Σάββατο, 24 Αυγούστου 2019

Το μνημείο του Λυσικράτους και η μονή των Καπουτσίνων στα μέσα του 18ου αιώνα


Πλατεία Λυσικράτους στην Πλάκα.

Χρονολογία
1751-1754

Πηγή
Η εικόνα προέρχεται από το τετράτομο έργο «The Antiquities of Athens» των βρετανών ζωγράφων και αρχιτεκτόνων Τζέιμς Στιούαρτ (James Stuart) και Νίκολας Ρέβετ (Nicholas Revett), οι οποίοι επισκέφθηκαν την Ελλάδα το διάστημα 1751-1754. Απεικονίζοντας με εξαιρετική τέχνη και ακρίβεια τα μνημεία, το έργο αυτό υπήρξε καθοριστικό για την αναβίωση του ενδιαφέροντος για την αρχαία Ελλάδα στην Ευρώπη.

Περιγραφή
Δύσκολα θα περάσει κανείς από το χορηγικό μνημείο του Λυσικράτους στην Πλάκα χωρίς να το θαυμάσει, έστω και με μια βιαστική ματιά, όσες φορές και αν το έχει δει. Και δίκαια, βέβαια, καθώς είναι ένα από τα πιο όμορφα αρχαία μνημεία της πόλης και ίσως το πιο καλοδιατηρημένο…

Το μνημείο είχε κτιστεί από τον Λυσικράτη, έναν πλούσιο Αθηναίο, για να μνημονεύει τη νίκη του ως χορηγού (χρηματοδότη) του χορού εφήβων που είχε κερδίσει στους θεατρικούς αγώνες των Μεγάλων Διονυσίων το 335/4 π.Χ. Στα αρχαία χρόνια έφερε στην κορυφή του το έπαθλο του χορηγού: ένα χάλκινο τρίποδα.

Λίγοι γνωρίζουν ότι την καλή κατάσταση του μνημείου την οφείλουμε σε ένα βαθμό στους Καπουτσίνους μοναχούς που το διαφύλαξαν για 150 χρόνια, ενσωματώνοντάς το στο μοναστήρι τους. Η ανωτέρω εικόνα, σχεδιασμένη στα μέσα του 18ου αιώνα, μάς μεταφέρει πιστά σε εκείνη την εποχή.

Οι Καπουτσίνοι, όπως και άλλα καθολικά μοναχικά τάγματα, ήρθαν στην Αθήνα τον 17ο αιώνα και το 1669 αγόρασαν το σπίτι μέσα στην αυλή του οποίου βρισκόταν το μνημείο από τον τότε έλληνα ιδιοκτήτη του. Ήταν μια περιπετειώδης αγοραπωλησία: λίγο αργότερα ο ιδιοκτήτης μετάνιωσε και προσέφυγε στους δημογέροντες της Αθήνας, οι οποίοι και ακύρωσαν την πώληση. Οι Καπουτσίνοι με τη σειρά τους προσέφυγαν στον καδή (οθωμανό δικαστή), ο οποίος ακύρωσε με τη σειρά του τα όποια δικαιώματα του έλληνα «ιδιοκτήτη» πάνω στο μνημείο, αφού σύμφωνα με τον οθωμανικό νόμο όλα τα αρχαία μνημεία ανήκαν στο Σουλτάνο. Ζυγίζοντας σοφά την κατάσταση ο καδής τελικά παραχώρησε στους Καπουτσίνους μόνο τη χρήση του μνημείου με τον όρο να διαφυλαχθεί και να επιτρέπεται η πρόσβαση όλων σε αυτό. Και πράγματι, όταν ο Έλγιν προσπάθησε να δωροδοκήσει τους Καπουτσίνους με ένα σημαντικό ποσό για να μεταφέρει το μνημείο στη Αγγλία, ο τότε ηγούμενός τους αρνήθηκε…

Ευχάριστοι ως άνθρωποι, μορφωμένοι και με πραγματικό ενδιαφέρον για την Αθήνα αλλά και για τους κατοίκους της, τους οποίους φρόντιζαν με τις γνώσεις ιατρικής που κατείχαν, οι Καπουτσίνοι ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί τόσο στους Αθηναίους όσο και στους ξένους περιηγητές που επισκέπτονταν την πόλη. Ο πιο γνωστός φιλοξενούμενός τους ήταν ο Λόρδος Βύρων, ο οποίος έγραφε σχετικά σε ένα φίλο του τον Ιανουάριο του 1811:

«Μένω στο Μοναστήρι των Καπουτσίνων, μπροστά μου έχω τον Υμηττό, πίσω μου την Ακρόπολη, δεξιά μου τον ναό του Δία, μπροστά το Στάδιο, αριστερά μου την πόλη, ε, κύριε, αυτό θα πει τοπίο, αυτό θα πει γραφικότητα!»

Οι Καπουτσίνοι ενσωμάτωσαν το μνημείο στο μοναστήρι τους, μετακίνησαν έναν ορθοστάτη του για να ανοίξουν είσοδο σε αυτό (χωρίς όμως να τον πετάξουν…) και το χρησιμοποίησαν αρχικά σαν παρεκκλήσι και στη συνέχεια ως βιβλιοθήκη και αναγνωστήριο. Την εικόνα που παραθέτουμε συμπληρώνει πολύ καλά μια σχετική περιγραφή του Δημήτρη Καμπούρογλου από το έργο του «Αττικοί Έρωτες», στο οποίο περιγράφει τη ζωή των κατοίκων της Αθήνας τις παραμονές της Επανάστασης του ’21:

«Το Μοναστήρι είχε μορφή οχυρού πύργου με σειρά ψηλών και μικρών παραθύρων στην πλευρά που κορυφώνεται με τον ωραίον σκεπαστόν εξώστην, τη λότζα, ρυθμού μοναστικού. […] Το τοίχωμα της εισόδου είναι ψηλό, όπως και όλος ο αυλότοιχος και πέφτει απάνω στο Μνημείο του Λυσικράτους, που το συμπληρώνει, ενώ η άλλη πλευρά ακουμπά εις το καθαυτό οικοδόμημα. […] Το Μοναστήρι μέσα έχει μια θύρα που συγκοινωνεί με το Ηγουμενείον και αυτό πάλι με το άνοιγμα του Φαναριού, που το εσωτερικόν του χρησιμεύει για βιβλιοθήκη και δωμάτιο μελέτης. Το άνοιγμα του Φαναριού χωρίζεται από το δωμάτιο μ’ ένα πράσινο παραβάν.»

(Εδώ ο Καμπούρογλου αναφέρεται στο μνημείο ως «Φανάρι», χρησιμοποιώντας ουσιαστικά τη μεσαιωνική ονομασία του: Φανάρι του Διογένη. Η ονομασία αυτή προερχόταν από τη λανθασμένη ιδέα ότι στην κορυφή του μνημείου υπήρχε στα αρχαία χρόνια ένα φανάρι, το οποίο η λαϊκή παράδοση συνέδεσε με το γνωστό κυνικό φιλόσοφο Διογένη, που λέγεται ότι τριγυρνούσε όλη τη μέρα με ένα φανάρι «αναζητώντας τον άνθρωπο»…)

Εντύπωση στο χαρακτικό προξενεί επίσης ο προσεγμένος κήπος της μονής και δεν πρόκειται για κάτι τυχαίο: είναι ενδεικτικό ότι η καλλιέργεια ντομάτας στην Ελλάδα ξεκίνησε από αυτόν τον κήπο το 1818, με σπόρους που έφεραν οι μοναχοί από το εξωτερικό…

Η Μονή των Καπουτσίνων κάηκε το 1824, κατά την προσπάθεια του πασά της Καρύστου, Ομέρ, να καταλάβει την Αθήνα, και οι μοναχοί εγκατέλειψαν την πόλη. (Κατά μία άλλη εκδοχή η καταστροφική πυρκαγιά συνέβη το 1827.) Ευτυχώς το μνημείο έπαθε μικρές ζημιές από τη φωτιά. Ωστόσο ακόμη μεγαλύτερες περιπέτειες το περίμεναν στα μετεπαναστατικά χρόνια…

Άλλα στοιχεία
Η ανωτέρω εικόνα δημοσιεύεται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές . (Πηγή: Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. Έχει γίνει ψηφιακή επεξεργασία της αρχικής εικόνας για να βελτιωθεί η ποιότητά της.)


πηγη athensopenmuseum



Σας προσκαλώ να εγγραφείτε στο νέο κανάλι μου στο you tube
Να το στηρίξετε και να έχετε έγκαιρη και έγκυρη ενημέρωση.
Όπως επίσης μπορείτε να μου στέλνετε στο mail μου dsgroupmedia@gmail.com   τα  video σας να τα ανεβάζουμε άμεσα.


Αν σας άρεσε το άρθρο κάντε ένα like, κοινοποιήστε το στους φίλους σας και μοιραστείτε μαζί τους την γνώση 



Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only