Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2021

Όταν απέθανεν ο Βιζυηνός


«…Όταν απέθανεν ο Βιζυηνός
τον έφεραν από το φρενοκομείον την νύκτα εις τον ναόν του αγίου Γεωργίου[Καρύτση] και τον άφησαν εκεί σε μια γωνιά, έρημον, συντροφευόμενον μόνον από την λαμπάδα που έρριχνεν ανησύχους λάμψεις εις το φέρετρον, και εγέμιζε με κινουμένας σκιάς το βάθος του ναού.
Ολίγους ψυχικούς σεισμούς έχω αισθανθή ωσάν εκείνον που μας έφερεν η θέα του ποιητού, νεκρού και παντερήμου μέσα εις την εκκλησίαν φρικωδώς αγνώριστον, μετά τεσσάρων ετών βάσανον εντός των τοίχων του φρενοκομείου, του πολυθρήνητου τραγουδιστού των «Ατθίδων αυρών.
Ενώ δε εκυττάζαμεν άφωνοι εγώ κι ένας συνάδελφός μου τον Βιζυηνόν καταμόναχον μέσα εις την εμπνέουσαν ρίγη νυκτερινήν ερημίαν του ναού, επρόβαλον δύο υαλώδεις οφθαλμοί από το σκότος, και μετ’ ολίγον η λαμπάς του φερέτρου εφώτισεν εμπρός μας έναν άνθρωπον αλλόκοτον.
Ήτο ο τρελλός υπηρέτης της εκκλησίας. Ο τρελλός αυτός εσυντρόφευεν όλην την νύκτα τον Βιζυηνόν…»
ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ (13.4.1898).
[Περιέχεται σε χρονογράφημά του Παπαντωνιου 19 ετών τότε , και 21 όταν έγραφε το χρονογράφημα, στο οποίο νεκρολογούσε τον ατυχή Νικόλα, υπηρέτη της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου Καρύτση. Τον υπηρέτη του ναού που έζησε με «το παράπονο του τρελλού κατά της κοινωνίας η οποία τον εβασάνιζε, κατά της πολιτείας η οποία δεν εμπόδιζε την κοινωνίαν να τον βασανίζη». Που πλήρωνε με άγρια πειράγματα από τους λούστρους και τα μαθητούδια των δημοτικών σχολείων, τη μονομανία του να σαρώνει με μια μακριά σκούπα τα πεζοδρόμια της γειτονιάς]
[«Δεν υπάρχει τεχνίτης του λόγου στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, που να μην κουβαλάη μέσα του, έστω κι ανομολόγητα, το Βιζυηνό. Μόρφωσε όλες τις ευαίσθητες συνειδήσεις, κι όμως ίχνος άμεσης επίδρασής του δε βρίσκεται σε κανένα ποίημα ή πεζό νεοελληνικό. Διαπέρασε τους πάντες, αλλά σε λιβάδι από κείνον πατημένο, κανείς δε διανοήθηκε να ξανασπείρη.
Η αναγνώριση ήρθε πρόωρα, κι όχι όπου θάπρεπε. Τις ποιητικές δάφνες που διεκδίκησε, μαθητής ακόμα, του τις δώσαν αφειδώς, τιμώντας τον γι' ανάξια πρωτόλειά του. Μα σαν επέστρεψε, με λαμπρά εφόδια σπουδών, και δημοσιεύτηκαν τα πεζά του, ο πνευματικός εσμός των Αθηνών, τόσο ενθουσιώδης στην αρχή με τον ικανό στιχοπλόκο, άλλαξε στάση ενωχλημένος απ' τον έκδηλο φαναριωτισμό, τις μικροματαιοδοξίες του, τον παρασιτισμό του στα ψηλά σαλόνια, τις παράξενες συμπεριφορές του φτωχόπαιδου που γύρισε ντυμένο κατά τα ευρωπαϊκά, κι ούτε τις γνώσεις του τις επιστημονικές του αναγνώρισε, ούτε το σπάνιο τάλαντο. Τον αντιμετώπισαν με χλεύη και πικρόχολα σχόλια. Δίχως στόφα αγωνιστή, ούτε ισχυρός τόσο ώστε ν' αδιαφορούσε, δεν καλοκατάφερνε μετά την απώλεια του μεγάλου χορηγού του ούτε τα προς το ζην να βγάζη καλά-καλά, αναλωνόμενος, μιάν οκταετία όλη-όλη που 'ζησε στην Αθήνα, σε συγγραφές διδακτικών εγχειριδίων, μεταφράσεις ξένων μεσαιωνικών παραλογών, λημματογραφία σε λεξικά, λιγοστά άρθρα και περισσότερα ποιήματα...
Πολλά ειπώθηκαν από περινούστατους κριτικούς πως αν είχε ζήσει θα είχε ολοκληρώσει... Άλλοι απάντησαν πως αυτό ήταν: εκρηξιγενής, που ό,τι είχε να δώση τόδωσε και τίποτε δε θάβγαινε με τα χρόνια... Αλλά πότε οι εικοτολογίες ωφέλησαν την Έρευνα;..
ΣΤΑΝΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ, Από την εισαγωγή της έκδοσης «Γ.Μ. ΒΙΖΥΗΝΟΣ: ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ» , ΕΚΔΟΣΗ «ΤΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ» 2013
ΓΙΑΤΙ ΤΡΕΛΛΑΘΗΚΕ Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ;
.
Ο Βιζυηνός κατάγονταν από φτωχή οικογένεια, ο παππούς του ήταν ασβεστάς και πατέρας, ο Μιχαήλος Σύρμας [Το Βιζυηνός ήταν ψευδώνυμο] εργάζονταν ως καρβουνιάρης και ως πραματευτής, ο οποίος πέθανε το 1854 από τύφο.
Ο Γεώργιος είχε δύο αδέλφια, τον Χρηστάκη, που εργάζονταν ως ταχυδρόμος και δολοφονήθηκε σε ηλικία τριάντα ετών, στον οποίο αναφέρεται το διήγημα «Ποιος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου», το Μιχαήλο που πέθανε τρία χρόνια πριν από τον Γεώργιο, και δύο αδελφές, την Άννα που πέθανε όταν την καταπλάκωσε η μητέρα άθελά της στον ύπνο της, όπως περιγράφει ο Βιζυηνός στο έργο του «Το Αμάρτημα της μητρός μου» και την Αννιώ, που πήρε το όνομα της αδελφής της, όμως πέθανε κι αυτή σε νεαρή ηλικία.
Παρακολούθησε με διακοπές τα μαθήματα του Δημοτικού σχολείου στη γενέτειρα του και στη συνέχεια η μητέρα του τον έστειλε σε ένα θείο του στην Κωνσταντινούπολη, αρχιράφτη της Βαλιδέ Σουλτάνας για να μάθει την τέχνη της ραπτικής.
Το 1867, δύο χρόνια μετά το θάνατο του βάναυσου θείου του και με τη βοήθεια του Κύπριου εμπόρου Γιάγκου Γεωργιάδη Τσελεμπή, ο Γεώργιος εγκαταστάθηκε στην Κύπρο, με σκοπό να γίνει κληρικός και παράλληλα φοίτησε στην Ελληνική Σχολή της Λευκωσίας.
Έζησε ορισμένα χρόνια της ζωής του φορώντας ράσα, όμως στο διάστημα αυτό έμπλεξε σε ένα ερωτικό σκάνδαλο, όταν τον συνέλαβαν να στέλνει από τα παράθυρα του κελιού του, ερωτόλογα και στίχους στη 14χρονη Ελένη Φυσεντζίδη, προς την οποία σώζονται τρία γράμματα στην αλληλογραφία του.
Το 1872 συνόδεψε τον επίσκοπο Κύπρου Σωφρόνιο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο στο Φανάρι για εκκλησιαστικούς λόγους. Στην Κωνσταντινούπολη σπούδασε το 1872 στο Ελληνικό Λύκειο του Πέραν, και στη συνέχεια γράφτηκε ως ιεροσπουδαστής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, με δάσκαλο και συμπαραστάτη του τον τυφλό θεολόγο και ποιητή Ηλία Τανταλίδη. Με τη βοήθεια του Τανταλίδη, τύπωσε το 1873 την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ποιητικά». Η έκδοση συνέβαλε στη γνωριμία του Βιζυηνού με τον τραπεζίτη και εθνικό ευεργέτη Γεώργιο Ζαρίφη, σταθερά προσηλωμένο στην αναγκαιότητα ενός ελληνικού διαφωτιστικού προγράμματος. ο οποίος δαπανούσε σημαντικά ποσά στην προώθηση των γραμμάτων και της εκπαίδευσης, και ο οποίος τον στήριξε οικονομικά προκειμένου να ταξιδέψει στην Αθήνα, όπου γράφηκε στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου.
Το 1874, κέρδισε στο «Βουτσιναίο» ποιητικό διαγωνισμό το πρώτο βραβείο με το ποίημα «Κόδρος», ενώ τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς αποφοίτησε από το Γυμνάσιο της Πλάκας και το Σεπτέμβριο γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως μετά το τέλος του πρώτου Ακαδημαϊκού έτους, επέλεξε να συνεχίσει τις Φιλοσοφικές του σπουδές στο Γκαίτιγκεν της Γερμανίας. Ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συναντήθηκε με το Ζαρίφη και επιστρέφοντας στην Αθήνα, παίρνει πιστοποιητικό σπουδών και στις 23 Οκτωβρίου του 1875, γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Γκαίτιγκεν. Από το Μάιο του 1877 μέχρι τον Αύγουστο του 1878 συνέχισε τις φιλολογικές σπουδές του στη Λειψία και το Βερολίνο, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ιστορία της φιλοσοφίας, την αισθητική και την ψυχολογία.
Το 1880 άρχισε να γράφει τη διδακτορική του διατριβή με θέμα «Το παιχνίδι υπό έποψη ψυχολογική και παιδαγωγική», η οποία εγκρίθηκε και τυπώθηκε στη Λειψία στις αρχές του 1881 με έξοδα του Ζαρίφη. Αφού αναγορεύτηκε διδάκτορας της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, επέστρεψε τον Νοέμβριο του 1881, μέσω Παρισίων στην Αθήνα.
Στο τέλος του 1881 επισκέφτηκε το Σαμακόβι ή Σαμάκοβο, το Σιδηροχώρι, της Ανατολικής Θράκης, όπου ασχολήθηκε επιχειρηματικά -με αποτυχία- με επιχείρηση μεταλλείων, γεγονός που συσχετίστηκε στενά με τη μελλοντική ψυχική του ασθένεια. Στην περιοχή βρίσκονταν τα πατρικά κτήματα της μητέρας του μια περιοχή γεμάτη μεταλλεία, που έκλεισαν λόγω του Ρωσσοτουρκικού πολέμου το 1877. Εκεί ο Βιζυηνός προσπάθησε με Άγγλο μηχανικό και με άδεια από το Σουλτάνο να τα επαναλειτουργήσει και επένδυσε όλες τις οικονομίες του, όμως ο Σουλτάνος ανακάλεσε την λειτουργία των μεταλλείων, οδηγώντας τον Βιζυηνό σε ολοκληρωτική οικονομική καταστροφή.
Το 1882 επέστρεψε στην Αθήνα και ακολούθησε ταξίδι του στο Παρίσι, όπου το Νοέμβριο του 1882 γνωρίστηκε με το Δημήτριο Βικέλα και από τότε η επικοινωνία τους υπήρξε συνεχής και στενή. Κοντά στο Βικέλα γνώρισε τον κύκλο των Ελληνιστών. Τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στην Αθήνα, λόγω του θανάτου του Γεωργίου Ζαρίφη και της αδιαφορίας των κληρονόμων του για την τύχη του Βιζυηνού.
Έκτοτε ξεκίνησε η τελευταία περίοδος της ζωής του, η οποία συνοδεύτηκε από οικονομική ανέχεια. Συνέχισε να ασχολείται με την αποτυχημένη μεταλλευτική επιχείρηση στο Σαμοκόβι και προκειμένου να επιβιώσει διορίστηκε καθηγητής στο Γυμνάσιο Αθηνών, όμως απολύθηκε λόγω κομματικής δυσμένειας προς το πρόσωπό του.
Το 1884 υπέβαλλε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα «Η φιλοσοφία τού καλού παρά τω Πλωτίνω», στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με την ιδιότητα του καθηγητή Γυμνασίου έγραψε δύο σχολικά εγχειρίδια, τα «Ψυχολογικαί μελέται επί του καλού» το 1885 και «Στοιχεία ψυχολογίας» το 1888.
Ως διεκδικητής της πανεπιστημιακής έδρας συνέταξε ένα λίβελο εναντίον του συνυποψήφιου του Μαργαρίτη Ευαγγελίδη και τον δημοσίευσε στην εφημερίδα «Χρόνος Αθηνών» το 1885, με τον τίτλο «Μαργαρίτου Ευαγγελίδου, "Ιστορία της θεωρίας της γνώσεως"». Τον ίδιο χρόνο ανακηρύχτηκε παμψηφεί υφηγητής στην έδρα της Ιστορίας της Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή, όμως λόγω ανταγωνισμών απέτυχε στην ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία και καθώς οι φιλολογικοί κύκλοι των Αθηνών τον περιφρονούσαν, απολύθηκε από καθηγητής και για να ζήσει, εργάστηκε από το 1890 ως καθηγητής της Δραματολογίας στο Ωδείο Αθηνών και από το 1889 έως το 1892, συνέταξε 120 λήμματα για το «Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν», το περίφημο Λεξικό των Μπαρτ και Χιρστ.
Το 1890 ο Βιζυηνός εμφάνισε τα πρώτα συμπτώματα μιας ασθένειας των νεύρων και μετέβη για λουτρά στις κεντρικές Άλπεις της Αυστρίας, όμως η κατάστασή του δεν βελτιώθηκε. Επιστρέφοντας στην Αθήνα έγραψε μια μελέτη για την «Ιστορία της Φιλοσοφίας» και μεταφράσεις γνωστών ευρωπαϊκών μπαλλαντών.
Το 1890, που άρχισε να εργάζεται ως καθηγητής ρυθμικής και δραματολογίας στο Ωδείο Αθηνών, γνώρισε τη 14χρονη μαθήτρια του Μπεττίνα Φραβασίλη την οποία ερωτεύτηκε και ήθελε να της γράφει ποιήματα. Η γνωριμία της τον οδήγησε σε απώλεια του νου του και, αφού τη ζήτησε σε γάμο και του αρνήθηκε η μητέρα της, επιχείρησε να απαγάγει την κοπέλα, ενώ η εφημερίδα «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη είχε γράψει για δύο απόπειρες αυτοκτονίας, η μία ελάχιστες ημέρες προτού κλειστεί στο Δρομοκαΐτειο.
Στις 14 Απριλίου 1892 ο Βιζυηνός πεισμένος ότι πηγαίνει στον γάμο του, ντυμένος γαμπρός, παραληρώντας και αναφέροντας συνεχώς το όνομα της Μπεττίνας, οδηγήθηκε με την άμαξα της αστυνομίας στο Δρομοκαΐτειο.
Ο Γεώργιος Δροσίνης αναφέρει στα «Άπαντα» του ότι ήταν «τρελός ησυχώτατος» και γι΄ αυτό τον άφηναν να περιφέρεται ελεύθερα με έναν φύλακα γύρω στα πεύκα. Ο Βιζυηνός δεν είχε συναίσθηση της καταστάσεως του και πίστευε ότι εκείνος επιτηρούσε τον φύλακα. Παρέμεινε έγκλειστος στο Δρομοκαΐτειο για τέσσερα χρόνια και οι γιατροί απέδωσαν τα συμπτώματα σε σύφιλη, ασθένεια από την οποία πιθανολογείται ότι έπασχε από τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία.
Διαισθανόμενος το τέλος του ζήτησε παπά από τη Μονή Δαφνίου να τον μεταλάβει. Πέθανε «...συνέπεια μαρασμού, τελευταία περίοδος προϊούσης γενικής παραλύσεως...» σύμφωνα με έγγραφο από το Δρομοκαΐτειο, τον Απρίλιο του 1896. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν είκοσι άτομα, μεταξύ τους και δύο φίλοι του, τρόφιμοι του ψυχιατρείου, ενώ τα ελάχιστα υπάρχοντά του κατασχέθηκαν από τους τοκογλύφους.
Η μητέρα του, στο χωριό τους, τυφλώθηκε από ακατάσχετο κλάμα, όπως λέγεται και πέθανε το 1907.
Λίγες ημέρες αργότερα πέθανε και η Μπετίνα Φραβασίλη, μόλις τέσσερις μέρες μετά τον γάμο της. Τον έθαψαν σε τάφο που παραχώρησε ο Δήμος Αθηναίων κοντά σε ένα μαντρότοιχο του νεκροταφείου και ο Κωστής Παλαμάς διάλεξε ένα στίχο που του χάραξαν στην επιτύμβια πλάκα,: «Κι αντηχούνε στη μαύρη σιγή, τα πικρά, τα πικρά μου τραγούδια».
[Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ
«Εις τας Αθήνας εφάνη παράξενος τύπος. Κατατομή ιδιαζόντως ανατολική ήτο εκ των προνομιούχων εκείνων αίτινες εγχαράζονται διαρκώς εις την μνήμην. Οφθαλμοί λοξοί ως κινέζου, φρύδια καμαρωτά, λοξά, κατάμαυρα, φυσιογνωμία mignon αλλά με εξογκωμένα μήλα ρουμελιώτου πρόσφυγος. Και φωνήν, ω, ουδέποτε εις την ζωήν του παρεδέχθη ότι είνε οχληρά…», γράφει ο αθηναϊκός Τύπος της εποχής για τον Βιζυηνό. Οι συμφοιτητές του διασκέδαζαν με τη θρακιώτικη προφορά του, ενώ η εφημερίδα «Μη χάνεσαι» τον αποκαλεί «καραγκιόζη των σαλονίων».
.
Ο Βιζυηνός δεν εντάσσεται, δεν γίνεται Αθηναίος, «δεν είναι ευλύγιστος...»(γράφει ο φίλος και γιατρός του Βασιλειάδης), γι’ αυτό τους αποκαλεί «μυιοχάφτηδες». Είναι η εποχή που οι «ζαρωμένοι» μικρομεσαίοι των ελληνικών παροικιών εγκαθίστανται στην Αθήνα και φέρονται με την ίδια περιφρόνηση που κι εκείνοι υφίσταντο στην ξενητιά. "Επεδείκνυον περιφρόνησιν" και είχαν την ίδια "υπεροπτικήν συμπεριφοράν των ξένων προς τους εαυτούς των όταν ζαρωμένοι διέμενον εις τον τόπον εκείνων", γράφει ο Αλέξ. Αρ. Οικονόμου.
Ο Γ. Βιζυηνός «είναι γεννημένος δια να παίξη τοιούτον ρόλο επαίτου» γράφει η εφημερίδα ΜΗ ΧΑΝΕΣΑΙ, αιτιολογώντας πως δεν τα γράφει αυτά «προς εξευτελισμόν του» αλλά για να καταγράψει «όλα τα αποκτηνούντα στάδια, του υπηρέτου παντοπωλείου, του ψάλτου, του ράπτου, του παπαδοπαίδου, του ιεροσπουδαστού, και αναρπαγείς αιφνιδίως εκ των στρωμάτων της καταγωγής του δια χειρός του κ. Ζαρίφη…[ο χορηγός των σπουδών του Βιζυηνού] διέσωσεν αμόλυντα τα κεφάλαια της χυδαιότητας… περιέφερεν τα κεφάλαια αυτά του παιδός παντοπώλου…». Η εφημερίδα το κάνει ακόμα χειρότερο, δείχνοντας συγχρόνως την απίστευτη περιφρόνηση των "από πάνω" της νεοπαγούς ελληνικής κοινωνίας για τους "από κάτω". Το να είσαι «υπηρέτης παντοπώλου» είναι χειρότερα κι από κτήνος! Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μαρίνος Αντύπας επιχείρησε αρχικά, πριν πάει στους κολλήγους, να οργανώσει τους «υπηρέτες» της Αθήνας.
.
«Το δράμα του Γκυ ντε Μωπασάν όπερ το έαρ του 1892 αναστάτωσε τους Παρισίους, έσχε πικρόν αντίκτυπον και στην ημετέραν πτωχή φιλολογία. Ο κόσμος έκλαιε μία ατυχή διάνιαν κλεισθείσα εν καιρώ του σπινθηροβολισμού της εις το φρενοκομείον και η ελληνική φιλολογία προέπεμπε υπό την αυτήν δραματικήν εξέλιξη τέκνον της, εμπνευσμένον όλου του κάλλους της, της δυνάμεως, του μυστηρίου της, τον Γεώργιον Μ. Βιυζηνόν. Ως ενθυμούμαι απλήστως την αλγεινή εκείνην νύκτα. Είχον κληθεί κατεπειγόντως και ο ποιητής κατά την ώραν εκείνην του αμυδρού σκιόφωτος της εσπέρας εστολισμένος με άνθη λευκωπά, με ανεμώνας, με ωραία ρόδα, ολίγα αγριολούλουδα και μαργαρίτας δύο-τρεις επί της κομβιοδόχης, ισχυρίζετο ότι περιέμενε την μνηστήν του, την ξανθήν και γαλανήν κόρην των φαντασιοπλήκτων ονείρων του. Η φυσιογνωμία του νευρώδης συνεσπάτο συχνά πυκνά και ο ίδιος διασκελίζων την αίθουσαν απήγγειλλε περιπαθείς στροφάς φλογερού έρωτος και έραινε προ της θύρας του δροσοπέταλα ρόδα, εφ ων θα επάτει της μνηστείας τον οδόν η γαλανή του![...]
Ω εκείνην την νύκτα, την τραγικήν εξέλιξην, τας τρομακτικάς φάσεις σαιξπηρείου εμπνεύσεως! Επεφυλάχθην μάρτυς εξαρθρώσεως αριστοτέχνου νου εις αγνώριστον ικρίον, διανοητικόν σκελετόν, εις ερείπιον! Ενίοτε η μαλακή, η ήσυχος μορφή έλαμπε και πάλιν την φυσική της γλυκύτητα και ιδού αυτός, ωσεί ουδέν εκ των προτέρων να διαδραμάτιζε, μοι απέτεινε σώφρονα τον λόγον και συνεζήτει τα προσφιλή του θέματα καλλιτεχνικά και εσμίλευε και ελάξευε περιπαθείς στίχους ως ακόμη ευτυχούς συλλήψεως, αιθερίας. Εγώ καταρώμενος την ανηλεή μοίραν, την βάσκανον τύχην του ανθρωπίνου μεγαλείου, συνέσφιγγον την καρδίαν και συνεκράτουν το δάκρυ, ενώ παρεκάλουν τον Θεό να εξημερώσει τη νύκτα, την ατέλειωτη εκείνη νύκτα!
Δυο εβδομάδας κατόπιν μετά του φίλου μου κ. Φέρμπου επισκεπτόμεθα το Δρομοκαΐτιον φρενοκομείον. Το νόσημα του Βιζυηνού εχαρακτηρίσθη «ανίατος ως οργανική αλλοίωσης του εγκεφάλου και του νωτιαίου εν ταυτώ.». Εν τω δωματίω της διευθύνσεως, όπου εγενόμεθα δεκτοί, παρετήρησα ότι επί της τραπέζης έκειντο φύλλα με ημίσβεστον γραφήν και μελανώματα. Τι σύμπτωσις! Ήσαν ποιήματα του Βιζυηνού. Απλήστως τότε προσπάθησα να αναγνώσω μερικά.»
Ν. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ, [Ο Ψυχιάτρος του Βιζυηνού]: «Γεώργιος Μ. Βιζυηνός (Ο Έλλην Γκυ ντε Μωπασάν)»
.
[«Ο Βιζυηνός αισθάνθηκε μεγάλη χαρά όταν φόρεσε το ράσο και το σκούφο. Νόμιζε ότι πάτησε το πρώτο σκαλί πάνω από τους κοινούς θνητούς. Αλλά ο θεοκρατικός κλοιός που κύκλωσε το πνεύμα του, δεν είχε καμία δυνατότητα να κερδίσει και την καρδιά του.
Μελανόφθαλμος ξανθή κόρη, ακριβώς απέναντι από τη μητρόπολη τον ενέπνευσε τον πρώτο ΕΡΩΤΑ. Τη νύχτα κατέβαινε τον τοίχο του κελιού του, κρεμασμένος από ένα σκοινί, και μετά ανέβαινε ψιθυρίζοντας τους εξορκισμούς του και σταυροκοπούμενος συχνά πυκνά για να διώξει κάθε πνεύμα που θα φθονούσε τον έρωτά του.
Η καταδίκη του ήταν να τρώει 40 μέρες μόνο ξερό ψωμί, να διαβάζει τρεις φορές το Μέγα Απόδειπνον και του έδωσαν κομποσκίνι για να μετρά 150 γονυκλισίες κάθε εσπέρα.
Μια μέρα διέκρινε τον έρωτά του να κατευθύνεται προς την αποβάθρα. Τρέχει. Την προφταίνει. Θα πήγαινε σε συγγενείς του πατέρα της σε μακρινό χωριό μέχρι να ξεχαστεί το σκάνδαλο.
Δεν την ξαναείδε.
Μετά από 15 χρόνια, όταν επέστρεψε από την Ευρώπη και οι εφημερίδες διατυμπάνιζαν το όνομά του, ο Βιζυηνός έλαβε μια επιστολή από την Κύπρο, γραμμένη από γυναικείο χέρι, που τον ρωτούσε αν ως νέος έμεινε ποτέ στην Μητρόπολη της Κύπρου. Οι εραστές αναγνωρίστηκαν… Είναι άγνωστο αν συναντήθηκαν. Αλλά ο Γ.Β. θα γράψει στο Δρομοκαΐτειο τον υπέροχο στίχο:
Και από τότε, που θρηνώ
το ξανθό και γαλανό
και ουράνιο φως μου,
μετεβλήθη εντός μου
και ο ρυθμός του κόσμου.
Από μακριά ακούγονται μέχρι σήμερα τα γιουχαΐσματα: «τουρκόσπορος», «επαίτης», «υπηρέτης», «κορόιδος», «κτήνος»…
ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, «Ένας που εσώθη», Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ 13/4/1898]
.
«Εις το πρόγραμμα της ποιητικής εσπερίδος την οποίαν διωργάνωσεν ο εωρτάζων «Παρνασσός»[για τα 25 χρόνια του] ανεγινώσκετο μεταξύ των άλλων ονομάτων και το όνομα του Γεωργίου Βιζυηνού. Ο ποιητής έμελλε κατ’ αυτήν να αναγνώση το “Παλάτι της Βασιλοπούλας”. Αλλοίμονον! ο αγαθός ποιητής με την ανατολικήν του φυσιογνωμίαν και τους διαχυτικούς
του τρόπους δεν παρίστατο εις την χαρμόσυνον εσπερίδα, και όσοι ηρώτων περί αυτού εμάνθανον κατάπληκτοι ότι ακριβώς την πρωίαν της ημέρας εκείνης ο Βιζυηνός είχεν εγκλεισθή εις το φρενοκομείον».
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
.
[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ
- Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΥ, ΣΤΟ ΜΈΣΟΝ]


https://www.youtube.com/channel/UC0wk2ge3sheyTkgpAkeBang

tapantareinews tv

Ενημέρωση και ψυχαγωγία. Επικοινωνία στο dsgroupmedia@gmail.com.






Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only