Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2021

Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ


 ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ: «ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΜΟΣ»

[ΜΝΗΜΗ ΔΙΟΝΥΣΗ ΡΩΜΑ,
40 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΤΙΣ 9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1981]
.
«Πάνε χρόνια τώρα που συνηθίζουμε να λέμε πως ο ρομαντικός έρωτας είναι κάτι άγνωστο στην εποχή μας. Ως ένα σημείο έχουμε και ωρισμένα πειστικά επιχειρήματα, για να υποστηρίξουμε τη γνώμη αυτή.
Το σοβαρώτερο είναι ή ουσιαστική κατάργησι τού σεξουαλικού ταμπού. Η αντίληψι δηλαδή ότι ο έρωτας και η σωματική ένωσι είναι έννοιες, όχι μονάχα αλληλένδετες, αλλά και νοητές μονάχα στην αλληλεξάρτησή τους.
Ξεκινώντας από τη βάσι αυτή ο σύγχρονος άνθρωπος κατάργησε αναγκαστικά όλα εκείνα τα «προκαταρκτικά», που θερμαίνουνε τη φαντασία και ανεβάζουνε: την αξία τού επιθυμητού «αντικειμένου» σε ύψη δυσθεώρητα.
Ύστερ' από αυτό είναι φυσικό ότι οι σχέσεις μεταξύ των φύλων ξεφύγανε από το στάδιο της «ενατενιστικής λατρείας» και φθάσανε αναγκαστικά σ’ εκείνο του πειραματισμού.
Η ενατένισι όμως διευκολύνει την ψευδαίσθησι και προϋποθέτει χρονική διάρκεια. Αντίθετα, ο πειραματισμός δίνει άμεσα συμπεράσματα και διαλύει κάθε κακά τοποθετημένον οπτιμισμό. Γι’ αυτό και το στοιχείο τού χρόνου έχει σιγά-σιγά τέλεια διαχωριστή από τον έρωτα.
Μ’ άλλα λόγια δεν προφταίνεις ν’ αγαπήσης, γιατί ωρισμένοι άμεσοι πειραματισμοί σε πληροφορούνε, μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα, ότι δεν άξιζε τον κόπο να το κάνης
—δηλαδή ν’ αγαπήσης. Αυτή είναι η γενική κατάστασι. Υπάρχουνε όμως βέβαια και εξαιρέσεις.
Είμαι σίγουρος ότι η τελευταία αυτή φράσι θα σας κάνη να χαμογελάσετε. «Έρωτας ρομαντικός», θα ρωτήσετε, «στην εποχή μας; Ρομαντικός με την έννοια που δίνανε στον όρο οι παππούδες μας;
Με την έννοια τής "Νέας Ελοΐζ” τού Ρουσσώ;
ου "Παύλου και της Βιργινίας”;
Έρωτας a la Άτταλά” του Σατωβριάνδου;
Του "Μάριου και της Τιτίκας”; "Της καρδίας πό πέτραν”; Του "την αγάπην του και μίαν καλύβην”; Του Μιμίκου και της Μαίρης;» Και όμως!
Αν παρακολουθήσετε προσεκτικά τις ειδήσεις των έφημερίδων, θα δήτε ότι το ρομαντικό «γαλάζιο λουλουδάκι» δεν έχει τέλεια εξαφανισθή από τα λειβάδια της καθημερινής ζωής. Μονάχα που για να το βρήτε δεν πρέπει να ψάξετε στις αγγελίες των γάμων, άλλα στο αστυνομικό δελτίο που αναγράφει τις αυτοκτονίες. Ίσως να είναι κι αυτό μια απόδειξι ότι πρόκειται για συναίσθημα, που η εποχή μας το θεωρεί τόσο ανεδαφικό, ώστε εκείνοι που νοιώθουν την απόλυτη ανάγκη του, πρέπει να τα γυρέψουνε σε καλύτερους κόσμους.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές μου δόθηκε από κάτι που διάβασα πώς συνέβηκε στη Γαλλία. Ακούστε την ιστορία:
Ένας κουρέας σαραντάρης, ο κύριος Ρολάνδος, γνωρίζει μια χαριτωμένη μιντινέττα, την Ζωρζέτα. Την κτενίζει, την συμβουλεύει, την τρατάρει καμμιά φορά έναν καφέ. Περιμένει κάθε πρωί έξω από την πόρτα τού κουρείου του για νά την χαιρετήση σαν περνά και τέλος στα γενέθλιά της τής κάνει πάντα ένα ωραίο δώρο.
Έκτος από την αθωότατη αυτή φιλία, το ζευγάρι δεν έχει άλλου είδους σχέσεις. Κάπου δυο τρία χρόνια κράτησε η γνωριμία τους, δίχως ο καημένος ο Ρολάνδος να ανοίξη το στόμα του και να εκφράση τον πόνο, που τον έκαιγε.
Τέλος, εδώ και λίγες βδομάδες, η Ζωρζέτα έφυγε από τη μικρή πόλι, όπου συμβαίνανε τα παραπάνω, και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι.
Τις προάλλες ένας δικηγόρος την ειδοποίησε ότι ο Ρολάνδος είχε εγκαταλείψει τα εγκόσμια και της άφησε και όλες του τις οικονομίες, κάπου 2.000 ναπολεόνια χρυσά. Εκτός από την δροσιστική αυτήν κληρονομιά ο άτυχος είχε αφήσει κι ένα γράμμα : «Φοβούμαι ότι παρ’ όλο που είμαι πολύ μεγαλύτερος σας, είμαι πάντα τρελά ερωτευμένος μαζί σας. Ελπίζω ότι τα χρήματα, που κέρδισα δουλεύοντας μια ολόκληρη ζωή, θα μπορέσουν να σας δώσουνε κάποια ευτυχία».
Η Ζωρζέτα έστειλε προχθές ένα άλλο γράμμα στον Δήμαρχο τής μικρής γαλλικής πόλεως, όπου είχε γνωρίσει τον Ρολάνδο :
«Ο μακαρίτης δεν είχε μάθει ποτέ του ότι τον αγαπούσα κι εγώ! Είμαι βεβαία ότι θα είμεθα ευτυχέστεροι κι αυτός κι εγώ, αν φροντίσετε να βρήτε ένα φιλανθρωπικό σκοπό στην πόλι σας, που την αγαπούσαμε κι οι δυο, και να του αφιερώσετε τις δύο χιλιάδες ναπολεόνια του Ρολάνδου».
Σημειώστε πως ή Ζωρζέτ είναι μια απλή δακτυλογράφος, που ζη στο Παρίσι, και η σημερινή χρονολογία είναι ακριβώς 26 Φεβρουάριου 1952!
Περάστε, σας παρακαλώ, κύριε Παύλε και δεσποινίς Βιργινία, ν’ αναμετρηθείτε με την εποχή μας! Ας ανασκουμπωθούν οι διάφοροι Μάριοι με τις ανάλογες Τιτίκες τους, κι ας προσπαθήσουνε να φθάσουνε σ’ αυτό το ύψος του αλτρουιστικού έρωτα!
Μη μου απαντήσετε ότι το ζευγάρι αυτό αποτελεί μια τερατώδη εξαίρεσι, γιατί στο κάτω-κάτω ούτε ο Παύλος, ούτε η Βιργινία, ούτε η Ελοΐζ, ούτε η Τιτίκα e tutte quante ζήσαν αλλού παρά στην φαντασία των διαφόρων Βερναρδίνων Σαίν-Πιέρ, των Ρουσσώ και των Ουγκώ, που τις επινοήσανε!
Ξέρετε ποιο είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα, που βγαίνει από την ατέλειωτη αυτή παρλάτα; Συνοψίζεται σε μια φράσι που ισχύει για όλους τους τόπους και όλες τις εποχές:
Ο έρωτας, ο απόλυτος έρωτας δεν είναι εμπειρία, είναι...ταλέντο! Ή το ’χεις ή δεν το ’χεις!
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» 27.2.1952
.
[ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ(1906-1981): Γιος του υπουργού και προέδρου της Βουλής Αλέξανδρου Ρώμα, και της Σοφίας κόρης του Χρηστάκη Ζωγράφου. Δισεγγονός του Διονυσίου Ρώμα πρωτεργάτη της Επανάστασης του ' 21.
Παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας και ιστορίας τέχνης στην Αθήνα, την Ελβετία και τη Γερμανία και παράλληλα επιδόθηκε στην εκμάθηση ξένων γλωσσών (μιλούσε αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και γερμανικά). Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα στράφηκε στη μελέτη της ζακυνθινής ζωγραφικής.
Παντρεύτηκε σε ηλικία σαράντα τεσσάρων χρόνων τη Μαρία Σπηλιωτάκη.
Πολιτεύτηκε με το κόμμα της Ε.Ρ.Ε., με το οποίο εκλέχτηκε δυο φορές βουλευτής Ζακύνθου (1958 και 1961).
Ιδιαίτερη δραστηριότητα ανέπτυξε στο χώρο του θεάτρου και της ραδιοφωνίας. Υπήρξε:
Γενικός γραμματέας του Άρματος Θέσπιδος (1938),
Βοηθός διευθυντή του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1944-1952),
Διευθυντής του θεατρικού τμήματος και
Διευθυντής προγράμματος του Ε.Ι.Ρ. (1950 και 1954-1958).
Ιδρυτής του τρίτου προγράμματος της κρατικής ραδιοφωνίας, Αντιπρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου και της
Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων.
Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε γύρω στο 1925 με δημοσιεύσεις ποιημάτων στην "Ιόνιο Ανθολογία". Γνωστός έγινε μετά τη βράβευσή του με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου για το έμμετρο δράμα "Ζακυνθινή σερενάτα" που παραστάθηκε από το θίασο του Εθνικού Θεάτρου το 1938.
Την ίδια χρονιά ο Ρώμας εισήγαγε στην Ελλάδα το είδος του ραδιοφωνικού θεατρικού έργου με το έργο "Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη" ή "Πώς γράφτηκε ο Εθνικός μας Ύμνος". Συνολικά ολοκλήρωσε πέντε θεατρικά και πάνω από 150 ραδιοφωνικά έργα, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τη θεατρική μετάφραση για παραστάσεις του Εθνικού και άλλων θεάτρων.
Συνεργάστηκε ως χρονογράφος με την εφημερίδα "Ελευθερία" και την εβδομαδιαία έκδοση του Ε.Ι.Ρ. "Ραδιοπρόγραμμα", ενώ ασχολήθηκε και με τη μελέτη της ιστορίας της επτανησιακής τέχνης.
Το 1968 εξέδωσε τον πρώτο τόμο του πεζογραφήματος "Ο Σοπρακόμιτος", εγκαινιάζοντας την τμηματική δημοσίευση της μυθιστορηματικής σύνθεσης "Περίπλους (1570-1870)", με την οποία επιδίωξε να παρουσιάσει με λογοτεχνική μορφή την ιστορική πορεία του ελληνισμού κατά τη διάρκεια τριών αιώνων. Την ολοκλήρωση του έργου πρόλαβε ο θάνατος του Ρώμα του 1981. Τρία χρόνια αργότερα εκδόθηκε και ένας τόμος ποιημάτων του με επιμέλεια του Φαίδωνα Μπουμπουλίδη.
Ο Διονύσιος Ρώμας τιμήθηκε με το
Β΄ βραβείο του Ε.Ο.Τ. (1956 για το βυζαντινό δράμα "Ιδού ο Νυμφίος έρχεται"),
Το βραβείο Πουρφίνα της Ομάδας των Δώδεκα (1957 για τα "Ζακυνθινά"),
Το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικα (1961),
Το Α΄ κρατικό βραβείο πεζογραφίας
Το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1970 για τον "Σοπρακόμιτο"), Το Κρατικό Βραβείο (1972)
Το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών (1981) για τη συνολική προσφορά του.
Η ποίησή του ακολουθεί την παράδοση της επτανησιακής σχολής από την οποία ισχυρή επίδραση, το ίδιο και τα θεατρικά του έργα που κινούνται στη γραμμή της ψυχολογικής ηθογραφίας που χάραξαν ο Δημήτριος Γουζέλης, ο Αντώνιος Μάτεσις και αργότερα ο Γρηγόριος Ξενόπουλος.
Στο χώρο της πεζογραφίας ο "Περίπλους" αποτέλεσε για το Ρώμα ατελείωτο έργο ζωής. Στο πλαίσιο της απόπειρας αναπαράστασης της ζακυνθινής ιστορικής πραγματικότητας τριών αιώνων κινήθηκε με εξαιρετική ιστορική συνέπεια, πετυχαίνοντας παράλληλα την εξισορρόπηση ανάμεσα στα είδη της ιστοριογραφίας και του μυθιστορήματος. Ξεκινώντας από ιστορικά γεγονότα και υπαρκτά πρόσωπα δημιούργησε ζωντανούς λογοτεχνικούς ήρωες, ενώ παράλληλα διατήρησε τόσο τον πρωταγωνιστικό ρόλο της ιστορίας στη ζωή των προσώπων, όσο και το αξιόλογο επίπεδο της δομής και της αλληλουχίας της αφήγησης.]

ΔΙΟΝΥΣΗ ΡΩΜΑ, [«Η ΝΤΟΝΑ ΤΣΙΠΟΥΡΙΕΛΟ & Η ΣΟΡΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΝΑ»]
[ΜΝΗΜΗ ΔΙΟΝΥΣΗ ΡΩΜΑ,
40 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΤΙΣ 9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1981]

«Η σόρα Διαμαντίνα δοκίμαζε μπροστά στον καθρέφτη το στενό φόρεμα που της είχε ράψει η Ντόνα Τσιπουριέλο, η μοδίστρα που έντυνε τις Τζαντιώτισσες, αστές και νόμπιλε, με τη στερνή λέξη της παριζιάνικης μόδας. (Για να πούμε την αλήθεια, αυτή η «στερνή» ήτανε μάλλον... προπέρσινη, άλλα και οι μόδες τότε δεν αλλάζανε κάθε τρεις και λίγο!)
— Τσιπουριέλο μου, ευτούνη τη φορά ξεπέρασες τον αυτό σου! το άμπιτο[ρούχο] τούτο είναι ένα καπολαβόρο[αριστούργημα]!
— Με κολακεύεις, Κοντέσσα μου. . . δυο χεράκια έχω η δόλια κι ό,τι μπορούνε κάνουνε. . .
—΄Οσκε! Όσκε! Τα ασημένια ρεκάμα[κεντήματα] πάνω στο γιουλένιο[μωβ] βελούδο αξίζουνε ό,τι πεις. .. Μα δε μου λες; Σκέφτηκες εκειό που σε παρακάλεσα;
—΄Εγνοια σου, Κοντέσσα μου, και ούλα θα γίνουνε όπως τα ορίζεις... Ξέρεις πως τώρα το καρναβάλι δε βγαίνω από το σπίτι μου — ξέχωρα αν μου λάχει καμία αρχόντισσα σαν την αφεντιά σου! Μένω εκεί και μπιθιάζω[νοικιάζω] καρναβαλίσιες μοντούρες[φορεσιές] τσι μάσκαρες που γυρεύουνε κάτι το πούλιο διαλεχτό από τα σόλιτα[συνηθισμένα]! Δεν έχεις το λοιπό παρά να ξεκινήσεις από το αρχοντικό σου με ένα απλό ντόμινο και να κομπαρίρεις[καταφθάσεις] στο φτωχικό μου. Θα σε ντύσω εκεί κόμε σι ντέβε[όπως πρέπει]! Θα κάμεις τότενες την περαντζάδα[βόλτα] σου, θα γουστάρει η ψυχούλα σου θωρώντας το πόπολο να γλεντάει και, τόμου κουραστείς από ευτούνη τη χάβρα τον Οβραίωνε, θα ματάρθεις σε μένανε, κι αφού ξαποστάσεις μια στάλα και βάλεις στο στόμα σου μια γουλιά κρασί, θα σου ματαφορέσω το ντόμινο το πρώτο και θα γυρίσεις στ’ αρχοντικό σου κόμε σι νιέντε φόσε[σα να μη συνέβη τίποτα]! Με τη μοντούρα που θα σου φορέσω, κανένας δε θα σε καταλάβει! Και το κατόπι να σε πάρουνε, στο αρχοντικό σου θα γυρίσεις έτσι όπως έφυγες — άλλος άνθρωπος από εκειόνε που θα τον έχουνε δει να σουλατσάρει ολημερνίς ανάμεσα στο πόπολο... .
— Σόρα Τσιπουριέλο, είσαι ένα τζένιο[μεγαλοφυία]! Να μ’ ασπετάρεις[περιμένεις], ντούνκουε[λοιπόν], την Κυριακή τση Τρινής κατά τσι τρεις τ’ απόγιομα...
— Ντακόρντο, Κοντέσσα μου! Και νάσαι σίγουρη πως η Τσιπουριέλο σου θάναι τάφος! Και τι τάφος; Μ’ ένα μπράτσο μολοχάνθη φυτρωμένη πάνωθές του! Και στη φωτία να με ρίξουνε, δε θα βγάλω άχνα. . .
— Σ’ ευχαριστώ καλή μου. . . έκανε συγκινημένα η Διαμαντίνα. Μου έβγαλες ένα βάρος από την ψυχή. . .
Σαν έφυγε η ράφτρα κι έμεινε μονάχη η Διαμαντίνα, τράβηξε για την πόρτα της νταριτσέβερε[σαλόνι] και την μισάνοιξε σιγά, για να ρίξει μια ματιά στο γιό της που μελετούσε. Στάθηκε κει αρκετή ώρα, δίχως να την πάρει μυρωδιά ό Νιονιάκης, που ήτανε σκυμμένος πάνω από κάποιο λίμπρο. Έτσι όπως τον έβλεπε από το πλάι, η καρδιά της σφίχτηκε. Η ομοιότη με το φυσικό του πατέρα, τον Μπορτολή Νταβιτσέντσα, ξεπερνούσε κάθε όριο. Φτυστός ο Μπορτολάκης ήτανε το άτιμο! Ξαναγύρισε στο σαλότο της, κι αφού τραταρίστηκε δυο δάχτυλα βερντέα[τοπικό κρασί], έγειρε στον καναπέ κλείνοντας τα μάτια. Οι σκέψες της τρέχανε πάνω κάτω άτακτες κι ασουλούπωτες, μα πάντα ξαναγυρίζανε στο αγαπημένο πρόσωπο του πρώτου της έρωτα που, για την ώρα τουλάχιστο, ήτανε κι ο μοναδικός της ζωής της. Γιατί στην περίπτωση της Διαμαντίνας ο πατέρας της, με τους όψιμους φόβους του, είχε πέσει όξω. Ο γάμος της μικρής με τον μεσόκοπο Κόντε Μπέστια, αντί να θεριέψει τις φλόγες που την καίγανε από τα δώδεκα της χρόνια, σκέπασε όλο της το είναι μ’ ένα στρώμα… πάγου! Ό,τι ένιωθε πιά στον τομέα της σαρκικής απόλαυσης, δεν ήταν παρά ένα αντικαθρέφτισμα του ξέφρενου οργίου, που είχε ζήσει άλλοτε στη σαρμπαρόμπα[δωματιάκι κάτω από τη σκάλα] του πατρικού αρχοντικού μαζί με τον λατρεμένο ξάδελφό της ! Τίποτε το καινούργιο δεν είχε προστεθεί στην πρώτη εκείνη ερωτική εμπειρία της. Ακόμα κι αυτά τα τόσο πρόωρα εκδηλωμένα αντανακλαστικά της σε κάθε σαρκικό ερεθισμό, είχανε πιά οριστικά εξουδετερωθεί. Κοντολογίς, η Διαμαντίνα είχε καταντήσει μια γυναίκα-παγόβουνο!
Γιαυτό κι η καρδιά της αποζητούσε τις θορυβώδικες συντροφιές, τα γλέντια, την πολυκοσμία και το ευεργετικό πιοτό, που έκανε τις σκέψες να φτερουγίζουνε ανάλαφρες και λοξοπετούσες σαν τ΄ ανοιξιάτικα χελιδόνια. Όλα, δηλαδή, εκείνα που απαγορεύονταν σε μια, νέα ακόμα, χήρα!
Το λίγο κρασί που ρουφούσε ολομόναχη της έφερνε το πολύ πολύ μια ευεργετική νύστα. Όμως, και τα όνειρα που έβλεπε τότες δεν είχανε τίποτε το ευφρόσυνο. Κάτι τρομερές αγκούσες, που σχετίζονταν βέβαια θολά μέ τον Μπορτολή, άλλα δίχως και να πυργώνουνται σε μιάν ονειρική ερωτική εκτόνωση. Αντίθετα, καταλήγανε πάντα σε κάποια καταστροφή: ναυάγιο σε φουρτουνιασμένη θάλασσα, πέσιμο από γκρεμνό, πυρκαγιά κι άλλα παρόμοια.
Φέτος όμως είχεν αποφασίσει να το ρίξει όξω. Όχι βέβαια να τσιληπουρδίσει ερωτικά, μια και δεν ενδιαφερότανε πια για κάτι τέτοια, άλλα να χαρεί την ελευθερία της μάσκας τριγυρίζοντας ανάμεσα στον χαρούμενο κοσμάκη, χασκογελώντας μαζί του κι ανταλλάσσοντας πειράγματα και χαριεντισμούς. ΄Ενα τέτοιο λουτρό μέσα στη θάλασσα της ανωνυμίας το ποθούσε με όλη τη διψασμένη για κάποιαν αλλαγή καρδιά της. Αυτό ήτανε που θα της έδινε το κουράγιο να περάσει άλλον ένα χρόνο με μοναχή της συντροφιά λίγη βερντέα και τα εφιαλτικά της όνειρα. Από την άλλη μεριά, όμως, το καρναβάλι της χάριζε και κάτι ακόμα: τους επίσημους μπάλους! Κείνον του Πρεβεδούρου και δυο τρεις άλλους στα μεγάλα αρχοντικά. Εκεί πια η Διαμαντίνα μπορούσε, χάρη στην τέχνη της Σόρα Τσιπουριέλο και την απλοχεριά του Φαταούλα, να παρατάξει μια καταπληκτική σειρά από τουαλέτες και πολύχρωμα χρυσαφικά. Η ξεχωριστή ομορφιά της και τα εξωφρενικά της λούσα κάνανε, στις φέστες αυτές, όλες τις καρδιές να σκιρτάνε! Τις αρσενικές από πόθο και τις θηλυκές από ζήλια. Κάτι ήτανε κι αυτό!
***
Η Ντόνα Τσιπουριέλο, κόρη Φραντσέζου και Ισπανίδας, είχε γεννηθεί στο Τζάντε. Ο πατέρας της ρογιάστηκε[κατατάχθηκε] κάποτε μαρκουλίνος στη φρουρά του Πρεβεδούρου του νησιού. Οι πολεμικές του όμως δάφνες δε φτουρήσανε και έμεινε εδώ κάνοντας το ράφτη. Η γυναίκα του, που το βαφτιστικό της ακουγότανε σαν μια ιεροσυλία σε κάθε ορθόδοξο αυτί, λεγότανε Ινκαρνασιόν ντέλ Γκιέζου[Ενσάρκωση του Ιησού, συνηθισμένο ισπανικό όνομα] κι είχε για φαμελικό της— ένας θεός ξέρει γιατί — το ένδοξο όνομα των Χιμενές. Ο ίδιος στα χαρτιά του γραφότανε Jeane Μοιneaux de Fontaineblau! Αυτό το de δεν έλεγε βέβαια και μεγάλα πράματα. Mονάχα πως η Γαλλία ήτανε γεμάτη από Μοιneaux και o Jean είχε γεννηθεί στο Fontaineblau.
Οι Τζαντιώτες όμως, με το ξεχωριστό ταλέντο τους να παραμορφώνουνε τα ξένα ονόματα, τον βαφτίσανε Φόντε-μπλου. Ο Φόντε-μπλούς, το λοιπόν, αράδιασε με την Ισπανίδα του ένα κοπάδι θυγατέρες, που άλλες πεθάνανε και μερικές παντρευτήκανε ξένους και μισέψανε. Το στερνογέννι τους, θηλυκό και αυτό, ήτανε το μόνο που απόμεινε στο Τζάντε κι ο Φόντε-μπλους, που τόσα χρόνια κυνηγούσε το γιο, την ανάθρεψε σαν αγόρι. Της έμαθε σκοποβολή και ξιφασκία και την έντυνε αντρίκια, φορώντας της κι έναν κόκκινο της φωτιάς πέτσινο θώρακα. Αυτό το τελευταίο στολίδι είναι που χάρισε στο κοριτσάκι τ΄ όνομά του. Μεταφράζοντας ελεύθερα το γαλλικό Moineau[σπουργίτης] στο γνωστό κοκκινόστηθο πουλάκι που οι Τζαντιώτες καλούνε τσιπουριέλο, της κολλήσανε αυτό το παράβγαλμα για πάντα. Γι’ αντάλλαγμα όμως της προτάξανε το αριστοκρατικό μητρικό «Ντόνα», που την ξεχώριζε από τις αμέτρητες αστικολαϊκές «Σιόρες»!
Η Ντόνα Τσιπουριέλο (άκλητο: η Τσιπουριέλο, της Τσιπουριέλο, ώ Τσιπουριέλο) μετά το θάνατο των γονέων της έφυγε από το Τζάντε. Άλλοι λέγανε πως παντρεύτηκε και χήρεψε στη Βενετία κι άλλοι επιμένανε ότι έκανε κάποια ληστεία, που της κόστισε κάμποσα χρονάκια φυλακή. Το μόνο βέβαιο είναι πως, ύστερα από καιρό, γύρισε στη Ζάκυνθο μ’ αρκετά όβολα, έτσι ώστε ν’ αγοράσει ένα δίπατο σπίτι στην κάτω Πλατεία Ρούγα και να στρωθεί στη ραφτική. Φαίνεται όμως πως το ταλέντο που κληρονόμησε από τον Φόντε-μπλου αυγάτισε μέσα της ή ότι τα ταξίδια της ανοίξανε τα μάτια, γιατί η επιτυχία της σαν μοδίστρα ήτανε απίστευτη. Σ’ ένα χρόνο μέσα όλες οι αρχόντισσες και οι πλούσιες αστές ράβουνταν στη Ντόνα Τσιπουριέλο.
Το καρναβάλι μάλιστα εξυπηρετούσε και τις ποπολάρισσες, μπιθιάζοντάς[νοικιάζοντας] τους το απαραίτητο για γιορτιάτικα σουλάτσα[βόλτες] μεταξωτό ντόμινο. Βέβαια, κι η πιο φτωχιά κοπέλα της κάθε γειτονιάς είχε κρυμμένο στην κασέλα με τα προικιά της κι ένα τέτοιο μαύρο ράσο. Μα της Ντόνα Τσιπουριέλο ήτανε φτιαγμένα από μετάξι, φαρδιά και λουσόζα, έτσι που να κρύβουνε την αγιάτρευτη μιζέρια της όποιας Μακρυκαντουνιώτισσας ή Αγιατριαδιώτισσας που τα φόραγε.
Η Ντόνα Τσιπουριέλο όμως, την χαρισάμενη για τους Τζαντιώτες εποχή του Καρναβαλιού, πρόσθετε, όπως είδαμε, κι άλλες κόρδες στο βιολί της. Προστάτευε με μύριους τρόπους την ελαφρόμυαλη πελατεία της από τ’ αδιάκριτα μάτια του κοσμάκη. Οι κακές γλώσσες λέγανε μάλιστα ότι στο απάνω πάτωμα του σπιτιού της είχε και μια δυο κρυψώνες, που χωρούσανε ένα αγκαλιασμένο ζευγάρι. Αυτό όμως πρέπει να ήτανε ψέμα, γιατί σ’ έναν μικρό τόπο, όπου ο καθένας οσμίζεται το χνότο του διπλανού του, μια τέτοια «ευκολία» θα ακουγότανε με το βούκινο και το πόπολο θα ξεσηκωνότανε και θα πέταγε την ξεδιάντροπη μεσίτρα στο πέλαο.
Στα ζητήματα τιμής οι Τζαντιώτες ποπολάροι δε χωρατεύανε! Το νάχει ένας αφέντης μια λαϊκιά μαντενούτα[ερωμένη] και να τεκνοποιεί μαζί της το θεωρούσανε φυσικό κι ίσως ίσως και μια στάλα τιμητικό, άλλα για όλα τα άλλα ύποπτα πάρε δώσε ήτανε αμείλικτοι.»
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ(1906-1981), ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ/ΑΝΤΑΤΖΙΟ ΚΑΙ ΦΟΥΓΚΑ. τ.Α΄, ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ», 1981
.
[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΞΙΝΟΥ, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ)- Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ)]



ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ, ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ & ΑΛΕΞΗΣ ΣΟΛΟΜΟΣ]
.
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ: «ΑΡΠΥΙΕΣ»
[ΜΝΗΜΗ ΔΙΟΝΥΣΗ ΡΩΜΑ,
40 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΤΙΣ 9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1981]
.
«Ένα καταπληκτικό τηλεγράφημα από τη Μυτιλήνη μου ξαναφέρνει στο νου ολόκληρο κομπολόι από θύμησες προσωπικές και ιστορικοφιλολογικές:
«Εις Σαλοχώριον, οι ποιμένες Ε. Λ. και Α. Π. εφόνευσαν τον Λάμπρον Καρανικόλαν δια μαχαίρας, διότι, ενώ επέστρεφαν από το καφενείον όπου διασκέδαζον, ούτος τους ηνώχλει με μίαν... σκοτωμένη πέρδικα!»
Ήταν θαρρώ το ’26 η το ’27 που γύρισα από ένα ταξίδι στο Τζάντε και βρήκα όλο το νησάκι ανάστατο για ένα πουλί! Ο σκοτωμένος Καρανικόλας και η ομοιοπαθής μπεκάτσα του δεν πρόκειται βέβαια να δούνε τέτοιες δόξες. Σαράντα χρόνια πληθωρικής αιμορραγίας, από την Ελασσόνα στην Κορέα κι από την πυρκαγιά της Σμύρνης στις ανατινάξεις του Δεκεμβρίου, προσδώσανε στο πρωταρχικό έγκλημα του Κάιν την ανυποληψία της ανωνυμίας, που αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό κάθε πληθωρισμού. Το ’26 όμως ο κόσμος αντιδρούσε ακόμη στο έγκλημα του φόνου με κάποια αγωνιώδη ένταση και μια περιέργεια, που σήμερα διαθέτει μονάχα για καμιά κατάχρηση ή κανένα βιασμό ανηλίκου.
Η ιστορία του ζακυνθινού πουλιού ήταν απλή: Κάποιος Μαχαιραδιώτης χωρικός έφτασε κυνηγώντας στην περιοχή του χωριού Κερί και σκότωσε εκεί ένα τρυγόνι. Κεριώτες κυνηγοί αμφισβητούνε το σμπάρο και απάνω στον καβγά ο ξένος σκοτώνει έναν από αυτούς. Κρύβεται μετά στον ομώνυμο Φάρο που δεσπόζει του χωριού και, ύστερα από πολύωρη πολιορκία, συλλαμβάνεται και λυντσάρεται. Μια στιγμή φοβηθήκαμε πως θα γινότανε πραγματικός πόλεμος ανάμεσα από τα δυο χωριά.
Ευτυχώς, μετά από δυο-τρεις ακόμα... ασήμαντους, αλλά σχετικούς με την υπόθεση φόνους, η ένταση χαλαρώθηκε.
Θυμάμαι ακόμα κάπου μια καραβιά Κεριώτες, ολόκληρο σχεδόν το χωριό, νά μεταφέρεται με το «Αθήναι» στην Πάτρα για να δικασθεί. Γυναίκες με μωρά, μπαμπόγριες και νόστιμες ξανθούλες, ασπρομάλλες και παιδόπουλα, ξαπλωμένοι στο κατάστρωμα, ξεκινούσανε (με το φοβισμένο βλέμμα τού βουνίσιου άμα τον ξεκολλήσεις από το βράχο του) για τη μεγάλη περιπέτεια, που για άλλους θα ξοφλούσε σε λίγους μήνες κι άλλοι θα την πληρώνανε με κάμποσα χρόνια της ζωής τους. Κι όλα αυτά για ένα τρυγόνι!
΄Ενα τρυγόνι που θυμίζει τρομερά τη μπεκάτσα τού Καρανικόλα και τα ορτύκια τού Χάση[θεατρικό έργο του Δημητρίου Γουζέλη, το πρώτο έργο του νεοελληνικού δραματολογίου].
Κι έτσι φτάσαμε και στη φιλολογία! Πραγματικά, το διαμαντάκι αυτό της ζακυνθινής σατιρικής ποιήσεως κατά τον 18ο αιώνα βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο επεισόδιο των ορτυκιών. Σας παραθέτω εδώ με δυο λόγια την υπόθεση, καθώς και μερικούς στίχους από τη χαρακτηριστικότερη σάτιρα που γράφτηκε ποτέ για τους Ζακυνθινούς.
Η σκηνή το 1795. Ένας ψευτοπαλικαράς παπουτσής, ο Χάσης, έχει ένα γιό ανοητούλη, τον Γερόλυμο, που αποφασίζει ν’ αγοράσει κάτι ορτύκια από έναν χωρικό, για να τα εμπορευτεί. Τα πουλιά όμως βρωμάνε και ο Γερόλυμος διώχνεται με κλωτσιές από τους αγοραστές. Γυρίζει στον πατέρα του κι αυτός τον διατάζει να τα πετάξει αμέσως. Την ώρα που λείπει, ένας νεαρός γείτονας, από «μάντσια», σφυρίζει του Χάση πως κάποιος θυμωμένος αγοραστής των ορτυκιών ξεκίνησε αρματωμένος για το μαγαζί με το σκοπό νά τον... τεταρτιάσει[να τον κόψει στα τέσσερα]! Ο άτυχος Χάσης τα... χάνει, τριπλοαμπαρώνεται και, για να παρηγορηθεί, ξαναθυμάται τις τρανές παλικαριές και τους άθλους που [δήθεν] έκανε άλλοτε.
Μπορεί κανείς να πει πως, με τα χρόνια, σχεδόν κάθε στίχος τού διασκεδαστικού αυτού έργου έχει γίνει και τοπική παροιμία. Ακούστε λ.χ. τον Χάση να περιμένει την επιστροφή του γιού του:
Τα πέταξε, μα παραργεί,
ντεμπέλης είναι βέρος.
Πηγαίνει νιός στο θέλημα
κι έρχεται πίσω γέρος!
Ο γιός γυρίζει επιτέλους και διηγείται την προσβολή που έπαθε από τον Διαμαντή. Τότε ό πατέρας, έξαλλος, του κάνει δριμύτατες παρατηρήσεις:
Χάσης: Ένας βαστάζος βρωμερός, ένα παλιοψοφίμι, ένας ντι νιέντες, ντε κλωτσιάς, περιγιαλού θρασίμι, να βρίσει το Γερόλυμο!
Μωρέ πώς δεν του έδινες αμάνκα ένα μπάτσο, να πεις καθώς σε κτύπησε, ινφάμε, στάσου οπίσω.
Γερόλ.: Σώπα αφεντάκι κι έγνοια σου.
Γείτονας: Βάρτου, κι εγώ από πίσω!
Χάσης: Πενήντα με χτυπήσανε, θυμούμαι μιάν ημέρα, μα σοταβέντο τσου έβαλα, τσού πήρα τον αέρα.
Πού είναι κείνος ο καιρός που ’ζωνα τ’ άρματά μου κι η πιάτσα εκουνιότανε αφ’ τα πατήματά μου!!!
Δεν είμαι ‘γω που έκανα κειό τση Οβριάς το κάζο, π’ όνομα αφήνω όθε το πω, κι ούλος ανατριχιάζω!
Κι αφού διηγείται με κάθε λεπτομέρεια το χαριτωμένο αυτό «κάζο», καταλήγει στη μελαγχολική διαπίστωση:
Και τώρα τέτοιο απόκλεισμα;,
όξω Κερατοχάση;
Μ’ ένα τρομπόνι[όπλο της εποχής] ο Διαμαντής,
για να μας τεταρτιάσει;
Τραγικά ή κωμικά όλα αυτά τα πουλιά, αποτελούνε μια Νέμεση για τους κυνηγούς τους. ΄Αρπυιες θα έλεγα πραγματικές, που εκδικούνται με τον σκληρότερο τρόπο για το φόνο τους.
Κι επειδή αναφέραμε τα μυθολογικά αυτά πουλιά με το ανθρώπινο κεφάλι, πρέπει να σας πω ότι κάποιο βράδυ άκουσα τη μια από τις τρεις εγγονές τού Ωκεανού νά κλαίει... Μη χαμογελάτε, πρόκειται για την καθαρή αλήθεια. Συνέβηκε εδώ και χρόνια στα Στροφάδια, στο μικρό ερημικό νησάκι όπου εμόνασε ο Αγιος Διονύσιος ο Ζακύνθου (Αιγίνης).
Είχα πέσει στο κρεβάτι ενός κελιού τού μοναστηριού ύστερ’ από ένα φουρτουνιασμένο ταξίδι και λαγοκοιμόμουνα, όταν την ελαφριά μου νάρκη διέκοψε ξαφνικά το απελπισμένο κλάμα ενός μικρού παιδιού. Μωρό παιδί στο μοναστήρι πού να βρεθεί; Μέσα στο μυαλό μου περάσανε ένα πλήθος παράξενες ιδέες και υποψίες, ενώ έξω από τα παράθυρα το κλάμα τού δυστυχισμένου μικρού εξακολουθούσε να συνοδεύει το σφύριγμα τού ανέμου και το φοβερό σπάσιμο τού κύματος. Ήταν μια εφιαλτική νύχτα. Το άλλο πρωί, άυπνος και ελεεινός, πληροφορήθηκα πως το κλάμα αυτό προερχότανε από ένα παράξενο θαλάσσιο πουλί, ενδημικό στο νησί, που κατοικεί και γεννοβολάει εκεί από αμέτρητα χρόνια. Ονομάζεται Αρτίνα.
Ως εδώ το πράγμα δεν είναι και πολύ περίεργο. Επιστρέφοντας όμως στη... βιβλιοθήκη μου, συνάντησα σχετικώς με τα Στροφάδια τούτη την πληροφορία: «Στροφάδες: εκ του στρέφειν, καθότι κατά την μυθολογίαν Ζήσης και Κάλαϊς, οι πτερωτοί παίδες του Βορέου, διώκοντες την άρπυιαν Ωκυθόην εστράφησαν προς αυτάς». Αυτά τα παιδάκια του Βορέα ήταν τελοσπάντων μεγάλα... ψευτρούδικα! Γυρίσανε πίσω στους Αργοναύτες και τους πουλήσανε το παραμύθι πως για χατίρι τους κυνηγήσανε και σκοτώσανε τις τρεις πτερωτές κόρες της Ωκεανίδος Ηλέκτρας. Ψέματα! Η Ωκυθόη τους ξέφυγε και κατοικεί χιλιάδες τώρα χρόνια στα Στροφάδια!
Αν δεν πιστέψετε τον Βιργίλιο, που περιγράφει πώς σταμάτησε ο Αινείας με τους συντρόφους του στα Στροφάδια και τι έπαθε από τις ΄Αρπυιες, μπορείτε νά βασισθείτε σε μένα, που τες άκουσα με τα ίδια μου τ’ αυτιά!
Αν ανοίξετε το λεξικό του Ζώη στο Α, θα δείτε ότι η επιστημονική ονομασία της Αρτίνας είναι... Άρπυια!
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ(1906-1981), «ΤΑ ΖΑΚΥΝΘΙΝΑ», Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, 1957
PHGH

Dionisis Vitsos

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ: «ΤΟ "ΑΓΚΑΘΙ"»
[ΜΝΗΜΗ ΔΙΟΝΥΣΗ ΡΩΜΑ,
40 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΤΙΣ 9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1981]
«Είναι καιρός τώρα που ήθελα να γράψω κάτι σχετικό με την επιβίωση της σατιρικής σπιρτάδας στα Επτάνησα, μετά την ολοκληρωτική καταστροφή της. Εκείνο που με εμπόδιζε ήταν η ανεπάρκεια των στοιχείων μου για την Κεφαλονιά.
Πιστεύω ότι ένα χρονικό σχετικό με το μετασεισμικό χιούμορ θα ήτανε λειψό αν δεν αγκάλιαζε και τη δράση τού Λασκαράτου. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορώ ν ’ αντισταθώ στον πειρασμό να σας μιλήσω σήμερα για ένα περιοδικό που χρόνια τώρα βγαίνει στην Ζάκυνθο και που μπορεί να θεωρηθεί σαν ο γνησιότερος στυλοβάτης της Ζακυνθινής σατιρικής παραδόσεως. Εκδότης και συγγραφέας του, από τον τίτλο ως τίς έμμετρες διαφημίσεις, ό Σπύρος Μαρίνος ο Αγκάθης.
Το τελευταίο αυτό παρατσούκλι του το πήρε από τον τίτλο τού περιοδικού για το όποιο μιλάμε.
Το «Αγκάθι» βγαίνει σχεδόν δίχως διακοπή από το 1924 και αποτελεί ένα είδος τοπικού σατιρικού χρονικού που θα είχε πολύ μεγάλη αξία για τον μελλοντικό ιστορικό, αν δεν χρειαζότανε αμέτρητες υποσημειώσεις για να του γίνουν νοητοί οι υπαινιγμοί σε πρόσωπα και πράγματα που σε λίγα χρόνια θα έχουν ξεχασθεί.
Όπως και να έχη όμως το πράγμα εκτός από την «ιστορική» του σημασία το «Αγκάθι» έχει και ένα άλλο προσόν, που, βέβαια είναι και το σπουδαιότερο του: είναι συχνά πολύ καλογραμμένο!
Η σάτιρά του στιγμές-στιγμές φθάνει σε ποιοτικά επίπεδα που θυμίζουνε τους μεγάλους ζακυνθινούς σατιρικούς της περασμένης εκατονταετίας! Τον Κουτούζη (ζωγράφο), Καντούνη (δημοσιογράφο) και τους ρέστους.
Θα σας παραθέσω εδώ μερικά σκόρπια δείγματα από το τελευταίο φύλλο του, το μετεκλογικό. Ακούστε πώς περιγράφει τις προεκλογικές υποσχέσεις ενός των υποψηφίων:
Είχε θαυμάσιο πρόγραμμα
που μ ’ άρεσε, βρε, τόσο
που είπα κι εγώ την ψήφο μου
στον Χάση θα την δώσω.
Θα κάνει γάλα το νερό
και το νερό σουμάδα,
τα μπρόκολα τριαντάφυλλα
και τα κρεμμύδια αλιάδα.
Θα φτιάσει τρία τα τέσσερα
και τέσσερα τα τρία
και θα μας βάλει γέφυρα
μεγάλη και μακρία
που θα ενώσει τό νησί...
Πρέπει να παραδεχθείτε ότι πρόκειται για εξαιρετικά ευτυχισμένη σατιρική διατύπωση. Ακούστε όμως και ένα άλλο απόσπασμα των «υποσχέσεων». Για να το νοιώσετε καλύτερα πρέπει να μην ξεχνάτε ότι αυτή τη στιγμή η πόλις της Ζακύνθου δεν υπάρχει πια και οι πρώην δρόμοι της δεν είναι παρά αδιάβατες λασπωμένες εκτάσεις:
Θα σπείρει στον «Πλατύφορο»
κραμπιά και κουνουπίδια,
πράσα, μαλλιά ανήλιαγα,
σαλάτες και κρεμμύδια,
σπανάκια, σεσκλοσέλινα,
πατάτες, πιπεριόνους,
σινάπια, μπαμπακόσπορο
και Μπάγιερ ασπιρίνη
για τα κρυολογήματα
και για τους κοιλοπόνους
ο κάθε ψηφοφόρος του
κάθε πρωί να πίνει!
Σταματώ για να μην σας κουράσω. ΄Ομως είμαι βέβαιος ότι από τα δείγματα αυτά θα καταλάβατε ότι έχουμε να κάνουμε με γνήσια σατιρική φλέβα.
Ο Μαρίνος, κουρέας-ποιητής σαν τον αλησμόνητο Τσακασιάνο, δεν έχει βέβαια την φινέτσα κα την λυρική διάθεση του «Μεγάλου Γιάννη» (Τσακασιάνος), όμως αποτελεί κι αυτός έναν πολύτιμο κρίκο (τον τελευταίο ίσως) της αλυσίδας που ενώνει το τωρινό κατεστραμμένο Τζάντε με το αξέχαστο Φιόρο του Λεβάντε του παλιού καλού καιρού. Κι αυτό δεν είναι «κάτι», είναι πολύ! Του εύχομαι κέφι και μακροβιότητα».
Δ. ΡΩΜΑΣ(1906-1981), ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΕΡΡΑΣ, «Μικρός "περίπλους" για τον ΔΙΟΝΥΣΗ ΡΩΜΑ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ 1991
.
[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ
ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΡΙΝΟΣ -ΑΓΚΑΘΗΣ]





ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ: «ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΑ»
[ΜΝΗΜΗ ΔΙΟΝΥΣΗ ΡΩΜΑ,
40 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΤΙΣ 9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1981]
«Ένα "Οικογενειακό δένδρο" που έτυχε να δω σε κάποιο αστικό σπίτι και που προκάλεσε την ειρωνική διάθεσι των καλεσμένων με κάνει ν’ ασχοληθώ σήμερα μ’ ένα θέμα που το βρίσκω αρκετά ενδιαφέρον.
Στα δημοκρατικά μας χρόνια οι γενεαλογικές μελέτες δεν έχουνε και μεγάλη πέρασι. Ο περισσότερος κόσμος έχει μια αμυδρή μονάχα ιδέα της αξίας τους, τόσο για την ιστορία γενικά, όσο και για την βιολογία ιδιαίτερα. Έτσι κι αλλιώς, λίγοι είναι εκείνοι, που ενδιαφέρονται να πληροφορηθούνε ποιος ήτανε και τι έκανε ο προπροπάππος τους. Για τους πολλούς η οικογενειακή τους ιστορία αρχίζει από τον παππού τους. Ή καλύτερα από έναν από τους δυο παππούδες τους, γιατί συχνά το κυριώτερο "προηγούμενο πρόσωπο", που τους ενδιαφέρει, είναι ο πατέρας της μητέρας τους. Είτε επειδή έπαιξε κάποιον ρόλο στην ιστορία της εποχής του ή ακόμα επειδή ή μητέρα τους μιλούσε συχνά γι’ αυτόν.
΄Ολ’ αυτά σήμερα είναι πράγματα ξεχασμένα και μονάχα ένας ειδικός μπορεί να ξέρη τι τεράστια σημασία είχε για την κοινωνική ζωή των περασμένων αιώνων η «Εραλδική», η επιστήμη δηλαδή των «Οικοσήμων».
Μη χαμογελάτε διαβάζοντας την λέξι «επιστήμη» δίπλα στην λιγάκι φαιδρή για μας «Εραλδική» ή Οικοσημολογία. Στα χρόνια της (από τον μεσαίωνα δηλ. ως τις αρχές του 19ου) είχε κάθε δικαίωμα στον τίτλο αυτόν και αποτελούσε ιδιαίτερο κλάδο της Ιστορίας με αμέτρητους τεχνικούς όρους και δική του γλώσσα.
Το να «διαβάσετε» ένα οικόσημο προϋποθέτει ειδικές γνώσεις, σχεδόν τόσο δύσκολες, όσο και να «αποκρυπτογραφήσετε» ένα έγγραφο γραμμένο με κώδικα ή να διαβάσετε «πρίμα βίστα» ένα μουσικό κομμάτι.
Τό όνομα της επιστήμης προέρχεται από εκείνο του κυρίου εκπροσώπου της: του κήρυκα στους ιπποτικούς αγώνες. Ο Herald αυτός ήταν υποχρεωμένος να «διαβάζη» τα οικόσημα των αγωνιστών, που ήταν ζωγραφισμένα στις ασπίδες τους (ecu) και να αναγγέλη την είσοδο στον στίβο. Μη νομίσετε ότι το πράγμα ήταν εύκολο. Οι λεπτομέρειες και οι παραλλαγές είναι άπειρες και η κάθε μια τους έχει κάποια σημασία, που πρέπει να ερμηνευθή σωστά.
Ας αφήσουμε όμως την καθαυτό εραλδική και ας φθάσουμε στο κύριο θέμα μας: τις γενεαλογικές μελέτες, των οποίων η εραλδική αποτελεί το κυριώτερο ίσως βοηθητικό μέσο. Εκτός από το άμεσο Ιστορικό ενδιαφέρον, που παρουσιάζει ή γενεαλογία των βασιλικών και πριγκιπικών οίκων, η μελέτη της έχει και μιάν άλλη σοβαρή σημασία, που μονάχα τα τελευταία χρόνια έχει γίνει αισθητή. Όταν οι διάφοροι επίσημοι «Γενεαλόγοι» της περασμένης εποχής καταρτίζανε με μύριους κόπους και μόχθους τα επίσημα «Οικογενειακά δένδρα» προσφέρανε δίχως να το ξέρουνε, μια μεγάλη εκδούλευσι σε μιάν επιστήμη που δεν είχε τότε ακόμη δημιουργηθή: στη Βιολογία.
Πραγματικά, μόνον μετά από τις περισπούδαστες εργασίες τού Μέντελ αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ποιόν τεράστιο ρόλο παίζει η κληρονομικότης στη ζωή τού ανθρώπου. Ως τότε, το «γαλάζιο αίμα» ήταν μια πρόληψις δημιουργημένη από μιάν άρχουσα τάξι. Σήμερα ξέρουμε πολύ καλά ότι παρ’ όλο που τό αίμα δεν έχει τις χρωματικές αυτές διαφορές, που υποθέτανε οι παλαιότεροι, υπάρχουνε σωματικά και πνευματικά γνωρίσματα, που κληρονομιούνται από γενεά σε γενεά (καμμιά φορά μάλιστα παρατηρείται το παράξενο πήδημα μιας γενεάς, που αποκαλούμε παρατταβισμό) και που δίνουνε το κλειδί της ατομικότητας διαφόρων μεγάλων ανδρών.
Οι γενεαλογικές λοιπόν μελέτες και τα οικογενειακά δένδρα δεν έχουν σήμερα μικρότερη σημασία από άλλοτε, αλλά μονάχα διαφορετική. Χρόνια τώρα παιδεύονται οι ερευνητές με τον καταρτισμό δένδρων γενεαλογικών, που να λαμβάνουνε υπ’ όψι όλες τις διακλαδώσεις μιας οικογένειας ως την πιο απομακρυσμένη εποχή, κι αυτό για να βγάλουνε ωρισμένα στατιστικά συμπεράσματα για την κληρονομικότητα.
Έτσι έχουμε τέτοιες προσπάθειες σχετικές με οικογένειες, όπου το φαινόμενο της ιδιοφυίας (και της μεγαλοφυΐας) παρουσιάζεται συχνότερα από τό κανονικό (Βλ. γενεαλογικά δένδρα οίκογεν. Χάξλεη, Δαρβίνου, Μπερνουγί κ.τ.λ., κ.τ.λ.) και η επιστήμη ελπίζει ν’ αποκομίση κάποτε πολύτιμα για την «ευγονία» διδάγματα από τις μελέτες αυτές.
Σ’ ένα μονάχα σημείο το ξεψάχνισμα των βασιλικών και πριγκιπικών γενεαλογιών παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τα οικογενειακά δένδρα των άστών και αυτό είναι αρκετά εύλογο: γνωρίζουμε από την ιστορία την δράσι και τον χαρακτήρα ενός αυτοκράτορα, ενώ σπάνια έχουμε ανάλογες πληροφορίες για τη δημόσια και ιδιωτική ζωή ενός σύγχρονού του αστού. Έστω όμως και αν έχουμε σαφή γνώσι της δράσεως ενός τέτοιου απλού ανθρώπου, αυτό θα ήταν κάτι τυχαίο και όχι ο κανών. Πάντως όμως αποκλείεται να έχουμε ανάλογες πληροφορίες για τους λοιπούς συγγενείς του, ενώ αντίθετα αυτό συμβαίνει για όλα τα μέλη μιας βασιλικής γενιάς.
Ας μην περιφρονούμε λοιπόν τα «Δένδρα των άστών»· Ίσως το μέτρον θα έπρεπε να γενικευθή και μιάν ημέρα θα απέδιδε άριστους καρπούς».
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ(1906-1981), ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», 29-1-55
.
[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΤΟ ΟΙΚΟΣΗΜΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΡΩΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΠΠΟΥ τού ΔΙΟΝΥΣΗ ΡΩΜΑ, τού ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΡΩΜΑ]«

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ: «ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ»
[ΜΝΗΜΗ ΔΙΟΝΥΣΗ ΡΩΜΑ,
40 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΤΙΣ 9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1981]
Παρακολουθώντας χθες το μνημόσυνο ενός αξέχαστου φίλου, μου δημιουργήθηκε η εσωτερική ανάγκη, φεύγοντας, να κλειστώ στο γραφείο μου και να γράψω αυτές τις λίγες γραμμές. Ίσως, στην αρχή, να σας φανή παράξενο ότι θέλοντας να τιμήσω τη μνήμη του, την συνδυάζω μαζί μ’ ένα άλλο μεγάλο όνομα, που μια σκληρή μοίρα έσβησε πρόωρα από την «Ημερήσια Διαταγή της εφήμερης Δόξας»: τα Προγράμματα του Νεοελληνικού Θεάτρου μας!
Ο συσχετισμός αυτός μοιάζει, σέ πρώτη όψη, ακόμη πιο ανευλαβικός γιατί συνηθίσαμε χρόνια τώρα ν’ ακούμε τα ονόματά τους σαν σύμβολα του ολέθριου Αβελκαϊνισμού[Κάιν και Άβελ] που σπάραξε και δυστυχώς σπαράζει ακόμη τη φυλή μας. [Η Ελένη Παπαδάκη δολοφονήθηκε το Δεκέμβριο του 1944 και ο θάνατός της αποδόθηκε στην Αριστερά. Πριν, είχε περάσει, χωρίς την παρουσία της, από «λαικό δικαστήριο» των ηθοποιών της Αριστεράς και είχε κριθεί ένοχη. Ανάμεσα σε αυτούς που ψήφισαν εναντίον της ήταν και ο αριστερός Αιμίλιος Βεάκης]
Αν όμως για πολλούς ο συνδυασμός Βεάκης-Παπαδάκη κλείνει μια συναισθηματική αντινομία, δεν συμβαίνει το ίδιο και για τον υποφαινόμενο που έχει προσωπικούς λόγους να γνωρίζει έναν κοινό τους παρονομαστή: την απίστευτη επαγγελματική τους ευσυνειδησία!
Από τη σκοπιά αυτή θέλω να ξαναδώ μέ τα μάτια της νοσταλγικής θύμησης, τους αλησμόνητους εκείνους φίλους και συνεργάτες. Είμαι βέβαιος ότι χαράζοντας αυτές τις προσωπικές αναμνήσεις βοηθώ στην απαραίτητη συγκέντρωση υλικού που θα επιτρέψει στον Ιστορικόν του Νεοελληνικού Θεάτρου να συμπληρώσει το βιογραφικό τους πορτραίτο.
Ξεκινώντας για να μιλήσει κανείς για δυο καλλιτέχνες σαν τον Βεάκη και την Παπαδάκη θα έπρεπε να έχει στη διάθεσή του τόσες σελίδες, όσες λέξεις χωράνε στο σύντομο αυτό χρονικό. Θα περιοριστώ λοιπόν σε δυο προσωπικά επεισόδια που αν και χωρίζουνται από μιάν ολόκληρη σχεδόν 15ετία, μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους ώστε να δικαιολογούνε απόλυτα τις λίγες αυτές γραμμές.
Το 1938, γίνηκε δεκτό το πρώτο μου έργο στο Βασιλικό Θέατρο[Το «Ζακυνθινή Σερενάτα»]. Η διανομή του ήταν καταπληκτική: Κατίνα Παξινού, Βάσω Μανωλίδη, Αθ. Μουστάκα, Μιράντα, Μ. Αλκαίου, Δενδραμής, Παπαγεωργίου, Λεπενιώτης, Δεστούνης, Μυράτ Μήτσος, Ιακωβίδης, Μαλιαγρός, Καλογιάννης, Κατράκης, Βόκοβιτς, Αβδής και παραλείπω. Μέσα σ’ έναν τέτοιο απίστευτο πλούτο συγκεντρωμένων ταλέντων, ήρθε εθελοντικά να προστεθή ένα ατίμητο μαργαριτάρι. Στο έργο υπήρχε μια σύντομη σκηνούλα, όπου παρουσιάζεται μια Ιταλίδα πριμαντόνα, καμποτίνα και... ναζού. Ήταν ένα μικρούτσικο ρολάκι, έτσι μια φευγαλέα πινελιά, χρήσιμη για την ηθογραφική αναπαράσταση της ρομαντικής και θεατρομανούς ζακυνθινής ατμόσφαιρας της εποχής. Έπρεπε να παιχτή από μια οποιαδήποτε νέα καρατερίστα και κανείς μας φυσικά δεν ανανοήθηκε να τον προτείνει σε μια μεγάλη πρωταγωνίστρια σαν την Ελένη Παπαδάκη.
Την ίδια μέρα που έγινε η ανάγνωση στη σκηνή, η αξέχαστη φίλη με ζήτησε στο τηλέφωνο και απαίτησε να της δώσω τον ασήμαντο αυτό ρολάκο, που όχι μονάχα ήταν συντομότατος αλλά εμφανιζότανε στη προτελευταία εικόνα από τις οκτώ του έργου!
Μονάχα όποιος ξέρει από Θέατρο και από πρωταγωνίστριες μπορεί να καταλάβει τι θα πει αυτό ! Το τι κατάφερε να κάνει η 'Ελένη μέ το bout de role αυτό είναι ανεκδιήγητο! Κατάλαβα τότε (και δεν το λησμόνησα ποτέ) πόσο φτωχά είναι τα έργα μας και τι χρωστάμε στους ευλογημένους από τη Μοίρα εκτελεστές τους! Το προσωπικό χειροκρότημα που αποσπούσε η Ελένη με τη δημιουργία της αυτή θα μου μείνει αξέχαστο. Τράνταζε κυριολεκτικά η σάλα κάθε φορά που έπεφτε στην πολυθρόνα μισολιπόθυμη, στριγγλίζοντας «Λα πιστο λα! λα πιστόλα!».
Πέρασαν από τότε κάμποσα χρόνια, πολλά (δυστυχώς!) χρόνια· η καϋμένη η 'Ελένη, αδικοσκοτωμένη, ζει πια μονάχα μέσα στις καρδιές εκείνων που την αγαπήσανε και φυλάνε ακόμη την εικόνα της σε κάποια δροσερή κι ολοπράσινη γωνιά του νοσταλγικού θυμητικού...
Ω! πεντάσκληρη Μοίρα των φτωχών θεατρίνων που η θύμησή τους σβύνει μαζί με την ηχώ του στερνού χειροκροτήματος!
Όταν γινότανε η διανομή του έργου μου «Τρεις Κόσμοι», μπήκε στο γραφείο μου ο αλησμόνητος Αιμίλιος και κλείνοντας την πόρτα μου είπε ορθά-κοφτά: «Θέλω να παίξω στο έργο σου!
Τον κύτταξα μ’ απορία γιατί είχε παρευρεθή στην ανάγνωση κι έπρεπε να ξέρει κατά πού φυσούσε ο άνεμος! «Μ’ αφού δεν υπάρχει ρόλος για σένα!»
Με κύτταξε σκεφτικά και μετά κάθησε βαρειά σε μια πολυθρόνα λέγοντας:
«Στο Θέατρο, αγαπητέ μου, δεν υπάρχουνε ρόλοι! Υπάρχουν ηθοποιοί!! Θα παίξω τον Παπά Κουτούζη».
Σαν όραμα πέρασε για μια στιγμή εμπρός στα μάτια η θύμηση της αλησμόνητης Πριμαντόνας της Ελένης. Η ίδια ιστορία! Ένα ρολάκι τυπίστα, καρατερίστα που κρατούσε πέντε λεπτά και τον... «απαιτεί» η τιτανικότερη μορφή του Νεοελληνικού Θεάτρου: ο Βεάκης!
Όσοι από σας έτυχε να δείτε τους «Τρείς Κόσμους» (που δυστυχώς παιχτήκανε σε αντιθεατρική εποχή και χαραμιστήκανε) θα θυμόσαστε δίχως άλλο τι κατάφερε ο Αιμίλιος στον ρόλο αυτόν. Το προσωπικό χειροκρότημα που κέρδισε (δίχως αυλαία!) διαρκούσε όσο απάνω-κάτω και η σκηνή που έπαιζε! ΄Ηταν και τα στερνά παλαμάκια που άκουγε ο αλησμόνητος φίλος ύστερα από μια θριαμβευτική καρριέρα, που κράτησε όσο και το θέριεμα της σύγχρονης Ελληνικής Σκηνής: πενήντα ολόκληρα χρόνια.
Είμαι ευτυχής γιατί τα κέρδισε προφέροντας λόγια που έτυχε να γράψω εγώ.
Βεάκης-Παπαδάκη: πώς να μη συνδυάσει κανείς αυτά τα ονόματα που κλείνουνε την πεμπτουσία τού Θεάτρου μας;
Στον κόσμο πέρα κει που αναπαύονται πια, πίσω από τις αιώνιες θύρες που φέρουνε σκαλισμένο μ’ ανάλογα γράμματα το μελαγχολικό θεατρικό «Αργεί», δεν θα υπάρχει ίσως χειροκρότημα.
Είμαι βέβαιος όμως ότι σαν προσπερνάνε ατάραχοι και γελαστοί, όπως ό καθένας που έδωσε στους συνανθρώπους του ό,τι είχε να δώσει, κάπου εκεί, κάτω από τις πράσινες φυλλωσιές των Ηλυσίων Πεδίων, θ’ ανασηκώνονται από τη χλόη ο Ταλμά, ο Κήν, ο Κάϊντς, η Μάρς, η Σίντονς, η Ντουζέ, ο Νοβέλλι, η Σάρρα Μπερνάρ και ο Μουνέ Σουλύ και θα τους στέλνουνε έναν αδελφικό χαιρετισμό».
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ(1906-1981), ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» 1-7-52
.
[- Η ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΩΣ ΠΡΙΜΑΝΤΟΝΑ ΣΤΗ «ΖΑΚΥΝΘΙΝΗ ΣΕΡΕΝΑΤΑ» ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΡΩΜΑ (1938) (ΑΡΧΕΙΟ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ)
-Ο ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΒΕΑΚΗΣ ΩΣ ΚΟΥΤΟΥΖΗΣ ΣΤΟ «ΤΡΕΙΣ ΚΟΣΜΟΙ» ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΡΩΜΑ (1951) (ΑΡΧΕΙΟ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ)
-ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ ΜΕ ΤΙΤΙΚΑ ΝΙΚΗΦΟΡΑΚΗ ΚΑΙ ΝΙΚΟ ΧΑΤΖΙΣΚΟ ΣΤΗΝ ΠΡΕΜΙΕΡΑ ΤΗΣ «ΖΑΚΥΝΘΙΝΗΣ ΣΕΡΕΝΑΤΑΣ»]

Η ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΩΣ ΠΡΙΜΑΝΤΟΝΑ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗ ΣΕΡΕΝΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΡΩΜΑ (1938) (ΑΡΧΕΙΟ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ)

Ο ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΒΕΑΚΗΣ ΩΣ ΚΟΥΤΟΥΖΗΣ ΣΤΟ ΤΡΕΙΣ ΚΟΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΡΩΜΑ (1951) (ΑΡΧΕΙΟ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ)

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ ΜΕ ΤΙΤΙΚΑ ΝΙΚΗΦΟΡΑΚΗ ΚΑΙ ΝΙΚΟ ΧΑΤΖΙΣΚΟ ΣΤΗΝ ΠΡΕΜΙΕΡΑ ΤΗΣ «ΖΑΚΥΝΘΙΝΗΣ ΣΕΡΕΝΑΤΑΣ»]

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ: «Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ»
[ΜΝΗΜΗ ΔΙΟΝΥΣΗ ΡΩΜΑ,
40 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΤΙΣ 9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1981]
«Μπήκα προχθές για κάποια δουλειά σ’ ένα καφφενείο της Ομόνοιας, όπου μαζεύονται οι ξενιτεμένοι Ζακυνθινοί και άλλοι Επτανήσιοι. Κάποιον γύρευα και αναγκάστηκα να τριγυρίσω το ευρύχωρο κέντρο κάμποσες φορές. Δούλευε το μάτι και το αφτί μάζευε αυτόματα διάφορες σκόρπιες κουβέντες. Δεξιά-ζερβά ηχούσανε πότε η ζακυνθινή και πότε η κεφαλλονίτικη προφορά, ενώ στα ενδιάμεσα έπεφτε πού και που καμμιά τραχειά ρουμελιώτικη νότα.
Με όλο όμως που ο καιρός δεν με άφηνε να παρακολουθήσω μια στρωτή κουβέντα, ένοιωσα γρήγορα ότι ο φραστικός αυτός λαβύρινθος χαρακτηριζότανε από μια κάποια ομοιογένεια. Προχωρώντας από τραπέζι σε τραπέζι μου φάνηκε ότι παρακολουθούσα το ξετύλιγμα μιας και της ίδιας κουβέντας. Κάτι ας πούμε σαν Συμφωνική σύνθεσι, όπου το κύριο θέμα ξαναπαρουσιαζότανε διαρκώς για να δουλευτή διαφορετικά από το κάθε μουσικό όργανο. Κάθησα τότε σε μια σκοτεινή γωνιά και παράγγειλα ένα καφφεδάκι για να παρακολουθήσω με την ησυχία μου το παράξενο αυτό κοντσέρτο. Γιατί παράξενο ήταν και το θέμα και η πανελλήνια σχεδόν ενορχήστρωσή του.
Δεξιά μου μια παρέα από Κορφιάτικα μαντολίνα ξεκαθαρίζανε κάθε τόσο μέσα από τη γενική βοή προσθέτοντας το γελαστό πιτσικάτο τους:
«Οι Κορφοί βέβαια είναι πρόβα ντι μπόμπα! Κουνιέται δε κουνιέται η Ελλάδα, εμείς είμαστε βράχος!»
«Μονάχα», πρόσθεσε μελαγχολικά μια τραγουδιστή φωνή βαθειά σα βιόλα, «που μας ταράξανε τα μπομπαρνταμέντα! Ξέχασες τη Μπέλλα Βενέτσια και τη Βιβλιοθήκη μας και τις άλλες μπελλέτσες που χαθήκανε στον πόλεμο!»
Σαν ηχηρό Κοντσερτίνο βιολί —πρώτο βιολί της 'Επτανησιακής ενορχηστρωμένης δυστυχίας— ξεπετάχτηκε από το διπλανό τραπέζι ένας Κεφαλλονίτης:
«Μωρέ μιλιόρδοι μου! Κι η Κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες; Τον πόλεμο και τσι μπόμπες θα θυμόμαστε τώρα; Πε τσου, μωρέ Γερασιμάκη», φώναξε σ’ έναν ομοτράπεζό του, «πε τσου του λόγου σου που ήσουνα παρόντας τι έγινε στο Αργοστόλι από μπόμπες και κανονίδι τότε πού καθαρίσανε οι μακελάρηδες του Χίτλερ πέντε χιλιάδες Φρατέλους, σαν να ’ταν πασχαλιάτικα αρνιά!»
«Μωρέ για τον κατακλυσμό τού Νώε θα κουβεντιάσουμε;» ρώτησε θυμωμένα ό Γερασιμάκης. «Εδώ δεν έχει μείνει πέτρα σ’ ολόκληρη την Κεφαλονιά και ρωτάμε τσι Σεισμολόους μπας και θα βουλιάξη ούλο το νησί και συ κάθεσαι και μου σκοτίζεις τ’ αφτία για τρία σπασμένα τζάμια;»
Μια παράξενη ανατολίτικη νότα ακούστηκε ξάφνου: «Την καταστροφή τη δικιά μας μονάχα τώρα μπορείτε να την νοιώσετε! Εμείς δε χάσαμε μονάχα τα σπίτια στη Σμύρνη, πήγανε στράφι και οι κόποι μας στη γης, οι μπαξέδες, τα υποστατικά...».
Σαν σίφουνας καλύψανε ξάφνου τα πνευστά το ενορχηστρωμένο σε μινόρε ρετσιτατίβο. Ένα αγανακτισμένο «στακκάτο» διάκοψε το ομαλό ξετύλιγμα της μελωδίας και οι Ζακυνθινοί σεισμόπληκτοι με ομαδική πολυφωνία ξεκινήσανε για το «πέτσο Κοντσερτάτο» της μακάβριας Σερενάδας:
«Και η φωτία μωρέ;!;! Τη φωτία τι την κάνετε; Μη δα έμεινε ρουθούνι άκαυτο σ’ ολόκληρο το Τζάντε; Μιλάτε μωρέ ούλοι σας για σεισμούς και για μπομπαρνταμέντα! Δεν ντρεπόσαστε; Από το Κρυονέρι βαρείς με Μάνλιχερ σπουργίτη πάνω στα κεραμίδια της Εκκλησίας του Αγίου μας —μεγάλη η χάρι του. Ναΐσκε μωρέ! Σπουργίτη με Μάνλιχερ ίσια γραμμή εκεί που πρόπερσι σου μποδίζανε τη βίστα τρεις χιλιάδες σπίτια!»
Το σμυρνέϊκο ούτι άφησε μια θλιβερή τρίλλια σαν αναστεναγμό. Ίσως να ένοιωσε ότι οι μελωδίες του ήταν πολύ παλιές για την σύγχρονη αυτή ορχήστρα!
Σαν όμποε όμως σκαρφάλωσε πάνω από τ’ άλλα πνευστά ή βουερή φωνή τού «στιτσαρισμένου» Γερασιμάκη:
«Να που σας έμεινε τουλάχιστον ο Άγιός σας — ο δικός μας συντρίφτηκε τέλεια!»
Σε νοσταλγικό αντάντε μαλάκωσε αμέσως η ζακυνθινή οργή για να συμπληρώση απαλά πια τη μουσική φράσι:
«Τον Άγιο Σίγουρο μας δεν τον πιάνει τίποτσι! Ετούτο δα μας έλειπε να μην φυλάξη το σπιτάκι του!»
Το όμποε όμως ξέσπασε αμέσως σε αλέγκρο Φουριόζο:
«Ποίο σπίτι θα φυλάξη, που δεν έχει μείνει πράσινο φύλλο στα νησιά μας! Ο δικός μας τουλάχιστο γκρεμοτσακίστηκε κι ο ίδιος γιατί — γιατί είχε φιλότιμο, μωρέ!»
Φοβήθηκα λίγο ότι το φινάλε της Συμφωνίας θα ήταν αιματηρό. Είδα τα χέρια να προχωρούνε διστακτικά προς τις βαρείες καράφες του νερού και τις καρέκλες ν’ ανασηκώνουνται... ΄Ομως εκείνη ακριβώς τη στιγμή ξεχυθήκανε σα σίφουνας μέσα στο καφενείο οι πουλητάδες των παραρτημάτων:
«Νέος Σεισμός τού Βόλου. Γενική ισοπέδωση της Νύφης τού Παγασητικού!»
Σαν θριαμβική φανφάρα συμπληρώσανε οι αγριοφωνάρες αυτές τη μακάβρια Νεοελληνική Συμφωνία της Καταστροφής. Τ’ αγριεμένα ως τη στιγμή εκείνη πρόσωπα των εκτελεστών πετρώσανε ξαφνικά σαν να τα κάλυψε μια μάσκα αρχαίας τραγωδίας. Βαρειά σιωπή κάλυψε το πολύβοο κέντρο, μόλις χαθήκανε οι μαντατοφόροι της καινούργιας δυστυχίας.
Προχώρησα κι εγώ κατά την έξοδο με τους ώμους σκυφτούς ψιθυρίζοντας μαζί με τους άλλους μαρτυρικούς συνέλληνες umisono το μεγάλο, το βαθύ παράπονο της τυραννισμένης μας γενιάς;
« Ως πότε, επιτέλους; Πότε και πού θα τελειώση ο 'Ελληνικός Γολγοθάς;»
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ(1906-1981), ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΕΛΕΘΕΡΙΑ» 26-4-55




https://www.youtube.com/channel/UC0wk2ge3sheyTkgpAkeBang

tapantareinews tv

Ενημέρωση και ψυχαγωγία. Επικοινωνία στο dsgroupmedia@gmail.com.


Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only