Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2021

Στην άκρη της μπαράκας

«Στην άκρη της μπαράκας, καθησμένος στην κασσέλα που πήρε τη θέση της αναπαυτικιάς πολυθρόνας του αρχοντικού του, ο σορ Νιόνιος θυμάται και νοσταλγεί.
Ηταν Αγίου και τότε. Νιόπαντρος καμάρωνε στο μπαλκόνι του, δίπλα στην «κυρά», την ώρα που περνούσε η λιτανεία, ενώ χιλιάδες ζευγάρια μάτια ζηλιάρικα τον κύτταζαν.
Και τι δεν είχε αλήθεια εκείνο τον καιρό!!!
Νιάτα, πλούτια, δύναμη.
Ο Λομπάρδος κι ο Ρώμας, ναι μα τον Αγιο κι οι δύο, ενωρίς, ενωρίς, φτάνανε στο σαλόνι του για να του πούνε τα χρόνια πολλά. Ξέρανε πως σαν άνοιγαν οι κάλπες και κατέβαινε με τους σέμπρους στον Πλατύφορο την έπαιζε την εκλογή. Οσο για γλέντια, άλλο τίποτα. Ολη η αφρόκρεμα της αριστοκρατίας χόρευε στο σπίτι του κι άδειαζε βαρέλια ολάκαιρα βερντέα πίνοντας στην υγειά του.
Κι οι πιο φημισμένοι καναταδόροι της Ζάκυθος, στ’ αρχοντικό του «την αράζανε» μόλις βράδιαζε, για να «την πούνε» του αφέντη τους του χρυσού.
Κι άνοιγε το πουγγί και μοίραζε χρυσάφι.
Αριαδιασμένοι στους τοίχους οι πρόγονοι τον κυττούσαν και τον καμάρωναν κι αυτοί. A! όλα κι όλα, κανένας δεν μπορούσε να τούχει παράπονο. Ως και τα χρέη που τ’ άφησαν, κάτι υποθήκες που καίγανε, τάσβυσε μέσα σε λίγα χρόνια από τότε που πήρε τη διαχείριση στα χέρια του.
Αλήθεια… πώς ήταν εκείνο τον καιρό!! Και πως θάταν, όσο κι αν γέρασε, όσο κι αν χάθηκε ο Λομπάρδος κι ο Ρώμας, όσο κι αν τα φεστίνια άλλαξαν όψη, όσο κι αν θες οι αναποδιές, θες οι προίκες, θες εκείνη η άτιμη η κατοχή, άδειασαν τα σκρίνια και τα μετζάα… Και πώς θάταν αν…

Ενας κόμπος σφίγγει το λαιμό του σορ Νιόνιου κι άθελα σκεπάζει με τα δυο του χέρια τα μάτια του, σαν να θέλει να διώξει τ’ όραμα το φριχτό που ζωντανεύουν οι θύμησες…
Παλεύει να σβύσει από τη σκέψη κι από τα μάτια του την εικόνα τη φριχτή, μα του κάκου.
Ενας σπασμός ταράζει το κορμί του, και το πατρικό του, μ’ ολανοιγμένα τα παράθυρα και τις μπαλκονόπορτες, ξεπροβάλλει μπροστά του ζωσμένο στις φλόγες…
Κάποτε ο σορ Νιόνιος σταμάτησε να κλαίει. Σταμάτησε όχι γιατί κουράστηκε κι όχι γιατί στερέψανε τα δάκρυα. Σταμάτησε γιατί το θέλησε.
Κάποιος ήχος καμπάνας δειλός δειλός είχε φτάσει ως της μπαράκας του την άκρη φέρνοντάς του το μήνυμα πως «έβγαινε ο Αγιος».
Στηρίχτηκε στην κασσέλα του και σηκώθηκε. Εκαμε το σταυρό του, τον ξανάκαμε και, ζωντανεύοντας το παληκάρι εκείνου του καιρού, έπνιξε τη νοσταλγία στην ελπίδα ψιθυρίζοντας: "Και του χρόνου… και του χρόνου"».
ΔΙΑΒΑΤΗΣ (ΤΑΛΜΠΟΤ ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ), ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΑΛΗΘΕΙΑ»1954
.
«Επί του πτώματος της νεκρωμένης πόλεως Ζακύνθου επέπεσαν σαν αχόρταγα και πεινασμένα όρνεα υπό μορφήν εργατοτεχνιτών, ξυλουργών και εργολάβων, διαφόρων ποιοτήτων και επαγγελμάτων άνθρωποι εκ πολλών χώρων της Ελλάδος και ιδίως της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας. Και ήρχισεν η κατασκευή των ξυλίνων παραπηγμάτων εις τους συνοικισμούς κατά τρόπον προοιωνίζοντα τας ατελείας και τα μειονεκτήματα που αργότερα επαρουσίασαν…
Ολα γίνονται και εκτελούνται αψυχολόγητα, πρόχειρα, άπονα, βεβιασμένα, αμελέτητα, άσωτα. Στο κράμα αυτό των αθλιοτήτων εστηρίχθη η πρόχειρη στέγασις του δεινοπαθήσαντος και κατατεμαχισθέντος πληθυσμού της πόλεως…
Οι μπουλντόζες και οι ξένοι προς την Ζάκυνθο, προς την ιστορία της και τον πολιτισμό της άνθρωποι που επέδραμαν «για να δουλέψουν» δεν εσεβάσθησαν τίποτε. Λαξευμένοι λίθοι, που επί αιώνες είχαν χαρίσει το θαυμάσιο εκείνο αρμονικό και καλλιτεχνικό σύνολο που ενεφάνιζε η πόλις της Ζακύνθου (αγκωνάρια των Ναών Φανερωμένης, Αγίων Πάντων, Ιεροσπουδαστηρίου Ιησουητών, μεγάρου Κομούτων, Νομαρχίας και άλλων), εσύρθησαν και ερρίφθησαν στη θάλασσα…».
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Χ.ΣΤΡΑΒΟΛΕΜΟΣ, «Η ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΥΠΟ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΚΑΙ ΤΑΣ ΦΛΟΓΑΣ (ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1953)». ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΜΑΧΗΤΗΣ", 1958
.
[Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΘΥΡΑ ΤΟΥ, Φωτογραφίες του Carl Mydans (για το περιοδικό LIFΕ) 






Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only