέντε μέρη της έρευνας-μελέτης, τελικώς επιβεβαιώνουν την Ελληνικότητα της προϊστορίας της Αιγύπτου. Η Μεγάλη Βρετανική Εγκυκλοπαίδεια των Εθνών, η οποία παλαιοτέρα έφερε και εμφάνιζε τους Ασσυροβαβυλωνιους και τους Αιγυπτίους ως αρχαιοτέρους από τους Έλληνες, ήδη από τη νέα έκδοσή της το 1994 στο άρθρο (Ευρώπη) αναφέρει ως αρχαιότερο λαό στο χώρο της Μεσογείου, τους κατοίκους της Νησιωτικής και Ηπειρωτικής Ελλάδας.

Η έρευνα φυσικά δεν σταματά εδώ ασφαλώς. Ούτε καν η εισαγωγή της δεν είναι, για όσους εξελιγμένους νόες εντρύφησαν και ζήτησαν τα ποιο πέρα και ποιο πίσω στις χιλιετηρίδες

Βιβλιογραφία:

Δαμάχου: «περί Μυστηρίων», Βιβλιοθήκη Βατικανού

Ιωσήφ Λαζαρίδη: «Η γενετική συνέχεια των Ελλήνων»

Νόννος «Διονυσιακά»: Εκδ. Κάκτος

Πλάτων: Τίμαιος - Κριτίας, Εκδ. Κάκτος.

Δαμάχου: «περί Αρχαίων θεών», Βιβλιοθήκη Βατικανού

Διόδωρος Σικελιώτης: ιστορική βιβλιοθήκη, βιβλ. α' και ε', εκδ. Γεωργιάδης - βιβλιοθήκη των Ελλή­νων.

Ιωάννης Πασσάς: Τα Ορφικά, εκδ. Εγκυκλοπαίδειας του Ηλίου.

Κωνσταντίνος Σπετσιωτάκης - Κωνσταντίνος Χατζηγιαννάκης. Η Γεωμετρική Θεώρηση του Κόσμου στην Αρχαία Ελληνική σκέψη. Εκ. Ιχώρ

Δ, Λιακόπουλος. «Οι ρίζες των Ελλήνων»

Παντελης Κ. Ιωαννίδης: Η Άγνωστη Προϊστορία των Ελλήνων, εκδ. Δίον.

Παρασκευή Βλαχογιάννη: «Η Αίγυπτος στο χθες και στο σήμερα», εκδ.Ευσέβιος της Καισαρείας.«Θεοί και Μυστήρια»

Ιουλία Πιτσούλη. Έλληνες οι Θεοί της Αιγύπτου. Εκδόσεις Aldebaran

Απολλόδωρος, βιβλ. Β', εκδ. Ζαχαρόπουλος. Αθανάσιος

Μανέθωνος Αιγυπτιακά. Εκδ. Γεωργιάδη

Απολλλόδωρος περί θεών. Εκδώσεις Κάκτος

Αθανάσιος Σταγειρίτης: «Ωγυγία ή Αρχαιολογία», με ερμηνευτικά σχόλια του Ηρακλή Μιχαήλ Μουτζουρίδη: Εκδόσεις «Διανόηση»

Jill Α. Pochan: Τα μυστήρια των μεγάλων πυραμίδων, εκδ. Ορφανίδη.

Θ. Μανιάς .Το ελληνικό πνεύμα στις πυραμίδες της Αιγύπτου

Στράβωνος Γεωγραφικά. Εκδ, Κάκτος

Tom Valentine: Το μυστήριο της Μεγάλης Πυραμίδας, εκδ. Ωρόρα.

Στοβαίου τραγωδίαι: Εκδ Κάκτος

S. Otrander, l. Shroeder: ψυχικές ανακαλύψεις στην Ε. Σ. Σ. Δ.. Εκδόσεις Βολούκου.

Σράβωνος Γεωγραφικά. Εκδ. Κάκτος

Paul HrnIside the grate pyramid,c.djema

Θεοφάνης Μαντάς: «Το Ελληνικό πνεύμα στις πυρα­μίδες της Αιγύπτου», εκδ. πύρινος Κόσμος

Παυσανίας (ΙΙ.27.4). Εκδ. Κάκτος

Διαμαντής Κούτουλας: περ. Δαυλός τ. 154

Αλέξανδρος Πετίδης: «Η όαση του Άμμωνα Δία», περ. Ανεξήγητο.

Πλούταρχος: «Ηθικά, περί Ίσιδος και Οσίριδος», βιβλ. β' εκδ. Γεωργιάδη - βιβλιοθήκη των Ελλήνων

Κόπτος: τόμος Η', Πάπυρος Λαρούς.

Παπαρρηγόπουλος: «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τομ Α΄, σελ 379

Ομήρου Ιλιάς: Ζ 395

Διόδωρος Σικελιώτης, Δ΄, 72

Κλήμης Αλεξανδρείας, (αποσπάσματα έργων, τομ. Β΄, σελ. 390) (Από τον Ιω. Μαλάλα)

Απολλόδωρος: Γ΄, Ι, 1

Στράβων, ΙΓ΄, Ι, 7, σελ. 53. και IV, 6, σελ. 179

Απολλόδωρος, Επιτομή ΙΙΙ, 9

Παναγιώτης Χατζηιωάννου: «Οι Πυραμίδες των Ελ­λήνων», περ. δαυλός, τευχ. 148

Δημήτριος Μαντές : Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τ. Α', Εκδοτική Αθηνών

Διαμαντής Κούτουλας: Ο Προκατακλυσμιαίαος Οι­κουμενικός Πολιτισμός των Διογενών Ελλήνων, περ. Δαυλός, τευχ. 151.

Μ. Μεγαλομμάτης: Ο ναός του Ώρου στο Εντφου, περ. «Τρίτο Μάτι», τ. 34

Ed. Schure. Οι Μεγάλοι Μύσται. Εκδ. Κάκτος.

Κ.. Θεοχάρης Δετοράκης. Ιστορία της Κρήτης του καθηγητή

Μ. Μεγαλομμάτης: Ο ναός της Ίσιδας στις Φίλες, περ. Τρίτο Μάτι τ. 28

Παντελής Ιωαννίδης: Ερμής ο Τρισμε'γιστος, εκδ. Δίον.

Γεώργιος Σιέττος: Αρχαίες επιβιώσεις στον χριστιανι­σμό, εκδ. Aldebaran

Pierre Montet: «H καθημερινή ζωή στην αρχαία Αίγυπτο», Εκδ. Παπαδήμα

Στέκιος Πετράκης. Ερευνώ, βρίσκω και γράορω

Τομ Βαλλεντάιν. «Το μυ­στήριο της Μεγάλης Πυραμίδας»

Κωαταντίνος Κωνσταντινίδης: «Δημιουργοί και παραχαράκτες της Παγκόσμιας Ιστορίας», εκδ. 21ος Αιώνας

Ηροδότου Ιστορία - Ευτέρπη (περί της Αιγΰπτου). Εκδ. Κάκτος

I. Θωμόπυλος: Πελασγικά

Σταύρος Π. Παπαμαρινόπουλος: «Αστρονομική χρονολόγηση του τέλους του Τρωικού Πολέμου»

Κ. Κουτρουβέλης στο βιβλίο του «Η αναχρονολόγηση της Προϊστορίας»

Φίλων ο Βύβλιος. «Πρεσβεία προς Γαίο», Εκδ Κάκτος

Μανόλη Βουτυρά & Αλεξάνδρας Γουλάκη-Βουτυρά: «Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της»


phgh intownpos   





Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only