Κυριακή, 20 Ιουνίου 2021

«Τὴν ἀρετὴν οὐχ ἀφαιρεῖται τόπος οὐδὲ δίδωσι»

 

«Τὴν ἀρετὴν οὐχ ἀφαιρεῖται τόπος οὐδὲ δίδωσι»

Λέγεται ότι, όταν κάποτε ο Ελευθέριος Βενιζέλος προσβλήθηκε από κάποιον για την αφανή καταγωγή του, ο μεγάλος Κρητικός πολιτικός του αποκρίθηκε μ’ ένα στίχο γνωστού «Ριζίτικου» τραγουδιού: «Ο άντρας κάνει τη γενιά κι όχι η γενιά τον άντρα».
Νομίζουμε ότι δεν υπάρχει καλύτερη υποτύπωση του νοήματος της εξεταζόμενης γνωμολογίας από το στίχο αυτό. Στα χείλη μάλιστα ενός μεγάλου άντρα αποκτά μια ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα. Πράγματι, δεν είναι η οικογένεια ή ο τόπος καταγωγής που δοξάζει τον άνθρωπο, αλλ’ ο άνθρωπος με τα έργα του είναι αυτός που δοξάζει τον τόπο ή την οικογένειά του.
Δεν υπάρχουν αυτοί καθαυτοί άσημοι κι ασήμαντοι τόποι. Υπάρχουν άσημοι κι ασήμαντοι άνθρωποι. Αυτοί, αφού δεν έκαναν τίποτα αξιόλογο κι αξιομνημόνευτο, κράτησαν σε αφάνεια τον τόπο τους. Αντίθετα, όσοι εργάστηκαν δραστήρια και διαπρέψανε σ’ όλους τους τομείς του πολιτισμού, τη στρατιωτική και πολιτική ιστορία, αυτοί όχι μόνο τον εαυτό τους αλλά και την πατρίδα τους δοξάσανε.
Η δόξα ενός τόπου είναι αμετάδοτο αγαθό. Η δόξα είναι απότοκος δικών μας ενεργειών. Δεν υπάρχουν τόποι φυτώρια ηρώων. Ας μη νομιστεί ότι επειδή γεννηθήκαμε σε τόπους θυσίας και μαρτυρίου, θα έχουμε κι εμείς τη φλόγα της αυταπάρνησης. Αυτή τη φλόγα την ανάβει μόνος ο άνθρωπος σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές. Μια πράξη γενναία τιμά οπωσδήποτε και δοξάζει τον τόπο που γέννησε τον άνθρωπο που την έκανε. Γι’ αυτό όσους πέφτουν για ένα ιδανικό η πατρίδα, ανταποδίδοντας την τιμή, τους τιμά με μνημεία και τρόπαια. Αυτά θυμίζουν στους μεταγενέστερους το δικό τους χρέος. Όχι να θαυμάζουν τα τρόπαια των προγόνων τους και να καμαρώνουν γι’ αυτά, αλλά για να προσπαθούν να δειχτούν αντάξιοί τους. «Νομίζετε τοίνυν ταῦτ’ ἀναθεῖναι τοὺς προγόνους ὑμῶν οὐχ ἵνα θαυμάζητ’ αὐτὰ θεωροῦντες, ἀλλ’ ἵνα καὶ μιμῆσθε τὰς τῶν ἀναθέντων ἀρετάς» έλεγε ο Δημοσθένης.
Συμβαίνει όμως κάτω από ορισμένες ιστορικές συγκυρίες να υπάρξει σ’ έναν τόπο και για μεγάλη χρονική περίοδο μια σειρά ένδοξων αντρών. Αλλ’ ας μη γελιόμαστε. Τη δόξα δεν τη δημιουργεί το έδαφος ή οι κλιματολογικές συνθήκες αλλ’ ο άνθρωπος. Δεν δόξασε η Θήβα τον Πελοπίδα και τον Επαμεινώνδα, αλλ’ εκείνοι οι μεγάλοι στρατηγοί δοξάσανε την πόλη τους. Το Μεσολόγγι δεν ήταν τίποτε μέσα στους αιώνες, σήμερα όμως αποτελεί ιστορικό ορόσημο. Το Αρκάδι είναι ένας ειδυλλιακός τόπος κι όμως σήμερα εκφράζει το πνεύμα του ηρωισμού και της θυσίας.




Η δόξα ενός τόπου δεν ανακλάται και δεν διαιωνίζεται στους κατοίκους του. Καθένας δοξάζεται με τα δικά του έργα και γι’ αυτά πρέπει να σεμνύνεται. Η δόξα ενός τόπου ή η λαμπρότητα ενός οικογενειακού ονόματος είναι φορτίο δυσβάστακτο για τους ασθενείς ώμους ανάξιων απογόνων. Αυτοί όχι μόνο δεν μπορούν να διεκδικούν δικαιώματα τιμής και σεβασμού για τα όσα επιτελέσανε οι πρόγονοί τους, αλλ’ απεναντίας πρέπει ν’ αντιμετωπίζουν το χλευασμό και την περιφρόνηση των συνανθρώπων τους. Κατηγορηματικός πάνω στο ζήτημα αυτό εμφανίζεται ο Πλάτωνας: «Ἀνδρὶ οἰομένῳ τὶ εἶναι οὐκ ἔστιν αἴσχιον οὐδὲν ἢ παρέχειν ἑαυτὸν τιμώμενον μὴ δι’ ἑαυτὸν ἀλλὰ διὰ δόξαν προγόνων»*.
Κι όμως στον κοινωνικό βίο παρατηρείται συχνά το φαινόμενο να καυχιούνται άνθρωποι όχι για τα όσα αυτοί αλλά για τα όσα οι πρόγονοί τους επιτελέσανε και, το θλιβερότερο, να ονειδίζουν άλλους για την ταπεινή τους καταγωγή. Ένα τέτοιο περιστατικό, με ήρωες κάποιον ασήμαντο ευγενή και το Σωκράτη, μας διέσωσε η αρχαία παράδοση: «Σωκράτης ὀνειδιζόμενος ἐπὶ δυσγενείᾳ ὑπό τινος εὐγενοῦς μέν, μοχθηροῦ δέ, ἐμοὶ μὲν τὸ γένος ὄνειδος, ἔφη, σὺ δὲ τῷ γένει»**.
Την καυστική αυτή παρατήρηση του Σωκράτη πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα εμείς οι νεώτεροι Έλληνες. Έχουμε το προνόμιο να γεννηθούμε σ’ έναν ενδοξότατο τόπο. Αν φανούμε ανάξιοι έναντι των προγόνων μας, ασφαλώς θ’ αποτελέσουμε ντροπή για τον τόπο αυτό. Η δόξα ενός τόπου πρέπει να εμπνέει, να γεννά ενθουσιασμό κι αγωνιστικό πνεύμα. Είναι ανεπίτρεπτο να ζούμε από τους τόκους των προγόνων μας, να καπηλευόμαστε τη δόξα και να επαναπαυόμαστε στις δάφνες του τόπου μας. Οι δάφνες, όπως είναι γνωστό, μαραίνονται, αν στις παλιές δεν προσθέτουμε νέες.
Είναι γεγονός όμως ότι σ’ ορισμένες περιοχές, όταν υπάρχει μια περιρρέουσα πνευματική, καλλιτεχνική ή ηρωική ατμόσφαιρα, είναι φυσικό να γεννιώνται άνθρωποι και στα πολεμικά και στα ειρηνικά έργα άξιοι. Χρέος, λοιπόν, κάθε νέας γενεάς είναι να συντηρεί τη δημιουργική παράδοση, για να προσθέτει καινούργιες δάφνες στη δόξα του τόπου της. Γιατί με τη δημιουργική του πνοή ο λαός ενός τόπου, που δεν διαθέτει ένδοξη ιστορία, θα μπορέσει να την αποκτήσει, και με τη δημιουργική του πνοή ο λαός ενός τόπου, που διαθέτει αξιόλογη ιστορία, θα μπορέσει να την συνεχίσει.
Όταν όμως απουσιάζει το πνεύμα της άμιλλας προς τους προγόνους, όταν οι νέοι δεν μοχθούν για να γίνουν καλύτεροι από τους παλαιότερους, όταν δεν δημιουργούν νέες Θερμοπύλες για να μπορούν να πουν στους υπέροχους Τριακόσιους του Λεωνίδα, πόσο μοιάζουν μ’ αυτούς, όταν στους παλαιούς Παρθενώνες δεν προσθέτουν νέους, τότε η παλαιά δόξα του τόπου τους όχι μόνο τιμή δεν τους δίνει, όχι μόνο άξιοι σεβασμού δεν μπορεί να είναι, αλλ’ απεναντίας θ’ αποτελούν για την πατρίδα τους πραγματικό «άχθος αρούρης» ( =βάρος της γης).
Είναι φοβερό για έναν τόπο να μην έχει ήρωες, αλλ’ είναι φοβερότερο να έχει ανάγκη από ήρωες και να ζητάει καταφύγιο στην παλαιά του δόξα. Είναι απογοητευτικό να καταφεύγουν οι κάτοικοι ενός τόπου στα περασμένα τους μεγαλεία και, όπως ειρωνικότατα παρατηρεί ο Καβάφης, όταν θέλουν να καυχηθούν «τέτοιους βγάζει το έθνος μας», να λένε. Όσο μεγάλος όμως είναι ο θαυμασμός για τους παλιούς, τόσο μεγαλύτερο τ’ όνειδος για τους νέους. Οι Έλληνες του ’21 δεν δοξάστηκαν, επειδή γεννήθηκαν σ’ ένδοξο τόπο. Έχοντας μέσα τους τη φλόγα της θυσίας, δόξασαν με τα ολοκαυτώματά τους την πατρίδα τους. Γι’ αυτό ο Κανάρης μπορούσε αγέρωχα να λέει: «Το γένος μου αρχίζει από μένα».



Ο Πλάτωνας είχε πει: «Μια ήττα αναγνωρίζω· από τους απογόνους μου». Αυτό οφείλει να το συνειδητοποιεί κάθε νέα γενεά, για να μπορεί, στηριζόμενη στα δικά της έργα, να επαναλάβει το λόγο των Λακεδαιμονίων εφήβων: «Εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροι». Αν μπορέσουν να υλοποιήσουν το λόγο αυτό, τότε και τον εαυτό τους και τη μνήμη των προγόνων τους θα έχουν τιμήσει. Καλύτερο μνημόσυνο για την ψυχή του Λεωνίδα δεν ήταν δυνατό να υπάρξει από τη γενναία στάση του Διάκου στην Αλαμάνα.

* Για έναν άνθρωπο που νομίζει ότι κάτι είναι δεν υπάρχει μεγαλύτερη ντροπή από το να θέλει να τιμάται όχι για την αξία του την προσωπική αλλά για τη δόξα των προγόνων του.
** Λοιδορούμενος ο Σωκράτης για την ταπεινή του καταγωγή από κάποιον άνθρωπο ευγενούς καταγωγής αλλά αγενούς χαρακτήρα, του είπε: η γενιά μου είναι ντροπή για μένα, συ όμως είσαι ντροπή για τη γενιά σου.

ΠΗΓΗ Σ.Δ

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only