Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2021

Η ΜΠΕΛΑΜΑΤΙΑ, Ο ΓΟΥΛΙΟΣ & Ο ΠΑΠΑ-ΝΙΚΟΛΑΣ


 «Ετοιμοθάνατη σχεδόν επήγαινε εις το νοσοκομείο μίαν έρημη, άστεγη, ελεεινή, ερείπιο σωματικό και ψυχικό, κοινή αμαρτωλή γυναίκα, γνωστή με το όνομα Μπελαμάτια.

Κορίτσι τη δυστυχισμένη τη διέφθειρε και την βούτησε στο βούρκο της διαφθοράς και της δυστυχίας γνωστός για τον εκφυλισμό του άρχοντας του τόπου. Προαισθανόμενη η Μπελαμάτια το θάνατό της εζήτησε να εξομολογηθεί.
Ειδοποιήθηκε ο ιερεύς των Ιδρυμάτων παπά Νικόλας, ο όποιος επήγε δυσθύμως παραπονούμενος για τον γλίσχρο μισθό που έπαιρνε και εξετέλεσε το μυστήριον της εξομολογήσεως κατά τον ακόλουθο τρόπον:
Χωρίς να φορέσει πετραχήλι, κάθισε σε μια καρέκλα εις το μέσον του διαδρόμου ο οποίος εχώριζε παράλληλα τους θαλάμους ανδρών και γυναικών και χωρίς να βλέπει καν την μετανοούσαν αμαρτωλή,η οποία εκείτετο πέραν εις την γωνίαν του μεγάλου θαλάμου, άρχισε με φωνάς να λέγει.
— Έλα, μωρή Μπελαμάτια, αρχίνα, τι θέλεις να πεις;
Εκείνη η κακομοίρα όσον και αν ήτο αμαθής και αμαρτωλή, εξ ανθρωπίνου ενστίκτου και σεβασμού προς την θρησκείαν, συνησθάνετο την ιερότητα του μυστηρίου της εξομολογήσεως και απέμενε μέσα της ένα κουρέλι, έστω και βρωμερό, ατομικής αξιοπρέπειας. Με σβησμένη από το πόνο φωνή, την ντροπή και την αγωνία του βραδέως επερχόμενου θανάτου, παρακαλούσε τον παπά να έμπει στο θάλαμο και να πάει κοντά της να του εξομολογηθεί τας αμαρτίας της.
Ο παπά Νικόλας όμως βιαζόμενος να φύγει εξακολουθούσε να φωνάζει.
— Έλα, μωρή σκρόφα, τι συφορές έχεις να πεις;
Με τον προξενούμενον θόρυβο με τες αγριοφωνές του παπά Νικόλα, προσέτρεξεν ο αρμόδιος υπάλληλος των Ιδρυμάτων και ηρώτησε τον παπάν τι συμβαίνει.
— Τι να συμβαίνει; με ένα τρόπον κάπως χλευαστικόν του απάντησε. Να, εκείνη η βρώμα η Μπελαμάτια δε θέλει να ξαγορευθεί. Ντρέπεται να πει δυνατά τσι συφορές τσι.
— Μα, δέσποτα, του παρετήρησεν ο υπάλληλος, με αυτό τον τρόπο πρέπει να εξομολογηθεί η κακομοίρα, όσο κι’ αν είναι αμαρτωλή;
— Το δάσκαλο θα μας κάμει κι’ η αφεντιά σου; του είπε ο παπάς, κι σηκώθηκε και έφυγε. Κι’ έτσι ή δυστυχισμένη Μπελαμάτια επέθανε σε λίγες μέρες αξαγόρευτη και ακοινώνητη.
Συνέβη όμως εις τον παπά Νικόλα κάτι σαν εκδίκησις της Μπελαμάτιας και σαν τιμωρία του για την ασέβεια και την σκληρότητά του προς την δύστυχη αμαρτωλή την ώρα πού επρόκειτο να την κηδεύσει από το Νοσοκομείον.
Το ακόλουθο:
Παρέμενε οικόσιτος εις τα Ιδρύματα ο γνωστός έκθετος με το όνομα Γιούλος. Μισότρελος, είχε συχνά εξάψεις και εδημιουργούσε θορύβους εις τους ασθενείς και έπνεε μένεα εναντίον της υπηρεσίας των Ιδρυμάτων, γιατί τον εμπόδιζαν να βγαίνει εις τούς δρόμους, να ζητιανεύει και να μεθά. Όταν ξεγελούσε το προσωπικόν και έφευγε τον επείραζον οι αγυιόπαιδες και διεσκέδαζον όχι ολίγοι μεγάλοι να τον μεθούν για να βωμολοχεί, να βλασφημά, και να τον κάμνουν να θυμώνει με το τραγούδι που του λέγανε:
«Άντρα Γιούλε, κηπουρέ,
με τ’ αγγλικό σου πούρο».
Σωματικώς ο Γιούλος ήταν γερά πλασμένος, είχε όμως ένα δάκτυλο σε κάθε χέρι του και σε κάθε πόδι του. Όταν του περίσσευε ψωμί ή φαγητό δια να μη του το τρώγουν οι άλλοι τρόφιμοι του Ορφανοτροφείου, τα έκρυβε μέσα εις το φέρετρον[που είχαν στο ίδρυμα για να κηδεύουν τους απόρους] όπου και τα μεσημέρια του καλοκαιριού κοιμότανε για δροσιά και εσκεπάζετο με το βούλωμα της κάσας για να μη τον τσιμπούν οι μύγες.
Η Μπελαμάτια πέθανε μίαν αυγή καλοκαιρινή και έτσι όπως ήτανε με τα βρωμόρουχά της την βάλανε εις το φέρετρο δια να κηδευθεί το απόγευμα.
Ο Γιούλος όταν έφαγε το μεσημέρι επήγε κατά τη συνήθειά του να φυλάξει το ψωμί του εις το φέρετρο και να κοιμηθεί μέσα εις αυτό. Ανοίγοντας όμως το κάλυμμα είδε μέσα την πεθαμένη. Με την μεγαλυτέραν απάθεια και την τρελλήν αναισθησία του βγάζει με τα δυνατά του χέρια το σκελετώδες πτώμα της Μπελαμάτιας, και σιγά για να μη τον αντιληφθεί κανείς την πηγαίνει εις το ολίγον απέχον από τον νεκροθάλαμον δωμάτιον των νοσοκόμων, όπου υπήρχε μία μεγάλη ντουλάπα μέσα εις την οποίαν εφυλάττοντο πρόχειρα ιατρικά είδη, ιώδιο, αιθέρας κ.λπ.
Η ντουλάπα ήταν χωρίς πάτους, ξεκλείδωτη και σφαλνούσε με μικρό σύρτη. Απίθωσε εις το πάτωμα την πεθαμένην, άνοιξε την ντουλάπα, τοποθέτησε μέσα εις αυτήν όρθιο το πτώμα, έκλεισε την ντουλάπα και σαν να μη έκαμε τίποτε γύρισε ατάραχα εις τον νεκροθάλαμο, εξαπλώθηκε μέσα εις το φέρετρον για να κοιμηθεί και εσκεπάστηκε με το βούλωμα για τις μύγες.
Τες τέσσερες ώρες επήγε αγουροξυπνημένος ο παπά Νικόλας για να κηδεύσει την Μπελαμάτια.
— Μπα, μάτια μου, δεν είναι αμπονόρα[νωρίς]; του λέει ο νοσοκόμος Μεντζικώφ.
— Έχω βαφτίσι τσι πέντε ώρες. Έλα, δάσκαλε[ο ψάλτης], να ξεμπερδεύουμε .
— Δελέγκου, αφέντη, όπως ορίζεις. Οι βαστάζοι είναι όξω και καρτερούνε.
Έφερε ένα πήλινο λιβανιστήρι με κάρβουνα αναμμένα μέσα και λιβάνι, φόρεσε ο παπά Νικόλας το πετραχήλι του και λιβανίζοντας το φέρετρο άρχισε να λέει γλήγορα κάποια λόγια θρησκευτικά.
Φαίνεται όμως πως ή τυχαία ή με τες φωνές του παπά και την καπνούρα του λιβανιού, εξύπνησε ο Γιούλος. Εχασμουρήθηκε, ανακλαδίστηκε, αναταράχτηκε η κάσα και επετάχτηκε το βούλωμά της.
Εκείνη τη στιγμή ο παπά Νικόλας έλεγε την ύστερη ευχή «αυτήν ο Θεός αναπαύσει», όπου εις το απροσδόκητο θέαμα τα χάνει και πέφτει χάμου λιπόθυμος κρατώντας το λιβανιστήρι που τα αναμμένα κάρβουνα επέσανε στα μούτρα του και του εκαίγανε τα γένια.
Ο Μεντζικώφ που είδε να πετιέται ο Γιούλος από το φέρετρο και όπου γνώριζε την τρελλή συνήθειά του δεν ταράχτηκε, νόμισε πως θα ήταν μέσα εις το ευρύχωρο φέρετρον και η πεθαμένη, έσβησε τα κάρβουνα από τα γένια του παπά Νικόλα που ήταν χάμου ξερός, και έτρεξε να φέρει το μπουκαλάκι με τον αιθέρα για να συνεφέρει τον παπά. Ανοίγοντας όμως θαρρετά την ντουλάπα πέφτει επάνω του η πεθαμένη. Τα χάνει ο Μεντζικώφ, αρχίζει να φωνάζει, αναστατώνεται το Νοσοκομείον, ο παπά Νικόλας είναι ακόμη χάμω λιπόθυμος και ο Γιούλος ψάχνει μέσα εις το φέρετρο να εύρη το ψωμί του.
Η δυστυχισμένη Μπελαμάτια κηδεύθηκε με άλλο παπά και, αν η αμαρτωλή ψυχή της αισθανότανε, θα εκδικήθηκε για το πάθημα του παπά Νικόλα που αρνήθηκε να την εξομολογήσει.
ΑΝΔΡΕΑΣ Α. ΑΒΟΥΡΗΣ «ΤΥΠΟΙ ΙΕΡΕΩΝ», Ζάκυνθος 1940
.
[ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΒΟΥΡΗΣ(1866-1948), Εκδότης εφημερίδων στην Αθήνα και στην Ζάκυνθο, δημοσιογράφος, πεζογράφος και λαογράφος.]

[Τον παπά-Νικόλα, το Λουμπαρδιανό κόμμα] είχε διορισμένον για ένα διάστημα ως ιερέα των τότε λεγομένων αγαθοεργών ιδρυμάτων Νοσοκομείου και Ορφανοτροφείου (τώρα ΟΔΑΖ). Η υπηρεσία τού παπά ήτο να βαπτίζει όσα αβάπτιστα έκθετα έριχναν στο σπιτάλιο, έκφυλοι και άκαρδοι γονείς, και να κηδεύει όσα από αυτά απέθνησκον και τους αποθνήσκοντας εις το νοσοκομείον απόρους ασθενείς. Σπανιότατα δε εξομολογούσε και κοινωνούσε ετοιμοθανάτους.[Βλέπε αμέσως προηγούμενη ανάρτηση: Η ΜΠΕΛΑΜΑΤΙΑ, Ο ΓΟΥΛΙΟΣ & Ο ΠΑΠΑ-ΝΙΚΟΛΑΣ]
Η κηδεία δε και ο ενταφιασμός έκθετων και απόρων εις το βόρειον δημοτικόν νεκροταφείον της Αγίας Παρασκευής, εγένετο με το ακόλουθον καθιερωμένον σύστημα (που προ καιρού κατήργησε η διοίκησις του ΟΔΑΖ) και ας του δώσει ο κάθε αναγνώστης μου όποιο όνομα θέλει. Κάποτε το έψεξα δριμύτατα δια της εφημερίδας μου, ήγειρα κάποιας δυσαρέσκειας δια τας υποδείξεις μου, και το ασεβές σύστημα κατηργήθη.
Η κηδεία λοιπόν και ο ενταφιασμός των δυστυχών εγένετο ως εξής:
Έβαζαν τον πεθαμένον μέσα εις ένα πενιχρόν, ελεεινόν, κοινόν φέρετρον χρωματισμένον με μαύρο νερόχρωμα, που ήτο εις βρωμερόν ημισκότεινον δωμάτιον, κατ’ ευφημισμόν καλούμενον «νεκροθάλαμος»' ερχότανε ο παπάς, ελιβάνισε τον πεθαμένον, εφορτώνοντο το φέρετρον τέσσαρες βαστάζοι και εμπρός ο σταυρός και ο παπάς φορώντας μόνον ένα βρώμικο πετραχήλι μουρμουρίζοντας κάτι, και ξοπίσω οι βαστάζοι φορτωμένοι την κάσα, σαν να τους κυνηγούσανε επήγαιναν εις το νεκροταφείον.
Εκεί έχαινε ένας ξέβαθος τάφος, αδειάζανε τον πεθαμένον σαν κάτι άχρηστο μέσα, εφορτώνετο ένας από τους βαστάζους την κάσα και την ξαναγύριζαν εις τα Ιδρύματα. Και έτσι εκηδεύοντο και εθάπτοντο όσοι είχαν το ατύχημα να πεθαίνουν εις το νοσοκομείο χωρίς χριστιανικήν κηδείαν, χωρίς διάβασμα εις την εκκλησίαν και άδειασμα στον τάφο χωρίς φέρετρο!
Χαρακτηριστικόν του ασεβούς χαρακτήρος του παπά Νικόλα είναι και η ακόλουθη στιχομυθία του με ένα άλλον παπά συνομήλικόν του και του αυτού φυράματος:
Ο αρχιεπίσκοπος Λάτας ώρισε, ως νεωτέρους, τον παπά Νικόλα και τον παπά Χρίστο να κρατούν εκ περιτροπής τον Εσταυρωμένον του Μώλου κατά την διαδρομήν της λιτανείας την Μεγάλην Παρασκευήν.
Πρώτος κατά την εκκίνησιν της λιτανείας από τον ναό τού αγίου Νικολάου τού Μώλου εκράτησε τον Εσταυρωμένο ο παπά Χρίστος. Όταν όμως η λιτανεία έφθασε εις τον Πλατύφορον και έκαμπτε τον δρόμον της αγοράς, λέγει ο παπά Χρίστος εις τον βαδίζοντα πλάγι του παπά Νικόλα:
— Πάρτονε τώρα.
— Δε μπορώ. Θα τον πάρω στη πλατεία Ρούγα.
— Πάρτονε, σου λέω, γιατί θα σου δώσω μία με δαύτονε.
— Πέταξέ τονε χάμου, του λέει ο παπά Νικόλας, κι’ ας τον φορτωθεί ο Λάτας που μας έκαμε Κυρηναίους!["Και καθώς τον πήγαιναν να τον σταυρώσουν, έπιασαν κάποιον Σίμωνα Κυρηναίο, που γύριζε από το χωράφι του και του φόρτωσαν το σταυρό να τον μεταφέρει πίσω από τον Ιησού." (Κατά Λουκά 23-26)]
ΑΝΔΡΕΑΣ Α. ΑΒΟΥΡΗΣ «ΤΥΠΟΙ ΙΕΡΕΩΝ», Ζάκυνθος 1940
.
[ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΒΟΥΡΗΣ(1866-1948), Εκδότης εφημερίδων στην Αθήνα και στην Ζάκυνθο, δημοσιογράφος, πεζογράφος και λαογράφος.]
.
[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Προσεισμική Ζάκυνθος, το σπιτάλιο του Μαρτινέγκου]





ΠΗΓΗ

Dionisis Vitsos





Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δημοφιλείς κατηγορίες

...
Οι πιο δημοφιλείς κατηγορίες του blog μας

Whatsapp Button works on Mobile Device only