Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018

Παραμύθι από 600 – 800 λέξεις. Αρχαία Ελεύθερνα…Η μελισσούλα.


Στη ζωή μας βρίσκουμε άντρες ή γυναίκες ,που θέλουν να κυνηγήσουν τα όνειρά τους.
Πρέπει από μικροί ,οι γονείς μας να δίνουν την ευκαιρία,τον τρόπο ,ώστε κάποια στιγμή,εσείς,εμείς,όταν μεγαλώσουμε,να μην κοιτάξουμε πίσω στο τι κάναμε και να νοιώσουμε άσχημα και να φερθούμε άδικα στον εαυτό μας.

Τα όνειρα ,τα σχέδια,αυτά που κι εσείς θέλετε να κάνετε,να δείτε,πρέπει από τώρα όσο μεγαλώνετε ,να καταφέρετε να τα δείτε ,στο μέλλον.
Έτσι και η μελισσούλα μας,πετούσε από κλαδάκι σε κλαδάκι και έψαχνε να βρει φαγητό .
Όσο μεγάλωνε,τόσο ήθελε να πετάει όλο και πιο ψηλά και να πηγαίνει όλο και πιο μακριά.

Ένοιωθε έτοιμη ,να φύγει από τη μαμά της,αφού είχε μάθει,πως όταν θα μεγαλώσει,θα ανοίξει τα δικά της φτερά ,για να πετάξει μακριά και σίγουρα.

Μα ήταν μόνη της.
Η οικογένειά της ,την αγκάλιασε ,τη φίλησε και της είπε να πάει στο καλό.

Δε φοβήθηκε,γιατί ήξερε πως έπρεπε να φανεί νικήτρια και να γυρίσει πίσω στους γονείς της και τα αδέρφια της,με περηφάνια και με τόλμη.

Ο καιρός περνούσε και η γλυκιά μας  η μελισσούλα που τη λέγανε Ατακτούλα,όλο και πιο πολύ μακριά πετούσε.

Έτσι ένα βραδάκι,έφτασε πάνω σε ένα ψηλό μεγάλο βουνό.
Μόλις αποφάσισε να μείνει εκεί,θέλησε να δει και πιο καλά εκείνο το μέρος.

Βρέθηκε ανάμεσα σε διάφορα πουλάκια,μικρά και μεγάλα,που ζήτησαν να της κάνουν παρεούλα ,για να μην είναι μόνη και να μη φοβηθεί.
Η Ατακτούλα από μικρή ,αν και ζωηρούλα,ήταν πολύ ευγενική και έδειχνε χαρούμενη,όταν ήταν με παρεούλα ,που εκείνη ήθελε και αγαπούσε,όπως και την αγαπούσαν και οι άλλοι.

Μα το περίεργο αλλά και το πιο όμορφο,ήταν που μιλούσαν με μιλιά ανθρώπινη.
Η φωνούλα τους δεν ήταν τιτίβισμα,ένα απλό κελάιδισμα ,αλλά ακουγόταν,όπως μιλούσαν και οι άνθρωποι.

Χρόνια τώρα,ήθελε να μάθει τη γλώσσα τους,να τους καταλαβαίνει,ώςτε να μη νοιώθει άσχημα,όταν πήγαινε στα διάφορα μέρη και πετούσε μακριά ,ελεύθερη και χωρίς να στεναχωριέται.

Είχε προσπαθήσει πολλές φορές να μάθει τη γλώσσα τους,αλλά πάντα θα έχανε την ευκαιρία.
Τώρα όμως σκέφτηκε,πρέπει να μάθω και εγώ αυτή τη γλώσσα.

Τίποτα δεν είναι δύσκολο ,αρκεί να θέλουμε και να προσπαθούμε να το καταφέρουμε.
Πάντα θα πρέπει να σκεφτόμαστε,πως για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι,καλύτερα παιδάκια,θα πρέπει να ακούμε τους γονείς μας,τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας,τα αδέρφια μας και όσους καταλάβαμε ότι μας αγαπούν και θέλουν το καλό μας.

Φυσικά ,όταν μεγαλώσουμε θα ξέρουμε κι εμείς τι θα πρέπει να κάνουμε και τι όχι.
Γι αυτό και η Ατακτούλα η μελισσούλα,είχε καταλάβει πως ήταν καιρός να μάθει να μιλάει την ανθρώπινη γλώσσα.

Τα χρόνια περνούσαν όμορφα και η φίλη μας η μελισσούλα ,άρχισε να συννενοείται και να κάνει κουβεντούλες ,συζητησεις ,μαζί,με τα άλλα πουλάκια που την αγάπησαν,απ την πρώτη στιγμή,που την είδαν..εκεί.

Μαζί τους βρισκόταν κι ένα παιδάκι ,έξυπνο από μικρό,που ήθελε να κάνει πάντα το δικό του και σπάνια άκουγε τι του έλεγαν.
Αυτό το παιδάκι το λέγανε Δία.
Είχε πολύ δύναμη και ήξερε πάντα τι να κάνει για να βρει λύσεις και να δώσει απαντήσεις σε διάφορα προβλήματα.

Η Ατακτούλα το είχε βρει ,παλιά ,μόνο του,να κοιμάται σε μια κορυφή,εκείνου του όμορφου βουνού.
Είχε ρωτήσει και είχε μάθει ,πως το βουνό εκείνο το λέγαν Ψηλορείτη και το μέρος που έβλεπε γύρω γύρω,μια μεγάααλη θάλασσα,το λέγανε Κρήτη και ήταν ένα όμορφο νησί.

Όσο περνούσε ο καιρός,τόσο περισσότερο η μελισσούλα μας,μάθαινε διάφορα γι αυτό το όμορφο μέρος,που είχε αποφαςίσει να περάσει πολλά χρόνια.

Ο Δίας ,μεγάλωνε ,όλο και πιο πολύ δενόταν με την Ατακτούλα,που χρόνια τώρα ,είχε ηρεμήσει και ήθελε να το μεγαλώσει,όπως τη μεγάλωσε και η μαμά της.
Του έλεγε παραμύθια να κοιμάται και του τραγουδούσε απαλά και ήσυχα,διάφορα τιτιβίσματα,με τα φτερά της.

Βλέπετε αυτή η μελισσούλα ,δεν ήταν σαν τις άλλες.
Το κορμάκι της ήταν πάνω,σα γυναίκα,σα τη μαμά σας,τη γιαγιά σας,την αδερφούλα σας και κάτω,ήταν σαν ένα απλό έντομο,σαν τις μελισσούλες που όλοι ξέρουμε.

Είχαν πάρει την απόφαση,μαζί με την Ατακτούλα ,όποιες φίλες της ,τύχαινε να περάσουν από κεί,να μείνουν μαζί της και να μεγαλώσουν εκείνο το πανέξυπνο αγόρι.

Ο Δίας όσο μεγάλωνε ,τόσο έβλεπε τη δύναμή του,να γίνεται μεγαλύτερη και να θέλει να βοηθάει και να συμβουλεύει όλους που μένανε μαζί του.

Όλες αυτές οι κινήσεις του,οι σκέψεις του,στεναχωρούσαν τις μελισσούλες,αφού πια δεν μπορούσαν,ούτε να του μιλήσουν,ούτε και να του δώσουν κάποια συμβουλή.

Εκείνος πάλι,δε στεναχωριόταν,γιατί έβλεπε πως ότι και να έλεγε,ότι και να έκανε,ήταν το σωστό και το δίκαιο.

Έτρεχε ,έπαιζε και ανεβοκατέβαινε σε εκείνο το βουνό,σε εκείνο το όμορφο νησί.
Μια μέρα ,ήρθε ένα περιστέρι και του είπε.
Δία,,,,ξεκίνα να φύγεις,στο στόμα μου,θα βρειςτο χαρτί,που θασου πει που να πας και τι να κάνεις.

Τότε ο Δίας,μέσα στη χαρά,γιατί πάντα ήθελε να μαθαίνει πράγματα και να πάει να ζήσει,να δει και άλλα μέρη,χαιρέτησε τις φίλες του τις μελισσούλες και είπε πως όταν γυρίσει πάλι πίσω,θα χαρούνε πολύ,γιατί σκέφτεται να τους κάνει δώρο ένα μουσείο που θα χε σήμα την Ατακτούλα.





πηγη  ΑΝΝΑ ΖΑΝΙΔΑΚΗ,

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only