Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2021

Κασσωπαία Χώρα


Σε συνέχεια των προηγούμενων άρθρων, όπου αναφέρθηκα περί της πολιτισμικής καταστάσεως της Ηπείρου, στο παρών άρθρο μου θα αναφερθώ στην «Αρχαία Κασσώπη» (Κασσωπαία χώρα), την πόλη της Ηπείρου, παράδειγμα αρχιτεκτονικής και κοινωνικής ζωής του 2ου -3ου π.Χ., η οποία αποτέλεσε την απαρχή του δρόμου του Μεταξιού τον 3ο αιώνα π.Χ

H αρχαία Κασσωπαία, χώρα της Ηπείρου («Απείρου γης» η έκταση της οποίας συμπίπτει περίπου με αυτή του σημερινού νομού Πρεβέζης, είχε ως πρωτεύουσα την Κασσώπη, η οποία ευρίσκεται στη σημερινή περιοχή του χωριού Καμαρίνα στις πλαγιές του Ζάλογγου. Η Φυσική οχυρή και στρατηγική της θέση, έδινε την δυνατότητα στην πόλη να ελέγχει τον σημαντικό εμπορικό άξονα Βορρά-Νότου και εκείνου που ένωνε την ενδοχώρα με τα παράλια.

Η Κασσωπαία χώρα εκτεινόταν κατά την αρχαιότητα, μεταξύ του Αμβρακι­κού Κόλπου (νότια) και του Ιονίου πελάγους (δυτικά), ανάμεσα στους ποταμούς Αχέροντα (βόρεια) και Άραθου (ανατολικά), περιελάμβανε δε την μεγάλη ορεινή ενδοχώρα, τις εύφορες πεδιάδες που έφθα­ναν έως τις ακτές του Ιονίου και την πλούσια λιμνοθάλασσα του Αμ­βρακικού, που παρείχαν αφθονία αγαθών στους κατοίκους όπως αναφέρουν οι Στράβων στα Γεωγραφικά (Ζ,7.56, 324ι,)ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς, εξερευνητής του 6ου αιώνα π.Χ. στο έργο του Περίπλους, και ο Παυσανίας στα Ηλιακά 7,2 αντίστοιχα:


KAS112-8871

«νέμονται χώραν ευδήμονα έχοντες…»

«Η Κασσωπαία ήτο εθνότης εγκατεστημένη νοτίως της Θεσπρωτίας και παροικούσαν δε ούτοι έως τον Ανακτόριον Κόλπον», (Αμβρακικός).

«Παράπλους δε εστί της Κασσωπαίας χώρας ήμισυ ημέρες… οἱ Κασσωπαῖοι μέχρι τοῦ μυχοῦ τοῦ κατὰ Ἀμβρακίαν ὑπέρκειται δὲ αὕτη τοῦ μυχοῦ μικρόνΓόργου τοῦ Κυψέλου κτίσμα παραρρεῖ δ᾽ αὐτὴν ὁ Ἄρατθος ποταμός, ἀνάπλουν ἔχων ἐκ θαλάττης εἰς αὐτὴν ὀλίγων σταδίων, ἀρχόμενος ἐκ Τύμφης ὄρους καὶ τῆς Παρωραίας


Ο Θουκυδίδης (1. 46. 4) αναφερόμενος στα γεγονότα της ναυμαχίας των Συβότων (433/2π.Χ.), λίγο πριν την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, μας δίδει λεπτομερή περιγραφή της γεωμορφολογίας της περιοχής, με τους μικρούς κόλπους τα βραχώδη ακρωτήρια στις ακτές και το εσωτερικό ορεινό τοπίο που διακόπτεται από τις κοιλάδες των ποταμών Θύαμη (σημερινού Καλαμά) και Αχέροντα και των μικρότερων παραποτάμων των. Η τραχεία αυτή - κατά τον Στράβωνα (Γεωγραφικά Ζ, 7.8.) - χώρα, με τους παράλληλους μεταξύ τους ορεινούς όγκους, που βαθμιαία χαμηλώνουν δυτικά, κατοικείτο ήδη από τη Μέση Παλαιολιθική 100.000 π.Χ.) και αδιάλειπτα καθόλη την διάρκεια των προϊστορικών και ιστορικών αιώνων (Σ. Λάζαρη 2006 41-60), όπως απέδειξαν οι ανασκαφές του Βρετανού καθηγητή Eric Higgs και του καθηγητού Σωτήριου Δάκαρη το 1963-1965 στο Παλαιολιθικό Σπήλαιο Ασπροχάλικο Πρεβέζης και Κοκκινόπουλο του ποταμού Λούρου.

Ο Στράβων στα (Γεωγραφικά VII 7, 1) θεωρούσε την Κασσωπαία χώρα τμήμα της Θεσπρωτίας, αν και είναι γνωστό από αρχαία νομίσματα ότι η Κασσωπαία αποτέλεσε αυτόνομη πολιτεία. Αν ληφθεί όμως υπόψη η γνώμη του Στράβωνα, όπως και άλλων συγγραφέων, που τοποθετούν τη Δωδώνη σ΄ αυτή τη χώρα, τότε θα πρέπει να εκλαμβάνεται ότι η Θεσπρωτία στην αρχαιότητα περιελάμβανε όλη την έκταση της περιοχής του Σουλίου, τις πεδιάδες της Άρτας και της Πρέβεζης μέχρι και τον Αμβρακικό κόλπο.

Η Κασσωπαία αλλά και ολόκληρη η Ήπειρος κατοικήθηκε ήδη από τους παλαιολιθικούς χρόνους όπως απέδειξαν τα ανασκαπτικά ευρήματα που ήλθαν στο φως, υπό των καθηγητών όπως αναφέρθει ανωτέρω: Eric Higgs και Σωτήριο Δάκαρη τα έτη 1963-1965 στο Παλαιολιθικό Σπήλαιο Ασπροχάλκου Πρεβέζης, στην Κασσώπη το 1952­-55 από τον Καθηγητή Σωτήριο Δάκαρη για λογαριασμό της Αρχαιολογικής Εταιρείας, στο Νεκρομαντείο του Αχέροντα από τον ίδιο καθηγητή μεταξύ των ετών 1958 και 1977, και στο Μαντείο της Δωδώνης το 1875 από τον Κ. Καραπάνο, για να συνεχιστούν τα έτη 1913 υπό του Γ Σωτηριλαδη, του Δημητρίου Ευαγγελίδη τα έτη 1929-1959.

Οι ανασκαφές αυτές έφεραν στο φως επίσης και ευρήματα ζωής του Homo Sapiens από το 100.000 - 10.000 πΧ. Παρόμοια ευρήματα ήλθαν στο φως επίσης από τους ανωτέρω καθηγητές και στη θέση Καστρίτσα Ιωαννίνων. Τα αρχαιολογικά ευρήματα απέδειξαν ότι οι κάτοικοι εκείνης της εποχής ήταν κυνηγοί, τροφοσυλέκτες και ποιμένες. Νεότερες δε ανασκαφές το 1981 από τον Καθηγητή Δάκαρη απέδειξαν ότι οι Κασσωπαίοι κατασκεύαζαν μεγάλους θολωτούς τύμβους για να θάψουν τους ηγέτες τους. Οι τύμβοι αυτοί είχαν παρόμοια χαρακτηριστικά με εκείνους που κατασκευάστηκαν αργότερα από τους Μυκηναίους. Το στοιχείο αυτό έχει υποστηριχθεί από την αρχαιολογική κοινότητα ότι αποτελεί απόδειξη της συγγένειας μεταξύ Κασσωπαίων της παλαιολιθικής και νεολιθικής εποχής και Μυκηναίων της μετέπειτα εποχής του Χαλκού περί το 1660 π.Χ.

Από τις γραπτές αρχαίες πηγές είναι γνωστό ότι κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. οι Ηλείοι είχαν εγκαταστήσει στην Κασσωπαία τέσσερις αποικί­ες την Πανδοσία, στο Καστρί του Αχέροντα, την Ελάτρεια στον Παλιορόφορο, τις Βατίες στο Ριζοβούνι και τo Βουχέτιον ή Βούχεια στο κάστρο των Ρωγών.

Το 580-600 π.Χ. ιδρύεται η πόλη Ωρικός, κτίσμα των Ευβοέων κατά την παράδοση (Ψευδο-Σκύμνος 411-13: «ελληνίς ωρικός» (παράλιος πόλις / εξ Ιλίου γαρ επανάγοντες Ευβοείς / κτίζουσι, Εκαταίος FgrHist 1, F 106).

Το 625 π.Χ. ιδρύεται στην Κασσωπαία, η κορινθιακή αποικία της Αμβρακίας σε ιδιαίτερα προνομιούχο θέση στον μυχό του Αμβρακικού κόλπου (σημ. Άρτα), καθώς βρισκόταν επάνω στον κυριότερο δρόμο επικοινωνίας της ηπειρωτικής ενδοχώρας με τη νοτιότερη Ελλάδα.

Η ίδρυση των αποικιών σε επίκαιρα σημεία πλησίον της Θαλάσσης και στις όχθες του Αράχθου, του Λούρου και του Αχέροντα οι οποίοι είναι πλωτοί στον κάτω ρου, συνέβαλε καθοριστικά στον σταδιακό περιορισμό της πολιτιστικής απομόνωσης της Κασσωπιαίας, Ο παραδοσιακός όμως νομαδικός τρόπος ζωής εξακολούθησε, παρά την επίδραση των αποίκων, να καταλαμβάνει σημαντική θέση στην τοπική οικονομία έως και το πρώτο ήμιση του 4ου π.Χ. αιώνος, σύμφωνα με τον (Ψευδο-Σκύλακα, Ψευδο-Σκύμνος 409-410). Η γεωγραφική θέση των αποικιών συνέβαλε καθορίστηκα ώστε οι άποικοι ήλεγχαν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της εύφορης Κασσωπαίας αλλά και της Ηπείρου γενικότερα.

Κ α σ σ ω π α ί ο ι 

Οι Κασσωπαίοι ίδρυσαν με συνοικισμό μικρότερων ατείχιστων οικιστικών νησίδων, σύμφωνα με τον Στράβωνα, την περίοδο μεταξύ 350 και 360 π.χ. την Κασσώπη σε ένα οροπέδιο με μέσο υψόμετρο 550μ. περίπου στις απότομες νοτιοδυτικές πλαγιές του Ζαλόγγου. Πρόκειται για φυσικά οχυρή και στρατηγικής σημασίας θέση σε κομβικό σημείο της επικράτειάς τους, από όπου εποπτεύει κανείς τη βόρεια ορεινή ενδοχώρα και τις νότιες πεδινές παραθαλάσσιες περιοχές της αρχαίας Κασσωπαίας, αλλά και το σύνολο των χερσαίων και υδάτινων δρόμων της περιοχής. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η Κασσώπη αποτέλεσε το διοικητικό, πολιτικό, θρησκευτικό και οικονομικό κέντρο των Κασσωπαίων. Ιδιαίτερα σημαντική για την ανάπτυξή της υπήρξε η υποταγή των Ηλειακών αποικιών από τον Φίλιππο Β' της Μακεδονίας, το 343/342 π.χ. Το γεγονός αυτό ανέδειξε την Κασσώπη - με την απόκτηση του ελέγχου των τοπικών πλουτοπαραγωγικών πηγών- στο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της περιοχής.

Οι Κασσωπαίοι, ένα, γεωγραφικά, φύλο της αρχαίας Ηπείρου, κλάδου των Θεσπρωτών όπως αναφέρει ο Στράβων στα Γεωγραφικά Ζ,7.56, 323-324ι: «Χάονες μέν ούν και Θεσπρωτοί και μετά τούτων εφεξής Κασσωπαίοι εισι, και ούτοι δ' εισί την από Κεραυνίων ορέων μέχρι του Αμβρακικού κόλπου παραλίαν νέμονται χώραν ευδήμονα έχοντες…»οι οποίοι κατοικούσαν σε μικρά χωριά όπως αναφέρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (Ιστορική βιβλιοθήκη στο Α βιβλίο) : «Παράπλους δ τῆς Θεσπρωτίας ἥμισυ ἡμέραςΚασσωποί. Μετὰ δὲ Θεσπρωτίαν Κασσωπία ἐστὶν ἔθνοςΟἰκοῦσι δὲ καὶ οὗτοι κατὰ κώμαςΠαροικοῦσι».

Από το τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα γίνονται συνα­σπισμοί φύλων στην Ήπειρο (πρόδρομοι του μετέπειτα «κοινόν των Ηπειρωτών»), ιδρύ­ονται νέες πόλεις με οργανωμένο σχέδιο όπως η Κασσώπη. η Αμμότοπος, η Γιτάνη.


Οι Κασσωπαίοι σύμφωνα με τον Έλληνα ιστορικό Πολύβιο (Ιστορίες ΧΧΧ-15 και ΚΣΤ) και τον Τίτο Λίβιο (Consilium Απειρωτάν), έλαβαν μέρος στο «Κοινό των Ηπειρωτών» (Κοινν Ἀπειρωτᾶν), ένα είδος αρχαίας Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας ετερογενών πόλεων-κρατών της Ηπείρου κατά την Ελληνιστική περίοδο. Ο ιστορικός Πολύβιος είναι ο πρώτος που αναφέρεται στο κοινό των Ηπειρωτών και ότι οι Ηπειρώτες όρισαν τη Φοινίκη ως πρωτεύουσα του Κοινού το έτος 234 π.Χ. επειδή ήταν η πιο πλούσια και η πιο οχυρωμένη πόλη.

Η ομοσπονδία αυτή υφίστατο μέχρι το τέλος της ετήσιας βασιλείας της δολοφονηθείσας Δηιδάμειας το 300 π.Χ. 1), κόρης του Πύρρου Β΄, τελευταίας ηγεμόνος της Δυναστείας των Αιακιδών. Μετά την κατάλυση της μοναρχίας η Ήπειρος έγινε Κοινόν, δηλαδή, ομόσπονδο κράτος που συνένωνε «έθνη» με κοινούς δεσμούς, λατρείας, φυλετικούς, οικονομικούς, ασφαλείας, κατά το πρότυπο κυρίως των Αιτωλών και των Αχαιών. Συγχρόνως, οι Μολοσσοί έχασαν τελείως την ηγετική θέση που είχαν απέναντι στα δύο άλλα ηπειρωτικά φύλα, στους Χάονες και τους Θεσπρωτούς, έτσι έγινε πρωτεύουσα η Φοινίκη, στην περιοχή των Χαόνων. Εκεί είχαν την έδρα τους οι αρχές του Κοινού και γίνονταν οι γενικές συνελεύσεις. Το τέλος της ομοσπονδία αυτής επέρχεται το 168 π.Χ. με την κατάληψη της Ηπείρου από τους Ρωμαίους υπό τον Αιμίλιο Παύλο.

Αντίθετη άποψη για την ομοσπονδιακή συμμαχία εκφράζει ο P. R. Franke (1989, Cambridge University). "CH. 10 PYRRHUS", p. 459, ISBN 0-521-23446-8.), ο οποίος αναφέρει την ίδρυση της ομοσπονδίας των Ηπειρωτών το 370 π.Χ. και το τέλος αυτής το 320 π.Χ.. Πιθανός ο ανωτέρω συγγραφεύς αναφέρεται στην πρώιμη ομοσπονδία των Μολοσσών, όταν οι Αιακίδες εγκαθίδρυσαν την δυναστεία αυτή στην Ήπειρο και την ένωσαν σε ενιαία πολιτική οντότητα από το 370 π.Χ.. Οι Μολοσσοί συμμάχησαν με το ισχυρό, εκείνη την εποχή μακεδονικό βασίλειο, και το 359 π.Χ. η Μολοσσίδα πριγκίπισσα Ολυμπιάδα, ανιψιά του βασιλιά Αρύββα της Ηπείρου, παντρεύτηκε τον βασιλιά Φίλιππο Β,και έφερε στον κόσμο τον Μέγα Αλέξανδρο. Στην ομοσπονδία αυτή ενετάχθησαν και οι Χάονες και οι Θεσπρωτοί όπως αναφέρεται από τον Τίτο Λίβιο στο (Epirus Consilium) Οι Κασσωπαίοι ωςανεξάρτητο φύλο, όπως φαίνεται από τον ψευδο­-Σκύλακα και τον κατάλογο των Θεοροδόκων της Επιδαύρου (360 – 355 π.Χ.) μετέχουν στο πρώτο αυτό Κοινόν των Μολοσσών.

Παραπομπή

1) Iστορική αναδρομή

Οι γνώμες μεταξύ των αρχαιολόγων για το πότε ιδρύθηκε η Κασσώπη ή τουλάχιστον ο πρώτος οικισμός διίστανται, ιδίως μετά από την ανακάλυψη του Σ. Δάκαρη το 1983, μιας μαρμάρινης επιγραφής παραπλεύρως του Ναού της Αφροδίτης, η οποία έφερε χαραγμένο το όνομα: Λύκιος Ζευς. Η ανακάλυψη αυτή οδήγησε ορισμένους αρχαιολόγους στο συμπέρασμα ότι μάλλον οι πρώτοι οικιστές ήσαν Αρκαδες του 8ου πΧ αιώνα, και εν συνεχεία από τους Ηλείους, γιατί ως γνωστόν ο Λύκιος Ζεύς απαντάται στην Αρκαδία. Άλλοι όμως αρχαιολόγοι υποστηρίζουν ότι ιδρύθηκε στα τέλη του 5ου αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. από τους Θεσπρωτείς.

Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, η Κασσώπη συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα φύλα της Ηπείρου που τάχθηκαν υπέρ της Δηλιακής Συμμαχίας και των Αθηναίων. Στη συνέχεια ο βασιλιάς Φίλιππος Β' της Μακεδονίας, κατέλαβε μεταξύ άλλων και την Κασσώπη και την παρέδωσε ως δώρο στον βασιλιά Αλέξανδρο Α΄ αδελφού της Ολυμπιάδος και γιου του βασιλέα Αλκέτα του Β της δυναστείας των Αιακιδών, του ηπειρωτικού φύλου των Μολλοσών. Ενδιαφέρον στην ιστορία έχει ότι ο Αλέξανδρος Α' παντρεύτηκε την Κλεοπάτρα, αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και την ημέρα του γάμου δολοφονήθηκε ο Φίλιππος Β' από τον Παυσανία.

Σύμφωνα με τον Παυσανία (Ηλιακά Β), ο αυταρχικός χαρακτήρας του Αλκέτα, στάθηκε η αιτία να τον εκδιώξει ο πατέρας του από το βασίλειο. Τον Αρύββα διαδέχτηκε ο Αλέξανδρος Ά και κατόπιν ο Αιακίδης. Μετά το θάνατο του τελευταίου ενώ μαχόταν τον Κάσανδρο, οι Ηπειρώτες ανακάλεσαν τον Αλκέτα από την εξορία για να καλύψει το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε.

Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου άρχισε μια οξεία διαμάχη του στρατηγού Κάσσανδρου με την Ολυμπιάδα, που είχε ως αποτέλεσμα τη διαφυγή της Ολυμπιάδος από τις Αιγές στην Κασσώπη, κατά την διάρκεια της εκστρατείας του Κάσσανδρου εναντίον της.

Με την εξέλιξη αυτή των πραγμάτων, ο Κάσσανδρος έστειλε τον στρατηγό του Λυκίσκο να εισβάλει στην Ήπειρο και να καταλάβει την Κασσώπη, ελπίζοντας να απομακρύνει τον Αλκέτα και να συλλάβει την Ολυμπιάδα. Τότε ο Αλκέτας έστειλε τους γιους του, Αλέξανδρο και Τεύκτρο στους διάφορους οικισμούς να συγκεντρώσουν στρατό. Ο ίδιος στρατοπέδευσε με τους άνδρες που είχε ήδη κοντά στον εχθρό και περίμενε να επιστρέψουν οι γιοι του όπως αναφέρουν (οι W. Hoepfner, E.L.Schwander, 1986, 1994 και Δημήτρης Μανωλεσάκης.).

Οι Ηπειρώτες τρόμαξαν στη θέα της υπεροχής των στρατευμάτων του Λυκίσκου και αυτομόλησαν στον εχθρό. Εγκαταλελειμμένος, ο Αλκέτας βρήκε καταφύγιο στις Ευρυμενές, μια πόλη της Ηπείρου. Καθώς η πόλη πολιορκείτο, κατέφθασε με ενισχύσεις ο γιος του Αλέξανδρος. Ακολούθησε βίαιη και πολύνεκρη μάχη, η οποία είχε δυσμενή αποτελέσματα για το Λυκίσκο. Εντούτοις, όταν κατέφθασε ο Δεινίας με ενισχύσεις έλαβε χώρα δεύτερη μάχη, στην οποία οι Ηπειρώτες ηττήθηκαν. Οι Αλέξανδρος και ο Τεύκρος ακολούθησαν τον πατέρα τους στη φυγή του με κατεύθυνση κάποιο οχυρό, ενώ ο Λυκίσκος καταλάμβανε της Ευρυμενές, λεηλατώντας και καταστρέφοντάς τις.

Όσο συνέβαιναν αυτά, ο Κάσσανδρος είχε ήδη αρχίσει να κινείται με κατεύθυνση την Ήπειρο για να ενισχύσει το στρατηγό του. Μόλις όμως ενημερώθηκε πως ο Λυκίσκος είχε στεφθεί νικητής, ήρθε σε επαφή με τον Αλκέτα, με τον οποίο τελικά ήρθε σε συμφωνία αφού, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, να του παραδώσει την Ολυμπιάδα. Η Ολυμπιάδα όμως είχε είδη διαφύγει στην Αμφίπολη. Ο Αλκέτας μη έχοντας την Ολυμπιάδα και απειλούμενος από τον Λυκίσκο, ο οποίος είχε στρατοπεδεύσει έξω από την Κασσώπη, του παραχώρησε μέρος του στρατού του για να τον βοηθήσει στην - αποτυχημένη όπως αποδείχτηκε - πολιορκία της Απολλωνίας που σχεδίαζε σύμφωνα πάντα με τον Σκύλακα.

Σημαντική είναι η πληροφορία την οποία παραθέτει ο Δαμάχος (Ιστορίες Β, 12).ότι οι ιέρειες της Αφροδίτης φοβούμενες την εκδίκηση του Κάσσανδρου επειδή είχαν δώσει άσυλο στην Ολυμπιάδα και κατά την είσοδο του Λυκίσκου στην πόλη (Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος Ιστορία του Ελληνικού έθνους), σχημάτισαν κυκλικό χορό κατά τον οποίο μία μία έπεφταν από τα τοίχοι της Κασσώπης, Αυτό σύμφωνα με τους Φρανσουά Μπυκενβίλ και Θεόφυλο Σπυράκο μπορεί να αποτελεί πρόγονο του χορού του Ζαλόγγου των Σουλιωτών.

Η παρακμή της σημαντικής αυτής πόλεως άρχισε περί το 170 π. Χ. Το 167 π. Χ. Ο Αιμίλιος Παύλος, με τη σταδιακή άνοδο της μακρόχρονης ρωμαϊκής περιόδου κατέστρεψε την Κασσώπη.


Ο ιστορικός Σαράντης Καργάκος στο έργο του (Ολυμπιάδα βίος και πολιτεία της) αναφέρει ότι δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση του «Κοινού των Ηπειρωτών» με το προγενέστερο όμοιο ομοσπονδιακό σχήμα, «Συμμαχίας των Απειρωτάν», που ήταν δημιούργημα της Μυρτάλης-Ολυμπιάδας μητέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου που είχε Μολοσσική καταγωγή, διευρύνοντας το κοινό των Μολοσσών, ενισχύοντας το κλονισμένο γόητρο της δυναστείας των Αιακιδών.

Το κάθε βασίλειο διατηρούσε την αυτοδυναμία του αλλά πειθαρχούσε στις αποφάσεις της «Συμμαχίας», που λαμβάνονταν κατά τις συνεδριάσεις που γίνονταν συνήθως στο ναό του Διός στην Πασσαρώνα ή στην Κασσώπη ή στην Αμβρακία.

Η Δωδώνη βέβαια ήταν το ιερό κέντρο της «Συμμαχίας». Η ομοσπονδία αυτή διήρκεσε μόνο εννέα έτη από το 336 -328 π.Χ. λόγω της διαμάχης των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σε αμφότερες όμως τις ομοσπονδίες είχαμε σύμπραξη Κασσωπαίων, Μολοσσών, με Χάονες, Θεσπρωτούς και αποικίες Ηλείων όπως οι Πανδοσία, Βουχέτιον, Ελάτεια και Βατίαι, αλλά σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Ο περιηγητής Κυριάκος από την Ανκόνα (Edward W. Bodnar, Clive Foss (Hrsg.): Cyriac of Ancona: Later travels. Harvard University Press, Cambridge, MA 2003), αναφέρει πώς το έτος 1435 που επισκέφθηκε την Κασσώπη «βρήκε ένα μεγάλο δάσος από βελανιδιές και χρυσόξυλο», ένα είδος πουρναριού από το οποίο με κατεργασία έπαιρναν το πριονικόκι, ή κρεμεζί, ή κικνίδι, βαφή της υφαντουργίας. Οι Κασσωπαίοι, πέραν της κτηνοτροφίας, αλιείας και γεωργίας, στράφηκαν τον 2ο αιώνα π.Χ. προς τη βιοτεχνία και το ναυτιλιακό εμπόριο.

Τα καράβια των Κασσωπαίων όργωναν την Μεσόγειο Θάλασσα και διακινούσαν προϊόντα της Ηπείρου όπως κρασί, λάδι, ελιές, φρούτα, ξηρούς καρπούς και μεταξένια υφάσματα στην Καρχηδόνα και στην Ρώμη, Βρινδίσιο, Μασσαλία, Γιβλαταρ, στα παράλια της Αδριατικής, στα νησιά του Αιγαίου, στα Μικρασιατικά παράλια, στα παράλια του Εύξεινου Πόντου και στην Αίγυπτο.

Τα τελευταία χρόνια γίνονται σημαντικές αρχαιολογικές ανακαλύψεις σχετικά με τις σχέσεις των Ηπειρωτών με τους προγόνους των Ρωμαίων, τους Ετρούστους.



EXKASSI11290019-F1




Η  Α ρ χ α ί α   Κ α σ σ ώ π η


Η Κασσώπη, το όνομα της οποίας σχετίζεται με το εθνικό Κασσωπαίος όπως αναφέρει ο Στέφανος Βυζάντιος συγγραφέας της εποχής του 6ου αιώνα μ.Χ., «Κασσώπη, πόλις έν Μολοσσοΐς, έπώννμος τ'η Κασσωπιαία χώρα. τό έθνικόν Κασσωπαΐος καί Καααώπιος καί Κασσωπία. άπό του Κασσώπιου Καασωπιάς, ως Ελιχωνιάς. Ήρόδωρος ώς Κασσώπους αυτοΰς φησίν, ίσως κακώς. πάντες δε δια δύο σσ, Ήρωδιανος δε μό­νος δί' ένός σ» (β. 155. Iliad. Π.).

Οι περισσότεροι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρονται με τον ευρύτερο όρο Κασσωπαία χώρα και όχι τόσο στην πόλη Κασσώπη. Εξαίρεση αποτελεί ο Διόδωρος Σικελιώτης (80-20 π.Χ.) στο βιβλίο του «Ιστορική Βιβλιοθήκη ΙΧ, 88» πού αναφέρει «Κασσώπη, πόλις με το όνομα τούτο εις τον Ηπειρωτικόν χώρον».

Την ύπαρξη της πόλεως από τα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα μαρτυρεί ο κατάλογος των Θεωροδόκων της Επιδαύρου (360-355 π.Χ.), στον οποίο αναφέρονται εκτός της Κασσώπης και αρκετές ακόμα πόλεις, όπως η Πανδοσία, η Αμβρακία, η Ελαιάτιδα. Από τις αρχαιολογικές ανασκαφές διαπιστώθηκε ότι στην θέση όπου ιδρύθηκε η Κασσώπη προϋπήρχε ένας παλαιότερος μικρός οικισμός από την εποχή του χαλκού. που χρησίμευε ως τόπος συναθροίσεων για κοινή λατρεία στο ιερό της Αφροδίτης της κύριας θεότητας των Κασσωπαίων.

Φυσικά και τεχνικά οχυρή, η Kασσώπη ήταν µια από τις μεγαλύτερες πόλεις της αρχαίας Hπείρου και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ολοκληρωμένης αστικής πόλεως των Ηπειρωτικών φύλων. Η ίδρυσή της ως πολεοδομικά οργανωμένης πόλεως, ήτο το αποτέλεσμα της συνενώσεως των διάσπαρτων μικρών οικισμών της Κασσωπαίας επί βασιλείας του Μολλοσού Αρύπα στα μέσα του 4ου π.Χ αιώνα από τους Κασσωπαίους και ακολούθησε τον τύπο της περιτειχισμένης πόλεως. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η Κασσώπη αποτέλεσε το διοικητικό, πολιτικό, θρησκευτικό και οικονομικό κέντρο των Κασσωπαίων. Ιδιαίτερα σημαντική για την ανάπτυξή της υπήρξε η υποταγή των Ηλειακών αποικιών από τον Φίλιππο Β ́ της Μακεδονίας, το 343/342 π.Χ. Το γεγονός αυτό ανέδειξε την Κασσώπη -με τηναπόκτηση του ελέγχου των τοπικών πλουτοπαραγωγικών πηγών- στο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της περιοχής.

Υπήρξε μέλος της Ηπειρωτικής συμμαχίας από το 329/325 ως το 234/3 π.Χ., όπως αναφέρουν οι αρχαιολόγοι Γώργιος Ρήγινος και Δήμητρα Παπακώστα, φτάνοντας στο απόγειο της ακμής της γύρω στα τέλη του 3ου αιώνα έως τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ., εποχή κατά την οποία συμμετείχε στο Κοινόν των Ηπειρωτών (234~168 π.Χ.). Την περίοδο αυτή η πόλη επεκτάθηκε, με τον πληθυσμό της να υπολογίζεται σε 8.000~10.000 κατοίκους. Την ίδια περίοδο ανοικοδομούνται τα δημόσια κτίρια της Αγοράς.

Η καταστροφή από τους Ρωμαίους το 168 π.Χ. επηρέασε και την Κασσώπη, η οποία όμως από τα μέσα του 2ου αι. π.Χ., με την ανασύσταση και του Κοινού των Ηπειρωτών, γνώρισε μικρή περίοδο οικονομικής ανάκαμψης και ανοικοδόμησης. Σε αυτό συνηγορούν και τα ανασκαφικά δεδομένα, από τα οποία προκύπτει συνέχιση της κατοίκησης στην πόλη, επισκευές οικιών και δημόσιων οικοδομημάτων, ύπαρξη νέων -έστω και πρόχειρων- κατασκευών και επαναλειτουργίας κάποιων εργαστηρίων. Η οριστική εγκατάλειψή της συνδέεται με την ίδρυση της Νικόπολης από τον Οκταβιανό Αύγουστο, σε ανάμνηση της νίκης του στο Άκτιο, το 31 π. Χ. Τότε, οι κάτοικοί της υποχρεώθηκαν να εγκατασταθούν στη νέα πόλη, όπως και οι κάτοικοι πολλών άλλων γειτονικών περιοχών.


Η αρχαία Κασσώπη ανταποκρινόμενη πλήρως στις επικρατούσες του 4ο αιώνα αντιλήψεις των Ελλήνων, όπως παραδίδονται από τον Αριστοτέλη (Πολιτικά, 1331α), η οκοδόμησή της οποίας έγινε σύμφωνα με το (Ιπποδάμειο σύστημα1) με το οποίο διέτρεχαν την πόλη είκοσι παράλληλοι δρόμοι πλάτους 4,50 μέτρων με άξονα από Β προς Ν και σε απόσταση 30 μέτρων, διασταυρωνόμενοι με δύο κάθετους δρόμους με άξονα από Α προς Δ διαιρώντας την πόλη σε 60 οικοδομικές νησίδες Η πόλη αμφιθεατρικά κτισμένη και με νότιο προσανατολισμό στις πλαγιές βραχώδους απόκρημνης ράχης με δύο κορυφές-ακροπόλεις. Στα βατά της σημεία περιβαλλόταν από ισχυρά πολυγωνικά τείχη, τα οποία -κατασκευασμένα από ντόπιο ασβεστόλιθο και εκμεταλλευόμενα τις υψομετρικές καμπύλες του εδάφους- ήταν απόλυτα εναρμονισμένα με το φυσικό περιβάλλον. Η οχύρωσή της διέθετε δύο κύριες τοξωτές πύλες, στο ανατολικό και δυτικό άκρο της κεντρικής οδού-λεωφόρου του οικισμού, καθώς και βοηθητικές πυλίδες όπως ανέδειξαν οι ανασκαφές υπό των καθηγητών Δάκαρη και Γ. Γαβάνη.

Η αρκετά καλή διατήρηση των τειχών και του οικισμού της Αρχαίας Κασσώπης, μας επιτρέπει να αντιληφθούμε το πολεοδομικό σχέδιο του οικισμού. Σύμφωνα μ' αυτό μέσα στο πολυγωνικό της τείχος, πάχους περίπου 3,50 μέτρων, υπήρχαν περίπου 600 διώροφες οικίες σε οικόπεδα των 230 τετραγωνικών μέτρων.

Όλες οι οικίες είχαν μεσημβρινό προσανατολισμό, άρτια κατασκευή και λειτουργικότητα, καθώς και κοινό αποχετευτικό σύστημα.

Η αύξηση του πληθυσμού κατά το 2ο ήμισυ του 3ο αιώνα π.χ., εποχή ακμής της Κασσώπης, επέβαλε την προς ΝΔ επέκτασή της, οπότε και κατασκευάστηκε νέος οχυρωματικός περίβολος με ισχυρούς ορθογώνιους πύργους και περιτειχίστηκε ένας χώρος περίπου 100 στρεμμάτων στα νοτιοδυτικά, ακολουθώντας την αρχιτεκτονική οργάνωση των προγενέστερων φάσεων της πόλης.

Η περιτείχιση περιλάμβανε ένα δεύτερο πολυγωνικό τείχος με πύργους και κλίσεις και περίμετρο 700μ. Έτσι κατά τον 3ο και 2ο αιώνα το συνολικό εμβαδόν του περιτειχισμένου χώρου αντιστοιχεί σε πληθυσμό 10.000-12.000 κατοίκων και η περίμετρος σε 3.000 μέτρα όπως αναφέρει ο Καθηγητής Χ. Γκούβας στο άρθρο του (Κασσώπη : Πρωτεύουσα της αρχαίας Πρέβεζας). Πληροφορίες για την ύπαρξη του διπλούπολυγωνικού τείχους της Κασσώπης αναφέρει επίσης και ο François Pouqueville στο έργο του (Voyage de la Grèce), όταν επισκέφθηκε την περιοχή το 1836. Η πόλη κατά τη διάρκεια της οικονομικής ευρωστίας της διατηρούσε πολιτική αγορά, πρυτανεία, δύο θέατρα, ξενώνα, ναούς λατρείας της Αφροδίτης και του Διός Σωτήρα.


Παραπομπή

1.  Ο Ιππόδαμος ο Μιλήσιος γεννήθηκε το 489 π.Χ. στη Μίλητο και πέθανε το 408 πΧ. και ήταν γιος του Ευρυφώντος. Σπούδασε αρχιτεκτονική και αστρονομία. Είναι ο πρώτος που συνέλαβε «την πόλεων διαίρεσιν», δηλαδή την αναγκαιότητα πολεοδομικού σχεδίου για την ανέγερση μίας πόλεως γι αυτό θεωρείται και ως ο «πατέρας της πολεοδομίας».Ο Ιππόδαμος, έζησε τον 5ο αιώνα π.Χ., στην ακμή δηλαδή της κλασικής εποχής. Εκπόνησε σχέδια ελληνικών αποικιών που είχαν τάξη και κανονικότητα, σε αντίθεση με τον συγκεχυμένο τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονταν οι πόλεις μέχρι εκείνη την εποχή, ακόμα και η Αθήνα. Θεωρείται επίσης ο εισηγητής της ιδέας ότι ένα σχέδιο πόλεως μπορεί να ενσωματώνει μια λογική κοινωνική διάταξη.

Τον Ιππόδαμο αναφέρουν στα έργα τους οι: Αριστοτέλης, Στοβαίος, Στράβων, Ησύχιος και Θεανώ. Η Θεανώ ή Θουρία του αφιέρωσε το βιβλίο της «Περί Αρετής». Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (στα Πολιτικά), ο Ιππόδαμος ήταν ο πρωτοπόρος της πολεοδομίας και σχεδίασε μία «ιδανική πόλη» για 10.000 πολίτες διαιρεμένους σε τρεις τάξεις (στρατιώτες, τεχνίτες και αγρότες), με τη γη χωρισμένη επίσης σε τρεις κατηγορίες (ιερή, δημόσια και ιδιωτική).

Το «Ιπποδάμιο σύστημα» που επινόησε ήταν μια σειρά από ευρείες και ευθείες οδούς που τέμνονταν σε γωνίες 45 και 135 μοιρών. Η Μίλητος μας παρέχει το αρχετυπικό ιπποδάμειο σχέδιο, βάσει του οποίου ξαναχτίστηκε το 479 π.Χ.. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του σχεδίου είναι η εκτεταμένη κεντρική περιοχή, που με μακροχρόνια πρόβλεψη, κρατήθηκε ελεύθερη για να αναπτυχθεί ως δημόσιο κέντρο, η γνωστή «αγορά». Γύρω από αυτή την κεντρική περιοχή αναπτύσσονταν τα οικοδομικά τετράγωνα των περιοχών κατοικίας, οργανωμένα σε ένα ορθογώνιο δίκτυο δρόμων, χωρίς να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το τοπογραφικό ανάγλυφο.

Το σύστημα ρυμοτομίας του Ιππόδαμου εφαρμόστηκε αργότερα και σε άλλες πόλεις, όπως απέδειξαν ανασκαφές στις Κασσώπη, Πριήνη, Ολυνθος, Μεσσήνη και Αλεξάνδρια. Η αγορά της Αγείρας είναι οργανωμένη σύμφωνα με το ιπποδάμειο σύστημα, με προσανατολισμό Β. - Ν. Το σύστημα αυτό βασιζόταν στη χάραξη παράλληλων δρόμων, που τέμνονται κάθετα, ώστε να δημιουργούνται οικοδομικά τετράγωνα και κανονικές πλατείες και ονομάστηκε Ιπποδάμειος Νέμησις.

Τα οικοδομικά τετράγωνα είχαν χαραχθεί με ακρίβεια και χωρίστηκαν σε οικόπεδα ίσου εμβαδού. Οι δρόμοι ήταν ευθύγραμμοι και ευρείς και οι πλατείες ευρύχωρες. Οι θέσεις των διοικητικών κτιρίων, των ναών και των κατοικιών ήταν καθορισμένες με ακρίβεια. Για να εξασφαλίσει την υγιεινή λειτουργία των πόλεων ο Ιππόδαμος σχεδίαζε την υδροδότησή τους, φρόντιζε να εφοδιάζονται με άφθονο νερό και τις προσανατόλιζε έτσι ώστε οι κατοικίες να έχουν ήλιο το χειμώνα και δροσιά το καλοκαίρι. Πρόβλεψε κλίσεις στους δρόμους για την απομάκρυνση των νερών της βροχής. Τοποθετούσε τους ναούς και τα δημόσια κτίρια σε περίβλεπτες και οχυρές θέσεις, ώστε να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και να εξασφαλίζεται η άμυνά τους.

Κατ' αναλογία, δύο χιλιετίες αργότερα, κατά την εποίκιση της Αμερικής, Το Ιπποδάμιο σύστημα ρυμοτομίας προτιμήθηκε στα σχέδια των πόλεων των βορειοευρωπαίων αποίκων, με πιο χαρακτηριστικό την αποθέωσή του στην περίπτωση της Νέας Υόρκης.

Στο έργο του Ιππόδαμου περιλαμβάνονται η «Ιπποδάμειος μελέτη Πειραιώς», η «Ιπποδάμειος Αγορά Πειραιώς», η «Ρυμοτομική Μελέτη των Θουρίων», η «Ιπποδάμειος μελέτη Ρόδου» και η «Ιπποδάμεια ιδανική πόλη», καθώς και τα συγγράμματα «Περί Πολιτείας» και «Περί Ευδαιμονίας» των οποίων μόνο μερικά αποσπάσματα σώζονται στο έργο του Στοβαίου.

Φωτογραφία αρχαιολογικού χώρου Κασσώπης: Σ. Βαγγέλακης


Ο πρώτος που ταύτισε τα ερείπια της Καμαρίνα με την αρχαία Κασσώπη είναι ο Άγγλος περιηγητής συνταγματάρχης William Martin Leake, ο οποίος επισκέφθηκε την περιοχή κατά τα έτη 1805 και 1835 δημοσιεύοντας το εξαγωνικό διάγραμμά των τειχών της, εντός των οποίων υπήρχαν περίπου 600 διώροφες οικίες, χτισμένες σε οικόπεδα των 230 τετραγωνικών μέτρων.

Οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές στην Kασσώπη πραγµατοποιήθησαν από τον καθηγητή Σ. ∆άκαρη μεταξύ των ετών 1952 -1955, µε δαπάνες τηςAρχαιολογικής Eταιρείας, έφεραν στο φως ένα μεγάλο οικοδόµηµα στο κέντρο της πόλεως, το οποίο ταυτίστηκε από τον ίδιο µε τον δηµόσιο ξενώνα (Καταγώγιο), καθώς και τµήµα της μετέπειτα Βόρειας Στοάς της Αγοράς. Παράλληλα µε τις πρώτες ανασκαφές, αλλά και αργότερα (1969-1970), διεξήχθησαν από τον ∆άκαρη και επιφανειακές έρευνες, οι οποίες του έδωσαν τη δυνατότητα να συντάξει το σχέδιο της πόλεως µε την συνεργασία του Aθηναϊκού Kέντρου Oικιστικής (K. ∆οξιάδη).

Υπό την αιγίδα της Aρχαιολογικής Eταιρείας, από το 1977 έως το 1983, ο ∆άκαρης διεξήγαγε συστηµατικές ανασκαφές σε ευρύτερη κλίµακα µε την σύμπραξη του Aρχαιολογικού Iνστιτούτου του Bερολίνου (µε τη συνεργασία των αρχιτεκτόνων W. Hoepfner και E. L. Schwandner) και του Πανεπιστηµίου Iωαννίνων (µε τη συνεργασία της K. Γραβάνη). Kατά την δεύτερη αυτή ανασκαφική περίοδο ανασκάφτηκαν δέκα ιδιωτικά σπίτια, τα περισσότερα στο κέντρο της πόλεως, τα δημόσια οικοδοµήµατα στο βορειοδυτικό τµήµα της Aγοράς, δρόμοι και κοινόχρηστοι χώροι καθώς και Καβείριο ιερό στον περίβολο του ναού της Αφροδίτης. Παράλληλα, συµπληρώθηκε το τοπογραφικό σχέδιο της πόλεως, καθώς και το σχέδιο του αποχετευτικού δικτύου. Το μέγεθός της, η Αγορά, τα δύο Θέατρα, το Πρυτανείο και το Ωδείο, που ήρθαν στο φως με τις διαδοχικές ανασκαφές, όπως και μερικές επιγραφές, καταδεικνύουν ότι η πόλη αποτελούσε το πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο των Κασσωπαίων.

Το σημείο όπου οικοδομήθηκε η Κασσώπη λειτουργούσε ως φυσικό οχυρό, διότι το υψόμετρο ξεπερνούσε τα 540 μέτρα. Παράλληλα όμως ήταν και τεχνητό οχυρό, καθώς γύρω από την περιοχή αναγέρθηκε το προαναφερόμενο πολυγωνικό τείχος που ενίσχυε την αμυντική θέση της Κασσώπης.

Κατά τη διάρκεια των ετών 2003~2007 υλοποιήθηκε από την τότε αρμόδια για την Πρέβεζα ΙΒ ́ ΕΠΚΑ, υπό την επίβλεψη της αρχαιολόγου Θεοδώρας Κοντογιάννη, με χρηματοδότηση από το ΠΕΠ Ηπείρου του Γ ́ ΚΠΣ το έργο «Ανάδειξη ~ Αξιοποίηση αρχαιολογικού χώρου Κασσώπης».



Η φωτογραφία στο εξώφυλλο του άρθρου είναι φιλοτεχνημένη από τον Πίτερ Ντένις (Peter Dennis)



EXON-223


Η Αρχαία Ήπειρος. Αυτό το λησμονημένο, πτωχό και διηρημένο σήμερα Ελληνικού κομματιού της αρχαίας Ελλάδος. Την Ήπειρο του Μαντείου της Δωδώνης και του Νεκρομαντείου του Αχέροντα, όπου σύμφωνα με τον Όμηρο, από αυτό το σημείο κατέβηκε ο Οδυσσέας στον Κάτω Κόσμο για να συναντήσει τον μάντη Τειρεσία και να πάρει χρησμό για τον γυρισμό του στην Ιθάκη.

Η Ήπειρος των αρχαίων πόλεων που ήκμαζαν πολιτισμικά και οικονομικάόπως: η Αμβρακία, Αντιπάτρεια, Απολλωνία, Εχινού, Κασσώπης, Επιδάμνου, Πάνορμος, Ωρράο, Βουθροτόν, Φοινίκης. Η Ήπειρος της Ολυμπιάδος, του Θαρύπα, του Άδμητου, του Πύρου, του Νεοπτόλεμου του Α,΄Β΄ και του Νεοπτόλεμου Γ, του Αρύββα, του Αλκέτα, του Αλέξανδρου του Α΄, της Δηιδάμειας.

Η Ήπειρος των Φιλοσόφων Πρίσκου και του Αμμώνιου, επαναφέροντας στην μνήμη μας τον υψηλό πολιτισμό της πετραίας αυτής περιοχής και την Ελληνικότητα της Ηπείρου, από την αρχαία εποχή έως το Αλβανικό κατασκεύασμα των Ευρωπαίων «εταίρων» και πιο συγκεκριμένα της Ιταλίας και της Αυστρο-ουγγαρίας τον προηγούμενο αιώνα. Όχι πως σήμερα η Ελληνική πολιτεία διαχρονικά ενδιαφέρεται για αυτό το κομμάτι του Ελληνισμού.

Mιά Αρχαία Ελληνική Ήπειρος που μιλούσε, ζούσε, πίστευε και έγραφε Ελληνικά.

Μάλιστα οΚοσμάς ο Θεσπρωτός (1780-1852) έγραφε ιδίως για το βορειότερο κομμάτι της, ότι στην Ήπειρο βρίσκονταν πολλές αρχαιοελληνικές αποικίες, που είχαν βασιλείς και ελληνικούς νόμους και γι' αυτό οι Ηπειρώτες ήταν περισσότερο πολιτισμένοι παρά οι Ιλλυριοί.


Το Αρχαίο Θέατρο της Δωδώνης


Τα ιστορικά φύλα της Ηπείρου


Τα σημαντικότερα ιστορικά ηπειρωτικά φύλα ήσαν οι Θεσπρωτοί, οι Μολοσσοί και οι Χάονες όπως αναφέρουν οι Πλούταρχος (παράλληλοι Βίοι - Πύρρος), ο Crew, P. Mack. (The Cambridge Ancient History) που επικράτησαν στη χώρα διαδοχικά, δίνοντας και τ' όνομά τους σε όλη την επικράτεια Ο Θεόπομπος, στα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα. αναφέρει δεκατέσσερα ηπειρωτικά φύλα, ένδεκα απ' τα οποία επαναλαμβάνει αργότερα ο Στράβωνας στα Γεωγραφικά:

1)Μολοσσοί

2)Αμφίλοχοι,

3)Αθαμάνες

4)Αίθικες

5)Τύμφαλοι

6)Ορέσται

7)Ατιντάνες

8)Παρωραίοι ή Παραυαίοι

9)Χάονες

10)Κασσωπαίοι

11) Θεσπρωτοί.

Ο Θεόπομπος αναφέρει επιπλέον τρία ακόμη φύλα: τους Κεστρινούς, τους Τριφύλες και τους Εθνέστες.. Πιθανότατα ο Θεόπομπος αναφερόταν στα πιο γνωστά την εποχή του φύλα, μιας και οι διάφορες πηγές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ξεπερνούσαν τα δεκατέσσερα

Από τα δεκατέσσερα γνωστά Ηπειρωτικά φύλα που κατοίκησαν την Ήπειρο, τα σημαντικότερα ήσαν οι Θεσπρωτοί στον Νότο, οι Χάονες στον Βορά και οι Μολοσσοί στο Κέντρο. Οι Θεσπρωτοί και οι Χάονες υπήρξαν οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Ηπείρου. Οι Μολοσσοί ή Πυρριάδες, προέρχονται από τον Μολοσσό, γιο του Πύρρου ή Νεοπτόλεμου και της Ανδρομάχης, που ήρθε και εγκαταστάθηκε κοντά στη Δωδώνη, στην περιοχή που την ονόμασαν οι ίδιοι Μολοσσία. Η Θεσπρωτία έλαβε το όνομά της από τον Θεσπρωτό υιού του Λυκάωνα, ήταν το κομμάτι μεταξύ των ποταμών Θύαμη (Καλαμά) και Αχέροντα και κατοικούνταν από Αρκάδες Πελασγούς, οι οποίοι στην Θεσπρωτία είχαν ιδρύσει πολλές πόλεις. Στη Θεσπρωτία βρισκόταν η Δωδώνη, η Φηγός (ιερή βελανιδιά), το Νεκρομαντείο, ο ποταμός Αχέροντας που οδηγούσε στην Αχερουσία λίμνη.

Ο Μιχάλης Στούκας αναφέρει στο άρθρο του (Τα αρχαία ελληνικά φύλα στην Ήπειρο) - περίφημη «ιλλυρική» επιγραφή που αποδείχθηκε… ελληνική -, ότι κατά τους ιστορικούς όμως, τα φύλα που κατοικούσαν στην Ήπειρο στην αρχαιότητα ήσαν περισσότερα καθώς αναφέρονται σε ψηφίσματα και νομίσματα αρκετά ακόμα. Με τις ανασκαφές στη Δωδώνη το 1953 βρέθηκε μια μαρμάρινη πλάκα που περιείχε δύο ψηφίσματα στα χρόνια του βασιλιά Νεοπτόλεμου (370-368 π.Χ.). Σ' αυτά αναφέρονται και άλλα ηπειρώτικα φύλα, τα οποία έζησαν απομονωμένα για πολλά χρόνια σε ορεινές περιοχές ή συγχωνεύτηκαν με τα μεγαλύτερα ηπειρωτικά φύλα, κυρίως των Μολοσσών. Αυτά ήσαν:

Οι Τάλαρες στην Πίνδο, οι Ονόπερνοι στη Θεσπρωτία, οι Όμφαλες στη Χαονία, οι Αμύμωνες στην Κασσωπία, οι Γενουαίοι στην Τύμφη (Γκαμήλα), οι Κέλαιθοι στην περιοχή της Θεσπρωτίας, οι Τριπολίτες επίσης στη Θεσπρωτία, οι Αρκτάνες στις ανατολικές περιοχές της Ηπείρου, οι Πείαλες στις ανατολικές περιοχές της Ηπείρου, οι Άβαντες στην περιοχή των εκβολών του Αώου, οι Αργυρίνοι στην περιοχή των Κεραυνίων, οι Δωδωναίοι, οι Ελεάτες, οι Έλινοι και οι Χειμέριοι φύλα της Θεσπρωτικής φυλής.

Τέλος αναφέρεται και η φυλή των Γραικών, το όνομα της οποίας δόθηκε από τους Ρωμαίους σε όλους τους Έλληνες αλλά είναι πανάρχαιο. Κατά τον Αριστοτέλη η φυλή των Γραικών είναι ελληνική από τους χρόνους του κατακλυσμού του Δευκαλίωνα. Η φυλή των Γραικών κατοικούσε κατά τους μυθικούς χρόνους στην Ήπειρο γύρω από τη Δωδώνη ως την περιοχή του Αχελώου.

Ο συγγραφέας Μιχάλης Πέππας (Προϊστορική Ήπειρος), αναφέρει ότι σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ελληνικά φύλα που διαμορφώθηκαν στα πρότυπα της πόλης-κράτους, όπως η Αθήνα, η Σπάρτη, η Κόρινθος, οι Ηπειρώτες ζούσαν σε μικρά χωριά. Η περιοχή βρισκόταν στο άκρο του ελληνικού κόσμου και συχνά οι ηπειρώτικες φυλές είχαν να αντιμετωπίσουν εισβολείς από τον βορρά. Η περιοχή πάντως ήταν ιδιαίτερης θρησκευτικής σημασίας για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, λόγω της παρουσίας του Μαντείου της Δωδώνης, του 2ου σημαντικότερου μετά από αυτό των Δελφών.

Το περίφημο Μαντείο του Διός στην Δωδώνη


Θεσπρωτοί - Μολοσσοί – Χάονες


Οδιαδικτυακός τόπος του Ν. Θεσπρωτίας αναφέρει: Σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς στην Νότιο Δυτική Ήπειρο κατοικούσε η φυλή των Θεσπρωτών. Οι Θεσπρωτοί απόγονοι των Πελασγών ή του Δευκαλίωνα και της Πύρρας από τους οποίους γεννήθηκε ο Έλλην ο γενάρχης των Ελλήνων. Στα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων η ιστορική αλήθεια καλύπτεται από τον μύθο, ωστόσο ίσως είναι αλήθεια ότι η Θεπρωτεία αποτελεί την κοιτίδα του Ελληνισμού. Άλλωστε μία από τις σπουδαιότερες προϊστορικές πολιτείες της ήταν η Έλλα. Ο Ησύχιος ( λεξικό Ησύχιου σελίς 612 λήμματα Έλληνες Ελλοί) γράφει χαρακτηριστικά: «Ελλοί»: Έλληνες οι εν Δωδώνη και οι Ιερείο. Ο λαός αυτός των (Σ)Ελλών, επεκτάθηκε αργότερα μέσω της Πίνδου προς τη Θεσσαλία και την πεδιάδα του Σπερχειού και ίδρυσε το πρώτο ελληνικό κράτος, φθάνοντας ως την Εύβοια που ονομάστηκε Ελλοπία, όπως γράφει ο Στράβων.

Η Θεσπρωτία στα αρχαία χρόνια είχε περίπου την ίδια έκταση με την σημερινή, αλλά το όριό της στο νότο ήταν ο ποταμός Αχέροντας και τα Κασώπεια όρη. Κοντά στις εκβολές του Αχέροντα ήταν άλλη μια σπουδαία προϊστορική πόλη η Εφύρα, ιδρυμένη από τον Εφύρο απόγονο του Θεσπρωτού. Όταν στην Εφύρα που ονομαζόταν και Κίχυρος βασιλιάς ήταν ο Αηδονέας, ήλθαν εναντίον του ο Θησέας με τον φίλο του Περίθοο για να κλέψουν την γυναίκα του βασιλιά των Θεσπρωτών. Ο Αηδονέας όμως τους συνέλαβε και τους φυλάκισε για να ελευθερωθούν στην συνέχεια από τον Ηρακλή, που κατέβηκε στον Άδη για να πάρει τον Κέρβερο, το τρομερό σκυλί που φύλαγε τις πύλες του Άδη. Στους προϊστορικούς χρόνους ο Στράβων στα Γεωγραφικά αναφέρει ως μεγαλύτερες πόλεις εκτός από την Κίχυρο την Πανδοσία (στο σημερινό Καστρί του Φαναρίου) την Ελλάτρια και τις Βατίες.

Στην περιοχή αυτή ευρίσκεται και το περίφημο Νεκρομαντείο, (ανακαλύφθηκε από τους Σ. Δάκαρη και Σ Μουσελίμη το 1958) όπου οι ζωντανοί έρχονταν σε επαφή με τις ψυχές των νεκρών. Εκεί βρισκόταν και το βασίλειο του Άδη που είχε τις πόλεις του στην Αχερουσία λίμνη. Η λίμνη αυτή συνέλλεγε τα νερά του Αχέροντα, του Κωκυτού (ποταμός της Παραμυθιάς) και της Στύγγας (πηγής στο βουνό Ερημίτη απ΄ όπου έπιναν νερό οι αθάνατοι θεοί).

Η βορειότερη περιοχή της Ηπείρου ήταν η Χαονία. Μιλώντας για την «Ηπειρώτιδα» λέει ο Στράβων πως κυριάρχησαν «πρότερον μεν Χάονας, ύστερον δε Μολοττούς». Σύμφωνα με τον Βιργίλιο (Αινιάδα 3.295), οι Χάονες υπήρξαν απόγονοι του επώνυμου γενάρχη τους Χάονα (Αρχ.: Χάων). Η περίοδος της επέκτασης των Χαόνων στην Ηπειρο είναι αρχαιότερη του 6ου π.Χ. αιώνος και ακολούθησε αναμφισβήτητα τις μεγάλες διεισδύσεις στις ελληνικές περιοχές, δηλ. την περίοδο 1000-900 π.Χ..

Γεωγραφικά, η Χαονία εκτεινόταν στη σημερινή νοτιοδυτική Αλβανία, φραγμένη από τα βόρεια και βορειοανατολικά από τα Κεραύνια όρη, και επίσης περιελάμβανε το βόρειο κομμάτι του νομού Θεσπρωτίας (με νότιο σύνορο τον ποταμό Καλαμά/Θυάμη). Κατά το διάστημα 650-500 π.Χ. οι Χάονες επεκτάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή, καθώς η δύναμή τους εκτείνονταν στην παραθαλάσσια περιοχή από τον ποταμό Καλαμά ως τον κόλπο του Αυλώνα και στην ενδοχώρα μέχρι τις πεδιάδες της περιοχής της Κορυτσάς.

Η επέκτασή τους εις βάρος των Θεσπρωτών στην ακτή, και η περιοχή βόρεια του ποταμού Θύαμη, η Κεστρίνη, συνδέεται απ' την παράδοση με την κατάκτησή της από τον Κεστρίνο, γιο του Έλενου και εγγονό του Πρίαμου, που υπήρξε και ο δημιουργός του Χαονικού βασιλικού οίκου. Πρωτεύουσα δε της Χαονίας ήταν η Φοινίκη, πρωτεύουσα αργότερα του Κοινού των Ηπειρωτών.

Στα χρόνια του Θουκυδίδη η Κεστρίνη ήταν Χαονική, φημισμένη για τα κοπάδια της, τους «κεστρινούς βόες». Η περιοχή αυτή εκτεινόταν πιθανότατα βόρεια του ρου του Θύαμη ποταμού και καταλάμβανε την βαλτώδη πεδιάδα μεταξύ Κονίσπολης και Τζάρας, τόπο ιδανικό για τη βοσκή. Ταυτόχρονα με την Χαονική επέκταση συμβαίνει και η απόσπαση της Κασσωπαίας απ' τη Θεσπρωτία. Είναι πιθανό η ιλλυρική εισβολή (που έφτασε μέχρι τη Βύλλιδα, στα νοτιοανατολικά της Απολλωνίας -πόλη Χαονική κατά τον Εκαταίο) γύρω στο 900 π.Χ., να εξασθένισε τη δύναμη των Χαόνων.

Απεικόνιση του Νεκρομαντείου του Αχέροντα στην Ήπειρο των αρχαίων χρόνων


Η επόμενη μεγάλη δύναμη που κυριάρχησε στην Ήπειρο ήταν οι Μολοσσοί, μέχρι το πρώτο τέταρτο του 5ου π.Χ. αιώνα. Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία οι Μολοσσοί ήταν απόγονοι του επώνυμου ήρωά τους, του Μολοσσού, ενός από τους τρεις γιούς του Νεοπτόλεμου, γιου του Αχιλλέα και της Δειδάμειας. Μετά την πτώση της Τροίας, ο Νεοπτόλεμος μαζί με τον στρατό του εγκαταστάθηκαν στα Φάρσαλα της Θεσσαλίας (Ανδρομάχη Ευριπίδη). Ο γιος του Μολλοσός εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο, όπου συνενώθηκαν με τον τοπικό πληθυσμό. Ο Μολοσσός κληρονόμησε το βασίλειο της Ηπείρου μετά τον θάνατο του Έλενου, γιου του Πριάμου και της Εκάβης, που είχε παντρευτεί την πρώην νύφη του Ανδρομάχης μετά το θάνατο του Νεοπτόλεμου. Ο Πλούταρχος αναφέρει, ότι ο πρώτος τους βασιλιάς ήταν ο Φαίδων, ένας από αυτούς που εγκαταστάθηκαν στην Ήπειρο με τον Πελασγό. Ο Πλούταρχος, επισημαίνει κιόλας, ότι ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα, εγκαινίασαν στην περιοχή των Μολοσσών την λατρεία του Δωδωναίου Δία.

Οι Μολοσσοί, πλέγμα οργανωμένων ορεινών γενών και φύλων, αναγνώριζαν την κυριαρχία του Μολοσσικού βασιλικού οίκου των Αιακιδών. Κατείχαν και τις δύο πλαγιές της Πίνδου και επεκτείνονταν βαθειά προς βορράν. Οι Μολοσσοί είχαν ισόβιους βασιλείς, ενώ άλλες φυλές εξέλεγαν ετήσιους αρχηγούς. Οι πληροφορίες μας για τη ζωή των φυλών αυτών μέχρι το 800 π.χ. είναι λιγοστές.

Το 800 - 600 π.χ. οι Κορίνθιοι ιδρύουν στα παράλια της Ηπείρου αποικίες (όπως την Αμβρακία, την Απολλωνία και την Επίδαμνο), ενώ το 500 π.X. ιδρύεται η ομοσπονδία των Ηπειρωτικών φυλών από το βασιλιά των Μολοσσών Θαρύπα, ο οποίος υπήρξε θεμελιωτής της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ανάπτυξης του Βασιλείου, καθώς ένωσε τα διάφορα Ηπειρωτικά Φύλα στον πολιτικό συνασπισμό το «Κοινό των Μολοσσών το 370 π.Χ.». Τον Θαρύπα διαδέχονται ο Αλκέτας και ο Αρύββας που δίνει την ανεψιά του στον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο τον Β', πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μετά τον Αρύβα βασιλεύει ο αδελφός της Ολυμπιάδος Αλέξανδρος, ο οποίος σκοτώθηκε σε εκστρατεία στην Ιταλία.

Η Ολυμπιάδα των Μολοσσών, σύζυγος του Μακεδόνα βασιλιά Φίλιππου του Β’ και μητέρα του στρατηλάτη Μεγάλου Αλεξάνδρου


Ο Στράβων χρησιμοποιεί τη λέξη «Ηπειρώτις» για να δηλώσει τις ευρείες περιοχές της Χαονικής και Μολοσσικής επικράτειας. Ο όρος φαίνεται πως περιλάμβανε και περιοχές βορειότερα των σημαινόμενων με τη λέξη Ήπειρος κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα. Οι κορινθιακές και κερκυραϊκές κυρίως αποικίες της ακτής, η Επίδαμνος, ο Ωρικός και η Απολλωνία, συνδέουν την αποικία των αρχαϊκών χρόνων με την κατοπινή εξελιγμένη μορφή των οικιστικών πυρήνων της Ηπείρου, που οδηγεί συχνά μέσα από τον συνοικισμό των «κωμών», στην ηπειρωτική «πόλη» και μέσα απ' τη βασιλική πολιτική οργάνωση στην έννοια της ομοσπονδίας, του ηπειρωτικού κοινού.

Στον Ψευδό - Σκύλακα που αναφέρεται κυρίως στο 338-335 και τα 4 ηπειρωτικά φύλα που αναφέρει (Χάονες, Θεσπρωτοί, Κασσωπαίοι και Μολοσσοί) κατοικούν σε χωριά («κώμαι»). Αρχαίες πόλεις, οικιστικές θέσεις ή οχυρά της Χαονίας είναι, μεταξύ άλλων (εκτός των κύριων αποικιών), με κυριότερες τη Φοινίκη, τον Βουθρωτό, τον Αετό, την Αντιγόνεια, η Μαλαθρέα, Μάλτσανη, Τσιφλίκι, Μουρσί, Παύλα, Κάλυβο, Δέμα, Μεσοπόταμος, Ογχεσμός, Νιβίτσα, Πάνορμος, Βούνος, Treport, Ducat, Avlona, Kanina. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αρχαίου Βουθρωτού. Στην περιγραφή του Εκαταίου από Βουθρωτό προς Ωρικό (πόλις της Ηπείρου αναφέρεται ο Βουθρωτός, λιμάνι της ο Ωρικός) δεν γίνεται μνεία άλλης πόλης στην ακτή. Φαίνεται πως σημαντικοί οικισμοί στην ακτή κατά τον 6ο π.Χ. αι. δεν υπήρχαν. Ο Ογχεσμός -σημερινοί Αγιοι Σαράντα- που αναφέρει ο Στράβων, ήταν νεώτερος. Η μαγευτική πόλη του Βουθρωτού, ανάμεσα στη λίμνη και το Ιόνιο, στην καρδιά ενός δαφνοδάσους βρίσκεται στην άκρη μιας μικρής σχετικά χερσονήσου και στα βόρεια ενός καναλιού που ενώνει το Ιόνιο και το στενό της Κέρκυρας με τον επιβλητικό «Πηλώδη λιμένα».

Από τα ανωτέρω διαπιστώνουμε ότι η Ήπειρος κατοικήθηκε από αρχαιοτάτων ετών. Υπήρξε πέρασμα πολλών φύλων, κάποια από τα οποία μετακινή­θηκαν προς άλλες κατευθύνσεις. Η συνεχής όμως παρουσία του ανθρώπου σε αρκετές περιοχές της, είναι πλέον επιβεβαιωμένη από τα ευρήματα των ανασκαφών. Οι Ηπειρώ­τες αγάπησαν αυτή τη γη, μόχθησαν για την επιβίωση, πάλεψαν με τα στοιχεία της φύσεως, τα δάμασαν πολλές φορές, συγκράτησαν επιθέσεις εχθρικών λαών, προστατεύοντας έτσι μαζί με τους Μακεδόνες τη Νότια Ελλάδα, ανέπτυξαν πολιτισμό και, όταν ο τόπος τους δεν επαρκούσε, μετανάστευαν σε μέρη μακρινά, όπου δούλευαν σκληρά με ένα ό­νειρο: το «νόστιμον ήμαρ», τη λαχτάρα της επιστροφής στον μοναδικό αγαπημένο προο­ρισμό, την Ήπειρο!

KAS1112-EXON12




Ο ι  Τ ρ ε ι ς  Μ ε γ ά λ ο ι  Ε μ π ο ρ ι κ ο ί  Δ ρ ό μ ο ι

Το έτος 350 π.Χ. η Κασσώπη απέκτησε οικονομική δύναμη με το εμπόριο, την κτηνοτροφία και τα γεωργικά προϊόντα της εύφορης πεδιάδας των παραλιών της Πρέβεζας και του Αχέροντα. Το πρώτο μισό του 2ου π.Χ. αιώνα, όμως, η οικονομική της ευρωστία ενδυναμώνεται λόγω της εμπορικής σύνδεσής της με τον λεγόμενο δρόμο του μεταξιού, αφού οι Κασσωπαίοι ακολούθησαν τον Μέγα Αλέξανδρο στην προς ανατολάς εκστρατεία του στα βάθη της Ασίας, όπως μάς πληροφορούν οι Διόδωρος ο Σικελιώτης (Ιστορική βιβλιοθήκη 6ος τόμος) και από τον Αρριανό: «Αλεξάνδρου Ανάβασις, μετάφραση, εκδόσεις Εξάντας, 1992.

Σύμφωνα με τον γεωγράφο Πομπώνιο Μέλα (Γεωγραφικά), τον Κινέζο ιστορικό Ban Gu (βιβλίο των Χαν) και τα «Κινεζικά Χρονικά», αρκετοί Κασσωπαίοι στρατιώτες που ακολούθησαν τον Μ. Αλέξανδρο, κουρασμένοι από τις συνεχείς μάχες αποφάσισαν να εγκατασταθούν στο υψίπεδο του Παμίρ, ιδρύοντας με την βοήθεια του γηγενούς πληθυσμού την πόλη Υαλισσό ή Υαλικσό, Νοτιοδυτικά της Αλεξάνδριας της Εσχάτης, (Αρριανός: «Αλεξάνδρου Ανάβασις»), την μετέπειτα Έλληνο-Ρωμαϊκή πόλη Υαλικιάν, όταν αυτή κατελήφθη αμαχητί μετά από συνενώηση του Επίδιμου τοπάρχη της Υαλικσού και του Πόπλιου Κράσσου υιού του Ρωμαίου στρατηγού Κράσσου, (Φλάβιος Πίκτωρ Imperum Romano, επί αυτοκράτορα Τιβέριου), επικεφαλή της πρώτης Ρωμαϊκής Λεγεώνας, της επονομαζόμενης και Χαμένης Λεγεώνας.

Η λεγεώνα αυτή ονομάσθηκε χαμένη, διότι ήταν η μόνη που διέσπασε τον κλοιό των Πάρθιων με αρχηγό τον υιό του Κράσσου, διαφεύγοντας προς ανατολάς, μετά την ήττα του Μάρκου Λικίνιου Κράσσου στις Κάρρες (Χαρράν στο Τουρκεστάν) το 58 π.Χ., όταν ο τελευταίος προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταλάβει την Παρθία, βρίσκοντας τραγικό θάνατο δια αποκεφαλισμού, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος στο έργο του (Βίοι Παράλληλοι -217 -Κράσσος 33).

Είναι άξιο αναφοράς αυτό που γράφουν οι Γιάννης Σπυρόπουλος και Νίκος Παπαθανασίου για τα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκαν την περίοδο 1980-1985 σχετικά με την απομακρυσμένη φυλή των Καλάς (Kalash) στο ορεινό Πακιστάν, όπου ένας ηλικιωμένος άνδρας δήλωσε, ότι θυμάται από την προφορική παράδοση, πως οι πρόγονοί του κατάγονταν από μια μακρινή ορεινή περιοχή, άπειρο χώρα (Ήπειρος), που είχε πολλά βουνά και ποταμούς που τον έναν το έλεγαν Τσίαμι, εννοώντας τον Θύαμιν (σήμερινό Καλαμά), και έναν άλλον που οδηγούσε στον Κάτω Κόσμο, δηλαδή τον Αχέροντα.

Ο γεωγράφος Πομπώνιος Μέλας (Γεωγραφικά) και ο Κινέζος ιστορικός Ban Gu αναφέρουν την σύνδεση της Υαλικιάν (ή Υαλικσού) με τα Ελληνιστικά βασίλεια της Σογδιανής, της Βακτριανής, της Σουσιανής, των Ινδιών και της επαρχίας Γιουνάν (Yunnan = Γη νότια από τα σύννεφα) στο δυτικό τμήμα της οποίας κατοικούσαν οι Yuon δηλαδή οι Έλληνες. Επίσης οι Κινέζοι ιστορικοί Zhang Qian (βιβλίο των Χαν) και Ban Bio (ιστορία της πρώην δυναστείας των Χαν), αναφέρουν τις εμπορικές δραστηριότητες των κατοίκων της Υαλικιάν με τους «Θίνες ή Σησάται» (Κινέζους) μετά την κατάληψη της ανατολικής Παρθίας από τους στρατηγούς Gan Yanshoy και Chen Tang επί δυναστείας των Χαν.


Η οικονομική δύναμη που απέκτησε η Κασσώπη, από το ομολογουμένως δύσκολο μεταπρατικό εμπόριο διά της χερσαίας βόρειας οδού του δρόμου του μεταξιού τον 2ο αιώνα π.Χ., της επέτρεψε να διαθέτει δικό της νόμισμα που απεικόνιζε από την μία όψη τον Δία και από την άλλη την Αφροδίτη (Dictionary of Greek and Roman Geography, Volume 1, Page 560). Πριν όμως συνεχίσουμε την παρουσία των Κασσωπαίων στην Κίνα πρέπει να διευκρινισθεί η ονομασία «Δρόμος του μεταξιού» όπως αυτή αναφέρεται από τον καθηγητή Ν. Γελέ.

Η ονομασία αυτή είναι παραπλανητική γιατί δεν υπάρχει ένας μόνος δρόμος που οδηγεί στην Κίνα, αλλά στην πραγματικότητα είναι μιά γενικότερη κατεύθυνση με τρεις διακλαδώσεις:


ΑO Βόρειος χερσαίος δρόμος: Σύμφωνα με τον Πλίνιο τον πρεσβύτερο (Φυσική Ιστορία 4,6) και τον Στράβωνα (Γεωγραφικά 7.6), ο οποίος διασχίζει το Αρχαίο Βυζάντιο (αποικία των Μεγαρέων στον Κεράτιο κόλπο), την Μηδεία, την Βακτριανή, την Σογδιανή, την Αλεξάνδρια Εσχάτη, το Παμίρ, τα Ιμαλάϊα καταλήγει στην πρωτεύουσα της Κίνας την Changan. Ο χερσαίος αυτός δρόμος ήταν και ο πλέον δύσκολος.

Από ιστορικής απόψεως, δεν υπάρχουν αποδεδειγμένες πληροφορίες για την παρουσία Κινέζων εμπόρων στην Ελλάδα και στην Ρώμη, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τον βόρειο δρόμο, παρά μόνο μικρές οργανωμένες εμπορικές κοινότητες Ελλήνων στην Κινεζική Αυτοκρατορία, οι οποίες συναλλάσσονταν με αρκετή δυσκολία ακολουθώντας τον δρόμο αυτό με την πατρώα πόλη. Η έλλειψη πληροφοριών οφείλεται στο γεγονός ότι:

  1. Η πρωτεύουσα των Han, η Changan, που ήταν κέντρο μιας διεθνιστικής κουλτούρας, και χωρίς αμφιβολία έκρυβε πολλές μαρτυρίες πολιτιστικών ζυμώσεων και ανταλλαγών, καταστράφηκε ολοκληρωτικά χωρίς να αφήσει ίχνη.
  2. Από το γεγονός ότι οι Πάρθιοι λειτουργούσαν ως διάμεσοι ανάμεσα στους δύο κόσμους, εμποδίζοντας την άμεση επικοινωνία και κερδίζοντας από την διαμεσολάβησή τους μεγάλα ποσά.
  3. Από την μεγάλη απόσταση, τις ακραίες κλιματολογικές συνθήκες, τις ληστρικές συμμορίες και την ιδιαιτερότητα του φυσικού τοπίου, που έκαναν την επικοινωνία των δύο κόσμων ιδιαίτερα προβληματική.


ΒΟ Ανατολικός χερσαίος δρόμος με αφετηρία την Αντιόχεια, διέσχιζε την Νότια Μηδεία, Βακτριανή, Νότιο Παρθία, Δραγγιανή, Γάνδαρα, την έρημο Τακλαμακάν, Πουντζάπ καταλήγοντας στην επαρχία Γιουνάν. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (128-168 μ.Χ. Γεωγραφική αφήγηση) μνημονεύοντας την οδό αυτή καταλήγει, λέγοντας για την Σινική (μεσημβρινή Κίνα) και την χώρα των Σηρών (Κινέζων) να συνδέεται με την Βακτριανή με εμπορική οδό.

Ο Στράβων αναφέρει (Γεωγραφικά), ότι οι Έλληνο-Βακτριανοί επέκτειναν την αυτοκρατορία τους μακριά ως την Κίνα και τους Φρύνους δια μέσου του Έλληνο-Ινδικού βασιλείου (Ανατολικός δρόμος), αλλά λεπτομέρειες για εμπορικές σχέσεις δεν ανέφερε.

Μετά την διάλυση του Σελευκιδικού κράτους από τον Ρωμαίο Πομπήιο το 63 π.Χ. οι Ρωμαίοι ήλθαν έμμεσα σε επαφή με τους Κινέζους, επειδή εκείνοι πουλούσαν μετάξι στους Πάρθους, οι Πάρθοι στους Βακτριανούς, που με την σειρά τους μετέφεραν το μετάξι στην Αντιόχεια. Από εκεί το μετάξι μεταφερόταν στην Αλεξάνδρεια για να καταλήξει τελικά στην Ρώμη.Αλλά και αυτός ο δρόμος ήταν γεμάτος δυσκολίες διότι τα καραβάνια αφ' ενός έπρεπε να διασχίζουν την φοβερή άνυνδρη έρημο της Τάκλα Μακάν, αφ' ετέρου, αντιμετώπιζαν τις ληστρικές επιθέσεις διαφόρων φυλών της περιοχής. Η επαφή τους έγινε άμεση και ποιοεύκολη από τις χερσαίες οδούς μετά το 14 μ.Χ. από την θαλάσσια οδό για την οποία θα αναφερθώ κατωτέρω.


Γ) Ο Νότιος δια θαλάσσης δρόμος: Από την ελληνική ιστοριογραφία πληροφορούμαστε για την θαλάσσια επικοινωνία της Κίνας, πριν από την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου. Ο Σκύλαξ ο Καρυανδρεύς ( 519-521πχ.), 150 χρόνια πριν τον Νέαρχο, κατ' εντολή του Δαρείου, εξερεύνησε τον Ινδικό Ωκεανό. Μετά τις καταγραφές του ναυάρχου Νεάρχου, ο οποίος μέσω θαλάσσης, ακολουθούσε και συνόδεψε στην επιστροφή το στράτευμα του Μ. Αλεξάνδρου, όπως αναφέρονται στο έργο του Αρριανού «Ινδική», έχουμε γραπτές πηγές και για την επικοινωνία με την Ανατολή από τους Διαδόχους, όπως των : Πτολεμαίου Ευεργέτη και Επιφανούς, που οργάνωσαν ταξίδια στην Ινδία με τον Εύδοξο τον Κυζικινό, Σελεύκου, Ευθυδήμου, Μενάνδρου.

Επίσης στο βιβλίο «Ο Περίπλους Της Ερυθράς Θάλασσας» (1ου αι. στην ελληνική γλώσσα, αγνώστου συγγραφέα), δίνει πολύτιμες πληροφορίες για λιμάνια, όρμους και παράκτιες περιοχές από τον κόλπο της Βερενίκης, στην Ευδαίμονα Αραβία (σημ. ¨Αντεν), την Καλιγιάν (Βομβάη), τα νερά Κοχίν και τη Σουμάτρα, που έφτασαν Έλληνες ναυτικοί, όπως αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας. Στα βόρεια σύνορά της, κάτω από την μικρή Άρκτο, ευρίσκεται η χώρα Θιν ( Κίνα), για πρώτη φορά μαθαίνεται αυτή η ονομασία και από τη χώρα αυτή μεταφέρεται το μετάξι στις ακτές Μαλαμπάρ. Εδώ οι περιγραφές του βιβλίου μοιάζουν με αυτές του Ηροδότου.


Η επαφή Ελλήνων και Ρωμαίων με τους Κινέζους έγινε άμεση και ποιο εύκολη από τις χερσαίες οδούς μετά το 14 μ.Χ. με αφετηρία την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου δια μέσου της θαλασσίας οδού, όταν ο Έλληνας πλοίαρχος Εύπαλος υπέδειξε στον ναύαρχο του Αυγούστου το πώς να εκμεταλλεύεται τους μουσώνες για να συντομεύει το ταξίδι στην Ινδία. Σύμφωνα με τα κινεζικά αρχεία, ως τον 2ο αιώνα οι Έλληνες ναυτικοί είχαν φτάσει στο Βιετνάμ και το 166 μ.Χ. επισκέφθηκαν την αυτοκρατορική αυλή του Χουάν Τι, ως απεσταλμένοι του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου. Από τότε και ως τον Μάρκο Πόλο (1266 μ.Χ.) οι Ευρωπαίοι γνώριζαν ότι ο στεριανός δρόμος για την Κίνα ήταν στα χέρια Ούννων και Μογγόλων.

Ο δια θαλάσσης δρόμος διέρχεται από την Κεϋλάνη, τον κόλπου της Βεγγάλης, της χρυσής χερσονήσου Ταϊλάνδης, το Βιετνάμ τελευτώντας στην Κίνα. Έχουν βρεθεί ελληνικά και ρωμαϊκά νομίσματα στο Βόρειο Βιετνάμ με την εικόνα του αυτοκράτορα Αυγούστου χαραγμένη πάνω τους. Είναι γεγονός ότι από την εποχή του Αυγούστου ολόκληρο σχεδόν το θαλάσσιο εμπόριο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας βρισκόταν σε Ελληνικά χέρια με κέντρο την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος στο «Περί του από της χρυσής χερσονήσου επί τα Κατίγκαρα περίπλους» (βιβλίοΙ) μνημονεύει τα Κατίγκαρα, την Σινική (μεσημβρινή Κίνα) και την χώρα των Σηρών (Κινέζων) να συνδέεται με την Βακτριανή με εμπορική οδό, ενώ, καθώς αναφέρει, άλλη οδός από της Σινικής οδηγούσε στην Πολιβόθρα των Ινδιών.

Ο Κ. Α .Αθανασιάδης στο βιβλίο του (Αι ναυτικαί εξερευνήσεις κατά την αρχαιότητα) αναφέρει, ότι επί αυτοκράτορα Ανδριανού (117-138), οι Έλληνες παραπλέοντες την ανατολική ακτή των Ινδιών, ταξίδευαν ως την Χρυσή Χερσόνησο με διαδοχικές προσεγγίσεις. Αναχωρούντες από Κώρουλα, έφταναν πρώτα στην Πάλαυρα, διανύοντες 9.450 στάδια. Κατόπιν, ταξιδεύοντας προς το βόρειο άκρου της Βεγγάλης, κατέπλεαν στην πόλη Σάδα, και αλλάζοντας πορεία προς νότο έφθαναν στην πόλη Τάμαλα, έχοντας διανύσει 3.500 στάδια. Από εκεί, ξεκινούσαν το τελευταίο μέρος του ταξιδιού 1.600 στάδια μέχρι την Χρυσή Χερσόνησο. Οι Ελληνικές πόλεις αυτές αντιστοιχούν σήμερα στις πόλεις Ράμρι, Σαντογουέυ, Μπασέιν, Ρνγκούν και Θάτον, αντιστοίχως. Επίσης ο Κλαύδιος Πτολεμαίος στο «Περί του από της χρυσής χερσονήσου επί τα Κατίγκαρα περίπλους» (βιβλίοΙ), αναφέρει ότι το 132 μ.Χ. ο Έλληνας Αλέξανδρος, θαλασσοπόρος, χρησιμοποιώντας τους ετήσιους μουσώνες του κόλπου της Βεγγάλης, διέπλευσε τον κόλπο του Σιάμ, κατέπλευσε στην Ζάβα (Κάμποτ)και μετά εικοσαήμερο ταξίδι στην Καμπότζη και μετά την Κατίγγαρα (Σιγκαπούρη) συνάντησε κινεζικούς πληθυσμούς.

Ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης τον 6ο αιώνα μ.Χ. ονομάζει την Κίνα-Τζίνιστα, ως ανατολικότερο σημείο της Οικουμένης. Στα «Γεωγραφικά του Πτολεμαίου», (2ος αιώνας μ.Χ.), αναφέρονται αναλυτικά οι θαλασσοπόροι, Διογένης, Θεόφιλος, Διόσκουρος και Αλέξανδρος, που ανακάλυψαν θαλάσσιους σταθμούς ανατολικά του Ινδικού Ωκεανού, όπως ονομαζόταν τότε ο Ειρηνικός, και ήταν οι χώρες: Ταπροβάνη, (Κεύλάνη), Χρυσή Χερσόνησος (Μαλαισία), Καμπότζη, Ανόι, Ιάβα και Καττίγαρα (Καντόνα). Ανατολικά η πρωτεύουσα των Σηρών στο διάστημα 180ο - 40',νοτ 30 (όπως αναφέρει ο Κλαύδιος Πτολεμαίος στο βιβλ.1 παράγ.14).


Ο Θαλάσσιος Δρόμος του Μεταξιού πάντα υπήρχε, παρότι δεν είχε αυτή την ονομασία, με πορεία από τα λιμάνια της Ανατολής, τα εμπορεύματα μεταφέρονταν από τη χώρα των Θινών στη Βαρύγαζα (Βομβάη), την Ταπροβάνη, τον Περσικό Κόλπο, την Αραβική Θάλασσα, τις ακτές της Αιθιοπίας, το λιμάνι της Βερενίκης, τον Μυός Όρμο, ως τις εκβολές του Νείλου, την Αλεξάνδρεια, την Κωνσταντινούπολη και όλη την Μεσόγειο (Διόδωρος Σικελιώτης 4,36).

Κατά τον 1ο αιώνα, όπως και κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους και μετέπειτα, αδιάλειπτα οι Έλληνες είχαν άμεση επικοινωνία και συνεργασία με την Κίνα. Όπως τον Οκτώβριο του 166 μ.Χ., όπως αναφέρεται στα Χρονικά των Ευρωπαίων.

Κατά τις κινεζικές πηγές (Εφημερίδα της Κινεζικής Αυλής, που ήταν κολοσσιαίο έργο 3000 τόμων), στάλθηκε τότε πρέσβης από τον αυτοκράτορα Μάρκο Αντώνιο και μαζί αποστολή να χαιρετήσει τον αυτοκράτορα Χουάν Τι. Άλλες αποστολές κατά τις κινεζικές πηγές ήταν το 226 μ.Χ. και 286 μ.Χ. με αρχηγό της πρώτης τον Έλληνα ονόματι Λέοντα, ο οποίος έφθασε διά θαλάσσης στην Κοχιγκίναν, για να συναντήσει τον αυτοκράτορα. Τον ίδιο δρόμο χρησιμοποιούν και οι Κινέζοι επί Δυναστείας των Χαν ( 206- 220 μ.Χ), για τον οποίο υπάρχουν κινεζικές πηγές της δυναστείας. Ουέι ( 220-264 μ.Χ.), για την επικοινωνία της Δύσης με την επαρχία Γιουνάν.

Σύμφωνα λοιπόν με τους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς, υπήρχε η δια θαλάσσης επικοινωνία, παρά τις δυσκολίες, καθώς και ανταλλαγή προϊόντων ανθρώπων και ιδεών. Υπάρχουν άλλωστε και καταγεγραμμένες αναφορές, όπως αυτή του Κινέζου Καμ-Γκιγκ, που το 97 μ.Χ. που ταξίδεψε από τον Περσικό κόλπο στην Αίγυπτο, αλλά και της αποστολής πρέσβεων και εμπόρων από την Ρώμη στην Κίνα, τον Οκτώβριο του 166 μ.Χ. με επικεφαλής κάποιον Μάρτιον Αντώνιον. Η εμπορική αυτή αποστολή αναφέρεται στην εφημερίδα της κινεζικής Αυλής που στους 3.000 τόμους της καταγράφει όλα τα περιστατικά που συνέβαιναν και που αποτελεί μια θεμελιώδη πηγή ιστορικής γνώσης για τους ερευνητές. Αλλά και το 226 μ.Χ. αναφέρεται μία αποστολή από την Δύση στην Κίνα, με επικεφαλή τον Έλληνα θαλασσοπόρο Λέοντα που έφτασε στην κινεζική αυλή δια θαλάσσης.


Κλείνοντας την αρκετά μεγάλη παρένθεση αναγκαία όμως ως προς την κατανόηση του αρχαίου θαλάσσιου δρόμου και επανερχόμενοι πάλι στην Κασσώπη και στους Κασσωπαίους, το τέλος των οπίων σήμανε με την καταστροφή της Κασσώπης το 167 από τονΑιμίλιο Παύλο, πρέπει να αναφερθεί και η αξιοσημείωτη έρευνα του Φιλόλογου Γιάννη Σπυρόπουλου περί της παρουσίας αρχαίων Ελλήνων και δη των Κασσωπαίων στην Κίνα, και ο οποίος αναφέρει στο άρθρο του «Αρχαίοι Έλληνες στα βάθη της Ασίας: μια βιογραφία του Chen Tang», την αναφέρουν και οι ιστορικοί: Zhang Gian και Ban Gu (της Ανατολικής δυναστείας των Xαν), ως το χρονικό της εισβολής και κατοχής της Υλικιάν από τους Κινέζους. Σύμφωνα με αυτό το χρονικό, δύο Κινέζοι στρατηγοί, υπεύθυνοι για τις δυτικές επαρχίες, ο Gan Yanshou και ο Chen Tang οδηγώντας το 36 π.Χ. έναν στρατό 40.000 ανδρών για την κατάκτηση της πόλης, συνάντησαν μια παράξενη στρατιά χωρισμένη σε δύο τμήματα.

«Το πρώτο τμήμα τοποθετούσε τις ασπίδες του με τέτοιο τρόπο, που έμοιαζε με φολίδες ερπετού ή λέπια ψαριού».

Μόνο οι Ρωμαίοι στρατιώτες πολεμούσαν με αυτόν τον τρόπο.

«Το δεύτερο τμήμα είχε διάταξη Μακεδονικής φάλαγγας με τους στρατιώτες να φέρουν ασπίδα μικρή, σπαθιά μικρά και πλατύστομα και δόρατα μακρά (σάρισες)».

Η στρατιά με αυτή την διάταξη αποδεικνύει τις αναφορές των ιστορικών Πομπώνιου Μέλα και Ban Gu ότι πρόκειται προφανώς για την «χαμένη» Ρωμαϊκή Λεγεώνα και τους εναπομείναντες Έλληνες Κασωπαίους. Συνεχίζοντας την αναφορά του ανωτέρω Χορικού:

«Ο κινεζικός στρατός επετέθηκε στη πόλη και μετά από μία αιματηρή μάχη κατόρθωσε να την καταλάβει. Οι 1500 αιχμάλωτοι, Ρωμαίοι και Κασσωπαίοι, μεταφέρθηκαν στη νότιο Κίνα και μετά από διαταγή του αυτοκράτορα Υαντί εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Φαμμού για να επανιδρύσουν την πόλη Υαλικιάν ή Λιζιάν (Lizian, η σημερινή Υονγκσάγκ). Οι 1500 νέοι κάτοικοι συνέχισαν κατά διαταγή του Κινέζου Αυτοκράτορα το εμπόριο με την Κασσώπη. Σταδιακά όμως και μέχρι το 592 μ.Χ. οι κάτοικοι της πόλης αφομοιώθηκαν από τους κινεζικούς πληθυσμούς, έχοντας όμως δώσει πολύτιμες πληροφορίες από τις πατρίδες τους, για το τεχνολογικό, το επιστημονικό και το καλλιτεχνικό επίπεδο, καθώς και την φιλοσοφίας τους».

Τον Μάιο του 1993, μια αρχαιολογική αποστολή υπό την επίβλεψη του αρχαιολόγου Χου Γουεϊχόνγκ έκανε ανασκαφές στο χωριό Zheiaizhai, εκεί που βρίσκεται η πόλη Λιζιάν και ανακάλυψε ερείπια κτιρίων ελληνιστικής τεχνοτροπίας και ρωμαϊκά λουτρά καθώς και στάδιο, αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο το αληθές των αρχαίων αυτών διηγήσεων.

Το πιο ενδιαφέρον όμως στοιχείο, είναι ότι υπάρχει ακόμη και σήμερα μία ομάδα Κινέζων που ζει κοντά στο Siuchuen και που θεωρεί τον εαυτό της ως απευθείας απόγονο των Κασσωπαίων και των Ρωμαίων.



EXON01EPIR11345-NEOP



  

Ποταμός Αχέροντας της Ηπείρου


Η Ελληνικότητα της Ηπείρου


Την ελληνικότητα της ηπειρωτικής χώρας δεν την διαλαλούν μόνο τα ερείπια που είναι σπαρμένα παντού και τα οποία σε τίποτε δεν διαφέρουν από τις άλλες ελληνικές πόλεις της κυρίως Ελλάδας, αλλά και η καθαυτού ιστορίας της. Στον πόλεμο των Λακεδεμονίων κατά των Αθηναίων το431 π.Χ. οι Ηπειρώτες συμμάχησαν με τους Λακεδαιμονίους και πολέμησαν κατά των Αθηναίων. Η οργή έκανε τότε τον Αθηναίο Ιστορικό Θουκυδίδη να γράψει σε μια φράση τη λέξη βάρβαροι«Βάρβαροι Χάονες ανασίλευτοι χίλιοι, ων ηγούντο Φώτιος και Νικάνωρ».

Τον 5ο αι. π.Χ. ο Θουκυδίδης (Ιστορίες 2.80,5) αναφέρεται στους Ηπειρώτες «καὶ αὐτῷ παρῆσαν Ἑλλήνων μὲν Ἀμπρακιῶται καὶ Λευκάδιοι καὶ Ἀνακτόριοι καὶ οὓς αὐτὸς ἔχων ἦλθε χίλιοι Πελοποννησίων», ομοίως και ο Στράβων «πρὸς αὐτὸν πρεσβευταὶ παρὰ μὲν τοῦ τῶν Ἠπειρωτῶν ἔθνους οἱ περὶ Χάροπα, παρὰ δὲ τῆς τῶν Ἠλείων πόλεως οἱ περὶ Καλλίστρατον. οἱ μὲν οὖν Ἠπειρῶται»Ο Ηρόδοτος (Ιστορία Η 45) αναφέρει και το εξής: «Αν και οι Ηπειρώτες ποτέ δεν είχαν ισχυρό ναυτικό, πήραν μέρος στην ναυμαχία της Σαλαμίνος με 7 τριήρεις».

Ο Απολλόδωρος και ο Διόνυσος ο Περιγητής (Περιήγησης της Οικουμένης στίχος 399), Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς (Περί Συνθέσεως ονομάτων), Φροντίνος, Παυσανίας: «πρὸς αὐτὸν πρεσβευταὶ παρὰ μὲν τοῦ τῶν Ἠπειρωτῶν ἔθνους οἱ περὶ Χάροπα, παρὰ δὲ τῆς τῶν Ἠλείων πόλεως οἱ περὶ Καλλίστρατον. οἱ μὲν οὖν Ἠπειρῶται».

Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος και Φλάβιος Ευτρόπιος (Eutropi breviarium ab urbe condita) τους χαρακτηρίζουν ως Έλληνες. Ο Πτολεμαίος (Γεωγραφικά βιβλίο Β Κεφ. 13) επιπλέον θεωρεί την Ήπειρο λίκνο και κοιτίδα πολιτισμού, γράφει δε χαρακτηριστικά: «Αρχέγονος Ελλάς Ήπειρος» και ότι «Αρχά Ελλάδος από Ωρικίας».

Ο μεγάλος αρχαίος γεωγράφος Στράβων, χωρίζει την Ήπειρο από την Ιλλυρία με την Εγνατία Οδό, η οποία από την Απολλωνία και την Επίδαμνο (σημ. Δυρράχιο) φθάνει μέσω της Οχρίδας και του Πυλώνος στη Θεσσαλονίκη. Η Εγνατία Οδός, ήταν χαραγμένη παράλληλα προς τον ποταμό Γενούσο (ή Σκούμπη). Και συνεχίζει ο Στράβωνας: «Ταύτην (δηλ. την Εγνατία) δη τη οδόν εκ των περί την Επίδαμνον και την Απολλωνίαν ιούσιν, εν δεξιά μεν εστί τα Ηπειρωτικά έθνη, κλυζόμενα τω Σικελικώ πελάγει μέχρι του Αμβρακικού κόλπου, εν αριστερά δε τα όρη των Ιλλυριών»Σε άλλο σημείο, γράφει: «Ηπειρώται δ' εισί και Αμφίλοχοι και οι υπερκείμενοι και συνάπτοντες τοις Ιλλυρικοίς όρεσι τραχείαν οικούντες χώραν». Και τέλος προσθέτει: «Λοιπή δ' εστί της Ευρώπης η εντός Ίστρου και της κύκλω θαλάττης αρξαμένη από του μυχού του Αδριατικού μέχρι του ιερού στόματος του Ίστρου (Δούναβη), εν η έστιν η τε Ελλάς και τα των Μακεδόνων και Ηπειρωτών Έθνη», όπως αναφέρει ο Μιχάλης Στούπας.

Ο ιστορικός Προκόπιος (6ος αι. μ.Χ. – Προκόπιος: Περί πολέμων 5.15.25) θέτει ως τελευταίο όριο της Ηπείρου την Επίδαμνο (Δυρράχιο): «Του δε κόλπου εκτός πρώτοι μεν Έλληνές εισιν, Ηπειρώται καλούμενοι, άχρι Επιδάμνου πόλεως, ήπερ επιθαλασσία οικείται».

ο Πύρρος, γιος του Αχιλλέα, που μετονομάστηκε Νεοπτόλεμος.


Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία πρώτος μυθικός βασιλιάς της Ηπείρου θεωρείται ο Πολυπότης. όπως αναφέρεται στην Τελεγονία ( Επικός Κύκλος, Telegony, Fragment 1 Πρόκλος , Chrestomathia 2). Άλλοι υποστηρίζουν ότι βασίλευσε στην Ήπειρο ο Δευκαλίων και η Πύρρα. Ο Ηρόδοτος στο (Β 54-57Έ) αναφέρει ότι ένας άλλος επίσης από τους μυθικούς βασιλείς της Ηπείρου θεωρείται και ο Πελασγός. Γιος του Δία και της Νιόβης ο Πελασγός, βασιλιάς της Αρκαδίας, έδωσε το όνομά του σε ολόκληρη την Ελλάδα, «της νυν Ελλάδος, πρότερον δε Πελασγίης καλουμένης». Στους μυθικούς βασιλείς της Ηπείρου κατατάσσεται επίσης από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς ο Αηδονεύς ο βασιλιάς της Θεσπρωτίας.

Κατά τον Παυσανία, μετά την πτώση της Τροίας, πρώτος κάτοικε στην Ήπειρο ο Πύρρος, γιος του Αχιλλέα. Ονομάζετο Πύρρος γιατί ήταν πυρρότριχος δηλαδή ξανθομάλλης. Αργότερα ονομάστηκε Νεοπτόλεμος (πήγε νέος στον πόλεμο). Ο Πλούταρχος (Βίοι Παράλληλοι - Πύρρος -) σημειώνει το εξής ενδιαφέρον στοιχείο: Στην βιογραφία του Βασιλιά Πύρου, υποστηρίζει ότι ο Αχιλλέας λατρευόταν ως θεός στην Ήπειρο και στην τοπική διάλεκτο ονομαζόταν «Ασπετός», δηλαδή αμίλητος, μη προσεγγίσιμος στην Ομηρική γλώσσα.

Κατά τον Μιχάλη Παντούλα (συγγραφέα και Δημοσιογράφο), το ζήτημα των ορίων του Ελληνισμού στην Ήπειρο κατά την αρχαιότητα έχει δύο όψεις. Η πρώτη αφορά στον ελληνικό ή μη χαρακτήρα των ηπειρωτικών εθνών και η δεύτερη στα όρια μεταξύ αυτών και των βόρειων γειτόνων τους Ιλλυριών.

Οι Ηπειρώτες, μολονότι αποδεδειγμένα Έλληνες, ορισμένες φορές οι Αθηναίοι τους έβλεπαν με περιφρόνηση. Η εξέταση αυτού του θέματος αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθόσον αυτό τέθηκε για πρώτη φορά από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, (Θουκυδίδης), οι οποίοι άλλοτε χαρακτηρίζουν τους Ηπειρώτες ρητώς ως «βαρβάρους» και άλλοτε τοποθετούν την Ήπειρο εκτός των γεωγραφικών ορίων της Ελλάδας.

Η ίδια συμπεριφορά επιφυλάχτηκε, βέβαια, από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και για κατοίκους άλλων ελληνικών περιοχών. Για παράδειγμα, ακόμη και κατά το 2o αιώνα. π.Χ., το μεγαλύτερο μέρος της Αιτωλίας λογίζονταν, γεωγραφικά τουλάχιστον, εκτός Ελλάδας, ενώ είναι γνωστό το επεισόδιο που διασώζει ο Ηγήσανδρος (συγγραφέας του 2ου αι. π.Χ.) με τον ευφυολόγο Στρατόνικο, ο οποίος στην ερώτηση «ποιοι είναι περισσότερο βάρβαροι οι Βοιωτοί ή οι Θεσσαλοί», αυτός αποκρίνεται «οι Ηλείοι» (Αθήναιος, 8.350 α).

Γνωρίζουμε ακόμη ότι ο Ευρυπίδης δε διστάζει να χαρακτηρίσει τον Αιτωλό ήρωα Τιδέα ως «μειξοβάρβαρο» (Ευρυπίδης, Φοίνισσαι 138) και ότι ο Θουκυδίδης (Ιστορίαι 3.94.4,5) είχε επιφυλάξεις ως προς την ελληνικότητα της γλώσσας μεγάλου τμήματος των Αιτωλών και Ευρυτάνων (3.92.1-3.96.2)Γράφει χαρακτηριστικά: «Ευρυτάσιν, όπερ μέγιστον μέρος εστί των Αιτωλών, αγνωστότατοι δε γλώσσαν και ωμοφάγοι εισίν, ως λέγονται»Ο Ησύχιος, τέλος, (Λεξικό Ησύχιου 26-28) χαρακτηρίζει τους Ηλείους μαζί με τους Κάρες ως «βαρβαρόφωνους».

Η αναφορά στα παραπάνω παραδείγματα δείχνει ότι ο χαρακτηρισμός από αρχαίους συγγραφείς των Ηπειρωτών και άλλων ελληνικών φύλων ως «βαρβάρων» ή «μειξοβαρβάρων» ή «βαρβαρόφωνων» έχει ως σημείο αναφοράς καθαρά πολιτιστικά κριτήρια. Εξηγήσιμο είναι επίσης το γεγονός του αποκλεισμού της Ηπείρου από τη γεωγραφική έννοια της Ελλάδας. Και τούτο γιατί ο όρος «Ελλάς» στην αρχαιότητα ακολούθησε εξελικτική σημασία και από τη στενή περιοχή της Φθίας επεκτάθηκε σταδιακά σε όλο το νοτιότερο τμήμα της Χερσονήσου του Αίμου (Ν. Hammond, Epirus, σ. 419-420).

Νόμισμα περιόδου της βασιλιάς της Ηπείρου του Πύρρου Α΄ (307 – 302 π.Χ.)


Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθούν κείμενα, μαρτυρίες και πηγές άλλων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων που επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις που προαναφέρθησαν.

Κατά τον Αριστοτέλη «Αυτή δε η Αρχαία Ελλάδα ευρίσκεται εις την περιοχήν της Δωδώνης και του ΑχελώουΟι κάτοικοι αυτής της περιοχής ήταν οι Σελλοί και εκείνοι που ονομάζοντο πριν Γραικοί και ονομάζουμε σήμερα Έλληνες». Κατά τον Αριστοτέλη, λοιπόν, η Ήπειρος - και ιδιαίτερα η περί τη Δωδώνη περιοχή- ήταν η αρχαιότατη κοιτίδα της Ελληνικής φυλής και από κατοίκους αυτής της περιοχής προήλθε η ονομασία Έλλη­νες, καθώς και η ονομασία Γραικοί, οι οποίες μας συνοδεύουν μέσα στους αιώνες.

Ο Πλούταρχος (Φωκ. 29) αναφερόμενος σε γεγονότα του 4ου αι. π.Χ. τοποθετεί τα όρια του ελληνισμού στα Ακροκεραύνια όρη. Τα ίδια υποστηρίζει ο Ψευδο-Σκύλακας (26-28), ο οποίος περιγράφει την κατάσταση της ίδιας περιοχής περί τα μέσα του 4ου αι. π.Χ.. Ίδια άποψη έχει ο Στράβων (7.5.8. σ. 316 και 7.6.1 σ.318, 7.7.3 σ. 323, 7.7.8 σ. 326), ο οποίος χρησιμοποιεί προγενέστερες πηγές (βλ. την εισαγωγή του R. Baladiě στο Z΄ βιβλίο του Στράβωνος στη σειρά Collection des universities de France, Παρίσι 1989, σ. 3-41) και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (Ν.Η. 3.145 και 4.1) χρησιμοποιώντας, επίσης, προγενέστερες πηγές. Τέλος, είναι γνωστό το κείμενο του Διονυσίου του Περιηγητή για τα όρια του ελληνισμού στο συγκεκριμένο χώρο: «Προς δε νότον μάλα πολλόν υπέρ Θρήκην ερίβωλον Ωρικίην θ' υπέρ αίαν, ερείδεται Ελλάδος αρχή».

Έχει σημασία να αναφερθεί ένα ακόμη περιστατικό όπως το διασώζει ο Ηρόδοτος: Ο Κλεισθένης, τύραννος της Σικυώνος, κατά το ήμισυ του 6ου αι. π.Χ. ανήγγειλε στους ολυμπιακούς αγώνες ότι προτίθεται να παντρέψει την κόρη του Αγαρίστη με τον άριστο ανάμεσα στους Έλληνες (ταύτην ηθέλησε, Ελλήνων απάντων εξευρών τον άριστον, τούτω γυναίκα προσθείναι). Μεταξύ, λοιπόν, των μνηστήρων που παρουσιάστηκαν εξήντα ημέρες αργότερα και έγινε δεκτός από τον Κλεισθένη ήταν και ο Μολοσσός Άλκων. Όπως ορθά γράφει ο P. Cabanes «Ο τύραννος Κλεισθένης της Σικυώνος δεν επιζητεί κατ' ουδένα τρόπο να νυμφεύσει τη θυγατέρα του με μη Έλληνα». Τα ίδια ισχύουν και για τους ισχυρισμούς ότι οι Ηλείοι και οι Αιτωλοί ήσαν «βάρβαροι».

Τα επιγραφικά κείμενα που ανακαλύφθηκαν στις δύο αυτές περιοχές, τα αρχαιότερα των οποίων ανάγονται στον 7ο αι. π.Χ., μαρτυρούν ότι και τα δύο αυτά φύλα ήσαν εξαρχής ελληνόφωνα. Εξάλλου θα ήταν τουλάχιστον παράδοξο να αμφισβητήσει κανείς την ελληνικότητα των Ηλείων, δηλαδή των ιδρυτών και διοργανωτών των ολυμπιακών αγώνων, στους οποίους ως γνωστόν επιτρέπονταν η συμμετοχή μόνον Ελλήνων.

Επομένως την εθνική ταυτότητα των αρχαίων ηπειρωτικών εθνών θα πρέπει να την αναζητήσουμε κατά κύριο λόγο στα στοιχεία εκείνα τα οποία ορίζονται από τα αντικειμενικά κριτήρια, που με σαφήνεια έθεσε ο Ηρόδοτος, δηλαδή το «όμαιμον», το «ομόγλωσσον», τα «κοινά θεών ιδρύματα και θυσίαι» και τα «ομότροπα ήθεα». Και αυτά είναι όλα ελληνικά.

Δυστυχώς όμως άνθρωποι με ιστορική μνήμη και συνέχεια βγαλμένη από τα βάθη της υπάρξεως των μεγάλων ηγετών της Ηπείρου, γόνοι ευεργετών και άτομα με μια λιτή και δωρική φυσιογνωμία, βίωσαν και συνεχίζουν να βιώνουν διαχρονικά ακόμη και μέσα από το ομηρικό γλωσσικό τους ιδίωμα, την αγάπη τους γι αυτόν εδώ τον τόπο. Κι όμως ετούτοι εδώ οι Έλληνες βαστάζοντας στις πλάτες τους αυτό το αιφνιδίως επιβαλλόμενο από τους εταίρους «σωτήρες» εθνικό προσωνύμιο, άλλοτε αντιμετωπίζονται ως οι αλλοεθνείς μέσα στους λοιπούς Ελλαδίτες και άλλοτε ως οι αλλοεθνείς – έποικοι των ιδίων των εδαφών όπου διαβιούν.

«Θυσία στον Τάφο του Νεοπτόλεμου» (1610 – Εθνικό Μουσείο Château, Fontainebleau), έργο του Ambroise Dubois (1542 – 1614)


Όσο σαφή, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, εμφανίζονται τα όρια στα ηπειρωτικά παράλια τόσο συγκεχυμένα είναι στο εσωτερικό. Ο Στράβων επανέρχεται τουλάχιστον τρεις φορές στην εθνολογική σύσταση της περιοχής αυτής. Την πρώτη φορά γράφει: «ταύτην δε την οδόν (δηλ. την Εγνατία) εκ των περί Επίδαμνον και την Απολλωνίαν τόπων ιάσιν εν δεξιά μεν εστί τα ηπειρωτικά έθνη… επί αριστερά δε τα όρη τα των Ιλλυριών» (Στράβων 7.7.4 σ. 323). Την δεύτερη φορά (Στράβων 7.7.8 σ. 326), μετά την απαρίθμηση των κυριότερων ηπειρωτικών εθνών του εσωτερικού: «Ηπειρώται δ' εισί και Αμφίλοχοι και οι υπερκείμενοι και συνάπτοντες τοις Ιλλυρικοίς όρεσι, τραχείαν οικούντες χώραν, Μολοττοί τε και Αθαμάνες και Αίθικες και Τυμφαίοι και Ορέσται και Παρωραίοι τε Ατιντάνες, οι μεν πλησιάζοντες τοις Μακεδόσι μάλλον, οι δε τω Ιονίω κόλπω», προσθέτει δε ότι τα όρια των Ηπειρωτών με τους Ιλλυριούς είναι ασαφή: «αναμέμικται δε τούτοις τα Ιλλυρικά έθνη τα προς τω νότω μέρει της ορεινής και τα υπέρ του Ιονίου κόλπου της γαρ Επιδάμνου και της Απολλωνίας μέχρι των κεραυνίων υπεροικούσι Βυλλίονες τε Ταυλάντιοι και Παρθίνοι και Βρύγοι». Στη συνέχεια ακολουθεί ένα παρεφθαρμένο χωρίο, όπου αναφέρονται το Δαμάσιον, οι Εγχελείς και κατά πάσα πιθανότητα οι Δασσαρήτιοι. Οι πληροφορίες αυτές συμπληρώνονται λίγο παρακάτω από ένα τρίτο χωρίο: «ένιοι δε και δίγλωττοι εισί» (Στράβων 7.7.8 σ. 327).

Η εντύπωση της σύγχυσης διασκεδάζεται κάπως αν γίνει αντιληπτό ότι ο Στράβων ακολουθεί αυστηρώς γεωγραφική τάξη στις απαριθμήσεις του. Κατά τρόπο ανάλογο γίνεται και η απαρίθμηση των Ιλλυριών.

Από την παραπάνω ανάλυση των πληροφοριών του Στράβωνος σε συνδυασμό με την πληροφορία του ίδιου συγγραφέα «Χάονες μεν ουν και Θεσπρωτοί και μετά τούτους εφεξής Κασσωπαίοι (και ούτοι δ' εισί Θεσπρωτοί) την από των Κεραυνίων ορών μέχρι του Αμβρακικού κόλπου παραλίαν νέμονται» (Στράβων 7.7.5 σ. 324), προκύπτει ότι τα βορειότερα ηπειρωτικά έθνη ήταν, από Δυτικά προς Ανατολικά οι Χάονες και οι Ατιντάνες και από τα νοτιότερα έθνη των Ιλλυριών οι Δασσαρρήτιοι.

Η κατάταξη αυτή δεν αίρει όλες τις ασάφειες. Βόρεια των Ακροκεραυνίων, πέραν των αποικιών Απολλωνίας και Επιδάμνου, μαρτυρείται σειρά πόλεων (ή εθνών) των οποίων ο ιλλυρικός χαρακτήρας είναι αμφισβητήσιμος. Στην νοτιότατη ζώνη απαντούν, εκ Δυσμάς προς Ανατολάς, ο Ωρικός, η Ολύμπιη και η Αμαντία, στη δε αμέσως βορειότερη ζώνη οι Βαλαιίται, η Νίκαια και η Βυλλίς. Βορειότερα ακόμη, στο γεωγραφικό πλάτος της Απολλωνίας, η Διμάλη ήταν σε επαφή με τους Παρθίνιους, ενώ η Αντιπάτρεια ήταν μακεδονική αποικία στην Ιλλυρική Δασσαρήτιδα.

Από τις παραπάνω πόλεις ο Ωρικός ήταν πόλη ελληνική της Ηπείρου, κτίσμα των Ευβοέων κατά την παράδοση (Ψευδο-Σκύμνος 411-13)«ελληνίς ωρικός… παράλιος πόλις / εξ Ιλίου γαρ επανάγοντες Ευβοείς / κτίζουσι, Εκαταίος» (Fgr Hist 1, F 106), που κανείς έως σήμερα δε διανοήθηκε να χαρακτηρίσει Ιλλυρική. Μία άλλη παράδοση η οποία αποδίδει την ίδρυση του Ωρικού στους Κόλχους δεν έχει βέβαια καμία ιστορική βάση.



exon-11124anchip334


Γη της ελληνικής Ηπείρου


Η Αρχαία Ήπειρος


Ετυμολογία

Τραχιά και ορεινή περιοχή, η Ήπειρος ήταν η βορειοδυτική περιοχή της αρχαίας Ελλάδας. Η λέξη «Ήπειρος» ετυμολογικά προέρχεται από τη δωρική έκφραση «Άπειρος Χώρα». Η λέξη "ΑΠΕΙ ΡΩΤΑΝ" που αναγράφεται στα αρχαία νομίσματα ανήκει στη δωρική διάλεκτο των Ηπειρωτών. Η λέξη αυτή (δωρικού τύπου) είναι αναγεγραμμένη σε αρχαία νομίσματα της Ηπείρου που ανεβρέθησαν στην περιοχή της Δωδώνης και σημαίνει των Ηπειρωτών.

Παραδόσεις που επέζησαν μεταξύ των Δωριέων και έφθασαν μέσω του Πινδάρου (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Β΄, σ. 237), του Ηροδότου (1.56.3) «ἐπὶ μὲν γὰρ Δευκαλίωνος βασιλέος οἴκεε γῆν τὴν Φθιῶτιν, ἐπὶ δὲ Δώρου τοῦ Ἕλληνος τὴν ὑπὸ τὴν Ὄσσαν τε καὶ τὸν Ὄλυμπον χώρην, καλεομένην δὲ Ἱστιαιῶτιν. ἐκ δὲ τῆς Ἱστιαιώτιδος ὡς ἐξανέστη ὑπὸ Καδμείων, οἴκεε ἐν Πίνδῳ, Μακεδνὸν καλεόμενον», και άλλων αρχαίων συγγραφέων στην εποχή μας, ανέφεραν, ότι απώτεροι πρό­γονοι (των Δωριέων) ήταν Μακεδνοί, δηλαδή Μακεδόνες που κατοικούσαν στην Πίνδο και συγκεκριμένα στην περιοχή του Λάκμου, τμήμα της οροσειράς της νότιας Πίνδου.

Το όνομα Ήπειρος προέρχεται από την λέξη Άπειρος όπου το «Η» αντικατέστησε το «Α». Άπειρος χώρα ονομαζόταν η ευρύτερη περιοχή της Δωδώνης. Το ότι συνήθως τη λέξη «ΑΠΕΙ ΡΩΤΑΝ», την βλέπουμε χωρισμένη σε δύο λέξεις, έχει να κάνει με το ότι δεν χώραγε στα αρχαία νομίσματα ολόκληρη και αναγκαστικά την διαχώριζαν σε δύο κομμάτια. Τιμής ένεκεν χρησιμοποιούμε και σήμερα τον ίδιο σχηματισμό της λέξεως, παρόλο που δεν υπάρχει πρόβλημα χώρου στο να γραφεί ενιαία.

Γνωστή από τα χρόνια του Ομήρου η Ήπειρος, («Απείρου γης» των αρχαίων θαλασσοπόρων, δηλαδή χώρα δίχως πέρας), πήρε το ιστορικό της όνομα πολύ αργότερα. Η λέξη σήμαινε την απέραντη έκταση, τη στεριά και το όνομα αυτό έπαιρνε στ' αρχαία χρόνια κάθε ηπειρωτική χώρα. Ο Θουκυδίδης προθέτει της λέξης ειδικό προσδιορισμό: «η ήπειρος η καταντικρύ», «η κατά Κερκύραν ήπειρος», «οι εκείνη ηπειρώται», πράγμα που δηλώνει την -ακόμη και τότε- γεωγραφική σημασία του όρου. Και πριν από τον Θουκυδίδη, συγγραφείς όπως ο Εκαταίος και ο Πίνδαρος κάνουν χρήση του ονόματος Ήπειρος.

Ο Εκαταίος, γεωγράφος του 6ου π.Χ. αιώνα, αναφέρει το Βουθρωτό πόλη της Ηπείρου και λιμάνι της ίδιας, τον Ωρικό. Ο Στέφανος Βυζάντιος στο έργο του «Εθνικά» αναφέρει: «Εκαταίος ο Μιλήσιος λιμένα καλεί Ηπείρου Ωρικόν (κοντά στον Αυλώνα) εν τη Ευρώπη». Και ο Πίνδαρος (Εγκώμια - Νera IV 8.3) την μνημονεύει, αναφερόμενος στον βασιλέα της Νεοπτόλεμο: «Νεοπτόλεμος δ' Απείρω διαπρύσια βουβόται τόθι πρώνες έξοχοι κατάκεινται, Δωδωνάθεν αρχόμενοι προς Ιόνιον πόρον...».

Το όνομα Ήπειρος όπως αναφέρει και η Καίτη Αργυροκαστρίτη στο άρθρο της (Αρχαία Χώρα Ηπειρώτις) το έδωσαν, χωρίς αμφιβολία πρώτοι, οι απέναντι νησιώτες, ιδίως οι Κερκυραίοι και οι Λευκαδίτες και σιγά σιγά, στη συνέχεια το πήραν οι ίδιοι οι γηγενείς κάτοικοί της και, μέσα στον γεωγραφικό ιστό ενέγραψαν, στην ιστορική τους διαδρομή, τις έννοιες του έθνους, της γλώσσας, των τρόπων ζωής (ως κοινών). Από τον 4ο π.Χ. αιώνα το όνομα δηλώνει τη χώρα που απλώνεται απ' τα Ακροκεραύνεια όρη ως τον Αμβρακικό, με ανατολικό σύνορο προς τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία την οροσειρά της Πίνδου και νότια με τον Αμβρακικό

Το Μαντείο της Δωδώνης στην Ήπειρο


Σχέση Ηπείρου και Μυκηναΐων


Κατά το δεύτερο μισό της 3ης προχριστιανικής χιλιετίας η Ήπειρος βρίσκεται ακριβώς έξω από τα όρια της λεγόμενης περιφέρειας του Μυκηναϊκού κόσμου, αποτέλεσε όμως ένα υπολογίσιμο κράτος που κατείχε κατά κύριο λόγω την ευρύτερη περιοχή της σύγχρονης Ηπείρου, καθώς και της Βόρειας Ηπείρου. Κατοικήθηκε από τους παλαιολιθικούς χρόνους. Οι ανασκαφές του Βρετανού καθηγητή Eric Higgs της Οξφόρδης με τον Σωτήριο Δάκαρη το 1963-1965 στο Παλαιολιθικό Σπήλαιο Ασπροχάλικο Πεβέζης, απέδωσε ευρήματα ζωής του Homo Sapiens από το 100.000 - 10.000 π.Χ.

Παρόμοια ευρήματα έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη των ανωτέρω καθηγητών και στην θέση Καστρίτσα Ιωαννίνων. Μεταγενέστερα οι κάτοικοι εκείνης της εποχής ήταν τροφοσυλλέκτες, κυνηγοί και ποιμένες, κατασκευάζοντας ογκώδεις τύμβους για να θάψουν τους ηγέτες τους. Οι τύμβοι αυτοί είχαν παρόμοια χαρακτηριστικά με εκείνους που κατασκευάστηκαν αργότερα από τους Μυκηναίους. Τα μέχρι σήμερα γνωστά αρχαιολογικά ευρήματα από την Ήπειρο δείχνουν, πως οι Μυκηναΐοι γνώριζαν σε ικανοποιητικό βαθμό τα γεωγραφικά όρια της περιοχής. Τα στοιχεία όμως που αντλούνται από την ανεύρεση των μεγάλων τύμβων Μυκηναϊκής τεχνοτροπίας, ταφικών κτερισμάτων και αγγείων, ισχυροποιεί αυτό που έχει υποστηριχθεί από την αρχαιολογική κοινότητα, ότι αποτελεί απόδειξη της συγγένειας μεταξύ Ηπειρωτών της παλαιολιθικής και νεολιθικής εποχής και Μυκηναΐων της μετέπειτα εποχής του Χαλκού.

Ευρήματα τάφου στην Κερασώνα και στο Μιχαλίτσι της Πρέβεζας μαρτυρούν τις σχέσεις των περιοχών αυτών με την Αθήνα και τη Μεγάλη Ελλάδα (Κάτω Ιταλία και Σικε­λία). Οι κάτοικοι των απομακρυσμένων από τα παράλια περιοχών είχαν περισσότερες επα­φές με τους κατοίκους της Μακεδονίας. Στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν και να διατηρήσουν την Ελληνικότητά τους, οι Έλληνες αυτοί των άκρων (Ηπείρου, Μακεδονί­ας), αντιμετωπίζοντας συνεχώς εχθρικές επιθέσεις, διατήρησαν πλήθος στοιχείων της αρχαιότερης Μυκηναϊκής εποχής. Επίσης στο Κεφαλωχώρι Φιλιάτες ανευρέθηκε Κιβωτιόσχημος τάφος, 3ου μέχρι 1ου αιώνα π.Χ. με πλούσια κτερίσματα.

Στην Ήπειρο επίσης βρέθηκαν και πολλοί οικισμοί και ευρήματα της καθεαυτού Μυκηναϊκής εποχής. Τα πιο σημαντικά από αυτά βρέθηκαν στο Νεκρομαντείο του Αχέροντα ποταμού και στο Μαντείο της Δωδώνης (του Δωδωναίου Δία). Τα στοιχεία αυτά συνηγορούν στην αποίκηση περιοχών της Ηπείρου από τους Μυκηναΐους περί το 900 - 800 π.Χ..

Το Αρχαίο Νεκρομαντείο του Αχέροντα


Πολιτειακή και Πολιτισμική ανάπτυξη της Ηπείρου


Ο Ελληνικός πολιτισμός της Ηπείρου είναι ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια του ελληνικού πολιτισμού. Εκεί κείται η Ελλοπία, περιοχή γύρω από την Δωδώνη και την κοιλάδα των Ιωαννίνων, όπου κατοικούσαν οι Σελλοί ή Ελλοί, από το όνομα των οποίων κατά την άποψη πολλών γλωσσολόγων προέρχεται η λέξη Ελλάς. Επίσης, εκεί ευρίσκεται το αρχαιότερο μαντείο στον Ελλαδικό χώρο, το ιερό της Δωδώνης αφιερωμένο στο Δωδωναίο Ζευς, τον πελασγικό, ο οποίος λατρευόταν από όλους τους Έλληνες.

Οι κάτοικοι της Ηπείρου, ειδικά δε αυτοί της Βορείου Ηπείρου κατάφεραν να διασώσουν την εθνική φυσιογνωμία τους παρά το γεγονός ότι υπέστησαν αλλεπάλληλες δοκιμασίες από ξένους κατακτητές. Πόλεις όπως η Φοινίκη, το Βουθρωτό, η Αντιγόνεια, η Νικόπολη και η Βερενίκη αποτελούν σημαντικά κέντραελληνικού πολιτισμού.

Στη πόλη Φοινίκη, στις ανασκαφές που πραγματοποίησε ο αρχαιολόγος Δημήτρης Τσόντης ανακαλύφτηκαν επιγραφές που ανήκουν στον 3ο αιώνα όπως επί παραδείγματι «Εύνομο Νίκαν», «Ταν ευατού έχει», «Ένεκεν και εύνοιας».

Καθοριστικές υπήρξαν οι πολιτισμικές επιρροές, έτσι όπως διαμορφώθηκαν από τις αποικίες (των Μυκηναΐων όπως η Εφύρα, των Κορινθίων, η Αμβρακία, των Ηλείων Απολλωνία και Επίδαμνο), που σηματοδότησαν αναμφισβήτητα μια βαθμιαία εμπολιτιστική δραστηριότητα προς (και βέβαια από) τα ηπειρωτικά φύλα, μετέφεραν και μετάλλαξαν ένα πρότυπο πολιτικής ζωής που εγγράφονταν στα οικιστικά πλαίσια των πόλεων και περιλάμβανε, δημιουργία αγορών, θεάτρων, παλαιστρών, σταδίων, γυμνασίων, και παρήγαγαν -ή μετέφεραν- κοινά προς τα απομιμούμενα στοιχεία πολιτικής οργάνωσης, με ιδιαιτερότητες αναμφισβήτητα εμπλουτισμένα. Ο τρόπος παραγωγής των βορειοδυτικών αυτών κέντρων είναι κυρίως δουλοκτητικός όπως αναφέρει η Καίτη Αργυροκαστρίτη.

Η γεωργία και η κτηνοτροφία είναι οι σημαντικότερες παραγωγικές πηγές για την οικονομία και τον πληθυσμό. Μέσα από τις επιγραφές, κυρίως τις απελευθερωτικές του Βουθρωτού, της Κασσώπης, της Δωδώνης, αποκαλύπτεται η συνοχή και h λειτουργικότητα των μικρών κοινωνικών συνόλων, η οικογενειακή κοινοκτημοσύνη, ο ισχυρός ρόλος της ακηδεμόνευτης γυναίκας του σπιτιού, που ελέγχει το εργατικό δυναμικό, την οικονομία και την τάξη του οίκου της, η αύξηση του αριθμού των δούλων και ο καθορισμός της εθνικής τους προέλευσης.

Η πολιτισμική ανάπτυξη των Ηπειρωτικών πόλεων της Ηπείρου κατέστησε την πόλη Βουθρωτό, ισχυρό πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο κατά τον 3ο -1 ο π.Χ. αιώνα, μετατρέπεται το 44 π.Χ. από τον Καίσαρα σε ρωμαϊκή αποικία βετεράνων, δηλαδή σε επαρχιώτικο ρωμαϊκό κέντρο και θέρετρο.

Το αρχαίο θέατρο του Βουθρωτού της Βόρειας Ηπείρου, χτισμένο στην κλιτύ της ακρόπολης, με θέα το Κανάλι Βιβάρι.


Το αρχικό πολιτειακό σύστημα της Αρχαίας Ηπείρου ήτο η βασιλεία κατά την διάρκεια του 5ου - 4ου αιώνα. Καθίσταται όμως ως ενιαίο βασίλειο κατά την διάρκεια του 4ου αιώνα. Η φυλή των Μολοσσών ένωσε τις δυνάμεις της με τους Θεσπρωτούς και τους Χάονες, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ενός ισχυρού κράτους με δικό του βασιλιά, αξιωματούχους, νόμισμα, αυλή, συμβούλιο απεσταλμένων των φυλών και στενές σχέσεις με το γειτονικό Μακεδονικό Βασίλειο. Με την υποστήριξη των Μακεδόνων οι ενωμένοι πλέον Ηπειρώτες κατέλαβαν άλλες πόλεις στα δυτικά, αποκτώντας πρόσβαση στη θάλασσα.

Η δυναστεία των Μολοσσών, γνωστή και ως Αιακίδες, ήταν σαφώς ελληνικό φύλο. Διεκδικούσε μάλιστα καταγωγή από τον Αχιλλέα όπως αναφέρει και ο Όμηρος (Φ 187 - 189). Με τον τρόπο αυτό η Ήπειρος ενώθηκε σε ενιαία πολιτική οντότητα το 370 π.Χ. Περί το 359 π.Χ. η Μολοσσή πριγκίπισσα Ολυμπιάδα, ανιψιά του βασιλιά Αρρύβα της Ηπείρου, παντρεύτηκε τον βασιλιά Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας. Το τέλος της δυναστικής περιόδου (Αιακιδών) τελειώνει με τον Θάνατο της Βασιλίσσης Δηιδάμιας το 233 π.Χ.

Μετά τη δολοφονία της Δηιδάμειας, οι Ηπειρώτες ανακήρυξαν ομοσπονδιακή δημοκρατία αντικαθιστώντας τη χαλαρή Ηπειρωτική Συμμαχία των Μολοσσών, με μια πιο διευρυμένη μορφή, το «Κοινό των Ηπειρωτών1». Η Συμμαχία των Μολοσσών ή Άπειρος συνυπήρχε μαζί με τη βασιλεία των Αιακιδών. Το Κοινό Ηπειρωτών πλέον δεν συνοδεύεται από παράλληλη εξουσία. Γι' αυτό και στερούμεθα ονομάτων ηγετών. Είναι ένα ριζοσπαστικό αυτόνομο όργανο που ασκεί εξουσία στους Ηπειρώτες και περιλαμβάνει πλέον όλα τα φύλα, Ηπειρώτες, Θεσπρωτούς και Ηλείους αποίκους.

Μόνο μεμονωμένοι Ηπειρώτες ή πόλεις απουσίαζαν από το Κοινό. Είναι όργανο απολύτως δημοκρατικό με πυραμιδοειδή εξουσία και κορυφή ενιαύσια που υπακούει στη διευρυμένη βάση της. Η οργάνωσή του στηρίζεται στη συνένωση περισσότερων μικρών φυλών, ομάδων που συνθέτουν Ομοσπονδιακό Οργανισμό.

Είναι συγκεντρωτικό κράτος αρμόδιο για την άσκηση έσω και εξωτερικής πολιτικής, υπεύθυνο επίσης για την οικονομική και τελωνειακή διαχείριση, παραγωγή νομίσματος και τη χορηγία πολιτείας. Δεν είχε συγκεκριμένη έδρα αλλά μετέφερε την έδρα συνεδριάσεων και αποφάσεων από την Πασσαρώνα, στην Ελέα, στην Κασσώπη, την Αμβρακία. Η ομοσπονδιακή δημοκρατία καταργείται με τη ρωμαϊκή κατάκτηση του 168 π.Χ. από τις λεγεώνες του ύπατου Αιμίλιου Παύλου.


Παραπομπή:

1)Το Ιστορικό του Κοινού των Ηπειρωτών

Πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο του Κοινού ήταν η Δωδώνη, όπου και το περίφημο μαντείο, η οποία αρχικώς υπήρξε το θρησκευτικό, πολιτιστικό και πολιτικό κέντρο του Κοινού των Μολοσσών. Το 297 π.Χ., αρχηγός του Κοινού έγινε ο περίφημος βασιλιάς Πύρρος (γνωστός και με το προσωνύμιο, ο Αετός της Ηπείρου). Όταν η Κέρκυρα κατακτήθηκε από τους Συρακουσίους του τυράννου Αγαθοκλέους, προσφέρθηκε στον Πύρρο, ως προίκα για το γάμο του (τον πρώτο μιας σειράς που ακολούθησε) με τη Λάνασσα, κόρη του Αγαθοκλή. Το νησί έγινε τότε και αυτό τμήμα του Κοινού των Ηπειρωτών. Την ίδια εποχή πιθανολογείται ότι ιδρύθηκε και ο κερκυραϊκός οικισμός της Κασσιόπης για να χρησιμεύσει ως βάση για τις εκστρατείες του Πύρρου. Το νησί της Κέρκυρας παρέμεινε στη συμμαχία των Ηπειρωτών μέχρι το 255 π.Χ., όταν και έγινε ανεξάρτητο μετά το θάνατο του γιου και διαδόχου του Πύρρου, Αλέξανδρου Β'. Το τέλος του Κοινού των Ηπειρωτών συνέβη το 170 π.Χ.

Μετά τη δολοφονία της Δηιδάμειας, όπως αναφέρει και ο συγγραφέας Μίλτος Γήτας οι Ηπειρώτες ανακήρυξαν δημοκρατία αντικαθιστώντας τη Συμμαχία ή Άπειρο με μια πιο διευρυμένη μορφή, το «Κοινό των Ηπειρωτών». Η Συμμαχία ή Άπειρος συνυπήρχε μαζί με τη βασιλεία. Το Κοινό δε συνοδεύεται από παράλληλη εξουσία. Είναι ριζοσπαστικό αυτόνομο όργανο που ασκεί εξουσία στους Ηπειρώτες. Μόνο μεμονωμένοι Ηπειρώτες ή πόλεις απουσίαζαν από το Κοινό. Είναι όργανο απολύτως δημοκρατικό με πυραμιδοειδή εξουσία και κορυφή ενιαύσια που υπακούει στη διευρυμένη βάση της. Η οργάνωσή του στηρίζεται στη συνένωση περισσότερων μικρών εθνών, ομάδων που συνθέτουν Ομοσπονδιακό Οργανισμό. Είναι συγκεντρωτικό κράτος αρμόδιο για την άσκηση έσω και εξωτερικής πολιτικής, υπεύθυνο επίσης για την οικονομική και τελωνειακή διαχείριση, παραγωγή νομίσματος και τη χορηγία πολιτείας.

Τότε η Ήπειρος βρισκόταν σε ύψιστο κίνδυνο: νότια πολιορκούσαν οι Αιτωλοί, βόρεια οι Ιλλυριοί, το χειρότερο όμως ήταν η εμφάνιση του κινδύνου από τη Δύση, οι Ρωμαίοι. Τα όρια της Ηπείρου συρρικνώθηκαν καθώς δείχνει ο κατάλογος θεαροδόκων των Δελφών, που χρονολογείται στο τέλος του 3ου αι. π.Χ. Αναφέρονται ξεχωριστά το Άργος, Αμφιλοχικό, Αμβρακία, η οποία δεν ανήκει στο «Κοινό των Ηπειρωτών» αλλά έγινε μέλος της Αιτωλικής συμπολιτείας το 223 ή 222 π. Χ., η Κασσώπη, οι Αθαμάνες, η Φοινίκη της Χαονίας, η Αμαντία και το Δυρράχιο. Πολλά έθνη έμειναν αρχικά έξω από το Κοινό. Σύμφωνα με επιγραφές από τη Δωδώνη το όνομα του κράτους είναι «Κοινό των Ηπειρωτών» ή «Απειρωτάν».

Το συμβούλιό τους, η «Συνέλευση των Ηπειρωτών» ονομάζεται επίσης «Δήμος των Απειρωτάν», «Εκκλησία του Δήμου», και consilium Απειρωτάν. Υπάρχει και ο όρος Απειρώται = Συνέλευση των Ηπειρωτών.

Το 230/229 π. Χ., με το θάνατο του Άγρωνα βασίλευσε η χήρα του, Τεύτα, που επιτρόπευε τον ανήλικο γιο της, Πίννη. Με ισχυρό στρατό τόλμησε να χτυπήσει και να κυριεύσει ακόμη και τη Φοινίκη. Κατόπιν επιτέθηκε και κατά της πόλης Αντιγόνειας του Πύρρου Α΄. Οι Ηπειρώτες ενοχλήθηκαν. Με τη βοήθεια του Κοινού των Αιτωλών και του Αχαϊκού Κοινού πέτυχαν μία συνθήκη με τους Ιλλυριούς και επέβαλλαν υποχώρηση από τα εδάφη που είχαν κατακτήσει.


Βιβλιογραφία:

Ισίδωρος Σκληρός: Η Άγνωστη αρχαία ιστορία της Βορείου Ηπείρου και των εκεί Ελλήνων

Νίκος Υφαντής: Η γέννηση της Ηπείρου

Γιάννης Πέππας: Η Ήπειρος στην Προϊστορική Εποχή

Κοσμάς ο Θεσπρωτός: Γεωγραφία Αλβανίας και Ηπείρου

Εκαταίος ο Μιλήσιος: Εγκυκλοπαίδεια "Πάπυρος - Λαρούς", Αθήνα, 1964

Θουκυδίδης: Ιστορίες Αττικά 2.80,5

Καίτη Αργυροκαστρίτη: Αρχαία Χώρα Ηπειρώτις

Κλαύδιος Πτολεμαίος: Γεωγραφικά Βιβλ. Γ Κεφ 13

Στράβων: Ιστορίαι ΙΘ

Φλαβιος ΕύτροποςBreviarium historiae Romanae,

Eκδοτική Αθηνών: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους

'Hπειρος: Eκδόσεις Δωδώνη:

Ηρόδοτος: Ιστορία Η 45

Προκόπιος: Περί πολέμων 5.15.25

Ηρόδοτος: Ιστορία Β 54-57Έ

Πλούταρχος: Βίοι Παράλληλοι

Διαδικτυακός τόπος του Ν. Θεσπρωτίας

Βιργίλιος: Αινιάδα 3.295

Στράβων: Περί Ηπειρώτιδως

Ησύχιος: Αθήναιος Σύνοψις 8.350α

Ηγήσανδρου Υπόμνημα

Στρατόνικος

Λεξικό Ησύχιου: σελ. 612 λήμματα Έλληνες - Ελλοί

Ήπειρος: 4000 χρόνια Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού», Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1997.

ΠΗΓΗ intownpost



Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only