Γιάννης Ρίτσος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Γιάννης Ρίτσος
ΌνομαΓιάννης Ρίτσος
Γέννηση1 Μαΐου 1909
ΜονεμβασιάΕλλάδα
Θάνατος11 Νοεμβρίου 1990 (81 ετών)
ΑθήναΕλλάδα
ΚοιμητήριοΚοιμητήριο του κάστρου (Μονεμβασιά)
Επάγγελμα/
ιδιότητες
Συγγραφέας
ΕθνικότηταΈλληνας
ΥπηκοότηταΕλλάδα
Περίοδος1934-1987
ΕίδηΠοίησηλογοτεχνία
Λογοτεχνικό κίνημαΜοντερνισμός
Γενιά του ’30[1]
Αξιοσημείωτα έργαΕπιτάφιος
Ρωμιοσύνη
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος
Αξιοσημείωτες διακρίσειςΒραβείο Ειρήνης Λένιν
Σύζυγος(οι)Γαρυφαλιώ Γεωργιάδου
ΤέκναΈρη Ρίτσου

Υπογραφή


Ο Γιάννης Ρίτσος (1 Μαΐου 1909 - 11 Νοεμβρίου 1990)[2] ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποιητές[3][4] με διεθνή φήμη και ακτινοβολία[5]. Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες. Το έργο του συμπληρώνουν πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα. Αρκετά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες[6]. Πολιτικά ανήκε στην Αριστερά(συγκεκριμένα στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά).
Ο Ρίτσος που νόσησε από φυματίωση, ξεπέρασε την ασθένεια (πράγμα δύσκολο για την εποχή) και πέρασε από υλικές και ηθικές δοκιμασίες[7]. Στο σανατόριο του «Σωτηρία», όπου νοσηλευόταν, ήρθε κοντά με τον μαρξισμό και την Αριστερά, πράγματα που επηρέασαν βαθύτατα την ποίησή του και τον τρόπο ζωής του. Αφού πέρασε από διάφορα σανατόρια, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως αυτοδίδακτος σκηνοθέτης στην Εργατική Λέσχη και ως ηθοποιός και χορευτής σε επιθεωρήσεις[8].
Η αγωνιστική του έφεση και η επαναστατική του φύση τον οδηγούν στην προσχώρηση του κινήματος των «Πρωτοπόρων» και κατόπιν, το 1942, στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, ενώ έγινε μέλος και του Κ.Κ.Ε. Αργότερα αρχίζουν οι εξορίες στη Λήμνο, στη Μακρόνησο και στον Άγιο Ευστράτιο. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, προσχώρησε στην Ε.Δ.Α. Το 1956 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση και στην Κούβα. Κατά τη διάρκεια της χούντας των Συνταγματαρχώνεξορίστηκε και πάλι, αρχικά στη Γυάρο και κατόπιν στη Λέρο[8]. Με το πέρας της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση, ο Ρίτσος έγινε ευρέως γνωστός, τόσο στον ελλαδικό χώρο, όσο και στο εξωτερικό, ενώ ακολούθησαν πολλές διακρίσεις και βραβεύσεις.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο Επιτάφιος και η Ρωμιοσύνη είναι κάποια από τα σημαντικότερα ποιήματα του Ρίτσου, ενώ έχει κάνει και πολλές μεταφράσεις ξένων ποιητών όπως του Ναζίμ Χικμέτ, του Αλεξάνδρου Μπλοκ, του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι κ.ά.[9] Πολλά ποιήματα του Ρίτσου έχουν μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη, γνωστότερα εξ αυτών: Η Ρωμιοσύνη και ο Επιτάφιος αλλά και άλλα[10].
Μεταξύ των τιμητικών διακρίσεων του Ρίτσου περιλαμβάνονται το κρατικό βραβείο ποίησης και το βραβείο Λένιν[9].

    Βιογραφία

    Οικογένεια

    Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την 1η Μαΐου του 1909 στη Μονεμβασιά. Ήταν το τελευταίο παιδί της οικογένειας Ρίτσου[11]. Ο πατέρας του Ρίτσου, Ελευθέριος, γεννήθηκε το 1872 και είχε καταγωγή από την Κρήτη. Ο Ελευθέριος Ρίτσος ήταν κληρονόμος τεράστιας κτηματικής περιουσίας και βασιλόφρων. Είχε συναναστροφές με τον κλήρο και είχε ελλιπείς γνώσεις καθώς τελείωσε μονάχα το δημοτικό. Η μητέρα του Ρίτσου ήταν η Ελευθερία Βουζαναρά, γεννημένη το 1879, κόρη πλουσίων εμπόρων από το Γύθειο. Οι δυο τους παντρεύτηκαν όταν ήταν ακόμα εκείνη 13 ετών και είχε συμφωνηθεί ότι θα συζούσαν οριστικά μόλις τελείωνε το γυμνάσιο.[12].
    Το ζευγάρι, εντούτοις, δεν τα πήγαινε καλά, καθώς ο Ελευθέριος ήταν μανιώδης χαρτοπαίχτης και γυναικάς. Ένα οριστικό περιστατικό για τη σχέση τους ήταν όταν απέκτησαν το δεύτερο παιδί τους: Ενόσω η Ελευθερία βρισκόταν στο νοσοκομείο, εκείνος εξαφανίστηκε για εβδομάδες στο Λουτράκι, περνώντας ξέγνοιαστες ώρες. Η οικογένεια Ρίτσου απέκτησε τελικά τέσσερα παιδιά, τη Νίνα το 1898, τον Δημήτρη το 1899, τη Σταυρούλα (Λούλα) το 1908 και τον Γιάννη το 1909[12].
    Η οικογένεια ζούσε απέναντι από την Παναγία τη Χρυσαφίτισσα. Αργότερα εγκαταστάθηκε οριστικά, μετά τη γέννηση του Γιάννη, σε ένα σπίτι που αγόρασε ο Ελευθέριος στην είσοδο της καστροπολιτείας, δίπλα στα τείχη.[12]

    Νεανικά χρόνια

    Το σπίτι του Γιάννη Ρίτσου, στη Μονεμβασιά, και η προτομή του.
    Η ζωή του Ρίτσου κατά την παιδική του ηλικία στη Μονεμβασιά ήταν ανέμελη και πέρασε όμορφα παιδικά χρόνια κοντά στη φύση[12]. Η μητέρα του, που ήταν καλλιεργημένη, του έδειχνε πολλή αγάπη και τρυφερότητα[13]. Η γιαγιά του η Άννα του έλεγε παραμύθια, όπως επίσης κι ένας Μωραΐτης, που φρόντιζε αυτόν και τη Λούλα, μετά τη δολοφονία του παππού τους το 1910[12]. Ο Ρίτσος από μικρή ηλικία φάνηκε να έχει κλίση στις τέχνες, καθώς γρήγορα άρχισε να ζωγραφίζει και να μαθαίνει πιάνο, ενώ, όπως ο ίδιος μαρτυρεί, έγραφε στίχους από την ηλικία των 7 ετών. Η μητέρα του τον υποστηρίζει απόλυτα σ' αυτή του την κλίση και θεωρεί πως κάποια μέρα θα διαδεχθεί τον Κωστή Παλαμά. Αργότερα τον εγγράφει ως συνδρομητή στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων[13].
    Η ανεμελιά των παιδικών χρόνων σταματά με την έναρξη του σχολείου. Ο Ρίτσος προτιμούσε να παίζει από τα να παρακολουθεί τα μαθήματα κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να βρίσκεται πολλές φορές όρθιος στη γωνία τιμωρημένος. Τα τετράδιά του ήταν γεμάτα ζωγραφιές. Είχε πει κι ο ίδιος κάποτε:[14]
    Έφτιαχνα μαργαρίτες και παπαρούνες, σβήνοντας τους αριθμούς.
    Ενώ για τις τιμωρίες του έλεγε:[14]
    Σαν να μ' άρεσε να είμαι τιμωρημένος. Δεν αγαπούσα τους ανθρώπους που αρίστευαν στα πάντα.
    Κι ακόμη:[14]
    Νομίζω πως ο άνθρωπος που δεν τιμωρήθηκε ποτέ στη ζωή του δεν ξέρει τι σημαίνει παραβίαση της απαγόρευσης. Κι επειδή η ζωή είναι γεμάτη απογοητεύσεις, έμαθα να δουλεύω την ποίηση, ξεπερνώντας τες.
    Ο Ρίτσος ό,τι έχασε από το σχολείο το βρήκε στη βιβλιοθήκη της μητέρας του, όπου εκεί συνάντησε για πρώτη φορά την Αριστερά, πράγμα που ενοχλούσε τον πατέρα του[14].
    Το 1917 η οικογένεια Ρίτσου δέχτηκε το πρώτο της οικονομικό πλήγμα: Με την αγροτική μεταρρύθμιση του Ελευθέριου Βενιζέλου απαλλοτριώθηκαν τσιφλίκια ή δόθηκαν σε ακτήμονες. Οι Ρίτσοι, που δεν ήξεραν άλλη δουλειά, παρά μόνον αυτή, τα έχασαν σχεδόν όλα[14].
    Λίγο καιρό αργότερα, ο αδελφός του, που σπούδαζε, ασθένησε με τον προάγγελο της φυματίωσης, την υγρά πλευρίτιδα. Ο πατέρας ξόδεψε πολλά λεφτά για τη θεραπεία του γιου του χωρίς όμως επιτυχία. Το 1921 ασθένησε από φυματίωση και η μητέρα του. Ο Δημήτρης δεν τα κατάφερε και πέθανε από φυματίωση στις 6 Αυγούστου 1921, ενώ λίγο αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, όταν η μητέρα έμαθε για τον θάνατο του Δημήτρη, δεν άντεξε και πέθανε κι αυτή στην Πορταριά Μαγνησίας[13]. Στο ενδιάμεσο, η αδελφή του Νίνα, και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 1921, είχε παντρευτεί τον χωροφύλακα του χωριού και είχε φύγει από το σπίτι, με αποτέλεσμα η Λούλα και ο Γιάννης να μείνουν μόνοι και να δεθούν πολύ[14].
    Η Λούλα και ο Γιάννης ήρθαν πολύ κοντά μετά από αυτά τα τραγικά γεγονότα. Η μόνη παρηγοριά του ποιητή ήταν η αδελφή του και η ποίηση, ενώ τα μόνα έξοδα που επέτρεπε στον εαυτό του ήταν η συνδρομή του περιοδικού, στο οποίο μάλιστα δημοσίευσε το 1924-1925 τις πρώτες του συνεργασίες με το ψευδώνυμο «Ιδανικό Όραμα»[15]. Ο Γιάννης Ρίτσος τελείωσε το δημοτικό σχολείο και το σχολαρχείο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, ενώ στο Γύθειο, γενέτειρα της μητέρας του, παρακολούθησε τα μαθήματα του γυμνασίου.

    Η αρρώστια

    Τον Σεπτέμβριο του 1925, ο Γιάννης Ρίτσος και η αδελφή του, Λούλα, εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Εκεί έπιασαν ένα δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο στην οδό Μπενάκη. Ο θείος Λεωνίδας, που ζούσε στο Λονδίνο και που τους είχε βοηθήσει και παλαιότερα, τους συνδράμει χρηματικά, ενώ η Λούλα έπιασε δουλειά, προετοιμάζοντας τις σπουδές της για τη Φιλοσοφική Σχολή. Ο Γιάννης από την άλλη δεν έδειχνε κάποιο ενδιαφέρον για όλα αυτά[15]. Έπιασε αργότερα δουλειά ως δακτυλογράφος σε γραφείο ενός συμβολαιογράφου, στη βιβλιοθήκη του οποίου γνώρισε τον Άγγελο Σικελιανό, τον Κωστή Παλαμά κ.ά. Έως το 1926, τα πράγμα πήγαιναν καλά για τα δύο αδέλφια, ώσπου ένα πρωί η Λούλα είδε τον αδελφό της να κάνει αιμόπτυση στο λαβομάνο. Ο ιατρός της οικογένειας τον έστειλε στη Μονεμβασιά, όπου, όπως πίστευε, θα έβρισκε καλύτερη περιποίηση. Τελικά, μετά από τη δίμηνη παραμονή του στην Αθήνα, επέστρεψε στην πατρώα γη. Επιστρέφοντας ο Ρίτσος από τη Μονεμβασιά είχε έτοιμες δύο ποιητικές συλλογές: Στο Παλιό μας Σπίτι και το Δάκρυα και Χαμόγελα. Τον Ιανουάριο του 1927 η αιμόπτυση επανήλθε και ήταν βέβαιο πλέον ότι έπασχε κι αυτός από φυματίωση. Στις 22 Φεβρουαρίου 1927 εισήλθε στο νοσοκομείο Νοσοκομείο Σωτηρία, όπου για τα επόμενα τρία χρόνια ήρθε σε επαφή με διάφορους αριστερούς και συνδικαλιστές[16]. Ο «δάσκαλός» του είναι ο Βασίλης, ο οποίος θα εκτελεστεί αργότερα από τους Γερμανούς, στην Κατοχή[16].
    Η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, που νόσησε κι αυτή από τη φυματίωση, και που η συνάντηση της με τον Γιάννη Ρίτσο, στο σανατόριο του «Σωτηρία», υπήρξε καλλιτεχνικό «διάλειμμα» από τη σκληρή πραγματικότητα.
    Στο σανατόριο του «Σωτηρία» θα γνωριστεί με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Αντάλλασσαν ποιήματα ο ένας στον άλλον και λόγω της αγάπης τους για την ποίηση θα βρουν παρηγοριά. Ο ίδιος ο ποιητής αφηγείται στον Κ. Σταματίου[17]:
    Υπήρχε μια μεγάλη "αίθουσα υποδοχής" με το μοναδικό πιάνο με ουρά στη «Σωτηρία». Τ' απόγευμα, πήγαινα εκεί και έπαιζα αναζητώντας κάποια παρηγοριά στη μουσική. Ακούγοντας το πιάνο η Πολυδούρη κατέβαινε από το δωμάτιό της και έτσι γνωριστήκαμε.
    Εκεί μέσα ανέπτυξαν θερμούς δεσμούς φιλίας οι δύο ποιητές. Μάλιστα ο ένας έχει αφιερώσει στον άλλον και ποιήματα[18].
    Ο ποιητής, μετά το πέρας του τρίτου έτους της παραμονής του στο νοσοκομείο, δεν είχε πια λεφτά για την παραμονή του. Κατόπιν, τον μετέφεραν σε στρατιωτικό νοσοκομείο, για να καταλήξει στο Άσυλο Φυματικών Καψαλώνας, ένα ερειπωμένο και άθλιο κατάλυμα. Οι συνθήκες εκεί ήταν απαράδεκτες. Έτσι, ο Ρίτσος στέλνει ένα γράμμα στην εφημερίδα Εφεδρικός Αγών και τονίζει τα προβλήματα που βιώνουν καθημερινά οι ασθενείς εκεί πέρα. Ο Ρίτσος θα πει αργότερα για εκείνη την εμπειρία του:[19]
    Στην Καψαλώνα ένιωσα πρώτη φορά τον εαυτό μου σαν εντολοδόχο, τον υπεύθυνο ενός κόσμου.
    Στην Καψαλώνα ο Ρίτσος, μαζί με άλλα ποιήματά του, από το προηγούμενο σανατόριο, συνθέτει τις πρώτες του ποιητικές συλλογές: Τρακτέρκαι Πυραμίδες[19].

    Δεκαετία 1930-1940

    Τον Απρίλιο του 1931, η αδελφή του Λούλα παντρεύεται έναν μετανάστη από την Αμερική, τον Δημήτρη Σταυρόπουλο, ο οποίος θα συνδράμει οικονομικά και τον αδελφό της, τον Γιάννη. Έτσι, ο Ρίτσος θα βρει περισσότερο χρόνο για τη συγγραφή ποιήσεως[20].
    Το 1932, την οικογένεια την ξαναβρήκε συμφορά: Ο πατέρας του Ρίτσου, που ζούσε μόνος στη Μονεμβασιά, δεν είχε τα προς το ζην και σε συνδυασμό με την άρνησή του για βοήθεια από τους συγχωριανούς του έχασε τα λογικά του και τρελάθηκε. Τον μετέφεραν εν τέλει το 1934 στο δημόσιο ψυχιατρείο του Δαφνίου[20].
    Η αδελφή του που είχε πάει στην Αμερική επέστρεψε για να τον φροντίσει και εν τω μεταξύ είχε κλονιστεί πολύ κι αυτή με όλα αυτά που συνέβαιναν στην οικογένειά τους. Την περίοδο αυτή ο Ρίτσος προσπαθεί να ακολουθήσει το επάγγελμα του χορευτή και του ηθοποιού σε ένα θέατρο στην Κυψέλη, με τη διάσημη Ζωζώ Νταλμάς, αφού ο γάμος της αδελφής του δεν κράτησε πολύ και αναγκάστηκε να εργαστεί[21].
    Ο Επιτάφιος
    Κύριο λήμμαΕπιτάφιος
    9 Μαΐου 1936: Η μητέρα του Τάσου Τούση θρηνεί τον γιο της, τον πρώτο νεκρό της αιματηρής καταστολής της διαδήλωσης των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης. Η ιστορική φωτογραφία που ενέπνευσε τον Επιτάφιο του Ρίτσου.
    Το 1934 γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος. Τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Τρακτέρ, ενώ ξεκίνησε να δημοσιεύει στον Ριζοσπάστη τη στήλη «Γράμματα για το Μέτωπο». Το Μάιο του 1936, οι εργατικές κινητοποιήσεις είχαν κορυφωθεί στη Θεσσαλονίκη. Στις 9 Μαΐου η μεγάλη απεργία και διαδήλωση των καπνεργατών πνίγεται στο αίμα από την κυβέρνηση Μεταξά, με συνολικά δώδεκα νεκρούς, ανάμεσα στους οποίους και ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Ο Ριζοσπάστης, την επόμενη ημέρα, δημοσιεύει φωτογραφία, στην οποία αποτυπώνεται η μητέρα του Τάσου Τούση να σπαράζει πάνω από τη σορό του, μόνη στο μέσο της διασταύρωσης των οδών Βενιζέλου και Εγνατίας. Η φωτογραφία συγκλόνισε τον ποιητή και ταυτόχρονα τον ενέπνευσε: Ο Ρίτσος κλείστηκε στη σοφίτα του και έγραψε τα τρία πρώτα μέρη του Επιταφίου[20]. Ο Ριζοσπάστης στις 12 Μαΐου του 1936 τα δημοσίευσε υπό τον τίτλο Μοιρολόι[22]. Χαρακτηριστικοί στίχοι του ποιήματος είναι:[23]
    Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
    πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

    πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
    καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;
    Ο Ρίτσος ολοκληρώνει τα πρώτα 14 ποιήματά του, τα οποία εκδίδονται από το «Λαϊκό Βιβλιοπωλείο» σε 10.000 αντίτυπα (αριθμός ρεκόρ). Από αυτά πουλήθηκαν σχεδόν όλα, εκτός από 250, τα οποία κάηκαν μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας από τον Ιωάννη Μεταξά στις 4 Αυγούστουτου 1936[24]. Το ποίημα αυτό έγινε ένα από τα γνωστότερα στο ελληνικό κοινό ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου[5].
    Στις 15 Οκτωβρίου του 1936, ο Ρίτσος έγινε μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών. Οι παραστάσεις που έδινε ως χορευτής και ως ηθοποιός (και οι οποίες δεν τον έκαναν ιδιαίτερα υπερήφανο) τον ταλαιπώρησαν τόσο, που τον οδήγησαν στο να υποτροπιάσει η υγεία του. Αυτή τη φορά, από τον Οκτώβριο του 1937 έως τον Απρίλιο του 1938, έζησε στο σανατόριο της Πάρνηθας, στο οποίο συγγράφει το Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα και την Εαρινή Συμφωνία, χάριν του πρωτοφανέρωτου έρωτα[25]. Οι συμφορές τόσο για την οικογένεια, όσο και για τον ίδιο συνεχίστηκαν, όταν η αδελφή του η Λούλα επισκέφτηκε στις 9 Φεβρουαρίου του 1937 την αδελφή τους και της είπε ότι είδε τον Θεό[24]. Ακολούθως, θα κατευθυνθεί κι εκείνη στο Δαφνί, όπου βρισκόταν ο πατέρας της και μάλιστα στις 5 Νοεμβρίου 1938 θα δει να βγάζουν τη σορό του πατέρα της από τον απέναντι θάλαμο. Ο Ρίτσος εμπνεύστηκε από τα παθήματα της αδελφής του και θα γράψει το ποίημα Τραγούδι της Αδελφής μου, για το οποίο ο Κωστής Παλαμάς θα γράψει στο τελείωμα του τετράστιχου: «Να παραμερίσουμε ποιητή για να περάσεις.»[26].
    Στις 30 Νοεμβρίου 1937, η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών τον δέχτηκε ως μέλος της με 22 ψήφους μεταξύ 27. Φεύγοντας από το σανατόριο, προσλήφθηκε από το Βασιλικό Θέατρο. Εκεί γνώρισε τον Μάνο Κατράκη· η φιλία τους θα κρατήσει για πάντα. Εκεί συνάντησε και τον Τάκη Φιλιακό, που είχαν ήδη γνωριστεί και αργότερα θα μεταπηδήσουν στην Εθνική Λυρική Σκηνή, όπου εμφανίζεται με το ψευδώνυμο Ι. ή Γ. Βάμβας[25]. Το 1940 θα εκδοθεί το Εμβατήριο του Ωκεανού, αλλά τα γεγονότα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου τον πρόλαβαν και εγκαταστάθηκε κατάκοιτος στο σπίτι του Τάκη Φιλιακού. Κατόπιν εντάχθηκε και στο Μορφωτικό Τμήμα του Ε.Α.Μ.[26]
    Ο ηθοποιός Στέλιος Βόκοβιτς, βλέποντάς τον να πεινά, να είναι άρρωστος και δυστυχής, απευθύνθηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις και ο Αλέκος Λιδωρίκης έγραψε ένα άρθρο για τη σωτηρία του ποιητή και πρότεινε δημόσιο έρανο. Οι προσφορές έφτασαν, αλλά ο Ρίτσος τις αποποιήθηκε[26].

    Κατοχή, αντίσταση, διώξεις

    Το Κοντοπούλι της Λήμνου, όπου εξορίστηκε ο ποιητής το 1948.
    Σχεδόν σε όλη την Κατοχή ο Ρίτσος ήταν καθηλωμένος από την ασθένειά του[27]. Αρχικά συγκατοικούσε με την Έλλη Αλεξίου στην Καλλιθέα[28] και αργότερα με το ζεύγος Τάκη Φιλιακό και Μιράντας Βούλγαρη. Εκείνη την περίοδο γράφει το μυθιστόρημα Στους πρόποδες της σιωπής, το οποίο φτάνει σχεδόν τις 1000 σελίδες και συνήθιζε να το διαβάζει σε όσους τον επισκέπτονταν. Με τα γεγονότα των Δεκεμβριανών, πολλές σημειώσεις και ποιήματα του Ρίτσου καίγονται από το πρόσωπο στο οποίο τα είχε εμπιστευτεί να τα φυλάει, λόγω φόβου. Ωστόσο, ο Ρίτσος είχε διαφύγει από την Αθήνα με πολλούς οπαδούς του Ε.Α.Μ., που κατευθύνονταν προς τη βόρεια Ελλάδα. Σε αυτή του τη σκληρή δοκιμασία γράφει το μονόπρακτο Η Αθήνα στ' άρματα. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945) επιστρέφει στην Αθήνα και γράφει στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα[29] ενώ μέσω αυτού δημοσίευε και ποιήματα υπό το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλιώτης. Την περίοδο εκείνη γνωρίστηκε με σπουδαίους ποιητές, όπως τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Τάσο Λειβαδίτη κ.ά., όπως επίσης και τη μελλοντική του γυναίκα (1947). Αξιοσημείωτα έργα εκείνη την εποχή ήταν το Ο σύντροφος μας Νίκος Ζαχαριάδης και το Υστερόγραφο της δόξας, που αναφέρονταν στον Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος είχε αποκηρυχθεί από το Κ.Κ.Ε.[28]
    Μεταξύ του 1945 και 1947 συγγράφει τη Ρωμιοσύνη και την Κυρά των Αμπελιών. Το 1948 εξορίζεται στη Λήμνο και συγκεκριμένα στο Κοντοπούλι. Εκεί θα αρχίσει να ζωγραφίζει ακουαρέλες και να κάνει σκίτσα συγκρατουμένων, ενώ παράλληλα θα ξεκινήσει και αλληλογραφία με την Καίτη Δρόσου, που στη συνέχεια θα γίνουν δελτάρια, με λίγες λέξεις[30]. Κατόπιν, θα αρχίσει αλληλογραφία και με την αδελφή του Λούλα[31]. Στη Λήμνο ο ποιητής τον Φεβρουάριο του 1949 γράφει το Καπνισμένο Τσουκάλι[32].
    Τον Μάιο του 1949 μεταφέρθηκε στο κολαστήριο της Μακρονήσου. Ο Ρίτσος προτιμούσε να μη μιλά για αυτό το μέρος, παρά μόνο μέσω των ποιημάτων του[32]. Τα χειρόγραφα της Μακρονήσου διασώθηκαν από τον Μάνο Κατράκη σε μπουκάλια που θάφτηκαν στη γη. Τα πήρε μαζί του έπειτα, στον Άη Στράτη[33]. Από το «Αναμορφωτήριο της Μακρονήσου» απολύθηκε τον Ιούλιο του 1950. Παρόλα αυτά φυλακίστηκε ξανά, ενώ ήταν βαριά άρρωστος. Η παραμονή του ήταν βραχύχρονη στο νησί και μεταφέρθηκε στον Άη Στράτη. Στο ενδιάμεσο υπήρξε εκστρατεία στο εξωτερικό για την απελευθέρωση του ποιητή. Εξέχοντες προσωπικότητες που βρέθηκαν στο πλευρό του μεταξύ άλλων ήταν ο Πάμπλο Πικάσο, ο Πάμπλο Νερούδα και ο Λουί Αραγκόν[28].
    Στις 30 Μαρτίου του 1952 εκτελούνται ο Νίκος Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του[33]. Στην Αθήνα διαμένει με τους Φιλιακούς[34]. Ο Ρίτσος επηρεασμένος από το γεγονός γράφει το ποίημα Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο, το ποίημα κυκλοφόρησε με σκίτσο του Μπελογιάννη, φιλοτεχνημένο από τον Πάμπλο Πικάσο[34]. Τον Αύγουστο του 1952 ο Ρίτσος απολύεται πλέον οριστικά[35]. Στην Αθήνα διαμένει ξανά με τους Φιλιακούς. Το 1953 κυκλοφορούν μεταφράσεις του ποιητή ποιημάτων του Ναζίμ Χικμέτ, ενώ το 1954 εκδίδεται η Αγρυπνία, που περιελάμβανε τη Ρωμιοσύνη και την Κυρά των Αμπελιών. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η Αγρυπνία γράφτηκε στα χρόνια της εξορίας και τη μετέφερε, μαζί με έργα του ζωγραφικής, στον διπλό πάτο της βαλίτσας του, φεύγοντας από τον Άη Στράτη[34]. Στις 7 Δεκεμβρίου του 1954 παντρεύεται με τη Γαρυφαλιώ Γεωργιάδου ή Φαλίτσα, όπως συνήθιζε να την αποκαλεί ο ίδιος, και τον Αύγουστο του 1955 γεννιέται η μονάκριβη κόρη τους, Έρη Ρίτσου[36].
    Ο Ρίτσος το 1956 θα γνωριστεί με τον Νίκο και τη Νανά Καλλιανέση, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει έναν νέο εκδοτικό οίκο, τις εκδόσεις Κέδρος. Ο «Κέδρος» θα γίνει το συγγραφικό «σπίτι» του Γιάννη Ρίτσου, καθώς μέσω αυτού εξέδωσε μεγάλα του έργα, όπως η Σονάτα του Σεληνόφωτος κ.ο.κ., ενώ θα εκδώσει και διάφορες μεταφράσεις ξένων συγγραφέων, όπως του Τολστόι. Η Νανά με τον Ρίτσο δέθηκαν με στενούς δεσμούς φιλίας έκτοτε. Η Νανά συμπαραστάθηκε στον Ρίτσο αλλά και στο έργο του από την πρώτη στιγμή μέχρι και τις κατοπινές του δυσκολίες[37]. Ο Ρίτσος με τη Σονάτα του Σεληνόφωτος θα παραλάβει το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης κι από εκεί κι έπειτα ξεκίνησε και η διεθνής αναγνώριση. Το 1956 τον προσκάλεσαν στη Σοβιετική Ένωση μαζί με άλλους διανοούμενους της εποχής[36]. Επιστρέφοντας από το πολυπόθητο ταξίδι κάθε αριστερού της εποχής, γράφει και δημοσιεύει στην εφημερίδα Αυγή 36 κείμενα με τίτλο «Η Σοβιετική Ένωση σήμερα». Κατόπιν ακολούθησαν άλλα δύο ταξίδια: στη Ρουμανία, όπου ταξίδεψε με τους Στρατή ΜυριβήληΆγγελο Τερζάκη και Μενέλαο Λουντέμη. Στη συνέχεια ταξίδεψε στην Τσεχοσλοβακία. Γύρω στο 1960 είχε ολοκληρώσει την Ανθολογία Ρουμανικής Ποίησης και με την επιστροφή του από την Τσεχοσλοβακία εργαζόταν στην Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων Ποιητών. Εκείνη την περίοδο ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί 6 ποιήματα του Ρίτσου από τον Επιτάφιο, με ερμηνευτή τον μεγάλο Έλληνα τραγουδιστή Γρηγόρη Μπιθικώτση. Στη δεκαετία του 1960 ο Ρίτσος γράφει ποιήματα για τους Γρηγόρη Λαμπράκη και Σωτήρη Πέτρουλα. Προς το τέλος της δεκαετίας θα μελοποιηθεί ξανά από τον Μίκη Θεοδωράκη και η Ρωμιοσύνη, ενώ τέλος η εξορία θα τον ξαναβρεί το 1967 με τη χούντα των Συνταγματαρχών[38].

    1967-1973: η Δικτατορία

    Τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου το ζεύγος Φιλιάκου και ο Ρίτσος όδευαν προς στο σπίτι, όπου συγκατοικούσαν. Στο Σταθμό Λαρίσης αντικρίζουν τανκς. Ο Τάσος Φιλιάκος λέει πως θα γυρίζουν πολεμική ταινία, ο Ρίτσος αμέσως κατάλαβε: «Τι ταινία! Πραξικόπημα είναι». Φτάνοντας στην οδό Παπαναστασίου, όπου έμεναν, ο Ρίτσος ετοίμασε τις βαλίτσες του, περιμένοντας να έρθουν τον πάρουν. Οι φίλοι του τού είπαν να κρυφτεί. Εκείνος αρνήθηκε. Στις 6 το πρωί τον συλλαμβάνουν και τον οδηγούν στον Ιππόδρομο (Παλαιό Φάληρο), όπου ήταν ήδη συγκεντρωμένοι διάφοροι δημοκράτες και αριστεροί. Μετά από λίγες μέρες οδηγείται ξανά στην εξορία, με προορισμό τη Γυάρο («το νησί του διαβόλου», όπως το έλεγαν από τα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου)[39]. Ωστόσο, συνέλαβαν και τη γυναίκα του Φαλίτσα, την οποία την κράτησαν στο Βαθύ Σάμου σε συνθήκες απομόνωσης. Αυτό κράτησε λίγο, καθώς μετά από δύο εβδομάδες την άφησαν ελεύθερη. Εκείνη, που ήδη είχε ενημερωθεί από τον Ρίτσο πού βρίσκεται, ταξιδεύει στη Σύρο, για να μπορέσει να του στείλει κάποια χρειώδη[40].
    Στην Ευρώπη ιδιαίτερα, η διεθνής κοινότητα αρχίζει και εναντιώνεται στη χούντα των Συνταγματαρχών. Διαδηλώσεις και εκκλήσεις για την απελευθέρωση των κρατουμένων, καθώς και καταγγελίες αναγκάζουν τους δικτάτορες να βελτιώσουν το φαίνεσθαι, έτσι κλείνουν το στρατόπεδο στη Γυάρο και το μεταφέρουν σε δύο χωριά της Λέρου, στο Λακκί και στο Παρθένι. Την 1η Ιουλίου μετέφεραν και τον Ρίτσο. Άλλο ένα δημιούργημα θα περιληφθεί στην Τέταρτη Διάσταση, ο μονόλογος Αίας, που τον ξεκίνησε αμέσως μετά την άφιξή του στη Λέρο τον Αύγουστο. Ήδη από την παραμονή του στη Γυάρο (αλλά και πιο πριν) θα ανακαλύψει άλλο ένα καλλιτεχνικό ιδίωμα, τη ζωγραφική, το οποίο θα τον συνοδεύει έως το τέλος της ζωής του[39].
    Το 1968, οι πολιτικές εξελίξεις έρχονται να ταράξουν τον ποιητή. Αρχικά, έρχεται η διάσπαση του Κ.Κ.Ε. σε ΚΚΕ και ΚΚΕ Εσωτερικού τον Φεβρουάριο. Και τον Αύγουστο, τα τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία. Η απογοήτευσή του έκτοτε θα αποτυπωθεί αλληγορικά σε διάφορα ποιήματά του[41].
    Την ίδια χρονιά η Φαλίτσα, η γυναίκα του, ανησυχούσε για την υγεία του Γιάννη. Έτσι ταξιδεύει στη Λέρο, όπου αρχικά δεν της επέτρεψαν να τον δει. Όμως το επάγγελμά της την βοήθησε να τα καταφέρει, καθότι ιατρός. Με συνοδεία ενός συναδέλφου της και του στρατοπεδάρχη την οδήγησαν σε αυτόν, χωρίς όμως να τους επιτραπεί να ανταλλάξουν την παραμικρή κουβέντα την ώρα που τον εξέταζαν[42].
    Στις 16 Ιουνίου, ο ποιητής ξύπνησε με αιματουρία και ίλιγγο, καθώς και πόνους στα νεφρά. Ο στρατιωτικός ιατρός μιλά για νεοπλασία στην ουροδόχο κύστη. Κατόπιν τον μετέφεραν στον Άγιο Σάββα, όπου επιβεβαιώθηκε πως έχει καρκίνο[41]. Στο νοσοκομείο χειρουργείται και τέλος στις 12 Σεπτεμβρίου επέστρεψε ξανά στη Λέρο. Η εξορία του στη Λέρο τελειώνει, όταν στις 19 Οκτωβρίου του ανακοινώθηκε η απόλυσή του. Στη συνέχεια ταξίδεψε στη Σάμο, όπου είχε κατ' οίκον περιορισμό. Κρυφά, πήρε μαζί του ποιήματα και ακουαρέλες, τα οποία τα είχε κρύψει στον διπλό πάτο της βαλίτσας του[42].
    Ο Μίκης Θεοδωράκης το 1971. Ο συνθέτης που μελοποίησε πολλά ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου (ΕπιτάφιοςΡωμιοσύνη κ.ά).
    Στη Σάμο, ο ποιητής θα συνεχίσει να δημιουργεί. Εκεί γράφει τη συλλογή Κιγκλίδωμα, το οποίο αναφέρεται στο τρομοκρατικό κλίμα που επικρατούσε την εποχή εκείνη. Παράλληλα, παρακολουθεί ελληνόφωνους σταθμούς του εξωτερικού. Στη Σάμο, ο ποιητής θα ζήσει την απόλυτη μοναξιά λόγω του περιορισμού του, θα νιώσει την κατάλυση της δημοκρατίας, μιας και όχι απλώς δεν του επέτρεπαν να κυκλοφορεί, αλλά ούτε και να αλληλογραφεί. Η κάθε του κίνηση παρακολουθούνταν είτε από το ΕΑΤ-ΕΣΑ είτε από τους χαφιέδες. Του είχε στοιχίσει που δεν μπορούσε να επικοινωνεί με τους ανθρώπους, παρά μόνο με την οικογένειά του, μάλιστα πολλοί φοβόντουσαν να του πουν και καλημέρα[43]. Αν και αποκομμένος, οι τρεις συλλογές του ΠέτρεςΕπαναλήψειςΚιγκλίδωμα[44] γραμμένες σε τσιγαρόχαρτο θα βγουν κρυφά από την Ελλάδα, το 1969, με τη βοήθεια της Χρύσας Προκοπάκη[45] με κατεύθυνση τη Γαλλία. Το 1971 θα εκδοθούν στη Γαλλία, σε μια δίγλωσση έκδοση που προλόγιζε ο Λουί Αραγκόν[43]. Εκεί, έλαβε και ο Μίκης Θεοδωράκης τα Λιανοτράγουδα, τα οποία και μελοποίησε και κυκλοφόρησε αργότερα υπό τον τίτλο 18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας[45].
    Το 1970 ένα ακόμα μεγάλο πλήγμα ήρθε για να βρει τον ποιητή: Πεθαίνει η αδελφή του, η Νίνα. Αυτό θα γίνει η αφορμή για να γράψει το ποίημα Η Ελένη[46]. Τη χρονιά εκείνη ο Ρίτσος εμφανίστηκε ξαφνικά στην Αθήνα. Προσκλήθηκε ως τιμώμενο πρόσωπο στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης του Λονδίνου, μαζί με τον Πάμπλο Νερούδα. Οι δικτάτορες δεν μπορούσαν να του απαγορέψουν να πάει. Έτσι, ο Στυλιανός Παττακός τον κάλεσε στο γραφείο του ώστε να τον αποτρέψει να αναφερθεί αρνητικά για το καθεστώς· ο Ρίτσος αρνήθηκε, παίρνοντας πάλι την άγουσα για τη Σάμο και το Καρλόβασι. Παρόλα αυτά, δεν κάθισε έκτοτε πολύ στη Σάμο, καθώς η υγεία του χειροτέρεψε. Τον Δεκέμβριο του 1970 χειρουργήθηκε στη Γενική Κλινική Αθηνών. Από εκεί κι έπειτα παρέμεινε στην Αθήνα, στο σπίτι του, στο διαμέρισμα της οδού Μιχαήλ Κόρακα[45], ενώ προηγουμένως, τον Οκτώβριο, αίρεται και ο κατ' οίκον περιορισμός[47].
    Το 1972 ο Ρίτσος γράφει το Κωδωνοστάσιο και την Γκραγκάντα, τα οποία θα περιέλθουν στη συλλογή Γίγνεσθαι. Και τα δύο ποιήματα, κυρίως το δεύτερο, είναι μια προσπάθεια από τον ποιητή να ξεφύγει από τα χαλεπά γεγονότα που ζούσε εκείνη την εποχή[47]. Στην Γκραγκάντα ο Ρίτσος συνοψίζει θεματικά και μορφικά όλη του την ποιητική εμπειρία, σπάζοντας και ξεπερνώντας την κοινωνική πραγματικότητα[48].
    Τον Μάρτιο του 1973, κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του αντιδικτατορικού περιοδικού Συνέχεια. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, σε αυτό το τεύχος, θα αναφερθεί στον Ρίτσο. Στο τεύχος συμμετέχει και ο ίδιος ο ποιητής με δύο αυτοσχόλια. Κατόπιν, τον Απρίλιο, ο Μαρωνίτης συνελήφθη και βασανίστηκε (το περιοδικό είχε σύντομη ύπαρξη, καθώς και μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου η χούντα το απαγόρευσε)[48].
    Τον Μάιο της ίδιας χρονιάς (1973) συλλαμβάνεται η Νάνα Καλλιανέση, η εκδότρια του Κέδρου, κατηγορούμενη για υπόθαλψη αντιστασιακών κινήσεων καθώς και για έκδοση κομμουνιστικών βιβλίων. Ο εγκλεισμός θα της κλονίσει την υγεία[48]. Ο Ρίτσος έκανε μια δημόσια εμφάνιση στις 15 Νοεμβρίου (1973), συμμετέχοντας σε διαδήλωση[49].
    Στις 17 Νοεμβρίου 1973, ο ποιητής θα ζήσει από κοντά τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Την επόμενη μέρα θα αναχωρήσει με προορισμό τον Κάλαμος Αττικής[50] όπου θα συνθέσει το Ημερολόγιο μιας Εβδομάδας, όπου αναλύει με τρόπο ποιητικό το χρονικό εκείνης της εξέγερσης. Η εξέγερση εκείνη ήταν η αρχή του τέλους για τη δικτατορία. Ακολούθως, έπονται τα γεγονότα στην Κύπρο, με το πραξικόπημα του Νίκου Σαμψών. Μια νέα τραγωδία ακολουθεί, καθώς χιλιάδες άνθρωποι ξεριζώνονται από τα σπίτια τους, αγνοούνται, και πεθαίνουν. Ο Ρίτσος παρακολουθεί με ταραχή τα γεγονότα αυτά από τη Σάμο. Αμέσως, όπως κάθε φορά, αρχίζει και αποτυπώνει τις σκέψεις του στο χαρτί: επιστρέφει στον ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο και συνθέτει το ποίημα Ύμνος και Θρήνος για την Κύπρο. Η συμφορά αυτή στην Κύπρο, ήταν το εφαλτήριο για την πτώση και της δικτατορίας. Το καλοκαίρι του 1974, η δικτατορία ήταν παρελθόν και ξεκινούσε η μεταπολίτευση[51].

    Μεταπολίτευση

    Ο Ρίτσος έπειτα από είκοσι χρόνια επισκέπτεται ξανά τη Μονεμβασιά, τη γενέθλια γη. Αρχίζει πάλι να εμπνέεται και συνθέτει κι άλλα ποιήματα, που αφορούν την αγάπη και τη μνήμη. Στις 17 Δεκεμβρίου του 1974 πεθαίνει ο συγγραφέας Κωστής Βάρναλης και ο Ρίτσος θα απαγγείλει ένα ποίημα στην κηδεία, το Χαιρετισμός στον Ποιητή[51].
    Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης θα γίνουν τα χρόνια της αναγνώρισης για τον ποιητή. Αρχίζουν οι βραβεύσεις και οι διακρίσεις. Αρχίζει και γίνεται γνωστός στο ευρύ κοινό, ακόμα και σε αυτούς που δε γνωρίζουν από ποίηση ή δεν ασχολούνται. Τα μέσα δημοσιεύουν άρθρα και φωτογραφίες του. Μετά από εξορίες, διώξεις και απομόνωση, η αγάπη του κόσμου εκφράζεται με πρωτόγνωρες εκδηλώσεις. Εκείνος αρχίζει και ταξιδεύει στο εξωτερικό, για να παραλάβει βραβεία που του δόθηκαν. Το 1975, παραλαμβάνει από τη Βουλγαρία, το Διεθνές Βραβείο Γκεόργκι Δημητρόφ. Έπειτα από την Ιταλία, το 1976 το Αίτνα-Ταορμίνα κ.ά.[52]
    Το 1977, θα κερδίσει την ύψιστη διάκριση των σοσιαλιστικών χωρών: Το Βραβείο Λένιν, για την Ειρήνη και τη Φιλία των Λαών[53]. Ο Ρίτσος θα το δεχτεί με πολύ μεγάλη συγκίνηση. Τη χρονιά αυτή γράφει Το Τερατώδες Αριστούργημα, κλείνοντάς το με το ποίημα Γίνγεσθαι. Ο υπότιτλος του έργου αυτού είναι «Απομνημονεύματα ενός ήσυχου ανθρώπου που δεν ήξερε τίποτα»[54].
    Τα ταξίδια και οι διακρίσεις θα συνεχιστούν και τα επόμενα χρόνια. Παρόλα αυτά, ο Ρίτσος, που είχε προταθεί πάνω από δύο φορές για το Βραβείο Νόμπελ, λέγεται ότι δεν το πήρε για πολιτικούς λόγους, καθώς, ως αναφέρεται, η Σουηδική Ακαδημία πολλές φορές εκπληρώνει πολιτικούς σκοπούς[53][55][56][57].
    Το 1980 ήταν η χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων της Μόσχας. Ο Ρίτσος ταξιδεύει στη Σοβιετική Ένωση προσκεκλημένος για να τους παρακολουθήσει. Αργότερα θα ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη για τα Δημήτρια, όπου θα ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης της πόλης[58].
    Την ίδια χρονιά πεθαίνει ο Στρατής Τσίρκας. Ο Ρίτσος συνέθεσε έναν ποίημα για εκείνον. Γενικότερα, ο Ρίτσος συνεχίζει και γράφει, ασταμάτητος, ποιήματα[58].
    Το 1984 πεθαίνει ο Μάνος Κατράκης, επιστήθιος φίλος και συνεξόριστος του Ρίτσου. Το γεγονός τον βυθίζει στο πένθος. Κατόπιν, έπονται κι άλλοι θάνατοι φίλων του, όπως της Νανάς Καλλιανέση, του Τάσου Λειβαδίτη, του Τάσσου και του Γιάννη Τσαρούχη. Οι εξελίξεις αυτές θα του δημιουργήσουν ένα συναίσθημα μεγάλης ερήμωσης[59].
    Οι διακρίσεις θα συνεχιστούν κι αυτή τη δεκαετία. Το 1987 ο δήμαρχος της Αθήνας του δίνει το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής της Πόλης. Αργότερα ο Ρίτσος ταξιδεύει στην Κύπρο, όπου θα του δοθεί ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος του Αρχιεπισκόπου Μακάριου Γ΄. Εκείνο το ταξίδι έμελλε να είναι και το τελευταίο του εκτός συνόρων. Στις 3 Σεπτεμβρίου ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη Σάμο. Θα την αποχαιρετήσει με το ποίημα του, Το Τελευταίο Καλοκαίρι (τρόπον τινά, προφητικό)[59].

    Θάνατος

    Ο Γιάννης Ρίτσος πέθανε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 1990. Η σορός του ενταφιάστηκε στη γενέτειρά του, τη Μονεμβασιά. Άφησε πίσω του 50 ανέκδοτες συλλογές ποιημάτων.[60]

    Το έργο του

    Η ποίηση του Γιάννης Ρίτσου επηρεάστηκε τόσο από τα βιώματά του, όσο και από τις κοινωνικές αναταραχές της χώρας. Ο Ρίτσος μέσα στα ποιήματά του έχει βιώματα που αντλήθηκαν από τον Εμφύλιο Πόλεμο, τις εξορίες που υπέστη και από κάθε κοινωνικό, μικρό ή μεγάλο, έναυσμα που το δόθηκε, όπως για παράδειγμα το ποίημα του ο Επιτάφιος. Ο Ρίτσος μέσα στα ποιήματά του γίνεται άλλοτε ερωτικός κι άλλοτε βαθιά υπαρξιακός. Η Χρύσα Προκοπάκη αναφέρει: «Αν κάποιος θα ήθελε να διαβάσει την ιστορία του περασμένου αιώνα, θα την έβρισκε ακέραια στην ποίηση του Ρίτσου.» [11][61] Ο Ρίτσος έδωσε την πρώτη του παρουσία στα γράμματα το 1924 με το ψευδώνυμο «Ιδανικό Όραμα», στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων. Η παρουσία αυτή άρχισε επίσημα το 1930 και τελείωσε με τον θάνατο του ποιητή, αφού δημιουργούσε μέχρι και το τέλος του.
    Μητέρα Ποίηση, δέξου με· το σώμα μου σταυρός
    και πάνω του καρφώσανε τη ζωή μου Ναζωραίο·
    σε ανάξιους εμοιράστηκε ο δικός μου θησαυρός
    κι έχω το φτύσμα ταπεινών στο πρόσωπο το ωραίο
    Τρακτέρ (απόσπασμα από το Διέξοδος[62])

    1930 - 1935: Τα πρώτα βήματα 

    Από το 1930 έως το 1935-36, ουσιαστικά, ήταν μια περίοδος προετοιμασίας και προεργασίας για τον ποιητή.[63] Ο νεαρός τότε ποιητής, Γιάννης Ρίτσος εμφανίζεται επίσημα στα γράμματα με δύο ποιητικές συλλογές. Στο εναρκτήριο ποίημα των Τρακτέρ (1930-34), όπως και σε πολλά άλλα της συλλογής αυτής και της Πυραμίδες (1930-35). Ο Ρίτσος στις πρώτες του αυτές συλλογές, αναζητά τη λύτρωση, την παραμυθία και την αναγνώριση.[64]Γράφει σε ένα ποιήματα του: «Απ'την πληγή μου κοίταξα του κόσμου την πληγή». Ο προσωπικός πόνος, εδώ, γενικεύεται. Γίνεται καταγγελία. Γίνεται απόρριψη της κοινωνικής συνθήκης.[64]
    Άλλες φορές οργίζεται, στηλιτεύει, και με αιφνίδιες αντιστροφές εκτινάσσεται στα ύψη, άλλοτε αγέρωχος κι άλλοτε υπεροπτικός[64]:
    Μα όταν εσείς, ω τύραννοι κι άναντροι κ ευτελείς,
    δε θάστε μήτε σκιά καπνού στης Ιστορίας τα χάη,
    εγώ στη μνήμη των Καιρών θάμαι η λαμπρή σελίς
    και στ' όνομά μου ο αιώνας μας ακέριος θ' αντηχάει.
    [65]
    Κι άλλες φορές γίνεται λυρικός, σατιρικός, σαρκαστικός. Οι αυτοσαρκαστικές του αναφορές τον φέρνουν πιο κοντά στο Καρυωτάκη, ενώ στα ποιήματά του ανιχνεύεται και ο Κώστας Βάρναλης.[64] Κρητικοί της εποχής βρίσκουν μέσα στα ποιήματά του, επιρροές και από Τάκη Μπάρλα ή και Ορέστη Λάσκο. Βεβαίως, για τον Κώστα Βάρναλη, θα παραδεχτεί κι ο ίδιος, ο Ρίτσος, τις επιρροές που έχει από αυτόν, ειδικότερα, από το Το Φως που καίει (1922).[63] Ωστόσο, ο καρυωτακισμός του Ρίτσου συνίσταται σε έναν διαρκή επίπονο διάλογο μαζί του.[64] «Οι δύο πρώτες συλλογές του, αναδρομικά κοιταγμένες, μας πείθουν πως ο Καρυωτάκης δεν ήταν ένα σπαραχτικό αδιέξοδο για την παραδοσιακή ποίηση, αλλά μια ηρωική αφετηρία για νεότερη», όπως επισημαίνει ο Γ.Π. Σαββίδης.[66]
    Από την άλλη, ποιήματα όπως: Στο ΧριστόΣτο ΜαρξΕΣΣΔΓερμανία, που βρίσκονται στη συλλογή Τρακτέρ, εμπεριέχουν μια πιο εξωστρεφή τάση, και με τη φουτουριστική, μαγιακοφσκική προβολή, προϊδεάζουν και σηματοδοτούν τους νέους προσανατολισμούς του ποιητή. Οι επιδράσεις των Κωστή Παλαμά και Άγγελο Σικελιανό είναι εμφανείς, ωστόσο, και στις δύο συλλογές.[67]

    1935 - 1942: λυρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

    Αρχής γενομένης από το 1935, και με τις συνθέσεις π.χ., Ο ξένος και Ο λύχνος των φτωχών και ταπεινών, στην ποίησή του, ο Ρίτσος, υιοθετεί ελεύθερο στίχο, πράγμα που σηματοδοτεί τη στροφή του προς τον λυρισμό. Τα έργα αυτής της περιόδου έχουν υφολογικές διαφορές. Διακρίνονται από δύο κατευθύνσεις -πολύ σχηματικά. Η μία κατεύθυνση τείνει, όλο και περισσότερο, σε μια φωνή χαμηλών τόνων με ρυθμούς υπόγειους, που «πλησιάζει το πρότυπο της απλής συνομιλίας». Ο εκτεταμένος στίχος, από την άλλη, υπηρετεί την αφηγηματική ανάπτυξη. Στη δεύτερη κατεύθυνση, ο υπαίθριος χώρος εισβάλλει με φωτεινές, τολμηρές, και άλλοτε ονειρικές εικόνες. Διακρίνονται δε, τα έργα του Ρίτσου, από μικρές στροφικές ενότητες, μουσική ροή και έντονο ρυθμό. Υπάρχει ένας μοντέρνος λυρισμός πλέον, στον οποίον τα υπερρεαλιστικά στοιχεία καταλαγιάζουν τον ρυθμό αισθήματος και στοχασμού και τον πειθαρχούν.[67]
    Ο Επιτάφιος
    Κάποια τραγικά γεγονότα, θα υπαγορεύσουν στον ποιητή να γράψει ένα ποίημα, το 1936, με παραδοσιακό στίχο, και με ρίζες από το δημοτικό τραγούδι. Τον Επιτάφιο.[67] Το ποίημα είναι γραμμένο σε ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο στίχο, επηρεασμένο από μανιάτικο μοιρολόι. Στο ποίημα απηχεί, επίσης, ο ορθόδοξοςΕπιτάφιος Θρήνος, ενώ συναντούνται και στοιχεία της Κρητικής Αναγέννησης. Ο Επιτάφιος έχει ευδιάκριτη συγγένεια με τη Μάνα του Χριστού του Κώστα Βάρναλη. Η μάνα του Επιταφίου όμως, ορθώνει το ανάστημά της, απέναντι στην κοινωνική αδικία και θα συνεχίσει τον αγώνα του υιού της και των συντρόφων του, έτσι, θα αναστήσει και τον γιο της.[68]
    Η αδελφή του Λούλα οδηγείται στο ψυχιατρείο, ο ποιητής βυθίζεται σε απόγνωση. Έτσι συνθέτει το Το τραγούδι της αδελφής μου:[69]
    Ό,τι αγάπησα μου το πήρε ο θάνατος και η τρέλαΈμεινα μόνος κάτω απ' τα ερείπια του ουρανού μου να αριθμώ τους θανάτους.
    Αυτό το ποίημα θα του χαρίσει το «χρίσμα» του Παλαμά:[68] «Παραμερίζουμε, ποιητή, για να περάσης».[70]
    Η αρρώστια του υποτροπιάζει (φυματίωση). Κι έτσι εισάγεται σε σανατόριο της Πάρνηθας. Εκεί γράφει το Μια πυγολαμπίδα φωτίζει και την Εαρινή συμφωνία. Η Εαρινή συμφωνία (1937-38) έρχεται για την επούλωση πληγών και να απαλύνει τη μνήμη του δύσκολου παρελθόντος, εξ αιτίας του πρωτοφανέρωτου έρωτα. Στη σύνθεση επικρατεί κοφτός στίχος, μικρές στροφές, και η ιστορία που ξετυλίγεται, αποκαλύπτει ένα φανταστικό σύμπαν:[25][71]
    Κλείνω τα βλέφαρα, κάτω απ' την ήρεμη νύχτα
    κι ακούω να κελαϊδούν μυριάδες άστρα
    εκεί όπου σύρθηκαν τα δάχτυλά σου, πάνω στη σάρκα μου.
    Το 1938, και αφού βγήκε από το σανατόριο, γράφει λίγο αργότερα, το Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού, σαφής αναφορά στο σαιξπηρικό Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας. Η σύνθεση αφιερώνεται στον μεταφραστή του ΣαίξπηρΒασίλη Ρώτα. Στο ποίημα βρίσκονται πολλά υπερρεαλιστικά ευρήματα, που οικειώνονται το παράλογο του παραμυθιού και του θρύλου.[25]
    Το 1939 ο Ρίτσος γράφει τη σύνθεση Ο μικρός αδελφός των γλάρων, ένα τρυφερό μνημόσυνο, Του χαμένου αδελφού μου ΜΙΜΗ, αλλά και Το εμβατήριο του ωκεανού(1940). Τα ποιήματα αυτά έχουν την ίδια διάθεση της εξόδου η της ανακατάκτησης του παρελθόντος, δηλαδή τα θέματά τους συγγενεύουν. Το εμβατήριο του ωκεανούτρέφεται από την περίοδο της εφηβείας του ποιητή και απορρέει φως και θάλασσα, όπως επίσης τρέφεται και μέσα στην πολιτεία του ονειρικού ταξιδιού στο ανοιχτό πέλαγος, αλλά και από τον εφιάλτη της ναζιστικής απειλής[25]:[72]
    Πόρτες χάσκουν στη νύχτα.
    Ξίφη αστράφτουν.
    Ένα φεγγάρι αποκεφαλισμένο.Οι άνθρωποι ετοιμάζουν σκάλες,
    με ανθρώπινα κόκαλα για ν' ανέβουν.
    Προς το τέλος της ποιητικής περιόδου 1935 - 1942 αρχίζει το πρώτο του ατόφιο θεατρικό έργο Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα.[i]

    1942 - 1955: η πρώτη ωριμότητα

    Την περίοδο αυτή υπάρχουν τα σημάδια της πρώτης ποιητικής ωριμότητας του ποιητή. Σε αυτήν την περίοδο ταυτίζεται με τον Εμφύλιο σπαραγμό και την εποποιία της Αντίστασης.[73]
    Πολλά έργα του Ρίτσου εκείνη την περίοδο κάηκαν, διότι τον είχαν απαγορέψει, και το πρόσωπο που τα φύλαγε φοβήθηκε και τα έκαψε. Παρόλα αυτά, η περίοδος εγκαινιάζεται με ένα μυθιστόρημα, που τιτλοφορείται ως Στους πρόποδες της σιωπής, το οποίο φτάνει τις 1.000 σελίδες. Ο Φραγκιάς, μέχρι πρόσφατα, το αποκαλεί πρωτοποριακό.[27] Το 1942 προχωρά στη σύνθεση Η τελευταία π.Α.[ii] εκατονταετία, έργο το οποίο διασώθηκε και κυκλοφόρησε το 1961, στο οποίο αποτυπώνονται ρεαλιστικά η φρίκη και η εξαθλίωση της εποχής. Το ποίημα αποτελεί μια φοβερή απεικόνιση από τη μία της βαρβαρότητας των κατακτητών και από την άλλη της αλληλεγγύης μεταξύ των θυμάτων. Το 1943 εκδίδεται ο συγκεντρωτικός τόμος Δοκιμασία, ο οποίος περιλαμβάνει έργα από την περίοδο 35-43. Τα ποιήματα είναι γραμμένα σε διαφορετικές εποχές και κοινωνικές συνθήκες, οπότε δεν παρουσιάζουν κάποια υφολογική ενότητα. Στις τελευταίες σειρές παρ'όλα αυτά διαποτίζεται η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Προχωρώντας στην Κατοχή, υπαινίσσεται την καταπίεση και ακούγονται αντιστασιακά μηνύματα, αυτό θα έχεις ως αποτέλεσμα, να απαγορευτεί από την γερμανική λογοκρισία η τελευταία σύνθεση ονόματι Παραμονές ήλιου. Το 1944, μετά τα Δεκεμβριανά, ο Ρίτσος εγκαταλείπει την Αθήνα μαζί με οπαδούς του ΕΑΜ. Παρά την ψυχική και σωματική του ταλαιπωρία, βρίσκει το κουράγιο να γράψει το μονόπρακτο Η Αθήνα στ' άρματα[iii]. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945), επιστρέφει στην Αθήνα. Θα αρχίσει να χρονογραφεί στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, υπό το ψευδώνυμο Πέτρος Βελιώτης.[29]
    Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό,
    αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα,
    αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο,
    αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.
    Ρωμιοσύνη[74])

    Στην Αγρυπνία, αντήχηση του σολωμικού «Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου», το οποίο χρησιμοποιείται ως επιγραφή της συλλογής, αποτυπώνεται η περίοδος αυτή και η ελληνική περιπέτεια (1941 - 1953). Δύο από τα μείζονα έργα του ποιητή, η Ρωμιοσύνη και Η Κυρά των Αμπελιών (1945-47) θα ενταχθούν στην Αγρυπνία.[75] Εδώ ο ποιητής αναβιώνει τη ρυθμολογία της προφορικής παράδοσης, η οποία συμπλέει με τον υπερρεαλισμό.[73] Στη Ρωμιοσύνη ο ποιητής ανακαλεί τον άνυδρο βράχο της Μονεμβασιάς.[75]
    Πολιορκημένος από στεριά και θάλασσα.
    Ο ποιητής φορτώνει το έργο του με μνήμες από επάλληλα ιστορικά, πολιτισμικά στρώματα. Γίνεται το θέατρο του αγώνα και όλων των αγώνων του Ελληνισμού, εναντίον οποιουδήποτε κατακτητή. Στη Ρωμιοσύνη πολεμούν Ακρίτες, ήρωες του '21 και αντάρτες. Στο έτερο ποίημα Η Κυρά των αμπελιών, παρουσιάζονται όλες οι γωνιές της Ελλάδας μαζί με την ιστορία τους. Η Κυρά διασχίζει τον τόπο και τον χρόνο. Είναι μια παναγία, μια Μπουμπουλίνα, μια Περσεφόνη, τέλος, μια μάνα. Είναι και περήφανη αγωνίστρια:[75][76]
    Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στον κόσμο
    κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί την άγια σπάθα
    είσαι η ομορφιά κι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα.
    Στην εξορία
    Ο ποιητής εξορίζεται το 1948 στο Κοντοπούλι της Λήμνου. Εκεί γράφει ασταμάτητα, όχι για να ξεχαστεί, αλλά για να καταγγείλει ανοιχτά τους βασανισμούς και τα μαρτύρια του σώματος.[73]
    Εκεί, στον τόπο εξορίας του, γράφει τα Ημερολόγια Εξορίας Ι και ΙΙ. Σίγουρα ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα της εποχής του γράφει εκεί, τον Φλεβάρη του 1949, το Καπνισμένο τσουκάλι, μερικούς μήνες πριν την ήττα της Αριστεράς στον Γράμμο. Ο Ρίτσος ήταν βέβαιος για τη δικαίωση του αγώνα:[32][77]
    Ξέρουμε πως ο ίσκιος μας θα μείνει πάνου στα χωράφια/
    πάνου στην πλίθινη μάντρα του φτωχόσπιτου/
    πάνου στους τοίχους των μεγάλων σπιτιών που θα χτίζονται αύριο [...]
    Ευλογημένη ας είναι η πίκρα μας.
    Ευλογημένη η αδελφοσύνη μας.
    Ευλογημένος ο κόσμος που γεννιέται.
    Κατόπιν μεταφέρεται στη Μακρόνησο το 1949. Εκεί συγγράφει τον Πέτρινο χρόνο. Στο έργο αυτό περιγράφει το άνυδρο τοπίο, τις πέτρες, την αναλγησία των ανθρώπων, τα βασανιστήρια, τις αγγαρείες, τον τρόμο κλπ. Συγγράφει και το Ημερολόγια της εξορίας ΙΙΙ, ενώ παράλληλα συγγράφει και ένα ποίημα που κυλάει σαν ποταμός, το Οι γειτονιές του κόσμου.[33]
    Το 1952 εκτελούνται ο Νίκος Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του, ο Ρίτσος, αμέσως θα γράψει το ποίημα ο Άνθρωπος με το γαρύφαλλο.[35][78]
    Λογαριάζαμε στα δάχτυλα:/
    μεθαύριο Απρίλης και το Πάσχα/
    θα φιληθούνε οι άνθρωποι/.
    Τους σκότωσαν.
    Την ίδια χρονιά απολύεται. Βλέπει την Αθήνα και δυσανασχετεί. Σαν να ξέχασε τα γεγονότα. Έτσι γράφει το Η Ανυπόταχτη πολιτεία. Την ονομάζει συνεχώς έτσι μέσα στο έργο, χρησιμοποιώντας πολλές προστατικέςΘυμηθείτεΕλάτεΠροχωρείτεΤραγουδήστε. Ζητά να ανατρέψει την πραγματικότητα, αυτός, ο προτρεπτικός λόγος. Προχωρώντας στη δεκαετία, παντρεύεται, και έρχεται στη ζωή η κόρη του, Έρη, το 1955, θα γράψει το τρυφερό Πρωινό άστρο, με υπότιτλο «Μικρή εγκυκλοπαίδεια υποκοριστικών για την κορούλα μου». Το ποίημα εκφράζει την μεγάλη χαρά που νιώθει ένας πατέρας, ώστε κι αν έχει βιώσει τόσο βάσανα.[35]

    1956 - 1966: περίοδος υψηλών συλλήψεων

    Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα,
    μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο.
    Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ.
    Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
    Η Σονάτα του Σεληνόφωτος (απόσπασμα)[79]
    Την περίοδο αυτή έρχεται η Τέταρτη διάσταση, και μαζί της οι υψηλές συλλήψεις και η ευρηματικότητα ποιητικών μορφών, η οποία εγκαινιάζεται με τη Σονάτα του Σεληνόφωτος (1956, ΄Α Κρατικό Βραβείο Ποίησης).Το έργο αυτό σηματοδοτεί μια νέα ποιητική, που ελλοχεύει από νωρίτερα, αλλά οι ώριμες αντικειμενικές συνθήκες το συνεπικουρούν, ώστε να βρει γόνιμο έδαφος και να λειτουργήσει. Κατά κάποιον τρόπο αυτό το έργο αίρει, μέχρις ενός σημείου, προκαταλήψεις που δέσμευαν του αριστερούς διανοούμενους, απελευθερώνοντας μια πολύτιμη ύλη στο έργο του Ρίτσου, που θα το οδηγήσει στην αιχμή της σύγχρονης ποίησης. Ο Λούις Αραγκόν, προλογίζοντας το έργο, στο περιοδικό Les Lettres Françaises, θα γράψει ότι του έδωσε το τράνταγμα της μεγαλοφυΐας.[37]
    Στις 2 Μαρτίου 1957 ο αγωνιστής της ΕΟΚΑ Γρηγόρης Αυξεντίου πυρπολείται στο καταφύγιό του, ύστερα από δώδεκα ώρες μάχης με τις βρετανικές δυνάμεις. Ο Ρίτσος, εξ αιτίας του περιστατικού αυτού, γράφει τον Αποχαιρετισμό. Το ποίημα προβάλει την ανθρώπινη διάσταση του ηρωισμού, δηλαδή το δίλημμα του αγωνιστή: να παραδοθεί ή να πεθάνει;
    «για μια ζωή / που πια δε θα απαιτεί καμιά θυσία»
    Το ποίημα είναι η πρώτη επίσημη κατάθεση του ποιητή για το κυπριακό δράμα.[80]
    Τέταρτη διάσταση
    Στα πολύστιχα έργα της Τέταρτης διάστασης ο ποιητής θα μιλήσει για τη μοναξιά, για την ερωτική στέρηση, για το γήρας (π.χ.: Σονάτα του Σεληνόφωτος) και μέσα από το έργο του θα αναδείξει την αξία της απλής ζωής, όπου συντελείται το θαύμα (Ισμήνη), θα ανατάμει τις συνειδησιακές συγκρούσεις, της κοινωνικής πράξης του ατόμου (Ορέστης). Στο έργο αυτό περιλαμβάνονται δεκαεπτά θέσεις: 3 με τη μορφή σύγχρονων μονολόγων και 12 αρχαιόθεμων.[80]
    Έχει ειπωθεί πως ο Ρίτσος εφαρμόζει τεχνικές του Καβάφη και του Έλιοτ, χρησιμοποιώντας την αρχαιότητα. Η πρωτοτυπία του έργου, ωστόσο, είναι φανερή, καθώς ο Ρίτσος κάνει διάφορους αναχρονισμούς, που αναφέρονται στο σύγχρονο κόσμο. Αυτά τα ετερόκλητα στοιχεία κατασκευάζουν μιαν ιδιότυπη σύνθεση.[81]
    Από εκεί κι έπειτα μετά τον νεο-συμβολιστη και νεο-ρομαντικό Ρίτσο, αλλά και τον πρώτης ωριμότητας , τα εκφραστικά του μέσα απελευθερώνονται από τον Πόλεμο, από την Αντίσταση και την Εξορία και καθιζάνουν στην αστική δημοτική της καθημερινής ομιλίας. Ωστόσο, το λακωνικό ποίημα, συνεχίζει να το ασκεί συστηματικά, το οποία φαίνεται ως παύση, στις μεγαλόπνοες συνθέσεις του ποιητή.[82]
    Κατά το τέλος της περιόδου αυτής, ο Ρίτσος θα ταξιδέψει στο εξωτερικό και θα αρχίσει, γυρίζοντας, τις μεταφράσεις ξένων ποιητών. Θα συγκροτήσει και θα μεταφράσει δύο μεγάλα ανθολόγια: της ρουμανικής ποίησης και της τσέχικης και σλοβακικής ποίησης. Αργότερα, το 1966, θα ταξιδέψει και στην Κούβα. Εκεί θα γνωρίσει τον Νικόλα Γκιλλιέν και θα μεταφράσει το βιβλίο του Ο Μεγάλος Ζωολογικός Κήπος.[83]

    1967 - 1971: Εγκαθίδρυση δικτατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

    Ο Γιάννης Ρίτσος, μαζί με άλλους αριστερούς θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στον Ιππόδρομο, από όπου θα οδηγηθεί σε τόπους εξορίας. Παρόλα αυτά, η συγγραφή του δε θα σταματήσει. Αρχίζει την πρώτη σύνθεση: Χρυσόθεμις (-70), ενώ ένα χρόνο πριν είχε αρχίσει τον Αγαμέμνονα (-70). Και οι δύο αυτές συνθέσεις θα προστεθούν στην Τέταρτη διάσταση. Παράλληλα συγγράφει και ένα χορικό, τις Μαντατοφόρες. Τον Αύγουστο ξεκινά τον μονόλογο Αίας, ο οποίος και αυτός θα περιληφθεί στην Τέταρτη διάσταση, και τον Νοέμβρη αρχίζει ποιήματα, τα οποία θα περιληφθούν, με τη σειρά τους, στη συλλογή Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη και θα την συγκροτήσουν.[39]
    Το 1968, εν μέσω πολιτικών κρίσεων και προβλημάτων υγείας (καρκίνος), τον στέλνουν στη Λέρο. Εκεί πέρα θα προχωρήσει στην συγγραφή της συλλογής Πέτρες. Στο έργο αυτό επικρατεί νεκρό τοπίο, επικρατεί στειρότητα και μια έντονη αίσθηση βρόμας και αποσύνθεσης.[41] Σίγουρα και σε αυτή τη συλλογή διαφαίνεται η καταπίεση που ένιωθε ο ποιητής για το καθεστώς. Κατόπιν, αφού τον στέλνουν στη Σάμο, γράφει τη συλλογή Κιγκλίδωμα. Σε αυτό το έργο η καταπίεση είναι το κύριο συστατικό. Προηγουμένως είχε γράψει και τις Επαναλήψεις, αυτές οι 3 συλλογές θα κυκλοφορήσουν σε μία δίγλωσση έκδοση στο εξωτερικό.[43]
    Το 1969 γράφει τον Αφανισμό της Μήλος. Ένα χορικό εμπνευσμένο από τον Θουκυδίδη. Το έργο αυτό συγγενεύει με ένα παλαιότερό του, Οι γερόντισσες και η Θάλασσα, όμως ο Αφανισμός σκοπεύει αλλού, καθότι γραμμένο στη δικτατορία. Το ποίημα είναι αλληγορικό και στοχεύει στη βία των ισχυρών και στο στρατιωτικό καθεστώς. Το εν λόγω έργο κυκλοφόρησε στον αντιδικτατορικό τόμο Νέα Κείμενα 1, τα οποία αποτελούσαν συνέχεια των δεκαοχτώ Κειμένων, και εκδόθηκαν το 1970, αφού πρώτα ήρθη η προληπτική λογοκρισία.[84]

    Βραβεύσεις

    • Πρώτο Κρατικό Βραβείο ποίησης "Η Σονάτα του σεληνόφωτος" (1956)
    • Μέγα διεθνές βραβείο ποίησης (Βέλγιο, 1972)
    • Διεθνές βραβείο "Γκεόργκι Δημητρώφ" (Βουλγαρία, 1975)
    • Mέγα βραβείο ποίησης "Αλφρέ ντε Βινύ" (Γαλλία, 1975)
    • Διεθνές βραβείο "Αίτνα-Ταορμίνα" (Ιταλία, 1976)
    • "Βραβείο Ειρήνης του Λένιν" (ΕΣΣΔ, 1977)
    • Διεθνές βραβείο "Μποντέλο" (1978)

    Εργογραφία

    Ποιήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

    • «Τρακτέρ» (1934)
    • «Πυραμίδες» (1935)
    • «Επιτάφιος» (1936)
    • «Το τραγούδι της αδελφής μου» (1937)
    • «Εαρινή συμφωνία» (1938)
    • «Το εμβατήριο του ωκεανού» (1940)
    • «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» (1943)
    • «Δοκιμασία» (1943)
    • «Ο σύντροφός μας» (1945)
    • «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» (1952)
    • «Αγρύπνια» (1954)
    • «Πρωινό άστρο» (1955)
    • «Η σονάτα του σεληνόφωτος» (1956)
    • «Χρονικό» (1957)
    • «Αποχαιρετισμός» (1957)
    • «Χειμερινή διαύγεια» (1957)
    • «Πέτρινος χρόνος» (1957)
    • «Οι γειτονιές του κόσμου» (1957)
    • «Οταν έρχεται ο ξένος» (1958)
    • «Ανυπόταχτη πολιτεία» (1958)
    • «Η αρχιτεκτονική των δέντρων» (1958)
    • «Οι γερόντισσες κ' η θάλασσα» (1959)
    • «Υδρία» (1957)
    • «Το παράθυρο» (1960)
    • «Η γέφυρα» (1960)
    • «Ο Μαύρος Αγιος» (1961)
    • «Το νεκρό σπίτι» (1962)
    • «Κάτω απ' τον ίσκιο του βουνού» (1962)
    • «Το δέντρο της φυλακής και οι γυναίκες» (1963)
    • «12 ποιήματα για τον Καβάφη» (1963)
    • «Μαρτυρίες Α» (1963)
    • «Παιχνίδια τ' ουρανού και του νερού» (1964)
    • «Φιλοκτήτης» (1965)
    • «Ρωμιοσύνη» (1966)
    • «Μαρτυρίες Β» (1966)
    • «Ορέστης» (1966)
    • «Όστραβα» (1967)
    • «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα» (1972)
    • «Η Ελένη» (1972)
    • «Χειρονομίες» (1972)
    • «Τέταρτη διάσταση» (1972)
    • «Η επιστροφή της Ιφιγένειας» (1972)
    • «Χρυσόθεμις» (1972)
    • «Ισμήνη» (1972)
    • «18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας» (1973)
    • «Διάδρομος και σκάλα» (1973)
    • «Γκραγκάντα» (1973)
    • «Σεπτήρια και Δαφνηφόρια» (1973)
    • «Ο αφανισμός της Μήλος» (1974)
    • «Υμνος και θρήνος για την Κύπρο» (1974)
    • «Καπνισμένο τσουκάλι» (1974)
    • «Κωδωνοστάσιο» (1974)
    • «Χάρτινα» (1974)
    • «Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη» (1974)
    • «Η Κυρά των Αμπελιών» (1975)
    • «Η τελευταία προ Ανθρώπου Εκατονταετία» (1975)
    • «Τα επικαιρικά» (1975)
    • «Ημερολόγιο εξορίας» (1975)
    • «Μαντατοφόρες» (1975)
    • «Θυρωρείο» (1976)
    • «Το μακρινό» (1977)
    • «Γιγνεσθαι» (1977)
    • «Βολιδοσκόπος» (1978)
    • «Τοιχοκολλητής» (1978)
    • «Τροχονόμος» (1978)
    • «Η Πύλη» (1978)
    • «Το σώμα και το αίμα» (1978)
    • «Μονεβασιώτισσες» (1978)
    • «Το τερατώδες αριστούργημα» (1978)
    • «Φαίδρα» (1978)
    • «Λοιπόν;» (1978)
    • «ο ρόπτρο»(1978)
    • «Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα» (1978)
    • «Γραφή Τυφλού» (1979)
    • «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού» (1980)
    • «Διαφάνεια» (1980)
    • «Πάροδος» (1980)
    • «Μονόχορδα» (1980)
    • «Τα ερωτικά» (1981)
    • «Συντροφικά τραγούδια» (1981)
    • «Υπόκωφα» (1982)
    • «Μονοβασιά» (1982)
    • «Το χορικό των σφουγγαράδων» (1983)
    • «Τειρεσίας» (1983)
    • «Με το σκούντημα του αγκώνα» (1984)
    • «Ταναγραίες» (1984)
    • «Ανταποκρίσεις» (1987)
    • «3Χ111 Τρίστιχα» (1987)
    • «Αργά πολύ αργά μέσα στη νύχτα» (1991)

    Συλλογές[

    • Ποιήματα - Α τόμος (1961)
    • Ποιήματα - Β τόμος (1961)
    • 12 ποιήματα για τον Καβάφη (1963)
    • Μαρτυρίες - Σειρά 1η (1963)
    • Ποιήματα - Γ τόμος (1964)
    • Μαρτυρίες - Σειρά 2η (1966)
    • 18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας (1973)
    • Ποιήματα - Δ τόμος (1975)

    Θεατρικά[

    • Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα (1942)
    • Πέρα απ'τον ίσκιο των κυπαρισσιών (1947)
    • Τα ραβδιά των τυφλών (1959)
    • Ο λόφος με το συντριβάνι

    Μεταφράσεις

    • Α.Μπλόκ: Οι δώδεκα (1957)
    • Ανθολογία Ρουμανικής ποίησης (1961)
    • Αττίλα Γιόζεφ: Ποιήματα (1963)
    • Μαγιακόφσκι: Ποιήματα (1964)
    • Ντόρας Γκαμπέ: Εγώ, η μητέρα μου και ο κόσμος (1965)
    • Ιλία 'Ερεμπουργκ: Το δέντρο (1966)
    • Ναζίμ Χικμέτ: Ποιήματα (1966)
    • Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών (1966)
    • Νικόλας Γκιλλιέν: Ο μεγάλος ζωολογικός κήπος (1966)
    • Α.Τολστόη : Η γκρινιάρα κατσίκα (1976)
    • Φ.Φαριάντ: Ονειρα με χαρταετούς και περιστέρια (1988)
    • Χο τσι Μινχ: Ημερολόγιο της φυλακής

    Ταξιδιωτικά

    • Εντυπώσεις από τη Σοβιετική Ένωση (1956)
    • Ιταλικό τρίπτυχο (1982)

    Μεταφράσεις του έργου του]

    • Εκτεταμένη ποιητική απόδοση των έργων του Ρίτσου έχει εκδοθεί (δίγλωσση) στην περσική γλώσσα από τον Πέρση ποιητή Φερεϊντούν Φαριάντ, φίλο του Ρίτσου, που πήρε για την εργασία του αυτή το Ελληνικό Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης το 2006.

    Σημειώσεις

    i. ^  Έγραψε συνολικά τέσσερα θεατρικά έργα: Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα (1942), Πέρα απ' τον ίσκιο των κυπαρισσιών (1945-1947), Τα ραβδιά των τυφλών (1959), Ο λόγος με το συντριβάνι (1959). Κυκλοφόρησαν με τη φροντίδα του Κώστα Νίτσου από τις εκδόσεις «Θέατρο», 1990.[25]
    ii. ^  προ Ανθρώπου, όπως λέμε προ Χριστού.[29]
    iii. ^  Αργότερα, θα το αναπτύξει σε τρίπρακτο δράμα, που θα το ονομάσει «Μάνα»/ Στην οριστική του μορφή, το έργο, θα κυκλοφορήσει με τον τίτλο Πέρα απ' τον ίσκιο των κυπαρισσιών, βλ σημ. 1.[29]