Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2021

Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΣ ΩΣ ΣΑΤΙΡΙΚΟΣ, ΑΥΤΟΣΑΡΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΩΔΟΣ


.
[Ο Παναγιώτης Πανάς αν και μεγάλος Ριζοσπάστης αγωνιστής, καλός ποιητής, μεταφραστής κι εκδότης πολλών εφημερίδων δεν παύει, ως κλασικός Επτανήσιος, να είναι και σατιρικός, αυτοσαρκαστικός και παρωδός]:
ΣΑΤΙΡΑ ΤΩΝ ΔΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ
«Του γκιώνη όποιος λέει πως η φωνή
Στης φύσης τη μεγάλη αρμονία
Δεν είναι αναγκαία
με συγχωρεί,
Μα λέει μια μεγάλη ανοησία.
Μονότονο θα ήτανε το αηδόνι,
Εάν δεν ήταν κι η φωνή του γκιώνη.
Γκιώνη φωνή και αυτά τα στιχουργήματα
Είναι, όπου η νύχτα αντηχάει,
Δεν είναι από εκείνα τα ποιήματα,
Όπου η Μούσα μας κανοναρχάει...
Και αν κανένας για τέτοια τα προσμένη,
Η γνώμη του θα έβγει γελασμένη.
Συμπέρασμα λοιπόν... λεπτό δεν δίνω
Τι τύχη θε να λάβουν... Δεν με μέλει,
Αν κανένας Ροΐδης... Τον αφήνω
Ελεύθερον να ψάλη ό,τι θέλει...
Γιατί πρώτος κι εγώ, -μα την αλήθεια!-
Ανάλατα τα βρίσκω κολοκύθια.
Από το «ΕΡΓΑ ΑΡΓΙΑΣ», εκτίμηση για την δική του ποίηση
.
[Ο Παναγιώτης Πανάς αντιπαθούσε τον Λευκαδίτη ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ, επικό ποιητή του αρματολισμού, πρόμαχο της Ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα και μαχητή της Μεγάλης Ιδέας. Του απέδιδε τυχοδιωκτικές επιδιώξεις προκειμένου να αποκτήσει μετά την Ένωση αξιώματα στο Ελληνικό Κράτος. Πράγματι, πριν απογοητευθεί από το Ελληνικό Κράτος και αποσυρθεί από την Πολιτική, έγινε δύο φορές βουλευτής (1865 & 1968) με το κόμμα του Αλεξ. Κουμουνδούρου.
Για να τον σατιρίσει μιμήθηκε το ύφος του, συγκέντρωσε χαρακτηριστικές λέξεις και φράσεις από διάφορα ποιήματα του Βαλαωρίτη, φτιάχνοντας έτσι ένα νέο ποίημα απομίμηση της ποίησής του:
ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ
Πάρε δυο σύγνεφα μια λίτρα αγέρα
Δροσιάς δυο γράνα και μια φλογέρα
Τρεις τόννους Πίνδο τέσσαρους χιόνι
Μια λίτρα ανάσασι και ένα αηδόνι
Δεμάτια τέσσερα δάφνες, μυρτούλες
Ράσα, ξεκλίδια, γύφτους, αυγούλες
Πέντ' εξη σήμαντρα γλαν-γλαν καμπόσα
Χιλιάδα κύματα ΄Ολυμπο και ΄Οσσα
Κρεββάτια, γαίματα σάπια κουφάρια
Αστροπελέκια, σκύλους και ψάρια
Ένα ξεφτέρι δυο πήχες ράμμα
Καμπόσα δάκρυα μέσα σε γράμμα
Λαψάνες, λάπατα και καυκαλίδες
Περικοκλάδι καί τσουτσουμίδες
Δυό δράμια άγρια, σκληρά σκουλήκια
Βροντές, βορειάδες, ρόδα και φύκια
Αητό κλωσούρα, δέκα φλοκάτες
Δυό ραμπαούνια, μάτια πινιάτες
Μια νυχτερίδα, μία χελώνα
Νειόνυφη άνοιξι, προεστό χειμώνα
Βλαστήμιες άπειρες, σάρκα καμπόση
Και νεκρολούλουδα χορτάτη δόσι
Αχτίδες, σάββανα και έρμα πλάγια
Ένα βρυκόλακα, μια κουκουβάγια
Έναν Αλήπασσα, καντάρι τρέλλα...
Σε μια νεόχτιστη ρίξ' τα παδέλλα[κατσαρόλα].
Βρυσούλας γέννημα, ή και απ' τ’ αυλάκι
Πέσε τ' ανάσκελα και πίθωσέ τα
Στα έρμα στήθια σου, και βάσταέ τα
Φύσησε, φύσησε στα σωθικά σου
Καμίνι άναψε μες στην καρδιά σου
Ας την παδέλλα να πάρη βράσι,
Μονάχα πρόσεχε να μη σου σπάση
Ας πάρη μπούρμπουλα μονάχα τρία
Και είναι έτοιμο μ' επιτυχία
Γιαχνί αθάνατο, ποιητικό...
Κένωστο, κένωστο ζεστό-ζεστό
Σε αλαβάστρινο σκουτέλι ή πιάτο
Και πες του κόσμου «Κόπιασε, φάτο».
.
[Σάτιρες για δύο εκπροσώπους της Αθηναϊκής Λογοτεχνικής καθαρευουσιάνικης Σχολής, που εμάχονταν την Επτανησιακή δημοτικίστρια Σχολή:
«Ω Ταφλαμπά περίφημε, παράσιτο κεφάλι,
Στη λάσπη των γραμμάτωνε ως τό λαιμό χωσμένε,
Συ θα διδάξης αρετή, βοιωτικό βουβάλι;
Δεν ντρέπεσαι καημένε;»
.
Και για τον κορυφαίο της Αθηναϊκής Σχολής Παναγιώτη Σούτσο:
«Σώπασε, Σούτσε, εις τη ζωή σου,
Και μας εσκότισες με τη Σχολή σου,
Ξέθαφτε, αν θέλης, τους πεθαμένους,
Άλλ' άφησέ μας αναπαμένους.
Το φως της γλώσσης[καθαρεύουσας] έχε μετάρσιον[μετέωρο]
Μας χρησιμεύει δία καθάρσιον...»
1867

«Πως το γελοίο έλεγες θα κυνηγής οπούναι
Πως θε να δείχνης άφοβα την άσκημη μορφή του,
Διώχτης του ακούραστος, ως να σωθεί η πνοή του.
Πως την κακία, έλεγες, άσπλαχνα θα κεντρώνης,
Πως την αισχρή υπόκριση σκληρά θα μαστιγώνης,
Πως πάντα τους πολιτικούς θα κρένης τσαρλατάνους.»
«Αείποτε αστέρα μου το δίκαιον θα έχω
Και κίνδυνον να συντριβώ, εάν ακόμη τρέχω[διατρέχω].
Αν δε την ελαφράν στολήν του ευτραπέλου φέρω,
Την αρετήν ουδέποτε θα παύσω να εξαίρω,
Και στίγμα εις το μέτωπον θα θέτω της Κακίας,
θερμώς αγωνιζόμενος υπέρ της Αληθείας.»
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΣ (Κεφαλλονιά, 1832-1896)


[Ο ΗΛΙΑΣ ΖΕΡΒΟΣ-ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ ( Κεφαλονιά, 1814-1894) και ο ΙΩΣΗΦ ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ (Κεφαλονιά, 1816-1888) διαφώνησαν με τη συμβιβαστική τελική πράξη της Ένωσης και, αν και πρωτεργάτες της Ένωσης στους πιο δύσκολους καιρούς, αρνούμενοι να απολαύσουν τέτοιες επινίκιες δάφνες στο τέλος. Ζήτησαν την παραίτησή τους από την ΙΒ΄ Ιόνιο βουλή, επειδή ο αρμοστής διόρισε Πρόεδρο της Γερουσίας των κόμη Δημήτριο Καρούσο. Ωστόσο, οι παραιτήσεις τους δεν έγιναν δεκτές από το βουλευτικό σώμα, το οποίο τους ανέδειξε σε Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο αντίστοιχα. Εκείνοι αποδέχθηκαν τα αξιώματα και έμειναν στην Βουλή μέχρι το πέρας των εργασιών της Α Συνόδου της, η οποία ήταν και η τελευταία.
Στην ΙΓ΄ δεν έθεσαν καν υποψηφιότητα. Οπότε δεν ψήφισαν την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα και απείχαν από τους πανηγυρισμούς για αυτήν].
.
«Η αγγλική κυβέρνησις, το μεν όπως εξέλθη της δυσκόλου εν Επτανήσω θέσεώς της, το δε όπως εδραιώσει την εν Ελλάδι επιρροήν της, ήτις τότε ήτο εις το κατακόρυφον αυτής σημείον, απεφάσισε να παραχωρήση τας υπ' αυτής, δικαιώματι του ισχυρού, κατεχομένας νήσους, αλλ' υπό τον όρον της εκλογής αρεστού αυτή ηγεμόνος και αποχής από πάσης προς απελευθέρωσιν των δούλων ημών αδελφών ενεργείας.
Έμπορος, δεν ηδύνατο να λησμονήσει την πολιτικήν του συμφέροντος. Παρεχώρει την Επτάνησον, όπως κατακτήσει ηθικώς την Ελλάδα. Επίστευεν, ίσως, ότι ούτω πράττουσα θα κατώρθου να μεταφέρη τον αρμοστήν της από Κερκύρας εις Αθήνας, θέτουσα επί κεφαλής αυτού βασιλικόν στέμμα. Υπό τοιούτους όρους τελουμένη, η ένωσις είχεν απολέσει δια τους εν Κεφαλληνία ριζοσπαστικούς παν θέλγητρον, και ο Ιωσήφ Μομφεράτος, ο από της πρώτης αυτού εμφανίσεως εν τω πολιτικώ σταδίω καταπολεμήσας και ηγεμόνας και συνθηκολογίας και ελέη, ο ακάματος των αρχών της Γαλλικής Επαναστάσεως απόστολος, δεν ηδύνατο, χωρίς να προδώσει την πολιτικήν του πίστιν, να συμμετάσχη των τοιούτων ενεργειών και να εργασθή υπό σημαίαν ην ανέκαθεν κατεπολέμησεν.»
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΣ, 1888, χρονιά θανάτου του ΙΩΣΗΦ ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΥ
.
[ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΣ (1832-1896): Από αριστοκρατική οικογένεια, φοίτησε στο λύκειο Αργοστολίου, αλλά ήταν και μαθητής του εγελιανού φιλοσόφου Ιωάννη Μενάγια. Οι γνώσεις προέκυψαν μάλλον από προσωπικό ενδιαφέρον και φιλομάθεια. Λόγιος, μαχητικός δημοσιογράφος, στέλεχος από μικρή σχετικά ηλικία του ριζοσπαστικού κόμματος της Κεφαλονιάς φυλακίστηκε και εξορίστηκε στη Ρουμανία λόγω της δραστηριότητάς του .
Το 1855 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο: «Τα πρώτα μου προς την ποίησιν βήματα» και εξέδωσε την εφημερίδα «Κεραυνός». Οι αντιδράσεις στις πολιτικές απόψεις που εξέφρασε ήταν αρνητικές, η εφημερίδα έκλεισε και ο Πανάς ταξίδεψε στην Ιταλία, την Πόλη, τη Μικρά Ασία και την Αθήνα. Επιστρέφοντας στην Κεφαλονιά (1857) εντάχτηκε στην αριστερή τάση του ριζοσπαστικού κόμματος, που επιδίωκε κοινωνική μεταρρύθμιση παράλληλα με την Ένωση της Επτανήσου στο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Αποτέλεσμα της προηγούμενης πολιτικής του προσχώρησης ήταν η δίωξή του από τους Άγγλους και η σύγκρουσή του με τους ενωτικούς ριζοσπάστες.
Το 1857 δημοσίευσε τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Οι Στεναγμοί».
Το 1858 επανακυκλοφόρησε τον «Κεραυνό» και συνεργάστηκε με την εφημερίδα του Ιωσήφ Μομφερράτου «Αναγέννησις», όπου δημοσίευσε μετάφραση του έργου του Ματσίνι «Περί καθηκόντων». Το 1860 ταξίδεψε στην Αθήνα, από όπου απελάθηκε τον ίδιο χρόνο λόγω της επίθεσής του κατά του Όθωνα από την εφημερίδα «Φως». Γύρισε στην Κεφαλονιά και εξέδωσε τις εφημερίδες «Αλήθεια» και «Διογένης» ενώ συστηματοποίησε τη μεταφραστική του εργασία. Έθεσε υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές του 1865, απέτυχε και έφυγε στην Αλεξάνδρεια, όπου τύπωσε την ποιητική συλλογή του «Μέμνων». Άρθρα του δημοσιεύτηκαν στην Αίγυπτο, τη Ρουμανία και την Αθήνα.
Την περίοδο 1868-1880 έμεινε στη Ρουμανία, διατηρώντας πάντα επαφή με την Ελλάδα Στη Ρουμανία έγινε στέλεχος στην εταιρεία της «Δημοκρατικής Ανατολικής Ομοσπονδίας», που στόχευε σε συνασπισμό των βαλκανικών κρατών, ενώ το 1876 υπήρξε συνιδρυτής του αθηναϊκού συλλόγου «Ρήγας», που εκπροσώπησε τις ιδέες της παραπάνω εταιρείας στον ελλαδικό χώρο. Τη δεκαετία του 1870 ίδρυσε τις εφημερίδες «Εξέγερσις», «Εργάτης» και «Κυκεών», καθώς και τη σατιρική «Σφήκα».
Το 1880 ο «Ρήγας» διαλύθηκε και ο Πανάς αποσύρθηκε, γράφοντας κυρίως λογοτεχνικά και δημοσιογραφικά άρθρα σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά. Το 1883 κυκλοφόρησε η τελευταία συλλογή του με τίτλο «Έργα αργίας».
Συνήθως αρθρογραφούσε στην καθαρεύουσα, ενώ τη δημοτική χρησιμοποίησε σε άρθρα του στα σατιρικά περιοδικά Κώνωπας, Σφήκα, Κυκεώνας κ.α., τα οποία εξέδωσε ο ίδιος στην Κεφαλονιά. Το 1896 επιχείρησε να εκδώσει μια Παγκόσμια Γεωγραφία χωρίς επιτυχία Μετέφρασε στα ελληνικά Κάρολο Ντίκενς. Ήταν «Τα δύσκολα χρόνια», που εκδόθηκε το 1887 από το περιοδικό «Εβδομάς»
Ο Πανάς αυτοκτόνησε το 1896 στο «Ξενοδοχείο των ξένων» στον Πειραιά, έχοντας αντιμετωπίσει οικονομικές δυσχέρειες και προβλήματα υγείας.]
[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
- Εφημερίδα του Π. ΠΑΝΑ εκδιδόμενη στο Βουκουρέστι.
- ΙΩΣΗΦ ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ
- ΗΛΙΑΣ ΖΕΡΒΟΣ- ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ]
[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ληξούρι , Μαρκάτο αρχές 1900]

πηγη

Dionisis Vitsos








.

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only