Breaking News

Κωνσταντινούπολη Οι σταυροφόροι



Μια και κανένας δε βρισκόταν να του δώσει τα 200.000 μάρκα που του είχαν τάξει οι νεκροί πια αυτοκράτορες, ο κόμης της Φλάνδρας, Βαλδουίνος, βρήκε προσφορότερη λύση να πάρει την Πόλη. Την πολιόρκησε στις 9 του μήνα. Τρεις μέρες αργότερα, στις 12 Απρλίου του 1204, έμπαινε νικητής και στεφόταν αυτοκράτορας. Μπορούσε να υπερηφανεύεται ότι ήταν ο πρώτος που κυρίευε την Κωνσταντινούπολη στους εννιά αιώνες που είχαν μεσολαβήσει από την ίδρυσή της ως τότε. Θα έμενε στον θρόνο μόλις ένα χρόνο. Οι σταυροφόροι του όμως ποτέ δεν έφτασαν στους Αγίους Τόπους.

Στα τέλη του ΙΒ’ αιώνα, η Βυζαντινή αυτοκρατορία πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Ο ικανός και γενναίος αυτοκράτορας Μανουήλ Α’ Κομνηνός πέθανε στα 1180 αφήνοντας στον θρόνο τον 11χρονο γιο του Αλέξιο Β’ Κομνηνό, που επιτροπευόταν από τη μητέρα του, Μαρία της Αντιοχείας. Ο μικρός αρραβωνιάστηκε την 8χρονη Αγνή Φράγκα, κόρη του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ’. Τότε, φάνηκε στον ορίζοντα ο θείος του Αλέξιου (ξάδερφος του Μανουήλ), Ανδρόνικος, ένας ωραίος, έκφυλος και πανούργος ιππότης που φυλάκισε και σκότωσε τη Μαρία κι αναγόρευσε τον εαυτό του (1183) συναυτοκράτορα του μικρού. Στα 1184, ο Ανδρόνικος σκότωσε και τον Αλέξιο, έμεινε μόνος αυτοκράτορας και παντρεύτηκε την 11χρονη πια Αγνή.

Οι επαρχίες επαναστάτησαν, η Δαλματία και η Κύπρος χάθηκαν για την αυτοκρατορία κι ο Ανδρόνικος, για να τα βγάλει πέρα, ζήτησε βοήθεια από τον Νορμανδό ηγεμόνα της Σικελίας, Γουλιέλμο Β’ τον Αγαθό (1152 - 1189). Αυτός έσπευσε και πολιόρκησε τη Θεσσαλονίκη, που αντέταξε λυσσαλέα άμυνα. Την κυρίευσε, έσφαξε 7.000 κατοίκους και τη λεηλάτησε, ενώ ο στόλος του κατελάμβανε τα νησιά του Αιγαίου, το ένα μετά το άλλο. Στρατός και στόλος του Γουλιέλμου κινήθηκαν στη συνέχεια κατά της Κωνσταντινούπολης, όπου ο λαός ξεσηκώθηκε, όρμησε στο παλάτι και λιντσάρισε τον Ανδρόνικο.

Ο στρατηγός Αλέξιος Βρανάς κατάφερε να νικήσει τους Νορμανδούς στον Στρυμόνα και ν’ ανακουφίσει την Πόλη. Η Αγνή, χήρα στα 14 της, δημιούργησε ερωτικό δεσμό με τον συγγενή του στρατηγού, Θεόδωρο Βρανά. Τον παντρεύτηκε, ύστερα από 20 χρόνια.

Στον θρόνο ανέβηκε ο Ισαάκιος Άγγελος (1185), που ανακατέλαβε τη Θεσσαλονίκη και κατάφερε να γλιτώσει την πρωτεύουσά του από το πλιάτσικο των στρατευμάτων της 3ης Σταυροφορίας (1190), αναλαμβάνοντας να τα περάσει δωρεάν στην Ασία και να τα προμηθεύσει με φτηνά τρόφιμα. Μετά, το έριξε στην πολυτελή ζωή, διασπαθίζοντας το δημόσιο χρήμα. Όταν άδειασαν τα ταμεία, ο Ισαάκιος δε δίστασε να κόψει κίβδηλο νόμισμα και να αφαιρέσει το χρυσό και το ασήμι από τα αφιερώματα των ναών. Ξέσπασαν εξεγέρσεις. Σε μια από αυτές, οι Βούλγαροι και οι Βλάχοι κατάφεραν να δημιουργήσουν το δεύτερο βασίλειο της Βουλγαρίας. Σε μιαν άλλη, αρχηγός ήταν ο αδερφός του, Αλέξιος Γ’ Άγγελος που επικράτησε, τον συνέλαβε, τον τύφλωσε κι έκανε τον εαυτό του αυτοκράτορα (1195).

Ξεκίνησε κι αυτός με σπατάλες αλλά χρήμα δεν υπήρχε. Προχώρησε στην άγρια φορολογία του λαού. Ήταν τέτοια η ανικανότητά του, που οι διάφορες επαρχίες άρχισαν να ανεξαρτητοποιούνται, δημιουργώντας ξεχωριστά κράτη (η οικογένεια Γαβρά στην Τραπεζούντα, ο Ισαάκιος Κομνηνός στον Πόντο και την Παφλαγονία, ο Λέων Σγουρός σε Κόρινθο, Ναύπλιο και Άργος κ.λπ.).

Στα 1202, άρχισε η 4η Σταυροφορία, με αρχηγό τον κόμη της Φλάνδρας, Βαλδουίνο (1171 -1205). Υποτίθεται ότι θα πήγαιναν να ελευθερώσουν τους Άγιους Τόπους αλλά ξέμειναν στη Ζάρα της Δαλματίας, όπου πλιατσικολογούσαν. Εκεί τους βρήκε ο Αλέξιος Δ’ Άγγελος, που τον έστειλε ο πατέρας του (ο τυφλός Ισαάκιος) να ζητήσει βοήθεια.

Ο Αλέξιος πλησίασε τον Βαλδουίνο και τον έπεισε ότι το χρήμα βρισκόταν στην Πόλη κι όχι στη Ζάρα. Του έταξε 200.000 ασημένια μάρκα, αν τον βοηθούσε. Ο Βαλδουίνος πήρε τους σταυροφόρους του και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, την οποία και πολιόρκησε (Ιούλιος 1203).

Ο Αλέξιος Γ’ στην αρχή αμύνθηκε. Έπειτα, σκέφτηκε πιο ώριμα, πήρε ό,τι υπήρχε στο ταμείο του κράτους και το έσκασε, αφήνοντας πίσω ακόμα και την κόρη του, Ευδοκία. Ο τυφλός Ισαάκιος ξανάγινε αυτοκράτορας με τον γιο του Αλέξιο Δ’ συναυτοκράτορα.

Είχε φτάσει η ώρα της πληρωμής αλλά τα 200.000 ασημένια μάρκα δεν υπήρχαν. Ο Βαλδουίνος άρχισε ν’ ανυπομονεί, ο Ισαάκιος πέθανε κι ο Αλέξιος Δ’ σκέφτηκε τη φορολογία. Δεν πρόλαβε. Μια συνωμοσία οργανώθηκε, ο αυτοκράτορας πιάστηκε και στραγγαλίστηκε από τον Μούρτζουφλο, που, τον Φεβρουάριο του 1204, έγινε αυτοκράτορας με το όνομα Αλέξιος Ε’. Μαζί με τον θρόνο, πήρε και την Ευδοκία, ερωμένη. Άρχισε να επισκευάζει τα τείχη και να μαζεύει στρατό.

Ο Βαλδουίνος τον πήρε είδηση και πολιόρκησε την Πόλη, στις 9 Απριλίου. Στις 12 Απριλίου του 1204, οι σταυροφόροι πήραν την Πόλη κι έκαναν τον Βαλδουίνο αυτοκράτορα.

Ο Αλέξιος Ε’ το έσκασε με την ερωμένη του, ζητώντας καταφύγιο στον πατέρα της Αλέξιο Γ’, που, όμως, τον συνέλαβε, τον τύφλωσε (όπως είχε κάνει και με τον αδερφό του) και τον παρέδωσε στους σταυροφόρους που τον σκότωσαν. Ο ίδιος ο Αλέξιος Γ’ έτρωγε τα χρήματα, που είχε κλέψει από την αυτοκρατορία. Όταν τέλειωσαν, προσπάθησε να εκθρονίσει τον Θεόδωρο Λάσκαρη, που, το 1204, ίδρυσε το βασίλειο της Νίκαιας. Απέτυχε, πιάστηκε και φυλακίστηκε σε μοναστήρι (1210), όπου και πέθανε.

Όμως, ούτε ο Βαλδουίνος χάρηκε τον θρόνο της Βασιλεύουσας. Εκστράτευσε κατά των Βουλγάρων, νικήθηκε, αιχμαλωτίστηκε και θανατώθηκε, το 1205.

Στα 57 χρόνια, που μεσολάβησαν από την είσοδο των σταυροφόρων στην Πόλη ως το 1261, επτά Φράγκοι αυτοκράτορες ανέβηκαν στον θρόνο αυτού, που είχε μείνει από την αυτοκρατορίας. Στις 25 Ιουλίου του 1261, ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος, αξιωματικός του βασιλιά της Νίκαιας, Μιχαήλ, με αιφνιδιασμό, πήρε την Κωνσταντινούπολη, που οι Φράγκοι είχαν ξεχάσει αφύλακτη. Ο τελευταίος Λατίνος αυτοκράτορας, Βαλδουίνος κι αυτός (1217-1272), έφυγε στη Γαλλία. Στις 15 Αυγούστου, ο βασιλιάς της Νίκαιας μπήκε στην Πόλη, ένωσε τα δυο κράτη κι έγινε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος, ιδρύοντας την τελευταία δυναστεία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Ο Μιχαήλ έζησε ως το 1282. Η αυτοκρατορία ως το 1453.



Στα 1214, δέκα χρόνια μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολη, σχεδόν κανένας από τους βασικούς αρχηγούς των σταυροφόρων δε ζούσε πια. Η ανάμεσά τους διανομή των εδαφών, όμως, είχε κάνει να αναφανούν πάνω από δέκα «κράτη». Οι εκεί κάτοικοι, μαζί με τη λαίλαπα των αδιάκοπων πολέμων, γνώρισαν και όλους εκείνους τους μετανάστες που ακολουθούσαν τους ιππότες είτε ως μισθοφορικός στρατός είτε ως κλήρος είτε ως απλοί πλιατσικολόγοι. Όλοι αυτοί κάπου έπρεπε να μείνουν και με κάτι έπρεπε να τραφούν και να ορθοποδήσουν. Η αρπαγή γαιών και περιουσιών, που ως τότε κατείχαν οι ντόπιοι πληθυσμοί, ήταν η πιο βολική λύση. Όσοι δεν πρόλαβαν ή δεν μπόρεσαν, στράφηκαν στις περιστασιακές ληστείες. Οι πιο ασφαλείς περιοχές τον πρώτο καιρό ήταν τα μακριά από τα σύνορα εδάφη της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Μετά, ούτε αυτά παρείχαν προστασία, καθώς το όραμα μιας Μεγάλης Σερβίας σκόνταφτε πάνω σ’ εκείνο μιας εξίσου Μεγάλης Βουλγαρίας και τα δυο μαζί πάνω στην προσπάθεια για μια αναγεννημένη κι επίσης Μεγάλη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Στα 1214, στη νοητή βόρεια ζώνη, η Σερβία και η Βουλγαρία αναπτύσσονταν με τάσεις ανταγωνισμού. Τα νότια σύνορα της Βουλγαρίας έμπαιναν σφήνα ως τα βόρεια όρια της Θεσσαλίας, παίρνοντας ένα κομμάτι από την Πίνδο κι άλλο ένα από τη Δυτική Μακεδονία.

Στην επίσης νοητή κεντρική ζώνη, στη μη βαλκανική Μ. Ασία, η διάδοχος του Βυζαντίου, «αυτοκρατορία της Νίκαιας», προσπαθούσε να απλωθεί πιέζοντας ανατολικά την άλλη βυζαντινογέννητη «αυτοκρατορία της Τραπεζούντας» και δυτικά την Κωνσταντινούπολη που με το όνομα «αυτοκρατορία της Ρωμανίας» στριμωχνόταν στα ΒΔ παράλια της Μ. Ασίας, τη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία. Πιο δυτικά, υπήρχε το λατινικό «βασίλειο της Θεσσαλονίκης» που κατείχε την υπόλοιπη Μακεδονία (εκτός από ένα κομμάτι στα δυτικά), τη Θεσσαλία και την Ανατολική Στερεά. Ακόμα πιο δυτικά, υπήρχε το δεσποτάτο (της Ηπείρου) που απλωνόταν από το Δυρράχιο ως τον Κορινθιακό κι από το Ιόνιο και την Αδριατική ως την Αχρίδα και τη μέση της Θεσσαλίας.

Πιο νότια, την Εύβοια είχαν μοιραστεί τρεις βαρόνοι, από τους οποίους ένας κατάφερε να την αποκτήσει ολόκληρη. Από το 1209, είχε γίνει υποτελής της Βενετίας. Στην απέναντι ακτή της Λοκρίδας υπήρχε η μαρκιονία (μαρκιζάτο) της Βοδονίτσας: Μια κουκίδα στον χάρτη, που όμως επέζησε ως το 1410. Η Αττικοβοιωτία υπαγόταν στο «δουκάτο των Αθηνών», ενώ ο κάμπος της Άμφισσας έγινε η «βαρονία των Σαλώνων».

Στην Πελοπόννησο, δημιουργήθηκε το «πριγκιπάτο της Αχαΐας». Στα 1214, του έλειπε το κάστρο της Μονεμβασιάς που κατακτήθηκε το 1248, όταν άρχισε να κτίζεται και ο Μιστράς.

Τα νησιά του Αιγαίου είχαν πέσει στο μερίδιο της Βενετίας και ένας ιδιώτης εξόπλισε στρατό και πλοία, κατέλαβε τη Νάξο (1207) και ίδρυσε το «δουκάτο του Αιγαίου». Οι αξιωματικοί του πήραν ως υποτελείς του τις Κυκλάδες, τις Βόρειες Σποράδες, την Αστυπάλαια, τα Κύθηρα κ.λπ.

Για την Κρήτη τσακώθηκαν άσχημα οι Γενουάτες και οι Βενετοί, που νίκησαν τελικά (1210) κι αντιμετώπισαν (1212) την πρώτη επανάσταση των ντόπιων. Στα επόμενα χρόνια θα ακολουθούσαν πολλές άλλες.

Στο Ιόνιο, από το 1194, ένας πειρατής ήταν ηγεμόνας της «Παλατίνης Κομητείας Κεφαλληνίας» που περιλάμβανε Ιθάκη, Κεφαλονιά και Ζάκυνθο. Λίγα χρόνια αργότερα, ο γιος του πήρε για προίκα και τη Λευκάδα. Η Κέρκυρα, την οποία είχαν καταλάβει Βενετσιάνοι πειρατές (1205), ακριβώς το 1214 κυριεύτηκε από τις δυνάμεις του δεσποτάτου της Ηπείρου.



(Έθνος,


Επισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας http://www.tapantareinews.gr, για περισσότερη ενημέρωση. Εγγραφείτε - SUBSCRIBE: http://bit.ly/2lX5gsJ Website —►http://bit.ly/2lXX2k7 SOCIAL - Follow us...: Facebook...► http://bit.ly/2kjlkot    






Δεν υπάρχουν σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.