Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2021

Ο Ζακυνθινός Σπουργίτης Ιωάννης Τσακασιάνος


 Η οικογένεια του ποιητή Ιωάννη Τσακασιάνου, που ο Διονύσιος Ρώμας τον έχρισε πρωταγωνιστή στη «Ζακυνθινή Σερενάτα», προέρχεται από τη Βενετία. Στην Ελλάδα η οικογένεια Τσακασιάνου εγκαταστάθηκε αρχικά στην Κεφαλονιά, και απόγονοί της κατέβηκαν στη Ζάκυνθο κι’ από εκεί άλλοι πάλι μετοίκισαν στην Πάτρα, τη Ρουμανία και την Αίγυπτο. Από το επίσημο όμως μητρώο του Δήμου Ζακυνθίων πληροφορούμαστε πως γεννήθηκε στις 10 Αυγούστου του 18531. Επειδή ο γάμος των γονίων του δυσαρέστησε την οικογένεια του πατέρα του Τσακασιάνου, δεν τους παρείχε καμιά βοήθεια. Παρ’ όλα αυτά η μητέρα του Τσακασιάνου κατάφερε να διοριστεί στο ιστορικό Μετοχικό Μεταξοϋφαντουργείο της Ζακύνθου, που ιδρύθηκε στα 1849 και παρέμεινε σ’ αυτό μέχρι την ημέρα που διαλύθηκε από την πολιτική διαμάχη των μετόχων του (1863). Ο θάνατος του πατέρα του, όταν ο Τσακασιάνος ήταν εφτά χρόνων, επέτεινε την οικονομική τους δυσπραγία, αναγκάζοντας τον Ιωάννη να πάει στο κουρείο του θείου του για να μάθει την «τέχνη».

Όμως το «μικρόβιο» της καλλιτεχνικής ενασχόλησης το είχε μέσα του. Σε παιδική ηλικία κατασκεύασε το πρώτο δικό του θεατράκι, το οποίο μετέφερε ύστερα σ’ ένα δωμάτιο του σπιτιού του Κόντε Κομμούτου. Παράλληλα στο κουρείο του γκρινιάρη θείου έπαιρνε μαθήματα κιθάρας από τον Κόντε Καπνίση. Με τη μεγάλη του προσπάθεια, κατόρθωσε σε ηλικία 18 χρόνων να έχει αποκτήσει εγκυκλοπαιδική μόρφωση, να γνωρίζει έργα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, και να μιλάει γαλλικά, ιταλικά και λίγα αγγλικά, ενώ ήταν και άριστος μουσικός, συνθέτοντας μάλιστα θαυμάσιες μελωδίες πάνω στην κιθάρα του.

Στα 1872, συστάθηκε, χάρη στην πρωτοβουλία του Σφήκα, ο πρώτος σοβαρός ερασιτεχνικός θίασος Ζακύνθου, τις παραστάσεις του οποίου παρακολουθούσε με ενδιαφέρον πολύς κόσμος. Μια βραδιά κάλεσε ο Σφήκας αρκετούς για να τους διαβάσει μια πρωτότυπη κωμωδία, που του είχε στείλει κάποιος με τρόπο «πολύ μυστικόν». Μετά το διάβασμα άρχισαν να επαινούν όλοι την πρωτοτυπία και το γούστο του μικρού εκείνου έργου, που αποδείχτηκε ότι ήταν του Τσακασιάνου.

Με νέα ορμή, ύστερα από τη θερμή υποδοχή του έργου του, ο Τσακασιάνος αποφάσισε να προχωρήσει σε έκδοση λογοτεχνικού περιοδικού και έτσι στις αρχές του 1874 είδε το φως ο «Ποιητικός Ανθών», στου οποίου τις στήλες φάνηκε η τότε αριστοκρατία του πνεύματος. Το περιοδικό αυτό εκδιδόταν μέχρι το 1878. Όλος ο ελληνικός τύπος του έπλεξε εγκώμια ενώ και πολλά φύλλα της Ευρώπης υποδέχτηκαν την προσπάθεια με θέρμη. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ο Αλ. Ραγκαβής και όλα τα φωτοβόλα πνεύματα της εποχής έσπευσαν να στείλουν συγχαρητήρια και ενθαρρυντικά γράμματα στον διευθυντή και εκδότη του «Ανθώνος».

Ο Τσακασιάνος στα 1876 δημοσίευσε το κωμειδύλλιον «Η ερωμένη του συρμού», στο τέλος του οποίου έβαλε και μερικά τραγούδια του. Θα επισημάνουμε πως στον Γιάννη Τσακασιάνο οφείλεται η λέξη κωμειδύλλιον. Στο εξώφυλλο της έκδοσης του πρώτου του έργου υπάρχει τυπωμένη η λέξη «vaudeville» με την επεξήγηση «κωμειδύλλιον πρωτότυπον».

Όλες οι καντάδες και τα τρομερά ξενύχτια όχι μόνον δεν τον έκαναν να αμελεί την έκδοση του «Ανθώνος», το κουρείο, τον ερασιτεχνικό όμιλο του θιάσου και το εμπόριο της πούδρας, αλλά είχε το θάρρος να εκδίδει με φίλους του κι’ εφημερίδες, όπως τον «Βελζεβούλ», τον «Ήλιο» και τον «Καθρέπτη» και είχε διοριστεί και μόνιμος συντάκτης των νεκρολογιών των διαλεχτών μελών της κοινωνίας της Ζακύνθου.

Τον Δεκέμβριο του 1877 πηγαίνει στην Αθήνα. Ο πρώτος που συνάντησε εκεί ήταν ο θιασάρχης και ηθοποιός Διονύσιος Ταβουλάρης, ο όποιος τον οδήγησε σ’ όλα τα δημοσιογραφικά γραφεία της πρωτεύουσας. Στο πρώτο που τον πήγε ήταν το γραφείο της «Εφημερίδος», που ο Δημ. Ι. Καμπούρογλους με τον Μωραϊτίδη, τον υποδέχτηκαν φιλικότατα. Με τον ίδιο ενθουσιασμό τον δέχτηκαν ο Τ. Φιλήμων και άλλοι διαπρεπείς λόγιοι της εποχής του.

Γυρνώντας από την Αθήνα συνέχισε τον βιοποριστικό αγώνα, αλλά και την καλλιτεχνική του παραγωγή. Στα 1879, λίγους μήνες ύστερα από τη διακοπή του «Ανθώνος», δημοσίευσε τη συλλογή ποιημάτων του «Φιλιά και κλάμματα». Λίγο αργότερα εξέδωσε τους «Νυχτερινούς θρήνους», μικρή συλλογή από διάφορα τραγούδια της κιθάρας, από τα οποία πολλά τραγουδιώνται και σήμερα στη Ζάκυνθο. Στο μεταξύ, δημοσίευσε και διάφορα ευτράπελα στιχουργήματα σ’ εφημερίδες και περιοδικά. Το 1881 εξέδωσε τα «Στιχουργήματα», μια έκδοση ποιημάτων με καλλιτεχνική εμφάνιση και εξώφυλλο πολυτελείας. Το ποίημα όμως που τον έκανε να εκτιμηθεί ακόμα περισσότερο από τους συμπατριώτες του ήταν ο «Ζακυνθινός Σπουργίτης», που αυτοσχεδίασε και δημοσίευσε στα 1884 και έκτοτε αναδημοσιεύτηκε αναρίθμητες φορές.

Στα 1885 έγραψε το περίφημο πατριωτικό ποίημα «Εμπρός», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κυψέλη». Προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό και αναδημοσιεύτηκε και από πολλά φύλλα των Αθηνών. Παρ’ όλο που είχε υπ’ όψη του να ξαναρχίσει την έκδοση του «Ανθώνος», με κάποια χρήματα που κέρδισε από τις εκδόσεις του «Κόντε Σπουργίτη» (1888) και από τη συλλογή «Δώρο πρωτοχρονιάτικο» (1888), πείσθηκε από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Ζακύνθου Διονύσιο Λάττα ν’ αναλάβει την έκδοση της θρησκευτικής εφημερίδας «Σιών», από την οποία όμως έπαθε μεγάλη οικονομική ζημία.

Κατόπιν συνεργάστηκε με τον Χρήστο Χιώτη (ανηψιό του ιστορικού Π. Χιώτη) και άνοιξαν ένα βιβλιοπωλείο, ενώ παράλληλα ανέλαβαν και τη διεύθυνση της «Ελληνικής Βιβλιοθήκης» που εξέδιδαν οι Μπάρτ και Χίρστ, επιχειρηματικές δραστηριότητες όμως που δεν ευδοκίμησαν. Αφού πέρασε κάποιο διάστημα στην Αθήνα, με μεγάλες οικονομικές δυσπραγίες, διορίστηκε γύρω στα 1894 δημόσιος υπάλληλος, υποτελώνης αρχικά και κατόπιν τελώνης. Το ποίημά του «Του Σπουργίτη μπόμπα πρώτη, μποναμάς του πατριώτη», που σατύριζε το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χαρ. Τρικούπη, λίγο έλειψε να του στοιχίσει τη θέση του. Ωστόσο παρέμεινε δημόσιος υπάλληλος και πέθανε τελώνης στο Ναύπλιο το 1908.

Ενδιαφέρον προκαλεί η αλληλογραφία του Τσακασιάνου με τον Γάλλο Νεοελληνιστή Ém. Legrand3. Ο Legrand ήταν αυτός που παρότρυνε τον Τσακασιάνο να γράψει και να εκδώσει την αυτοβιογραφία του. Πράγματι, η «Αυτοβιογραφία» του Τσακασιάνου διατυπώθηκε –κατά το πρώτο τουλάχιστον μέρος της– υπό μορφή αλληλογραφίας προς τον Γάλλο Νεοελληνιστή, ύστερα προφανώς από σχετικό αίτημά του Legrand και με την υπόσχεση έκδοσής της, που ωστόσο δεν πραγματοποιήθηκε. Το 1924-1925 το κείμενο δημοσιεύτηκε σε συνέχειες, στο περιοδικό «Μπουκέτο», υπό τον τίτλο «Η ανέκδοτος Αυτοβιογραφία του Επτανησίου ποιητού Ι. Τσακασιάνου» και με την δήλωση «ευγενώς παραχωρηθείσα υπό του υιού του κ. Γεωργ. Τσακασιάνου».4 Όμως η εξιστόρηση της ζωής του Τσακασιάνου διακόπτεται απότομα.

Η αυτοβιογραφία του αυτή καθεαυτή δεν είναι κάτι το εξαιρετικό. Στο πρώτο μέρος της ο συγγραφέας αναφέρεται στην οικογένειά του, την κλίση του στα γράμματα, την εργασία του στο κουρείο του θείου του και την έκδοση του «Ανθώνος». Στο δεύτερο μέρος της «Αυτοβιογραφίας», που γράφτηκε μετά τις 14 Ιουνίου 1899 και εστάλη στον Legrand περί τα τέλη Αυγούστου του ίδιου χρόνου, γίνεται λόγος για τις πνευματικές και καλλιτεχνικές συντροφιές του Ι. Τσακασιάνου, την ποιητική και δραματική δημιουργία του, τη γνωριμία του με δημοσιογραφικούς κύκλους των Αθηνών, τις απόπειρες οργανώσεως θεατρικών ή μελοδραματικών παραστάσεων και τελικά την κατάληξή του ως Υποτελώνη σε επαρχιακά ελλαδικά κέντρα.

Το ενδιαφέρον του κειμένου έγκειται στις πληροφορίες που έμμεσα παρέχονται για την γενικώτερη πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση ή την κοινωνία των χρόνων του, και για αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή περιστατικά που ενισχύουν την εικόνα της ατμόσφαιρας που είχε διαμορφωθεί στη Ζάκυνθο, σε μια περίοδο διανοητικής ανάπτυξης του λαού, που συμβάδιζε με την πρόοδο της αστικής τάξης. Ο Τσακασιάνος ήταν ο κατεξοχήν Ζακυνθινός, ή η εικόνα του Ζακυνθινού όπως θα ήθελε ο θεατρικός Ρώμας να την παρουσιάσει: καλλιτεχνική φύση, πνεύμα οξύ που καταφέρνει με το χαμόγελο και τη σάτιρα να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ζωής.

Ο Τσακασιάνος έμεινε γνωστός σαν «Σπουργίτης» από τη σειρά ποιημάτων του με αυτό τον τίτλο. Μετά το θάνατό του δημοσιεύτηκε η συλλογή: «Γιάννη Τσακασιάνου, Άπαντα. Τόμος Α΄. Αθήναι 1926», με προλεγόμενα του Κωστή Παλαμά. Αν και πέθανε στο Ναύπλιο έγραφε για τη Ζάκυνθο:

Ποιος πάτησε το χώμα σου χρυσό μου μοσκονήσι,
κι’ έφυγε δίχως στεναγμό και δίχως να δακρύσει; (...)
όλα σας μυριονόστιμα! Αχ, πώς να σας αφήσω;...
Όχι, με σας ΄που βρέθηκα Σπουργίτης θα ψοφήσω!

Αχ, πώς βαστάς και ζεις καρδιά χωρίς τη Ζάκυθό σου!
Για να σου σβηώ τη λαύρα σου, τη θλίψι, τον καϋμό σου,
κ’ εις του Re Romba σ’ έμπασα το γκραν παλάτσο ακόμα,
πόμεινα κρύος κι αναίσθητος, μ’ ολάνοιχτο το στόμα!
Με πήρε ολούθες ο οδηγός, μόδειξε το ‘να τ’ άλλο:
Πού σκέφτονται οι Αυλάτορες, πού κάνουνε το Ballo,
την κλίνη της Βασίλισσας, τα δυο της κατρογυάλια,
το θρόνο, τοy Βιττόριου την ξακουστή medaglia,
Εδώ δαμάσκα, εκεί χρυσά, μοζάϊκα, λαβαμάδες,
κάδρα του Μικελάγγελου, πολυελαίους, σοφάδες —
Και πού να ξέρει… μόδειχνε θρόνους, αετούς, διβάνια
κι ο νους μου εβούταε στα γλυκά της Πέτρενας τα μπάνια!
Τα Κόκκινα Σπιτάκια μου, θυμότανε η ψυχή μου,
τη Γαϊδουροταβέρνα μου και το Πιριπιμπί μου!


[….]
Άναψα, εκάηκα, δε βαστώ!— Τι Οσπίτσια, Αυλές και σάλια,
Νουντσιάτες, Ρεκλουζόρια, έχουμε… τα Σπιτάλια!
Μπάνκους και Κάσες di pietà δεν τα ψηφά η ψυχή μου,
θέλω την Τραπεζούλα μου, το Μόντε, το Μπολή μου!
Μ’ eπήανε στο Βεζούβιο, στις Μούμιες, στην Πομπηία…
μα εγώ ήθελ’ άλλο γιατρικό.., δεν είχα υποκοντρία,
την Πόχαλή μου εγύρευα, το Κάστρο! —Το Γιοφύρι,
σκοταδιασμένο, ασάρωγο, για με είναι πανηγύρι.
Μήπως δεν το ‘πα ο καψερός; «Εμπρός στο Κρυονέρι,
φασούλια Λόντρες, Νάπολες, Παρίσια κι άλλα μέρη».
Χαρήτε σεις Duomo σας, θέλω την Πισκοπή μου,
το Μώλο, την Aκάθιστο, Άι-Λια και Παπαντή μου!
θέλω καμπάνες, νιάκαρες, κληδόνους, πανηγύρια,
μπάντες, μερτίες και μάσκουλα, παντιέρες και πλαστήρια!
θέλω σαλόνια, Ερνάνηδες, το Φώστερ, το Μπιτζή μου,
θέλω την Κρουσταλένια μου και την Αγγελική μου.
θέλω παμφλέτια, επίδειξες και σμπάρα! θέλω ακόμα
το Λάτα, το Λομπάρδο μου, το Μπούλτσο και το Ρώμα.
Και θέλω Μπουρπουλόθεους, ταλίμια και ζωνάρια,
Στάμους και Πεντερούθουνους, Νταρέιδες, παλληκάρια.
θέλω βατσέλια και σκυλιά!… Παπόρο και καληά μου…
Πώς έκλαια που σε ξάνοιξα από μακριά, Κυρά μου!
Ας σε ξανάειδα, φόρε μου κι ας γένω ψωμοζήτης,
μπόμπας, κακόρκιος, κουρελής, ταρκάσης, μα… Σπουργίτης!

Απόσπασμα από το ποίημα «Ο Σπουργίτης στην Νάπολη».

Κι εμπρός στους Κήπους, στις Βαρές, στ’ Αργάσι, στο Κρυονέρι,
φασούλια Λόντρες, Νάπολες, Παρίσια κι άλλα μέρη.

«Ζακυνθινός σπουργίτης», 5-6. 1884. Δημ. Μάργαρης (επιμ.), Ανδρέας Λασκαράτος. Σατιρικοί και ευθυμογράφοι. Βασική Βιβλιοθήκη, 23. «Αετός» Α.Ε., 1954. 73.

Σταυρώσατέ τηνε!… Τέτοια είν’ η γη μας•
σήμερα ας παίξουμε όλοι μ’ αυτή•
αύριο ίσως παίζουνε άλλοι μαζί μας!
ποιος ξεύρ’ η μοίρα του τι του κρατεί;

«Ο γάμος της τρελής», 37-40. Γ.Θ. Ζώρας (επιμ.), Ποίησις και πεζογραφία της Επτανήσου. Βασική Βιβλιοθήκη, 14. «Αετός» Α.Ε., 1953. 364.



Πλατεία Ρούγα: Οίκος Δι Ευγενές Καταφύγιον
Διονυσίου Μαρτινέγκου Γαήτα (δεύτερο κτίριο, τριόροφο)
Διακρίνεται η πλάκα με την επιγραφή
CASA DI DECENTE RICOVERO DI DIONISIO MARTINENGO GAETA
Ευγενική προσφορά Ανδρέα Στάβερη - Πολυκαλά

Με τα σημερινά Μπασίματα του Αγίου (19 Δεκ.) η Ζάκυνθος μπαίνει, λίγο πιο γρήγορα από αλλού, στο πνεύμα των εορτών του Δωδεκαήμερου, Χριστουγέννων - Πρωτοχρονιάς - Φώτων. Αυτό φυσικά, πριν την εποχή που τα πρώτα χριστουγεννιάτικα στολίδια αρχίσουν να μοστράρουν από ... τον Οχτώβρη, του Αγίου Φιλίππου κοντά.

Σαν αύριο, 20 Δεκεμβρίου, γιορτάζει ο ναός του ΟΔΑΖ, του Οργανισμού Δημοσίας Αντιλήψεως Ζακύνθου. Ο ναός αυτός τιμάται στο όνομα του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου. Όμως, πρέπει να θυμώμαστε πως ο προσεισμικός Άγιος Ιγνάτιος βρισκόταν στην άλλη άκρη της πόλης, κοντά στο Μέγαρο Καραμπίνη (Καραμπίνειο), εκεί περίπου που βρισκόταν η μέχρι πρότεινος Στρατολογία.


Αγ. Ιγνάτιος και στο βάθος Μέγαρο Καραμπίνη, προσεισμικώς
(Ρόμπερτ Σάρτζιντ)

Με τους σεισμούς ο ναός ερειπώθηκε, αλλά δεν κάηκε, οπότε και με πρωτοβουλία της τότε διοικήσεως του ΟΔΑΖ τα ωραίας τέχνης κινητά του (προσπετίβα κ.λπ.) μεταφέρθηκαν στον ναό του μετασεισμικού ΟΔΑΖ, στο Ποτάμι [του Αγίου Χαραλαμπίου -ακόμα δεν είχε γίνει από τους νεο-ζακυ-ν-θινούς και -λόγους του Χαραλάμπη].

Ο Οργανισμός αυτός, ως γνωστόν, συσστεγάζει Γηροκομείο, Ορφανοτροφείο και Άσυλο Απόρων. Στο στόμα όμως της καθημερινής ζακυθινής ντοπιολαλιάς λεγόταν και ακόμα από τους λιγότερους λέγεται: "το Σπιτάλιο". 

Ως "σπιτάλιο", παραφθορά του ospedal, οspedale, ήταν γνωστά όλα τα ευγαγή ιδρύματα στο Τζάντε. Και διέθετε από αιώνων αρκετά. Πρώτο το Νοσοκομείο, απέναντι από την Santa Maria delle Grazie, με Ορφανοτροφείο. Εκεί λειτουργούσε και άσυλο απόρων. Μπορεί επισκέπτες της Ζακύνθου, όπως ο μάλλον προκατειλημένος αρνητικά Saint Sauver, να μην έχουν να πουν τα καλύτερα γι' αυτά, αλλά στην ίδια θέση θα ήταν και ο πολύς ... Dickens για τα νοσοκομεία του Λονδίνου της Βικτωριανής εποχής. Το κρατούμενο είναι ότι η Ζάκυνθος διέθετε τέτοιου είδους ιδρύματα, έστω κι αν το εκθετοτροφείο έφτανε κάποτε να καταναλώνει το εν τρίτο του δημοτικού προϋπολογισμού και ο διευθυντής του λόγω της θνησιμότητας των βρεφών να λάβει το λείαν δηλωτικό παρώνυμο ... "Ηρώδης"...


       


Ίσως για να μην έχουν την ίδια τύχη με τους υπόλοιπους ατυχήσαντες απόρους, το 1836, ο άτεκνος ευγενής Διονύσιος Μαρτινέγκος - Γαήτας αφήνει σπίτι αρχοντικό θεόρατο και περιουσία σεβαστή για την περίθαλψη περιορισμένου αριθμού "εκ καλών οικογενειών". 
Ειδικότερος όλων ο Λεωνίδας Χ. Ζώης (Λεξικόν ..., τ. Α, «Μαρτινέγκου, οικ.», σσ. 402-05, εδώ 402-03):

Διονύσιος [Μαρτινέγκος], του δ/ρος Νικολάου και μητρός Μαρίας Α. Γαήτα, εγενν. 1769. ... συνέταξε, το 1836, μυστικήν διαθήκην ... Εστερημένος τέκνων κατέλιπε την μεγάλην οικογενειακήν οικίαν του μετά της περιουσίας του ως κατάστημα ευσπλαχνίας, όπως έχωσιν εν αυτω την δέουσαν σίτισιν, ενδυμασίαν, κατάλυμα και παν είδος συντηρήσεως άνθρωποι της αστικής τάξεως, οι οποίοι, λόγω ατυχών περιστάσεων εκπεσόντες [αναγν. ξεπεσμένοι] ηδυνάτουν να εξοικονομούν τα προς συντήρησιν αυτών. Επί της προσόψεως της οικίας του ανεγινώσκοντο επί μεγάλης πλακός: «Casa di decente ricovero di Dionisio Martinengo Gaeta. Οἶκος δι’ εὐπρεπὲς καταφύγιον τοῦ Διονυσίου Μαρτινέγκου Γαήτα». Το ευεργετικόν τούτο ίδρυμα κατεστράφη εκ θεμελίων κατά τον βομβαρδισμόν της Ζακ. της 18 [Α]υγ. 1944.

Όντως, το ίδρυμα αυτό προσέφερε τις υπηρεσίες του σε ατυχήσαντες -τελικά όχι μόνον "εκ καλών οικογενειών"- μέχρι τη μοιραία ημέρα του 1944. Κατά τη χρονιά αυτή αμερικανικά Β-17 βομβάρδιζαν τακτικά τη Ζάκυνθο σε αυτή περίπου τη θέση της Χώρας, καταστρέφοντας ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα. Εκτός από τον "Οίκο δι’ Ευπρεπές Καταφύγιο" τότε καταστράφηκαν η Οικία Φωσκόλου, το μεγάλο Αρχοντικό κομήτων Νικολάου Λούντζη με πλούσιες βιβλιοθήκες και κατά το βομβαρδισμό της 11 Ιαν. 1944 έχασαν τη ζωή τους 32 μαθητές του δημοτικού σχολείου στην Κάτου Μερία (της Πλατείας Ρούγας, σημ. Οδός Φωσκόλου). Ο βομβαρδισμός είναι μόνο μία από της παράπλευρες απώλειες του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, οπότε οι σύμμαχοι, θέλοντας να βλάψουν τον εχθρό, ζήμιωσαν περισσότερο τους Ζακυνθινούς. Η άλλη περίπτωση, πιο γνωστή, είναι ο τορπιλισμός του ιταλικού πλοίου «Cità di Genova» με τον επακόλουθο θάνατο των περισσότερων ζακυνθινών εφέδρων που επέβαιναν σε αυτό ως όμηροι κατοχής. Υπογραμμίζεται πως σύμφωνα με μαρτυρία εποχής (Ανδρέας Στάβερης-Πολυκαλάς) το Μαρτινέγκειο ήδη είχε καταστραφεί το προηγούμενο έτος, 1943.

Σημειώνεται πως ο πιο γνωστός Μαρτινέγκος είναι ο αδελφός του πατέρα του Διονύσιου, θείος του δηλ., Αντώνιος "εξ αριστερών" κατά τη φρασεολογία του Ζώη, για δραστηριότητες κατά πολύ λιγότερο ... φιλανθρωπικές. Περιορίζομαι εδώ στους Ζακυνθινούς που θυμούνται τον Αντώνιο ως επαναστάτη κ.λπ. κ.λπ. να θυμήσω με τη σειρά μου πως αυτός κι ο ομομήτριος αδελφός του Ιωάννης επιδίδονταν με επιτυχία στο ευγενές σπορ του προστυχιού (βλ. σχετικό λ. στο Λεξικό Ζώη)

Το πόστ(ο) ξεκίνησε για να γελάσουμε, αλλά κοντεύει για μάρτσια φούνεμπρε. 

Γιάννης Τσακασιάνος
(από το "Εθνικόν Ημερολόγιον ... Σκώκου")

Το λοιπό(ν), για να ανεβάσουμε ηθικό αναλαμβάνει ο ουμορίστας του αλλοτινού Τζάντε Γιάννης Τσακασιάνος. Παρά κάποιες πηγές που τον θέλουν ευγενικής καταγωγής, ο λαϊκός αυτός ομότεχνος και όχι μόνο του Φιγκαρώ, διέθετε μεν μικρή παιδεία, αλλά "αναδειχθείς εκ των ολιγίστων και δημοφιλεστέρων ευθυμογράφων και ουμοριστών", αποτελεί το έμβλημα του Ζακυθινού τζιτζικιού με ότι αυτό συνεπάγεται. Γνωστός ο "Ποιητικός Ανθών", περιοδικό που εξέδιδε για την περίοδο 1886-87 (52 τεύχη) με ύλη ποιητική και λογοτεχνική. 

Στο πτωχοκομείο, γνωστό ως Σπιτάλιο του Μαρτινέγκου, αφιερώνει ο δικός μας Γιάννης Τσακασιάνος ένα "Μπουναμά" του, δηλαδή ένα από τα ποιήματα που έγραφε την περίοδο της Πρωτοχρονιάς και τα εξέδιδε αυτοτελώς, στα ζακυνθινά περιοδικά του, αλλά και σε άλλες περιοδικές εκδόσεις. Κάποια από αυτά έχουν εκδοθεί και σε ποιητικές τους συλλογές. Μαζί με τα "Ο ΖΑΚΥΘΙΝΟΣ - ΣΠΟΥΡΓΙΤΗΣ", "ΣΠΟΥΡΓΙΤΗΣ 'Σ ΤΗ ΝΑΠΟΛΙ", "ΓΕΡΟΝΤΟΠΑΡΑΞΕΝΑΔΕΣ ΤΟΥ ΣΠΟΥΡΓΙΤΗ", και " 'ΣΤΗΝ ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΗ ΤΗΣ ΜΠΟΝΕΫ" ανατυπώνεται από το "Τυπογραφείο Καψοκεφάλου" στη Ζάκυνθο το 1886. Κατόπιν στην ποιητική συλλογή Ι. Τσακασιάνου, ΔΩΡΟ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ 1889, με τον εμβληματικό σπουργίτη στο εξώφυλλο. Το στιχούργημα εκδίδεται ως "μπουναμάς" του 1885, άρα πιθανότατα είναι γραμμένο το 1884.

Ι. Τσακασιάνου, Δώρο Πρωτοχρονιάτικο 1889
Ευγενική παραχώρηση Κατερίνας Ι. Δεμέτη

Αν σας κομφίρει και θέλετε να γελάσετε α λα τζαντιώτα διαβάστε τον "Μπουναμά" του "Γιάννη του Σπουργίτη" μας. Για όσους δεν έχετε ή δεν έχετε προμηθευθεί ακόμα την ανατύπωση του πολύτιμου και αξεπέραστου εγχειριδίου για κάθε Ζακυθινό και περί την Ζάκυνθο εραζόμενο, το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, Πλατεία Αγίου Μάρκου, 29 100, ΖΑΚΥΝΘΟΣ, το διαθέτει έναντι πολύ λογικής για την εποχή και την ποιότητα της εργασίας τιμής. Στο εν τω μεταξύ θα παραθέσω και μια φούχτα σκόλια για όσους δεν το έχετε πρόχειρο.


'Σ ΤΟ ΣΠΙΤΑΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟΥ
1 Ιανουαρίου 1885
έκδοσις β'

Ορπίδα μου θεώρατη, γλυκό νανούρισμά μου,
Βαγγέλιο μου ολοζώντανο, είδωλο, ‘κόνισμά μου!
Και τη χρυσή σου επιγραφή με σέβας θυμιατίζω.
Ω «Καταφύγιο Ευγενικό!» του κάθε ξεπεσμένου....                                                                   
Μόνη, καθάρια, ζωντανή, πνοή του Σταυρωμένου!
Ποιός να περάση αδιάφορος ‘μπορεί από ‘μπροστά σου
Δίχως να κλίνη ταπεινώς ‘ς τη ‘σπλαχνική θωρειά σου;
Απ’ όσα κλει η Ζάκυθο, παλῃά και νέα στολίδια.
Καμπαναρία Πισκοπαίς, Αρχοντικά εκκλησίδια,                                     
Μετόχια χιλοστράτωνα, Μόντιδες, Μπάνκους κι άλλα,
Παλάτια αντίκα θεόχτιστα, σπήτια, μικρά μεγάλα,
Φούρνους, Καζίνα, Φυλακαίς, Γυμνάσια, Δικαστήρια, Στρατώνες,
Αλευρόμυλους, Φάμπρικαις, Μοναστήρια,
Νεκροταφεία, Θέατρα, Στάτουαις και ό,τι άλλο,                                     
Συ μόνο, απ’ όλο υψώνεσαι, σαν το Θεό μεγάλο!
Μακρυά ‘πό σε κάθε Κακό –Ράσα, Σεισμοί, Πλημμύραις,
Βλογιαίς- Μπολίδες, Χολέραις—Γάμοι, Κορέοι – Κλητήρες –
Α σ τ ρ ο π ε λ έ κ ι α, Π ε ι ρ α σ μ ο ί, Ριτσέτες και Κουμέσοι,
Και πειό μακρυά σου – η συφορά, ο διάολος – το ΒΕΛΕΣΙ!                 
Πόσοι θ’ αυτοχτονούσαμε – για μένα senza dubbio –
Αν έλειπε η ορπίδα σου ‘στερνό μας αποκούμπηο.
Πόσες νυκτιαίς ‘γονάτισα σαν εραστής ‘μπροστά σου,
Κι εφίλησα τη μπόρτα σου, τση τοίχους τα ... καρφιά σου.
Βλογώντας την αγία στιγμή κ’ εκειό το μακαρίτη                                    
Πώφτιασε τέτοιαν’ εκκλησιά για κάθε ερημοσπίτη.
Κ’ έλεγα –Θἐ μου, αν έφταιξα εις τα ζουρλά μου νειάτα,
Κι αν με ‘π α ρ α σ τ ρ α τ ή σ α ν ε τα πούφια κ’ η κανάτα,
Δεν φταίω ... Σου τάζω, σαν κλειστώ’ς την κατοικιά σου ετούτη,
Να σε λατρέψω ειλικρινά, πολύτερο αφ’ τα πλούτη!...
Εδώ θα Σε δοξάσω Θέ! Εδώ ‘ς την Παναγιά μου,
Οχτώ—ώραις το ημερόνυχτο, θα λέω τα πατρεμά μου,
Ύπνο, φαΐ και θεογνωσιά! ---Αχ! Θεούλη μ’ αξιωσέ με
Να το γλεντίσω μια κ’ εδώ γιαμά – έλα ‘ξηλ<ε>ωσέ με.
Πόσαις φοραίς ‘ς τον ύπνο μου, μὀνη κρυφή μου σκέπη,
Η παγωμένη μου ψυχή σαν ήλιο της σε βλέπει!—
Πως είμαι λέει, σωστός Πασάς, κ’ έχω κατοικητήρι
Μια καμαρούλα ζηλευτή για κάθε νοκοκύρι.
Μ’ άσπρη σκουφούλα, με γιαλιά, χορτάτος, δοξασμένος,
Θαρρώ ‘ς το κρεββατάκι μου πως γέρνω αναπαμένος.
Εκεί η πουπούλα, η μπόλια μου, η σ έ κ ι α, το ν ε ρ ό μου,
Το «Γιορτολόϊ», τα σκρίτα μου και... κάθε κομοδό μου.
Κι ότι μια πρέζα, λέει, ρουφώ κυττάωντας το καντήλι,
Να σου τρεις μούμιαις, σγόμπικαις, κουφαίς—παλ<ῃ>οί μου φίλοι– 
«Μωραί καλώτσοι, πέρνετε, τσου λέω, μια πρεζούλα;--
»Και πού καλήτερα ΄πό εδώ; ... – Έχω και μια σταλούλα
»Που μου το ‘κανησκέψανε... μία θάμπ’ αν πιής Σπυράκη,
»Θα θυμηθῃς τα νηάτα μας... δοκίμαστο Αντωνάκη.»
Κ’ εκεί που, λέει, τσου τόδινα τρεμουλιαστά κ εμίλια,
Ξάφνου ο σορ – Άντζουλος χουμά, μ’ αρπάζῃ την μποτίλια
Και μπλέκουμε ‘ς το πάλεμα ... ‘γεινήκαμε κουβάρι
Και ... εξύπνησα! Πίστεψε Θε, ο διάολος να με πάρῃ,
Αν δεν καταπικράθηκα πως ήταν ο ν ε ι ρ ά κ ι...
Τόση επιθύμια αισθάνομαι για κειο το καμαράκι.
Οπού δεν βλέπω τη στιγμή ν’ασπρίσω, να γεράσω,
Κ’ εκεί σγομπούλης, φαλακρός, σαν Μπέης να την περάσω! –
Ω σας που αυτό το ‘σπλαγγχνικό Παλάτι κυβερνάτε,
Του Γιάννη του Σ π ο υ ρ γ ί τ η σας μίαν αγκωνή φυλάτε!
Σας τάζω νάμαι παστρικός, να μη σας κατουρηουμαι,
Με του ήλιου το βασίλεμα πρώτος εγώ να κλειούμαι!
Κιτάραις, γλέντια κ’ έρωτες, χορούς και μπαντινάδαις,
Τα βίτσια μου όλα!...θέατρα, νογότσια, μ α σ κ α ρ ά δ ε ς,
Όλα τ’αρνιούμαι, σαν κλειστώ ‘ς εκείνους τσ’ ἀγιους τοίχους,
Οχτός από ένα... – όσο ‘μπορώ... – θε ν’ αραδιάζω στίχους!...
----

Η αρχή του κειμένου κατά τη β΄έκδ. (έκδ. Καψοκεφάλου)


ΣΧΟΛΙΑ 
για όσους δεν βαριέστε

Ορπίδα Ελπίδα Εκ τροπής του ε εις ο και του λ εις ρ
κόνισμά μου! εικόνα μου. μτφ. Θησαυρέ μου.
... τη χρυσή σου επιγραφή ... «Καταφύγιο Ευγενικό» Η επιγραφή του μεγάρου «ΟΙΚΟΣ ΔΙ’ ΕΥΓΕΝΕΣ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΝ ...». Βλ. άνω.
Καμπαναρία Η Ζακ. δεν διαθέτει καμπαναριά. Διαθέτει άφθονα καμπαναρία.
Πισκοπαίς Νικόλαος, άγιος, των Ξένων ή Μητρόπολις, κ. ‘Πισκοπή, ν. καθεδρικός εν τη πόλει, ενθ’ άλλοτε εθάπτοντο οι ξένοι και τα έκθετα του Ορφανοτροφείου ...
Μετόχια χιλοστράτωνα στρατόνι δρόμος εκτός κτημάτων, ή ατραπός, μονοπάτι [Κάτω τα μακρύα στρατώνια, ήταν το ταξικό σύνθημα των Ριζοσπαστών, ή (κατά την ορθογ. της εποχής) Κάτω οι μεγάλαις μπασίαις, όπου μπασίαις, είσοδος οικίας – και κτήματος]
Μόντιδες Ενεχυροδανειστήριον κ. Μόντες [ουδέποτε Μόντε], Monte Santo di Pietà. Η ιδρυσίς του ... χρονολογείται από της 25 νοεμ. 1670 αποφάσει του Γεν. Προβλεπτού θαλάσσης Αντ. Βενάρδου. Αφορμή μεν η εν τω τόπω έλλειψις χρήματος, ένθεν δε η υπό των Εβραίων ιδίως διενεργουμένη τοκογλυφία ... Το Κατάστημα έφερεν έξω έξωθι επιγραφήν: Pius erga homines, [Ἔ]σο ἐλεήμων τοῖς ἀνθρώποις. Κάτω δε του Ε. υπήρχε το Αρχειοφυλακείον [Στη θέση περ. του μετασεισμικού Εργατικού Κέντρου]
Μπάνκους Μπάνκος Τράπεζας Ιονικής υποκατάστημα (άλλοτε αρχοντικό Βεντουρίν Φορέστη στα Ρεπάρα)
Παλάτια αντίκα Παλάτια αρχαία
Καζίνα ... το 1839 [συνέστη] η Λέσχη «Ο Ζάκυνθος» [από τον οικιστή της Νήσου, σε κτήριο ιδιόκτητο, όπου άλλοτε η λεγόμενη Gran Guardia, επί της Πλατείας Αγίου Μάρκου]. Το 1849 συνέστη ο πολιτικός Σύλλογος «Αδελφότης» [Fratellanza], μετονομασθείς το 1877, «Νέα Αδελφότης» και μετά το θάνατο του Κ. Λομβάρδου εις Σύλλογον «Ο Λομβάρδος», 1889 [σε πτέρυγα του Θεάτρου «Ο Φώσκολος»]. [Ο Ludwig SalvatorZANTE,  μτφρ. Ζαφ. Ακτύπη, Ζάκυνθος 2007 [α΄ εκδ. Πράγα, 1904] τ. σ. 2, 640 καταγράφει ως λέσχες [casino] τον Σύλλογο «Φώσκολο» ιδρυθέντα το 1843, ο οποίος πείρε τη μορφή club από το 1848, γνωστό και από τον Ζώη, και «Ομόνοια» (Concordia)]
Φυλακαίς ... την δαπάνην κατασκευής φυλακών εν Ζακ. την 20 σεπ. 1830, αναλαβόντος την εργασίαν του εκ Μελίτης Ιωσήφ Καμηλιέρη. Ούτω κατεσκευάσθησαν αι τοιαύται εν τη συνοικία Αγ. Τριάδος ... Πλην των ανωτέρω δια της 17 αυγ. 1884 μετεποιήθησαν τα εν τω Φρουρίω κτίρια εις Φυλακάς ... [Όπου νυν ο ναός της μετασεισμικής Αγ. Τριάδος, οι παλαιές Φυλακές πόλεως Ζακ.]
Γυμνάσια Barf Σαμουήλ ...απέθ. εν Ζακ. κατά αυγ. 1880 ... ανωκοδόμησεν την οπίσω του Αρχειοφυλακείου μεγάλη οικία, όπου το Γυμνάσιον ... Καταστράφη υπό των σεισμών του 1953.
Δικαστήρια Δεν κατόρθωσα να εντοπίσω σε ποιο μέγαρο συνεδρίαζαν τα δικαστήρια της εποχής. Προτού ξεκινήσουν οι εργασίες για το πάλαι Θέατρο, είχε ήδη αρχίσει και προχωρήσει η ανοικοδόμησει μελάθρου της Θέμιδος που ο κόσμος ονόμαζε το Παλάτσο, αλλά ουδέποτε αποπερατώθηκε.
Στρατώνες Μετά την Ένωση (1864) ως στρατώνας λειτουργούσαν τα κτήρια (όχι ο ναός που ήταν λίγο πιο μακρυά) της άλλοτε Μονής της Santa Maria delle Grazie στη συνοικία της Αγ. Τριάδας, τα οποία ήδη είχαν δεσμευτεί για το λόγο αυτό επί Επτανήσου Πολιτείας.
Αλευρόμυλους Κατά τον Ludwigh Salvator, ΖΑΝΤΕ, δύο μύλοι υπήρχαν για την άλεση σιτηρών που λειτουργούσαν με ατμό. Τριάντα ανεμόμυλοι και πενήντα υδρόμυλοι.
Φάμπρικαις Το εργοστάσιο σαπωνοποιίας του Βασ. Γιούρου (1867), το αντίστοιχο των Αφων Μερκάτη (1871) μετέπειτα Κάπαρη, και άλλα 22 τέτοια. Κατά τον Σαλβάτορ.
Μοναστήρια Εντός πόλεως τότε λειτουργούσαν το Μοναστήρι Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου, η Μονή Καλογραιών της Ορθόδοξης Μητρόπολης και Μονή Καλογραιών εξάρτημα του Καθολικού Επισκοπείου.
Νεκροταφεία ... Εν έτει 1871 κατά [Μάρτιον] εγένετο τα αγκαίνια του νυν Νεκροταφείου επί δημάρχου Ιω. Λισγαρά ... έτερον προς Β. και εις τον περίβολον του ν. της αγ. Παρασκευής του Κλαψή ... ιδρύθη επί Φ. Τζουλάτη. Έτερον Νεκροταφείο ιδρυθέν την 10 μαρτ. 1675 εις τον περίβολον του αγ. Ιωάννου στον Τράφο εχρησιμοποιήθη προς ταφήν των άγγλων αριστοκρατών ... Έτερον  Νεκροταφείο εγείρεται έναντι του ν. Αγ. Αικατερίνης του Γρυπάρη ... δια τον ενταφιασμόν των πτωχών ... – Παραπλεύρως και προς Β. ... εγείρεται έτερον τοιούτον των Άγγλων στρατιωτών ... [τα τρία τελευταία μη ενεργά το 1885]
Θέατρα ... το νυν δημοτικόν Θέατρον επί δημάρχου Τζουλάτη, ονομασθέν «Φώσκολος»
Στάτουαις στάτουα άγαλμα, είδωλον [Εν καιρώ του παρόντος «Μπουναμά» μία και μόνη Στάτουα υπήρχε εν Ζακ. η «συνθηκοασφαλισμένη» (κατά το ποίημα του Αγγέλου Καντούνη [Είμαι μια στάτουα γέρικη], 1849) προτομή του αρμοστή Maitland ή «Μώρος» προ του τότε Ναού των Αγίων Πάντων, (εκεί που πάνω κάτω βρίσκεται το Μνημείο Ομήρων Κατοχής). Η άλλη προσεισμική στάτουα, ο αδριάς του Ποιητή δεν είχε ακόμα υψωθεί στην τότε Πλατεία Γεωργίου (Α΄). (Β.Δ.Χ)]
Βλογιαίς βλογιά ασθ. η ευ(φ)λογία ... μαύρη β. η αραβική [και κατάρα: που να σε φάει β. μαύρη]
Μπολίδες οικ. εβρ. ης Σαμο,υ,λής [ γνωστός από το διστ. Και η ψήφος του Μπολή σαν του Κόντε Νικολή (Λούντζη). Ενν. συνεκδ. οι τοκογλύφοι.]
Κορέοι κορέος παρά χωρικοίς η κόρις
Α σ τ ρ ο π ε λ έ κ ι α, Π ε ι ρ α σ μ ο ί Στο πρωτότυπο υπογραμίζονται, δηλώνοντας πως πρόκειται για terminus technicus. «Πειρασμός» είναι γνωστό θεατρικό του Ξενόπουλου, ο οποίος συνδεόταν με τον Τσακασιάνο ήδη στα ξεκινήματα της συγγραφικής του σταδιοδρομίας. Όμως ο «Πειρασμός» θα δει το φως πολύ αργότερα. Να υπάρχει κάποια προδρομική του μορφή; Αντίστοιχα και το Αστροπελέκι. Ή μήπως να είναι ψευδώνυμα;
Ριτσέτες Ριτσέττα συνταγή ιατρού – και Ρετσέττα
Κουμέσοι κομέσος υποδικηγόρος, πληρεξούσιος και Κουμέσσος
ΒΕΛΕΣΙ εξωτερική γυναικεία εσθής, η εσωτ. λέγεται κότολο ... Και ως σύμβολον της γυναικείας επιρροής ...
senza dubbio – χωρίς αμφιβολία
πούφια Λ. Πούφο είδος σχεδίου γυναικείου φορέματος
κανάτα αγγείον μεγάλον, εις ο μεταγγίζουν τον οίνον εκ του βυτίου. Εντεύθεν κρασοκανάτας ο μέθυσος, κάνης, δοχείον πλατύστομον εκ πηλού μετά λαβής
πουπούλα, η Λ. Πουπού λ. παιδική, φόρεμα
μπόλια, η Λ. ... προσόψιον, λέντιον, οθόνη, εκμαγείον, χειρόμακτρον ...
πατρεμά, τα Πάτερ Ημών, τα
άσπρη σκουφούλα χαρακτηριστικό εξάρτημα νυκτός και εσωτ. χώρων των ηλικιωμένων κατά τους ψυχρούς μήνες
σ έ κ ι α, Λ. σέκκια και σέκκιο ουροδοχείον υψηλόν, ... εντός ξυλίνου καθίσματος.
το ν ε ρ ό μου, κάνω νερό μου, ή κάκκα μου – αοφέδευω, χέζω – βαίνω προς νερού μου, βαίνω προς νερού μου.
«Γιορτολόϊ», Το εκκλ. βιβλίο "Εορτολόγιον περιέχον τα δοξαστικά απολυτίκια και κοντάκια των εορταζομένων αγίων, και των εωρτών [sic] του τριωδίου και πεντηκοσταρίου τα δοξαστικά και απολυτίκια της οχταήχου τα εωθινά και ευλογητάρια τον πρώτον παρακλητικόν κανόνα της Θεοτόκου των επί εξομολογήσει αμαρτωλού και τον μικρόν αγιασμόν", και κατ' επέκταση το προσευχητάριο.
τα σκρίτα ιδιωτικόν έγγραφον, ιδίως το χρεωστικόν, ιδιόγραφος συμφωνία ... [και κατ’ επέκταση κάθε χειρόγραφο, μανουσκρίτο]
κόμοδο ησυχία, ανάπαυσις – ό,τι αντικείμενον προς ευκολίαν – ουροδοχείον
πρέζα ό,τι χωρούν τα τρία δάκτυλα, δακτυλίς, δραχμίς, λήψις
σγόμπικαις Λ. σγόμπος κυφός, γυρός ώμοισι – Οδύσσεια, Τ. επίκυρτος
και σγομπιάζω κυφούμαι
κανισκέψανε κανισκεύω φιλοδωρώ, δωρούμαι (κανίσκι ... δώρον, επίσταλμα)
θάμπα σταγών, ρανίς
χουμάει χουμάω, χουμίζω οιμάω, ορμώ, χοίμησεν δε αλιείς... Ιλιάς Χ. 308, εφ]ορμώ, επιτίθεμαι δι’ οργής.
του Γιάννη του Σπουργίτη Ως "Σπουργίτης" υπέγραφε συχνά στο περιοδικό του "Ο Ζακύνθιος Ανθών". Εμβληματικός ο Σπουργίτης για τον Τσακασιάνο που έγραψε πολυάριθμα στιχουργήματα με πρωταγωνιστή το ενδημικό αυτό πουλάκι που ποτέ δεν αφήνει τον τόπο του. Ο Τσακασιάνος ακόμα κι αν έφυγε από τη Ζάκυνθο, ποτέ δεν την εγκατέλειψε. Ανά τους αιώνες, και σήμερα η Ζάκυνθος μπορεί να περηφανεύεται για τέτοιου είδους πτηνά που έχουν ένα πλεονέκτημα έναντι του κοινού σπουργίτη: είναι συνήθως ... ωδικά...
αγκωνή γωνία, κό[γ]χη
κιτάραις, κιτάρα κίθαρις [ποτέ κιθάρα]
μπαντινάδαις μαντινάδες
Νεγ[κ]ότσιο εμπόριον, ίδια χονδρικόν, επιχείρησις.
Μασκαράδες όμιλος προσωπιδοφόρων, συνήθως παριστανώντων θεατρικόν τι έργον.

Τα λήματα του Γλωσσάριου ακολουθούν το Λεξικό του Λεωνίδα Χ. Ζώη. Όπου αυτό δεν γίνεται, δηλώνεται με υπογράμμιση.

Και μια ικασία. Θα αποτολμίσω ταύτιση των τριών φίλων που επισκέπτονται τον Τσακασιάνο στο όνειρό του με κάθε, φυσικά, επιφύλαξη.

Ο Σορ Ἀντζολο(ς) είναι πιθανότατα ο κατά Ζώη "Άγγελος – Μάρκος – Ιωάννης Σαλούτσης Salucci, [ο οποίος] εγενν. εν Ιθάκη την 19 μαϊου 1861 υπηρετήσας ως ανώτερος υπάλλ. της Αγγλ. Τηλ/κης Εταιρ. Eastern, διεκρίθη επί φιλομουσία, άριστος δε κιθαρωδός συνέθεσε διάφορα μουσικά τεμάχια τυχόντα ευφήμου μνείας ..."
Για τον Σπυράκη από τον κύκλό Τσακασιάνου έχω δύο υποψήφιους. Ο ιστοριοδίφης "Ιωσήφ-Σπυρίδων Δε-Βιάζης γενν. εν Κερκύρα [ο οποίος] ... ηναγκάσθη να εκπατρισθή νύκτωρ μεταμφιεσμένος εις γυναίκα και να καταφύγη σωθεί εις Ζακ." υπήρξε τακτικός συνεργάτης του Ζακύνθιου Ανθώνος. Όμως υπήρξε "εργαζόμενος ζωήν διάγων ασκητικήν και φιλοσόφου". Αυτό τον αποκλείει.
Καλύτερος για τη θέση του Σπυράκη λοιπόν είναι ο χοροδιδάσκαλος Σπυρίδων Γρυπάρης (Ζώης Γριπάρης), ο οποίος απεθ. το 1902.
Ο τρίτος Αντωνάκη(ς) είναι ακόμη προβληματικότερος. Υπάρχει πάντως "Αντώνιος κόμης Καπνίσης γενν. εν Ρωσία το 1810 και απ. εν τω Νοσοκομείω [ανάγν. Οίκω Μαρτινέγκου Γαήτα] Ζακ. την 24 δεκ. 1885, μουσικοσυνθέτης και άριστος κιθαρωδός. Εμελοποίησε το κωμειδύλιον του Σ. Ζερβού «Μαστρο-Μανώλης» το οποίον παρεστάθη το 1878, εις το θέατρον Ζακ. ... Δυστυχήσας κατά τα τέλη της ζωής του απεσύρθη εις το Νοσοκομείον, όπου και απέθανε". Να σημειωθεί πως σε αυτόν αποδίδεται η διασκευή του πασίγνωστου ύμνου της Μεγάλης Εβδομάδας "Ίνα τι εφρύαξαν έθνη". Να γίνεται μια μνεία σ’ αυτόν;

Αν πραγματικά ο Τσακασιάνος ευελπιστούσε σε μιαν "αγκωνή" 'σ το Σπιτάλιο του Μαρτινέγκου" και δεν έγραφε για να κάμει μάντσια --που μάλλον το δεύτερο έκανε-- ούτε το χρειάστηκε ούτε θα μπορούσε να απολαύσει τις υπηρεσίες του. Από το 1894, ο "Σπουργίτης" αναγκάζεται να μεταναστεύσει από το αγαπημένο του νησί. Με διάφορους σταθμούς ως οικονομικός υπάλληλος, πέθανε τελώνης στο Ναύπλιο, σε ηλικία μόλις 55 ετών (16 Ιαν. 1908). Τα οστά του μετακομίστηκαν στη Ζάκυνθο το 1972, Οκτ. 8 και ενταφιάστηκαν στο Νότιο Κοιμητήριο Ζακύνθου επί Δημάρχου Ραζή με μεγάλη συμβολή του μακαρίτη Ζακυθινού Ντίνου Θεοδόση -τον οποίο για το καλό ευχαριστώ οι αρχές δεν θεώρησαν σκόπιμο να καλέσουν στην τελετή. Ο ίδιος εκτός από το όλο χρονικό του εντοπισμού και της μετακομιδής των οστών, μας δίνει την πληροφορία πως με το θάνατο του Γιάννη Τσακασιάνου:

"στην αίθουσα της "Λαϊκής Σχολής" που στεγαζόταν στο Μαρτινέγκειο Ίδρυμα, του εγένετο φιλολογικό μνημόσυνο όπου μεταξύ των άλλων που μίλησαν για την προσωπικότητά του, ο υιός του Γεώργιος, απήγγειλε αποσπάσματα από το "Σπουργίτη" .

( Ντίνου Θεοδόση, "Ο Ποιητής Τσακασιάνος και τα Οστά του",  Αναμνήσεις Από την Παλιά Ζάκυνθο, Ζάκυνθος, [σσ. 238-]246)

---

ΠΗΓΕΣ

Το κείμενο από την β΄έκδοση (έκδ. τυπ. Καψοκεφάλου), αντίγραφο Βιβλιοθήκης Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, ψηφιοποιημένο, όπου εκ παραδρομής μεταγράφεται ΣΠΗΛΑΙΟ αντί ΣΠΙΤΑΛΙΟ. Ο ενήμερος για τις δραστηριότητες του Αντώνιου Μαρτινέγκου περιμένει να διαβάσει κάτι μεταξύ του "Jamaica" Inn και του Αλή Μπαμπά με ... απάνου από σαράντα μπράβους (πρωτοπαλλήκαρα) ...  ( http://www.openarchives.gr/view/2376397 )

Η φωτογραφία του Γιάννη Τσακασιάνου από το "Εθνικόν Ημερολόγιον ... Σκώκου" 
( http://www.openarchives.gr/view/603547 )

Ως αριστοκρατικής καταγωγής Βενετίας φέρεται ο πατέρας του Τσακασιάνου, κατά τα άλλα ... μπαρμπέρης στο "Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών" του "Εθνικού Κέντρου Βιβλίου" ( http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=396 ). Είμαι σίγουρος πως ο ίδιος ο Τσακασιάνος θα γέλαγε με την καρδιά του διαβάζοντας ευτές τσι λάουρες.

Καλύτερα και εγγυρότερα βιογραφικά θα αναζητούσα στο "Η Ζάκυνθος μετά Μουσικής" του κόντε Νίκια Λούντζη, αν το είχα πρόχειρο.

Τα οικόσημα των ευγενών οικογενειών της Ζακύνθου Μαρτινέγκου και Γαήτα (τα οποία μπορεί να δει κανείς και στην συλλογή του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων) από τα γενεαλογικά τους δένδρα στην εργασία του Eugene Rizo Rangabè … Livre d'or de la noblesse Ionienne, Vol. III. Zante, Athenes: Maison d' Editions "Eleftheroudakis", 1927, διαθέσιμο σε ψηφιακή μορφή στην ιστοσελίδα Anemi ( http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/4/b/5/metadata-02-0000476.tkl )

Το σχέδιο του Αγίου Ιγνατίου από τον Ρόμπερτ Σάρτζιντ από το: Ρόμπερτ Sargint, Η Ζάκυνθος κάποτε... Κείμενα Νίκιας Λούντζης, Έκδ. "Οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων", ως έχει στην ιστοσελίδα της εφημ. Η ΗΜΕΡΑ ΤΣΗ ΖΑΚΥΘΟΣ ( http://imerazante.gr/2013/07/03/67535 )

Το εξώφυλλο του  Ι. Τσακασιάνου, ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1889 από το Κατερίνας Δεμέτη, "Πρωτοχρονιάτικο (Πρωτοχρονιά 2015)", Από το Inlook στο Outlook, στο ιστολόγιό της http://intooutlook.blogspot.gr/2014/12/blog-post_29.html )




Της...τρελής!


Όχι! Δεν με έπιασαν οι φιλολογικές μου ανησυχίες. Άλλωστε, τι δουλειά έχει μια κοπτοραπτού με τις φιλολογίες;
Απλώς δυο μέρες τώρα, «γαζώνοντας» με τη τιβί ανοιχτή, θυμήθηκα το ποίημα που ακολουθεί.
Λέγεται «Ο Γάμος της Τρελής»*, είναι του Γιάννη Τσακασιάνου, επτανήσιου ποιητή – να αναπαύει ο Θεός την ψυχούλα του – κι αν τον είχα δίπλα μου, αυτές τις μέρες και έβλεπε αυτά που μας δείχνουνε θα το…ξανάγραφε.
Διότι, μερικοί – μερικοί της πρωινής ζώνης σου λένε: «Θα βγάλουμε τον μουρλό να μας πει, γιατί έκανε αυτό που έκανε και θα κάνουμε νούμερα! Ποιος θα μας μιλήσει; Ρεπορτάζ κάνουμε!».
Κάτι άλλοι της απογευματινής ζώνης σου λέει: «Τσίρκο δε θέλετε; Εδώ ο θηριοδαμαστής! Φέτος θα σας δείξω από το κορίτσι με τα γένια μέχρι το καγκουρό με τα 8 κεφάλια!».
Ό,τι παράξενο, ό,τι…διαφορετικό, αντέχει ο τηλεθεατής να το ξεσκίζουμε μπροστά του!
Αμ, δε καμάρια!
Οπότε τους αφιερώνω με μπόλικα «γαζάκια» και καλά θα κάνουν να το διαβάσουν…
Ειδικά οι τελευταίοι στίχοι τους αφορούν. Όπως και όλους μας!


Ο γάμος της τρελής

Τι ‘ναι και τρέχουνε, χαρά γεμάτοι,
Με γέλιο ανέκφραστο γέροι και νιοι;
Τι τάχα βλέπουνε με τέτοιο μάτι
Στο τόσο ανάβρασμα ποιος τους κινεί;

Με τόση μάνιτα γιατί κοιτάνε;
Για ποιόνε τρέχουνε ωσάν μουρλοί;
Με τόσο θόρυβο για ποιον γελάνε;
Θέ μου, λυπήσου τους, για μια τρελή!

Στεφάνι ακάνθινο, ψευδή πορφύρα,
Χριστέ σου βάλανε για χλευασμό,
Και ‘σε νυφιάτικα, ω κακομοίρα
Ρούχα και στέφανα για εμπαιγμό.

«Εστεφανώθηκα» τρέχει και κράζει,
Έγιν’ αρχόντισσα, είμαι κυρά!»
Κι ο κόσμος, φρόνιμος, «ουρρά!» φωνάζει,
Και τρέχει πίσω της όλο χαρά.

Να, σαπιολέμονα, χούφτες αλάτι,
Χαλίκια πάνω της καθείς πετά,
Κι εκείνη η δύστυχη, χαρά γεμάτη,
Για τα κουφέτα τους, τους φχαριστά.

Ω, κι αν ξανοίγατε, δυστυχισμένοι,
Στου πεπρωμένου μας τη σκοτεινιά,
Ποια μοίρα βάρβαρη κι εμάς προσμένει
Δε θε να δείχνατε τόση απονιά.

Ποιος συλλογίζεται, που ενώ στην πλάση
Φτωχή και πάνερμη είχε βρεθεί,
Μες το άγριο σκότος της, για να χορτάσει
Έγραψε η μοίρα της: «Να τρελαθεί!».

Κι ακόμ’ – αχόρταγοι! – τρέχουν σιμά της,
Σκορπούν τα γέλια τους στη συμφορά,
Μες τα τρισκόταδα τα λογικά της
Βρίσκει η καρδούλα τους, τροφή, χαρά!

Γεια σας, χορτάσετε, όλοι γελάτε,
Σταυρώσατε τηνε, είναι μουρλή
Λεμόνια ρίχτε της, πέτρες πετάτε,
Και μη φοβόσαστε! Ποιος σας μιλεί!

Σταυρώσατε τηνε! Τέτοια είναι η γη μας.
Αύριο ίσως παίζουνε άλλοι μαζί μας…
Ποιος ξεύρει η μοίρα του τι του κρατεί;

*Ο γάμος της τρελής, 37-40. Γ.Θ. Ζώρας (επιμ.), Ποίησις και πεζογραφία της Επτανήσου. Βασική Βιβλιοθήκη, 14. «Αετός» Α.Ε., 1953. 364


Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only