Σάββατο, 17 Ιουλίου 2021

Ελεύθερνα Τομέας I (1985-2002) ​


 Η ανασκαφή του Πανεπιστημίου της Κρήτης στον τομέα I της Αρχαίας Ελεύθερνας που πραγματοποιήθηκε από το 1985 μέχρι το 2002 υπό τη διεύθυνση του καθηγητή της κλασσικής αρχαιολογίας Πέτρου Θέμελη είχε τα εξής αποτελέσματα:

Αποκαλύφθηκε μία από τις κεντρικές συνοικίες της πόλεως η οποία περιλαμβάνει δύο συγκροτήματα Θερμών της ρωμαϊκής περιόδου, δύο αστικές επαύλεις μεγάλων διαστάσεων πομπηιανού τύπου, ένα δημόσιο οικοδόμημα και ένα λατρευτικό κτίσμα το οποίο διαδέχτηκε η επισκοπική Βασιλική του Εύφρατα στο πρώτο μισό του 5ου αι. μ.Χ. Τα παραπάνω οικοδομήματα εντάσσονται μέσα στον πολεοδομικό ιστό ο οποίος αναπτύχθηκε φυσιοκρατικά στο ημιορεινό περιβάλλον χωρίς δηλαδή κανονικότητες και γεωμετρισμούς.

Τα κινητά ευρήματα που προέρχονται από τα παραπάνω οικοδομήματα είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την περίοδο από τον 3ο αι. π.Χ έως και τον 7ο αι. μ.Χ. όχι μόνο για την ίδια την πόλη της Ελεύθερνας αλλά και για ολόκληρη την Κρήτη. Σημαντικό επίσης στοιχείο είναι τα απόλυτα χρονολογημένα στρώματα καταστροφής που σηματοδοτούν, το μεν πρώτο το τέλος της ρωμαϊκής περιόδου με τον βεβαιωμένο σεισμό του 365/7 μ.Χ., ενώ το δεύτερο στρώμα το τέλος της πρωτοβυζαντινής περιόδου στα χρόνια της βασιλείας του Κώνσταντα Β’ (661-668 μ.Χ.).

Ιδιαίτερα πλούσια είναι η κεραμεική που βρέθηκε και σχετίζεται με τις δύο παραπάνω βασικές περιόδους της ζωής της πόλεως, καθώς επίσης τα νομίσματα που συμβάλλουν ουσιαστικά και στην ακριβέστερη χρονολόγηση των περιόδων ζωής και καταστροφής. Από τα υπόλοιπα κινητά ευρήματα αναφέρουμε τις επιγραφές που ξεπερνούν αριθμητικά τις πενήντα, τα γλυπτά των οποίων ο αριθμός και η ποιότητα εκπλήσσουν, καθώς επίσης τα μεταλλικά αντικείμενα και σκεύη, τα γυάλινα αγγεία, τα ειδώλια και τα ελεφαντοστέϊνα αντικείμενα. Τα τελευταία αξίζουν ιδιαίτερη μνεία γιατί αποτελούν μοναδικά κυριολεκτικώς ευρήματα του 4ου αι. μ.Χ. και σε συνδυασμό με όλα τα παραπάνω μαρτυρούν την οικονομική δύναμη και την ευημερία γενικά της αρχαίας Ελεύθερνας μέχρι και την ύστερη αρχαιότητα.

Από το 2008/9 η διεύθυνση του Τομέα Ι πέρασε στον κ. Σταμπολίδη. Στον τομέα Ι (1985-2002) έχουν εκπαιδευτεί περί τους 300 φοιτητές-τριες, κυρίως του Πανεπιστημίου Κρήτης (18 έτη Χ 15 φοιτητές ετησίως). Η δημοσίευση των ανασκαφών του τομέα Ι συνεχίζεται στη σειρά των μονογραφιών “Ελεύθερνα Ι” που επιμελείται ο ανασκαφέας Π. Θέμελης:

  • Π. Θέμελης (επιμ.), “Ελεύθερνα I.2: Πρωτοβυζαντινή Ελεύθερνα”, Ρέθυμνο 2000 (ελληνικά).
  • Π. Θέμελης, “Αρχαία Ελεύθερνα, Ανατολικός Τομέας”, Αθήνα 2002.
  • Π. Θέμελης (επιμ.), “Ελεύθερνα Ι.1: Πρωτοβυζαντινή Ελεύθερνα”, Αθήνα 2004.
  • Themelis (ed.), “Ancient Eleutherna Sector I”, vol. 1, Athens 2009.

Ελεύθερνα Τομέας IΙ - Κεντρικός (1985-) ​


Κομβικά σημεία της ανασκαφικής έρευνας

Η ανασκαφή στον Κεντρικό Τομέα ΙΙ της Ελεύθερνας ξεκίνησε υπό τη διεύθυνση του καθηγητή κλασικής αρχαιολογίας Θανάση Καλπαξή το 1985, χάρη στις έρευνες του οποίου τέθηκαν, αλλά και απαντήθηκαν, θεμελιώδη ερωτήματα για την κατανόηση της τοπογραφίας της σημαντικής αυτής αρχαίας κρητικής πόλης. Μετά τη συνταξιοδότηση του Θ. Καλπαξή το 2009, και σύμφωνα με την εισήγηση του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας και την απόφαση του ΚΑΣ, η ανασκαφή του Τομέα ΙΙ συνεχίζεται υπό τη διεύθυνση της επίκουρης καθηγήτριας Βυζαντινής Αρχαιολογίας Χριστίνας Τσιγωνάκη.

Στα πλαίσια των ερευνών του Τομέα ΙΙ έχουν πραγματοποιηθεί ανασκαφές στις δύο ακροπόλεις της Ελεύθερνας: στον λόφο Πυργί (στο Κεντρικό Πλάτωμα του λόφου, στην κορυφή της Αγίας Άννας, στις υπόσκαφες δεξαμενές Α΄ και Β΄, το υδραγωγείο), και στον λόφο Νησί (Μεγάλος Περίβολος και οικισμός).

 

Α) Πυργί

1. Κεντρικό Πλάτωμα. Η ανασκαφική δραστηριότητα έχει επικεντρωθεί από το 1986 στο μεγαλύτερο, άρα και πιο κατάλληλο για οικοδομική χρήση, πλάτωμα του βορείου τμήματος του λόφου Πυργί. Τα αποτελέσματα της πολυετούς ανασκαφικής έρευνας στο Κεντρικό Πλάτωμα, δικαίωσαν την αρχική υπόθεση του ανασκαφέα Θ. Καλπαξή: το Πυργί υπήρξε η ακρόπολη και το διαχρονικό κέντρο της αρχαίας Ελεύθερνας.

Η ύπαρξη ανθρώπινης παρουσίας και δραστηριότητας τεκμηριώνεται στο κεντρικό πλάτωμα ήδη από την αρχή της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού. Στη Γεωμετρική/Αρχαϊκή περίοδο ο λόφος χρησιμοποιήθηκε πιο εντατικά, τόσο για την οργάνωση ενός οικισμού, όσο και για την ανέγερση δημοσίων λατρευτικών κτηρίων. Ωστόσο, πολύ σημαντικό για την ιστορία της πόλης της Αρχαϊκής περιόδου είναι το λατρευτικό κτήριο που εντοπίστηκε στο Κεντρικό Πλάτωμα. Η ανέγερση του ναού ανάγεται στον 7ο αιώνα π.Χ., ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι παρέμεινε σε λειτουργία μέχρι και τον 2ο αι. μ.Χ. Η θέση του στο Κεντρικό Πλάτωμα και στο σημείο, όπου οδηγούσαν οι δρόμοι που ανέρχονταν στον λόφο από την ανατολική και την δυτική του πλαγιά, το καθιστούν σημαίνοντα χώρο για τη λειτουργία της πόλης. Το γεγονός επιβεβαιώνουν οι επιγραφές αυτής της περιόδου, που βρέθηκαν στις ανασκαφές του ναού, αλλά και στον ευρύτερο χώρο του πλατώματος, των οποίων το περιεχόμενο ρυθμίζει την πολιτική/θρησκευτική και οικονομική δραστηριότητα της πόλης. Ο ναός στο Κεντρικό Πλάτωμα αποτελεί την πρωιμότερη μνημειακή έκφραση λατρείας του θείου στην Ελεύθερνα. Σηματοδοτεί την αλλαγή στη σχέση των ανθρώπων με τον συγκεκριμένο τόπο. Στα 800 χρόνια λειτουργίας του ο ναός υπέστη, όπως ήταν φυσικό πολλές αρχιτεκτονικές μετατροπές, σε εναρμόνιση με τις αλλαγές στο λατρευτικό τελετουργικό.

Οι ανασκαφές στο Κεντρικό Πλάτωμα απέδειξαν ότι η Ρωμαϊκή περίοδος, είναι για την αρχαία ακρόπολη της Ελεύθερνας μια εποχή μεγάλων αλλαγών. Την πιθανή ισοπέδωση κτηρίων της ελληνιστικής Ακρόπολης από τους Ρωμαίους κατακτητές ακολούθησε ένα εκτεταμένο οικοδομικό πρόγραμμα αναδιαμόρφωσης της Ακρόπολης. Η μαρτυρία της ρωμαϊκής εισηγμένης κεραμικής υποδεικνύει τη χρήση του χώρου ήδη από τον πρώιμο 1ο αι. μ.Χ.  Σημαντικά ευρήματα που δημοσιεύτηκαν από την καθ. Παυλίνα Καραναστάση, όπως τμήμα επιγραφής προς τιμήν του Αγρίππα Posthumus χρονολογείται με ακρίβεια από το 4 έως το 8 μ.Χ., καθώς και ένα πολύ μικρό θραύσμα από χάλκινο ανδριάντα αυτοκράτορα στον τύπο του θωρακοφόρου, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για τον δημόσιο χαρακτήρα του Κεντρικού Πλατώματος.

Το 2007 αποκαλύφθηκαν στο Κεντρικό Πλάτωμα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα ενός εκτεταμένου λουτρικού συγκροτήματος στα νότια του αρχαίου ναού. Με βάση τα σημερινά δεδομένα το λουτρό στην Ακρόπολη καταλάμβανε έκταση σχεδόν 400 τ.μ., μέγεθος που υποδεικνύει τον δημόσιο χαρακτήρα του. Η αποσπασματική κατάσταση διατήρησης και οι κατασκευές των βυζαντινών χρόνων που έχουν χτιστεί απευθείας επάνω στα ερείπια του λουτρού καθιστούν δύσκολη την ανάγνωση της εσωτερικής του διάρθρωσης, ωστόσο οι ανασκαφές των τελευταίων ετών έφεραν στο φώς νέα στοιχεία.

Βόρεια του αρχαϊκού ναού έχει ανασκαφεί ένα τετράκογχο οικοδόμημα, διαστάσεων 12,85Χ16,70 μ. Πρόκειται για μια επιμήκη αίθουσα με τέσσερις αψίδες από τις οποίες η ανατολική είναι ελεύθερη, ενώ οι υπόλοιπες εγγεγραμμένες στην τοιχοποιία. Μικρά διαμερίσματα καταλαμβάνουν τις γωνίες του κτηρίου. Δεν έχει αποσαφηνιστεί ακόμα η αρχική χρήση και η χρονολόγηση του τετρακόγχου, ωστόσο δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία ότι το κτήριο που δημιουργήθηκε μετά από ριζικές μετατροπές κατά τον 7ο αι. μ.Χ. ήταν μια μνημειώδης χριστιανική εκκλησία. Ταφές σημαντικών προσώπων κατέλαβαν τη βόρεια και νότια κόγχη, τα εσωτερικά γωνιακά διαμερίσματα και τον νάρθηκα της εκκλησίας. Μικρό νεκροταφείο δημιουργήθηκε στον χώρο που καταλάμβανε προγενέστερα ο ειδωλολατρικός ναός.

Η εκκλησία αποτελούσε τον πυρήνα του οικισμού που οργανώθηκε στο Κεντρικό Πλάτωμα για καθαρά αμυντικούς λόγους. Τα κτήρια του οικισμού αναπτύσσονταν βόρεια και νότια από την εκκλησία. Η μελέτη της κεραμικής από την Αναστασία Γιαγκάκη απέδειξε ότι τα οικοδομήματα αυτά χρονολογούνται από τον 7ο έως και τα μέσα του 8ου αι. μ.Χ.

Η αμυντική αναβάθμιση της Ακρόπολης κατά τον 7ο αι. αποτελεί μια ριζοσπαστική αλλαγή στο τοπίο της πρωτοβυζαντινής Ελεύθερνας, η οποία για αιώνες μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση δεν διέθετε τείχος. Η προστασία του οικισμού της Ακρόπολης εξασφαλίστηκε με την κατασκευή ενός ισχυρού οχυρωματικού περιβόλου.

Βόρεια και νότια της χριστιανικής εκκλησίας είχαν εντοπιστεί τμήματα του  βυζαντινού οικισμού. Η μελέτη της κεραμικής και των κινητών ευρημάτων απέδειξε ότι τα οικοδομήματα αυτά χρονολογούνται από τον 7ο έως και τα μέσα του 8ου αι. μ.Χ., δηλαδή στους λεγόμενους «σκοτεινούς αιώνες» του Βυζαντίου. Τα βυζαντινά κτίσματα έχουν θεμελιωθεί απευθείας πάνω σε κτήρια της ρωμαϊκής περιόδου που διασώζονται πολύ αποσπασματικά.

2. Κορυφή Αγίας Άννας. Ένα από τα ιερά της γεωμετρικής/αρχαϊκής περιόδου θα πρέπει να βρισκόταν στην κορυφή του λόφου (θέση Αγία Άννα), όπως φανερώνουν τα πολυάριθμα θραύσματα ανθρωπόμορφων και ζωόμορφων ειδωλίων και πλακιδίων με παράσταση γυμνής γυναικείας θεότητας, που είχαν βρεθεί σε διαταραγμένα ανασκαφικά στρώματα. Ωστόσο, η διάβρωση του εδάφους στην κορυφή είναι τόσο μεγάλη που έχει εξαφανίσει οποιοδήποτε αρχιτεκτονικό κατάλοιπο. Λίγο χαμηλότερα εντοπίστηκε βυζαντινό οικιακό συγκρότημα του τέλους του 12ου– αρχές 13ου αιώνα. Η οικοσκευή του που περιελάμβανε αγγεία από την Κωνσταντινούπολη και την Ιταλία αποδεικνύει την ακμή της Ελεύθερνας και κατά την περίοδο αυτή.

3. Δεξαμενές. Οι υπόσκαφες δεξαμενές Α΄ και Β΄στη δυτική κλιτύ του λόφου και η σήραγγα του υδραγωγείου στη θέση Ανεμόμυλος αποτυπώθηκαν και διερευνήθηκαν ανασκαφικά κατά τα έτη 1994-1995. Οι δεξαμενές αποτελούν το κοινό σημείο αναφοράς δύο πολύ διαφορετικών περιόδων για την ιστορία της πόλης: μιας περιόδου πληθυσμιακής ανάπτυξης, οικονομικής ευμάρειας και πολυτελούς διαβίωσης, όπως ήταν η ρωμαϊκή κατά την οποία πιθανότατα κατασκευάστηκαν, και μιας περιόδου ανασφάλειας, εσωστρέφειας και επιστροφής στην αυτάρκεια, όπως ήταν αυτή του τέλους της πρωτοβυζαντινής περιόδου κατά την οποία χρησιμοποιήθηκαν για τελευταία φορά. Η κεραμική που προήλθε από την ανασκαφή στο εσωτερικό της Δεξαμενής Α΄ ανήκει σε μία κυρίως χρονική περίοδο, τον προχωρημένο 7ο και στις αρχές του 8ου αι μ.Χ.

4. Τείχος. Στα πλαίσια ερευνητικού προγράμματος με τίτλο «Ανάπτυξη νέων υλικών δομικής και επιφανειακής συντήρησης» που πραγματοποιήθηκε κατά τα έτη 1994-1995 σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών και το Μετσόβειο Πολυτεχνείο αποτυπώθηκαν και τεκμηριώθηκαν όλα τα ορατά τμήματα του οχυρωματικού περιβόλου στον λόφο Πυργί. Τμήμα του βυζαντινού οχυρωματικού περιβόλου, που χρονολογείται πιθανότατα τον 7ο αιώνα αποτελεί ο Πύργος που ελέγχει το βόρειο πέρασμα στην ακρόπολη. Τα τελευταία έτη αποκαλύπτονται σταδιακά τμήματα του οχυρωματικού περιβόλου ανατολικά και δυτικά του Κεντρικού Πλατώματος, τα οποία ανήκουν σε διαφορετικές οικοδομικές φάσεις. Αυτές χρονολογούνται από την ελληνιστική έως την πρωτοβυζαντινή περίοδο.








Β) Νησί

Ο λόφος Νησί που εκτείνεται προς Β. της σύγχρονης κοινότητας της Ελεύθερνας φαίνεται ότι είχε ενταχθεί στο οικιστικό σύνολο του άστεως της αρχαίας πόλης από τα γεωμετρικά μέχρι και τα ύστερα ελληνιστικά χρόνια. Στον λόφο Νησί, οι χώροι που έχουν ερευνηθεί βρίσκονται στην παρυφή του σύγχρονου χωριού Ελεύθερνα.

1. Μεγάλος Περίβολος. Δίπλα στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού η ανασκαφή έφερε στο φως τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα ενός ορθογώνιου περιβόλου πολύ μεγάλων διαστάσεων (περίπου 52Χ53μ.). Η είσοδος του περιβόλου είχε τη μορφή προπύλου με πεντάστυλη πρόσταση δωρικού ρυθμού. Η κατασκευή του περιβόλου τοποθετείται πιθανότατα στους χρόνους γύρω από το 400 π.Χ. Η χρήση της μνημειακής αυτής κατασκευής των κλασικών χρόνων παραμένει αινιγματική, καθώς στο εσωτερικό της δεν διαπιστώθηκαν ίχνη κτηρίου ή άλλης κατασκευής. Ωστόσο, εκατοντάδες θραύσματα ζωόμορφων και ανθρωπόμορφων πήλινων ειδωλίων, δηλώνουν ότι κατά τους γεωμετρικούς και αρχαϊκούς χρόνους σ’ εκείνο το σημείο υπήρξε το ιερό μιας άγνωστης ακόμη σ’ εμάς θεότητας.

2. Ελληνιστικός οικισμός. Οι ανασκαφές του Τομέα ΙΙ στο λόφο Νησί αποκάλυψαν τμήμα του ελληνιστικού οικισμού, ο οποίος εκτείνονταν γύρω από την κορυφή του. Τέσσερις από τις οικίες του οικισμού έχουν ερευνηθεί διεξοδικά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εύρεση κεραμικών κλιβάνων σε δύο από τις οικίες, γεγονός που ενισχύει την υπόθεση ότι η παραγωγή κεραμικών ειδών αποτελούσε μια από τις σημαντικότερες οικονομικές δραστηριότητες των κατοίκων αυτής της συνοικίας. Η μελέτη της κεραμικής απέδειξε ότι ο οικισμός δημιουργήθηκε το αργότερο κατά την ύστερη γεωμετρική ή την πρώιμη αρχαϊκή περίοδο, και εγκαταλείφθηκε στα μέσα περίπου του 1ου αι. π.Χ.

  

Δημοσιεύσεις (επιλογή)

Kαλπαξής Α. και συνεργάτες, Ελεύθερνα Τομέας ΙΙ, 1. Επιγραφές από το Πυργί και το Νησί, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο 1991.

Kαλπαξής Α., Furtwängler A., Schnapp A. και συνεργάτες, Eλεύθερνα Tομέας II, 2. Ένα ελληνιστικό σπίτι (Σπίτι A) στη θέση Nησί, Ρέθυμνο 1994.

Kαλπαξής Α. και συνεργάτες, Ελεύθερνα Τομέας ΙΙ, 3. Το Βυζαντινό Σπίτι στην Αγία Άννα (Πυργί Ελεύθερνας), Πανεπιστήμιο Κρήτης, Αθήνα 2008.

Kalpaxis A., Tsatsaki N., «Eleutherna. Zufallsfunde aus einer der hellenistischen Nekropolen der Stadt», Archaeologischer Anzeiger 2000, 117-128.

Καραναστάση Π., «Νέα στοιχεία για τη ρωμαϊκή Ελεύθερνα», Π. Καραναστάση, Α. Τζιγκουνάκη, Χ. Τσιγωνάκη (επιμ.), Αρχαιολογικό Έργο Κρήτης 3, Πρακτικά της 3ης Συνάντησης, Ρέθυμνο, 5-8 Δεκεμβρίου 2013, τόμ. Β΄: Χανιά, Ρέθυμνο, Λασίθι, Εκδόσεις Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης & Εφορεία Αρχαιοτήτων Ρεθύμνου, Χανιά 2015, 417-428.

Kelly A., «The Roman and Late Roman finewares from Pyrgi, Eleutherna – context and communication», Αρχαιολογικό Έργο Κρήτης 2, Πρακτικά της 2ης Συνάντησης, Ρέθυμνο, 26-28 Νοεμβρίου 2010, Ρέθυμνο 2012, 453-466.

Σπανού Ν., «Οι λύχνοι κρητικού τύπου από τον ναό στην Ακρόπολη της Αρχαίας Ελεύθερνας», Αρχαιολογικό Έργο Κρήτης 2, Πρακτικά της 2ης Συνάντησης, Ρέθυμνο, 26-28 Νοεμβρίου 2010, Ρέθυμνο 2012, 444-452.

Tsatsaki N., “From a Geometric ‘Potter’s Quarter’ at Eleutherna. Analysis of finds from ‘House Γ’ at the location of  Nissi”, στο W.-D. Neimeier – O. Pilz – I. Kaiser (επιμ.), Kreta in der geometrischen und archaischen ZeitAkten des Internationalen Kolloquiums am Deutschen Archäologischen Institut, Abteilung Athen 27.-29. Januar 2006, München 2013, 263-286.

Tsatsaki N., «Residences, Workshops or Both? A Study of Hellenistic Houses at Nissi-Eleutherna (Crete)» στο S. Ladstätter – V. Scheibelreiter (Hg.), Städtisches Wohnen im östlichen Mittelmeerraum 4. Jh. v. Chr. – 1. Jh. n. Chr. Akten des Internationalen Kolloquiums vom 24.-27. Oktober 2007 an der Österreichischen Akademie der WissenschafternArchäologische Forschungen, Band 18, Wien 2010, 67-79.

Tsigonaki Ch., «Les villes crétoises aux VIIe et VIIIsiècles : l’apport des recherches archéologiques à Pyrgi d’Eleutherna», Annuario della Scuola Archeologica Italiana di Atene, LXXXV, 1 (2007), 2009, 263-297.

Τσιγωνάκη Χ., «Οι ανασκαφές του Πανεπιστημίου Κρήτης στην Ακρόπολη της Ελεύθερνας (Τομέας ΙΙ, Κεντρικός)», Π. Καραναστάση, Α. Τζιγκουνάκη, Χ. Τσιγωνάκη (επιμ.), Αρχαιολογικό Έργο Κρήτης 3, Πρακτικά της 3ης Συνάντησης, Ρέθυμνο, 5-8 Δεκεμβρίου 2013, τόμ. Β΄: Χανιά, Ρέθυμνο, Λασίθι, Εκδόσεις Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης & Εφορεία Αρχαιοτήτων Ρεθύμνου, Χανιά 2015, 391-406.

Τσιγωνάκη Χ., «Η Ακρόπολη της Ελεύθερνας. Ένας ιερός τόπος στη διαχρονία της ιστορίας» στο Τέχνη-Χώρος-Όψεις ανάπτυξης στην Ελλάδα της κρίσης, Α. Λουκάκη, Δ. Πλάντζος (επιμ.),  Αθήνα 2017, 109-134.

Τσιγωνάκη Χ., Γιαγκάκη Α., «Οι αρχαιολογικές έρευνες του Τομέα ΙΙ στις Δεξαμενές της Ελεύθερνας και η μαρτυρία της κεραμικής», Π. Καραναστάση, Α. Τζιγκουνάκη, Χ. Τσιγωνάκη (επιμ.), Αρχαιολογικό Έργο Κρήτης 3, Πρακτικά της 3ης Συνάντησης, Ρέθυμνο, 5-8 Δεκεμβρίου 2013, τόμ. Β΄: Χανιά, Ρέθυμνο, Λασίθι, Εκδόσεις Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης & Εφορεία Αρχαιοτήτων Ρεθύμνου, Χανιά 2015, 429-448.

Ελεύθερνα Τομέας ΙΙΙ (1985-) ​

Η ανασκαφή του Δυτικού Τομέα ΙΙΙ, της αρχαίας Ελεύθερνας υπό την επίβλεψη του καθηγητή κλασικής αρχαιολογίας Νικολάου Σταμπολίδη, ξεκίνησε το 1985 (μαζί με αυτές των τομέων Ι και ΙΙ) στη δυτική κλιτύ του λόφου Πρινέ (Αρχαία Ελεύθερνα) και επεκτάθηκε και στην ανατολική κλιτύ του λόφου της Ελεύθερνας καθώς και στο Λατομείο του Περιστερέ, τα επόμενα χρόνια.

Η κύρια δραστηριότητα επικεντρώθηκε στη θέση Ορθή Πέτρα αλλά και σε άλλες περιοχές, όπως τα Ξενιανά, το Πηγαϊδάκι και το Σαϊνι.
Στη θέση Ορθή Πέτρα η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει στο φως τμήματα της ελληνιστικής και ρωμαϊκής πόλης, κυρίως άνδηρα οικοδομημάτων, οικίες και πλακόστρωτους δρόμους καθώς και κινητά και άλλα ευρήματα της ύστερης αρχαιότητας και των πρωτοχριστιανικών χρόνων.

Ωστόσο, η σημαντικότερη ανακάλυψη στην ίδια θέση είναι αυτή μιας νεκρόπολης των γεωμετρικών/αρχαϊκών χρόνων (από τις αρχές του 9ου αι. π.Χ. έως την αρχαϊκή περίοδο), στην οποία αποκαλύπτονται τα τελευταία χρόνια τρεις διαφορετικές ταφικές πρακτικές: η καύση, ο εγχυτρισμός (μέσα σε πίθους ή άλλα αγγεία) και η απλή ταφή.




Σημαντικότερη και με πλούσια κτερίσματα εμφανίζεται η καύση, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις ανακαλεί στη μνήμη την ταφική πρακτική που περιγράφεται από τον Όμηρο στις ραψωδίες του έπους. Δεκάδες καύσεις, μεμονωμένες ή σε αποτεφρωτήριο, έχουν βρεθεί έως σήμερα και τα κτερίσματά τους από ποικίλα υλικά (πηλό, χρυσό, χαλκό, άργυρο, ελεφαντοστό, γυαλί, φαγεντιανή κλπ) φανερώνουν τις σχέσεις άμεσες ή έμμεσες της Ελεύθερνας τόσο με άλλες πόλεις και περιοχές της Κρήτης αλλά και του Αιγαίου, της Ρόδου, της Μ. Ασίας, της Κύπρου και της Εγγύς Ανατολής.

πηγη history-archaeology.uoc





Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only