Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2021

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΙΝΙΑΝ(1800-1881): ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ


 Κατά τινά περιοδείαν έφθασα πολύ αργά εις το χωρίον... και μη υπάρχοντος ξενοδοχείου διευθύνθην εις τον πάρεδρον δια να μου χορηγήσει εν κατάλυμα. Ο πάρεδρος συμπεραίνων από το εξωτερικόν ημών, ότι όχι μόνον δεν είμεθα άνθρωποι να δώσωμεν βάρος εις όντινα ήθελεν μας δεχθεί εις την οικίαν του, αλλ’ εξ εναντίας ότι ηδύνατο να λάβει ωφέλειαν παρ’ ημών, μας επρότεινε να μείνωμεν εις την κατοικίαν δια να περάση την αράδα του εις τα καταλύματα με ημάς, παρά με μεταβατικούς, τους καταδιώκοντας τους ληστάς.

Γνωρίζοντες ότι δεν υπήρχε ξενοδοχείον, είχομεν προμηθευθή όλα τα αναγκαία δια την εσπέραν εκείνην τρόφιμα, μ’ όλα ταύτα εφιλοτιμήθη και ο πάρεδρος να συντελέση εις το να περάσωμεν καλώς εκείνη την νύκτα.
Ύστερον από διαφόρους ομιλίας μετά το δείπνον.
–Εάν (μας λέγει ο πάρεδρος) δεν βιάζεσθε να αναχωρήσετε πολλά πρωί, ηθέλετε ιδεί εν αλλά περίεργον θέαμα. Προ εξ μηνών απέθανεν εις το χωρίον μας είς εκ των κατοίκων, όστις, φαίνεται, δεν ήτο τόσον καλής διαγωγής, και εβρουκολάκιασε, και αύριον έχομεν σκοπόν να τον ξεχώσωμεν διά να τον καύσωμεν.
–Και πόθεν γνωρίζετε ότι εβρουκολάκιασεν; (είπον εγώ).
–Βλέπομεν (λέγει) κάθε εσπέραν, ότι εξέρχεται από το μνήμα αυτού μία φωτιά, η οποία πηγαίνει πότε προς το εν μέρος, και πότε προς το άλλο. Εσείς δεν τα πιστεύετε αυτά, αλλ’ ημείς, οι οποίοι τα είδαμεν με τα ίδια τα μάτια μας, δεν ημπορούμεν να αμφιβάλλωμεν.
Προ δύο ετών ηκολούθησεν εν όμοιόν περιστατικόν. Εβρουκολάκιασε ένας χωριανός μας, εφαίνετο φωτιά εις το μνήμα του, και πολλάκις επήγαινεν εις την οικίαν του, έκαμνε κτύπους, ανακάτευε τα πράγματα, και η δυστυχισμένη γυνή του εκινδύνευε να αποθάνη από τον φόβον της, διότι δεν ετόλμα να υπάγη ουδέ κανείς των γειτόνων της εις συνοδείαν αυτής. Άμα δε ενύκτωνεν όλοι είμεθα αναγκασμένοι να κλείωμεν τας θύρας και τα παράθυρά μας, και να φυλάττωμεν καλά διά να μην έλθη ο Βρουκόλακας και εις τας εδικάς μας οικίας. Τέλος πάντων μη δυνάμενοι να υποφέρωμεν την δυστυχισμένην ταύτην ζωήν, απεφασίσαμεν και ανοίξαμεν τον τάφον και τι ευρίσκομεν; όλον ακέραιον, όπως τον εβάλαμεν, και μάλιστα επάχυνε περισσότερον και εξετρυφέριανε. Ολοι απορήσαμεν όταν τον είδαμεν.
Τότε μας λέγει ο εφημέριός μας να φέρωμεν ένα λοστόν, και αφού τον έφεραν,
«Λάβετε (λέγει) είς από εσάς τον λοστόν, και κρατών αυτόν με τας δύο χείρας να κτυπήση μ’ όλας τας δυνάμεις του το σώμα επάνω εις την καρδίαν, ώστε να περάση ο λοστός από το άλλο μέρος».
Κανείς από ημάς δεν εκινήθη διά να πάρη τον λοστόν, και να κάμη αυτήν την εργασίαν.
Τότε ο εφημέριος αποτεινόμενος εις ένα νέον εύρωστον και θεωρητικόν, εις τον οποίον υπέθετε μεγαλυτέραν παρά τους λοιπούς τόλμην:
«Μη φοβήσαι, παιδί μου (λέγει) είναι εντροπή άνθρωπος, ως εσύ, να φοβήσαι από ένα αποθαμμένον. Έπειτα δεν ηξεύρεις ότι σήμερον είναι Σάββατον, και καμμίαν δύναμιν ουδ’ εξουσίαν έχει ο βρουκόλακας να κάμη κακόν;».
Ο νέος άλλο από εντροπήν, και άλλο από σέβας προς τον εφημέριον, δεν ετόλμησε να αντιτείνη, και λαβών τον λοστόν εστάθη από επάνω από το σώμα του βρουκόλακα, και με πολλήν δύναμιν εκτύπησεν εις την καρδίαν Αλλά με ποίαν φρίκην είδαμεν, ότι ο λοστός δεν εμπήχθη εις το σώμα, και ο βρουκόλακας εσυμμαζώχθη ως να ήτον ζωντανός!
Τούτο ως να έγινε σήμερον το ενθυμούμαι ακόμη. Αμέσως ο λοστός έπεσεν από τας χείρας του χωριανού μας, και παρ’ ολίγον να φύγωμεν όλοι, εάν ο εφημέριος δεν μας εμψύχωνεν, ότι ο βρουκόλακας το Σάββατον δεν ημπορεί να κάμη κακόν.
Μας διορίζει λοιπόν και φέρομεν ξύλα, και ανάπτομεν φωτίαν επάνω εις τον βρουκόλακαν, και μόλις εις το διάστημα τριών ωρών κατωρθώσαμεν να τον καύσωμεν, και απ’ εκείνην την στιγμήν δεν είδαμεν πλέον τίποτε εις το χωρίον μας, έως ου εβρουκολάκιασεν άλλος, τον οποίον αύριον έχομεν σκοπόν να ξεχώσωμεν. Αλλ’ εσείς δεν τα πιστεύετε τα τοιαύτα.
–Και πώς εσύ, Κύριε Πάρεδρε, τα πιστεύεις όλα αυτά, και τα φοβείσαι; (του είπον).
–Μάλιστα (λέγει) τα πιστεύω, διότι τα είδα με τα ίδια τα μάτια μου.
–Ημπορώ και εγώ να βεβαιώσω ότι τα είδες (του είπον), αλλά δεν είναι οποία σου εφάνησαν, και δεν έχουν την ενέργειαν, ούτε την δύναμιν εκείνην, την οποίαν τους αποδίδεις.
–Εσείς ηξεύρετε πολλά (λέγει ο πάρεδρος)· αλλ’ όσα και αν ηξεύρετε, πώς θα με κάμετε να πιστεύσω, ότι δεν υπάρχει βρουκόλακας, αφού βλέπω την φωτιάν εβγαίνουσαν από το μνήμα;
–Η φωτιά (του αποκρίνομαι) είναι φαινόμενον πραγματικόν. εβγαίνει από τα μνήματα εις τα νεκροταφεία, φαίνεται εις πεδιάδας, όπου συνέβησαν μάχαι και έπεσαν πολλοί φονευμένοι, εις τους τόπους, όπου εκτελούνται αι καταδίκαι, και θάπτονται πολλοί εις ένα τάφον, ακόμη φαίνεται και εις τόπους βαλτώδεις· και από τοιαύτα φαινόμενα, πριν έτι εξηγηθώσιν, ετρόμαξαν πολύ τολμηρότεροι από ημάς άνθρωποι, διότι, εάν έφευγον, ηκολούθει η φωτιά κατόπιν των, εάν εκινούντο εναντίον της, έφευγεν αύτη, χωρίς να δύνανται να την φθάσωσι.
Λέγουν ότι ο Κάρολος ο ένατος βασιλεύς των Γάλλων, κυνηγών ποτέ με πολλούς άλλος εις εν δάσος της Νορμανδίας, είδεν εν φάντασμα πύρινον. Όλοι οι περί αυτόν ετρόμαξαν και τον εγκατέλιπον μόνον, αλλ’ αυτός εβγάζει το ξίφος και εφορμά κατ’ αυτού. Το πύρινον όμως φάντασμα έφευγε καθ’ όσον αυτός το εκυνήγα. Είς όμως εκ των περιφημοτέρων ιατρών της Αγγλίας, όστις εγνώριζε καλύτερον τι ήσαν αυτά τα φαντάσματα, έβαλε πολλήν σπουδήν να συλλάβη εν από αυτά τα φαντάσματα, και κατώρθωσε να το πλησιάση, ώστε να το ρίψη κατά γης αλλά επί της γης δεν εύρεν άλλο τι, ει μη μόνον ολίγην ύλην γλοιώδη.
–Ομολογώ (είπεν ο πάρεδρος) ότι δεν έχω ούτε την τόλμην του Καρόλου, ούτε την αυθάδειαν του ιατρού. Εγώ, εάν ετύχαινα εις ομοίαν περίπτωσιν, ήθελα το δώκει εις τα ποδάρια. Και αν έβλεπα να με ακολουθή το φάντασμα, ήθελα λιγοθυμήσει από τον φόβον μου.
–Εάν όμως βεβαιωθής (του είπον) ότι αυτό είναι εν απλούν φαινόμενον της φύσεως, το οποίον ούτε καλόν, ούτε κακόν δύναται να κάμη, τότε δεν θέλεις έχει πλέον τον αυτόν φόβον.
–Αλλά πώς θα ημπορέσης να με πείσης; (λέγει ο πάρεδρος).
–Εξηγών τας αιτίας του φαινομένου τούτου, (είπον εγώ) καθ’ όσον μου είναι δυνατόν. Η φωτία, την οποίαν βλέπομεν, είναι φωσφορική ύλη την οποίαν ο ήλιος το θέρος και προς το φθινόπωρον τραβά την ημέραν από την σήψιν των πτωμάτων, και από τους βάλτους, και η οποία, συμπυκνούται από την δροσερότητα της νυκτός, έχει δε την ιδιότητα ανάπτη, ευρισκομένη εις συνάφειαν με τον ατμοσφαιρικόν αέρα, και αύτη είναι η φωτιά την οποίαν βλέπομεν.
–Αλλά πώς κινείται, πώς κυνηγά τους φεύγοντας, και πώς φεύγεις κυνηγούντας αυτήν; (λέγει ο πάρεδρος).
–Αυτό το οποίον ήθελε θεωρηθή μία ιδιοτροπία παράξενος, έχει πολύ εύκολον την εξήγησίν του. Το φαινόμενον τούτο λαμβάνει χώραν εις μεγίστην νηνεμίαν· ίσταται δε εις τον αέρα, υψηλότερα της γης. Εάν αύρα τις λεπτή φυσήση, το κινεί αφ’ ενός εις άλλο μέρος. Οταν δε τύχη πλησίον άνθρωπος, ως ο Κάρολος, εάν μεν θελήση να το καταδιώξη, διευθυνόμενος προς αυτό, ωθεί τον αέρα, και ο αήρ ωθεί το πύρινον φάντασμα, και όσον πλειότερον το διώκει, τόσον βιαιότερα φεύγει. Εάν δε φύγη ο άνθρωπος, επειδή αφήνει κενόν τόπον, αφ’ όπου ανεχώρησεν, ο πλησίον αήρ, όπου υπάρχει και το φάντασμα, έρχεται να αναπληρώση το κενόν, και επειδή εξακολουθεί η φυγή, εξακολουθεί και η καταδίωξις του φαντάσματος, υπαρχούσης της ιδίας αιτίας. Άμα δε σταθή ο φεύγων, παύει η αιτία της κινήσεως του αέρος, και στέκεται και το φάντασμα.
–Εις αυτά (λέγει ο πάρεδρος) δεν ηξεύρω εγώ να σου απαντήσω, μ’ όλον ότι χωρούν ολίγον εις τον νουν μου· ποτέ όμως δεν θα τολμήσω να κάμω τοιαύτην δοκιμήν. Αλλά δια το σώμα, το οποίον είδα με τα μάτια μου, ότι ήτο σχεδόν ωσάν ζωντανόν, και εκινήθη, όταν το εκτύπησαν με τον λοστόν, τι ημπορείς να ειπής;
–Εσείς (απεκρίθη εγώ) επήγετε εκεί όλοι προκατειλημμένοι από φόβον, και ποίος δύναται να σας πιστεύση δι’ όσα λέγετε ότι είδατε, Μ’ όλον τούτο ιδού τι ημπορεί να εφοβήθη, και να μην εκτύπησε δυνατά· ημπορεί το σώμα να μην ήτον ακόμη εις διάλυσιν, το οποίον πολλάκις συμβαίνει. Οτι δε εκινήθη, όταν εκτυπήθη, η κίνησις αύτη δεν είναι ως κίνησις ζώντος, αλλ’ ως εγγίζεις και εν άψυχον πράγμα εις το εν άκρον και η κίνησις φαίνεται εις το άλλο άκρον αυτού.
–Αλλά πώς εξηγείται η μετάβασις του βρουκόλακα από την μίαν οικίαν εις την άλλην, οι κτύποι, το ανακάτωμα των πραγμάτων, το λύσιμον των ζώων από τα σχοινία, με τα οποία τα δένουν το εσπέρας, και το πρωί τα ευρίσκουν λυτά, και άλλα όμοια; (είπεν ο πάρεδρος).
–Αυτά πλέον (του είπον εγώ) δεν είναι έργα αποθαμμένων είναι έργα ζώντων, οι οποίοι ωφελούμενοι από τον φόβον και την δεισιδαιμονίαν του λαού, κάμνουν όλα ταύτα ακινδύνως και ατιμωρητί, δια εκπληρώσωσι σκοπούς αξιοποίνους, ή να γελάσωσι ομού με τους φίλους των, διηγούμενοι οποίον φόβον επροξένησαν εις τους δειλούς και δεισιδαίμονας αυτών γείτονας. Περί τούτου ημπορώ να σε βεβαιώσω από εν περιστατικόν, το οποίον έλαβε χώραν εις εμέ τον ίδιον:
Νέοι τινές διέδωκαν, ότι είς των χωρικών εβρουκολάκιασε, και ότι εφάνη από το νεκροταφείον διευθυνόμενος προς το χωρίον ως φωτία, κατά την συνήθειαν. Την φωτίαν ταύτην την είδαν πολλοί των χωρικών· τόσον δε εφοβήθησαν, ώστε πολλά ενωρίς εκλείοντο εις τας οικίας των, χωρίς να τολμώσι πλέον να εξέλθωσι δι’ οποίαν δήποτε ανάγκην και αν είχον.
Επειδή δε εις χωρικούς τοιούτον εμπόδιον είναι επιβλαβές, πολλοί των χωρικών επρότεινον τα μέσα, τα οποία μέλλετε να μεταχειρισθήτε και σεις, διά να καταστρέψωσι τον βρουκόλακαν. Αλλ’ εγώ, όστις εγνώριζα, ότι οι νεκροί δεν βλάπτουν, εσκεπτόμην ποία είναι η αιτία της διαδοθείσης ταύτης υποψίας· και επειδή έμαθον, ότι κατά το διάστημα τούτο συνέβησαν και τινες κλοπαί ζώων, καρπών, οπωρικών κλπ. εσυμπέρανα ότι αλλού έπρεπε να πολεμήσωμεν το κακόν. Επρότεινα, λοιπόν, εις τους χωρικούς να οπλισθώσιν όλοι, και να μοιρασθώμεν εις τας κυριωτέρας θέσεις του χωρίου, όθεν έβλεπον την φωτίαν ερχομένην, και να παραφυλάττωσιν επιμελώς, ώστε άμα ίδωσι να πλησιάση η φωτία ερχομένη εις το χωρίον, να πυροβολήσωσι κατ’ αυτής·εις μίαν, την κυριωτέραν θέσιν, ετοποθετήθην και εγώ ο ίδιος. Επεριμέναμεν όλην την νύκτα, αλλά δεν εφάνη τίποτε, ομοίως και πολλάς ακολούθους νύκτας· ώστε εξέλιπεν ο βρουκόλακας με μόνον αυτό το μέτρον. Τι δε έμαθον ύστερον; Δύο τρεις νέοι του χωρίου διέδωσαν και υπεστήριξαν αυτήν την ιδέαν, δια να λαμβάνωσι καιρόν να κλέπτωσι τα προϊόντα των γειτόνων των, την δε φωτίαν την έκαμναν οι ίδιοι δια να βεβαιώσωσιν εντελώς την ύπαρξιν του βρουκόλακα.
–Η τελευταία αύτη παρατήρησίς σου (λέγει ο πάρεδρος) με πείθει περισσότερον από τας προλαβούσας, καθ’ όσον και εδώ, αφ’ ότου εφάνη ο βρουκόλακας συνέβησαν ικαναί κλοπαί, ώστε κινδυνεύω κι εγώ να προτιμήσω το μέτρον της καταστροφής των βρουκολάκων, το οποίο επιτυχώς μεταχειρίσθης και συ ο ίδιος.
Αυτό σε συμβουλεύω κι εγώ να ακολουθήσης, και να παύσης από το να πιστεύης, ότι οι αποθανόντες δύνανται να επανέλθωσι- διότι αντιβαίνει εις την ιδίαν ημών θρησκείαν, και ότι καταστρέφονται δια των γελοίων μέσων του κτυπήματος και του καυσίματος.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΙΝΙΑΝ(1800-1881): ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ»
 



Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only