Σάββατο, 4 Απριλίου 2020

Ο βίος του Ακροπολίτη






Α. Ο βίος του Ακροπολίτη
Ο Γεώργιος Ακροπολίτης ήταν επιφανής βυζαντινός ιστορικός του 13ου αι. και ειδικότερα
της Φραγκοκρατίας και υπόδειγμα πολιτικής και ιστοριογραφικής δεινότητας. Έζησε την
άνοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας της Νικαίας και την παλινόρθωση της βυζαντινής
κυριαρχίας στην Κωνσταντινούπολη (1261-1282) ως ανώτατος υπάλληλος που βρισκόταν
στο επίκεντρο των πολιτικών γεγονότων. Για την μεγάλη υπόληψη που απολάμβανε ως
λόγιος συνάμα και πολιτικός μαρτυρούν όλοι οι σύγχρονοί του ενώ εγκώμιο του έγραψε ο
μαθητής του αυτοκράτορας Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις.


Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1217, όταν η βασιλεύουσα βρισκόταν υπό
λατινικό ζυγό. Ήταν λοιπόν φυσικό για έναν φέρελπι νέο να ζητήσει καταφύγιο στο βασίλειο
της Νικαίας, πόλο έλξεως των Ελλήνων των λατινοκρατούμενων περιοχών. Στη Νίκαια ο
νέος Ακροπολίτης μπόρεσε να επιδοθεί συστηματικά στη διεύρυνση και την ολοκλήρωση
των σπουδών του και να γίνει δεκτός στους κύκλους της αυλής του αυτοκράτορα Ιωάννη Γ'
του Βατάτζη, με. τον γιο του οποίου, τον μελλοντικό αυτοκράτορα Θεόδωρο Β' Λάσκαρι,
συνδέθηκε αργότερα πολύ στενά. Ο Ακροπολίτης ευτύχησε να έχει δασκάλους δύο από τους
σημαντικότερους λογίους της εποχής: αρχικά τον Θεόδωρο Εξαπτέρυγο και τον Νικηφόρο
Βλεμμύδη λίγο αργότερα. Σύντομα ο συγγραφέας αναδείχθηκε σε σημαντικό λόγιο με αυτοδύναμη παρουσία στα πνευματικά πράγματα της αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα ο
αυτοκράτορας να του αναθέσει το έργο της εκπαίδευσης του νεαρού και φιλομαθούς
διαδόχου του, Θεοδώρου του Β'. Ήταν η αρχή μιας μακράς σχέσης, η οποία διατηρήθηκε ως
τον πρόωρο θάνατο του Θεοδώρου το 1258, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν και
αδιατάρακτη ή απαλλαγμένη δεινών παρεξηγήσεων και προστριβών. Το 1246 ο Ακροπολίτης
συνόδευσε τον αυτοκράτορα Βατάτζη σε μία εκστρατεία του στην Ευρώπη, ενώ το 1252 ο
αυτοκράτορας τον έστειλε ως επίσημο εκπρόσωπό του στον ηγεμόνα της Ηπείρου Μιχαήλ Β'
Άγγελο.



Όταν διαδέχθηκε τον πατέρα του ο Θεόδωρος Λάσκαρις απένειμε στον Ακροπολίτη το
αξίωμα του μεγάλου λογοθέτη. Ωστόσο, οι διαφωνίες τους για την πολιτική που θα έπρεπε να
ακολουθήσουν έναντι της Βουλγαρίας οδήγησαν τις σχέσεις τους σε σημείο οριακό: ο νεαρός
αυτοκράτορας δεν δίστασε να. εξευτελίσει τον παλαιό του δάσκαλο μπροστά στον στρατό
διατάζοντας να. τον μαστιγώσουν. Ο Ακροπολίτης δεν μπόρεσε να ξεπεράσει ποτέ αυτό το
ψυχικό τραύμα, με αποτέλεσμα να γίνει ένθερμος υποστηρικτής του διαδόχου του Θεοδώρου,
Μιχαήλ Η' του Παλαιολόγου, ο οποίος ακολούθησε σε πολλά σημεία πολιτική αντίθετη προς
τον προκάτοχό του. Με μένος που δύσκολα κρύβεται, ο Ακροπολίτης καταφέρεται στην
Ιστορία του εναντίον των κακών συμβούλων του Λάσκαρι, και ιδιαίτερα εναντίον του
πρωτοβεστιαρίτου Γεωργίου Μουζάλωνος, ο οποίος κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη
του Λάσκαρι παραγκωνίζοντας τον συγγραφέα. Είχε όμως και. άλλους λόγους ο
Ακροπολίτης να ευγνωμονεί τον Παλαιολόγο, αφού αυτός φρόντισε, μόλις ανέλαβε την
εξουσία, να τον απελευθερώσει από τα χέρια του Μιχαήλ Β' Αγγέλου, ο οποίος τον είχε
αιχμαλωτίσει κατά την πολιορκία του Πριλάπου.
Μετά την απελευθέρωση της βασιλεύουσας από τον ζυγό των Σταυροφόρων, ο
Ακροπολίτης ανέλαβε διοικητικά καθήκοντα στο πλευρό του νέου αυτοκράτορα.
Παράλληλα ενδιαφέρθηκε για την αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης παραδίδοντας μαθήματα
λογικής, ρητορικής και φιλοσοφίας σε προικισμένους νέους, όπως έκανε κι ο μετέπειτα
οικουμενικός πατριάρχης Γρηγόριος ο Κύπριος, ο οποίος τον αναφέρει εγκωμιαστικά στην
Αυτοβιογραφία του. Επίσης συνέχισε να παρέχει τις διπλωματικές του ικανότητες σε όλες τις
κρίσιμες ώρες της αυτοκρατορίας. Έτσι εκπροσώπησε τον αυτοκράτορα στη ενωτική σύνοδο
της Λυών (1274). Στη Ρώμη ήταν εκείνος που ανέγνωσε ενώπιον του Πάπα τη λατινίζουσα
ομολογία πίστεως του αυτοκράτορα και υπέγραψε εξ ονόματός του τον Τόμο της Ένωσης
2
των Εκκλησιών, με τον οποίο αναγνωριζόταν από την ορθόδοξη Εκκλησία το παπικό
πρωτείο. Ο ίδιος κατά βάση ήταν αντίθετος στη θεολογία της Δύσεως αλλά οι όροι για την
ένωση είχαν γίνει ήδη δεκτοί από τον αυτοκράτορα για την εξυπηρέτηση της δυτικής του
πολιτικής. Πέθανε το 1282, λίγο πριν πεθάνει και ο προστάτης του, αυτοκράτορας Μιχαήλ Η'
Παλαιολόγος.
Εκτός από την Ιστορία, που είναι το πιο γνωστό έργο του, ο Ακροπολίτης συνέθεσε έναν
επιτάφιο λόγο για τον αυτοκράτορα Ιωάννη Γ' τον Βατάτζη, δύο λόγους κατά των Λατίνων,
που πραγματεύονται το θέμα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, έναν εγκωμιαστικό
λόγο για τους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, μία ερμηνεία επιλεγμένων φράσεων του Αγίου
Γρηγορίου του Θεολόγου, καθώς και πολλά ποιήματα και υμνογραφικά συνθέματα. Ανάμεσα
στα ποιήματα του ξεχωρίζουν οι ιαμβικοί στίχοι για τον θάνατο της αυτοκράτειρας Ειρήνης,
συζύγου του Βατάτζη και κόρης του Θεοδώρου Α' Λάσκαρι.
Β. Ο ιστορικός περίγυρος
Για να κατανοήσουμε σωστά τα γεγονότα που περιγράφονται στην Ιστορία του
Ακροπολίτη, είναι χρήσιμο να δοθούν επιγραμματικά ορισμένες εισαγωγικές πληροφορίες
για την εποχή που προσπαθεί να σκιαγραφήσει με το έργο του.
Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, ο «κοσμικός
κατακλυσμός», όπως την ονόμασε κάποιος σύγχρονος, έφερε τεράστιες αλλαγές στο
Βυζάντιο, αλλαγές που ήταν από πολλές απόψεις αμετάκλητες. Για περισσότερο από μισό
αιώνα η Κωνσταντινούπολη δεν θα είναι το κέντρο του Βυζαντινού κόσμου, η ανώτερη τάξη
του Βυζαντίου θα εγκαταλείψει τη βασιλίδα των πόλεων και θα διασκορπιστεί και η ενότητα
δεν θα γίνει ποτέ ξανά χαρακτηριστικό της αυτοκρατορίας. Αυτές οι δομικές αλλαγές, όμως,
θα συνοδευτούν από την αύξηση της αίσθησης της Ελληνικής ταυτότητας, την αποδυνάμωση
των Ρωμαϊκών θεσμών, την εισαγωγή νέων πρακτικών ως συνέπεια της επαφής με τους
Λατίνους, την ενίσχυση της εκκλησιαστικής εξουσίας και θα δώσουν στο Βυζάντιο νέα
μορφή. Η κατάληψη της Πόλης που ουσιαστικά σημαίνει τη διάλυση της παλαιάς Ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας, όπως εξακολουθούσαν να αποκαλούν το κράτος τους οι Βυζαντινοί, υπήρξε
η αιτία της δημιουργίας μιας σειράς ελληνικών κρατιδίων. Αυτά, πολύ σύντομα εμφανίσθηκαν ως κληρονόμοι της χαμένης αυτοκρατορίας, προβάλλοντας και τις ανάλογες διεκδικήσεις
έναντι του νεοϊδρυθέντος λατινικού βασιλείου της Κωνσταντινούπολης και των άλλων
φραγκικών κρατιδίων που δημιουργήθηκαν μετά την πρόσκαιρη διάλυση της παλαιάς
βυζαντινής αυτοκρατορίας. Οι δύο εγγονοί του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α' του Κομνηνού,
Αλέξιος και Δαυίδ, ίδρυσαν στον Πόντο μία ανεξάρτητη ηγεμονία που είναι γνωστή ως
αυτοκρατορία της Τραπεζούντας˙ η περιοχή αυτή, παρά τις αρχικές φιλοδοξίες που έτρεφαν
οι ηγέτες της, δεν μπόρεσε τελικά να αποφύγει την απομόνωση από τον εθνικό κορμό -
απόρροια άμεση της γεωγραφικής θέσης της -, και τη συνακόλουθη περιθωριοποίησή της.
Έτσι ως συνεχιστές της παλαιάς αυτοκρατορικής παράδοσης εμφανίσθηκαν οι ηγεμόνες δύο
άλλων κρατιδίων, του βασιλείου της Νικαίας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου.
Πολύ σύντομα, μετά τα τραγικά γεγονότα του 1204, με κέντρο τη Νίκαια, δημιουργήθηκε
στη βορειοδυτική Μ. Ασία, ένας νέος κρατικός σχηματισμός, χάρη στις προσπάθειες του
εξόριστου βυζαντινού αξιωματούχου Θεοδώρου Α' Λάσκαρι, που σύντομα φρόντισε να
εκλεγεί στη Νίκαια νέος πατριάρχης, ο Μιχαήλ Αυτωρειανός ο οποίος και τον έστεψε
αυτοκράτορα. Ο Θεόδωρος γρήγορα στράφηκε εναντίον των δυο εγγονών του Ανδρόνικου
Κομνηνού που προσπαθούσαν να επεκταθούν στον παράλιο χώρο του δυτικού τμήματος της
Μ. Ασίας, και κατάφερε να τους απωθήσει προς τα ανατολικά. Το μικρό αυτό κρατίδιο
διεκδίκησε λοιπόν από την αρχή δυναμικά τον τίτλο του συνεχιστή της παλαιάς αυτοκρατορίας, παρά το γεγονός ότι για τη σταθεροποίησή του απαιτήθηκαν μακροχρόνιοι αγώνες τόσο
3
εναντίον των Σταυροφόρων, όσο και των Σελτζούκων Τούρκων, εγκατεστημένων ήδη στη
δυτική Μ. Ασία από τον ΙΑ' αιώνα. Με τη συνθήκη του Νυμφαίου το 1214 ο Θεόδωρος Α'
Λάσκαρις κατάφερε να επιτύχει την αναγνώριση των συνόρων του νέου κράτους εκ μέρους
των Λατίνων, σταθεροποιώντας κάπως την εξουσία του.
Το λεγόμενο Δεσποτάτο της Ηπείρου δημιουργήθηκε στη σημερινή Ήπειρο με
πρωτεύουσα την Άρτα, από τον Μιχαήλ Α' Άγγελο, ο οποίος, πεθαίνοντας, άφησε το κράτος
του κληρονομιά στον ικανότατο αδελφό του Θεόδωρο ο οποίος και επωμίσθηκε το κύριο
βάρος του αντιλατινικού αγώνα. Το αποκορύφωμα των επιτυχιών του ήταν η απελευθέρωση
της Θεσσαλονίκης το 1222. Μετά απ’ αυτό ο Θεόδωρος έλαβε τον τίτλο του αυτοκράτορα
και το αυτοκρατορικό στέμμα από τα χέρια του αρχιεπισκόπου Αχρίδας Δημητρίου
Χωματηνού, προβάλλοντας, και αυτός, άμεσα τις διεκδικήσεις του έναντι της ένδοξης
παλαιάς κληρονομιάς.


Την ίδια χρονιά τον Θεόδωρο Α' Λάσκαρι διαδέχθηκε στη Νίκαια ο γαμπρός του Ιωάννης
Γ' Βατάτζης, ικανότατος πολιτικός, ο οποίος δεν ήταν καθόλου διατεθειμένος να
εγκαταλείψει τις διεκδικήσεις της Νικαίας στο έλεος του σφετεριστή, όπως τον θεωρούσαν,
Θεοδώρου. Σύντομα ο Βατάτζης εξεδίωξε ουσιαστικά τους Λατίνους από τη Μ. Ασία, ενώ το
λατινικό βασίλειο της Κωνσταντινούπολης αρχίζει να πέφτει σε παρακμή. Παρά τις αρχικές
του επιτυχίες, ο ηγεμόνας της Ηπείρου Θεόδωρος νικήθηκε τελικά από τον ηγεμόνα του
αναγεννημένου βουλγαρικού βασιλείου Ιωάννη Ασάν Β' το 1230 στη μάχη της
Κλοκοτινίτσας και αιχμαλωτίσθηκε. Το κρατίδιο της Ηπείρου έχασε το σύνολο των κτήσεων
του δυτικά της Θεσσαλονίκης, ενώ τον Θεόδωρο διαδέχθηκε στον θρόνο ο ανίκανος αδελφός
του Μανουήλ.
Ο Βατάτζης εκμεταλλεύθηκε επιδέξια τη διάθεση των Βουλγάρων να επεκταθούν στα
εδάφη του παρηκμασμένου λατινικού βασιλείου της Κωνσταντινούπολης, και προχώρησε
στην πολιορκία της βασιλεύουσας από ξηρά και θάλασσα το 1236. Σύντομα, όμως, οι
Βούλγαροι στράφηκαν εναντίον του Βατάτζη, προτιμώντας τη συνέχιση της παρουσίας του
αδύναμου λατινικού βασιλείου της Κωνσταντινούπολης, από την ανοχή στα επεκτατικά
σχέδια του δυναμικού Βατάτζη˙ ωστόσο, το κράτος της Νικαίας είχε επιτύχει να επεκτείνει
την κυριαρχία του επί ευρωπαϊκού εδάφους.
Εκμεταλλευόμενος αυτό το ευρωπαϊκό προγεφύρωμα, ο Βατάτζης έστρεψε εν συνεχεία τις
προσπάθειές του στην κατάληψη της δεύτερης μεγάλης πόλης στα Βαλκάνια, της
Θεσσαλονίκης, που ελεγχόταν ακόμη από τους ηγεμόνες της Ηπείρου. Μία πρώτη
εκστρατεία εναντίον της πόλης οργανώθηκε το 1242˙ σύντομα όμως ο αυτοκράτορας
έστρεψε την προσοχή του ξανά στη Μ. Ασία, όπου η επιδρομή των Μογγόλων τον ανάγκασε
να συνάψει πρόσκαιρη συμμαχία με τους Σελτζούκους. Τελικά ή Θεσσαλονίκη καταλήφθηκε
σχεδόν χωρίς αιματοχυσία το 1246. Στενές σχέσεις καλλιέργησε ο Βατάτζης με τον Γερμανό
αυτοκράτορα Φρειδερίκο Β' τον Χοχενστάουφεν.
Ο Βατάτζης πέθανε το 1254 και τον διαδέχθηκε στον θρόνο ο γιος του, Θεόδωρος Β'
Λάσκαρις (1254-1258). Ο Θεόδωρος συνέχισε το έργο του πατέρα του, αποσκοπώντας στη
σταθεροποίηση των ήδη επιτευχθέντων και στη διεύρυνση των στόχων της πολιτικής του
κράτους, μεταξύ των οποίων προείχε φυσικά η απελευθέρωση της βασιλεύουσας. Στα
Βαλκάνια ο νεαρός ηγεμόνας είχε να αντιμετωπίσει τις επιδρομές των Βουλγάρων, οι οποίες
αναχαιτίσθηκαν μόνον ύστερα από δύο δαπανηρές εκστρατείες, ενώ στην Ανατολή μόνιμο
κίνδυνο αποτελούσαν οι Σελτζούκοι, με τους οποίους είχε προσωρινά συμμαχήσει και ο
εξόριστος Μιχαήλ Παλαιολόγος, δεινός πολέμιος του αυτοκράτορα Θεοδώρου και
μελλοντικός διάδοχός του. Ο πρόωρος θάνατός του, το 1258, έφερε και το τέλος της
δυναστείας των Λασκαριδών, εφόσον ο νέος αυτοκράτορας Ιωάννης Δ' ο Λάσκαρις ήταν
ακόμη ανήλικος κι ο επίτροπός του, Γεώργιος Μουζάλων, παλιός ευνοούμενος του πατέρα
του, δολοφονήθηκε λίγες μέρες αργότερα στη μονή των Σωσάνδρων από αριστοκράτες
4
αντιπάλους του νεκρού βασιλιά Θεοδώρου. Αυτοί ανέθεσαν την επιτροπεία του νεαρού
Λάσκαρι στον Μιχαήλ Παλαιολόγο ο οποίος σύντομα παραγκώνισε τον νόμιμο διάδοχο του
θρόνου και στέφθηκε ο ίδιος αυτοκράτορας.
Ο Μιχαήλ Η' ο Παλαιολόγος που δεν στερούνταν διοικητικών ικανοτήτων, είχε αρχικά να
αντιμετωπίσει την τριπλή συμμαχία των Σέρβων, του δεσποτάτου της Ηπείρου και του
λατίνου ηγεμόνα του Μορέως Γουλιέλμου Βιλλαρδουίνου, η οποία είχε συναφθεί με στόχο
την κατάληψη των βαλκανικών εδαφών του βασιλείου της Νικαίας. Οι προσπάθειες του
Μιχαήλ Η' στέφθηκαν τελικά από επιτυχία, όταν τα στρατεύματα της Νικαίας νίκησαν στην
Πελαγονία το 1259 τους συμμάχους και συνέλαβαν αιχμάλωτο τον ηγεμόνα του Μωρέως, ο
οποίος εξασφάλισε την ελευθερία του, παραχωρώντας στον Μιχαήλ σημαντικά εδάφη στην
Πελοπόννησο, συμπεριλαμβανομένου του Μυστρά.
Η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, για την οποία τόσο είχαν μοχθήσει οι
προκάτοχοι του Παλαιολόγου, οφείλεται σε μία, μάλλον τυχαία, πρωτοβουλία του στρατηγού
Αλεξίου Στρατηγόπουλου, ο οποίος κατάφερε να μπει στην βασιλεύουσα στις 25 Ιουλίου
1261, χάρη στην έλλειψη μέτρων επιφυλακής εκ μέρους των Λατίνων κυριάρχων. Η
ανακατάληψη αυτή οριοθετεί χρονικά και την έναρξη της Παλαιολόγειας εποχής στο
Βυζάντιο το οποίο συρρικνώνεται βαθμιαία σ’ ένα αδύνατο και μικρό σε έκταση κράτος, μια
Αυτοκρατορία των Στενών, πριν καταλυθεί οριστικά από τους Οθωμανούς.
Γ. Γενικά περί του ιστορικού του έργου
Το ιστορικό έργο του Ακροπολίτη, η Χρονική συγγραφή έχει αναγνωριστεί για την
εξαιρετική αξιοπιστία, την πληρότητα των περιγραφών της καθώς και για νηφαλιότητα που
τη χαρακτηρίζει. Aποτελεί συνέχεια του Νικήτα Χωνιάτη ή κατά άλλους του Νικήτα
Ακομινάτου και πραγματεύεται τα γεγονότα από το 1203 έως το 1261, αναφέρεται δηλαδή
στην ιστορία της Αυτοκρατορίας της Νικαίας. Το έργο αρχικά μάλλον δεν ήταν χωρισμένο
σε βιβλία. Ο Heisenberg στην έκδοσή του το χωρίζει στα ίδια κεφάλαια που το είχε χωρίσει
και ο Λέων Αλλάτιος.



Ο συγγραφέας είναι τελείως κάτοχος της ιστορικής του ύλης. Κι αυτό γιατί έζησε από κοντά
ένα μεγάλο μέρος των γεγονότων που περιγράφει και δεν παραλείπει να τονίζει σε κάθε
ευκαιρία την παρουσία ή τη συμμετοχή του σ’ αυτά (π.χ. 44, 22 κ.ε.). Αλλά και όσα δεν
έζησε ο ίδιος μπόρεσε να τα πληροφορηθεί από συγχρόνους αυτών των γεγονότων. Την
παλινόρθωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από
τους Φράγκους το 1204 την παρουσιάζει ως έργο εντεταλμένο από τη Θεία Πρόνοια που το
έφεραν σε πέρας με επιτυχία οι αυτοκράτορες της Νικαίας κι ο Μιχαήλ Παλαιολόγος. Οι
σημερινές μας γνώσεις για την εποχή εκείνη βασίζονται στο μεγαλύτερο μέρος τους στη
διήγηση του Ακροπολίτη αφού ο συγγραφέας μας παρουσιάζει το σημαντικότερο μέρος της
ιστορίας της αυτοκρατορίας της Νικαίας κι η Χρονική συγγραφή είναι το μόνο σύγχρονο
ιστορικό έργο ολόκληρης της περιόδου. Ο ιστορικός σκιαγραφεί με αριστουργηματικό τρόπο
τον περίπλοκο συσχετισμό δυνάμεων, μετά την πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, και
τους ακατάπαυστους αγώνες που διεξήγαν όλοι εναντίων όλων και που διάρκεσαν όλο το
διάστημα της βασιλείας του Θεοδώρου Α΄ Λάσκαρι. Με τον ίδιο ανάγλυφο τρόπο
παρουσιάζει στους αναγνώστες τη συστηματική διαδικασία της ανόρθωσης και τις
επιτυχημένες επιχειρήσεις ανάκτησης του Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη σε Μ. Ασία κι Ευρώπη
καθώς και την ιστορική πορεία των διαδόχων του στο θρόνο της αυτοκρατορίας της Νικαίας
ή του προσφιλή στο συγγραφέα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου που κατόρθωσε να ανασυστήσει τη
βυζαντινή εξουσία στην Κωνσταντινούπολη. Με την περιγραφή των τελετών της εισόδου του
τελευταίου στην πρωτεύουσα διακόπτεται απότομα και το κείμενο της Ιστορίας του
Ακροπολίτη.
5
Δ. Η ιδεολογική κατεύθυνση της Ιστορίας
Ο Ακροπολίτης εκθέτει τα γεγονότα από τη σκοπιά του βασιλείου της Νικαίας, της
νομιμότητας του οποίου είναι ένθερμος υπερασπιστής. Η ιδεολογία του κράτους αυτού που
προσπαθούσε να εμφανισθεί ως ο νόμιμος συνεχιστής της καταλυμένης το 1204 αυτοκρατορίας, φανερώνεται σχεδόν σε κάθε σελίδα του έργου του. Οι αυτοκράτορες Θεόδωρος Α'
Λάσκαρις και Ιωάννης Γ' Βατάτζης εμφανίζονται ως ήρωες, ενώ οι ηγεμόνες της Ηπείρου
παρουσιάζονται ως ανόσιοι σφετεριστές της εξουσίας. Οι ύβρεις που διατυπώνονται για τον
πρώην αυτοκράτορα Αλέξιο Γ' Άγγελο, αντίπαλο του Θεοδώρου Α' Λάσκαρι, και κυρίως για
τον Θεόδωρο Άγγελο της Ηπείρου είναι πολύ χαρακτηριστικές. Απροκάλυπτη είναι κι η
εχθρότητά τους προς τους Φράγκους, αν και δεν είναι τόσο έντονη, όσο εκείνη προς τους
ομοεθνείς αμφισβητίες της αποστολής των αυτοκρατόρων της Νικαίας.
Ωστόσο, κύριος στόχος του έργου του Ακροπολίτη είναι η νομιμοποίηση της εξουσίας του
νέου αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου. Για την επίτευξη αυτού του στόχου προκρίνεται
κυρίως η αμαύρωση των επιτευγμάτων του προηγούμενου αυτοκράτορα Θεοδώρου Β'
Λάσκαρι, ο όποιος σκιαγραφείται ως προσωπικότητα ψυχικώς διαταραγμένη με
αδικαιολόγητες εκρήξεις θυμού και με τάση να επηρεάζεται από κακούς συμβούλους, όπως ο
Μουζάλων, προσωπικός εχθρός του Ακροπολίτη. Παράλληλα, καταβάλλεται προσπάθεια να
εμφανισθεί ο Παλαιολόγος ως ο άνθρωπος που αποκαθιστά τη διασαλευθείσα τάξη και την
κυριαρχία των αριστοκρατών, οι οποίοι εγγυώνται, κατά τον Ακροπολίτη, τη συνέχεια του
κράτους και τη διατήρηση των παλαιών ρωμαϊκών παραδόσεων. Ο παραγκωνισμός και η
τύφλωση του νεαρού Ιωάννη Δ' Λάσκαρι αποσιωπώνται ενώ δεν γίνεται κανένας λόγος για
την ανάμειξη του Παλαιολόγου στην οργάνωση της συνωμοσίας που κατέληξε στην αγρία
σφαγή των αδελφών Μουζάλωνος. Απλώς, η όλη ενέργεια εξωραΐζεται ως μία προσπάθεια
των αριστοκρατών να υπερασπισθούν τη νόμιμη δυναστεία. Επιπλέον, τονίζεται η βαθιά
πίστη του Μιχαήλ Η', ο οποίος κατά τα πρότυπα της κυρίαρχης αυτοκρατορικής ιδεολογίας
παρουσιάζεται ως ο εκλεκτός του Θεού, ο οποίος επωμίζεται την ευθύνη για τη διάσωση της
αυτοκρατορίας. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί ο Παλαιολόγος σαν ήρωας κορυφώνεται
φυσικά με την περιγραφή της εισόδου του στην απελευθερωμένη Κωνσταντινούπολη το
1261.
Γενικά μπορούμε να πούμε ότι ή στάση του Ακροπολίτη έναντι των ιστορικών γεγονότων
υπαγορεύεται από το γεγονός της εντάξεώς του στην ανώτατη κρατική γραφειοκρατία, που
ευνοήθηκε τόσο από την παλιά πολιτική των αυτοκρατόρων της Νικαίας όσο και από τον
Μιχαήλ Παλαιολόγο. Επομένως η εξύμνηση του σφετεριστή Παλαιολόγου εκ μέρους του
συγγραφέα μας ήταν μάλλον αναπόφευκτη.
Ε. Η μέθοδος και τα χαρακτηριστικά της Ιστορίας του Ακροπολίτη
1. Το Προοίμιο
Το προοίμιο της Ιστορίας φανερώνει ότι ο Ακροπολίτης έχει συναίσθηση της ιστορικής
παράδοσης σύμφωνα με την οποία γράφει το έργο του και της θέσης του σ’ αυτή. Γι’ αυτό
τονίζει ότι δεν έχει σκοπό να περιγράψει τα γεγονότα από κτίσεως κόσμου ούτε να
συμβιβάσει τις διαφορές στη χρονολόγηση, που παρατηρούνται μεταξύ των διαφόρων
ιστορικών κειμένων, πράγμα ανέφικτο, εφόσον τα γεγονότα ανήκουν σε παρωχημένες
εποχές, των οποίων ο ακριβής έλεγχος δεν είναι πλέον δυνατός. Μ’ αυτές τις σκέψεις ο
Ακροπολίτης καταδικάζει εμμέσως πλην σαφώς τους βυζαντινούς χρονογράφους που
συνέθεταν έργα ιστορικά, προσπαθώντας να καλύψουν όλη την παγκόσμια ιστορία,
αδιαφορώντας, στην ουσία, για τη λεπτομερή επεξεργασία του υλικού και περιοριζόμενοι, ως
επί το πλείστον, στην ανεύθυνη αντιγραφή των προγενεστέρων πηγών. Ο Ακροπολίτης,
6
ακολουθώντας ως προς αυτό περισσότερο την παράδοση της κλασικής ιστοριογραφίας, πάλι
στο προοίμιο, επισημαίνει ότι είναι εφικτή η ιστορική καταγραφή μόνον των γεγονότων
εκείνων, τα οποία τη κοινη φημη γνωρίζεται, εννοώντας προφανώς γεγονότα πρόσφατα, τα
οποία και υπόκεινται ευκολότερα στον έλεγχο του ευσυνείδητου ιστορικού. Κατά τα άλλα,
στο προοίμιο, όπου διατυπώνεται κι η ακολουθητέα μέθοδος, επαναλαμβάνονται οι κοινοί
τόποι των βυζαντινών προοιμίων περί αντικειμενικότητας του ιστορικού που για τον
συγγραφέα είναι υψίστης σημασίας, περί του καθήκοντός του να διαφυλάξει στη μνήμη του
λαού τα γεγονότα που θ’ αφηγηθεί και περί της μεγάλης ωφελιμότητας της Ιστορίας για τον
ανθρώπινο βίο.
2. Η κυρίως ιστορία
α. Η αντικειμενικότητα
Οι σύγχρονοι μελετητές σχεδόν ομόφωνα θεωρούν ότι σε γενικές γραμμές ο Ακροπολίτης
είναι ιστορικός αντικειμενικός και αξιόπιστος. Το πρόβλημα της αντικειμενικότητας φαίνεται
να τον απασχολεί πολύ. Ήδη από το προοίμιο καθιστά γνωστή στους αναγνώστες του έργου
τη σοβαρή του διάθεση να μην παραχαράξει τα πράγματα ομολογώντας ρητά ότι ύψιστη
αρχή έθεσε το αξίωμα του Τακίτου Sine ira et studio: «ουτε γουν πρός χάριν ούτε πρός
φθόνον, αλλ’ ουδέ πρός μισος η καί πρός ευνοιαν συγγράφειν χρεών εστι τον συγγράφοντα,
αλλ’ ιστορίας μόνον χάριν…» (4, 18-21). Γενικά το έργο τους μαγνητίζει ακριβώς για το λόγο
που εξηγεί με απλά λόγια ο καθηγητής Β. Κατσαρός: «Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι η λιτή και
νηφάλια αφήγηση του Ακροπολίτη εκφράζει ταυτόχρονα και τη συγκρατημένη τοποθέτησή του
απέναντι στους Λατίνους, που, αν και εχθροί και καταστροφείς της πατρίδας του, προσπαθεί να
τους δει με ψύχραιμη και αντικειμενική διάθεση, υπολογίζοντας την παρουσία του “άλλου”».
Αυτό γίνεται αμέσως αντιληπτό αν διαβάσει κανείς το απόσπασμα στο οποίο περιγράφεται ο
τρόπος με τον οποίο εκτυλίχθηκε η επιχείρηση ανάκτησης της Πόλης από τον καίσαρα
Αλέξιο Στρατηγόπουλο. Η προσπάθεια του να είναι αντικειμενικός φαίνεται κι από άλλο
σημείο. Καλύπτει πολύ αριστοτεχνικά τα ίχνη του κι αφηγείται την ιστορία του σα να μην
είναι ένας από αυτούς που εμπλέκονται στα γεγονότα της. Μ’ αυτόν τον τρόπο δίνει στον
αναγνώστη την εντύπωση ότι δεν έχει αποκρύψει απολύτως τίποτα και τον υποχρεώνει να τη
δεχθεί όπως ακριβώς την παρουσιάζει ο ίδιος.
1 Αν και δεν είναι απαλλαγμένος από
προλήψεις - πιστεύει λόγου χάριν στα όνειρα, στα διάφορα σημεία και στη σημασία τους 2
 -



προσπαθεί σε γενικές γραμμές να διαπιστώσει τις βαθύτερες αιτίες των γεγονότων, χωρίς να
πλατειάζει και να πελαγοδρομεί.
Εξαίρεση της αντικειμενικότητάς του ίσως να μπορούσε ν’ αποτελέσει η υπερβολικά
κολακευτική εικόνα η οποία δίνεται για τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο κι η οποία είναι
χαρακτηριστική στην παρουσίαση των γεγονότων των σχετικών με τη διαδοχή του
Θεοδώρου Β΄ (Κεφ. 75, σελ. 154-156).3

β. Οι ιστορικοί συσχετισμοί και η χρήση της στρατιωτικής και πολιτικής εμπειρίας του
Ακροπολίτη στην ανάλυση των γεγονότων
Κανείς δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει την ικανότητα του συγγραφέα να διακρίνει τους
ιστορικούς συσχετισμούς. Τέτοιο παράδειγμα είναι ο συσχετισμός που κάνει ανάμεσα στη
λεηλασία της Μακεδονίας από τον Καλογιάννη (1197-1207) με την καταστροφική

1 Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η παρουσίαση της δίκης του Μιχαήλ Παλαιολόγου στην οποία ο Ακροπολίτης ήταν αυτόπτης μάρτυρας (Ι, σελ.
92.25-100.14).
2 Πρβλ. τόσο το όνειρο που προμηνύει στον τσάρο Ιβάν Ασάν ότι θα πεθάνει (23, 19-23) όσο και τα φυσικά φαινόμενα που θεωρούνται προάγγελοι του
θανάτου της αυτοκράτειρας Ειρήνης (64, 1-5).
3 Όσον αφορά την παρουσίαση των αρχών της αυτοκρατορίας της Νικαίας, ο Ακροπολίτης είτε είναι φειδωλός στους επαίνους είτε κάνει ανοικτή κριτική
στους Ιωάννη Βατάτζη, Θεόδωρο Β΄ και Αρσένιο ενώ εκθειάζει τις αρετές του Μιχαήλ.
7
εκστρατεία του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ εναντίον των Βουλγάρων. Παίρνοντας ως
αφορμή την πρώτη, ο Ακροπολίτης υπενθυμίζει τη δεύτερη αντιπαραθέτοντας τον
Βουλγαροκτόνο της εποχής εκείνης στον Ρωμαιοκτόνο διακόσια χρόνια αργότερα (23, 16-
19).
Αναμφισβήτητη επίσης είναι η ικανότητά του να χρησιμοποιεί τις πολλές στρατιωτικές και
πολιτικές του εμπειρίες στην ανάλυση των ιστορικών γεγονότων. Από μερικές ασήμαντες
παρατηρήσεις του συμπεραίνουμε πόσες τέτοιες εμπειρίες μπόρεσε να συγκεντρώσει κατά τη
διάρκεια της ζωής του και πως τις αξιοποίησε κατά την συγγραφή του έργου του. Για
παράδειγμα, γνώριζε από αυτοψία ότι οι Βούλγαροι ήταν ανίκανοι να πολιορκήσουν οχυρές
θέσεις γιατί τους έλειπαν τα τεχνικά μέσα (22, 26 κ.ε.) κι από την πείρα του το ότι οι
κάτοικοι της Δύσης δεν είναι φύσει τόσο σκληραγωγημένοι ώστε να αντέχουν στις
πολιορκίες (167, 14-16). Ο πολιτικά έμπειρος συγγραφέας ξέρει επίσης ότι η μεγαλοψυχία
συνεπάγεται και πρακτικά οφέλη για τον νικητή (42, 15-20) ενώ μια σημαντική νίκη μπορεί
να αποβεί ανενεργή ελλείψει πειθαρχίας εκ μέρους των στρατιωτών (171, 19 κ.ε., 172, 19-
23). Τέλος, ο πιστός συνεργάτης τόσων αυτοκρατόρων είναι γνώστης του κριτηρίου για την
εκλογή του πατριάρχη από τους βυζαντινούς ηγεμόνες και το οποίο είναι η
συγκαταβατικότητα του υποψηφίου (72, 5-7 και 106, 22-25).
γ. Οι σκιαγραφήσεις των προσώπων
Ο Ακροπολίτης αποδεικνύεται πραγματικός δεξιοτέχνης τόσο στις περιγραφές της
εξωτερικής εμφάνισης των αυτοκρατόρων όσο και στις σκιαγραφήσεις της προσωπικότητάς
τους. Αν και αυτές μπορεί να είναι σχετικά σύντομες, δεν είναι καθόλου τυποποιημένες
(Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρις 31, 22-32, 11, Ειρήνη 62, 19-23, Ιωάννης Γ΄ 103,19-104, 18,
Θεόδωρος Β΄ 105, 1-17). Ο συγγραφέας προσπαθεί να κρατά απόσταση από τα πρόσωπα του
έργου του κι αυτό γίνεται πιο σαφές αν συγκρίνουμε αυτές τις περιγραφές με παρόμοια
«αριστεία» από τα έργα του Κιννάμου και του Νικηφόρου Βρυεννίου.
Μόνο σε μια περίπτωση δεν κατορθώνει να το πετύχει – αυτή της παρουσίασης των τριών
αυτοκρατόρων της Νικαίας και ιδιαίτερα του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου προς τον οποίο είναι
φανερό ότι τρέφει μεγάλη συμπάθεια κι προσπαθώντας να τον παρουσιάσει ως καλύτερο από
τους άλλους δυο αμαυρώνει την εικόνα τους. Αυτό αποδεικνύεται από τις σκηνές που
περιγράφονται παρακάτω:
α) Θέλοντας να δώσει μια αρνητική εικόνα του Θεοδώρου Β΄ Λάσκαρι ισχυρίζεται ότι: «Αν
έναν οποιονδήποτε άνθρωπο λύπησε τόσο πολύ ο πατέρας του εξαιτίας της στέρησης χρημάτων
ή περιουσίας, θα είχε ελπίδες να βρει λύσεις γι’ αυτά τα δεινά. Αυτό πίστευαν όλοι … αλλά
γελάστηκαν, αφού αποδείχθηκε άνθρακας ο θησαυρός τους, κατά τη λαϊκή ρήση. Γιατί
συμπεριφέρθηκε (ο Θεόδωρος) με τέτοιο τρόπο στους υπηκόους του και τους εκμεταλλεύθηκε
τόσο πολύ, που όλοι θεωρούσαν τον πατέρα ευλογημένο». Αυτό το σχόλιο ο συγγραφέας το
κάνει κατά την αφήγηση του θανάτου του Ιωάννη κι αφού έχει ανασκοπήσει τη ζωή του και
υποδηλώνει ότι ο γιος ήταν τόσο κακός που ο πατέρας του μπροστά του να φαντάζει άγιος.
β) Περιγράφοντας την άνοδο του Μιχαήλ στο θρόνο της Νικαίας δικαιολογεί τα θλιβερά
γεγονότα που προηγήθηκαν, και συγκεκριμένα το φοβερό αιματοκύλισμα γύρω από τη
λάρνακα του νεκρού, ως εκδίκηση των άδικα τιμωρημένων και κακοποιημένων και την οργή
του πλήθους με την ανικανότητα και την αναξιοπρέπεια των οπαδών και ευνοουμένων του
Θεοδώρου (Ι, 155.16–156.18). Αντίθετα, παρουσιάζει το Μιχαήλ ως ηγεμόνα σταλμένο από
τη Θεία Πρόνοια, που ακολουθώντας την πανάρχαια παράδοση αρνείται επανειλημμένα να
δεχτεί το στέμμα αλλά μεταπείθεται απ’ όλους τους παράγοντες της εξουσίας και τελικά
αναλαμβάνει το βαρύ φορτίο, έχοντας πίστη στον Θεό. Αυτή είναι μια σαφώς ευχάριστη στον
αυτοκράτορα εκδοχή του Ακροπολίτη ο οποίος δεν κάνει καμιά αναφορά στην τύχη του
νόμιμου διαδόχου του θρόνου, Ιωάννη. Δυο λόγοι συντρέχουν γι’ αυτό το φαινόμενο. Ο
8
πρώτος είναι πιθανόν το γεγονός ότι, αντίθετα από άλλους ιστορικούς που γράφουν το έργο
τους ενώ έχουν αποσυρθεί από την ενεργό δράση, ο Γεώργιος, που είναι ο ίδιος αφηγητής της
ιστορίας του, δημιουργεί τη Χρονική συγγραφή ενώ βρίσκεται ακόμη στην υπηρεσία του
Μιχαήλ. Ο δεύτερος μπορεί να είναι η ντροπή που αισθανόταν επειδή κι αυτός ήταν ένας από
τους πέντε υψηλά ιστάμενους φίλους του Θεοδώρου Β΄ κι η ζωή του δεν διέφερε και πολύ
από την χωρίς νόημα ζωή εκείνων, και η προσπάθειά του να διαχωρίσει τη δική του στάση.
Έτσι είναι φυσικό να μην είναι πολύ αντικειμενικός στην παρουσίαση των τριών αυτών
αυτοκρατόρων.
δ. Άλλα χαρακτηριστικά του έργου
Ο σύγχρονος αναγνώστης με ευχαρίστηση διαπιστώνει στον Ακροπολίτη μια νηφαλιότητα
και μια τάση για σύντομη, σαφή αφήγηση, που τον διακρίνει από τους περισσότερους
βυζαντινούς ιστοριογράφους και χρονογράφους κι η οποία προέρχεται από την εγκατάλειψη
της γλωσσικής επιτήδευσης του Ν. Χωνιάτη. Κάποια άλλα χαρακτηριστικά που τον
χαρακτηρίζουν ως ιστορικό είναι η δικαιοκρισία και η αμεροληψία, αφού ασφαλώς η
προβολή της προσωπικότητάς του δεν εξασθενεί το προσόν αυτό.
Εκτός από αυτό, ο Ακροπολίτης φροντίζει να κάνει ζωντανή τη διήγησή του με σκηνές
ρεαλιστικά δοσμένες. Τέτοιες είναι η μονομαχία του Θεοδώρου Α΄ με τον σουλτάνο του
Ικονίου κατά τη διάρκεια της μάχης στην Αντιόχεια του Μαιάνδρου (1211) (16, 24 και 17,
16) ή η προσωπική δράση του αυτοκράτορα Ιωάννη Γ΄ στη μάχη του Ποιμανηνού (1224) (34,
27 και 35, 7). Ασυγκρίτως, όμως, ρεαλιστικότερες είναι οι σκηνές που περιγράφουν τις
κρίσεις αποπληξίας του Ιωάννη Γ΄(101, 23 και 103,2), τη νυχτερινή επιθεώρηση του
στρατεύματος από το Θεόδωρο Β΄ που ακολουθείται από τον ίδιο το συγγραφέα (127, 31 και
128, 21), τη χειμωνιάτικη νύχτα κατά την οποία μια μονάδα κατασκηνώνει στο πυκνό δάσος,
όπου ο καπνός από τους αναρίθμητους δαυλούς φέρνει δάκρυα στα μάτια των αντρών (122,
13-22), τη περιγραφή του κρανίου του αυτοκράτορα Βαλδουίνου, που οι Βούλγαροι το
χρησιμοποιούν για κύπελλο (22, 11-14), την εντυπωσιακή εμφάνιση του παπικού λεγάτου
στην Κωνσταντινούπολη (29, 12-18) και τέλος την περιγραφή του πρίγκιπα της Αχαΐας, ο
οποίος αναγνωρίζεται κατά την αιχμαλωσία του από τα υπερβολικά μεγάλα δόντια του, που
προεξέχουν (170, 12-14).
Πέραν τούτων, στη διήγησή του εμπεριέχονται ακόμη και χιουμοριστικά στοιχεία. Αξίζει
ν’ αναφερθούν εδώ μερικά απ’ αυτά: οι γενουάτες κατακτητές κατοικούν στα σπίτια των
Ροδίων και κοιμούνται με τις γυναίκες τους, αν δεν είναι πολύ γριές ή πολύ άσχημες (86, 17-
20), ο στρατηγός Κωνσταντίνος Μαργαρίτης, που καταγόταν από χωρικούς, «μεγάλωσε με
κριθαρένιο ψωμί και πίτουρα» και γι’ αυτό ξέρει μόνο να μουγκρίζει (123, 6-9), ο Δημήτριος
Άγγελος, που βρίσκεται στο σπίτι μιας παντρεμένης, ξεφεύγει από τον σύζυγο μ’ ένα πήδημα
από το παράθυρο, σπάει το πόδι του κι από τότε κουτσαίνει (71, 4-12) και τέλος το επεισόδιο
στο οποίο ο εικοσιεπτάχρονος Μιχαήλ Παλαιολόγος, που κατηγορείται για εσχάτη προδοσία,
υπερασπίζεται τον εαυτό του με επιτυχία μπροστά στη θεϊκή δοκιμασία - απαιτεί μεταξύ
άλλων από τον μητροπολίτη Φιλαδελφείας να πιάσει αυτός πρώτος με τα «άγια χέρια του» το
πυρωμένο σίδερο και τον διαβεβαιώνει ότι μετά θα το πιάσει κι αυτός, ο «αμαρτωλός» (97,
14 και 98, 3).
Το χιούμορ του συγγραφέα φαίνεται και από κάτι άλλο. Επειδή κατά μερικούς μελετητές ο
Ακροπολίτης δεν είχε σε μεγάλη υπόληψη τους τίτλους και τις προαγωγές, κοροϊδεύει αυτού
του είδους τα «παιδιαρίσματα» - ακόμη και το δικό του αξίωμα (124, 1-18) - και διασκεδάζει
αποκαλώντας έναν Πρωτοσέβαστο «ανθρώπιον αφελέστατον» (123,5) ή τους
9
περιβεβλημένους με υψηλά αξιώματα οπαδούς του Θεοδώρου Β΄ «ανδράρια μηδενός ή τριων
οβολων άξια» (124, 10).4

Επιπλέον η Χρονική συγγραφή χαρακτηρίζεται από την τεκμηριωμένη, συνοπτική και
σωστή χρονολογικά παρουσίαση των διαφόρων γεγονότων που επιχειρεί ο συγγραφέας και
από τον τρόπο με τον οποίο καθοδηγεί τον αναγνώστη χρησιμοποιώντας στην αφήγησή του
μεταβατικές προτάσεις (Ι, σελ. 24.10-11, 57.18-20). Έτσι το κείμενό του φαίνεται σχετικά
σαφές και άμεσο, η σημασία του δεν προβληματίζει κανένα κι οι λέξεις που χρησιμοποιεί
μπορούν να κατανοηθούν εύκολα.
Επιπροσθέτως, ο Ακροπολίτης φαίνεται ψυχρός και «ορθολογικός». Παρουσιάζει τα
γεγονότα όπως θα το έκαναν οι σύγχρονοι ιστορικοί. Δεν υπαινίσσεται πουθενά ότι η πτώση
της Κωνσταντινούπολης οφειλόταν στα αμαρτήματα των κατοίκων της (Ι, σελ. 7.22 – 8.16).
Δίνει επιστημονική εξήγηση για την ηλιακή έκλειψη. Κατ’ αυτόν ο θάνατος του Καλογιάννη
στην πολιορκία της Θεσσαλονίκης το 1207 προκλήθηκε από ασθένεια (Ι, σελ. 23.19-22) κι
όχι από τον Αγ. Δημήτριο όπως έγραψαν ο προγενέστερος Ρόμπερτ του Κλαρί κι οι
μεταγενέστεροι Κ. Ακροπολίτης και Ι. Σταυράκιος. Γι’ αυτούς τους λόγους κάποιοι θεωρούν
ότι εκπροσωπεί τη νέα ιστοριογραφία και ότι είναι εντελώς αντίθετος από το Χωνιάτη.
Άλλο χαρακτηριστικό του είναι ότι δεν κάνει πολλές αναφορές στο γενικότερο
γεωγραφικό χώρο όπου εκτυλίσσεται η ιστορία, δηλαδή στην Ανατολία, δεν δίνει πλήρη
εικόνα της στρατιωτικής και πολιτικής δράσης του Ιωάννη Γ΄, ούτε μιλάει καθόλου για τη
μεγάλη αλλαγή στον τρόπο διακυβέρνησης, για την ασθένεια του Θεόδωρου Β΄ Λάσκαρι και
για τον τρόπο με τον οποίο επηρέασε την κρίση του (Ι, σελ. 153.4-9) ή, τέλος, για τον
σφετερισμό της εξουσίας από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο τον οποίο παρουσιάζει σαν τον
φυσικό κληρονόμο του θρόνου (Ι σελ. 159.6-18).
Τέλος, ο Ακροπολίτης κάνει χρήση της ειρωνείας και του λογοπαίγνιου για να τονίσει
ορισμένα πράγματα και να υπαινιχθεί κάποια άλλα. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η χρήση
αυτών των μέσων στη περιγραφή της δίκης του Μιχαήλ στους Φιλίππους στην οποία ο
συγγραφέας θέλει να τονίσει τη γελοία φύση της και κάνοντας υπαινιγμούς να μετατρέψει αυτή
την παρουσίαση σε εγκώμιο του κατηγορουμένου (Ι, σελ. 92.25- 100.14).
ε. Γλώσσα και ύφος
Κατ’ αρχάς ο συγγραφέας είναι αρκετά περιεκτικός στο λόγο του,
5 χρησιμοποιεί
κατανοητές λέξεις αν και η κατασκευή των προτάσεων είναι χαλαρή και το ύφος του
διακρίνεται για τη λιτότητά του, την αποφυγή κάθε κλασσικιστικής εκζήτησης και την
έλλειψη ρητορικού φόρτου.
6 Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι οι συνήθεις στα βυζαντινά
ιστορικά κείμενα δημηγορίες, που και πλαστές είναι και δεν προσθέτουν τίποτε στην
κατανόηση των γεγονότων, γενικά απουσιάζουν. Ακόμη σπάνια παραθέτει ευθείς λόγους ή
στιχομυθίες.
7
 Επιπλέον, οι σύντομες μεταβατικές προτάσεις, απόρροια της ρητορικής του
παιδείας, του χρησιμεύουν για να δηλώσει την αλλαγή του τόπου ή του χρόνου. Δεν δίνουν
την εντύπωση καλλωπιστικών στοιχείων και έχουν λειτουργικότητα.
Από την άλλη, αυτό δεν σημαίνει ότι ο συγγραφέας είναι άμοιρος των τυπικών
ελαττωμάτων των βυζαντινών λογίων, όπως είναι η σχολαστικότητα, κάποια δυσκινησία,

4 Η Ruth Macrides διαφωνεί με την ερμηνεία αυτή και ισχυρίζεται ότι διαβάζοντας κανείς απλώς το κείμενο θ’ ανακαλύψει ότι ο συγγραφέας σπάνια μιλάει
για κάποιο άτομο χωρίς ν’ αναφέρεται στον τίτλο του, κι όχι μόνο αυτόν που κατείχε την εποχή που περιγράφει εκείνη τη στιγμή αλλά κι αργότερα. Η
ιστορία του αποτελεί ένα «Who’s who», όπως λέει χαρακτηριστικά, του 13ου αι. Επομένως είναι απίθανο να μην έδινε καμιά σημασία σε τίτλους και
αξιώματα.
5 Πρβλ. τη σύντομη πρόταση: «σκυλεύουσι γουν τα παρευρεθέντα» (75, 10)
6 Π.χ. 80, 14 κ.ε. και 82, 15: «τοις επιβούλοις συμβούλοις χρώμενος˙ επανειλημμένα «εκών ακών»
7 Εξαιρέσεις εδώ αποτελούν η παράθεση της ομιλίας του Νικολάου Μαγκλαβίτη στο Μελένικο (76, 11 και 77,9), οι διάφοροι ευθείς λόγοι με τους
οποίους κάνει ανάγλυφη την κατάσταση στη Θεσσαλονίκη (93, 15 και 94, 14) και η ακριβής στιχομυθία της διαφωνίας του με το Θεόδωρο Β΄
αντίστοιχα.
10
αλλά και η αποφυγή των κοινολεξιών ή η «διόρθωσή» τους επί το λογιώτερον.
8 Αυτή η
σχολαστικότητα στην έκφραση που διαισθανόμαστε σε μερικά σημεία πιθανόν να προέρχεται
από τη γλώσσα της διοίκησης.
9 Όπως κάθε καλός βυζαντινός συγγραφέας, ο Ακροπολίτης
πληρώνει το φόρο του στη variation, πράγμα που φαίνεται από τις πολυάριθμες εκφράσεις
που χρησιμοποιεί για να δηλώσει π.χ. το ρήμα θνήσκω.
10 Στη σύνταξή του γίνεται αισθητή η
συχνή χρήση του δυϊκού αριθμού και στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί εντάσσονται επίσης
κλασικές λέξεις και εκφράσεις όπως αυτάδελφος και (αυτο)κασίγνητος αντί του αδερφός (24,
14 – 64, 14 – 166, 2.16 – 168, 18 – 184, 1.6), αντάρτης αντί του τύραννος (143, 8), ταινιόω
αντί του στέφω (11, 18 και 159, 18), αγέρωχος (168, 8), επί ξυρου (15, 12 και 137, 9), τέκνοις
άμα και γυναιξί (με αυτή τη σειρά 53, 25), νή την Θέμιν (96,18 – 124, 15 – 139,9), Άρην
πνέων (59, 16) κ.α. Σ’ αυτά πρέπει να προστεθούν και δάνεια χωρία από τον Όμηρο κι
άλλους αρχαίους συγγραφείς.
Ωστόσο, έκπληξη μπορεί να προκαλέσει στον μελετητή η παράλληλη χρήση τόσο των
προαναφερθέντων όσο και των αρχαϊκών τύπων των εθνικών ονομάτων (Πέρσαι = Τούρκοι,
Σκύθαι = Κουμάνοι κ.α.), με τεχνικούς όρους, όπως κλεισούρα (116, 2) και Τζουλούκωνες
(75, 2). Ο Ακροπολίτης από την πλευρά του δικαιολογεί την εμφάνιση τέτοιων λέξεων στο
κείμενό του ισχυριζόμενος ότι αποτελούν εκφράσεις της καθομιλουμένης. Κατά ανάλογο
τρόπο αναφέρεται στον Έβρο, που απαντά εννέα φορές με αυτό το όνομα και μια φορά ως
Μαρίτσα γιατί όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας το κάτω μέρος του ρου του
σχηματίστηκε από την ένωση πολλών παραποτάμων (54, 1-8). Αγαπημένες, τέλος, εκφράσεις
του συγγραφέα αποτελούν και τα εν ακαρει (32, 4 – 78, 10 – 82, 23 κ.ε. – 147, 16) και φορά
(του πνεύματος 68, 12 – της χιόνος 121, 20 κ.ε. – των Βουλγάρων 109, 14).
στ. Ομοιότητες και διαφορές με άλλους ιστοριογράφους
Ο Ακροπολίτης μοιάζει σε πολλά σημεία με τον Παχυμέρη και την Άννα Κομνηνή
επιτρέποντας στους μελετητές να συνάγουν το συμπέρασμα ότι ίσως οι τρεις συγγραφείς να
πρέπει να θεωρούνται σαν ενιαίο σύνολο. Το πρώτο κοινό σημείο το βρίσκει κανείς στο
προοίμιο όπου και οι τρεις παρουσιάζουν το θέμα του καθήκοντος του ιστορικού να είναι
αντικειμενικός κατά τη συγγραφή του έργου του και να διαφυλάξει την ιστορική μνήμη
(Ακροπολίτης Ι, σελ. 3-4 – Παχυμέρης Ι, σελ. 23-25 – Κομνηνή, έκδ. Λειψίας, Ι σελ. 3-4). Το
έργο του Ακροπολίτη μοιάζει κι αλλού με την Αλεξιάδα της Άννας. Και στα δυο έργα δίνεται
μεγάλη έμφαση στις πολεμικές συγκρούσεις αν και η Χρονική Συγγραφή ξεπερνά την
Αλεξιάδα στην έκταση που αφιερώνεται σε μάχες και εκστρατείες κι η οποία, αντίθετα με την
έκταση οποιουδήποτε άλλου θέματος, είναι πολύ μεγάλη.
11 Σ’ ένα άλλο σημείο στο οποίο
μπορούμε να βρούμε ομοιότητα μεταξύ της Άννας, του Γεωργίου αλλά και του Μ. Ψελλού
είναι η συχνές παρεμβολές του συγγραφέα στο κείμενο. Σ’ αυτό ο Γεώργιος, του οποίου όλες
σχεδόν οι παρεμβολές συνδέονται με τις συζητήσεις και τις διαμάχες του με αυτοκράτορες (Ι,
σελ. 49, 62-63, 129-131, 186), ακολουθεί τους άλλους δυο που είναι οι πιο διακεκριμένοι.
Απ’ αυτές τις παρεμβάσεις που γίνονται σε πρώτο πρόσωπο παίρνουμε στοιχεία για την
μόρφωσή του (Ι, 63.3-16) και σ’ αυτό ο συγγραφέας μοιάζει με τον Ψελλό, αφού και οι δυο
χρησιμοποιούν τον ίδιο τρόπο για να κάνουν γνωστή τη μόρφωση και τη σπουδαιότητά τους
σαν άτομα με τα οποία συνδιαλεγόταν και στα οποία βασίζονταν οι αυτοκράτορες. Με τον

8 Μ’ αυτόν τον τρόπο π.χ. στη σ. 138, 15 εκδ. Βόννης χάριν ετυμολογίας, η οποία απαντά και σε γλωσσάρια, τη δημώδη ονομασία του όνου γάδαρος (ή
γάιδαρος) μετατρέπει σε αείδαρος, ως δήθεν από το αεί – δέρω, γράφοντας: «Επί γαρ τοις δήλοις και οι αείδαροι λέγουσιν. Ην δ’ εγώ˙ ιδού μετά των αειδάρων
και ημεις συντετάγμεθα!»
9 Π.χ. 140, 21-23: «εκεισε γουν αφιγμένου μου φήμη πάμπαν δεινή τοις ωσίν επεισέφρησε, τα δε της φήμης, ότιπερ ο την ηγεμονίαν …λαβών» κτλ. ή 7, 15: «όρκοις
αρρήκτοις» και «σπονδάς … αρρήκτους».
10 103, 15 κ.ε.: «τω χρεών ελειτούργησε» - 71, 22 και 180, 5: «προς Θεόν (ή τάς θείας σκηνάς) απηρε κ.α.
11 Τέτοια θέματα είναι τα διοικητικά, τα νομοθετικά και τα εκκλησιαστικά.
11
Ψελλό έχει κι άλλο κοινό στοιχείο: σε κάποια αποσπάσματα φαίνεται να λησμονούν την
πρόθεσή τους να καταγράψουν τα ιστορικά γεγονότα της εποχής τους και γράφουν ιστορία
για τους αυτοκράτορες και για τους ίδιους. Η ομοιότητα, όμως, του Ακροπολίτη με
προγενέστερους ιστοριογράφους και ειδικά εκείνων του 12ου αιώνα δεν σταματά εκεί. Τόσο
εκείνοι όσο κι αυτός διακρίνονται για την ικανότητά τους ν’ αντιλαμβάνονται γρήγορα
διάφορα στοιχεία της καθημερινής ζωής, σωματικά χαρακτηριστικά και λεπτομέρειες
ιατρικής φύσεως και να τα χρησιμοποιούν για να κάνουν τις περιγραφές τους πιο ζωηρές.
Έτσι, ο Ακροπολίτης δίνει μια εκτενή περιγραφή της ασθένειας που οδήγησε τον
αυτοκράτορα Ιωάννη στον θάνατο και των θεραπευτικών αγωγών που εφάρμοσαν οι γιατροί
του στην προσπάθειά τους να τον σώσουν ((Ι, σελ. 101-103), αναφέρεται στο αποτέλεσμα
που είχε ο τραυματισμός του Ανσέλμου στο λαιμό (Ι, σελ. 41) και στα δόντια του Ουίλλιαμ,
πρίγκιπα της Αχαΐας, που προεξείχαν και τα οποία φανέρωσαν την ακριβή του θέση όταν
προσπάθησε να κρυφτεί μέσα στα άχυρα στη μάχη της Πελαγονίας (Ι, σελ. 170).
Από την άλλη πλευρά ο Ακροπολίτης, όπως ήδη έχει αναφερθεί, παρουσιάζει σημαντικές
διαφορές στο τρόπο συγγραφής της ιστορίας του από τον Χωνιάτη και στις περιγραφές των
προσώπων από τους Κίνναμο και Βρυέννιο. Διαφέρει κι από τον Παχυμέρη σε κάποια σημεία
παρά τη γενική τους ομοιότητα. Ο μελετητής εύκολα εντοπίζει ένα από αυτά που είναι η
διαφορετική προσέγγιση, στάση και παρουσίαση του Ιωάννη Βατάτζη η οποία γίνεται έκδηλη
στο περιστατικό επίπληξης του γιου του στο οποίο κατηγορείται ο πατέρας ότι «Δεν μοίραζε
δώρα στους δικούς του αλλά στους ξένους, και ειδικά στους πρέσβεις που έρχονταν, ήταν
περισσότερο γενναιόδωρος, για να επαινείται από αυτούς». (Ι, σελ. 103.20-23). Εδώ ο
ιστορικός, αν και δεν δίνει την πλήρη εικόνα, τον σχολιάζει αρνητικά.
12 Έτσι κρίνει ένα
αυτοκράτορα ο οποίος όσο ζούσε ήταν τόσο γνωστός γι’ αυτή του την αρετή που όταν πέθανε
ανακηρύχθηκε άγιος.
ΣΤ. Παράδοση του κειμένου - Εκδόσεις - Βασική Βιβλιογραφία
Το κείμενο τής Χρονικής Συγγραφής, όπως τιτλοφορεί ο ίδιος ο Ακροπολίτης την Ιστορία
του, παραδίδεται, εκτός από την αρχική της μορφή, και σε μία επιτομή (δηλ. συντομευμένη
παράφραση). Ο Εφραίμ επεξεργάστηκε το κείμενο του Ακροπολίτη, για να το
χρησιμοποιήσει στο μεγάλο έμμετρο χρονικό του κι ο Θεόδωρος Σκουταριώτης στηρίχθηκε
εντελώς πάνω σ’ αυτόν για το αντίστοιχο τμήμα της χρονογραφίας του κάνοντας μόνο
μερικές προσθήκες. Ως πηγή χρησιμεύει επίσης στο συγγραφέα της Συνόψεως Σάθα αλλά και
στους Ν. Γρηγορά και Γ. Σφραντζή. Πρώτα έγινε γνωστή στο κοινό η επιτομή που εκδόθηκε
από τον Th. Dousa το 1614 και λίγο αργότερα, το 1651, από τον Λέοντα Αλλάτιο. Η
καλύτερη έκδοση είναι αυτή του Α. Heisenberg στην Λειψία σε δύο τόμους, που
αντικατέστησε την λίγο παλαιότερη του I. Bekker.

12 «Δεν μοίραζε δώρα στους δικούς του αλλά στους ξένους, και ειδικά στους πρέσβεις που έρχονταν, ήταν περισσότερο γενναιόδωρος, για να επαινείται από αυτούς». (Ι, σελ.
103.20-23)
12
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Κ. Krumbacher, Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, μεταφρασθείσα υπό Γ. Σωτηριάδου, τόμος πρώτος, έν 'Αθήναις
1897, ι. 578-581.
H . Hunger, Βυζαντινή Λογοτεχνία. Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών, τόμος Β΄, Ιστοριογραφία, Φιλολογία, Ποίηση.
Μετάφραση Τ. Κόλλιας, Κ. Συνέλλη, Γ. Χ. Μακρής, Αθήνα, εκδ. Ι. Βάσσης 1992, σ. 282-288.
Ν. Β. Τωμαδάκης, Σύλλαβος Βυζαντινών κειμένων καί μελετών. Τευχος δεύτερον. Φραγκοκρατία και Παλαιολόγειοι χρόνοι,
εν Αθήναις 1961, σ. 463-167.
Α. Φ. Μαρκόπουλος, «Θεοδώρου Β' Λασκάρεως Ανέκδοτον εγκώμιον προς τον Γεώργιον Ακροπολίτην», Έπετηρίς της
Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 36 (1968), σελ. 110-118.
R. J. Macrides, “A translation and historical commentary of George Akropolites’ History”, Birmingham, 1978, p.p. 65-76
Μ. Παπαγιαννίδου, «Βυζαντινός αυτόπτης μάρτυρας», άρθρο στην εφημερίδα «Το Βήμα», Αθήνα, 25/04/2004, σ. S12,
 Κωδικός άρθρου: Β14148S121, ID: 262427, Website: http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=14148&m=S12&aa=1
Εκδόσεις Κανάκη, «Χρονική συγγραφή», Γεώργιος Ακροπολίτης, Αθήνα, 2003


http://bit.ly/2kjlkot    Επισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας http://www.tapantareinews.gr, για περισσότερη ενημέρωση. Εγγραφείτε - SUBSCRIBE: http://bit.ly/2lX5gsJ Website —►http://bit.ly/2lXX2k7 SOCIAL - Follow us...: Facebook...► 





Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only