Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

Η ανασκαφική έρευνα στο Σπήλαιο Λεονταρίου στον Υμηττό Αττικής, που κατοικείται τουλάχιστον 7.000 χρόνια!


Η ανασκαφική έρευνα
στο Σπήλαιο Λεονταρίου
στον Υμηττό Αττικής,
που κατοικείται
τουλάχιστον 7.000 χρόνια!


Των Λίλιαν Καραλή, καθηγήτρια,
Φάνη Μαυρίδη αρχαιολόγος Εφ. Π.-Σπηλ.,
Λίνα Κορμαζοπούλου, αρχαιολόγος Εφ. Π.-Σπηλ.


Η συστηματική ανασκαφική έρευνα στο σπήλαιο Λεονταρίου Υμηττού Αττικής, αποτελεί κοινή ερευνητική προσπάθεια της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας Νότιας Ελλάδας και του Τομέα Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών . Έχουν προκύψει σημαντικά στοιχεία για τη διαδοχή των φάσεων χρήσης του σπηλαίου από τη Νεολιθική εποχή μέχρι και τα νεότερα χρόνια. Η έρευνα πεδίου όπως και η συντήρηση, διαλογή, καταγραφή και μελέτη των ευρημάτων βρίσκεται σε εξέλιξη.
Το σπήλαιο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του Κορακοβουνίου σε υψόμετρο 550 μ. δυτικά των Γλυκών Νερών Παιανίας.


Η ονομασία του οφείλεται σε μία τοπική παράδοση, σύμφωνα με την οποία, ένα λιοντάρι κατοικούσε εκεί και τρομοκρατούσε τους κατοίκους της περιοχής, μέχρι που τελικά μαρμάρωσε. Το μαρμάρινο λιοντάρι ήταν τοποθετημένο κοντά στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου στην Κάντζα, από όπου μεταφέρθηκε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Χατζηλαζαρίδης 1979, 62-64). Στην ίδια περιοχή αναφέρονται και άλλα σπήλαια με αρχαιολογικό ενδιαφέρον, κάποια ορατά από το Λεοντάρι στους κοντινούς λόφους.
Το σπήλαιο είναι οριζόντιο, διαστάσεων περίπου 50 Χ 20 μ., με ύψος οροφής που κυμαίνεται από 6 έως 11μ. Πρόκειται για ενιαίο θάλαμο με περιορισμένο λιθωματικό διάκοσμο που αναπτύσσεται κυρίως στο βάθος του. Δύο μεγάλοι σταλαγμιτικοί σχηματισμοί διαιρούν το σπήλαιο σε δύο βασικά τμήματα. Μικρή σταγονορροή και δημιουργία λιθωματικού διακόσμου παρατηρείται ακόμη σε κάποια σημεία. Στα νεώτερα χρόνια ο χώρος χρησιμοποιήθηκε από κτηνοτρόφους, ενώ συχνές επισκέψεις ιδιωτών έχουν επιφέρει αρκετές φθορές.
Λεπτομερή περιγραφή του σπηλαίου πριν την ανασκαφή είχε δώσει ο Wickens (1986, 175) που αναφέρεται στους σταλαγμιτικούς-σταλακτιτικούς σχηματισμούς και στην παρουσία τοίχων από αργούς λίθους σε διάφορα σημεία στο εσωτερικό του όπως και στην παρουσία παλαιοντολογικού υλικού (Wickens 1986,181). To αρχαιολογικό υλικό που περισυνέλεξε, φυλάσσεται στην Αμερικανική Σχολή Κλασσικών Σπουδών. Γεωλογική περιγραφή δίνεται επίσης από τον Χατζηλαζαρίδη (1979).
Η θέα από το σπήλαιο προς τα Μεσόγεια είναι εντυπωσιακή και φτάνει μέχρι τη θάλασσα, όπου σε μέρες με καθαρό ουρανό διακρίνονται τόσο η Εύβοια, όσο και τα κοντινά νησιά του Αργοσαρωνικού.





Η ανασκαφή


Η συστηματική αρχαιολογική έρευνα ξεκίνησε το 2003 οπότε τοποθετήθηκε τετραγωνικός κάναβος πλευράς 2 μ. σε όλη την έκταση του σπηλαίου. Για τον κατά το δυνατόν ορθότερο σχεδιασμό της ανασκαφής πραγματοποιήθηκαν οι ακόλουθες έρευνες:
1) γεωφυσικές (γεωμαγνητική, ακουστική τομογραφία) οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στο δάπεδο του σπηλαίου με σκοπό την υποβοήθηση της ανασκαφικής διαδικασίας (εντοπισμός εστιών, φυσικού βράχου κλπ)
2) επιφανειακή περισυλλογή που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τα τετράγωνα του καννάβου, από την οποία προέκυψε κυρίως κεραμικό υλικό διαφόρων περιόδων και ειδώλια ιστορικών χρόνων
3) δοκιμαστική τομή (τομή Α) που ανοίχθηκε σε επαφή σχεδόν με το ανατολικό τοίχωμα του σπηλαίου, με σκοπό να ελεγχθεί η στρωματογραφία του χώρου (Καραλή, Μαυρίδης, Κορμαζοπούλου προς δημ.α, Karali, Mavridis 2005).
Η ανασκαφή εστιάσθηκε στους ελεύθερους, τουλάχιστον επιφανειακά, από καταπτώσεις χώρους: στην είσοδο του σπηλαίου (τομές Β, Γ και δοκ. τομή εισόδου) στην κεντρική του περιοχή (τομές Α, ΣΤ, Θ, Ι) και στο βάθος, στο δεύτερο θάλαμο (τομές Δ, Ε, Ζ, Η ). Αδιατάρακτες και βαθιές επιχώσεις εντοπίσθηκαν στις τομές του κεντρικού χώρου με επάλληλα στρώματα νεολιθικής χρήσης (τομές Α, ΣΤ).


Διαταραγμένη στρωματογραφία χαρακτηρίζει τις τομές της εισόδου και του βάθους του σπηλαίου, όπου υπάρχει ανάμειξη αρχαιολογικού υλικού όλων των προϊστορικών και ιστορικών περιόδων.
Η νεολιθική χρήση του σπηλαίου εντοπίσθηκε ήδη από το 2003 στην τομή Α με αλλεπάλληλες πυρές κάτω από το επιφανειακό στρώμα. Πιο βαθιά, κάτω από παχύ στρώμα δαπέδου-μπαζώματος, αποτελούμενου από πλακοειδείς πέτρες στο ανώτερο τμήμα και ακανόνιστες στο κατώτερο και μέσα στο οποίο υπήρχαν μεγάλα κομμάτια χονδροειδούς κεραμικής, βρέθηκαν επάλληλα στρώματα λάσπης. Η εναλλαγή αυτή μπαζωμάτων-ιλύος συνεχίστηκε και στα βαθύτερα στρώματα. Τα δάπεδα αυτά φαίνεται ότι διευθετούσαν το χώρο από τα λιμνάζοντα νερά και περιείχαν τα περισσότερα ευρήματα. Στην επιφάνεια των δαπέδων τα ευρήματα ήταν σχετικά λίγα. Από την ανασκαφική έρευνα των ετών 2003 και 2004 αναγνωρίστηκαν τα πρώτα πέντε διαδοχικά στρώματα τα οποία επιβεβαιώθηκαν και από τις γεωλογικές παρατηρήσεις (Καραλή, Μαυρίδης, Κορμαζοπούλου προς δημ.).
Πιο αναλυτικά, η στρωματογραφία στην τομή Α περιλαμβάνει το επιφανειακό στρώμα από κοπριά και ιλύ με κατά τόπους παρουσία καύσεων. Πρόκειται για διατάραξη από τη σύγχρονη χρήση (μαντρί). Από εδώ προήλθαν ευρήματα, κυρίως κεραμική, ιστορικών και νεωτέρων χρόνων καθώς και χονδροειδής προϊστορική. Το επόμενο στρώμα αποτελείται από διαδοχικές πυρές, διαβρωμένο από το ανώτερο επιφανειακό, οι πέτρες του οποίου εισχωρούν σε βάθος. Τα ευρήματα εδώ ήταν λίγα, κυρίως χονδροειδής προϊστορική κεραμική και ελάχιστα θραύσματα εργαλείων και απολεπισμάτων οψιανού. Χαρακτηριστική είναι η παρουσία στρώματος που αποτελείται από γωνιώδεις λατύπες και τεφροκάστανη ιλύ. Στο ανώτερο τμήμα του φέρει πλακoειδείς πέτρες σκόπιμα τοποθετημένες, ένα είδος διαμόρφωσης του χώρου εν είδει δαπέδου. Χαμηλότερα το υπόλοιπο στρώμα είναι υπερβολικά αδρομερές με γωνιώδεις λατύπες και αποτελούσε το υπόστρωμα του δαπέδου-μπαζώματος. Μεταξύ των ευρημάτων αναφέρονται ένας μυλόλιθος με λευκό βότσαλο τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο στο ΒΔ τμήμα της τομής (Εικ. 3) και συγκεντρώσεις νεολιθικής κεραμικής- κυρίως από χονδροειδή αγγεία- που υπήρχαν σε όλο σχεδόν το σκάμμα. Με την αφαίρεση του στρώματος αυτού αναγνωρίστηκε τρίτο στρώμα το οποίο αποτελείται από τεφροκάστανη ιλύ και ελάχιστες λατύπες. Τα ευρήματα ήταν αρκετά, κυρίως κεραμική και οστά ζώων. Η κεραμική περιλαμβάνει χονδροειδή όστρακα με ανάγλυφη διακόσμηση και στιλβωτά μονόχρωμα.



Χαρακτηριστική είναι η ανεύρεση πήλινου θραυσμένου ειδωλίου μαζί με λεπίδα οψιανού και βάση αγγείου το ένα δίπλα στο άλλο αλλά και μεγάλος αριθμός ειδωλίων, κεραμικής και εργαλείων.
Στο σημείο αυτό διαπιστώθηκε από την γεωλογική έρευνα (στρώματα 5-9) ότι οι παχιές επιχώσεις λάσπης προκλήθηκαν από λιμνάζοντα νερά τα οποία διαμόρφωσαν σταδιακά επάλληλες λεπτές στρώσεις υλικού διαφορετικού χρώματος στο οποίο δεν παρατηρείται αρχαιολογική διαφοροποίηση. Το επόμενο στρώμα αποτελείται από πέτρες που ανήκουν πιθανότατα σε δάπεδο-επιφάνεια με κάποια διευθέτηση λίθων που πιθανώς ανήκει σε εστία. Ελάχιστα ευρήματα προέρχονται από το υπόστρωμα της εστίας, ενώ από την επιφάνεια χρήσης κεραμική, μία μυλόπετρα, οστέινα εργαλεία, κ.ά. Κάτω από αυτό υπήρχαν νέα επάλληλα στρώματα καύσης, ενώ το βαθύτερο στρώμα της ανασκαφής του 2005 αποτελείτο από πολύ υγρό χώμα και πέτρες. Το βάθος του κυμαίνεται από 5,20-5,23μ. Ίσως πρόκειται και εδώ για δάπεδο κατοίκησης, ενώ στο χώμα του στρώματος αυτού διακρίνονται και κάποια υπολείμματα καύσης. Η πτώση βράχων από τις πολύ σαθρές παρειές αλλά και η παρουσία όγκων από παλιές καταπτώσεις της οροφής, στα βαθύτερα αυτά στρώματα της τομής Α, δυσχέραναν την ανασκαφική διαδικασία. Αποκαλύφθηκαν πάντως πρωιμότερα στρώματα της Νεότερης Νεολιθικής. Η συνέχιση της γεωλογικής μελέτης και ιδιαίτερα της μικρομορφολογίας σε συνδυασμό με την ανάλυση των φυτολίθων, αλλά και η ραδιοχρονολόγηση αναμένεται να βοηθήσουν τον περαιτέρω προσδιορισμό των φάσεων χρήσης και το χαρακτήρα τους. Σημαντική στα βαθύτερα στρώματα της τομής είναι η ανεύρεση μικρής μαρμάρινης νεολιθικής φιάλης.
Η προϊστορική χρήση του σπηλαίου διαπιστώθηκε και στην συνεχόμενη προς την τομή Α τομή ΣΤ, με σαφή στρωματογραφική ακολουθία, η οποία έφτασε το 2005 στην αφαίρεση επιχώσεων των ύστατων Νεολιθικών φάσεων. Η ανασκαφή της τομής αυτής έχει ως σκοπό να ελέγξει τη στρωματογραφική ακολουθία που ήλθε στο φως στην τομή Α, την οριζόντια διάταξη των στρωμάτων όπως και τη χρήση του χώρου.
Στα ανώτερα στρώματα της τομής ΣΤ επαναλαμβάνεται η εικόνα της τομής Α:


κάτω από τις επιφανειακές στρώσεις εντοπίστηκε το στρώμα λίθων με πλακοειδείς πέτρες, όπου βρέθηκε λίθινο τριβείο μαζί με βότσαλα, μερικά από τα οποία σώζουν ερυθρό χρώμα (ακριβής αναλογία με την τομή Α). Χαρακτηριστικά είναι επίσης δύο όστρακα, ένα από κάθε τομή, με εγχάρακτη διακόσμηση του τύπου της σέσουλας. Με την αφαίρεση του στρώματος λίθων εμφανίζεται ένα αργιλώδες στρώμα μαζί με το λίθινο υπόστρωμα του δαπέδου από όπου, όπως και στην τομή Α, προέρχονται τα περισσότερα ευρήματα. Η παρουσία και εδώ θραύσματος ειδωλίου αποτελεί μία ακόμα αντιστοιχία της χρήσης του χώρου στο σημείο αυτό του σπηλαίου.
Αναμένεται να διαπιστωθεί με τη συνέχιση της έρευνας στην τομή ΣΤ, εάν, ακολουθείται ανάλογη σύνθεση και διευθέτηση αντικειμένων όπως και στην τομή Α (ανακάλυψη περισσότερων ειδωλίων, κεραμικής και λίθινων εργαλείων τοποθετημένων σχεδόν κατά χώραν). Παρατηρείται, στο πρώιμο αυτό στάδιο της έρευνας, μια επανάληψη και συγκεκριμένη στρατηγική χρήσης του χώρου στο συγκεκριμένο σημείο, η οποία πρέπει περαιτέρω να ελεγχθεί ως προς το χαρακτήρα και τη σημασία της.
Η απουσία σημαντικής ποσότητας ευρημάτων από δάπεδα κατοίκησης δεν είναι άγνωστο φαινόμενο στη Νεολιθική του Αιγαίου και φαίνεται ότι συνδέεται με συγκεκριμένες αντιλήψεις ως προς τη χρήση του χώρου και τις διαδικασίες απόθεσης των υλικών καταλοίπων. Η παρουσία αρκετών ειδωλίων, μικρού σχετικά αριθμού εργαλείων οψιανού και πυριτολίθου, κεραμικής καλής σχετικά ποιότητας -σε αντίθεση προς τα μπαζώματα-δάπεδα στα οποία έχει χρησιμοποιηθεί μόνο χονδροειδής κεραμική- αλλά και κάποια άλλα ευρήματα, όπως τα όστρεα του είδους Cypraea, συνθέτουν ένα ιδιαίτερο σύνολο σπηλαιοκατοίκησης της Νεολιθικής του Αιγαίου με σαφή στοιχεία της χρήσης των χώρων σε σχέση με τα υλικά κατάλοιπα: πρόκειται δηλαδή για ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα εναπόθεσης το οποίο απαντά σε διαφορετικές τομές -στην ίδια βέβαια περιοχή- επομένως δεν είναι τυχαίο. Η σημασία των ευρημάτων αυτών, κυρίως των ειδωλίων, και κάποια ιδιαιτερότητα ίσως στη χρήση του χώρου, που ενισχύεται από την ύπαρξη πλακοειδούς όρθιας πέτρας με στενότερο το κατώτερο τμήμα της τοποθετημένης όρθιας μέσα στην ίδια τομή (Α), θα συζητηθεί σε ειδική μελέτη σε συνάρτηση κυρίως με την αναλυτική παρουσίαση του ειδωλοπλαστικού υλικού.
Η προϊστορική χρήση του σπηλαίου επομένως εντοπίζεται κατά βάση στις τομές Α και ΣΤ, ενώ η αδυναμία ανασκαφής σε άλλα σημεία λόγω εκτεταμένων καταπτώσεων της οροφής του σπηλαίου και της παρουσίας σταλαγμιτικών κρουστών επέτρεψε την αποκάλυψη σποραδικών μόνο στοιχείων από τα ανώτερα στρώματα.
Πιο συγκεκριμένα, επίχωση των τελευταίων φάσεων της Νεολιθικής εντοπίσθηκε κάτω από στρώμα καύσης στην τομή Ε στο βάθος


του σπηλαίου, όπου βρέθηκε κεραμική του τέλους της Νεολιθικής και ένα ακέραιο λίθινο ειδώλιο. Η έντονη όμως διατάραξη των επιχώσεων στο σημείο αυτό μαζί με τις σταλαγμιτικές κρούστες και τις εκτεταμένες καταπτώσεις δεν επέτρεψαν τη συνέχιση της ανασκαφής. Σποραδικά ευρήματα όπως όστρακα αμαυρόχρωμης κεραμικής, ζωόμορφη λαβή αγγείου (τομή Η, πατάρι στα αριστερά του κυρίως ανασκαφικού χώρου), εργαλεία οψιανού και πυριτολίθου και λίθινοι πελέκεις συμπληρώνουν την εικόνα της νεολιθικής χρήσης και σε άλλα σημεία του σπηλαίου, χωρίς όμως στις περιπτώσεις αυτές να υπάρχει στρωματογραφική ακολουθία. Προϊστορικά ευρήματα διαπιστώθηκαν και στα σκάμματα Β και Γ της εισόδου με τη μορφή εργαλείων αποκρουσμένου λίθου, πελέκεων και λίγης κεραμικής.
Τα ευρήματα των ιστορικών χρόνων είναι διάσπαρτα σε όλο το σπήλαιο με τις κύριες συγκεντρώσεις να προσδιορίζονται στην περιοχή της εισόδου (τομές Β και Γ, στην δοκιμαστική τομή σε μικρό «πατάρι» αριστερά του ανοίγματος του σπηλαίου όπως και σε άλλο σημείο του προς το εσωτερικό (Ι) και στο βάθος του (Ε, Δ, Ζ), γεγονός που ίσως σχετίζεται και με την άσκηση λατρείας η οποία τεκμηριώνεται στο χώρο.
Η εικόνα της στρωματογραφίας των τομών κοντά στην είσοδο είναι ενιαία και δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις. Σημαντική διατάραξη χαρακτηρίζει τα ανώτερα στρώματα τα οποία αποτελούνται από αποθέσεις ιλύος και αργίλου και παρουσιάζουν διάβρωση από εισροή υδάτων και ρίζες δέντρων, με αποτέλεσμα παλαιότερα και νεώτερα στρώματα να συνυπάρχουν στα ίδια βάθη. Τα ευρήματα ανήκουν σε διάφορες περιόδους. Ένα φερτό ερυθρωπό στρώμα που έχει αρκετό πάχος και είναι κενό ευρημάτων καλύπτει αυτές τις τομές στο σημείο που κατέστη δυνατόν να προχωρήσει η ανασκαφή.
Στα δείγματα ιστορικών χρόνων αναφέρεται κεραμική, που χρονολογείται από τους κλασικούς μέχρι τους βυζαντινούς χρόνους, σποραδικά πήλινα γυναικεία ειδώλια, μετάλλινα αντικείμενα κ.α. Τα επιφανειακά στρώματα των τομών του 2005 που κατέστη δυνατόν να ανασκαφούν εμφανίζουν εικόνα ίδια με αυτή των παλαιότερων τομών: σύγχρονες ως επί το πλείστον εστίες και «στρώματα εξυγίανσης» αποτελούμενα από πέτρες, κάτω από τα οποία εντοπίζονται λεπτές αργιλώδεις επιχώσεις ή σταλαγμιτικές κρούστες που περιέχουν ευρήματα κυρίως ιστορικών χρόνων: από την τομή Ζ στο βάθος του σπηλαίου προέρχονται τόσο κεραμική όσο και ειδώλια.
Τα ευρήματα των επιφανειακών επιχώσεων είναι πολύ θραυσμένα και έχουν πιθανότατα πέσει από ψηλότερα σημεία,


δηλαδή βράχους και σταλαγμιτικούς σχηματισμούς γύρω από τον κεντρικό χώρο, στους οποίους είχαν μάλλον σκόπιμα τοποθετηθεί, όπως φαίνεται από αντικείμενα που εντοπίσθηκαν εγκλωβισμένα σε σχισμές και επιφάνειες βράχων.


Ευρήματα και φάσεις χρήσης


Τα μέχρι στιγμής ευρήματα της ανασκαφής στο σπήλαιο Λεοντάρι φαίνεται ότι επιβεβαιώνουν στρωματογραφικά τα στοιχεία παλαιοτέρων επιφανειακών ερευνών και ιδιαίτερα αυτής του Wickens, κατά τη δεκαετία του 1980. Η αναφορά του Wickens σε πιθανά όστρακα της Μέσης Νεολιθικής (όστρακο Urfirnis και θραύσμα από καρποδόχη, Wickens 1986, 179), βρίσκουν κάποιες αντιστοιχίες στα κατώτερα στρώματα της τομής Α, η οποία έφτασε σε φάσεις των αρχών της ΝΝΙ, όμως μόνο με τη συνέχιση της ανασκαφής θα επιβεβαιωθεί η ύπαρξη της φάσης αυτής στο σπήλαιο. Ακόμη έχει αναφερθεί η παρουσία κύμβης της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού (Wickens 1986, 179), όμως τα στοιχεία για άλλες φάσεις της Προϊστορίας είναι αποσπασματικά. Ελάχιστα όστρακα, όλα από τις διαταραγμένες επιχώσεις, αποτελούν ένδειξη για την ανθρώπινη παρουσία στο σπήλαιο κατά την Εποχή του Χαλκού και τη Γεωμετρική περίοδο.
Παλαιότερες έρευνες, όπως αυτή του Vanderpool (1967) σχετίζουν το σπήλαιο με το ιερό του Πανός στην Παιανία το οποίο αναφέρεται στο Δύσκολο του Μαινάνδρου. Τα μέχρι σήμερα ευρήματα και μάλιστα τα ειδώλια φαίνεται ότι επιβεβαιώνουν αυτή την άποψη.
Έχει προταθεί ως πιθανή η πρόσβαση στο σπήλαιο από κάποιο μονοπάτι που ένωνε την Παιανία με τους Αμπελόκηπους, ίσως από τα κλασικά χρόνια. Πιο ομαλή ήταν η πρόσβαση από την περιοχή του Σταυρού προς νότο, κατά μήκος της κορυφογραμμής του Υμηττού. Πιθανός αλλά πιο δύσβατος θα ήταν ο δρόμος από τη Μεσογαία προς τα ανατολικά (Wickens 1986, 177).
Προϊστορικές φάσεις: Τα ευρήματα των ανώτερων στρώσεων των τομών Α και ΣΤ είναι σημαντικά καθώς αντιπροσωπεύουν στοιχεία του πολιτισμού Αττικής-Κεφάλας αλλά και της λεγόμενης ΝΝΙβ φάσης η οποία προηγείται στρωματογραφικά και έχει εντοπισθεί ικανοποιητικά σε πολλές θέσεις (Sampson κ.α. 1998 , Mavridis 2005). Χαρακτηριστική είναι η παρουσία κεραμικής με ερυθρή στιλβωτή και επιχρισμένη επιφάνεια και χονδροειδή αγγεία με εγχαράξεις σε ανάγλυφη ζώνη στο χείλος, τα οποία χαρακτηρίζουν θέσεις όπως η Κεφάλα στην Κέα, ο Στρόφιλας στην Άνδρο και η Φτελιά στη Μύκονο.


Δε λείπουν και οι λαβές σε σχήμα κεφαλής ελέφαντα αλλά και οι φιάλες με γυριστό χείλος (rolled rim bowls). Υπάρχουν ελάχιστα δείγματα ερυθρής επίθετης βαφής σε σκούρα στιλβωτή επιφάνεια, ενώ απουσιάζουν μέχρι στιγμής τελείως τα όστρακα με στιλβωτή διακόσμηση. Λίγα όστρακα με διακόσμηση λευκού σε ερυθρό ανήκουν σε αυτή τη φάση χρήσης του σπηλαίου.
Στα στρώματα της ΝΝΙβ φάσης η κεραμική είναι σχετικά λίγη και ιδιαίτερα θραυσμένη και με δυσκολία αναγνωρίζονται φόρμες αγγείων. Η ΝΝΙβ φάση έχει ασφαλώς χρονολογηθεί (Sampson κ.α 1998 ) και αντιπροσωπεύει την περίοδο που μπορεί να θεωρηθεί ως η απαρχή της λεγόμενης Τελικής Νεολιθικής στο Αιγαίο (Mavridis 2005), τουλάχιστον ως προς τη μεταβολή της κεραμικής σε χονδροειδή, με παράλληλη απουσία της γραπτής λεπτότεχνης. Παρουσιάζει ένα ομοιογενές λίγο πολύ υλικό το οποίο χαρακτηρίζεται από αγγεία τύπου σέσουλας, κερατοειδείς αποφύσεις, μεγάλα πιθάρια με ανάγλυφη διακόσμηση, ποικιλία τύπων λαβών όπως γλωσσοειδείς, δικελοειδείς και άλλες, τύπους αγγείων που έχουν χαρακτηριστεί ως ηθμοί. Δε λείπουν όμως τοπικά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όπως η εγχάρακτη κεραμική στη δυτική Ελλάδα (Καστριά Καλαβρύτων, Πάγκαλη Αιτωλοακαρνανίας). Η φάση αντιπροσωπεύεται και σε πολλές ακόμα θέσεις, όπως τα σπήλαια Θαρρουνίων, Κίτσου, το σπήλαιο Πανός Μαραθώνος, το ανώνυμο σπήλαιο Κερατσινίου (Μαυρίδης προς δημ.) και άλλες (βλ. Sampsom κ.α 1998, Mavridis 2005). Οι απόλυτες χρονολογήσεις από τα Καστριά, τα Θαρρούνια και την Πάγκαλη τοποθετούν με ασφάλεια τη φάση πριν το β΄ μισό της 5ης χιλιετίας έως περίπου και το 4200 π.Χ. που θεωρείται το όριο εμφάνισης της κεραμικής με στιλβωτή διακόσμηση (Mavridis 2005). Η τελευταία νεολιθική φάση στο σπήλαιο Λεονταρίου με τα στοιχεία του πολιτισμού Αττικής-Κεφάλας και τις χαρακτηριστικές λαβές σχήματος κεφαλής ελέφαντα χρονολογούν με ασφάλεια την τελευταία φάση της Νεολιθικής στο σπήλαιο.
Με τη συνέχιση της ανασκαφής το 2005 στην τομή Α διαπιστώθηκε ότι όσο βαθαίνουν οι επιχώσεις, υπερτερούν τα αμαυρόχρωμα γραπτά, ενώ στα βαθύτερα στρώματα εμφανίστηκε για πρώτη φορά η παραλλαγή των αμαυρόχρωμων μελανό σε ερυθρό. Παρούσα είναι και μία σπάνια κατηγορία με ερυθρή γραπτή διακόσμηση σε σκούρα στιλβωμένη επιφάνεια. Χαρακτηριστική είναι επίσης η παραλλαγή των δίχρωμων γραπτών οστράκων με ζώνες ερυθρού και μελανού χρώματος, όπως και η στιλβωτή και χονδροειδής κεραμική.
Η παρουσία αιχμών βελών μαζί με δίχρωμα γραπτά όστρακα, τα οποία θεωρούνται ύστερη παραλλαγή της αμαυρόχρωμης κεραμικής της ΝΝΙ,


παράλληλα με την πολύ περιορισμένη αντιπροσώπευση χαρακτηριστικών κατηγοριών αυτής (π.χ. μελανά στιλβωτά) συνηγορούν σε μια πρώτη κατάταξη του υλικού αυτού σε ύστερη φάση της ίδιας περιόδου. Η φάση αυτή είναι γνωστή από θέσεις όπως τα Γιούρα Αλοννήσου, η Πρόσυμνα στην Πελοπόννησο και άλλες. Αντίθετα η αναγνώριση στα βαθύτερα στρώματα πιθανών οστράκων κεραμικής Urfirnis και γραπτών με μελανό σε ερυθρό συνηγορεί σε μια ακόμα παλαιότερη φάση χρήσης, που αναμένεται να εντοπιστεί στρωματογραφικά με τη συνέχιση της ανασκαφής.
Στα στρώματα της ΝΝΙβ-ΙΙα βρέθηκαν περισσότερα από 10 ειδώλια (Εικ. 6). Τα περισσότερα είναι θραυσμένα και ανήκουν σε ποικιλία τύπων και προέρχονται κυρίως από την τομή Α. Από ένα έχει εντοπιστεί επίσης στις τομές Ε και ΣΤ. Αποτελούν ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σύνολο, σπάνιο για τη Νεολιθική της Νότιας Ελλάδας, με σημαντικές προεκτάσεις για την εξέλιξη της ειδωλοπλαστικής στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα.
Από τα νεολιθικά στρώματα προέρχονται επίσης εργαλεία λειασμένου λίθου καλής ποιότητας -κυρίως πελέκεις που απαντούν σε όλες σχεδόν τις τομές, αποκρουσμένου λίθου -κυρίως λεπίδες αλλά και αιχμές βελών από οψιανό και ποικιλίες πυριτολίθου- καθώς και λίγα οστέϊνα εργαλεία. Μία πρώτη εκτίμηση των εργαλείων αποκρουσμένου λίθου δείχνει επιτόπια κατεργασία πρώτων υλών σε ήδη διαμορφωμένους πυρήνες . Ορισμένοι τύποι πυριτολίθου μπορούν επίσης να θεωρηθούν αντικείμενα ανταλλακτικών διαδικασιών. Χαρακτηριστικές είναι οι αιχμές βελών από πυριτόλιθο και οψιανό. Μία με πριονωτές-οδοντωτές ακμές και μία δεύτερη μεγάλου μεγέθους με ίχνη ερυθρού χρώματος σε όλη την επιφάνεια αποτελούν σημαντικά ευρήματα που χαρακτηρίζουν τη φάση αυτή.
Σημαντική ήταν η ανακάλυψη οστρέων του είδους Arca στις τομές Θ και Α. Τα όστρεα είναι ελάχιστα και ανήκουν σε πολύ συγκεκριμένα είδη, γεγονός που μάλλον αποκλείει τη συλλογή τους για διατροφή (για τις χρήσεις των οστρέων βλ. Karali 1999). Περιλαμβάνονται ακόμα δύο κυπραίες που βρέθηκαν στα στρώματα της ΝΝΙβ-ΙΙα και ελάχιστα άλλα θραυσμένα δίθυρα από τα στρώματα της ΝΝΙβ, όλα από την τομή Α.
Σημαντική είναι ακόμη η ανακάλυψη μεμονωμένων ανθρώπινων οστών σε πολλές από τις τομές. Πρόκειται για οστά τόσο ενηλίκων ατόμων όσο και παιδιών. Η ύπαρξη ταφών κρίνεται πιθανή κοντά στην είσοδο, αλλά οι τομές Β,Γ,Ε δεν έχουν προχωρήσει σε βάθος. Η μεμονωμένη παρουσία ανθρώπινων οστών σε σπήλαια δεν είναι σπάνιο φαινόμενο (π.χ. Καλυθιές Ρόδου, Φράγχθι Ερμιονίδας, Ζας Νάξου) και ερμηνεύεται ως φάση ενταφιασμού νεκρών σε περιόδους που το σπήλαιο δεν χρησιμοποιείται για άλλες δραστηριότητες.
Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι προϊστορικές φάσεις χρήσης που έχουν αναγνωριστεί έως τώρα οδηγούν στο τέλος της 5ης / αρχές 4ης χιλιετίας, στη Νεότερη Νεολιθική Ιβ (περίπου 4800-4200 π.Χ.) ενώ η αρχή της 5ης χιλιετίας βασίζεται σε μεμονωμένα ακόμα ευρήματα.
Σκοπός της έρευνας του σπηλαίου Λεονταρίου είναι η συστηματική διερεύνηση και κατανόηση της προϊστορικής κυρίως κατοίκησης των σπηλαίων και της θέσης τους στο οικιστικό πλέγμα κάθε περιόδου. Ιδιαίτερα στην περιοχή της Αττικής τα σπήλαια που έχουν ανασκαφεί συστηματικά είναι λίγα και μόνο τα τελευταία χρόνια με τη διενέργεια σωστικών ανασκαφών, ήλθαν στο φως περισσότερα στοιχεία από υπαίθριες θέσεις της Νεολιθικής περιόδου (Κακαβογιάννη 2003).
Έχει αναφερθεί αλλού (Μavridis 2005, Karali, Mavridis, Kormazopoulou 2005) ότι στη Νεότερη και ιδιαίτερα στη λεγόμενη Τελική Νεολιθική (ιδιαίτερα ΝΝΙβ-ΙΙα) παρουσιάζεται αυξημένη χρήση των σπηλαίων και των ορεινών περιοχών.


Η φάση αυτή φαίνεται ότι μπορεί πλέον να προσδιοριστεί με ακρίβεια τόσο στρωματογραφικά όσο και με απόλυτες χρονολογήσεις σε αρκετές θέσεις (Sampson κ.α. 1998, Mavridis 2005). Το φαινόμενο αυτό έχει συνδεθεί με νέες οικονομικές παραμέτρους που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην περίοδο αυτή και έχουν σχετισθεί κυρίως με τις εποχιακές μετακινήσεις των κοπαδιών στα ορεινά (π.χ. Douzougli – Zachos 2002). Έχει όμως παράλληλα υποστηριχθεί πειστικά ότι παρόμοιες εξειδικευμένες οικονομικές δραστηριότήτες δεν ασκούνταν στη Νεολιθική περίοδο του Αιγαίου (Halstead 1996, βλ. όμως Greenfield 2003, επίσης Karali, Ghioni προς δημ.) και επομένως οι μεταβολές αυτές είχαν ευρύτερη συμβολική και κοινωνική σημασία (Mavridis 2005).
Τα στοιχεία αυτά θέτουν το πλαίσιο μελέτης της χρήσης του σπηλαίου Λεονταρίου στην Προϊστορία. Οι συστηματικές γεωλογικές έρευνες και αναλύσεις των περιβαλλοντικών καταλοίπων (Καραλή 2005) αναμένεται να συμβάλλουν στην επίλυση ορισμένων ζητημάτων που σχετίζονται με το φαινόμενο αυτό.
Ιστορικοί και νεώτεροι χρόνοι: Τα ευρήματα των ιστορικών χρόνων προέρχονται από όλες τις τομές όπου κατά κανόνα εντοπίζονται σε διαταραγμένες επιχώσεις, κυρίως σε επιφανειακά στρώματα και σε ανάμειξη με στοιχεία διαφορετικών περιόδων. Είναι εξαιρετικά θραυσμένα και συχνά βρίσκονται εγκλωβισμένα ανάμεσα ή κάτω από σταλαγμιτικές κρούστες, γεγονός που δυσχεραίνει την ανασκαφή τους.
Όπως προκύπτει από τη μέχρι σήμερα έρευνα, απουσιάζουν τα στοιχεία των αρχαϊκών και πρώιμων κλασικών χρόνων. Στην κλασική κεραμική από το σπήλαιο περιλαμβάνονται αρκετά μελαμβαφή όστρακα από φιάλες, φιαλίδια, πινάκια, σκύφους, κύπελλα, κρατήρες, όλπες και λύχνους, καθώς και λίγα πολύ θραυσμένα όστρακα με ερυθρόμορφες παραστάσεις. Μερικά όστρακα που διατηρούν λευκό επίθετο χρώμα ανήκουν σε κρατήρες και πινάκια. Παράλληλα σώζεται και σημαντικός αριθμός αβαφών οστράκων κυρίως από κλειστά αγγεία (χύτρες κ.α.).
Κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο τα κεραμικά σύνολα είναι ακόσμητα ή καλύπτονται εξ ολοκλήρου από κάποιο γάνωμα. Παρατηρείται κάποια προτίμηση στους κλειστούς τύπους: υπερτερούν οι άβαφοι αποθηκευτικοί (εμπορικοί) οξυπύθμενοι αμφορείς με κάθετες λαβές και ψηλό λαιμό της ύστερης ελληνιστικής περιόδου, λαβές και βάσεις των οποίων εντοπίσθηκαν στα επιφανειακά στρώματα όλων των τομών καθώς και ρωμαϊκοί. Ακολουθούν όστρακα από άβαφή κλειστά αγγεία, όπως τριφυλλόστομες οινοχόες, υδρίες, πινάκια και χύτρες, ενώ δεν λείπουν και κάποια δείγματα μεγαρικών σκύφων καθώς και λύχνων. Ακόμη λίγα όστρακα με ραβδωτή ή κτενωτή διακόσμηση, που προέρχονται από αβαφή κλειστά αγγεία, χρονολογούνται στους ύστερους ρωμαϊκούς και ίσως πρώιμους βυζαντινούς χρόνους.
Στα δείγματα κοροπλαστικής ανήκουν ειδώλια ανδρικών και γυναικείων τύπων με επικράτηση των γυναικείων μορφών. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν μικρό πήλινο ειδώλιο ερμαϊκής στήλης καθώς και το ανώτερο τμήμα μορφής με κέρατα που παίζει μουσικό όργανο και αποτελεί το πρώτο μέχρι στιγμής δείγμα ειδωλίου Πανός από το σπήλαιο. Έχουν εντοπισθεί επίσης νομίσματα , καθώς και μετάλλινα αντικείμενα διαφόρων τύπων όπως εργαλεία, κοσμήματα κ.α.
Για τους ιστορικούς χρόνους, όπου η in situ αποκάλυψη ευρημάτων είναι σπάνια, μόνο η μελέτη του αρχαιολογικού υλικού αναμένεται να προσδιορίσει ακριβέστερα τις διαδοχικές φάσεις χρήσης του σπηλαίου. Από τα μέχρι τώρα δεδομένα η παρουσία κεραμικής αναθηματικού χαρακτήρα (λήκυθοι, λουτροφόροι) και κυρίως το κοροπλαστικό υλικό τεκμηριώνουν τη χρήση του σπηλαίου ως χώρου λατρείας τοπικής εμβέλειας, τουλάχιστον κατά τους κλασικούς χρόνους (β΄μισό 5ου-4ος αι.), ενώ η μορφολογία του υποδεικνύει ως κύριο λατρευτικό χώρο το βάθος του σπηλαίου. Είναι γνωστό ότι η λατρεία του Πάνα καθιερώνεται στην Αττική κατά τον 5ο αι. π.Χ., μετά τα Μηδικά, οπότε διαμορφώνονται για το σκοπό αυτό πολυάριθμοι λατρευτικοί χώροι. Η χρήση του σπηλαίου Λεονταρίου ως τόπου λατρείας Πανός-Νυμφών δεν μπορεί επομένως να αποκλεισθεί. Στην άποψη αυτή συνηγορεί η απουσία ευρημάτων των αρχαϊκών και πρώιμων κλασικών χρόνων αλλά και η εύρεση ειδωλίου Πανός στο σπήλαιο.
Για τους μεταγενέστερους χρόνους η παρουσία αρκετής χρηστικής κεραμικής συνδέεται πιθανότατα με την αλλαγή της χρήσης του σπηλαίου από χώρο λατρείας σε χώρο εποχιακής ή περιστασιακής κατοίκησης και χρήσης που φτάνει μέχρι τη σύγχρονη εποχή.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1. Η μέχρι στιγμής ανασκαφική έρευνα έχει διεξαχθεί σε τρεις περιόδους: 19-31/8/ 2003, 4-30/10/2004 και 4-28/2005.
Στην έρευνα πεδίου συμμετέχουν ως επί κεφαλής τομών οι τελειόφοιτοι, απόφοιτοι και μεταπτυχιακοί φοιτητές Αρχαιολογίας: M.Tσιμπουκάκη, Σ. Λαμπρόπουλος, Γ. Εβρενόπουλος, D. Yamagucki, Γ. Χούλης, Β. Στάγια. Η αρχαιολόγος Λ. Ζαμπέλη είναι υπεύθυνη για το χειρισμό του υλικού στο εργαστήριο. Φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών συμμετείχαν με το πρόγραμμα ΕΠΕΑΕΚ στην ανασκαφή και στην ταξινόμηση του υλικού τα έτη 2004 και 2005. Στην έρευνα πεδίου του 2005 συμμετείχαν φοιτητές των Πανεπιστημίων Κοπεγχάγης, Πράγας και Bristol. Ο συντηρητής Π. Πολυδωρόπουλος έχει αναλάβει τη συγκόλληση της κεραμικής και η Αναστασία Τσαλίκη


τη μελέτη των ανθρωπίνων οστών. Τα τοπογραφικά σχέδια και η τοποθέτηση του καννάβου έγιναν από τον Θ. Χατζηθεοδώρου. Τέλος ευχαριστούμε τη φύλακα της Εφορείας κ. Μέγγενη για τη βοήθειά της κατά την ανασκαφική περίοδο του 2003 όπως και τον τεχνίτη της Εφορείας Χ. Μπουγάδη για τη βοήθειά του κατά την ανασκαφή του 2005.
2. Κυρίως από το στρώμα 2 το οποίο είναι αρχαίο αλλά ιδιαίτερα διαταραγμένο, σύμφωνα με παρατήρηση του γεωλόγου της ανασκαφής Π. Καρκάνα στον οποίο οφείλονται όλες οι γεωλογικές παρατηρήσεις.
3. Σύμφωνα με την Α. Παπαδέα ειδικευμένη στη λιθοτεχνία.
4. Οι πληροφορίες οφείλονται στην προκαταρκτική μελέτη της Ε.Τσώτα.
5. που βρίσκονται για συντήρηση στο Νομισματικό Μουσείο.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


• Dousougli, A., K. Zachos, 2002. L’ Archéologie des zones montagneuses: Modèlles et interconnexions dans le Nèolithique de l’ Èpire et de l’ Albanie méridionale, στο Τouchais, Renard (eds.), L’ Albanie dans l’ Europe Prehistorique, 111-143. B.C.H. suppl. 42. Paris.
• Greenfield, H.J., K. Fowler, 2003. Megalo Nisi Galanis and the secondary products revolution in Macedonia, στο Kotjabopoulou, Hamilakis, Halstead, Gamble, Elefanti (eds.), Zooarchaeology in Greece, recent advances, 133-143. BSA studies 9. London.
• Halstead, P., 1996. Pastoralism or household herding? Problems of scale and specialization in early Greek animal husbandry. World Archaeology, 28,1, 20-42.
• Κακαβογιάννη, Ο. (επιμ.), 2003. Αρχαιολογικές έρευνες στην Μερέντα
Μαρκοπούλου. Β΄ ΕΠΚΑ, Αθήνα.
• Κarali, L., 1999. Shells in Aegean Prehistory. BAR International series, Oxford.
• Kαραλή, Λ., 2005. Περιβαλλοντική Αρχαιολογία. Αθήνα.
• Karali, L., M. Gkioni., υπό προετοιμασία. Interpretation of the archaeological
material, originated from prehistoric caves: the Greek caves. Στο Μavridis, Jensen (εκδ.). Stable places and changing perceptions: Cave Archaeology in Greece and adjacent areas. Monograph of the Danish Institute at Athens.
• Karali, L., F. Mavridis, 2005. Excavations at Lion’s cave, Hymmettos, Athens, Greece. Βulletin of the Aegean Society of Japan, 19 , 1-10 .
• Karali, L., F. Mavridis & L. Kormazopoulou, 2005. Cultural landscapes during the Late and Final Neolithic of the Aegean. A case study from Leontari Cave, Mt Hymettos, Athens, Greece. Antiquity, 79, 303 March 2005
http://antiquity.ac.uk/
(Proj.Gall/mavridis/index).
• Kαραλή, Λ., Φ. Μαυρίδης και Λ. Κορμαζοπούλου, προς δημ.α. Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας- Σπηλαιολογίας Ν. Ελλάδος Νομός Αττικής. Σπήλαιο Λεονταρίου Υμηττού Αττικής. Αρχαιολογικό Δελτίο 2003
• Kαραλή, Λ., Φ. Μαυρίδης και Λ. Κορμαζοπούλου, προς δημ.β. Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας- Σπηλαιολογίας Ν. Ελλάδος Νομός Αττικής. Σπήλαιο Λεονταρίου Υμηττού Αττικής. Αρχαιολογικό Δελτίο 2004.
• Mavridis, F., 2005. The Neolithic site of Pangali, Mt Varassova, Aetolias and the LN Ib phase in the Aegean: Social transformations and changing ideologies. Στο Dietz, Moschos (εκδ.), Chalkis Aetolias I. The Prehistoric phases. Part II, The Neolithic remains at Pangali, 117-139, 222-229. Monographs of the Danish Institute at Athens. Vol. 7. Aarhus University Press.
• Μavridis, F., υπό εκτύπωση. Pottery of the Late Neolithic with painted and burnished decoration from the cave of Gioura, Northern Sporadhes, Greece. Στο Sampson (εκδ.), The Cyclops cave on the island of Youra, Greece. Mesolithic and Neolithic networks in the northern Aegean basin. Vol.1. Intra site analysis, local industries and regional site distribution. INSTAP monograph series, Νew York.
• Mαυρίδης, Φ., προς δημ. Ανώνυμο σπήλαιο Σχιστού Κερατσινίου: Hπερίπτωση ενός τοπίου του ‘κάτω κόσμου’ στην Προϊστορία της Αττικής. Προκαταρκτικά στοιχεία. Β’ Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας Αρχαιολογίας του Αργοσαρωνικού. Παρασκευή 30 ΙΟΥΝΙΟΥ-Σάββατο 1 & Κυριακή 2 Ιουλίου2006
• Sampson, A., G. Facorellis, I. Maniatis, 1998. New evidence for the cave occupation during the Late Neolithic period in Greece, in Actes du Colloque “C14 et Archeologie”, 279-286, Liége.
• Vanderpool, F., 1967. Pan in Paiania, a note on lines 407-409 of Menander’s Dyskolos. American Journal of Archaeology, 71,309-311.
• Wickens, J., 1986. The Archaeology and History of cave use in Attica, Greece from Prehistoric through late Roman times. PhD thesis Indiana University, Ann Arbor, University microfilms.
• Χατζηλαζαρίδης, Λ., 1979. Καρστικά φαινόμενα του Κορακοβουνίου Υμηττού Αττικής. Δελτίο της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας , 16, 50-76.




The Leontari Cave excavation


ABSTRACT


The Lion’s cave excavations begun in 2003 as a joint project of the Ephorate of Palaeoanthropology-Speleology of S. Greece and the Department of History and Archaeology of the University of Athens. The site is situated on the east slope of mount Hymettos in Attica and has an outstanding view of the Mesogaea plain. The cave consists of a single chamber divided into two main parts with some rock decoration. Of the excavated areas only trenches A and ΣΤ have reached a considerable depth of undisturbed stratigraphy in the deposit layers: in most other cases excavation ceased due to the large amount of fallen rocks and stalagmitic crusts present just below surface deposits.
Surface layers produced mixed material belonging mostly to the classical, Hellenistic, roman, post roman


and modern use of the cave. Several figurines and sherds of the classical period indicate that the cave – mainly the inner chamber- was then used as a shrine, most possibly devoted to Pan. The material is very fragmentary and also includes some metal tools and coins.
The main use of the cave though is dated to the Neolithic period. The upper layers date to the so called LN Ib-IIa phase with characteristic pottery categories such as incised, burnished and coarse wares and few rolled rim bowls as well as red slipped and burnished sherds, horn and various others lugs and handles. Further below, matt painted ware, dominate the assemblage. The bichrome variety is met together with other categories of material such as chipped and ground stone, bone tools, a few sea shells and a fair amount of animal bones. This phase probably dates to the LNI phase, while some ceramic elements of the deepest levels of trench A seem to go back to the beginning of the LN. The cave is therefore used during parts of the 5th and 4th millennia B.C. (radiocarbon dates are not yet available).


ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ.


arxeion-politismou.gr









Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only