Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2020

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΣΠΑΡΤΗ (ISPARTA) ΤΗΣ ΠΙΣΙΔΙΑΣ. Η ΠΟΛΗ ΕΙΝΑΙ ΧΤΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΤΟΥ ΤΑΥΡΟΥ, ΜΕΣΑ ΣΕ ΠΛΟΥΣΙΑ ΒΛΑΣΤΗΣΗ. ΗΤΑΝ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΕΩΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ.



Επάνω στην επιβλητική οροσειρά του Ταύρου και δυτικά του Αντίταυρου απλωνόταν η Πισιδία, χώρα του μύθου και των θρύλων από τα προϊστορικά χρόνια ως τις αρχές του αιώνα μας. Με τα πυκνά και βαθύσκια της δάση, με τις απόκρημνες πλαγιές, τις χαράδρες και τα ποτάμια της η Πισιδία είναι δύσκολο να ορισθεί γεωγραφικά με ακρίβεια, χωρίς να πάρει υπ' όψιν του ο ερευνητής τις μεγάλες μετακινήσεις των πληθυσμών, τις μεταναστεύσεις, τους εμφύλιους πολέμους, τις αδιάκοπες κατακτήσεις και τους απελευθερωτικούς πολέμους που διεξήγαγε στο πέρασμα των αιώνων ο ορεσίβιος και ηρωικός λαός των Πισιδών.

Περισσότερο έθνος παρά κράτος, οι Πισίδες κατοίκησαν μια χώρα που, περίπου, εκτεινόταν στην «επιτάδε Ταύρου» ή «εντός Ταύρου Ασίαν» και συνόρευε βόρεια με τη Φρυγία, ανατολικά με την Ισαυρία και με μικρό μέρος της Κιλικίας, νότια με την Παμφιλία και δυτικά με την Καρία και μέρος της Μιλυάδας και της Λυκίας. Αυτά τα όρια ανταποκρίνονται περίπου στις περιγραφές που δίνουν στους αρχαίους χρόνους οι παρακάτω συγγραφείς: ο Ηρόδοτος, που αναφέρεται στο γένος των Σολύμων, κατοίκων μικρού μέρους της Πισιδίας. Ο Αρριανός, περιγράφοντας τις πόλεις που συνάντησε ο Μ. Αλέξανδρος στην εκστρατεία του, συμμαχικές (λ.χ. Σέλγη) ή εχθρικές (Τερμησσός, Σαγαλασσός). Ο Πολύβιος, που ξεχώριζε τη Σέλγη από την υπόλοιπη Πισιδια.

Ο Αρτεμίδωρος, που αναφέρεται σε πλήθος πόλεων (100 π.Χ., περίπου), οροθετώντας, περίπου, το περίγραμμα της Πισιδίας. Ο Στράβων, που αναφέρεται στους Σολύμους και τους Κίβυρες, απαριθμώντας τις 5-6 μεγαλύτερες πόλεις της. Ο Πλίνιος, που αναφέρεται και στην πισιδική «ίριδα», απ' όπου παρασκεύαζαν το «Ίρινον μύρον» και, τέλος, ο σύγχρονος Παπαρρηγόπουλος, που περίπου ορίζει τα σύνορα της Πισιδίας με την αρχική μας διατύπωση.

Στους χρόνους ακμής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Πισιδία μαζί με τη Νότια Φρυγία, την Ισαυρία, τη Λυκαονία και μέρη της Λυκίας και Κιλικίας συναποτελούν το περίφημο «Ανατολικό Θέμα», από τα τρία μεγαλύτερα του Βυζαντίου (τα άλλα δύο ήταν το Αρμενιακόν και το Θρακηισίων). Μετά την ήττα του Ματζικέρτ (1071 μ.Χ.) από τους Σελτζούκους η Πισιδία εντάσσεται γεωγραφικά στο Σουλτανάτο του Ρουμ και αργότερα, επί Οθωμανών, στον νομό (βιλαέτι) Ικονίου.

Τοποθετημένη στην κεντρική και νότια Μ. Ασία, επάνω στον ορεινό, ασβεστολιθικό όγκο του Ταύρου, η Πισιδία διασχίζεται από τις πολλαπλές διακλαδώσεις του. Τετρακόσια, περίπου, χιλιόμετρα ανατολικά της Σμύρνης και εκατό βόρεια από την Αττάλεια, η Πισιδία με την εξαιρετικής στρατηγικής σημασίας θέση της απετέλεσε πάντα το ανασχετικό φράγμα εναντίον των βαρβάρων ορδών της Ανατολής που επιβουλεύτηκαν τον δυτικό πολιτισμό. Ο Ταύρος (Toros Dağları, υψ. 3.585 μ.) και ο Αντίταυρος (Gunen-dogu dag, 2.940 μ.) σχηματίζουν δύο τόξα, που προχωρώντας προς τα ανατολικά συγκλίνουν στη βόρεια οροσειρά του Πόντου. Τα περάσματα αυτών των οροσειρών είναι ελάχιστα και γι' αυτό η επικοινωνία με τα νότια παράλια είναι πολύ δύσκολη.

Από τις κυριότερες κορυφές του Αντίταυρου σημειώνουμε τον Κράγο, τον Αντίκραγο και τον Μασικιώτη. Ανατολικότερα βρίσκεται η κορυφή Σόλυμος ή Σόλυμα και το Ουράνιο Όρος προς τη μεριά της Κύπρου. Στην κορυφή του Σολύμου λατρευόταν ο Σόλυμος Ζευς, όπου και το ομώνυμο ιερό του. Την ευθύνη της φύλαξης του ιερού αυτού είχε η Τερμησσός, η «το κάπους έχουσα». Κοντά στη Σέλγη υπήρχε η οροσειρά Σελγικά όρη, στο σημερινό Zerk, όπου και οι πηγές των ποταμών της Πισιδίας, Κέστρου και Ευρυμέδοντα, καθώς και του μικρότερου Καταφράκτη.

Ο ποταμός Κέστρος, κατά τη συνήθεια της εποχής, είχε θεοποιηθεί από τους Πισίδες. Νομίσματα με την επιγραφή ΚΕΣΤΡΟΣ βρέθηκαν στη Σαγαλασσό. Στην Πισιδία υπάρχουν τρεις λίμνες, εξαιρετικής ομορφιάς. Η μεγαλύτερη από αυτές, η Πρόσταινα, στα ΒΑ της χώρας, με άφθονα ψάρια, όπου σήμερα και η πόλη του Εγιρδήρ, υπήρξε κέντρο αλιείας αλλά και το σημαντικότερο θέρετρο της περιοχής. Η Βάρις, κοντά στη σημερινή Σπάρτη, πολύ μικρότερη, αλλά εξίσου ωραία, που ονομάστηκε έτσι από την ομώνυμη λέξη (πλοιάριο με επίπεδη καρίνα) και όπου έπρεπε να τοποθετείται η ομώνυμη επίσης αρχαία πόλη. Τέλος, υπήρχε η Ασκανία λίμνη (βάθος 920 μ.!), που πήρε το όνομα της από τη λατρεία του Θεού Μηνός Ασκηνού, προστάτη των Πισιδών, και βρίσκεται στα ΝΔ της Πισιδίας, κοντά στο Πολυδώριο.

Οι λίμνες, τα ποτάμια με τους πολλούς παραπόταμους, τα άφθονα χιόνια των πανύψηλων βουνών και τέλος οι πολλές βροχές (μέσος όρος βροχοπτώσεων: 500-700 χιλ.) έκαναν εύφορες και καρποφόρες τις πεδιάδες και τις κοιλάδες της Πισιδίας, πλούσιες σε αμπέλια, σιτηρά, ελαιόδεντρα και οπωροφόρα δέντρα. Σε αυτήν την απρόσιτη, ορεινή και τραχεία χώρα, με την πλούσια βλάστηση και τα άφθονα νερά, κάτω από τους χιονισμένους, μεγαλόπρεπους όγκους του μυθικού Ταύρου και ανάμεσα στα σιωπηλά οροπέδια και τις άγριες χαράδρες έζησε ο περήφανος, τραχύς και ανυπότακτος λαός των Πισιδών, διατηρώντας με πείσμα και αυτοθυσία τη φυλετική του καθαρότητα, την ελευθερία και την ανεξαρτησία του.

ΤΜΗΜΑ ΧΑΡΤΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΟΠΟΥ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΝΟΝΤΑΙ Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΙΔΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ, ΡΩΜΑΪΚΩΝ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ. ΕΠΙΣΗΣ, ΟΙ ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΗΚΜΑΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ, Η ΣΠΑΡΤΗ (ISPARTA) ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΥΔΩΡΙΟ (BURDUR).
ΣΥΜΦΩΝΑ με τις γενικά αποδεκτές σήμερα απόψεις των ιστορικών ερευνητών, οι πρώτοι κάτοικοι ολόκληρου του Μικρασιατικού χώρου υπήρξαν Άριοι, που ξεκινώντας από την Ινδία, εξαπλώθηκαν έως τα παράλια της Ιωνίας. Σε Ασσυριακές επιγραφές εμφανίζονται ως Μάντα (MANDA). Υποτάσσοντας τα διάφορα ιθαγενή φύλλα, δημιούργησαν διάφορες φυλές, ανάμεσα στις οποίες και τους Χετταίση (ή Χάπι), τους Φρύγες, τους Πελασγούς, τους Κίλικες, τους Πισίδες κ.ά. Βρισκόμαστε στο 3000 π.Χ. περίπου. Ήδη, πολύ νοτιότερα, ένας άλλος (σημιτικός) πολιτισμός, ο Αιγυπτιακός, βρίσκεται στην ακμή του. Οι Άριοι θα δεχτούν τις ευεργετικές επιδράσεις του και στη συνέχεια, απορροφώντας τα εντόπια φύλλα, κυριότερο από τα οποία φαίνεται πως υπήρξαν οι Λέλεγες, μετανάστες κι αυτοί από την Ευρώπη, μαζί με τους ομόφυλους τους Πελασγούς και Καύκωνες, θα δημιουργήσουν μια ενιαία εθνότητα. Πολλοί κάτοικοι, άλλωστε, του ελλαδικού χώρου ονομάζονταν στην αρχαιότητα «Λελέγων απόγονοι» (Ακαρνάνες, Βοιωτοί, Αιτωλοί). Οι Λέλεγες υπήρξαν λαός νομαδικός, ανδρείος και ευφυέστατος, που αναμείχθηκε γρήγορα και εύκολα με τον συγγενικό λαό των Πισιδών (Στράβων: «Γεωγραφικά», Περί Μ. Ασίας ΙΑ, 11-18).

Πρώτοι οικιστές

Μερικοί ερευνητές υποστηρίζουν, πως οι πρώτοι οικιστές της Μ. Ασίας υπήρξαν οι Άσιοι ή Άσσοι, που με ορμητήριο τους τις χώρες γύρω από τον Καύκασο, κατέβηκαν προς νότον και, περνώντας τη Οράκη, εξαπλώθηκαν έως τις Σκανδιναβικές χώρες. Ως απόδειξη, εκτός των άλλων, προβάλλουν και τα αρχικά πολλών τοπωνύμιων της Μ. Ασίας (Ασκανία λίμνη, Ασκάνιος ποταμός, Ασκανίαι χώραι κ.λπ.), καθώς και η ονομασία του εθνικού ήρωα των Ασσίων Ωδίνου (Οντιν), που έχει ο ηγέτης της φυλής των (Σκανδιναβών) Σαξόνων και Γερμανών. Η άποψη αυτή φαίνεται πάντως λιγότερο ισχυρή. Άλλωστε, τόσο ο Όμηρος («Προς μεν αλός Κάρες και Παίονες αγκυλότοξοι και Λέλεγες...» - «Ιλιάδα» Κ-428) όσο και ο Λέσβιος ποιητής Ανταίος («Πρώτα μεν Άτανδρος, Λελέγων πόλις») μιλούν για τους Λέλεγες επίσης. Σωρεία λέξεων κατά τον Lanckoronski μαρτυρούν για τη συγγένεια των Πισιδών με τους άλλους Πελασγούς, Κάρες και Λύκιους.

Πολλά θρησκευτικά κοινά σημεία, τέλος, ενισχύουν την άποψη της κοινής αυτής καταγωγής, όπως λ.χ. η λατρεία ενός Διός με πολεμικές ιδιότητες στα πελασγικά αυτά φύλα της Μ. Ασίας (Ζευς Στράτιος -του στρατού ή Ζευς Λαβρανδεύς- από τον λάβρυ του πελέκεως ή Ζευς Χρυσάωρ -με χρυσά όπλα, κ.λπ.). Τερμησσείς, Μιλύες και Πισίδες αντίστοιχα είχαν κοινή λατρεία, κοινή γλώσσα και κοινές εθιμικές καταβολές.

Από τα τέλη της δεύτερης π.Χ. χιλιετίας κύμα Δωριέων αποίκων αποβιβάζεται στις νότιες ακτές της Παμφιλίας και στις δυτικές της Ιωνίας. Από την Παμφυλία, ακολουθώντας τις παραποτάμιες οδούς του Κέστρου και του Ευρυμέδοντα, και από τα δυτικά, τις όχθες των ποταμών Καΐκου και Καίστρου, Δωριείς και Ίωνες προχωρούν στα ενδότερα, για να συναντηθούν στην Πισιδία και να αναμειχθούν με τους εντόπιους πληθυσμούς. Αλλά το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα των Ελλήνων σημειώνεται κυρίως στον 8ο αιώνα π.Χ. από τον ευρωπαϊκό ελλαδικό χώρο προς τη Μ. Ασία, που με τις εύφορες πεδιάδες, το ευνοϊκό της κλίμα, το πλούσιο υπέδαφος και τα πλωτά της ποτάμια αποτελούσε την κυριότερη διαφυγή για την πληθυσμιακή εκτόνωση της Ελλάδας.

Με τον τρόπο αυτό θα πραγματοποιηθεί μια θαυμαστή για τα αποτελέσματα της πρόσμιξη φυλών, θρησκειών και πολιτισμών των Ελλαδιτών Ελλήνων με τους εντόπιους πληθυσμούς που βρίσκονταν στη Μ. Ασία από τα πανάρχαια χρόνια και που, φυλετικά, κατατάσσονται και αυτοί στους Αρίους.

Εβδομήντα φυλές αναφέρει ο Στράβων σε όλη την έκταση της Μ. Ασίας κατά την εποχή της περιήγησης του (12 αι. μ.Χ.). Κατά τον Λέσβιο ιστορικό οι φυλές ήταν δεκαέξι, ενώ ο νεότερος του Απολλόδωρος τις ανεβάζει σε δεκαεπτά, συμπεριλαμβάνοντας και τους Γαλάτες. Τα φύλα αυτά ήταν οι: Κίλικες, Πάμφυλοι, Λύκιοι, Βιθυνοί, Παφλαγόνες, Μαριανδυνοί, Τρώες, Κάρες (που περιλαμβάνουν τους Ιδριείς και τους Τερμίλες), Φρύγες (που περιλαμβάνουν τους Βέβρυκες και Δολίονες), Μιλύες, Μυσοί, Χάλυβες και Πισίδες Οι σχέσεις μεταξύ τους ήσαν αδελφικές. Είναι χαρακτηριστική η παρακάτω επιγραφή που βρέθηκε στην Άσπενδο:
ΕΠΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΧΑΡΟΥΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΥΡΙΑΣ ΓΕΝΟΜΕΝΗΣ ΕΔΟΞΕ ΤΩ ΔΗΜΩ ΤΩΝ ΑΣΠΕΝΔΙΩΝ, ΟΣΟΙ ΜΕΤΑ ΔΗΜΟΚΛΕΟΥΣ ΚΑΙ ΛΕΩΝΙΔΟΥ ΠΑΡΑΓΕΝΟΜΕΝΟΙ ΕΤΕΙΜΗΣΑΝ ΤΗ ΠΟΛΕΙ ΤΗΣ ΑΣΠΕΝΔΙΩΝ ΠΑΜΦΥΛΟΙ ΛΥΚΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΡΗΤΕΣ ΠΙΣΙΔΑΙ ΕΠΕΙ ΑΝΔΡΕΣ ΑΓΑΘΟΙ

Επιδράσεις από τους Δωριείς

Φαίνεται, πως οι Πισίδες, δέχθηκαν ιδιαίτερα τις επιδράσεις των Δωριέων, και λιγότερο των Ιώνων. Ο Ηρόδοτος, μιλώντας για τη Σέλγη (από τις λαμπρότερες πόλεις των Πισιδών) πληροφορεί, πως χτίστηκε από Λακεδαιμονίους, ενώ δύο τουλάχιστον φορές αναφέρεται στους «Δωριείς της Ασίας» («ΙΣΤΟΡΙΑΙ», Βιβλ. Α § 26 και Βιβλ. Ζ § 93). Ήδη ο Ομηρος έχει αναφερθεί στην Οδύσσεια για τον εποικισμό των Δωριέων με τον Μάντη Κάλχαντα και τον Αμφίλοχο. Ο Πολύβιος περιγράφοντας τη μάχη των Σελγέων εναντίον του Γαρσύηρη λέει, πως «ον κατήσχυναν και την νπάρχουσαν αυτοίς προς ΛακεδαιμονΙους συγγένειαν». Στην ίδια πόλη επιγραφές και νομίσματα με τον τίτλο: «Σελγέων Λακεδαιμονίων» είναι συχνές. Στην Τερμησσό των Μειζόνων (τη σπουδαιότερη πόλη στην Πισιδία) βρέθηκε επιγραφή με τις λέξεις: «ΤΟ ΚΑΠΟΥΣ ΕΧΟΥΣΑ» (κάπους αντί: κήπους, δωρική γραφή). Σε επιστύλιο της Σαγαλασσού (την τρίτη από τις σημαντικότερες πόλεις) υπάρχει η επιγραφή: «ΣΑΓΑΛΑΣΣΟΣ Η ΛΑΚΕΔΑΙΜΩΝ».

Ενδεικτικό στοιχείο της φυλετικής ομοιογένειας Πισιδων και Δωριέων είναι και η κοινή θρησκεία, δεδομένου ότι και οι δύο φυλές λάτρευαν τους ίδιους θεούς (Ζευς Σολυμεύς, Παρθένος των Λιμνών, Διόσκουροι κ.λπ.). Τέλος ανθρωπολογικά στοιχεία καθοριστικά για τη φυλετική συγγένεια Πισιδών και Δωριέων, παραθέτουν οι Coon, Breitinger και Πουλιανός. Οι δύο πρώτοι πιστεύουν πως οι Δωριείς υπήρξαν βραχυκέφαλοι, όπως άλλωστε και οι Πισίδες. Κατά τον Πουλιανό στην ενδοχώρα της Μ. Ασίας επικρατούσε ο λεγόμενος «προσωασιατικός» τύπος ανθρώπου και ειδικότερα η «ανατολική ποικιλία» του (μέσο ανάστημα, βραχυκεφαλία, πλατύ ινίο και γαμψή μύτη) όπως ακριβώς στους Δωριείς. Βέβαια, ο Ewing παραδέχεται πως μοναδικό αίτιο της βραχυκεφαλίας τους υπήρξε η ύπτια θέση των βρεφών στην κούνια, άποψη που απορρίπτει ο Πουλιανός.

Πρέπει να τονιστεί ακόμη πως η γεωγραφική απομόνωση των Πισιδών στη δυσπρόσιτη οροσειρά του Ταύρου συνέβαλε στη διατήρηση της φυλετικής καθαρότητας του λαού αυτού όπως άλλωστε συνέβη και στον Πόντο, όπου οι επιμιξίες υπήρξαν μηδαμινές έως ανύπαρκτες.

Η ιστορική διαδρομή της Πισιδίας συνδέεται χρονικά, κοινωνικά και πολιτιστικά με την ανάπτυξη ολόκληρης της Μικρασίας. Από τις αρχές της τρίτης π.Χ. χιλιετίας ήδη μαρτυρείται μια ισχυρή πολιτική ενότητα κάτω από την εξουσία ενός μη Ινδοευρωπαϊκού λαού, των Χάττι, που κατέχει το ΝΑ τμήμα του κεντρικού οροπεδίου (Παμφυλία, Λυκαονία, Ισαυρία, Πισιδία κ.ά.) και που έχει ως πρωτεύουσα της την Χαττούσα (ή Χάπι, σήμερα: Bogaj Koy). Στο πρώτο μισό της τρίτης χιλιετίας εισβάλλουν στη Μ. Ασία οι Ινδοευρωπαίοι Λουίτες και στο δεύτερο μισό της ίδιας χιλιετίας οι Χετταίοι, Ινδοευρωπαίοι και αυτοί, που έχουν ως αφετηρία τους τον Καύκασο και που έως τον 15ο, περίπου, αιώνα, π.Χ. θα έχουν καταλάβει ολόκληρη τη Μικρασία.
Η ΣΑΓΑΛΑΣΣΟΣ Η ΣΑΓΛΑΣΣΟΣ Η ΣΕΛΛΗΣΣΟΣ (AĞLASUN) ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΠΙΣΙΔΙΑ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΣΑΓΑΛΑΣΣΟΣ, ΣΕ ΘΕΣΗ ΟΧΥΡΟΤΑΤΗ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΚΕΣΤΡΟΥ. ΤΟΝ 6Ο ΑΙΩΝΑ Π.Χ. Η ΠΟΛΗ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΑΝ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ 26 ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΠΙΣΙΔΙΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΟΜΩΣ, ΟΠΩΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ, ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ, ΕΝΩ ΣΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ ΠΙΣΙΔΙΑΣ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΣΑΓΑΛΑΣΣΟ ΣΗΜΕΡΑ ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΜΟΝΟ ΕΡΕΙΠΙΑ (ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ, ΘΕΑΤΡΟΥ, ΑΓΟΡΑΣ, ΝΑΩΝ ΚΑΙ ΤΑΦΩΝ) ΣΩΖΟΝΤΑΙ ΠΙΘΑΝΟΝ ΛΟΓΩ ΚΑΠΟΙΟΥ ΙΣΧΥΡΟΥ ΣΕΙΣΜΟΥ, ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΦΗΣΕ ΤΙΠΟΤΕ ΟΡΘΙΟ. ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΗΣ ΣΑΓΑΛΑΣΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΗ Η ΛΑΜΠΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ, ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΚΜΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ.

Οι Χετταίοι αναπτύσσουν έναν σπουδαίο πολιτισμό ως ιστορικό αντίβαρο με τις Μυκήνες, την Κρήτη και την Αίγυπτο. Διαθέτουν σφηνοειδή γραφή, γνωρίζουν την κατεργασία του σιδήρου και είναι δεινοί πολεμιστές. Ιδρύουν σπουδαίες πόλεις με πρωτεύουσα τους την Χαττούσα και συμμαχούν με εντόπια φύλα, σπουδαιότερα από τα οποία είναι οι Λούκι (συγγενείς των Λυκίων), οι Σαρδάνα (συγγενείς των Σαρδηνών) και οι Σαγαλάσσα, που σχετίζονται με μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Πισιδίας, την Σαγαλασσό.
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΔΕΙΓΜΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΥ ΤΗΣ ΤΕΡΜΗΣΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ Η ΛΑΜΠΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΕΦΤΑΝΕ ΠΕΡΙΠΟΥ ΤΑ ΕΞΙ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΠΟΥ ΘΥΜΙΖΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΝΑΟ ΠΑΡΑ ΤΑΦΟ.

Σύντομα οι διάφορες εσωτερικές επαναστάσεις και οι αλλεπάλληλες συγκρούσεις με το σφριγηλό και ακμαίο γένος των Αχαιών θα οδηγήσει το μεγάλο χετταϊκό βασίλειο σε παρακμή και ήδη από τον 13ο αιώνα π.Χ. στη Μικρασία μαρτυρείται το βασίλειο των Αχαιών με την ονομασία Arjava, που αποτελεί μια μεγάλη και ισχυρή ομοσπονδία πόλεων-κρατών της Πισιδίας, Λυκίας και Τραχείας Κιλικίας. Το 1200 π.Χ. σημαίνει και την οριστική διάλυση του χετταϊκού βασιλείου.

ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Οι Πισίδες όπως και οι άλλοι εντόπιοι πληθυσμοί δέχονται όλο και περισσότερο τις πολιτιστικές επιδράσεις των Ελλήνων που πλαταίνουν και βαθαίνουν διαρκώς με τα μεγάλα μεταναστευτικά κύματα τους, ήδη από τον 12ο αιώνα, κυρίως όμως τον 8ο και 5ο αιώνα π.Χ.
ΠΙΣΙΔΗΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ. Η ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΕΓΙΝΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑ ΝΙΚΟ ΓΑΖΕΠΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ Ο ΗΡΟΔΟΤΟΣ. ΟΙ ΠΙΣΙΔΕΣ ΚΡΑΤΟΥΣΑΝ ΔΥΟ ΚΟΝΤΑ ΔΟΡΑΤΑ, ΕΙΧΑΝ ΠΕΡΙΚΝΗΜΙΔΕΣ ΑΠΟ ΥΦΑΣΜΑ ΠΟΡΦΥΡΟ ΚΑΙ ΦΟΡΟΥΣΑΝ ΙΔΙΟΤΥΠΟ ΚΡΑΝΟΣ ΜΕ ΔΥΟ ΚΕΡΑΤΑ. ΟΙ ΑΣΠΙΔΕΣ ΤΟΥΣ ΗΤΑΝ ΝΤΥΜΕΝΕΣ ΜΕ ΔΕΡΜΑ.
Με την εξάπλωση της Περσικής Αυτοκρατορίας (6ος αι. π.Χ.) η Πισιδία φαίνεται πως διατηρεί ένα είδος αυτονομίας εξαιτίας των αδιάκοπων απελευθερωτικών αγώνων τους εναντίον των Μεγάλων Βασιλείων («... διεμάχοντο προς τους βασιλέας αεί...», Στράβωνος: Μικρ. Ασ., IB' - 7 § 3) που αναγκάζονται να αναγνωρίσουν τους ιθαγενείς άρχοντες για σατράπες.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, άλλωστε, περιγράφει τους Πισίδες ως εχθρούς των Περσών (ΧΙ-61 § 4: «Τους δε Πισίδας όντας όμορους και προς αυτούς αλλότριους έχοντας» και XIV-A 19 § 6-7: «...ως ες Πισίδας βουλόμενος στρατεύεσθαι, ως πράγματα παρεχόντων των Πισιδών, τη εαυτού χώρα»).

Φαίνεται, πως, αργότερα, ο Μ. Αλέξανδρος δεν συνάντησε λιγότερες δυσκολίες στη μεγάλη εκστρατεία του προς την Ανατολή. Οι δύσκολες και απόκρημνες πλαγιές του Ταύρου και του Αντίταυρου όπου οι Πισίδες κατοικούσαν, καθώς και τα περίφημα στενά της Φασήλιδος, που έπρεπε υποχρεωτικά να διαβεί στοίχησαν και χρόνο και στρατό πολύ στο μεγάλο στρατηλάτη.
ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ ΣΤΗΝ ΤΕΡΜΗΣΣΟ. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΟΞΟ ΣΤΟ ΑΕΤΩΜΑ, ΞΕΧΩΡΙΣΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΠΙΣΙΔΙΚΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ.
Από τους Πισίδες οι Τερμησείς και Σαγαλασσείς αντιστάθηκαν σφοδρά σε μάχη που στοίχισε περίπου πεντακόσιους νεκρούς, ανάμεσα στους οποίους και ο διοικητής των τοξοτών του Αλέξανδρου στρατηγός Κλέανδρος. Οι Σελλείς, επικαλούμενοι τη συγγένεια τους με τους Λακεδαιμονίους σύνηψαν ομόνοια με τον Αλέξανδρο και δεν αντιστάθηκαν. Έτσι, μετά την πλήρη υποταγή της Πισιδίας και αφήνοντας το γιο του Νικάνορα Βάλακρο ως στρατηγό και σατράπη της, ο Αλέξανδρος, ανενόχλητος πλέον επελαύνει στο εσωτερικό της Ασίας.

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Στα Ελληνιστικά χρόνια που ακολουθούν, καθώς και στους δύο πρώτους αιώνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας οι Πισίδες θα πορευτούν στην Ιστορία μέσα από πολέμους, ανακατανομές εδαφών, προσαρτήσεις, συμμαχίες και επαναστάσεις. Οι Ρωμαίοι, που επεμβαίνουν θεαματικά στα Μικρασιατικά πράγματα, μετά τη διαθήκη του τελευταίου Ατταλίδη ηγεμόνα που παραχωρεί το βασίλειο του στη Ρώμη (133 π.Χ.) θέτουν οριστικά υπό την κυριαρχία τους την Πισιδία το 25 π.Χ. ως μέρος της Provincia galatia («επαρχία Γαλατίας»). Η αναφορά στο ιστορικό αυτό γεγονός υπάρχει στο περίφημο Monumentum Ancyranum (Μνημείο της Άγκυρας), που δύο ακριβή του αντίγραφα βρέθηκαν σε δύο Πισιδικές πόλεις, την Αντιόχεια και την Απολλωνία.

ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Η Πισιδια, βρήκε την μέγιστη πολιτιστική, οικονομική και πολιτική της ακμή και τους χρόνους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι Ρωμαίοι αποίκησαν την Πισιδία από τον Καίσαρα ως τον Αδριανό και το Μάρκο Αυρήλιο. Δημιούργησαν «αποικίες» (Coloniae) στις σπουδαιότερες ελληνιστικές πόλεις που είχαν ήδη σημαντική οικονομική, στρατιωτική και πολιτική ανάπτυξη, ενώ γεωγραφικά κατείχαν σπουδαία στρατηγική θέση για την αμυντική θωράκιση της Αυτοκρατορίας.
ΑΝΑΓΛΥΦΟ ΑΠΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΛΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΙΔΙΑΣ (ΣΗΜ. ULU BORLU). ΠΟΛΛΑ ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΗΤΑΝ ΠΑΡΑΤΗΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΙΚΡΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ (ΦΩΤ. 1979, ΑΡΧ. Β. Η. ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ).
Τέτοιες πόλεις υπήρξαν η Σέλγη, η Τερμησσός των Μειζόνων, η Σαγαλασσός, η Σελεύκεια Σιδηρά κ.ά. αλλά ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε η Αντιόχεια.



Η Αντιόχεια ήδη από εποχής Αυγούστου (200 π.Χ.) παρουσίαζε μια θαυμαστή ανάπτυξη και οργάνωση, διατηρώντας στενούς εμπορικούς δεσμούς με την Αλεξάνδρεια. Οι Ρωμαίοι άποικοι της ονομάζονταν Κολωνοί Αντιοχείς Καισαρείς, ενώ οι γηγενείς αναγνωρίζονταν ως «Ρωμαίοι πολίτες». Η πόλη έφερε τον τίτλο «λαμπρότατη και σεβασμιωτάτη Αντιοχέων Κολωνία, αποικία Ρωμαίων». Ένα πλήθος, εξάλλου, πόλεων είχε μεγάλη ακμή στους αυτοκρατορικούς χρόνους, ενώ σε περισσότερες από 30 πόλεις είχε παραχωρηθεί το δικαίωμα νομισματοκοπίας.

Για τον αριθμό των σημαντικών πόλεων της Πισιδίας σ' αυτούς τους χρόνους υπάρχουν διαφορετικές πληροφορίες, αφού ο Αρτεμίδωρος ο Εφέσιος αναφέρεται σε 14, ο George Fr. Hill σε 29, ενώ ο Von Aulock (Sylloge Nummorum Graccorum) σε 27.
ΧΑΡΤΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΠΟΡΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ. ΟΤΑΝ ΤΟ 32 Μ.Χ. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΘΗΤΗ ΤΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΙΔΙΑΣ (ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ), ΤΟ ΕΔΑΦΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΙΟΛΑΣ ΓΟΝΙΜΟΤΑΤΟ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΧΘΕΙ ΤΟ ΣΠΟΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ. ΕΤΣΙ ΤΟ 64 Μ.Χ. Η ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΕΔΡΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. (ΠΗΓΗ: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», ΤΟΜ. ΣΤ’, ΕΚΔ. «ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ», 1974).
Ο Σβορώνος από τη νομισματική συλλογή Μαυρομιχάλη συνάγει τον αριθμό 27, ο Ιεροκλής στον «Συνέκδημο» 26 και τέλος, κατά τον Lanckoronski, τον σημαντικότερο, ίσως, μελετητή του Πισιδικού πολιτισμού, οι πόλεις είναι 65. 


Όλες, χωρίς εξαίρεση, ανέπτυξαν μεγάλη οικονομική ακμή, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν έναν εξαίρετο ελληνικό πολιτισμό που μαρτυρείται από τις εκατοντάδες επιγραφές, κυρίως της Τερμησσού, τα άφθονα νομίσματα, τα ερείπια ναών, μαυσωλείων, θεάτρων και σταδίων που κοσμούν ολόκληρη την έκταση της Πισιδίας.

Με κύριες επαγγελματικές ενασχολήσεις την αμπελουργία (περίφημος ο «οίνος Αμβλαδεύς» κατά τον Στράβωνα), την υλοτομία (στα απέραντα δάση του Ταύρου), την κτηνοτροφία και την βυρσοδεψία (αναθηματική πλάκα στον Μειδιανό Ουάρο από τους «σκυτείς» της Τερμησσού) οι Πισίδες δημιούργησαν μιαν εξαίρετη οικονομία που διατηρήθηκε έως τις μέρες μας. Ναοί περίλαμπροι, στάδια, θέατρα, γυμναστήρια, οργανωμένοι στρατοί, η εξαίρετη ρυμοτομία, τα υδραγωγεία, οι γέφυρες και τα μεγάλα οχυρωματικά έργα, οι ομοσπονδίες και οι συμμαχίες μαρτυρούν για το ύψος ενός ανάλογου πολιτισμού.

ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Στη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Πισιδία πρόκειται να διαδραματίσει έναν από τους εκπαιδευτικότερους ρόλους όχι μόνο στη θρησκευτική και κοινωνική συγκρότηση της αλλά και στο γενικότερο αμυντικό της σύστημα.
Μία από τις πολλές βρύσες στη Σπάρτη, όπως διασώζεται μέχρι σήμερα. Φωτογραφία του 1979.
Με το προνόμιο να είναι η έδρα της πρώτης χριστιανικής εκκλησίας που το 64 μ.Χ. ο Παύλος με τον Βαρνάβα ιδρύουν στην Πισιδική Αντιόχεια, αλλά και με τη φυσική οχυρωματική της θέση αποτελεί μαζί με την Παμφυλία, τη Λυκία, τη Λυκοανία και τη Φρυγία το πρώτο (από τα 29) θέμα της αυτοκρατορίας.

Πατρίδα ενός πλήθους Αγίων, Μαρτύρων και Οσίων, αναπτύσσει σπουδαίες πόλεις, όπως το Ικόνιο, το Ακρόανο, το Αμόριο, κ.ά.
ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΝΑΟΥ (ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ) ΣΤΗ ΣΠΑΡΤΗ. ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ Η ΚΩΧΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΚΙΟΝΟΣΤΟΙΧΙΕΣ ΠΟΥ ΧΩΡΙΖΑΝ ΤΑ ΤΡΙΑ ΚΛΙΤΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ. ΟΙ ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΦΑΝΕΡΟΙ ΠΑΝΤΟΥ (ΦΩΤ. 1979, ΑΡΧ. Β. Η. ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ).
Η Αντιόχεια, εξάλλου, υπήρξε η πατρίδα του μεγάλου Βυζαντινού ποιητή Γεώργιου του Πισίδη (7ος αιώνας), που συνέταξε -κατά την παράδοση- και τον Ακάθιστο Ύμνο.

Τον 4ο αιώνα η Πισιδία καταλαμβάνεται από τους Γότθους (386 μ.Χ.), τον 6ο από τους Ούννους και αργότερα από τους Πέρσες του Χοσρόη του Α' (540 μ.Χ.), ενώ οι Άραβες του Μωαβία, έναν αιώνα αργότερα, θα την αφήσουν ανέπαφη, αφού αρκούνται στα νότια παράλια της Μικρασίας (Παμφυλία). Τον 11ο αιώνα, μετά την ήττα του Ρωμανού στο Ματζικέρτ (1071 μ.Χ.), η Πισιδία υπάγεται στο «κράτος του Ικονίου» -γνωστού, αργότερα, ως Καραμανία, ενώ το 1080 ο Σουλτάνος Μαλέκ Σαχ την περιλαμβάνει στο «Σουλτανάτο του Ρουμ».
ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΟΡΟΣΕΙΡΑΣ ΤΟΥ ΤΑΥΡΟΥ. ΤΑ ΠΥΚΝΑ ΔΑΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΕΔΩΣΑΝ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΙΔΕΣ ΑΦΘΟΝΟ ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΥΛΟΤΟΜΙΑ. ΕΔΩ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΝ ΟΙ ΠΕΡΙΦΗΜΟΙ ΣΤΥΡΑΚΕΣ -ΔΕΝΤΡΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΥΝ ΕΥΩΔΕΣ ΚΟΜΜΙ.
Στις αρχές του 14ου αιώνα οι Τουρκομάνοι του Τζεγκίς Χαν καταλαμβάνουν την Πισιδία λεηλατώντας την και σφάζοντας αδιάκριτα, ενώ το 1307, με τη διάλυση του Σελτζουκικού κράτους και τη δημιουργία των Εμιράτων, η Πισιδία με τη νότια Φρυγία αποτελούν το Εμιράτο Χαμίτ. Στις αρχές του 15ου αιώνα η Πισιδία θα γνωρίσει καινούριες σφαγές με τον Τιμούρ (Ταμερλάνος) και, τέλος, τους Οσμανλήδες (ή Ούζους ή Οτομάνους) που θα έμελλε να γίνουν υποτελείς τους για πέντε, περίπου, αιώνες.

ΤΥΠΙΚΗ ΜΕΣΗ ΑΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΗ ΣΠΑΡΤΗ 1905
ΜΕΤΑ την Άλωση της Πόλης (1453) ο χριστιανικός πληθυσμός της Μ. Ασίας θα υποστεί τη μανία των βαρβάρων Οσμανλήδων με σφαγές, εξορίες, διώξεις, λεηλασίες και βίαιες εξισλαμίσεις. Ταυτόχρονα, ένα σημαντικό μέρος του Ελληνισμού υποχρεώνεται να εγκαταλείψει τις πατρογονικές εστίες. Ο Ελληνισμός της Πισιδίας, καθώς είναι κατεσπαρμένος στις απρόσιτες οροσειρές του Ταύρου και του Αντίταυρου, θα παραμείνει σχεδόν ανέπαφος, μιας και δεν παρουσιάζει ούτε στρατηγικό, αλλά ούτε και πολιτικό ενδιαφέρον πλέον για τη νεοσύστατη αυτοκρατορία.

Και, παρά την υποχρεωτική χρήση της τούρκικης γλώσσας, ο Ελληνισμός αυτός καταφέρνει να κρατήσει ανέπαφο το εθνικό του φρόνημα και - μέσω της Εκκλησίας - τις εθιμικές του παραδόσεις. Τους δύο επόμενους αιώνες θα πέσει σε οικονομικό και πολιτιστικό μαρασμό, αλλά από τα τέλη του 18ου αιώνα οι Έλληνες χριστιανοί θα ανασυντάξουν και πάλι τις δυνάμεις τους, εισβάλλοντας στη σύγχρονη ιστορία της Μ. Ασίας με μια νέα σφριγηλή ορμή και κατακτώντας γρήγορα όλες τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές της επάλξεις.

ΤΟ ΒΙΛΑΕΤΙ ΤΟΥ ΙΚΟΝΙΟΥ

Η Πισιδία διοικητικά περιέρχεται στο νομό (βιλαέτι)1 Ικονίου, του οποίου τόσο η έκταση όσο και ο πληθυσμός δεν μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια. Από το πλήθος, πάντως, των διαφορετικών σε αριθμούς πληροφοριών συμπεραίνεται πως η έκταση του κυμαινόταν ανάμεσα στα 100 έως 120 χιλιάδες τ. χιλιόμετρα, ενώ οι κάτοικοι της Πισιδίας μόνο σε 1.200.000, περίπου, από τους οποίους 180.000 Έλληνες χριστιανοί.

Το Βιλαέτι Ικονίου ήταν από τα πλουσιότερα της Τουρκίας, δεύτερο στη σειρά μετά την Προύσα. Αρκεί να σημειωθεί ότι στα τέλη του περασμένου αιώνα πλήρωνε ετήσιο φόρο στην κυβέρνηση 12.420.000 φράγκα (!), ενώ οι περιουσίες των Ελλήνων που εγκαταλείφθηκαν στην Πισιδία ανέρχονταν συνολικά σε 4.208.726 χρυσές λίρες (εκτίμηση της «Μεικτής διακρατικής επιτροπής αντιπροσώπων», που συγκροτήθηκε στις 30-1-23, μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης).

Πέντε συνολικά διοικήσεις (σαντζάκ) συγκροτούν το βιλαέτι του Ικονίου: της Νίγδης, του Πολυδωρίου, της Σπάρτης, της Αττάλειας και του Ικονίου. Οι διοικήσεις αυτές περιλάμβαναν μικρότερες επαρχίες, δήμους και χωριά.

Tο μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων της Πισιδίας βρισκόταν συγκεντρωμένο στο σαντζάκι της Σπάρτης (με πρωτεύουσα την ομώνυμη πόλη) που περιλάμβανε τις επαρχίες: α) Σπάρτης, με 46 μικρότερες κοινότητες, β) Απολλωνίας ή Σωζοπόλεως, με ομώνυμη πρωτεύουσα, 1 δήμο και 63 κοινότητες, γ) Νεαπόλεως με ομώνυμη πρωτεύουσα, 1 δήμο και 46 κοινότητες, και δ) Αντιόχειας με 33 κοινότητες.

ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΕΚΤΟΠΙΣΜΟΙ

Ο πληθυσμός γενικά της Πισιδίας και ιδιαίτερα της Σπάρτης πέρασε από πολλές δοκιμασίες, με αποτέλεσμα να μειωθεί δραστικά τις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής και της δράσης του εκεί. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους πολλοί Έλληνες μετακινήθηκαν είτε προς τη Σμύρνη (συνήθης τόπος της εσωτερικής μετανάστευσης) είτε προς την Ελλάδα ή άλλες ευρωπαϊκές χώρες χωρίς πια να επιστρέψουν.

Στις 11-7-1908 ψηφίστηκε το νέο τουρκικό Σύνταγμα που προέβλεπε και τη στράτευση των ετεροδόξων. Από τη Σπάρτη στρατολογήθηκαν 800 και μετά τον πόλεμο επέστρεψαν 500 περίπου (!). Η γενική επιστράτευση του 1914 (σεφερμπερλίκ) στέλνει στα «εργατικά τάγματα» (α-μελέ-ταπουρού) 1.600 Έλληνες μόνο από τη Σπάρτη. Επέστρεψαν περίπου οι μισοί (!). Ο τροματικός εξάλλου σεισμός του 1914 που έπληξε την Πισιδία, στοίχισε τη ζωή σε 300 περίπου Έλληνες, ενώ άφησε άστεγους περισσότερους από τους μισούς, που και αυτούς τους εξώθησε σύντομα σε μετανάστευση στη Σμύρνη, το Αϊδίνι και την Αττάλεια. Στη Σπάρτη απέμειναν 700 ή 800 οικογένειες.

Τέλος, η χαριστική βολή δόθηκε στους Έλληνες της Πισιδίας το 1921 με τον εκτοπισμό του άρρενος πληθυσμού, όπου οι άντρες από 15 περίπου ετών έως και 70 οδηγήθηκαν εξόριστοι στα βάθη της Μ. Ασίας, έως το Καρς και τη Μικρή Αρμενία. Επέστρεψαν περίπου οι μισοί μετά το μεγάλο διωγμό.

Παρά τα αλλεπάλληλα πλήγματα που δέχτηκε ο ελληνικός πληθυσμός της Πισιδίας, κατόρθωσε, εν τούτοις, να διατηρηθεί συμπαγής και ακμαίος, συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις του σε εφτά, κυρίως, κοινότητες, σπουδαιότερη από τις οποίες υπήρξε της Σπάρτης, που ήταν και η πρωτεύουσα του ομώνυμου σαντζάκ. Οι άλλες κοινότητες ήσαν του Πολυδωρίου, του Νησιού, της Πάρλας, της Απολλωνίας ή Σωζοπόλεως, της Νεαπόλεως και της Αντιόχειας.

ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΤΟΥ ΤΑΥΡΟΥ

Η Σπάρτη, χτισμένη στους πρόποδες του Ταύρου, σε υψόμετρο 939 μ., απείχε 100 χιλιόμετρα από την Αττάλεια και 700 από τη Σμύρνη. Η ελληνική μειονότητα εδώ αριθμούσε 8.000 ψυχές σε σύνολο 35.000 κατοίκων. Υπήρχαν ακόμη 2.000 Αρμένιοι Γρηγοριανοί και 10, περίπου, Καθολικοί, ξένοι υπήκοοι. Εκτός από δύο οικογένειες (15, περίπου, άτομα) όλοι οι Έλληνες ήσαν Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Η Σπάρτη αποτελούσε την εκκλησιαστική έδρα της επαρχίας Πισιδίας, όπου διέμενε ο Αρχιερατικός Επίτροπος. Ο ελληνικός πληθυσμός ήταν κατανεμημένος σε τέσσερις συνοικίες (mahalla ή melle) που αντιστοιχούσαν στους ισάριθμους κύριους ναούς: της Μητροπόλεως που ήταν αφιερωμένος στα Γενέθλια της Θεοτόκου- των Ταξιαρχών· των Εισοδίων της Θεοτόκου, και, τέλος, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Η οικονομική και κοινωνική ακμή των Ελλήνων της Πισιδίας και ιδιαίτερα της Σπάρτης υπήρξε εκπληκτική. Βασίστηκε, κυρίως, στο εμπόριο και την ταπητουργία, που η μεγάλη της ακμή σημειώνεται προς το τελευταίο τέταρτο του περασμένου αιώνα, όπου οι Έλληνες σε ποσοστό 90% ελέγχουν την συνολική παραγωγή χαλιών. Οι εμπορικές δραστηριότητες που αφορούν το ροδέλαιο, το όπιο, τους αλατζάδες και κυρίως, βέβαια, τα χαλιά ελέγχονται σε συντριπτικά ποσοστά από του Έλληνες που εξάγουν - μέσω της Σμύρνης και της Αττάλειας - τα προϊόντα της Σπάρτης στην Ευρώπη, την εγγύς Ανατολή και τις ΗΠΑ. Εκτός από τα περίφημα χαλιά της η Σπάρτη φημιζόταν για το ροδέλαιό της, που η παραγωγή του κορυφώνεται στα τέλη του περασμένου αιώνα.

ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ

Η καλλιέργεια των ρόδων ξεκίνησε στη Σπάρτη από έναν πανέξυπνο Τούρκο επιχειρηματία, τον Ισμαήλ Χεντένογλου που αγοράζοντας μεγάλες εκτάσεις γης από την Ελληνική Εκκλησία τις μετέτρεψε σε ροδώνες. Γρήγορα το παράδειγμα του βρίσκει μιμητές από Έλληνες παραγωγούς και ολόκληρη η Σπάρτη γίνεται ένα απέραντο περιβόλι από τριαντάφυλλα. Ήδη το 1910 η ετήσια παραγωγή ροδέλαιου στην Πισιδία ξεπερνάει τα 60.000 μισκάλ (αραβική μονάδα βάρους, ισοδύναμη με ενάμισυ δράμι) συνολικής αξίας 200.000 λιρών περίπου. Κατά τον Παπαϊωακείμ η ετήσια παραγωγή ξεπερνούσε τα 100.000 μισκάλ. Σπουδαιότεροι από τους παραγωγούς ροδέλαιου στην Σπάρτη υπήρξαν ο Χατζή-Σάββας Χατζηασλάνογλου, ο Κοσμάς Αθανάσογλου, οι αδελφοί Κεχαγιόγλου, οι αδελφοί Παπάζογλου και από το Νησί ο Χατζή-Χαραλάμπους.

Οι Έλληνες της Σπάρτης ασχολήθηκαν και με την εξαγωγή του οπίου, που η καλλιέργεια του ήταν αποκλειστικά έργο των Τούρκων και η εμπορία του έργο των Ελλήνων. Το όπιο απορροφούσαν μεγάλοι ευρωπαϊκοί φαρμακευτικοί οίκοι και η διακίνηση του τελούσε υπό την επίσημη εποπτεία της τουρκικής κυβέρνησης. Από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς υπήρξε ο Βασίλης Ν. Βογιατζόγλου.

ΤΟ ΠΟΛΥΔΩΡΙΟ

Στα νοτιοδυτικά της Σπάρτης και σε απόσταση 40, περίπου, χιλιομέτρων βρισκόταν το Πολυδώριο. Εδώ υπήρχε η δεύτερη σημαντική κοινότητα Ελλήνων Ορθοδόξων με 400 οικογένειες σε σύνολο πληθυσμού 5.000 κατοίκων. Το Πολυδώριο ήταν πρωτεύουσα του ομώνυμου σαντζάκ και οι Έλληνες ήσαν κατανεμημένοι, όπως και στη Σπάρτη, σε τέσσερις συνοικίες (μαχαλλάδες), οι τρεις από τις οποίες είχαν το δικό τους Ναό: της Παναγίας, του Αγίου Γεωργίου και της Μεταμορφώσεως. Σε τακτική βάση λειτουργούσε μόνο ο τελευταίος και οι άλλοι δύο στις αντίστοιχες γιορτές.

Βασικές ασχολίες των Χριστιανών ήσαν η ροδελαιουργία και η ταπητουργία. Πολλοί επίσης ήσαν οι ιδιοκτήτες αλευρομύλων, ενώ αρκετοί επιδίδονταν σε ποικίλες εμπορικές δραστηριότητες. Στο Πολυδώριο υπήρχαν δύο μικτά σχολεία όπου φοιτούσαν τα ελληνόπουλα.

Τρίτη σε σπουδαιότητα ελληνική κοινότητα στην Πισιδία υπήρξε το Νησί, με 125 χριστιανικές οικογένειες. Βρισκόταν 100, περίπου, χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Σπάρτης μέσα στη λίμνη του Εγιρδήρ που στους βυζαντινούς χρόνους ονομαζόταν Πασγούση. Πιθανότατα πρόκειται για την αρχαία Πρόσταινα, εκδοχή, που ενισχύεται από νόμισμα με την λέξη «Προστανναίων». (Αναλυτικά για το Νησί στις σελίδες 10-11).

Λιγότερο σημαντικές σε αριθμό Ελλήνων υπήρξαν, τέλος, οι κοινότητας της Πάρλας (ή Παρλαΐδος), της Αντιόχειας και της Απολλωνίας. Οι λιγοστές οικογένειες των χριστιανών ζούσαν εξαρτημένες από τα σημαντικά κέντρα της Σπάρτης και του Πολυδωρίου, ασκώντας εμπόριο και επιδιδόμενες στην ταπητουργία.

ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ

Εκτός από τις εμπορικές τους δραστηριότητες οι Έλληνες της Πισιδίας, με ιδιαίτερο ζήλο καλλιέργησαν τις επιστήμες. Ιδιαίτερα, βέβαια, στη Σπάρτη που αποτελούσε το κέντρο του Ελληνισμού της Πισιδίας. Από τα μέσα, ιδίως, του περασμένου αιώνα υπάρχει μια έντονη στροφή των Χριστιανών στην Παιδεία γενικότερα, αφού επιτρέπεται πλέον και η χρήση της ελληνικής γλώσσας και η ίδρυση σχολείων. Οι σχολικές εφορίες και οι δημογεροντίες που συγκροτούνται βάζουν ως πρώτο τους μέλημα όχι μόνο την ίδρυση σχολείων και τη δημιουργία ενός μεγάλου αριθμού νηπιαγωγών, δασκάλων και καθηγητών, αλλά και τη χορήγηση υποτροφιών για ανώτερες, πανεπιστημιακές σπουδές στην Πόλη, την Αθήνα και το Παρίσι.

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες της ακμής στη Σπάρτη, έδρασαν πολλοί Έλληνες γιατροί, σπουδαιότεροι από τους οποίους υπήρξαν ο Πρόδρομος Γρηγοριάδης, ο Νικόδημος Γεωργιάδης, ο Δαμιανός Σπυρίδης, ο Ελευθέριος Δανόπουλος, ο Ελεήμων Δαμιανίδης, ο Δαμιανός Βασιλειάδης, ο Νικόλαος Ταρακτσόγλου, ο Θεόδωρος Μαλλίδης κ.ά. Πολλοί απ' αυτούς είχαν σπουδάσει στο Παρίσι. Την τελευταία εικοσαετία από τους 6 γιατρούς της Σπάρτης, οι 5 ήσαν Έλληνες, καθώς Έλληνας ήταν και ο μοναδικός γιατρός στο Νησί. Οι περισσότεροι φαρμακοποιοί στη Σπάρτη ήταν επίσης Έλληνες (Ιερεμίας Μικραλόγλου, Θεόδωρος Ουλκέρογλου, Γεράσιμος Λεοντιάδης, Γρηγόριος Μαλλίδης, Νικόλαος Δημητριάδης κ.α.).

ΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ

Οι δικηγόροι σπούδαζαν κυρίως στην Πόλη και στην Αθήνα. Στα πολύ παλαιότερα χρόνια καθήκοντα συνηγόρου ασκούσαν μορφωμένοι Έλληνες δικολάβοι, χωρίς καμία ιδιαίτερη νομική κατάρτιση. Στο τελευταίο τέταρτο του περασμένου αιώνα πρώτος δικηγόρος επιστήμων στη Σπάρτη παρουσιάζεται ο Δαμιανός Εβρένογλου. Ακολούθησαν ύστερα κι άλλοι: ο Χαράλαμπος Χρηστίδης, ο Νικόδημος Γεωργιάδης, ο Φίλιππος Νικολαΐδης, ο Γαβριήλ Τσακίρης. Μερικοί υπήρξαν διάσημοι νομομαθείς, όπως ο Βασίλης Φιλόσογλου (χρησιμοποιήθηκε από τον Σουλτάνο Χαμίτ Β' σε διπλωματικές αποστολές) και ο Βασίλειος Πετράκης, που ανέπτυξε εξαιρετική εθνική δράση στην Πόλη και καταδικάστηκε σε θάνατο από το Τουρκικό Στρατοδικείο.

1979 - Ο ΝΑΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΠΙΣΙΔΙΑΣ (ΛΙΜΝΗ ΤΟΥ EGRIDIR) ΔΙΠΛΑ ΣΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ (ΦΩΤ. Β. Η. ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ)

ΤΟ ΝΗΣΙ της Πισιδίας υπήρξε μία από τις ωραιότερες και ανθηρότερες οικονομικά κοινότητες της. Μαζί με τη Σπάρτη αποτελούσαν ουσιαστικά μια κοινότητα, παρά τη σημαντική - για την εποχή εκείνη - απόσταση που τις χώριζε. Η αδελφική αυτή σχέση, που γινόταν αισθητή τους δύο τελευταίους αιώνες ιδιαίτερα, διατηρήθηκε ως τον ξεριζωμό του 1922.

Το Νησί ήταν γεωγραφικό προσάρτημα της πόλεως του Εγιρδήρ που ανήκε στη διοίκηση της Σπάρτης. Την πόλη αυτή ταυτίζουν πολλοί ιστορικοί με την αρχαία Πρόσταιννα, πόλη στις όχθες της ομώνυμης λίμνης, εξαιρετικά καλά οχυρωμένης.

Εκτός των άλλων αρχαιολογικών και ιστορικών επιχειρημάτων επικαλούνται και την ανακάλυψη ενός νομίσματος που βρέθηκε στις εκεί ανασκαφές, με την επιγραφή: ΠΡΟΣΤΑΝΝΑΙΩΝ.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΚΜΗ

Η πόλη του Εγιρδήρ είναι χτισμένη στη νοτιοδυτική όχθη της ομώνυμης λίμνης μιας από τις ωραιότερες στον κόσμο σε υψόμετρο 940 μ. στην αιχμή μιας μακρόστενης χερσονήσου. Στην κοινότητα του Εγιρδήρ υπάγονται και τα δύο νησιά της λίμνης. Το μεγάλο ή Nisadasi και ένα πολύ μικρότερο το Canadasi (νησί των ψυχών). Οι Έλληνες Χριστιανοί κατοικούσαν σχεδόν αποκλειστικά το πρώτο, το Nis, εξ ου και Νισλήδες ονομάζονται. Η λέξη Nis πιθανότατα είναι συγκοπή της ελληνικής λέξης νήσος ή εκτουρκισμένη απόδοση της. Σύμφωνα με τα χειρόγραφα του αείμνηστου Παπαϊωακείμ Πεσματζόγλου, αλλά και των πληροφοριών που παίρνουμε τόσο από τις στατιστικές του gotha, του Κωνσταντίνου Λαμέρα και του Σκαλιέρη, οι Έλληνες του Εγιρδήρ γενικά δεν πρέπει να ήσαν λιγότεροι από 600 και οπωσδήποτε δεν ξεπερνούσαν τους 800. Οι πίνακες της αρχιεπισκοπής μιλάνε για 125 περίπου χριστιανικές οικογένειες. Ο μικρός σχετικά πληθυσμός των χριστιανών του νησιού αντιπροσωπευόταν στο 12μελές αιρετό συμβούλιο της πόλης του Εγιρδήρ με έναν σύμβουλο (Itare Azasi). 

Από τα τέλη κιόλας του περασμένου αιώνα αρχίζει η ανθούσα ελληνική παροικία του νησιού να παρουσιάζει μια έντονη εμπορική δραστηριότητα σε αλατζάδες, χαλιά και γεωργικά προϊόντα, ιδιαίτερα οπωρικά, όσπρια και σιτηρά. Όλοι σχεδόν οι χριστιανοί είχαν ως κύρια ή δευτερεύουσα απασχόληση και την παραγωγή και το εμπόριο αλατζάδων και χαλιών. Δεν υπήρχε σχεδόν σπίτι χωρίς έναν τουλάχιστον αργαλειό, που ύφαινε χαλί ή αλατζά. Τα μαγαζιά των Νισλήδων βρίσκονταν στην παραλία της λίμνης, στην πόλη του Εγιρδήρ και το πρωί οι έμποροι πήγαιναν στις δουλειές τους με τις βάρκες τους.

1979 - ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟ ΝΗΣΙ (ΦΩΤ. Β. Η. ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ)

Μια άλλη σημαντική επαγγελματική δραστηριότητα ήταν η αλιεία των περίφημων ψαριών της λίμνης, όχι τόσο για την άμεση κατανάλωση τους, όσο κυρίως για την παρασκευή παστών. Αλλ' αυτή ήταν στα χέρια των Τούρκων με σπάνιες εξαιρέσεις για τους χριστιανούς. Γνωρίζω μόνο μια περίπτωση Χριστιανού, του Σπάρταλη Γιάννη Κιουρκτσόγλου, που είχε νοικιάσει από το Τουρκικό Δημόσιο το δικαίωμα αλιείας για 4 χρόνια έναντι του ποσού των 4.000 λιρών στη Horian Gol που είναι μια προέκταση της λίμνης του Εγιρδήρ, προς τα βόρεια. Επιχείρηση που απέτυχε εξαιτίας των κακών καιρικών συνθηκών, που πάγωσαν τη λίμνη και των μισθών, που έτσι κι αλλιώς πλήρωνε σε 20 οικογένειες Ρώσων ψαράδων, ειδικευμένων στο λιμναίο ψάρεμα. Τους ψαράδες αυτούς είχε φέρει στο Νησί ο Κοκρητσόγλου επί τούτω.

Όλοι οι μεγάλοι επιχειρηματίες και βιομήχανοι του Εγιρδήρ ήταν από τη Σπάρτη. Σπαρταλήδες επίσης, είχαν και τις 4 βιομηχανίες χαλιών. Ο μοναδικός γιατρός στο Νησί, στις αρχές του αιώνα μας, μέχρι και την εξορία υπήρξε Σπάρταλης και ήταν ο περίφημος Νικόλαος Ταρακτσόγλου. Συχνή ήταν, άλλωστε, και η μετάκληση άλλων γιατρών από τη Σπάρτη σε δύσκολες περιπτώσεις.

Όλα ετούτα μαρτυρούν για τους αδελφικούς δεσμούς Νησιού και Σπάρτης που, στην πραγματικότητα, αποτελούσαν μια κοινότητα. Το Νησί δεν ήταν παρά μια προέκταση, η προβολή της ζωής και της ψυχής της Σπάρτης προς βορράν. Γιατί όχι μονάχα ο εμπορικός παλμός και η σφύζουσα κοινωνική ζωή, αλλά ολόκληρος ο ιστός της ελληνικής παράδοσης και των πεπρωμένων τους ήταν κοινός. Και ήταν απόλυτα φυσικό η μικρότερη κοινότητα να εξαρτά και να εναρμονίζει τη ζωή της από την πιο μεγάλη. Γι' αυτό και όλα τα χρόνια της ακμής του Ελληνισμού οι δύο κοινότητες, το Νησί και η Σπάρτη, έζησαν σαν μία. Κάτι που, παραδόξως, δεν συνέβη, τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό, με καμιά από τις άλλες κοινότητες της Πισιδίας, που διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική τους αυτοτέλεια.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΔΕΣΜΟΙ

Εκτός από τον καθαρά οικονομικό τομέα, οι κοινωνικοί δεσμοί του Νησιού με τη Σπάρτη, σφυρηλατήθηκαν και αναπτύχθηκαν και σε άλλα επίπεδα: οικογενειακά, εκπαιδευτικά και θρησκευτικά. Τα προξενέματα και οι γάμοι (που, εκτός από τη Μ. Ασία, συνεχίστηκαν ανάμεσα τους αργότερα κι εδώ, στην Ελλάδα), ήταν κάτι, που δυνάμωνε ακόμη περισσότερο την αδελφική σχέση στις δύο κοινότητες, μιας και η μίξη των οικογενειών εθεωρείτο στους Μικρασιάτες γενικά ο ισχυρότερος κοινωνικός δεσμός.
ΕΠΙΣΗΜΗ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΕΛΛΗΝΙΔΑΣ ΤΗΣ ΠΙΣΙΔΙΑΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ.

Οι εκπαιδευτικοί δεσμοί ανάμεσα στο Νησί και τη Σπάρτη στηρίζονταν βασικά στην αποστολή δασκάλων Σπαρταλήδων στο μοναδικό εξατάξιο σχολείο της ελληνικής κοινότητας του Νησιού. Το αρρεναγωγείο αυτό είχε ετήσιο προϋπολογισμό 25 χρυσών λιρών Τουρκίας.

Αναφέρομαι πάντα στις αρχές του 20ού αιώνα, όπου υπήρχαν όχι μόνο ημιεπίσημες στατιστικές, αλλά και ζώσες στοματικές μαρτυρίες. Το σχολείο αυτό υπαγόταν στη σχολική Εφορεία της Σπάρτης και τα μαθήματα διδάσκονταν μόνο στην ελληνική γλώσσα. Από δω πέρασαν περίφημοι δάσκαλοι από τη Σπάρτη, όπως ο Δημήτρης Παπαγερασίμου, ο Ιορδάνης Κεστενόγλου, η Μαρία Βασιλειάδη, ο Ιωσήφ Φυτανίδης, η Ολγα Αρναούτογλου, η Ιεροφιλη Μπογιατζογλου, ο Σωτήρης Ουλκέρογλου κ.ά. Ως ξένες γλώσσες διδάσκονταν τα τουρκικά και τα γαλλικά, που δίδασκε ο Ουλκέφογλου. Η διδασκαλία των γαλλικών γινόταν κρυφά μάλλον, γιατί όταν αποκαλύφθηκε (το 1918) η τουρκική διοίκηση αποφάσισε να κλείσει το σχολείο.

Το αρρεναγωγείο αυτό του Νησιού διέθετε, σύμφωνα με τα στοιχεία της εποχής, 130 περίπου μαθητές. Το κτίριο του μεγάλο, επιβλητικό με αυλή 400 τ.μ. ήταν διώροφο με εξαιρετική μαρμάρινη είσοδο και σκαλοπάτια. Είχε ανεγερθεί στα 1910 στη θέση του παλιού, μεταξύ των Αγίων Αναργύρων και Αγίου Στεφάνου. Στεγάζεται αίθουσα μαθημάτων, δωμάτια για τους δασκάλους και ξενώνα για τους επισκέπτες της λίμνης, που κατά εκατοντάδες έρχονταν στη γιορτή των Αγ. Αναργύρων, από τη Σπάρτη κυρίως, αλλά και από όλη την Τουρκία. Όλα τα παραπάνω στοιχεία περί μαθητών, μαθημάτων και δασκάλων δημοσιεύονται το 1905 στο περιοδικό της Σμύρνης «Ξενοφάνης» σε στατιστική του Συλλόγου Μικρασιατών «Η Ανατολή». Ο Χάρης Σαπουντζάκης, επεξεργάζεται τα στοιχεία αυτά και τα αντιπαραβάλλει με ζωντανές μαρτυρίες κυρίως του Νισλή Ανανία Ζαχαριάδη, προσεγγίζοντας περίπου την αλήθεια.

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Οι βαθύτατοι θρησκευτικοί δεσμοί, που αναπτύσσονται μεταξύ Νησιού και Σπάρτης, δεν είναι παρά μια λεπτομέρεια στους γενικότερους και άρρηκτους εθνικούς δεσμούς που υπήρχαν ανάμεσα σε ολόκληρο το Μικρασιατικό Ελληνισμό, που κεντρικός και μοναδικός ιστός του υπήρξε, περ' από κάθε αμφισβήτηση, η Ορθόδοξη Ανατολική του Χριστού Εκκλησία. Στα 400 χρόνια δουλείας του Ελληνισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία - για τους Μικρασιάτες τουλάχιστον - ο κλήρος και η Εκκλησία υπήρξε ο στιλοβάτης, το καταφύγιο και η ζωοδότρα ικμάδα της εθνικής του παράδοσης. Ο ηθικός, εθνικός, κοινωνικός, διοικητικός και δικαστικός του ακόμη ρόλος υπήρξε, όχι απλώς πολύτιμος, αλλά αναντικατάστατος.

Τόσο για το Νησί, όσο και για τη Σπάρτη, αλλά και τις άλλες χριστιανικές κοινότητες της Πισιδίας ο κεντρικός άξονας της πνευματικής και κοινωνικής ζωής είναι ο Μητροπολίτης Πισιδίας υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Λυκίας, Σίδης, Μυρέων και Ατταλείας και Μικράς Αντιοχείας. Ο Δεσπότης έδρευε στη Σπάρτη όπου και το Μητροπολιτικό μέγαρο, επισκεπτόμενος συχνά το Νησί, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες. Καθώς είχε το δικαίωμα δικαιοπραξίας στους Χριστιανούς και όντας υποχρεωμένος να επιλύει διαφορές ανάμεσα τους, η παρουσία του και επομένως οι δεσμοί, που δημιουργούνται εξ αιτίας τους ανάμεσα στη Σπάρτη και το Νησί, εμπεδώνονταν ακόμη περισσότερο.

ΤΡΕΙΣ ΝΑΟΙ

Το Νησί διατηρούσε ώς το διωγμό του 1922 τρεις ναούς: του Αγ. Στεφάνου με εξαιρετικά βυζαντινά ψηφιδωτά, της Αγίας Ευδοξίας και τον τρισυπόστατο των Αγ. Αναργύρων, Αγ. Θεοδώρων και Εισοδίων της Θεοτόκου.
Σ' αυτόν τον τελευταίο φυλάσσονταν ο περίφημος χρυσοκέντητος επιτάφιος, που οι Νισλήδες κατάφεραν να φέρουν στην Ελλάδα, καθώς και ένα αριστουργηματικό χειρόγραφο Ευαγγέλιο σε περγαμηνή, που όμως χάθηκε στην καταστροφή. Στο μεγάλο ετήσιο πανηγύρι των Αγ. Αναργύρων έρχονταν με αφιερώματα πάμπολλοι προσκυνητές (ακόμη και Τούρκοι) μέχρι και από τη Σμύρνη.

Το μεγαλύτερο βέβαια μέρος των προσκυνητών αυτών ήσαν οι Σπαρταλήδες. Αντίστοιχα οι Νισλήδες επισκέπτονταν τη Σπάρτη στις μεγάλες τις πανηγύρεις, ιδιαίτερα δε στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Τα «κουμπαριά» συνέτειναν πολύ στις αμοιβαίες αυτές επισκέψεις και αντίστροφα.

ΣΠΑΝΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ 1912 ΑΠΟ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ ΑΝΔΡΩΝ ΣΕ ΕΞΟΧΙΚΟ ΚΤΗΜΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ ΣΤΗ ΣΠΑΡΤΗ ΠΙΣΙΔΙΑΣ
Η Άλωση της Πόλης (1453) βρίσκει μια πελώρια Οθωμανική Αυτοκρατορία που δεν είναι παρά ένα ατέλειωτο μωσαϊκό από φυλές, έθνη και θρησκείες, ακόμη και από μουσουλμανικές αιρέσεις (Κιζιλμπασήδες, Γιουρούκοι, Ταχτατζήδες, Αλεβίτες κ.λπ.). Ο Μωάμεθ ο Β' υποχρεώνεται να παραχωρήσει κάποτε ιδιαίτερες προνομίες -κυρίως στους Χριστιανούς Ορθοδόξους, που αποτελούσαν τον μεγαλύτερο όγκο από τους κατακτημένους λαούς- για να εκτονώσει τα καταπιεζόμενα θρησκευτικά αισθήματα των υπηκόων του. Έτσι απέφευγε και τον ενδεχόμενο κίνδυνο επέμβασης, κυρίως των Δυτικών, για την -δήθεν- απελευθέρωση των ομοθρήσκων τους.

Δημογεροντίες

Πολύ αργότερα οι προνομίες αυτές διευρύνονται για τους Έλληνες με τη σουλτανική παραχώρηση δικαιώματος μιας μορφής αυτοδιοίκησης. Έτσι ξεκινάει ο θεσμός της Δημογεροντίας, αλλά και των άλλων διοικητικών οργάνων της χριστιανικής μειονότητας, που, ήδη, διατηρούσε την εκκλησιαστική της οργάνωση από την Άλωση διαρκώς. Στην Πισιδία ο θεσμός λειτουργεί στην πληρότητα του κυρίως στη Σπάρτη και κατά δεύτερο λόγο στο Πολυδώριο. Στις υπόλοιπες μικρές κοινότητες υπάρχει απλώς μια ομάδα προυχόντων που εκπροσωπεί τις χριστιανικές μειονότητες.
Απόδειξη προσόδων δημογεροντίας.
Ήδη από τις αρχές, περίπου, του περασμένου αιώνα λειτουργεί μια άτυπη Δημογεροντία, δωδεκαμελής, με τρεις δημογέροντες από κάθε συνοικία στη Σπάρτη (Μουχτάρ Εβέλ, Μουχτάρ Σανί και Αγιάν).

Όμως, το πρώτο επίσημο καταστατικό Δημογεροντίας στη Σπάρτη συντάσσεται το 1861. Το σώμα συγκροτείται από οκτώ Δημογέροντες, ανά δύο από κάθε συνοικία ή μαχαλά (Τσάι, Γιοκάρ, Ασσά και Εμριέ). Κάθε συνοικία είχε το πενταμελές της Κοινοτικό Συμβούλιο, που εξέλεγε, εκτός από τους δύο Δημογέροντες και έναν Επίτροπο. Η τετραμελής Επιτροπή αποτελούσε την εκτελεστική εξουσία της Δημογεροντίας. Το Κοινοτικό Συμβούλιο περιλάμβανε μέσα στα καθήκοντα του την έκδοση πιστοποιητικού ταυτότητας, τη ρύθμιση κληρονομικών διαδικασιών, την έκδοση ληξιαρχικών πράξεων, την κατανομή του στρατιωτικού φόρου (κεφαλικού), την είσπραξη και καταβολή του στο Δημόσιο Ταμείο και την πληρωμή του μισθού στον εξουσιοδοτημένο της κλητήρα (Κεχαγιάς) για την είσπραξη των φόρων.
Ο Χατζή-Θοδωρής Χότζογλου νομομαθής και δικηγόρος στην Κωνσταντινούπολη και τη Σπάρτη  Οι νομικές και διπλωματικές του γνώσεις χρησιμοποιήθηκαν από το σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ.
Η Δημογεροντία κατήρτιζε τους κοινοτικούς προϋπολογισμούς και συγκέντρωνε τα εισοδήματα της Εκκλησίας και τις δωρεές. Ασκούσε την εποπτεία των κοινοτικών κτημάτων, των κοινοτικών λουτρών (χαμάμ) και του Φιλόπτωχου Ταμείου. Τέλος, επόπτευε στη λύση των διαφορών μεταξύ των Χριστιανών και ήταν εξουσιοδοτημένη για την έκδοση τυχόν διαζυγίων, προνόμιο που ουδέποτε χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει, αφού το διαζύγιο ήταν άγνωστο. Μέχρι τα τέλη του περασμένου αιώνα η Δημογεροντία διατηρούσε το δικαίωμα παρεμβάσεως ακόμη και στις παροχές προίκας (καθορίζοντας το ύψος της στο κατά το δυνατόν χαμηλότερο σημείο), στην ενδυμασία, στις γιορτές κ.λπ. Με τον καιρό, όμως, αυτά ατόνησαν.

Δικαίωμα εκλογής

Η εκλογή των Δημογερόντων, που η θητεία τους ήταν ετήσια, γινόταν πάντοτε την τελευταία Κυριακή του Φεβρουαρίου (επειδή το τουρκικό νέο έτος άρχιζε τον Μάρτιο) και το αποτέλεσμα της εκλογής επικυρωνόταν από τον Καδή. Το πρακτικό υπογραφόταν από τον Μουφτή και τον Φρούραρχο. Δικαίωμα εκλογής είχαν οι χριστιανοί άνω των 30 ετών, που κατέβαλαν ετήσιο φόρο πάνω από 100 γρόσια (!) και όλοι οι ιερείς. Η εκλεγμένη Δημογεροντία αναλάμβανε τα καθήκοντα της στις 21 Μαΐου σε επίσημη τελετή, όπου η απερχόμενη παρέδιδε την αρχή στη νέα διοίκηση. Τα γραφεία της Δημογεροντίας στεγάζονταν στο μητροπολιτικό μέγαρο, όπως άλλωστε τα κοινοτικά συμβούλια, και τελούσαν κάτω από την υψηλή εποπτεία του εκάστοτε μητροπολίτη που έφερε τον επίσημη τίτλο του Μιλλέτ Μπασή (δηλ. Εθνάρχη). Ο προϋπολογισμός της Δημογεροντίας σε 500 χρυσές λίρες το χρόνο και τα έξοδα της αφορούσαν κυρίως τους μισθούς των πυροσβεστών, του ειδικού γραμματέα και του Κεχαγιά. Ο πρόεδρος είχε την αρμοδιότητα χρήσης της στρογγυλής σφραγίδας που έφερε κυκλικά την επιγραφή: Η ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΣΠΑΡΤΗΣ 1894.

Μεγαλοαστός της Σπάρτης

Στο δωδεκαμελές «Δημοτικό Συμβούλιο της Σπάρτης» μετείχαν πάντοτε δύο Έλληνες Δημογέροντες που λέγονταν «Αντιπρόσωποι» (Ιταρέ Αζασί). Κατά κανόνα όμως ο ένας ήταν ο Μητροπολίτης (ή ο Αρχιερατικός Επίτροπος) που προτεινόταν αριστίνδην από τη Δημογεροντία.
Βεβαίωση της δημογεροντίας Σπάρτης στον Παναγιώτη Κιουρκτσόγλου στις 17 Οκτωβρίου 1910. Η βεβαίωση είναι γραμμένη στα καραμανλίδικα (τουρκικά με ελληνικούς χαρακτήρες)
Άλλο σημαντικό διοικητικό όργανο στη Σπάρτη αποτελούσε η Κεντρική Επιτροπή από οκτώ προύχοντες, δύο από κάθε συνοικία, που όμως δεν είχε την επίσημη αναγνώριση του τουρκικού κράτους. Την Επιτροπή αυτή είχε ιδρύσει ο Μητροπολίτης Γεράσιμος Τανταλίδης κατά το πρότυπο της ανάλογης που λειτουργούσε στη Σμύρνη. Ήταν το ανώτατο συντονιστικό όργανο της χριστιανικής κοινότητας και πρόεδρος της ήταν ο εκάστοτε Μητροπολίτης. Βασικό της καθήκον ήταν η επίλυση των τυχόν διαφορών που ανέκυπταν ανάμεσα στη Δημογεροντία και τους πολίτες που εκπροσωπούσε, καθώς, επίσης, και η διαιτησία σε διαφορές ή ισοψηφίες στα άλλα διοικητικά όργανα των χριστιανών.
Ο Βασίλειος Φιλοσόγλου τη δεκαετία του 1910. Νομομαθής, γλωσσομαθής με εξαιρετική ευγλωττία και διπλωματική ικανότητα  Τα προσόντα του έγιναν γνωστά στον Αβδούλ Χαμίτ που τον αξιοποίησε σε διπλωματική αποστολή στη Συρία  Η επιτυχία του αναγνωρίστηκε από την Υψηλή Πύλη και του απονεμήθηκε η στολή τιμής της αυτοκρατορίας. Με αυτή τη στολή του φωτογραφίζεται σε προχωρημένη πια ηλικία με τη γυναίκα του.
Πάνω απ' όλα αυτά, βέβαια, υπήρχε η Γενική Συνέλευση των Χριστιανών στην πόλη, που ήταν το κυρίαρχο όργανο, στην οποία μετείχαν ιερείς και κοσμικοί άνω των 30 ετών με ετήσιο φόρο τουλάχιστον 100 γρόσια και η οποία ήταν υπεύθυνη για την εκλογή όλων των διοικητικών οργάνων. Πρόεδρος ήταν πάντοτε ο Μητροπολίτης.

Σχολική εφορεία

Πολύ σημαντικό όργανο υπήρξε και η Σχολική Εφορεία, που ήταν εξαμελής και τα καθήκοντα της ήσαν εξαιρετικής σημασίας: η συντήρηση σχολικών κτιρίων, η επιλογή και ο διορισμός του διδακτικού προσωπικού, ο καθορισμός της διδακτέας ύλης, ο καθορισμός του ύψους των διδάκτρων που κυμαινόταν ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του, η χορήγηση υποτροφιών κ.ά. Ο ετήσιος προϋπολογισμός της ανερχόταν σε 1.500 λίρες χρυσές και τα έσοδα της προέρχονταν από τους εράνους, τις δωρεές, την πώληση κεριών στις «μονοκκλησιές», τα δίδακτρα και, κυρίως, τα διάφορα κληροδοτήματα που συνηθίζονταν για την Παιδεία. Η Σχολική Εφορεία εκλεγόταν την τελευταία Κυριακή του Φεβρουαρίου, όπως και η Δημογεροντία και, ας σημειωθεί, το αξίωμα του Εφόρου ήταν ιδιαίτερα τιμητικό, εξαιτίας της τεράστιας σημασίας που έδιναν οι χριστιανοί στην Παιδεία.

Επιτροπές

Τέλος, υπήρχαν και οι Εκκλησιαστικές Επιτροπές που ρύθμιζαν και επόπτευαν τη λειτουργία των ναών και που η σημασία και το κύρος τους υπήρξαν εξαιρετικής σπουδαιότητας· και τούτο διότι οι ναοί δεν ήσαν μόνο κέντρα θρησκευτικής λατρείας, αλλά, κυρίως, εθνικής εγρήγορσης.

Είναι χρήσιμο να αναφερθεί πως σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία τα αξιώματα των χριστιανών δεν περιορίζονταν μόνο σ' εκείνα που αφορούσαν την αυτόνομη διοίκηση της μειονότητας, αφού συχνά οι Σουλτάνοι εκτιμώντας την ευστροφία, την ευρυμάθεια και τη γλωσσομάθεια των Ελλήνων τους χρησιμοποιούσαν σε αποστολές της Αυτοκρατορίας διπλωματικές, οικονομικές κ.ά. Λαμπρά δείγματα υπήρξαν δύο εξαίρετοι νομομαθείς της Σπάρτης, ο Χατζηθοδωρής Χοτζόγλου και ο Βασίλειος Φιλόσογλου που διεξήλθαν με επιτυχία εξαιρετικά λεπτές διπλωματικές αποστολές με αποτέλεσμα να τιμηθούν με ειδικό παράσημο και τη Στολή Τιμής της Αυτοκρατορίας, τιμή πάρα πολύ σπάνια για αλλόθρησκο.

Επισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας http://www.tapantareinews.gr, για περισσότερη ενημέρωση. Εγγραφείτε - SUBSCRIBE: http://bit.ly/2lX5gsJ Website —►http://bit.ly/2lXX2k7 SOCIAL - Follow us...: Facebook...► http://bit.ly/2kjlkot    





Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only